Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

Γιατί έχει δίκιο ο Πατριάρχης.

Του ΚΩΣΤΑ Ε. ΜΠΕΗ ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 ισχύει και έχει κατοχυρωθεί συνταγματικά στο σύνολό της. Σ' αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κώστας Μπέης.

Στη γνωμοδότηση που συνέταξε ο ίδιος παρουσιάζει τις παραμέτρους του ζητήματος που έχει προκαλέσει κρίση στις σχέσεις μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος και κάνει συγκεκριμένες αναφορές τόσο στη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας όσο και στην ερμηνεία του άρθρου 3 του Συντάγματος. Αναφέρεται στην ιστορική ερμηνευτική μέθοδο και καταλήγει στην άποψη ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει δίκιο στις απόψεις του όταν ζητεί την εφαρμογή και των 10 Ορων της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης του 1928.
Βαρθολομαίος
Μου ζητήθηκε να επιμεληθώ της επιστημονικής διερεύνησης του προβλήματος που ανέκυψε, αναφορικά με την έκταση της δεσμευτικής ισχύος, μέσα στην ελληνική έννομη τάξη, της 2231 Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928.Το πρόβλημα που ανέκυψε, και ήδη τίθεται για διερεύνηση, δεν είναι πρόβλημα εκκλησιαστικού δικαίου. Είναι πρόβλημα μεθοδολογίας του δικαίου. Ανήκει δηλαδή στο χώρο της γενικής θεωρίας του δικαίου, με επίκεντρο την εφαρμογή όλων των γενικώς αποδεκτών ερμηνευτικών μεθόδων για την κατανόηση κανόνων δικαίου, των οποίων το νόημα διχάζει τους ερμηνευτές. Για το λόγο τούτο ευχαρίστως ανταποκρίθηκα σ' αυτήν την παράκληση και συνέταξα την ακόλουθη γνωμοδότηση, την οποία και θα δημοσιεύσω στον ελληνικό Τύπο, και ιδίως σε νομικό περιοδικό, ώστε να είναι ανοικτή στον επιστημονικό διάλογο με καθέναν εγκρατή στο χώρο της μεθοδολογίας του δικαίου.Είναι κοινός τόπος ότι, στην αφετηρία της, κάθε ερμηνευτική προσπάθεια προσφεύγει στη γραμματική ερμηνεία. Σε δεύτερο επίπεδο ακολουθεί η ιστορική ερμηνεία. Την τελική όμως λύση εγγυάται η τελολογική ερμηνεία, όπου ο ερμηνευτής δεν περιορίζεται στην υποκειμενική βούληση του ιστορικού νομοθέτη, αλλά στο σκοπό που προκύπτει από το αντικειμενικό νόημα της έννομης τάξης, ιδίως κάτω από τις πιέσεις της στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που πρέπει να εξισορροπηθούν πάνω στη δικαιική αρχή της μεσότητας.1. Η σχετική νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας και η σημασία της1.1. Το πρόβλημα της έκτασης της δεσμευτικότητας μέσα στην ελληνική έννομη τάξη των διατάξεων της 2231 Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928 έχει απασχολήσει στο παρελθόν το Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο ενέκρινε ότι συνταγματικής κατοχύρωσης απολαύει μόνον εκείνη η διάταξη αυτής της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης η οποία αφορά τη συγκρότηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.1.2. Γίνεται επίκληση αυτής της ερμηνευτικής εκδοχής του Συμβουλίου Επικρατείας με την έννοια ότι το ζήτημα είναι ήδη λυμένο, έτσι ώστε να μην απομένει περιθώριο για διάλογο.Αυτή η αντίληψη είναι σφαλερή σε δύο επίπεδα:- Πρώτον, παραβλέπει ότι στο ηπειρωτικό ευρωπαϊκό δικαιικό σύστημα, στο οποίο ανήκει και το ελληνικό, οι αποφάσεις των δικαστηρίων έχουν περιορισμένα υποκειμενικά και αντικειμενικά όρια δεσμευτικότητας, η οποία εντοπίζεται αποκλειστικώς και μόνο στο διατακτικό των δικαστικών αποφάσεων, ενώ δεν εκτείνεται και στο σκεπτικό των. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας που απορρίπτουν ακυρωτική αίτηση δεσμεύουν με το δεδικασμένο των αποκλειστικώς τους συγκεκριμένους διαδίκους, και μόνον αναφορικά με την έλλειψη, στο πρόσωπο του αιτούντα, δικαιώματος για δικαστική ακύρωση της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης που είχε προσβληθεί με την απορριπτόμενη αίτηση (50 §§ 2 και 5 π.δ. 18/1999). Εξάλλου, οι αποφάσεις που δέχονται την ακυρωτική δέσμευση δημιουργούν διαπλαστική ενέργεια έναντι πάντων, αλλά μόνον αναφορικά με τη μη περαιτέρω ισχύ της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης που είχει προσβληθεί (50 § 1 π.δ. 18/1999). Το σκεπτικό, στο οποίο στηρίζεται το καταφατικό ή απορριπτικό διατακτικό απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας, όπως και κάθε άλλου ελληνικού δικαστηρίου, δεν έχει απολύτως καμία δεσμευτικότητα, ούτε καν για τα ίδια πρόσωπα των δικαστών που είχαν συγκροτήσει το δικαστήριο προηγούμενης απόφασης και ήδη τα ίδια συγκροτούν και το δικαστήριο που επιλαμβάνεται νέου αιτήματος. Το σκεπτικό είναι απλώς και μόνο μια ερμηνευτική εκδοχή, ανοιχτή στο διάλογο και στην ανατροπή της, όταν συντρέχουν πειστικότερες ερμηνευτικές σκέψεις.
Χριστόδουλος
- Δεύτερον, είναι σφαλερή η προαναφερόμενη αντίληψη, που με δέος προσβλέπει στην ερμηνευτική εκδοχή του Συμβουλίου Επικρατείας, αναφορικά με την -κατ' αυτό- περιορισμένη έκταση της δεσμευτικότητας των διατάξεων της 2231 Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης. Και τούτο, επειδή παραβλέπει ότι αυτή η ερμηνευτική εκδοχή κάποιων παλαιότερων αποφάσεων του Συμβουλίου Επικρατείας1 στηρίχθηκαν στην πιο επισφαλή ερμηνευτική μέθοδο, αναφορικά με την κατανόηση του άρθρου 3 του Συντάγματος. Στηρίχθηκαν δηλαδή στη γραμματική ερμηνεία της §1 αυτού του άρθρου, δίχως να προχωρήσουν στη διερεύνηση του κρίσιμου ερμηνευτικού προβλήματος με τις άλλες κοινώς αποδεκτές ερμηνευτικές μεθόδους, και ίδίως με την τελολογική μέθοδο, ως την κατ' εξοχήν ασφαλή οδό για την κατανόηση των κανόνων του δικαίου.Για τους λόγους τούτους η επικαλούμενη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας, σε επίπεδο μεθοδολογίας του δικαίου, δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Δικαστές, με περισσότερη άνεση στο να κινούνται στο χώρο της μεθοδολογίας του δικαίου, αναμένεται ότι δεν θα εμμείνουν στο ίδιο ερμηνευτικό ολίσθημα, κάτι το οποίο έχουν υπηρεσιακό καθήκον να αποφύγουν και οι νομικές υπηρεσίες των αρμόδιων οργάνων της πολιτείας, όταν εκείνα θα κληθούν στο μέλλον να ασκήσουν τις δικές των αρμοδιότητες κατά το Σύνταγμα.2. Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 3 του Συντάγματος2.1. Στην § 1 του άρθρου 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας «διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928».Η γραμματική διατύπωση αυτής της διάταξης αφήνει, με την πρώτη ματιά, την εντύπωση ότι η συνταγματική κατοχύρωση της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928 περιορίζεται μόνο σ' εκείνη τη διάταξή της που αναφέρεται στη συμμετοχή στις δύο συνόδους και επισκόπων από τις μητροπόλεις των λεγόμενων Νέων Χωρών.2.2 Αυτή η αντίληψη όμως, ακόμη και μέσα στα στενά όρια της γραμματικής ερμηνείας, παραβλέπει όσα, στη συνέχεια, ορίζει η § 2 του ίδιου άρθρου 3 του Συντάγματος, δηλαδή ότι «το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου».Αυτή η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 3 Σ έχει σημασία προς τις ακόλουθες δύο κατευθύνσεις:- Πρώτον, ότι αναγνωρίζει, ως συνταγματικώς ισότιμο με τους ορισμούς της § 1, το ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς που ισχύει σε ορισμένες περιοχές του κράτους κατ' απόκλιση από όσα ισχύουν για την αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, όπως αυτή διέπεται από τον Καταστατικό Χάρτη της. Με άλλα λόγια, το κατά την παρ. 1 του άρθρου 3Σ και τον Καταστατικό Χάρτη αυτοκέφαλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας ισχύει, σε συνταγματικό επίπεδο, ισοτίμως και παραλλήλως με το ειδικό καθεστώς που αναγνωρίζεται συνταγματικώς ως ισχύον σε ορισμένες (τρεις) περιοχές του κράτους, δηλαδή στις Νέες Χώρες, στην Κρήτη και στη Δωδεκάνησο. Κάτι που, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, σημαίνει ότι- Δεύτερον, οι κανόνες που διέπουν το ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς καθεμιάς από αυτές τις τρεις περιοχές του κράτους έχουν επίσης συνταγματική κατοχύρωση ισότιμη με εκείνην, της οποίας απολαύει ο Καταστατικός Χάρτης της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας.2.3. Ετσι όμως ανακύπτει το περαιτέρω κρίσιμο ερώτημα: Ποιοι κανόνες ρυθμίζουν το ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς των λεγόμενων Νέων Χωρών;Κανόνες της ελληνικής έννομης τάξης δεν υπάρχουν σχετικώς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το συνταγματικώς αναγνωριζόμενο ως ισχύον ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς των Νέων Χωρών είναι τάχα νομικώς αδέσποτο. Διέπεται από τις διατάξεις (και φυσικά όλες τις διατάξεις) της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928. Αλλοι κανόνες που να ρυθμίζουν το ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς των Νέων Χωρών δεν φαίνονται στον ορίζοντα.Συνεπώς, η γραμματική ερμηνεία της § 2 του άρθρου 3 του Συντάγματος πειθαναγκάζει στην παραδοχή ότι όλες οι διατάξεις της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928, ως οι μοναδικοί κανόνες που ρυθμίζουν το ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς των Νέων Χωρών, έχουν συνταγματική κατοχύρωση, δεσμευτική για όλα τα εκάστοτε αρμόδια όργανα της πολιτείας.Σ' αυτό το ερμηνευτικό πόρισμα προδήλως κατέληξε και η νεότερη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας2, η οποία δέχθηκε ότι, ναι μεν όλες οι μητροπόλεις της Ελλάδας [πλην Κρήτης (και Δωδεκανήσου)] υπάγονται κατ' αρχήν διοικητικά στην Εκκλησία της Ελλάδας, «από πολλών όμως απόψεων υφίσταται διαχωρισμός των Μητροπόλεων των "Νέων Χωρών", γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί επ' αυτών ιδιαίτερο δεσμό που εκδηλώνεται με τους διαλαμβανόμενους στις ανωτέρω διατάξεις ορισμούς». Ενώ εξάλλου οι διαλαμβανόμενοι «στις ανωτέρω διατάξεις» ορισμοί δεν είναι άλλοι από όλες τις πανηγυρικώς μνημονευόμενες στις αποφάσεις ΣτΕ 4068/1981, 534/1999 και 603/1999 παραγράφους Α' έως και Θ' της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928, συνακόλουθα και η παράγραφος Ε' αυτής της πράξης, που ορίζει ότι ο κατάλογος των εκλεξίμων προς αρχιερατεία για τις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, τον οποίο καταρτίζει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας αποστέλλεται προς έγκριση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.3. Η ιστορική ερμηνευτική μέθοδος3.1. Η κατοχύρωση, σε συνταγματικό επίπεδο, της δεσμευτικότητας για τον Ελληνα νομοθέτη του ειδικού εκκλησιαστικού καθεστώτος των Νέων Χωρών απαντά για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1927, κάτω από το άρθρο 1 του οποίου είχε προστεθεί η ερμηνευτική δήλωση ότι «εις την αληθή έννοιαν του άρθρου 1 δεν αντίκειται η εν ταις Νέαις Χώραις και τη Κρήτη υφισταμένη εκκλησιαστική κατάστασις». Σ' αυτό το συνταγματικό καθεστώς εντάχθηκε τότε η 2231 Πατριαρχική Συνοδική Πράξη του 1928.3.2. Μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας το 1935 και την ανόρθωση του βασιλικού θρόνου, αποκαταστάθηκε η ισχύς του Συντάγματος του 1911, δίχως καμία αναφορά στο ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς για τις περιοχές του κράτους που εντάχθηκαν σ' αυτό μετά το 1911.3.3. Ομως με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1952 προστέθηκε στο άρθρο 1 η ερμηνευτική δήλωση, η οποία συνόδευε το άρθρο 1 του Συντάγματος του 1927, και συνεπώς υπό το Σύνταγμα του 1952 ίσχυε, αναφορικά με το πρόβλημα που απασχολεί την προκείμενη γνωμοδότηση, ό,τι σημειώθηκε πιο πάνω (υπό 3.1) ότι ίσχυε και υπό το Σύνταγμα του 1927.3.4 Αυτή η ρύθμιση διατηρήθηκε και με τα συνταγματικά κείμενα των ετών 1968 και 1973 της δικτατορίας, και μάλιστα αναβαθμίστηκε επειδή ήδη εντάχθηκε μέσα στο συνταγματικό κείμενο, ως § 3, η άλλοτε απλή ερμηνευτική δήλωση, ότι δηλαδή «η υφισταμένη εις ωρισμένας περιοχάς του Κράτους εκκλησιαστική κατάστασις δεν αντίκειται εις τα διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου».3.5. Το ισχύον Σύνταγμα:(α) Διατηρεί, την ύπαρξη επίσημης Θρησκείας του Κράτους (επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα), και ως τέτοια αναγνωρίζει τη θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού (άρθρο 3 § 1).(β) Διατηρεί, ως νομική προσωπικότητα του δημόσιου δικαίου την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας (άρθρο 3 § 1).(γ) Διατηρεί σε ισχύ την παράλληλη παραδοχή (στην § 2) ότι «το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε οριμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου».(δ) Διατηρεί τον αυτοκέφαλο χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας (άρθρο 3 § 1), αλλά ήδη (για πρώτη φορά από και με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1975) την παράλληλη ισχύ, σε συνταγματικώς κατοχυρωμένο επίπεδο, «των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928», και(ε) Περιορίζει τη συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου, ως του διοικητικού οργάνου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, μόνο στους εν ενεργεία Αρχιερείς.3.6. Με τη συνταγματική κατοχύρωση της ισχύος της «Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928», για πρώτη φορά διαμέσου της συνταγματικής αναθεώρησης του 1975, γίνεται αμέσως φανερό ότι, στο πλαίσιο της ερμηνευτικής κατανόησης αυτής της συνταγματικής κατοχύρωσης, δεν έχουν απολύτως καμία θέση ούτε η αλληλογραφία μεταξύ του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Βασιλείου και του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, μήτε η πρακτική που είχε προηγηθεί του 1975 στις σχέσεις της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η επίκληση αυτής της αλληλογραφίας και της όποιας πρακτικής πριν από το 1975 δεν μπορεί να στηρίξει κανένα ερμηνευτικό επιχείρημα, αφού τότε δεν υπήρχε συνταγματική κατοχύρωση των διατάξεων της «Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928», ενώ εξάλλου το ισχύον Σύνταγμα εγγυάται την ισχύ των διατάξεων της «Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928», ως το νομικό υπόβαθρο του ειδικού εκκλησιαστικού καθεστώτος των Νέων Χωρών, δίχως καμία επιφύλαξη και κανένα συσχετισμό με την αλληλογραφία τούτη και την τυχόν αντίθετη εκκλησιαστική πρακτική του παρελθόντος.3.7. Από την ιστορική τούτη εξέλιξη προκύπτει ότι ναι μεν η επίσημη Θρησκεία του ελληνικού Κράτους εκφράζεται διαμέσου του νομικού προσώπου της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας, όμως παραλλήλως με αυτήν τη συνταγματική ρύθμιση, ισχύουν και τα χωριστά εκκλησιαστικά καθεστώτα που υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν με συνταγματική κατοχύρωση «σε ορισμένες περιοχές του Κράτους», σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος. Είναι αξιοπρόσεχτη και πειστική η ερμηνευτική τοποθέτηση του Αριστόβουλου Μάνεση και του Κωνσταντίνου Βαβούσκου, αναφορικά με το εκκλησιαστικό καθεστώς της επίσημης Θρησκείας του Κράτους, μέσα στην ελληνική συνταγματική τάξη3: «ως προς το "αυτοκέφαλον της Εκκλησίας της Ελλάδος" δέον να σημειωθή, ότι η τοιαύτη διατύπωσις δεν εκφράζει επακριβώς την σημερινή νομικήν θέσιν της ελλαδικής Εκκλησίας, και δη ως αύτη προσδιορίζεται διά των αμέσως εν συνεχεία διατάξεων του εδ. γ' της § 1 του άρθρου 3 Συντάγματος περί τηρήσεως των διατάξεων της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως του 1928. Διότι η Πράξις αύτη ερείδεται επί της ρητώς εκπεφρασμένης προϋποθέσεως, ότι αι δι' αυτής υπαχθείσαι διοικητικώς εις την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος Μητροπόλεις των απελευθερωθεισών κατά τα έτη 1912-1913 και 1916-18 περιοχών, των λεγομένων "Νέων Χωρών" (πλην της Κρήτης και του Αγίου Ορους), (...) εξακολουθούν να ανήκουν "κανονικώς" εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, συναποτελούσαι μετά της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος την "Εκκλησίαν της Ελλάδος" (βλ. και Κ.Ν. 5438/1932). Συνεπώς η τελευταία αύτη, καθ' εαυτήν και εν τω συνόλω της, δεν δύναται να χαρακτηρίζεται ως Αυτοκέφαλος. Η επισημαινομένη αντίφασις οφείλεται εις το ότι οι συντάκται της σχετικής διατάξεως επανέλαβον χωρίς ιδιαιτέραν προσοχήν την στερεοτύπως υπό πάντων των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων χρησιμοποιηθείσαν διατύπωσιν "είναι αυτοκέφαλος", η οποία όμως ανεφέρετο, μέχρι και του Συντάγματος 1927, εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ως αύτη είχε χειραφετηθή, αρχικώς μεν εν τοις πράγμασιν, αντικανονικώς από του 1833, εν συνεχεία δε κανονικώς διά του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 (...) Είναι πάντως βέβαιον, ότι διά της περί ης ο λόγος διατυπώσεως ο συντακτικός νομοθέτης δεν ηθέλησε να καθιερώση το Αυτοκέφαλον της εν γένει Εκκλησίας της Ελλάδος, ήτοι και κατά το σκέλος των Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου».3.8 Από αυτές τις επισημάνσεις προκύπτει αβιάστως και κατά τρόπο που δεν επιδέχεται έλλογη αντίρρηση ότι η επίσημη Θρησκεία του ελληνικού Κράτους (η επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα) δεν εκφράζεται αποκλειστικώς από την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, αλλά παραλλήλως, σε χωριστά εδαφικά τμήματα του ελληνικού κράτους, και (α) από τις Μητροπόλεις των λεγόμενων Νέων Χωρών, που ανήκουν κανονικώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και απλώς επιτροπικώς και προσωρινώς έχουν ενταχθεί στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας, (β) από τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, που δίχως καμιά ιδιαιτερότητα ή άλλη επιφύλαξη, ανήκουν αποκλειστικώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και (γ) από τις Μητροπόλεις της ημιαυτόνομης Εκκλησίας της Κρήτης, που έχει την κανονική εξάρτησή της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ρητώς άλλωστε και το άρθρο 11 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος ορίζει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος παριλαμβάνει την Αρχιεπισκοπήν Αθηνών και τας Μητροπόλεις (Α') της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και (Β') του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου.3.9. Συνεπώς η επικεφαλίδα του κεφαλαίου ΣΤ' του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που προηγείται του άρθρου 12 και αναφέρεται στην εκλογή Αρχιεπισκόπου «Αθηνών και πάσης Ελλάδος», κατά την τελευταία τούτη φράση της «και πάσης Ελλάδος», είναι αντίθετη στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος, και ως αντισυνταγματική είναι ανεφάρμοστη μέσα στην ελληνική έννομη τάξη, η οποία δεν επιτρέπει ούτε την απονομή τίτλων διακρίσεως (Σ 4 παρ. 7) που δεν δηλοποιούν συγκεκριμένο λειτούργημα, με σαφή έκταση αρμοδιοτήτων, μέσα στους κόλπους της ελληνικής πολιτείας.4. Η τελολογική ερμηνείαΣε επίπεδο τελολογικής ερμηνείας των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, είναι απόλυτα πειστική η θέση των Αριστόβουλου Μάνεση και Κωνσταντίνου Βαβούσκου, ότι σκοπός του άρθρου 3 Συντάγματος είναι να καταργήσει το εκκλησιαστικό καθεστώς της λεγόμενης «νόμω κρατούσης πολιτείας», έτσι ώστε να αποκόψει από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να ρυθμίζει τα θέματα της διοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδας κατά την ελεύθερη βούληση και τις δικές του επιλογές σκοπιμότητας. Στόχος του άρθρου 3 του Συντάγματος είναι να καθιερώσει ένα νέο εκκλησιαστικό καθεστώς, δεσμευτικό για τον κοινό νομοθέτη και τα ελληνικά δικαστήρια, δηλαδή το καθεστώς της λεγόμενης «συναλληλίας», κάτι που σημαίνει ότι, κατά τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη και το σκοπό του άρθρου 3 του Συντάγματος, ο κοινός Ελληνας νομοθέτης, κατά την ψήφιση εκάστοτε διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας, δεν είναι εντελώς ελεύθερος, αλλά δεσμεύεται από εκείνους τους εκκλησιαστικούς κανόνες, που έχουν κατοχυρωθεί συνταγματικώς, δηλαδή από τον Πατριαρχιακό και Συνοδικό Τόμο του 1850, καθώς και από τη Συνοδική Πράξη της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. Εν όψει λοιπόν αυτού του αντικειμενικού σκοπού του άρθρου 3 του Συντάγματος και της αντίστοιχης βούλησης του συντακτικού νομοθέτη αυτού του άρθρου, όλες οι διατάξεις της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928 είναι δεσμευτικές για τον κοινό νομοθέτη και όχι μόνον εκείνες που αναφέρονται στη συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Η καθ' όλου διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδας, και όχι μόνον η συγκρότηση των Συνόδων, εκφεύγει, κατά το σκοπό του άρθρου 3 του Συντάγματος, από τις ελεύθερες επιλογές του κοινού νομοθέτη. Ο νομοθέτης έχει όριο στις ρυθμίσεις του. Κι αυτές, κατά το σκοπό του άρθρου 3 του Συντάγματος δεν μπορούν να είναι άλλες από όλες τις διατάξεις του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850, καθώς και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.5. Η μέθοδος της στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων5.1 Το προαναφερόμενο ερμηνευτικό πόρισμα των Αριστόβουλου Μάνεση και Κωνσταντίνου Βαβούσκου, στηριγμένο στην ασφαλή τελολογική ερμηνευτική μέθοδο, επιβεβαιώνεται και με την άλλη, επίσης κοινώς αποδεκτή ως ασφαλή ερμηνευτική μέθοδο της στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων. Πράγματι, στην περίπτωση των Μητροπόλεων των λεγόμενων Νέων Χωρών, υπάρχει από τη μία μεριά το συμφέρον του ελληνικού κράτους να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία και αυτών των Μητροπόλεων, ενώ από την άλλη μεριά υπάρχει το συμφέρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου να μην αποστερηθεί του απαραίτητου για τη δική του λειτουργία ποιμνίου. Η παράλληλη λοιπόν διαφύλαξη αυτών των δύο συμφερόντων, πάνω στη δικαιική αρχή της μεσότητας, δεν μπορεί να γίνει με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την ερμηνευτική παραδοχή ότι όλες οι διατάξεις της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, η οποία εκδόθηκε με την εγγύηση της ελληνικής Κυβέρνησης, ως προς την τήρησή της, θα είναι δεσμευτικές για τον Ελληνα νομοθέτη.5.2. Είναι αλήθεια πως, από την άλλη μεριά, υποστηρίχθηκε η παραδοξότητα ότι δεν ισχύουν οι διατάξεις εκείνες της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, οι οποίες δεν επαναλήφθηκαν και ως διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ομως αυτή η εκδοχή δεν αντέχει σε σοβαρό επιστημονικό διάλογο. Και τούτο, γιατί παραβλέπει ότι, σε περίπτωση αντίθετης ρύθμισης από διατάξεις απλού νόμου, όπως είναι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, και διατάξεις του Συντάγματος, προδήλως υπερισχύουν οι διατάξεις του Συντάγματος. Αυτό ακριβώς τονίζουν στην κοινή γνωμοδότησή των και οι Αριστόβουλος Μάνεσης και Κωνσταντίνος Βαβούσκος, ότι δηλαδή «ήδη ο συντακτικός νομοθέτης δεν εγκαταλείπει την ρύθμισιν της διοικήσεως της Εκκλησίας εις την κατά το μάλλον και ήττον ελευθέραν και αυθαίρετον εκτίμησιν του κοινού νομοθέτου, αλλά θεσπίζει περιορισμούς προς εξασφάλισιν της Εκκλησίας έναντι κρατικών επεμβάσεων, ανεπιτρέπτων κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνας, του λοιπού δε και κατ' αυτό τούτο το Σύνταγμα. Ο συντακτικός νομοθέτης είναι εξ ορισμού νομικώς αδέσμευτος (...) Του κοινού όμως νομοθέτου η εξουσία προς ρύθμισιν των τοιούτων θεμάτων, και δη των εκκλησιαστικών πραγμάτων, δεν είναι απεριόριστος. Προσδιοριστική εν προκειμένω είναι η βούλησις του συντακτικού νομοθέτου».6. ΣυμπέρασμαΑπό την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει, κατά την επιστημονική γνώμη μου, ότι οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του Συντάγματος κατοχυρώνουν έναντι του απλού νομοθέτη την ισχύ και δεσμευτικότητα όλων ανεξαιρέτως των διατάξεων της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, περιλαμβανομένων και των διατάξεων της παρ. Ε' αυτής της πράξης, αναφορικά με το δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει τον αποστελλόμενο σε εκείνον κατάλογο των εκλογίμων προς Αρχιερατεία στις Μητροπόλεις των λεγόμενων Νέων Χωρών.

1. Ενδεικτικώς, ΣτΕ 546/1978.2. ΣτΕ 4068/1981, 534/1999 και 603/1999.3. Βλ. την § 4 της κοινής γνωμοδότησης Μάνεση και Βαβούσκου, όπως αυτή έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Εκκλησία», επίσημο όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος, τόμος Ν' (1975), σελ. 306-307.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/01/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια: