Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014


Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου.

31 Δεκεμβρίου. Η κοιλιά, τα μάτια, το στόμα, τα πάθη, τα λάθη, η σκέψη...
01 Ιανουαρίου. Η κοιλιά, τα μάτια, το στόμα, τα πάθη, τα λάθη, η σκέψη…
Όλα αυτά δεν αλλάζουν εκ φύσεως. Αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε στο 

μυστήριο του χρόνου που έρχεται, που θα αρχίσει, ή άρχισε, ας παρακαλέσουμε τον Θεό να μεγαλώσει την καρδιά μας απευθύνοντάς του την ψαλμική προσευχή: "Καρδίαν καθαράν κτίσον ν μοί Θεός". Η καρδιά είναι πολύ μικρή τόσο που χωράει μέσα σε μια χούφτα, αλλά δεν γεμίζει ούτε με όλον τον κόσμο. Μόνον ο Χριστός δίνει "δώρα" που γεμίζουν την καρδιά. Στη χρονιά που έρχεται ας Του τα ζητήσουμε. ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ. ΑΜΗΝ.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014




Το νέο έτος.


Είναι παλιό το έθιμο: την παραμονή του Νέου Έτους, όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυχτα, σκεφτόμαστε τις επιθυμίες μας για το νέο έτος και προσπαθούμε να εισέλθουμε στο άγνωστο μέλλον μ’ ένα όνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα την εκπλήρωση κάποιας αγαπητής μας επιθυμίας. Σήμερα, για άλλη μια φορά βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα νέο έτος.Τι επιθυμούμε για τους ίδιους, για τους άλλους, για τον καθένα; Ποιο είναι το τέλος όλων μας των ελπίδων; Η απάντηση είναι μονίμως η ίδια αιώνια λέξη: ευτυχία. Ευτυχές το Νέο Έτος! Ευτυχία για το Νέο Έτος! Η ιδιαίτερη ευτυχία που επιθυμούμε είναι φυσικά διαφορετική και προσωπική για τον καθένα, αλλά όλοι μας μετέχουμε στην κοινή πίστη πως αυτό το έτος η ευτυχία θα μάς πλησιάσει, πως μπορούμε να ελπίσουμε σ’ αυτή με προσδοκία. Πότε όμως είναι κάποιος αληθινά ευτυχισμένος; Μετά από αιώνες εμπειρίας και γνώσης σχετικά με τον άνθρωπο, δεν μπορούμε πλέον να εξισώσουμε την ευτυχία με οποιοδήποτε εξωτερικό γνώρισμα, π.χ. χρήματα, υγεία, επιτυχία κλπ. Γνωρίζουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτή τη μυστηριώδη και πάντοτε φευγαλέα έννοια της ευτυχίας. Είναι σαφές πως η φυσική άνεση φέρνει ευτυχία, αλλά και άγχος. Η επιτυχία φέρνει ευτυχία, αλλά και φόβο. Είναι εκπληκτικό πως όσο περισσότερη εξωτερική ευτυχία διαθέτουμε, τόσο περισσότερο εύθραυστη γίνεται και πιο ατίθασος ο φόβος πως θα τη χάσουμε και θα μείνουμε με άδεια χέρια. Πιθανώς αυτός είναι και ο λόγος που ευχόμαστε ο ένας στον άλλο «μια νέα ευτυχία» για το Νέο Έτος. Η «παλιά» ευτυχία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, κάτι πάντοτε έλειπε. Τώρα όμως ατενίζουμε ξανά μπροστά μας με μια ευχή, ένα όνειρο, μια ελπίδα...
Χριστέ και Παναγία! Το ευαγγέλιο πριν από πάρα πολύ καιρό είχε καταγράψει την ιστορία ενός ανθρώπου που πλούτισε, έκτισε καινούριες αποθήκες για να αποθηκεύσει τα αγαθά του, και αποφάσισε πως πλέον είχε όλα τα αναγκαία που εγγυώντο την ευτυχία του! Είχε άνεση και μέσα. Εκείνη όμως τη νύχτα άκουσε: «άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. 12, 20). Η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι τίποτε δεν μπορεί να κρατηθεί, πως μπροστά μας βρίσκεται ο αναπόφευκτος θάνατος και η φθορά, είναι το δηλητήριο που δηλητηριάζει τη μικρή και περιορισμένη ευτυχία που διαθέτουμε. Αυτός είναι σίγουρα και ο λόγος για τη συνήθεια που έχουμε να κάνουμε τέτοιο σαματά και θόρυβο, φωνάζοντας και γελώντας, καθώς το ρολόι κτυπάει δώδεκα την παραμονή του Νέου Έτους. Φοβούμαστε να μείνουμε μόνοι και σιωπηλοί, καθώς το ρολόι κτυπάει σαν την ανελέητη φωνή της μοίρας: πρώτο κτύπημα, δεύτερο, τρίτο και συνεχίζει, τόσο αδυσώπητα, ομοιόμορφα, τόσο τρομακτικά μέχρι τέλους. Τίποτε δεν μπορεί να το αλλάξει, τίποτε να το σταματήσει.
Έτσι έχουμε δύο πολύ βαθείς και ακατάλυτους άξονες της ανθρώπινης συνείδησης: φόβος και ευτυχία, εφιάλτης και όνειρο. Η καινούρια ευτυχία που ονειρευόμαστε την παραμονή του Νέου Έτους θα μπορέσει τελικά να ηρεμήσει, να σκορπίσει και να κατανικήσει το φόβο; Ονειρευόμαστε μια ευτυχία στην οποία να μην παραμονεύει ο φόβος βαθιά μέσα της, ένας φόβος από τον οποίο προσπαθούμε πάντοτε να προφυλαχθούμε, πίνοντας, ή με το να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι, περιβαλλόμενοι από θόρυβο. Η σιγή όμως αυτού του φόβου είναι ισχυρότερη από κάθε άλλο θόρυβο. «Άφρων»! Μάλιστα, το αθάνατο όνειρο της ευτυχίας είναι εκ φύσεως ανόητο σ’ έναν κόσμο μολυσμένο από φόβο και το θάνατο. Ακόμη και στις ανώτερες στιγμές του ανθρώπινου πολιτισμού, οι άνθρωποι το γνωρίζουν καλά. Μπορούμε να νιώσουμε τη θλίψη και τη θλιβερή αλήθεια πίσω από τα λόγια του μεγάλου ποιητή Αλέξανδρου Πούσκιν, που τόσο πολύ αγαπούσε τη ζωή, όταν έγραφε: «Δεν υπάρχει ευτυχία στον κόσμο». Όντως, μια βαθιά θλίψη διαπερνά κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαμηλά, στον πάτο του ανθρώπινου πολιτισμού, τα πλήθη ξετρελαίνονται με το θόρυβο και τις φωνές, ως εάν ο θόρυβος και τα θορυβώδη πάρτυ θα μπορούσαν να φέρουν την ευτυχία.
«Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων, και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιωάν. 1,4-5). Αυτό που υπονοεί αυτή η φράση είναι πως το φως δεν μπορεί να καταποθεί από τον φόβο και το άγχος, δεν μπορεί να σκορπισθεί από τη λύπη και την απελπισία. Να μπορούσαν οι άνθρωποι, σ’ αυτή, σ’ αυτή τη μάταιη δίψα για στιγμιαία ευτυχία, να έβρισκαν μέσα τους τη δύναμη να σταματήσουν, να σκεφτούν, να ατενίσουν τα βάθη της ζωής! Να μπορούσαν να ακούσουν τα λόγια, τη φωνή που τους καλεί αιώνια μέσα σ’ αυτά τα βάθη. Ας γνώριζαν μόνο τι είναι αληθινή ευτυχία. «Την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών» (Ιωάν. 16, 22). Δεν είναι αυτό που ονειρευόμαστε όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυκτα; Τη χαρά που κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει. Πόσο σπάνια όμως φτάνουμε σε τέτοια βάθη! Πόσο τα φοβόμαστε για κάποιο λόγο και τα παραμερίζουμε: «Όχι σήμερα, αλλά αύριο, ή μεθαύριο, θα στρέψω την προσοχή στα ουσιώδη και αιώνια, μόνο, όχι σήμερα. υπάρχει καιρός».
Ο καιρός όμως στην πραγματικότητα είναι τόσο λίγος. Μόνο στιγμές περνούν πριν το βέλος του χρόνου σφυρίξει πετώντας προς το μοιραίο στόχο. Γιατί καθυστερούμε; Επειδή ακριβώς εδώ, ανάμεσά μας, δίπλα μας, στέκεται Κάποιος: «ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3, 20). Αν μόνο παραμερίζαμε το φόβο μας και Τον κοιτάζαμε, θα βλέπαμε ένα τέτοιο μια τέτοια χαρά, και μια τέτοια περίσσεια ζωής, που σίγουρα θα καταλαβαίναμε το νόημα αυτής της φευγαλέας και μυστηριώδους λέξης «ευτυχία».

Από το βιβλίο: Εορτολόγιο Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος,

Αλέξανδρος Σμέμαν Εκδόσεις Ακρίτας .

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014



Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου.

Ετούτα τα Χριστούγεννα ας σιωπήσουμε. Κάθε φορά που μιλάμε εξοργίζουμε το θέλημα του Θεού προβάλλοντας την δική μας βιτρίνα σαν ελπίδα σωτηρίας. Ας σιωπήσουμε γιατί η σιωπή της καρδιάς κρατά ζωντανό τον παλμό της Αλήθειας και, η Αλήθεια είναι ο Χριστός. Χρέος μας να ξεφύγουμε απο τα σύγχρονα ανάκτορα του Ηρώδη. Να βαδίσουμε προς τη Βηθλεέμ έστω κι άς είμαστε άγουροι πνευματικά και ανασφαλείς εκκλησιολογικά. Περίεργοι στα συναισθήματα και αλλόκοτοι στη σκέψη του πρέπει απο το θέλω. Να γλυτώσουμε απο τα ποικιλόμορφα θηρία της Δύσης και της Ανατολικής έκφρασης που στοχεύει στην περιπέτεια και στο όνειρο της κοσμικής δόξας. Ο Αχώρητος θα χωρέσει αρκεί να ανοίξουμε τη καρδιά μας και, ο Άχρονος να στερεωθεί τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής του καθενός. Η Αλήθεια του δρόμου πλησιάζει και μας οδηγεί στο Αστέρι της πνευματικής κατάληξης. 
Χρόνια αγιασμένα απο την παρουσία Του. 

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Δεκεμβρίου 2014.
Ευαγγελιστής Ματθαίος κεφάλαιο Α΄ Στίχοι: 1-25

Κείμενο:


Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού, υιού Δαυΐδ υιού Αβραάμ. Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού, Ιούδας δε εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά εκ της Θάμαρ, Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ, Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασών, Ναασών δε εγέννησε τον Σαλμών, Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ εκ της Ραχάβ, Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ εκ της Ρούθ, Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί, Ιεσσαί δε εγέννησε τον Δαυΐδ τον βασιλέα. Δαυΐδ δε ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα εκ της του Ουρίου, Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, Ροβαάμ δε εγέννησε τον Αβιά, Αβιά δε εγέννησε τον Ασά, Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν, Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Άχαζ, Άχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν, Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν, Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού επί της μετοικεσίας Βαβυλώνος. Μετά δε την μετοικεσίαν Βαβυλώνος Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, Σαλαθιήλ δε εγέννησε τον Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ, Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ, Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας, εξ ης εγεννήθη Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός. Πάσαι ουν αι γενεαί από Αβραάμ έως Δαυΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, και από Δαυίδ έως της μετοικεσίας Βαβυλώνος γενεαί δεκατέσσαρες, και από της μετοικεσίας Βαβυλώνος έως του Χριστού γενεαί δεκατέσσαρες. Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν η συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου. Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν. Ταύτα δε αυτού ενθυμηθέντος ιδού άγγελος Κυρίου κατ΄ όναρ εφάνη αυτώ λέγων· Ιωσήφ υιός Δαυΐδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου· το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου· τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος· ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενον μεθ΄ ημών ο Θεός. Διεγερθείς δε ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού, και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν.


Μετάφραση:


Γενεαλογικός κατάλογος του Ιησού Χριστού απογόνου του Δαβίδ, ο οποίος ήταν απόγονος του Αβραάμ. Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ, ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδα και τους αδερφούς του. Ο Ιούδας εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά με τη Θάμαρ. Ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ και ο Εσρώμ τον Αράμ. Ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ τον Ναασών και ο Ναασών τον Σαλμών. Ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ με τη Ραχάβ, ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ με τη Ρουθ· ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί κι ο Ιεσσαί γέννησε τον Δαβίδ το βασιλιά. Ο βασιλιάς Δαβίδ εγέννησε τον Σολομώντα με τη γυναίκα του Ουρία· ο Σολομών εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ τον Αβιά, ο Αβιά τον Ασά· ο Ασά εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ τον Ιωράμ, ο Ιωράμ τον Οζία· ο Οζίας εγέννησε τον Ιωάθαν, ο Ιωάθαμ τον Άχαζ, ο Άχαζ τον Εζεκία· ο Εζεκίας εγέννησε τον Μανασσή, ο Μανασσής τον Αμών, ο Αμών τον Ιωσία· ο Ιωσίας εγέννησε τον Ιεχονία και τους αδερφούς του την εποχή της αιχμαλωσίας στη Βαβυλώνα. Μετά την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα, ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ και ο Σαλαθιήλ το Ζοροβάβελ· ο Ζοροβάβελ εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ τον Ελιακίμ, ο Ελιακίμ τον Αζώρ· ο Αζώρ εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ τον Αχίμ και ο Αχίμ τον Ελιούδ· ο Ελιούδ εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ τον Ματθάν, ο Ματθάν τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας. Από τη Μαρία γεννήθηκε ο Ιησούς, ο λεγόμενος Χριστός. Από τον Αβραάμ ως τον Δαβίδ μεσολαβούν δεκατέσσερις γενιές· το ίδιο κι από τον Δαβίδ ως την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα, καθώς κι από την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα ως το Χριστό. Η γέννηση του Ιησού Χριστού έγινε ως εξής: Η μητέρα του, η Μαρία, αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ. Προτού όμως συνευρεθούν, έμεινε έγκυος με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Ο μνηστήρας της ο Ιωσήφ, επειδή ήταν ευσεβής και δεν ήθελε να τη διαπομπεύσει, αποφάσισε να διαλύσει τον αρραβώνα, χωρίς την επίσημη διαδικασία. Όταν όμως κατέληξε σ΄ αυτή τη σκέψη, του εμφανίστηκε στον ύπνο του ένας άγγελος σταλμένος από το Θεό και του είπε: «Ιωσήφ, απόγονε του Δαβίδ, μη διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, τη γυναίκα σου, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει γιο, και θα του δώσεις το όνομα Ιησούς, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους». Με όλα αυτά που έγιναν, εκπληρώθηκε ο λόγος του Κυρίου, που είχε πει ο προφήτης: Να, η παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει γιο, και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ, που σημαίνει, ο Θεός είναι μαζί μας. Όταν ξύπνησε ο Ιωσήφ, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Κυρίου και πήρε στο σπίτι του τη Μαρία τη γυναίκα του. Και δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της· ωσότου γέννησε το γιό της τον πρωτότοκο και του έδωσε το όνομα Ιησούς.


Σχόλια:

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

«Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν»

ΙΗΣΟΥΣ! ΤΟ ΓΛΥΚΥΤΕΟ, το πιο όμορφο, το πιο αγαπημένο όνομα! Μέσα στο διάβα των αιώνων ηλέκτρισε, χαροποίησε, παρηγόρησε αναρίθμητες ανθρώπινες καρδιές.
Ιησούς! Το αγιώτερο πρόσωπο της ιστορίας. Η πιο μεγάλη και πιο ιερή μορφή όλων των αιώνων και όλων των εποχών. Η παρουσία Του πάνω στο πρόσωπο της γης στάθηκε το μεγαλύτερο ορόσημο. Η ώρα της γεννήσεως Του διαίρεσε στα δυο την ανθρώπινη ιστορία.
Ιησούς! Ο Χριστός. Ο Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου. Ο Λυτρωτής του γένους των ανθρώπων.
Τη γέννηση του Ιησού ετοιμάζεται να εορτάσει για μια ακόμη φορά η Εκκλησία Του, ο χριστιανικός κόσμος. Σ’ αυτό το μεγάλο γεγονός αναφέρεται στη σημερινή περικοπή ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Μας ιστορεί το γενεαλογικό δένδρο του Ιησού και εκθέτει τα γεγονότα που προηγήθηκαν τηε γεννήσεως Του.
Άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον μνήστορα Ιωσήφ. Διαλύει τις ανθρώπινες αμφιβολίες που τον βασάνιζαν. Εξηγεί το υπερφυές γεγονός της συλλήψεως ως έργο του Αγίου Πνεύματος. «Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστιν Αγίου». Και, τέλος, αναγγέλλει το όνομα που έπρεπε να δοθεί στο θείο βρέφος: «Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν». Δηλαδή, θα γεννήσει γιο και συ, που σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο αναγνωρίζεται προστάτης και πατέρας Του, θα τον ονομάσεις Ιησού.

Ιησούς
το όνομα του απεσταλμένου Λυτρωτή

ΙΗΣΟΥΣ, ΛΟΙΠΟΝ, το όνομα του θείου βρέφους. Με το όνομα τούτο περνά μέσα στην ιστορία ο Κύριος, ο Υιός και Λόγος του Θεού. Είναι όνομα θεοδώρητο. Δεντο προσέφεραν άνθρωπο αλλά ο ίδιος ο Θεός. Είναι όνομα άγιο και ιερό. Το αγιώτερο και το γλυκύτερο όλων των ονομάτων. Ο απόστολος Παύλος μας λέει ότι «ο Θεός εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ πάν όνομα» (Φιλ. 2, 9). Είναι όνομα προσκυνητό και λατρευτό. «Εν τω ονόματι Ιησού πάν γόνυ κα΄μψει επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων» (Φιλ.2, 10).
Το όνομα του Ιησού έγινε η χαρά των πονεμένων. Το στήριγμα των αδυνάτων. Το καταφύγιο των αδικημένων. Το φως όλων εκείνων που πορεύονται στα δύσβατα μονοπάτια της ζωής. Το όνομα του Ιησού έγινε η ειρήνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Η αγάπη και η ευδοκία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Στο όνομα του Ιησού τα πλάσματα της γης και οι αιώνες απέθεσαν τις ελπίδες τους. Για τον Ιησού προφήτευσε ο Ησαΐας: «Τω ονόματι αυτού έθνη ελπιούσι» (Ησ. 42, 4).

Το όνομα του Ιησού
σημαίνει την αποστολή Του

ΤΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ άραγε Ιησούς, όνομα και λέξη εβραϊκή Ιησούς σημαίνει σωτήρ. Το όνομα του Κυρίου εκφράζει το έργο που ήρθε στον κόσμο να επιτελέσει, το σκοπό της θείας ενανθρωπήσεως. Ο άγγελος του Θεού αναγγέλλοντας στον μνήστορα Ιωσήφ το όνομα του Ιησού, που όφειλε να δώσει στο θείο βρέφος, έδινε παράλληλα και την εξήγηση αυτής της ονοματοδοσίας: «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (στιχ. 21).
Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μας, ο Λυτρωτής του κόσμου. Υπήρξε η προσδοκία των εθνών. Η γλυκιά απαντοχή των ανθρώπων. Η ελπίδα του περιουσίου λαού. Το όραμα των πατριαρχών. Το κήρυγμα των προφητών. Ο αναμενόμενος Μεσσίας. Ήρθε για να μας λυτρώσει. Να μας απαλλάξει από την κυριαρχία του διαβόλου. Να μας ελευθερώσει από τα δεσμά της αμαρτίας. Να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ουρανού κα γης. Να μας ξαναδώσει τη χαμένη δυνατότητα κοινωνίας με τον Θεό. Να θεραπεύσει την άρρωστη φύση μας και έτσι να μπορέσουμε να ζήσουμε μια καινούργια ζωή, τη δική Του ζωή. Την αλήθεια αυτή ακούμε να διακηρύσσει ο απόστολος Πέτρος ενώπιον του Ιουδαϊκού Συνεδρίου: «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστον έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ώ δει σωθήναι ημάς» (Πραξ. 4, 12).
Ο Ιησούς είναι ο αιώνιος Λυτρωτής. Σωτήρας όλων των ανθρώπων, όλων των αιώνων, όλων των εποχών. Ήρθε στον κόσμο από ανέκφραστη αγάπη. Και ενανθρώπησε για χάρη όλων των ανθρώπων. «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως μας. Εκείνος μας χάρισε «παράκλησιν αιωνίαν» (Β’ Θεσ. 2, 16). Προσκάλεσε κάθε λανθρωπο «εις την αιώνιον αυτού δόξαν» (Β’ Τιμ. 2, 10). Και καθώς διακηρύττει ο απόστολος Παύλος, «εγένετο αίτιος σωτηρίας αιωνίου» (Εβρ, 5, 9).
Τα αποχριστιανισμένα Χριστούγεννα

ΓΙ’ ΑΥΤΟ, αν θέλουμε να γιορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, να κατανοήσουμε τη σημασία του μεγάλου γεγονότος, να νιώσουμε το μήνυμα που κρύβει η εορτή, οφείλουμε να αναζητήσουμε τον Ιησού. Ο Κϋριος και η Εκκλησία Του να γίνουν το κέντρο και ο άξονας του εορτασμού.
Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού στα χείλη μας. Το όνομα, το υπέρ πάν όνομα του αγαπημένου Κυρίου μας, στα χείλη όλων των χριστιανών. Να το δοξάζουμε. Να το υμνούμε, να το ομολογούμε με τόλμη και θάρρος, με πίστη και λαχτάρα. Γράφει ο απόστολος Παύλος προς τους χριστιανούς της Ρώμης: «Εάν ομολογήσης εν τω στόματι σου Κύριον Ιησούν και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών σωθήση» (Ρωμ. 10, 9). Καιο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναρωτιέται: «Τι ούν μακαριώτερον; Τι ευδαιμονέστερον; Ή τι γλυκύτερον άλλο είναι ή το να μελετά τις πάντοτε το ένδοξον, το τερπνόν και πολυπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού… Ποία δε έννοια και ενθύμησις είναι χαριεστέρα από της εννοίας και ενθυμήσεως του σωτηρίου και θεοπρεπούς και φοβερού ονόματος του Ιησού Χριστού και Υιού του Θεού;». Ο ίδιος ο Κύριος μας έχει διαβεβαιώσει: «Ό,τι αν αιτήσετε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω» (Ιω. 14, 13). Σε όλους εμάς που ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα ο προφήτης Ησαΐας παραγγέλλει: «Βοάτε το όνομα αυτού. Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα αυτού. Μιμνήσκεσθε, ότι υψώθη το όνομα αυτού. Υμνήσατε το όνομα Κυρίου» (Ησ. 12, 4-5).
Το γλυκύτατο πρόσωπο του Ιησού στην καρδιά μας. Ο μεγάλος ένοικος. Ο υψηλός επισκέπτης. Η πρώτη μας αγάπη. Ο κορυφαίος μας πόθος. Ο αληθινός έρωτας μας. Ό,τι πιο ιερό, ο Ιησούς να ενοικήσει στην καρδιά μας. Ό,τι πιο μεγάλο, η καρδιά μας να φλέγεται από την αγάπη Του. Ο Παύλος, μια καρδιά που αγάπησε βαθιά τον Ιησού, έγραψε γι’ αυτήν την αγάπη: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. 8, 35).
Ο Ιησούς, τέλος, στη ζωή μας. Στην οικογένεια μας. Στην εργασία μας. Στο γραφείο μας. Στην ψυχαγωγία μας. Παντού και πάντοτε. Οδηγός και κυβερνήτης. Ο Ιησούς είναι ο ελευθερωτής. Ας τον καλέσουμε να μας λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας, να μας ελευθερώσει από τα πάθη μας. Είναι το φως. Ας τον ικετεύσουμε να έρθει για να φωτίσει τα σκοτάδια μας. Είναι η αλήθεια. Ας τον γνωρίσουμε. Είναι η χαρά. Ας τον παρακαλέσουμε να διώξεο τον πόνο και τις θλίψεις μας. Είναι η δικαιοσύνη. Ας του ζητήσουμε να εμπνεύσει τη σκέψη μας, να κατευθύνει τις πράξεις μας, να κυβερνήσει τον άδικο κόσμο μας. Είναι η ειρήνη. Ας προσευχηθούμε εκείνος να ειρηνεύσει τις καρδιές μας και τον ταραγμένο πλανήτη μας. Είναι η αγάπη. Ας τον προσκαλέσουμε να διώξει τα μίση και τις κακίες και να μαλακώσει με το βάλσαμο της αγάπης τις καρδιές μας.

* * *
Αδελφοί μου,
Είθε τα εφετινά Χριστούγεννα να τα γιορτάσουμε μαζί και κοντά στον Ιησού.
Τα χείλη μας ας υμνήσουν το γλυκύτατο όνομα Του.
Η καρδιά μας ας ετοιμαστεί να τον υποδεχθεί. Επισκέπτη και ένοικο. Λυτρωτή και Σωτήρα.
Και στην πορεία της ζωής μας Εκείνος ας είναι ο οδηγός και ο κυβερνήτης.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014


Όσιος Παίσιος Βελιτσκόφσκυ – ῾Η ᾿Αδιάλειπτος Προσευχὴ καὶ ἡ Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ

Όσιος Παίσιος Βελιτσκόφσκυ – ῾Η ᾿Αδιάλειπτος Προσευχὴ καὶ ἡ Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ
Κεφάλαια κδ΄
«᾿Εθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου, καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου ἐκκαυθήσεται πῦρ» (Ψαλμ. λη 4).
α. Νὰ εἶσαι σταθερὰ προσηλωμένος στὸν Θεό, διότι ᾿Εκεῖνος θὰ σὲ καθοδηγήση στὸ κάθε τι καὶ θὰ σοῦ ἀποκαλύψη, διὰ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια μυστήρια.
β. ῾Ο νοῦς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ ἀπόλυτα προσηλωμένος στὸν Θεό, ἂν δὲν ἀποκτήσουμε τὶς ἑξῆς τρεῖς ἀρετές : τὴν ἀγάπη σὲ Αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
γ. ῾Η ἀγάπη ἐξορίζει τὴν ὀργή, ἡ ἐγκράτεια ἐξασθενίζει τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἀδιάλειπτος προσευχὴ διώκει ἀπὸ τὸν νοῦ τοὺς λογισμούς, φυγαδεύουσα ταυτόχρονα τὴν ἐχθρότητα καὶ τὴν ἔπαρσι.
δ. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἐργασία κοινὴ τῶν ᾿Αγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων· μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουν σύντομα τὴν ζωὴ τῶν ᾿Αγγέλων.
ε. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν καλῶν ἔργων καὶ ἀρετῶν καὶ ἐξορίζει μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὰ σκοτεινὰ πάθη· ἀπόκτησε αὐτήν, καὶ πρὶν νὰ ἀποθάνης θὰ ἀποκτήσης ψυχὴ ἀγγελική.
ς. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι θεϊκὴ ἀγαλλίασις. Εἶναι πολύτιμη σὰν ξίφος. Κανένα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο δὲν δύναται νὰ ἀναχαιτίση τόσο ἀποτελεσματικὰ τοὺς δαίμονας· κατακαίει αὐτούς, ὅπως ἡ φωτιὰ τὰ βάτα.
ζ. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀναφλέγει ὁλόκληρο τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ τοῦ φέρνει ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη· ἔτσι, ἀπὸ τὴν [πνευματικὴ] ἡδονὴ καὶ τὴν γλυκύτητα, ὁ ἄνθρωπος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ζωὴ αὐτὴ καὶ θεωρεῖ κάθε τι γήϊνο σὰν χῶμα καὶ στάκτη.
η. ῞Οποιος μὲ πόθο καὶ χωρὶς διακοπή, σὰν τὴν ἀνάσα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ στήθη του, ἐπαναλαμβάνει τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, τὸ «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!», σύντομα θὰ γίνη κατοικητήριο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ῾Οποία «μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσει» (πρβλ. ᾿Ιω. ιδ 23).
θ. Τότε ἡ Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ θὰ καταβροχθίζη τὴν καρδιὰ καὶ ἡ καρδιὰ τὴν Εὐχή· τότε ὁ ἄνθρωπος, ἀσκώντας νύκτα καὶ ἡμέρα τὴν εὐλογημένη αὐτὴν ἐργασία, θὰ λυτρωθῆ ἀπὸ ὅλες τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ.
ι. Εἴτε στέκεσαι εἴτε κάθεσαι εἴτε τρῶς εἴτε ταξιδεύεις εἴτε κάνεις ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἐπαναλάμβανε ἐπίμονα τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἀσκώντας ἰσχυρὴ βία στὸν ἑαυτό σου, διότι αὐτὴ πλήττει τοὺς ἀοράτους ἐχθροὺς σὰν ἕνας πολεμιστὴς μὲ φονικὴ λόγχη.
ια. Χάραξε τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ στὸν νοῦ σου καὶ λέγε αὐτὴν μυστικά, χωρὶς δισταγμὸ ἢ συστολή, ἀκόμη καὶ στοὺς χώρους τῆς σωματικῆς ἀνάγκης!
ιβ. ῞Οταν ἡ γλῶσσα καὶ τὰ χείλη σου κουραστοῦν, προσευχήσου μόνο μὲ τὸν νοῦ· ὅταν πάλι ὁ νοῦς κουραστῆ ἀπὸ τὴν ἐπίμονη αὐτοσυγκέντρωσι καὶ ἡ καρδιὰ πονέση, τότε κάνε μία διακοπὴ καὶ πιάσε τὴν ψαλμωδία.
ιγ. ᾿Απὸ τὴν προσευχή, ποὺ ἀσκεῖται γιὰ πολὺ καιρὸ μὲ τὴν γλῶσσα, γεννιέται ἡ προσευχὴ τοῦ νοῦ, ἡ νοερὰ προσευχή· καὶ ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ νοῦ γεννιέται ἡ προσευχὴ τῆς καρδιᾶς, ἡ καρδιακὴ προσευχή.
ιδ. Νὰ μὴ λέγης τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ δυνατὰ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦς· καὶ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς νὰ μὴ στρέφης τὴν σκέψι σου ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, σὲ κοσμικὰ καὶ μάταια πράγματα, ἀλλὰ νὰ μένης, πολεμώντας τὴν ραθυμία, στὴν μνήμη τῆς Εὐχῆς καὶ μόνο.
ιε. ῾Η προσευχὴ δὲν εἶναι παρὰ ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στὸν ὁρατὸ καὶ τὸν ἀόρατο κόσμο, γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφοσιώνουμε τὸν νοῦ μας σὲ αὐτήν. ῞Οπου στέκεται τὸ σῶμα, ἐκεῖ πρέπει νὰ εὑρίσκεται μαζί του καὶ ὁ νοῦς, μὴν ἔχοντας κανένα λογισμὸ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Εὐχῆς.
ις. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες λέγουν, ὅτι ἂν κανεὶς προσεύχεται μὲ τὰ χείλη, ὁ νοῦς του ὅμως εἶναι ἀπρόσεκτος, κοπιάζει μάταια, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς προσέχει τὸν νοῦ καὶ ὄχι τὰ πολλὰ λόγια· ἡ νοερὰ προσευχὴ δὲν ἀνέχεται νὰ ἔχη ὁ νοῦς καμμία φαντασία ἢ ἀκάθαρτη σκέψι.
ιζ. ῍Αν δὲν ἐθισθῆ κανεὶς στὴν νοερὰ Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, δὲν θὰ δυνηθῆ νὰ ἀποκτήση τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
ιη. ῍Αν ἡ Εὐχὴ τοῦ γίνη συνήθεια καὶ περάση μέσα στὴν καρδιά του, θὰ ξεχύνεται ἀπὸ αὐτὴν ὅπως ἀναβλύζει τὸ νερὸ ἀπὸ μία πηγή.
ιθ. ῞Ο,τι καὶ ἂν κάνη τότε ὁ ἄνθρωπος, ὅλες τὶς ὧρες καὶ σὲ ὅλους τοὺς τόπους, εἴτε εἶναι ξύπνιος εἴτε κοιμᾶται, θὰ κινῆται αὐθόρμητα στὴν ἐπανάληψι τῆς Εὐχῆς· ναί, ἀκόμη καὶ ὅταν νυστάζη ἢ τὸν παίρνη ὁ ὕπνος, ἀκόμη καὶ τότε ἡ Εὐχὴ θὰ τὸν ξυπνάη, ἀναβλύζουσα ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὴν καρδιά του.
κ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ προσευχὴ αὐτὴ εἶναι τόσο μεγάλη, ὅταν δὲν ἐγκαταλείπεται ποτέ, διότι ἂν καὶ τὰ χείλη κουράζωνται καὶ τὸ σῶμα ναρκώνεται, τὸ πνεῦμα ὅμως δὲν κοιμᾶται ποτέ.
κα. ῞Οταν ἐκτελῆ κανεὶς μὲ προσήλωσι κάποια ἀναγκαία ἐργασία ἢ ὅταν λογισμοὶ εἰσορμοῦν στὸν νοῦ του ἢ ὅταν ὁ ὕπνος τὸν καταβάλλη, τότε πρέπει νὰ προσεύχεται ζωηρὰ μὲ τὰ χείλη καὶ τὴν γλῶσσα, ὥστε ὁ νοῦς του νὰ ἀκούη τὴν φωνή· ὅταν πάλι ὁ νοῦς εἶναι εἰρηνικὸς καὶ ἤρεμος ἀπὸ λογισμούς, τότε ὁ ἄνθρωπος ἂς προσεύχεται μόνο νοερά.
κβ. Αὐτὸς ὁ δρόμος τῆς προσευχῆς ὁδηγεῖ συντομώτερα στὴν σωτηρία, ἀπ᾿ ὅ,τι ὁ ἄλλος μὲ τοὺς ψαλμούς, τοὺς ἀσματικοὺς κανόνες καὶ τὶς συνήθεις προσευχές, ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἐγγράμματοι.
κγ. ῞Οσον διαφέρει ὁ ὥριμος ἄνθρωπος ἀπὸ ἕνα παιδί, ἄλλο τόσο καὶ ἡ νοερὰ ἀδιάλειπτος προσευχὴ ἀπὸ μίαν ἄλλη, ποὺ ἔχει συνταχθῆ τεχνητά.
κδ. ῾Η προσευχὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς εἶναι γιὰ τοὺς προχωρημένους. ῾Η ψαλμωδία, δηλαδὴ ἡ συνήθης ἐκκλησιαστικὴ μελωδία, εἶναι γιὰ τοὺς μεσαίους. ῾Η ὑπακοὴ καὶ ὁ κόπος εἶναι γιὰ τοὺς ἀρχαρίους.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014







Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Δεκεμβρίου 2014.
Ευαγγελιστής Λουκάς ιδ΄16-24
.

Κείμενο:ο δε είπεν αυτώ· ανθρωπός τις εποίησε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς· και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου ειπείν τοις κεκλημένοις· έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμα εστί πάντα και ήρξαντο από μιας παραιτείσθαι πάντες. ο πρώτος είπεν αυτώ· αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν· ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. και έτερος είπε· ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε, και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά· ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. και έτερος είπε· γυναίκα έγημα, και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν. και παραγενόμενος ο δούλος εκείνος απήγγειλε τω κυρίω αυτού ταύτα. τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης είπε τω δούλω αυτού· έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε. και είπεν ο δούλος· κύριε, γέγονεν ως επέταξας, και έτι τόπος εστί. και είπεν ο κύριος προς τον δούλον· έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμισθή ο οίκος μου. λέγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου.


Μετάφραση:
Κι ο Ιησούς του είπε: «Κάποιος άνθρωπος ετοίμασε ένα μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς. Όταν ήρθε η ώρα του δείπνου, έστειλε το δούλο του να πει στους καλεσμένους: ελάτε, όλα είναι πια έτοιμα. Τότε άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να βρίσκουν δικαιολογίες: Ο πρώτος του είπε: έχω αγοράσει ένα χωράφι και πρέπει να πάω να το δω· σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένον. Άλλος του είπε: έχω αγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια και πάω να τα δοκιμάσω· σε παρακαλώ, δικαιολόγησέ με. Κι ένας άλλος του είπε: είμαι νιόπαντρος και γι΄ αυτό δεν μπορώ να έρθω. Γύρισε ο δούλος εκείνος και τα είπε αυτά στον κύριό του. Τότε ο οικοδεσπότης οργισμένος είπε στο δούλο του: πήγαινε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης και φέρε μέσα τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους κουτσούς και τους τυφλούς. Όταν γύρισε ο δούλος του είπε: κύριε, αυτό που πρόσταξες έγινε και υπάρχει ακόμη χώρος. Είπε πάλι ο κύριος στο δούλο: πήγαινε έξω από την πόλη στους δρόμους και στα μονοπάτια κι ανάγκασέ τους να έρθουν, για να γεμίσει το σπίτι μου· γιατί σας βεβαιώνω πως κανένας από κείνους που κάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου».

Σχόλια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεών Κούτσα. 
ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

«Άνθρωπος τις εποίησε δείπνον μέγα».

ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΗ μέσα στη ζωή μας η πρόσκληση, το προσκλητήριο. Οι άνθρωποι αισθανόμαστε την ανάγκη σε κορυφαία γεγονότα της ζωής μας ή ακόμη σε τακτές ημέρες που ορίζουμε, να καλέσουμε και άλλους ανθρώπους. Για να συμμετάσχουν σ’ αυτά. Να συμμεριστούν τη χαρά μας κι εμείς τη ζεστασιά της παρουσίας τους. Να παρακαθίσουν στο τραπέζι μας και με τον τρόπο αυτό να βρεθούμε ο ένας πλησιέστερα στον άλλον. Η λήψη μιας τέτοιας πρόσκλησης συνήθως μας γεμίζει χαρά. Όσο μάλιστα πιο σημαντικό είναι το πρόσωπο που μας καλεί, μια προσωπικότητα εξέχουσα, τόσο μεγαλύτερη τιμή και χαρά αισθανόμαστε. Και τότε σπεύδουμε ν’ ανταποκριθούμε στην πρόσκληση. Να παραστούμε εκεί όπου μας καλούν και να συμπεριφερθούμε σύμφωνα με όλους τους τύπους που υπαγορεύει η καλή συμπεριφορά και απαιτεί η επισημότητα της στιγμής.
Σ’ ένα επίσημο και μεγάλο δείπνο και μια βαθιά τιμητική πρόσκληση αναφέρεται και η ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα. Δείπνο όχι ανθρώπινο αλλά ουράνιο και θείο. Και πρόσκληση που δεν διατυπώνει και δεν αποστέλλει άνθρωπος αλλά ο ίδιος ο Θεός.
Ποιο ακριβώς είναι το μέγα δείπνο;
ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ του Θεού. Σ’ αυτήν καλεί ο Θεός όλους τους ανθρώπους δια του Μονογενούς Υιού Του. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ήρθε κοντά μας, ενανθρώπησε, για να συναγάγει «εις έν» τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού (Ιω. 11, 52). Εκείνος μας έσωσε, γράφει ο απόστολος Παύλος, και μας καλεί με μια «άγια κλήση» (Β’ Τιμ. 1, 9) «εις την εαυτού βασιλείαν και δόξαν» (Α’ Θεσσ. 2, 19). Εκείνος μας υποσχέθηκε το δικαίωμα να τρώμε και να πίνουμε στο τραπέζι Του στη βασιλεία Του (Λουκ. 22, 29). «Δείπνον ούν εικότως», ορίζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «η εν Χριστώ κλήσις ωνόμασται».
Η είσοδος μας στη βασιλεία του Θεού προϋποθέτει την ένταξη μας στο σώμα της Εκκλησίας, που είναι η οικογένεια των λυτρωμένων, η ίδια η βασιλεία του Θεού παρούσα μέσα στον κόσμο. Η πίστη στον Ιησού Χριστό και το Βάπτισμα που λαμβάνουμε μας εντάσσει στο σώμα της Εκκλησίας και μας δίνει το δικαίωμα εισόδου και στην ουράνια βασιλεία, το δικαίωμα συμμετοχής «εις το δείπνον του γάμου του αρνίου», καθώς γράφει η Αποκάλυψη (19, 9).
Ως μέλη της Εκκλησίας μπορούμε να συμμετέχουμε στο τραπέζι της θείας Ευχαριστίας. Να κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Χριστού. Να λαμβάνουμε μέσα μας «τον ζώντα άρτον, τον καταβάντα εκ του ουρανού» (Ιω. 6, 51). Η θεία Ευχαριστία αποτελεί το «Κυριακόν δείπνον» (Α’ Κορ. 11, 20). Και εικονίζει επί της γης «το μέγα δείπνον», στο οποίο θα παρακαθίσουμε κατά την ανέσπερη ημέρα της βασιλείας του Κυρίου. Κοινωνώντας, λοιπόν, το σώμα και το άιμα του Χριστού, συμμετέχουμε ήση από την παρούσα ζωή στο «μέγα δείπνον», προγευόμαστε τα «μέλλοντα αγαθά» της ουράνιας Βασιλείας (Εβρ. 9, 11).
Γιατί άραγε ο Κϋριος το ονομάζει «μέγα»;
ΔΙΟΤΙ ΜΕΓΑΣ είναι αυτός που το ετοίμασε και το προσφέρει. «Εστιάτωρ» του μεγάλου δείπνου είναι ο ίδιος ο Κύριος. Ο Υιός και Λόγος του Θεού. Εκείνος «ποιεί» το δείπνο. Η θεία Ευχαριστία είναι το δείπνο της Βασιλείας. Είναι το μυστικό Δείπνο που συνεχίζεται. «Πιστέψτε με», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ότι και τώρα είναι εκείνο το Δείπνο στο οποίο παρακαθόταν και Αυτός. Γιατί σε τίποτε δεν διαφέρει εκείνο το μυστικό δείπνο από τούτο το Μυστήριο. Επειδή δεν το κάνει αυτό ο άνθρωπος, κι εκείνο ο Χριστός. Αλλά και τούτο κι εκείνο Αυτός το προσφέρει». Όπου και αν τελείται το μυστήριο της Ευχαριστίας παρίσταται ο Χριστός. Εκείνος είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος. «Πάρεστιν ο Χριστός και νυν, εκείνος ο την τράπεζαν διακοσμήσας εκείνην, ούτος και ταύτην διακοσμεί νυν».
Είναι μέγα το δείπνο του Κυρίου, διότι είναι μέγα, τρισμέγιστο, αυτό που παρατίθεται, αυτό που μας προσφέρεται. Είναι το πανάγιο σώμα και το τίμιο αίμα του αμώμου και ασπίλου Ιησού. «Ου γαρ ως κοινόν άρτον, ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν», γράφει ο άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοσφος και μάρτυς. Ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας μετά τη μεταβολή που ενεργεί το Άγιο Πνεύμα, «του σαρκοποιηθλέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι».
Και ο Κύριος προσφέρει το σώμα κα ιτο αίμα Του για να ζήσει ο κόσμος. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 54). Με τη συμμετοχή μας στη θεία Κοινωνία ενωνόμαστε με τον Χριστό. Μετέχουμε στη θεία ζωή. Ανατέλλει στις ψυχές μας η μέλλουσα Βασιλεία. Το «μέγα δείπνον» της Βασιλείας δεν είναι τίποτε περισσότερο από το Ευχαριστιακό δείπνο. «Δια τούτο ο Κύριος», γράφει ο Νικόλαος Καβάσιλας, «την εν τω μέλλοντι των αγίων απόλαυσιν δείπνον εκάλεσεν, ίνα δείξη ταύτης της τραπέζης μηδέν εκεί πλέον είναι».
Ακόμη ονομάζεται μέγα το θεϊκό δείπνο, διότι είναι «πολλοί» οι προσκεκλημένοι του. Ο Κύριος προσκαλεί όλους μας στο τραπέζι της Ευχαριστίας. Προσφέρεται για την ανθρωπότητα ολόκληρη. «Υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Κανέναν δεν εξαιρεί. Κανέναν δεν αποκλείει. «Πίετε εξ αυτού πάντες» (Ματθ. 26, 27). Μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, λευκοί και μαύροι, οι πάντες είναι καλεσμένοι στο θεϊκό δείπνο.
Η αχαρακτήριστη συμπεριφορά
των προσκεκλημένων.


ΤΙ ΚΡΙΜΑ ΟΜΩΣ! Ο Κύριος να μας καλεί στο μεγάλο τούτο δείπνο κι εμείς οι άνθρωποι να μην ανταποκρινόμαστε. Να περιφρονούμε τη μεγάλη τιμή που μας γίνεται, να παρακαθίσουμε στο θεϊκό τραπέζι. Όπως οι καλεσμένοι της παραβολής, έτσι κι εμείς να επιστρατεύουμε διάφορες δικαιολογίες προκειμένου να μην αποδεχθούμε το προσκλητήριο που μας απευθύνει.
Ο πρώτος προφασίστηκε: «Αγρόν ηγόρασα και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν. Ερωτώ σε, έχε με παρητημένον». Δικαιολογία για την απόρριψη του θεϊκού προσκλητηρίου οι αγροτικές ασχολίες. Όπως τότε, στην εποχή του Κυρίου, έτσι και σήμερα πολλοί αδελφοί μας που ζουν στην ύπαιθρο, που ασχολούνται με την γη, απορροφώνται από την φροντίδα των αγροτικών ασχολιών τους: την καλλιέργεια της γης, το φύτεμα, το πότισμα, το σκάλισμα, τη συγκομιδή των καρπών, την προώθηση τους στο εμπόριο. Και όλα αυτά όχι μόνο τις καθημερινές αλλά και τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές. Ο Θεός τους καλεί κοντά Του, στο ναό, συνδαιτημόνες στο τραπέζι της Ευχαριστίας. Κι αυτοί, αδιαφορώντας για την πρόσκληση του Θεού, παίρνουν τον δρόμο για τα κτήματα. Πάνω από την αγάπη του Θεού, η αγάπη για την περιουσία! Πάνω από τη σωτηρία, η ύλη και ο πλουτισμός! «Ερωτώ σε, έχε με παρητημένον»!
Ο δεύτερος απάντησε: «Ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά». Στην παρούσα κατηγορία ανήκουν οι άνθρωπο που καταγίνονται με εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αποτελεί αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι το χρήμα και το κέρδος αιχμαλωτίζει εύκολα τον άνθρωπο. Και η πλεονεξία τον απογυμνώνει από κάθε άλλο και μάλιστα πνευματικό ενδιαφέρον. Η ψυχή κηρύσσεται σε ανυπαρξία. Και το Σαββατοκύριακο, αν δεν το απορροφήσουν κι αυτό οι επαγγελματικές δραστηριότητες, το διεκδικούν το ξενύχτι, η διασκέδαση, η κραιπάλη. Η Κυριακή για πολλούς, δυστυχώς, δεν είναι πλέον για τον Θεό αλλά για τα πάθη κα ιτα ζωώδη ένστικτα μας. Το Σαββατόβραδο θα ξενυχτίσουμε. Θα διασκεδάσουμε. Θα παραδοθούμε στο στρόβιλο του αισθησιασμού. Εξαντλημένοι και αποδιοργανωμένοι θα γυρίσουμε στο σπίτι τα χαράματα. Κι όταν οι καμπάνες θα ηχούν καλώντας μας στο θεϊκό τραπέζι της Ευχαριστίας, εμείς θα αδυνατούμε και να τις ακούσουμε. Τι κρίμα! Μια Κυριακή προδομένη! Ο Χριστός εγκαταλελειμμένος κα ιπεριφρονημένος από αυτούς που φέρουν το όνομα Του! Μια πρόσκληση τόσο τιμητική χωρίς ανταπόκριση!
«Και έτερος είπε. Γυναίκα έγημα, και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν». Εμπόδιο για τον τρίτο ο γάμος. Η δημιουργία οικογένειας. Η φροντίδα των παιδιών. Η τακτοποίηση του σπιτιού. Η περιποίηση του κήπου. Η μετάβαση στο εξοχικό. «Μια Κυριακή μας μένει». «Να κοιμηθούνε λίγο και τα παιδιά». Αυτά και άλλα πολλά ισχυρίζονται οι άνθρωποι της τρίτης κατηγορίας. Όμως είναι προφανές ότι αποτελούν προφάσεις. Και φανερώνουν πόσο λίγη αγάπη υπάρχει στην καρδιά μας για τον Χριστό. Όλα χωρούν, όλα προσπαθούμε να τα προγραμματίσουμε στο εικοσιτετράωρο της Κυριακής. Μόνο ο Χριστός δεν έχει θέση! Έτσι η πρόσκληση του Θεού στο μεγάλο δείπνο Του πέφτει στο κενό! Ένα πλήθος ανθρώπων επαναλαμβάνουν το «έχε με παρητημένον», αφού αραδιάσουν μιαν ατέλειωτη σειρά προφάσεων.

* * *

Αδελφοί μου,
Αιώνες τώρα στρώνεται το θεϊκό τραπέζι. Ακατάπαυστα ο οικοδεσπότης του ουρανού και της γης παραθέτει το δείπνο το μέγα και μυστικό. Και μας απευθύνει την τιμητική πρόσκληση Του να μετάσχουμε σ’ αυτό. «Έρχεσθε ότι ήδη έτοιμα εστι πάντα».
Μακάριοι όσοι ξεπερνούν δυσκολίες, όσοι παραμερίζουν εμπόδια, όσοι κατανικούν πειρασμούς και θέλγητρα πρόσκαιρα και απατηλά, και απαντούν μ’ ένα ολόκληρο ΝΑΙ.
Κύριε, έρχομαι! Δέξου με! Και αξίωνε με πάντοτε να πλησιάζω το άχραντο τραπέζι Σου με ακλόνητη πίστη. Με φλογερή αγάπη. Με καθαρή καρδιά. Να γεύομαι την ουράνια τροφή. Τον άρτον των αγγέλων. Κύριε, το σώμα και το αίμα Σου. Αμήν.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014




Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου.

Ἀλέξη συντοπίτη. Σάν Ἀρτινός κι ἐγώ ἀπευθύνομαι στόν Ἀρτινό Ἀλέξη. Ὀρεινός ἐσύ, καμπίσιος ἐγώ. Νῦν Ἀριστερός ἐσύ, τέως ἀριστερά τόπια ἐγώ. Δέν μέ προβλημάτισε πού πῆγες στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐδῶ πᾶνε οἱ αἰρετικοί καί οἱ κάθε λογῆς, τουλάχιστον ἐσύ εἶσαι βαπτισμένος (νομίζω δηλαδή;), ἔστω κι ἄν τώρα διάγεις τήν περίοδο τῆς πολιτικῆς σου ἄρνησης τοῦ Θεοῦ, γιατί κανείς δέν σοῦ δίδαξε ποιός εἶναι ὁ Χριστός καί τί ζητάει ἀπό ἐμᾶς. Οἱ εὐθύνες εἶναι μοιρασμένες, Ἀλέξη συντοπίτη. Ἕνα πρᾶγμα μόνο προσεύχομαι στόν Θεό ἐπιστρέφοντας στή πολιτική σου θέση. Τήν ἐπόμενη φορά πού θά πᾶς στό περιβόλι τῆς Παναγίας, νά φροντίσεις Ἀλέξη συντοπίτη νά ἔχεις κάτι νά δώσεις στήν Παναγία. Αὐτή σοῦ ἐπέτρεψε νά πατήσεις στό σπίτι της καί σοῦ χάρισε σκέψεις, αἰσθήματα, προβληματισμούς, γνωριμίες, χαμόγελα καί ὅσα κρυφά δέν εἴδαμε. Τήν ἐπόμενη φορά νά δώσεις ὁλόκληρο Ἑαυτό στήν Παναγία καί ὅταν βαπτίσεις τά παιδιά σου, χάρισέ τα σέ Ἐκείνη. Εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ «ἀλλότριες φωνές τῶν προσωρινῶν κριτῶν» θά πάψουν νά ἠχοῦν σάν σειρῆνες πολύμορφες τήν ἀτάκα «τί δουλειά ἔχει ὁ Τσίπρας στό Ἅγιον Ὄρος;». Ἀλέξη συντοπίτη. Ὁ Χαρίλαος Φλωράκης ὁ προκάτοχός σου ἄργησε νά πάει στό Ἅγιον Ὄρος καί, ὅταν γύρισε ὁμολόγησε: «Ἄργησα νά πάω· ἄν πήγαινα νωρίτερα θά ἦμουν κι ἐγώ καί ὁ τόπος καλύτερα». Ἐσύ Αλέξη πῆγες νωρίς σχετικά μέ τήν ἡλικία σου. Φρόντισε ἀπό τοῦδε καί στό ἑξῆς νά γίνεις Ἀλέξιος καί στό φρόνημα, γιά τό καλό τοῦ τόπου καί τῆς ψυχῆς σου. Ἀλέξη συντοπίτη, ὁ Θεός μαζί σου. Καί νά θυμᾶσαι ὅτι καί ἡ σκόνη στά παπούτσια σου ἀπό τό περπάτημα στό Ἅγιον Ὅρος ἔχει ξεχωριστή εὐλογία. Σέ χαιρετῶ μέ ἀρτινούς χαιρετισμούς, ὁ συντοπίτης σου Παπαδημήτρης!...

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014


Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Καλλιθέα Φωκίδος.

Η Ιερά Μονή με τα πέριξ κελιά της βρίσκεται σε υψόμετρο 350μ. και απέχει 7χλμ από το συνοικισμό του Αγ. Σπυρίδωνος (παραθεριστικό θέρετρο), περίπου 9 χλμ απο το συνοικισμό του Αγ. Νικολάου επίσης παραθεριστικό κέντρο και φυσικό λιμάνι και 4χλμ από το μπαλκόνι του Κορινθιακού, το χωριό Καλλιθέα με τη μοναδική θέα από Κόρινθο μέχρι Κεφαλλονιά και τον γέρο Πλάτανο (μνημείο φυσικής ιστορίας) που χρονολογείται από την εποχή του Παυσανία (στο μέσο της διαδρομής μεταξύ Αγίου Σπυρίδωνος Καλλιθέας).
Είναι χτισμένη στη ράχη ενός λόφου, που ξεκινάει στο επάνω μέρος του Αγίου Σπυρίδωνα, με τον τεράστιο βράχο, σαν ένα θαυμάσιο ενιαίο σύμπλεγμα και έχει εξαιρετική θέα προς τον Κορινθιακό κόλπο, το νησί Τροιζόνια και δύο ακόμα νησίδες μπροστά και με ορατότητα στον Πατραϊκό κόλπο, όπου το μάτι χάνεται στο βάθος μέχρι την Κεφαλλονιά.
Χτίστηκε το 1818 από τον Ιερομόναχο Νικόδημο το Επώνυμο Κατσίκας. Η σημαντική προσφορά της κυρίως εις τον τομέα της Πνευματικό - Θρησκευτικό - Λειτουργικό την κατέστησαν γνωστή εις τον ευρύτερο χώρο και πόλο έλξης πολλών προσκυνητών ιδιαίτερα κατά την πανήγυρη. Είναι επισήμως αναγνωρισμένη με Προεδρικό διάταγμα υπ’ αριθμ. 192/10/9/2007 (ΦΕΚ224 α/14-9-2007).
Η λειτουργία της Ιεράς Μονής διεκόπη προφανώς με την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821 ή λίγο αργότερα μέτρα κατά Μοναστηριών επί Όθωνος οπότε καταστράφηκαν τα πέριξ του Ναού χτίσματα. Το 2002 αναστηλώθηκαν τα κτίσματα στα παλιά τους θεμέλια ενώ έγινε συντήρηση του Παλαιού Ναού . Από έτους εγκαταβιώνουν δύο μοναχοί και τελούνται θείες λειτουργίες τακτικά.
Για του προσκυνητές που είναι λάτρεις της φύσεως το τοπίο είναι πράσινο δασωμένο με δενδρύλλια και θάμνους, που μπορούν να περπατήσουν όσοι θέλουν στα μονοπάτια από Άγιο Σπυρίδωνα προς Καλλιθέα. Ο δρόμος είναι άσφαλτος αλλά λόγω στενότητος του προς την Ι.Μονή δεν είναι δυνατή η προσέγγιση με μεγάλα λεωφορεία παρά μόνο με μικρά και με Ι.Χ αυτοκίνητα. Ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και εστιατόρια, για την διαμονή και την εστίαση των προσκυνητών υπάρχουν στον Αγ. Σπυρίδωνα, Αγ. Νικόλαο και στα πλησιέστερα χωριά και κωμοπόλεις Ερατεινή - Σπηλιά - Χάνια - Γλυφάδα.


















Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Δεκεμβρίου 2014.

Λουκάς, κεφάλαιο ιγ΄ στίχοι:10-17

Κείμενο:


Ην δε διδάσκων εν μια των συναγωγών εν τοις σάββασι. Και ιδού γυνή ην πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ, και ην συγκύπτουσα και μη δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές. Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς προσεφώνησε και είπεν αυτή· γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου· και επέθηκεν αυτή τας χείρας· και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν. Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι τω σαββάτω εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε τω όχλω· εξ ημέραι εισίν εν αις δει εργάζεσθαι· εν ταύταις ουν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου. Απεκρίθη ουν αυτώ ο Κυριος και είπεν· υποκριτά, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει τον βουν αυτού η τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει; Ταύτην δε, θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, ην έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου; Και ταύτα λέγοντος αυτού κατησχύνοντο πάντες οι αντικείμενοι αυτώ, και πας ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ΄ αυτού.


Μετάφραση:


Κάποιο Σάββατο δίδασκε ο Ιησούς σε μια συναγωγή. Εκεί βρισκόταν και μια γυναίκα, δεκαοχτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Όταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε και της είπε: «Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου». Έβαλε πάνω της τα χέρια του κι αμέσως εκείνη ορθώθηκε και δόξαζε το Θεό. Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο, γύρισε στο πλήθος και είπε: «Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς· μέσα σ΄ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε, και όχι το Σάββατο». Ο Κύριος του απάντησε: «Υποκριτή! Ο καθένας σας δε λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ΄ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;» Με τα λόγια του αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοί του κι ο κόσμος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Ιησούς.


Σχόλια:

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


«Υποκριτά, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει βουν αυτού
ή τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει;»

ΑΝ ΓΕΝΙΚΑ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ στη συμπεριφορά και στις σχέσεις των ανθρώπων είναι αποκρουστικό και απαράδεκτο φαινόμενο, στα πλαίσια της χριστιανικής ζωής που διδάσκει το Ευαγγέλιο, αποτελεί σοβαρή πνευματική αρρώστια. Η υποκρισία όταν καταλάβει την ψυχή του χριστιανού, αλλοιώνει το φρόνημα του. Αφανίζει την αξία κάθε καλού έργου. Ανατρέπει τον ίδιο τον σκοπό της εν Χριστώ ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος ήλεγξε με μεγάλη αυστηρότητα την υποκρισία των συγχρόνων Του Γραμματέων και Φαρισαίων, της ηγετικής αυτής θρησκευτικής τάξεως μέσα στην τότε Ιουδαϊκή κοινωνία.
Το ίδιο βλέπουμε να κάνει και σήμερα στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε. Με παρρησία ελέγχει την υποκριτική στάση ενός αρχισυναγώγου, του προϊσταμένου δηλαδή μιας συναγωγής – ενός ναού, θα λέγαμε, όπου συναθροίζονταν οι Ιουδαίοι για να λατρεύσουν τον Θεό και να παρακολουθήσουν τη θρησκευτική διδασκαλία. Ο έλεγχος αυτής της υποκρισίας που ασκεί σήμερα ο Ιησούς, μας δίνει την ευκαιρία για μια βαθύτερη εξέταση του κατακριτέου αυτού φαινομένου.

Η υποκρισία του αρχισυναγώγου

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΒΡΕΘΗΚΕ ένα Σάββατο σε μια συναγωγή για να προσευχηθεί και να διδάξει το συναγμένο πλήθος. Ανάμεσα σ’ αυτούς που παρευρίσκονταν ήταν και μια γυναίκα «πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ». Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια ήταν άρρωστη από συνέργεια πονηρού πνεύματος. Το σώμα της είχε τόσο κυρτώσει ώστε της ήταν αδύνατο να σηκώσει όρθιο το κεφάλι της. Ο Χριστός την εντόπισε γρήγορα μέσα στο πλήθος. Διέκρινε την ευσέβεια που είχε. Και χωρίς η ίδια να το ζητήσει, έσπευσε να τη θεραπεύσει: «Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου». Επέθεσε επάνω της τα ευλογημένα χέρια Του και η γυναίκα «παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν».
Το θαύμα προκαλεί το φθόνο του αρχισυναγώγου. Κι ενώ βλέπει τη δύναμη του Θεού να θαυματουργεί και μια δυστυχισμένη γυναίκα να θεραπεύεται μετά από δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια αφάνταστης ταλαιπωρίας, εκείνος αγανακτεί. Αγανακτεί υποκριτικά για την καταπάτηση δήθεν της αργίας του Σαββάτου. Η φθονερή αγανάκτηση του είναι σκόπιμη. Γι’ αυτό και δεν τολμά να ελέγξει κατ’ ευθείαν τον Ιησού, παρ’ ότι όσα λέει εμμέσως αναφέρονται στο πρόσωπο Του. Απευθύνεται στο συναγμένο πλήθος. Ελέγχει τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαν καμιά σχέση με το θαύμα που είχε γίνει.
Ο Κύριος βλέπει την απροκάλυπτη υποκρισία του αρχισυναγώγου. Το φθόνο της καρδιάς του, που προσπαθούσε να κρύψει κάτω από το πρόσχημα της ευσέβειας, του σεβασμού τάχα προς τον νόμο του Θεού. Γι’ αυτό και τον ελέγχει αυστηρά. Τον ονομάζει υποκριτή και τον κατηγορεί ανοιχτά ότι παρερμηνεύει το νόμο. «Καθένας από σας δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί από αυτά τα δεσμά το Σάββατο;».

Τι είναι υποκρισία

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ του αρχισυναγώγου είναι χαρακτηριστικό. Και μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε τη φύση και τα συμπτώματα της υποκρισίας, όπως αυτά εκδηλώνονται και σε χριστιανικό έδαφος. Στα πλαίσια της χριστιανικής ζωής.
Τι ακριβώς είναι η υποκρισία; Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας δίνει έναν θαυμάσιο ορισμό: «Υποκρισία είναι η προσποίηση φιλίας ή μίσος που έχει καλυφθεί εξωτερικά με το σχήμα της φιλίας. Ή εχθρότητα που ενεργεί με το προσωπείο της συμπάθειας. Ή φθόνος που μιμείται τα χαρακτηριστικά της αγάπης. Ή βίος που δείχνει να στολίζεται από ψεύτικη και όχι πραγματική αρετή». Ανάλογος είναι και ο ορισμός της υποκρισίας που συναντούμε στον Μ. Βασίλειο: «Υποκριτής είναι αυτός που στο θέατρο υποδύεται διαφορετικό πρόσωπο…Έτσι και σε τούτη τη ζωή πολλοί ενεργούν όπως οι θεατρίνοι. Άλλα έχουν μέσα στην καρδιά τους και άλλα δείχνουν εξωτερικά προς τους ανθρώπους».
Η υποκρισία συνιστά αμάρτημα. Αρρώστια βαριά της ψυχής. Και αποτελεί συμπεριφορά διαβολική, αφού πρώτος ο διάβολος υποκρίθηκε, «όφεως υποκριτής γεγονώς». Ο υποκριτής άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα συμπεριφέρεται ψεύτικα. Αλλιώτικος είναι στην πραγματικότητα και διαφορετικός επιδιώκει να φαίνεται. Άλλα έχει στην καρδιά του και άλλα βγάζει προς τα έξω. Υποκρίνεται τον ευσεβή χωρίς να είναι στην πραγματικότητα. Ό,τι κάνει, ό,τι λέει, ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί, δεν είναι έκφραση του περιεχομένου της καρδιάς του αλλά εξωτερικό προσωπείο, προσποιητή συμπεριφορά με την οποία επιδιώκει να επιδειχθεί και να εντυπωσιάσει τους άλλους. Γι’ αυτό και ο Κύριος ελέγχοντας αυστηρά την υποκριτική συμπεριφορά των Γραμματέων και των Φαρισαίων τους παρομοιάζει με «ασβεστωμένους τάφους», που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι κόκαλα νεκρών και κάθε λογής ακαθαρσία (Μάτθ. 23, 27).

Η αιτία της υποκριτικής συμπεριφοράς

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ που γεννά την υποκρισία; «Η γαρ υπόκρισις», διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εξ οιήσεως γεννάται». Ένας άλλος πνευματικός διδάσκαλος, ο όσιος Θαλάσσιος, παρατηρεί ότι η υποκρισία είναι «ίδιον της κενοδοξίας», ενώ ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, πέρα από την κενοδοξία, ως αιτία της υποκρισίας θεωρεί και τη φιλαργυρία.
Πραγματικά, τα όσα διδάσκουν οι Πατέρες μας επιβεβαιώνονται με ακρίβεια και στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό που μας παρωθεί να υποκρινόμαστε είναι ο εγωισμός μας. Και υποκρινόμενοι τους ευσεβείς επιδιώκουμε να επιδειχθούμε, να εντυπωσιάσουμε τους άλλους. Να τους κάνουμε να μας προσέξουν. Να σχηματίσουν καλή γνώμη για μας. Να μας επαινέσουν. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί γνήσια ευσέβεια, ειλικρινής χριστιανική ζωή. Διότι δεν πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό. Δεν εκπορεύεται από πραγματικό σεβασμό προς το Ευαγγέλιο Του. Δεν αποβλέπει στη δόξα του Κυρίου, αλλά στην ικανοποίηση του πάθους της κενοδοξίας που βασανίζει την ψυχή μας και το οποίο μας εξωθεί να γινόμαστε υποκριτές και ανθρωπάρεσκοι.

Η ζημιά που προκαλεί η υποκρισία

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ καταστρέφει την ενότητα της προσωπικότητας μας. Μας διχάζει εσωτερικά. Και μας εκθέτει στα μάτια των ανθρώπων, όταν – αργά ή γρήγορα – πέφτει το προσωπείο που φορούμε και αποκαλύπτεται πόσο διαφορετικοί είμαστε από αυτό που φαινόμαστε και πόσο προσποιητή είναι η συμπεριφορά που δείχνουμε προς τους άλλους. «Υποκριτήν», διαβάζουμε στη Φιλοκαλία, «ελέγχουσιν οι λόγοι και τα έργα». Εκτιθέμεθα όταν άλλα είναι τα κίνητρα, οι σκοποί, οι εσωτερικές μας διαθέσεις, και αλλιώτικη η εξωτερική συμπεριφορά και οι ενέργειες μας.
Η υποκρισία διαστρέφει την ουσία της θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος Ιησούς μίλησε πολύ αυστηρά γι’ αυτήν και άσκησε δριμύ έλεγχο προς τους υποκριτές. Στην επί Όρους ομιλία Του (Ματθ. 6, 1-6, 16-18) υποδεικνύει πόσο διαφορετικός από αυτόν των υποκριτών θα πρέπει να είναι ο τρόπος με τον οποίο οι χριστιανοί οφείλουμε να ασκούμε την ελεημοσύνη, την προσευχή και τη νηστεία. Και σε άλλη περίσταση – αντιμετωπίζοντας την πονηρία και την κενοδοξία των Γραμματέων και των Φαρισαίων – εν δίστασε να τους αποκαλέσει «υποκριτάς» και να εξαπολύσει εναντίον τους τα φοβερά εκείνα «ουαί» (Ματθ. 23, 13-36).
Το κακό που προξενεί η υποκρισία φαίνεται και στην περίπτωση του αρχισυναγώγου του σημερινού Ευαγγελίου. Βλέπει το θαύμα της θεραπείας και αντί να δοξάσει τον Θεό φθονεί. Και ο φθόνος τον κάνει να παρερμηνεύει ηθελημένα την εντολή του Θεού. Και ενώ φροντίζει – από ιδιοτέλεια βέβαια – για τα άλογα ζώα κατά την ημέρα του Σαββάτου, κόπτεται υποκριτικά για την καταπάτηση της αργίας από τη θεραπεία της συγκύπτουσας, την οποία εξισώνει με την εργασία! – πράγμα που όντως απαγόρευε ο Μωσαϊκός νόμος.

* * *

Αδελφοί μου,
Οφείλουμε να το κατανοήσουμε καλώς: Η υποκρισία συνιστά σοβαρότατο κίνδυνο για την χριστιανική μας ζωή. Ευτελίζει το ευαγγελικό ήθος. Ακυρώνει ό,τι καλό με κόπο κατορθώνουμε. Σκανδαλίζει τους αδελφούς μας. Μας εκθέτει στα μάτια των ανθρώπων.
Γι’ αυτό ας είμαστε πάντοτε ειλικρινείς και έντιμοι. Απροσποίητη η συμπεριφορά μας. Αυστηροί στον εαυτό μας και επιεικείς στους άλλους. Ό,τι κάνουμε να το κάνουμε όχι χάριν της κενοδοξίας αλλά για την δόξα του Θεού και το καλό των αδελφών μας. Ανυπόκριτη η πίστη μας προς τον Θεό (Α’ Τιμ. 1, 5 –Β’ Τιμ. 1,15), ανυπόκριτη και η αγάπη προς τους αδελφούς μας (Ρωμ. 12, 9 – Β’ Κορ. 6, 6).

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014



ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΑΠΑΡΑΓΡΑΠΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ ΤΟ ΑΔΙΟΡΘΩΤΟ ΦΑΝΑΡΙ;


Η ιστορία, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται με το Νομο/Κανονικά άδικο, αδιόρθωτο, και αιρετίζον Φανάρι. Έξω από τη κάθε έννοια Νομο/Κανονικής τάξεως και Εκκλησιαστικών δικαίων Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, αλλά και Εθνικών Δικαίων, και παρότι όλως υπούλως δηλώνει, η πέτρα αυτή του σκανδάλου, Πατριαρχική Συνοδική Πράξη της 4-9-1928, ότι:
“Ακλόνητον την βάσιν της κανονικής τάξεως έχουσα και διαφυλάττουσα… ευθετίζειν και διέπειν τα επί μέρους κατά τας ανάγκας και τους καιρούς, εναρμόνιον πάντοτε στοχαζομένη αποφαίνειν πανταχού, κατά την ιεράν τάξιν...”, εν τούτοις καταπατεί, βάναυσα, κάθε έννοια δικαίου του Εκκλησιαστικού Αυτοκεφάλου της αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και των Κανονικών και Εθνικών εισέτι Δικαίων ενός οργανωμένου Κράτους.
Δυστυχώς, με την όλως απαράδεκτη και εντελώς ασήμαντη και ανυπόληπτη, από Κανονικής και Εθνικής επόψεως, ως άνω Πατριαρχική Συνοδική Πράξη του 1928, το Φανάρι συνεχίζει να μας τσαμπουνά, αλλά και να προκαλεί συνάμα τους Ορθόδοξους πιστούς της ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ Εκκλησίας της Ελλάδος κάνοντας λόγο, μεταξύ των πολλών άλλων, και εδώ είναι το ακαταλόγιστον, για “ποιμενάρχες Μητροπόλεων της Αυτοκεφάλου αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος, που ανήκουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείον, και που τούτο αποτελεί υψίστην τιμήν και προνόμιον το οποίον πολλοί θα εζήλευον”.
Αν αυτό δεν είναι σκαστή πρόκληση και ωμή επέμβαση στα εσωτερικά άλλης αδελφής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, τότε τι είναι η παραχάραξη των Οικουμενικών Θείων και Ιερών Κανόνων, η ποδοπάτηση της Κανονικής Τάξεως και της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας σε βάρος μιας άλλης αδελφής Εκκλησίας, όπως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και του οργανωμένου ένδοξου Ελληνικού Κράτους;
Και, δυστυχώς, μας τα τσαμπουνά όλα αυτά, το φανερώς πλέον αιρετίζον Φανάρι, αγνοώντας με το έτσι θέλω, το τι ακριβώς είναι, και τι δικαιούται ένα Εκκλησιαστικό ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ, και το τι ακριβώς ορίζουν περί αυτού, οι Οικουμενικοί Θείοι και Ιεροί Κανόνες, και οι Οικουμενικοί Θεοφόροι Άγιοι Πατέρες της κατά Ανατολίας Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Αυτούς τους Θείους και  Ιερούς Κανόνες και τους Θεοφόρους Πατέρες, που όλως αναιδώς υβρίζει, ως λέγεται “γυμνή τη κεφαλή”, ο εμπράκτως πλέον αιρετίζων ένοικος του άτυχου Φαναρίου, αποκαλώντας τους μεν Οικουμενικούς Θείους και Ιερούς Κανόνες, ως “τοίχους του αίσχους”, και τους Οικουμενικούς αγίους και Θείους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ως ατυχή θύματα του Σατνά, και αίτιους του Εκκλησιαστικού Σχίσματος, “… οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν, προπάτορες ημών υπήρξαν ατυχή θύματα του αρχεκάκου όφεως…”.
Έτσι λοιπόν αρέσκεται να υβρίζει «γυμνή τη κεφαλή» τους Θείους και Οικουμενικούς Ιερούς Κανόνες και τους «πολύφωτους αστέρας της οικουμένης, και τα πάνχρυσα  αυτά στόματα του Λόγου», τους Θεοφόρους Πατέρες, ο αιρετίζων ένοικος του ένδοξου Φαναρίου. Και ερωτάται: Με ποιο δικαίωμα πράττει τούτο, και παραμένει εισέτι στον ένδοξο Θρόνο του Ιστορικο/Ορθόδοξου Φαναρίου, και χαρακτηρίζει, χωρίς ίχνος εντροπής, ως «ενδοχώρα του Φαναρίου» τις Μητροπόλεις μιας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας του Οργανωμένου Ελληνικού Κράτους;
Για ποια λοιπόν ενδοχώρα και απαράγραπτα δικαιώματα, μας τσαμπουνά το αιρετίζον Φανάρι; Δεν γνωρίζετε εσείς εκεί στο Φανάρι, όπως το έχετε καταντήσει, τι ακριβώς αναφέρεται σχετικά με τα Εκκλησιαστικά δικαιώματα που έχει ένα Εκκλησιαστικό ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΝ; Αν δεν το γνωρίζετε, σας παραπέμπω στο ΟΡΘΟΔΟΞΟΤΑΤΟ κείμενο της Καταστατικής Νομοθεσίας του Πατριαρχικού Συνοδικού Τόμου του 1850, και για να μη κουραστείτε να το βρείτε, γιατί δεν θα το ψάξετε, σας μεταφέρω, «επί λέξει», τι ακριβώς ορίζει, ρητά και κατηγορηματικά ο ως άνω Συνοδικός ΤΟΜΟΣ του 1850, όπου διαπιστώνοντας το Εκκλησιαστικό του λάθος, αναγκάζεται πλέον να χορηγήσει τελικά, στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, το ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΝ:
«…και συσκεψάμενοι, όπως η αγία ημών πίστη διατηρηθή εσαεί αλώβητος και οι Κανόνες των θείων Πατέρων απαραβίαστοι και απαρασάλευτοι… ορίσαμεν τη δυνάμει του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος δια του παρόντος Συνοδικού Τόμου, ίνα η εν τω Βασιλείω της Ελλάδος Ορθόδοξος Εκκλησία υπάρχει του λοιπού κανονικώς αυτοκέφαλος, υπερτάτην εκκλησιαστικήν αρχήν γνωρίζουσα σύνοδον διαρκή… πρόεδρον έχουσα τον κατά καιρόν ιερώτατον Μητροπολίτην Αθηνών και διοικούσαν τα της εκκλησίας κατά τους θείους και ιερούς κανόνας, ελευθέρως και ακωλύτως…
Επισυνιστώμεν ως τοιαύτην του λοιπού αναγνωρίζεσθαι και μνημονεύεσθαι τω ονόματι «Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος», διαψιλεύομεν δε αυτή και πάσας τας προνομίας και πάντα τα κυριαρχικά δικαιώματα τα τη ανωτάτη εκκλησιαστική αρχή παρομαρτούντα, ίνα του λοιπού μνημονεύηται υπο των εν Ελλάδι αρχιερέων εν ταις ιδίαις επαρχίαις ιερουργούντων του προέδρου αυτής μνημονεύονος πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων, και χορηγή τας προς χειροτονίαν αρχιερέων απαιτουμένας κανονικάς εκδόσεις…
Επι ταύτη τη βάσει ανέκαθεν η του Χριστού Εκκλησία, ήτοι, αι σεπταί Οικουμενικαί Σύνοδοι, ως γε προς την του βιωτικού πολιτεύματος καιρικήν χρείαν αφορώσαι ή εχώρισαν, ή συνήψαν επαρχίας εκκλησιαστικάς, και ή άλλως υπέταξαν, ή αυτοκεφάλους ανέδειξαν αυτάς, τη εν τη πίστει και τη εκκλησιαστική κανονική τάξη ενότητος αλωβήτου διαμενούσης…
Επί τούτοις ουν τοις όροις… αυτή η αρχήθεν καλλίγονος Μήτηρ, εν Κωνσταντινουπόλει μεγάλη του Χριστού Εκκλησία… αναγορεύει και κηρύττει την εν Ελλάδι Εκκλησίαν αυτοκέφαλον και την εν αυτή Σύνοδον αδελφή εν πνεύματι εαυτής και πάσης άλλης ανά μέρος Ορθοδόξου Εκκλησίας…
Έτι αναγνωρίζει πλήρη και κυρίαν και αποστολικήν τη ψήφω και δοκιμασία, των εν Ελλάδι ιερωτάτων μητροπολιτών… Ταύτα ώρισεν εν αγίω Πνεύματι η εν Κωνσταντινουπόλει Ορθόδοξος Ιερά Σύνοδος…».
Εν έτει σωτηρίω 1850 Ιουνίου 29η

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτά όρισε, ρητά και κατηγορηματικά ως μπούσουλα, και αεί απαραχάρακτα, το τότε Ορθόδοξο ένδοξο Φανάρι, επόμενο της Αγίας Γραφής, των Αγίων Οικουμενικών Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, των Οικουμενικών Θείων και Ιερών Κανόνων, των δικαίων του Εκκλησιαστικού ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ, και των Κρατικών Εκκλησιαστικών Δικαίων και συνεπώς παρόντος και ισχύοντος του ως άνω Συνοδικού ΤΟΜΟΥ, περαιτέρω «πάσα αρχή… παυσάτω».

Αυτήν ακριβώς την Γραφο/Συνοδικο/Πατερικο/Κανονικο/Εθνική απαραχάρακτη ΤΑΞΗ όρισε η εν Κωνσταντινουπόλει Ορθόδοξος Ιερά Σύνοδος, και αυτή η ΤΑΞΗ απαρασάλευτα και απαραχάρακτα επιβάλλεται να τηρείται έκτοτε, σε παρόμοιες περιπτώσεις. Και πράγματι, τούτο ακριβώς συνέβη, με την περίπτωση της υπαγωγής των επαρχιών του Ιονίου Κράτους, της Επτανήσου, στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, με την Πατριαρχική Συνοδική Πράξη της 9ης Ιουλίου 1866, η οποία αναφέρει τα εξής αξιοσημείωτα, βασιζόμενη επακριβώς, στα ήδη απαραβίαστα ορισθέντα υπό του Πατριαρχικού Συνοδικού Τόμου του 1850, και για την αλήθεια, αναφέρω «επί λέξει» τα όσα σχετικά και αξιοσημείωτα αναφέρει η ως άνω Πατριαρχική Συνοδική Πράξη, γιατί θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τις Γραφο/Κανονικές ποδοπατήσεις που έχει διαπράξει η πέτρα του σκανδάλου, Πατριαρχική Πράξη του 1928, στις σχέσεις Φαναρίου και Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.
«… Επί δε ήδη του Ιονίου Κράτους ενωθέντος τω Ελληνικώ Βασιλείω και πάντων των εκείνου πολιτικών πραγμάτων προς τούτο συναρμοσθέντων και αφομοιωθέντων, ο τα πνευματικά του θεοσώστου τούτου Βασιλείου διέπουσα αγιωτάτη Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, η προ τινών χρόνων δια Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου εις αυτοκέφαλην Εκκλησία αναδείχθη υπό της καθ’ ημάς του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, αναγκαίαν κατιδούσα την των ειρημένων της Επτανήσου επαρχιών μετ’ αυτής ένωσιν και συνάφειαν…
Ταύτα φαμέν… Επειδή κατίδομεν την περί ης ο λόγος ένωσιν της Εκκλησίας της Επτανήσου προς την της Ελλάδος εύλογον μεν άλλως και, ως ειπείν, φυσικήν ούσα συνέπειαν της εν τοις πολιτικοίς πράγμασιν αφομοιώσεως, ομολογουμένως εναπαιτούσης και την των εκκλησιαστικών… δια ταύτα απεδεξάμεθα κοινή συνοδική γνώμη την αίτησιν και αξίωσιν της εν Χριστώ αγαπητής ημών αδελφής αγιωτάτης Συνόδου…
Ευχαριστώ συνεπινεύσει συναποφηνάμενος την χειραφέτησιν, των ειρημένων Επαρχιών από πάσης εξαρτήσεως αυτών προς τον καθ’ ημάς Αγιώτατον Οικουμενικόν Θρόνον, απενείμαμεν και μετεβιβάσαμεν αυτάς τη κανονική προστασία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, αφοσιώσαντες και αναθέμενοι ολοσχερώς τη πνευματική και εκκλησιαστική αυτής δικαιοδοσία…
Υπάρχωσιν από τούδε και εις τον εξής άπαντα χρόνον και λέγοντα και παρά πάντων γιγνώσκονται, συνηνωμέναι και συνημμέναι τη Ορθοδόξω αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος και μέρος αυτής αποτελούσαι αναπόσπαστον, υπαγόμεναι υπο την δικαιοδοσίαν και προστασίαν της αγιωτάτης Συνόδου της Εκκλησίας ταύτης και προς αυτήν αναφερόμεναι και άμεσον έχουσαι την σχέσιν και αναφοράν εν πάσαις ταις εμπιπτούσαις πνευματικαίς και εκκλησιαστικαίς υποθέσεσι, συν τω μνημοσύνω και του ονόματος αυτής…».
Εν έτει 1866 κατά μήναν Ιούλιον 9η

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η Πατριαρχική αυτή Συνοδική Πράξη, 9-7-1866, έχει ως μπούσουλα των όσων αποφασίζει, τα απαράβατα και απαραχάρακτα οριζόμενα και εντελλόμενα από τον Πατριαρχικό Συνοδικό Τόμο του 1850, σχετικά με την προσάρτηση στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος των Εκκλησιαστικών Επαρχιών του Ιονίου Κράτους, της Επτανήσου, χωρίς να δεσμεύονται σε κάτι από τον Οικουμενικό Θρόνο-Φανάρι…

Επίσης και η Πατριαρχική Συνοδική Πράξη, Μάιος 1882, σχετικά με την παραχώρηση, στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, των Εκκλησιαστικών Επαρχιών Ηπείρου και Θεσσαλίας, ακολουθεί την ίδια ακριβώς οριοθετημένη γραμμή από τον Πατριαρχικό Συνοδικό Τόμο του 1850, και τη γραμμή που τήρησε και η Πατριαρχική Συνοδική Πράξη του 1866, με την παραχώρηση των Επαρχιών Επτανήσου. Για του λόγου το αληθές θα παραθέτω, «επί λέξει», τα ουσιαστικά και ενδιαφέροντα εκείνα σημεία από την ως άνω Πατριαρχική αυτή Συνοδική Απόφαση του 1882 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).
«Της των πολιτειών καταστάσεως ως επί τω πολύ μεταβαλλομένης ταις του χρόνου φοραίς και άλλοτε άλλως μεταπιπτούσης, ανάγκη και τα περί την διοίκησιν των επί μέρους Εκκλησιών ταύτη συμμεταβάλλεσθαι και συμμεθαρμόζεσθαι…
Ένθεν τοι και νυν, επεί τινες των εν ταις χώραις Ηπείρου και Θεσσαλίας παροικιών του καθ’ ημάς αγιωτάτου αποστολικού πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου, ήτοι η αγιωτάτη Μητρόπολης Λαρίσης μετά των υπ’ εαυτήν αγιωτάτων Επισκοπών Τρίκκης, Σταγών, Θαυμακού και Γαρδικίου, και αι αγιώταται Μητροπόλεις Άρτης, Δημητριάδος και Φαναριοφερσάλων και η αγιωτάτη Επισκοπή Πλαταμώνος, η τη αγιωτάτη Μητροπόλει Θεσσαλονίκης υποκειμένη, έτι δε είκοσι χωρία της αγιωτάτης Μητροπόλεως Ιωαννίνων εκ του τμήματος Τσουμέρκων και τρία έτερα της αυτής Μητροπόλεως εκ του τμήματος Μαλακασίου, νεύσει κρείττονι προσηρτήθησαν έναγχος και ηνώθησαν πολιτικώς τω θεοσώστω Βασιλείω της Ελλάδος…
Η μετριότης ημών μετά της περί ημάς αγίας Συνόδου των Ιερωτάτων Μητροπολιτών, των εν αγίω Πνεύματι αγαπητών ημίν αδελφών και συλλειτουργών, άτει δει οφείλοντες αξιοχρέως μεριμνάν υπέρ της ευσταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών, τα κατά την ιεράν ταύτην υπόθεσιν ως εικώς μελετήσαντες και συνδιασκεψάμενοι, επειδή κατείδομεν ότι η από του αγιωτάτου Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου απόλυσις των ειρημένων εκκλησιαστικών παροικιών και η τούτων εκχώρησις τη αγιωτάτη αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος αναγκαίως εναπαιτείται, ένεκα των επ’ εσχάτων επελθούσης πολιτικής αυτών ενώσεως μετά του θεοφρουρήτου Βασιλείου της Ελλάδος, και πρέπουσα άμα και λυσιτελής καθόλου αποβαίνει εις τα πνευματικά αυτών συμφέροντα, προθύμως απεδεξάμεθα την αίτησιν κοινή και ομοφώνω γνώμη συνευδοκήσαντες.
Και δη γράφοντες αποφαινόμεθα αγίω Πνεύματι, τας εν ταις πολιτικώς τω Βασιλείω της Ελλάδος άρτι εκχωρισθείσαις χώρας κειμένας, τη καθ’ ημάς δε αγία του Χριστού Εκκλησία μέχρι του νυν υπαγομένας Μητροπολιτικάς και επισκοπικάς παροικίας…
Ως και τας εν αυταίς υπαρχούσας ιεράς Πατριαρχικάς και σταυροπηγιακάς Μονάς είναι δια παντός του λοιπού και λέγεσθαι και παρά πάντων γιγνώσκεσθαι και εκκλησιαστικώς ηνωμένας και συνημμένας αναποσπάστως τη αγιωτάτη αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος και υπο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας ταύτης διακυβερνάσαι, προς αυτήν τε έχειν την κανονικήν και άμεσον υποταγήν και αναφοράν, και του ονόματος αυτής μνημονεύειν…».
Εν έτει σωτηρίω 1882 κατά μήνα Μάιον.

Σημείωση: Και η Πατριαρχική αυτή Συνοδική Πράξη ακριβώς τα ίδια φρονεί και αποφασίζει. Εφαρμόζει δηλαδή απόλυτα τις διατάξεις του Πατριαρχικού Συνοδικού Τόμου του 1850 και συμφωνεί απόλυτα με την προηγηθείσα Πατριαρχική Συνοδική Πράξη του 1866. Μάλιστα η Πατριαρχική Συνοδική Πράξη του 1882 προχωρεί και στα δίκαια του Αυτοκεφάλου και επί των Σταυροπηγιακών Ιερών Μονών, οι οποίες υπάγονται του λοιπού ολοσχερώς, και εις τον άπαντα χρόνο, στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος

Με την Πατριαρχική Συνοδική Πράξη της 4-9-1928 υπάγονται στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος οι Βορειο/Δυτικές Επαρχίες της Ελληνικής Χερσονήσου, ήτοι: Οι Επαρχίες Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Στην ως άνω απόφασή του το Φανάρι, παρ’ ό,τι δηλώνει, ότι «Ακλόνητον την βάσιν της κανονικής τάξεως έχουσα και διαφυλάττουσα η αγία του Χριστού Εκκλησία… ευθετίζειν και διέπειν τα επί μέρους κατά τας ανάγκας και τους καιρούς, εναρμόνιον πάντοτε σχολαζομένη αποφαίνειν πανταχού κατά την χρείαν των καιρών και των πραγμάτων την ιεράν τάξιν, ήπερ η εκκλησιαστική κατάστασις καθωραΐζεται…».

Εν τούτοις, αγνοεί εντελώς, με το έτσι θέλω, η ως άνω Πατριαρχική Συνοδική Πράξη και ποδοπατεί βάναυσα, την ισχύουσα απαραχάρακτη Ορθόδοξη Εκκλησιαστική ΤΑΞΗ, και προβαίνει, με ασύστολα ψευδή και εμμέσως εμφανή βαρβαρισμό, όταν εντέλλεται, ότι η Εκκλησιαστική διοίκηση στις υπαγόμενες Επαρχίες, Μακεδονίας, Δυτικής Θράκης, θα διεξάγεται του λοιπού «Επιτροπικώς». Και είναι τούτο προσβολή και ύβρις για το Ελληνικό Κράτος, και τον Ελληνισμό γενικότερα, γιατί «η επιτροπική διοίκηση», δίνεται μόνον σε ανοργάνωτα πλήθη ανθρώπων που δεν έχουν Νόμους και Δικαιοσύνη. «Όταν ουν ταύτα τα δύο εκ του πλήθους εκλίπη, ο τε νόμος και η δίκη, τότε ήδη εις ένα αποχωρεί την επιτροπείαν τούτων και φυλακήν» (Ιάμβλιχος, Προτρεπτικός, στ. 104, 4)

Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, εδώ στο Ελληνικό Κράτος που έδωσε τα φώτα του πολιτισμού στον κόσμο βαρβαρίζουμε; Στερούμεθα Νόμων και Δικαιοσύνης, και απαιτείται η «Επιτροπεία»; Αυτή τη βλασφημία κατά των ενδόξων Ελλήνων μόνον κεφαλές λιποβαρούς ιστορικού και Ορθόδοξου Χριστιανικού περιεχομένου μπορούν  να την ισχυρίζονται…

ΚΑΙ ΨΕΥΔΕΤΑΙ η Πατριαρχική Συνοδική Πράξη της 4-9-1928, διότι:
α) Ισχυρίζεται ψευδώς, ότι διατηρεί ακλόνητη πίστη στους ιερούς Κανόνες και στην Ιερή Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Τάξη, ενώ όλα αυτά τα ποδοπατεί όλως ασυστόλως και βαναύσως.

β) Ισχυρίζεται ψευδώς, ότι στις αντικανονικές και αντεθνικές αυτές Αποφάσεις της Πατριαρχικής Πράξης, συμφωνούν τόσον η Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, όσον και η Ελληνική Πολιτεία. Συγκεκριμένα  ισχυρίζεται ψευδώς: «… η διοίκησις εν τοις επί μέρους των επαρχιών τούτων διεξάγηται εφεξής επιτροπικώς υπό της πεφιλημένης αγιωτάτης αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος προφρόνως αποδεξαμένης, συναινούσης και κυρούσης και της εντίμου Ελληνικής Πολιτείας…» Ουδέν αναληθέστατον τούτου!!!

Η Ελληνική Πολιτεία ζήτησε από τον Οικουμενικό Θρόνο την υπαγωγή των Εκκλησιαστικών Επαρχιών στην διοίκηση της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας του. Δεν μίλησε για όρους. Άλλωστε το αίτημα έγινε τον Ιούλιο του 1928, και η Πατριαρχική Συνοδική απόφαση ελήφθη δύο μήνες μετά, Σεπτέμβριο του 1928 με τους όλως απαράδεκτους Όρους.

Δεν έχονται λοιπόν αληθείας τα λεγόμενα αυτά της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 4-9-1928 διότι, όταν έλαβε γνώση της Πατριαρχικής αυτής Απόφασης η Εκκλησία της Ελλάδος, επί Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, η Ιερά Σύνοδος της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, σε έκτακτη Συνεδρίασή της, αποφάσισε όπως, «οι Μητροπολίτες της Βορείου Ελλάδος, Μακεδονίας Θράκης, να μην έχουν ουδεμίαν σχέση με το Φανάρι», αλλά λόγω προβλημάτων τότε του Φαναρίου δεν δόθηκε έκταση στην Απόφαση αυτή της Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει, ποσώς, ότι έγινε και αποδεκτή. Υπάρχει λοιπόν Απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι η πράξη αυτή του Φαναρίου  δεν γίνεται αποδεκτή ως έχει.

Το Ελληνικό Κράτος ζήτησε από τον Οικουμενικό Θρόνο να εφαρμόσει, άνευ όρων, την ισχύουσα Εκκλησιαστική Κανονική Τάξη  ανάλογα με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επέκταση του Κράτους και η Εκκλησιαστική διοίκηση, όπως ακριβώς τούτου απαιτεί, το Εκκλησιαστικό ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΝ, οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες, και ήδη έπραξαν τούτο, τόσον ο Πατριαρχικός Συνοδικός Τόμος του 1860, όσον και οι Πατριαρχικές Συνοδικές Πράξεις του 1866 και 1882.
Ύστερα από τα όσα Κανονικο/Εθνικά ντοκουμέντα που έχουν καταγραφεί, δικαίως ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
Για ποιον ακριβώς  λόγο το Φανάρι συμπεριφέρθηκε και συμπεριφέρεται έτσι εισέτι, στην αδελφή Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος; Μου είναι αδύνατον να πιστέψω αυτό που φαντάζομαι, αν και τα γεγονότα που συμβαίνουν προς τα εκεί οδηγούν…
ΓΙΑΤΙ το Φανάρι, με τη Συνοδική Πράξη του 1928, δεν εφάρμοσε πιστά την απαράβατη και απαραχάρακτη ΤΑΞΗ των Θείων και Ιερών Κανόνων και γενικά την πάντοτε ισχύουσα Εκκλησιαστική Νομο/Κανονική ΤΑΞΗ, που ορίζει ότι η Καταστατική/Νομοθεσία του Πατριαρχικού Συνοδικού τόμου του 1850 και οι μετέπειτα Πατριαρχικές Συνοδικές Πράξεις του 1866 και του 1882;
Γιατί το Φανάρι ποδοπάτησε και συνεχίσει εισέτι να ποδοπατεί, με το “έτσι θέλω”, κάθε έννοια Ορθοδόξου Κανονικής Τάξεως; Δεν γνωρίζει, ότι καταπάτηση και παραχάραξη Θείου και Ιερού Κανόνα, οδηγεί σε κεφαλική ποινή; “… και μηδενί εξείναι του προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή εταίρους παρά τους προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας… Ει δε τις αλώ κανόνα τινά των ειρημένων καινοτομών, ει αναρέπειν επιχειρών, υπεύθυνος έσται κατά τον τοιούτον κανόνα, ως αυτός διαγορεύει, την επιτιμίαν δεχόμενος, και  δι’ αυτού εν ω περ πταίει θεραπευόμενος” (Καν. 2ος ΣΤ’ Οικ. Συνόδου).
ΓΙΑΤΙ, εν αγνοία της Εκκλησίας της Ελλάδος  και του Ελληνικού Κράτους το Φανάρι προσθέτει απαράδεκτους Όρους στην υπαγωγή των Επαρχιών Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης στην Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, και μάλιστα ευδόμενο ασύστολα, ότι προς τούτο συναινεί τόσον η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, όσον και το Ελληνικό Κράτος;
Γιατί επιμένει το Φανάρι  στην ύβρη της “Επιτροπικής” διοίκησης των επαρχιών του Ελληνικού Κράτους της Ηπείρου,  της Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης; Οφείλει να μας το ειπεί χωρίς περιστροφές, γιατί ενδεχόμενη σιωπή θα δείξει βαριά ενοχή… “Οδηγοί τυφλοί… νοήτε ά λέγω…”.
ΓΙΑΤΙ, χωρίς κανένα Εκκλησιαστικό Κανονικό δικαίωμα, επεμβαίνει στα εσωτερικά θέματα μιας άλλης αδελφής και μάλιστα Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, και δημιουργεί σοβαρά Εκκλησιαστικά  και Εθνικά προβλήματα;;;
Συνελόντι ειπείν, το ΦΑΝΑΡΙ δυστυχώς αυθαιρέτησε και εισέτι αυθαιρετεί, όλως ασυστόλως, σε βάρος της αδελφής Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οργανωμένου ένδοξου Ελληνικού Κράτους, ποδοπατώντας, με το έτσι θέλω, κάθε έννοια Νομο/Κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας και Εκκλησιαστικής και Εθνικής ΤΑΞΕΩΣ, διο και δέον να αγνοηθεί εντελώς, η πέτρα αυτή του σκανδάλου, η Πατριαρχική Συνοδική Πράξη του 1928, ως εντελώς ασήμαντης και ανυπόληπτης, και μάλιστα με το στίγμα του ακαταλόγιστου…


ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ
Και.. “ο έχων ώτα ακούει ακουέτω…”,
πριν είναι αργά…