Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 8 Νοεμβρίου 2009.



Ζ΄ Λουκά: Λουκάς η΄41-56

Κείμενο:


Και ιδού ήλθεν ανήρ ω όνομα Ιάειρος, και αυτός άρχων της συναγωγής υπήρχε· και πεσών παρά τους πόδας του Ιησού παρεκάλει αυτόν εισελθείν εις τον οίκον αυτού, ότι θυγάτηρ μονογενής ην αυτώ ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν. Εν δε τω υπάγειν αυτόν οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν. Και γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις ιατροίς προσαναλώσασα όλον τον βίον ουκ ίσχυσεν υπ΄ ουδενός θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής. Και είπεν ο Ιησούς· τις ο αψάμενός μου; αρνουμένων δε πάντων είπεν ο Πέτρος και οι συν αυτώ· επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τις ο αψάμενός μου; Ο δε Ιησούς είπεν· ήψατό μου τις· εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ΄ εμού. Ιδούσα δε η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε και προσπεσούσα αυτώ δι΄ ην αιτίαν ήψατο αυτού απήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός του λαού, και ως ιάθη παραχρήμα. Ο δε είπεν αυτή· θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εις ειρήνην. Έτι αυτού λαλούντος έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου· μη σκύλλε τον διδάσκαλον. Ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη αυτώ λέγων· μη φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται. Ελθών δε εις την οικίαν ουκ αφήκεν εισελθείν ουδένα ει μη Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον και τον πατέρα της παιδός και την μητέρα. Έκλαιον δε πάντες και εκόπτοντο αυτήν. ο δε είπε· μη κλαίετε· ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει. Και κατεγέλων αυτού, ειδότες ότι απέθανεν. Αυτός δε εκβαλών έξω πάντας και κρατήσας της χειρός αυτής εφώνησε λέγων· η παις, εγείρου. Και επέστρεψε το πνεύμα αυτής. και ανέστη παραχρήμα, και διέταξεν αυτή δοθήναι φαγείν. Και εξέστησαν οι γονείς αυτής. Ο δε παρήγγειλεν αυτοίς μηδενί ειπείν το γεγονός.


Μετάφραση:


Τότε ήρθε κάποιος που τον έλεγαν Ιάειρο και ήταν άρχοντας της συναγωγής. Αυτός έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη δώδεκα χρόνων, που ήταν ετοιμοθάνατη. Την ώρα που ο Ιησούς βάδιζε προς το σπίτι, τα πλήθη τον περιέβαλαν ασφυκτικά. Κάποια γυναίκα, που υπέφερε από αιμοραγία δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς, χωρίς κανένας να μπορέσει να την κάνει καλά, πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη το ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε. Τότε ο Ιησούς είπε: «Ποιος με άγγιξε;» Ενώ όλοι αρνιούνταν, ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του έλεγαν: «Διδάσκαλε, οι όχλοι έχουν στριμωχτεί κοντά σου και σε πιέζουν κι εσύ λες ποιος με άγγιξε;» Ο Ιησούς όμως είπε: «Κάποιος με άγγιξε, γιατί εγώ ένιωσα να βγαίνει από μένα δύναμη». Μόλις η γυναίκα είδε ότι δεν ξέφυγε την προσοχή του, ήρθε τρέμοντας κι έπεσε στα πόδια του και μπροστά σ΄ όλο τον κόσμο του είπε για ποια αιτία τον άγγιξε κι ότι είχε γιατρευτεί αμέσως. Εκείνος της είπε: «Θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε· πήγαινε στο καλό». Ενώ ο Ιησούς ακόμα μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: «Η κόρη σου πέθανε· μην ενοχλείς πια το δάσκαλο». Όταν το άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Εσύ μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί». Φτάνοντας στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα μαζί του, εκτός από τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, καθώς και τον πατέρα και τη μητέρα του κοριτσιού. Όλοι έκλαιγαν και τη θρηνολογούσαν. Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Εκείνοι τον περιγελούσαν, βέβαιοι πως είχε πεθάνει. Ο Ιησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το κορίτσι από το χέρι και του είπε δυνατά: «Κορίτσι, σήκω!» Το πνεύμα της επέστρεψε κι αυτή αμέσως σηκώθηκε. Ο Ιησούς τότε διέταξε να της δώσουν να φάει. Οι γονείς της έμειναν κατάπληκτοι. Εκείνος όμως τους είπε να μην πουν σε κανέναν τι είχε γίνει.


ΕΙΡΗΝΗ,
ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟ ΑΓΑΘΟ

«Πορεύου εν ειρήνη»

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟ αγαθό, ωραιότερο πράγμα από την ειρήνη. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, εξυμνώντας σε μια ομιλία του την ειρήνη, αναφωνεί: «Ειρήνη φίλη, το γλυκύ και πράγμα και όνομα…Ειρήνη το εμόν μελέτημα και καλλώπισμα…Ειρήνη φίλη, το παρά πάντων μεν επαινούμενον αγαθόν, υπ’ ολίγων δε φυλασσόμενον..».
Πράγματι! Όλοι οι άνθρωποι εξυμνούμε την ειρήν, όλοι θέλουμε να επικρατεί γύρω μας, στον κόσμο ολόκληρο, η ειρήνη. Ωστόσο, δεν εργαζόμαστε πάντοτε για την επικράτηση της. Και όχι μόνο αυτό. Συχνά και πολλοί αντί για την ειρήνη υπηρετούμε τις συγκρούσεις, τις αντιπαραθέσεις, την αναστάτωση, τον πόλεμο! Ανάμεσα στους ανθρώπους. Ανάμεσα στις οικογένειες. Ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ανάμεσα στους λαούς!
Ο Κύριος μακαρίζει τους ειρηνοποιούς (Ματθ. 5,9). Και συχνά ομιλεί για το αγαθό της ειρήνης. Αυτό κάνει και στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε. Αποτείνεται προς την αιμοροούσα γυναίκα, που λίγο πριν είχε θεραπευτεί από την χρόνια αρρώστια της, όταν «προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού». Της ζητά να έχει θάρρος και της απευθύνεται την ευχή-ευλογία: «Πορεύου εις ειρήνην». Ο Κύριος δηλαδή εύχεται η ζωή αυτής της γυναίκας να κυλά ειρηνικά. Η ειρήνη του Θεού να αποτελεί τον αχώριστο σύντροφο της.
Την ειρήνη του Θεού προσφέρει ο Χριστός και σ’ όλους εμάς τους μαθητές Του. Η διαβεβαίωση που δίνει στους Δώδεκα, λίγο πριν από το σταυρικό Του Πάθος, ισχύει και για μας: «ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιω,14, 27). Γι’ αυτό και οι χριστιανοί κάθε φορά που συναθροιζόμαστε για να λατρεύσουμε τον Κύριο, ένα από τα πιο βασικά αιτήματα που του απευθύνουμε είναι να μας δώσει ειρήνη: «Ειρήνη τω κόσμω σου δώρησαι»! Συναγμένοι όλοι οι πιστοί τον παρακαλούμε «εν ειρήνη». Και λαμβάνοντες «άνωθεν» την ευλογία της ειρήνης αποχωρούμε «εν ειρήνη» από τις συνάξεις μας. Τι να σημαίνει τούτο άραγε; Ότι η ζωή μας ως χριστιανών πρέπει να είναι ειρηνική. Η ειρήνη του Θεού να αποτελεί το σταθερό πλαίσιο της. Η πορεία και η παρουσία μας ως μαθητών του Χριστού μέσα στον κόσμο να είναι παρουσία κατ’ εξοχήν ειρηνευμένων ανθρώπων.

1. Ειρηνευμένοι με τον Θεό Πατέρα μας

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΙΝΑΙ πράγματι ένας ειρηνικός άνθρωπος, όταν είναι ειρηνευμένος και συμφιλιωμένος με τον ίδιο τον Θεό. Χωρίς τον Θεό, μακριά από τον Ιησού Χριστό, δεν υπάρχει ειρήνη. Ο άνθρωπος αδυνατεί να ειρηνεύσει. Ειρηνεύουμε όταν πιστεύουμε στον Θεό και ακολουθούμε το θέλημα Του. Ειρηνεύουμε όταν μέσα μας κατοικεί ο Χριστός, διότι η ειρήνη του χριστιανού τελικά είναι ο ίδιος ο Κϋριος, καθώς γράφει ο απόστολος Παύλος: «Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών» (Εφ. 2,14). Γι’ αυτό ακριβώς και ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει ότι «ο ζητών ειρήνην, Χριστόν εκζητεί, ότι αυτός εστιν η ειρήνη». Ειρηνεύουμε όταν αγωνιζόμαστε εναντίον του πονηρού. «Αν τω διαβόλω πολεμώμεν», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ειρηνεύομεν τω Θεώ».
Καθώς διδάσκει ο απόστολος Παύλος, η ειρήνη στη βαθύτερη υπόσταση της αποτελεί καρπόν του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22). Και αποδίδουμε αυτόν τον καρπό όταν μέσα μας κατοικεί το πνεύμα του Θεού. Αλλά προϋπόθεση της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα μας είναι η αφοσίωση και η υπακοή μας στο νόμο του Θεού. Και όταν αυτό γίνεται, τότε έρχεται και η ειρήνη: «Ειρήνη πολλή τοις αγαπώσι τον νόμον σου, Κύριε» (Ψαλ. 118,165). Δηλαδή, ειρήνη πολλή βασιλεύει στην καρδιά εκείνων που αγαπούν και τηρούν τον νόμο του Κυρίου. Πολύ σοφά και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι η ειρήνη πηγάζει από την γνώση του αληθινού Θεού και από την απόκτηση της αρετής: «Ουδέν γαρ ούτως ποιείν είωθεν, ως η του Θεού γνώσις, και η της αρετής κτήσις».

2. Ειρηνευμένοι με τους αδελφούς μας

ΩΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ οφείλουμε – όσο γίνεται, όσο εξαρτάται από μας – να ειρηνεύουμε με όλους τους ανθρώπους (Ρωμ. 12, 18). Πορεύομαι εν ειρήνη σημαίνει ότι επιδιώκω να έχω ειρηνικές σχέσεις με τους άλλους, ότι προσπαθώ να συμπεριφέρομαι σε κάθε περίσταση με τρόπο ειρηνικό. Ειρηνικοί στο σπίτι μας. Μέσα στην οικογένεια μας. Ειρηνικοί στο χώρο της εργασίας μας. Ειρηνικοί στις κοινωνικές μας συναναστροφές. «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων» μας συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος (Εβρ. 12, 14).
Όμως ας μην το θεωρούμε ευκολοκατόρθωτο πράγμα. Χωρίς ειλικρινή αγάπη στην καρδιά, χωρίς ανεκτικότητα προς τους άλλους, ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει. Η ειρήνη στις διαπροσωπικές σχέσεις προϋποθέτει πολλήν αυταπάρνηση. Απαιτεί να εμφορούμαστε από πνεύμα θυσίας. Και αν βλέπουμε σήμερα να απουσιάζει από τις σχέσεις καιτη συμπεριφορά πολλών ανθρώπων η ειρήνη, αυτό οφείλεται στη φιλαυτία και τον εγωισμό που φωλιάζει στην καρδιά μας.

3. Ειρηνευμένοι με τον ίδιο τον εαυτό μας

Η ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΝ είναι μια εξωτερική κατάσταση, είναι προπάντων κατάσταση εσωτερική, υπόθεση της καρδιάς του ανθρώπου. Και όταν η καρδιά μας ειρηνεύει, τότε η ειρήνη σφραγίζει και την εξωτερική μας συμπεριφορά. Διαποτίζει και τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Γι’ αυτό και βασική επιδίωξη μας θα πρέπει να είναι η ειρήνευση της καρδιάς, η ειρήνευση των λογισμών μας. Διότι όταν αφήνουμε τα πάθη να συνταράζουν την καρδιά, όπως τα αφρισμένα κύματα στη θάλασσα, όταν επιτρέπουμε οι ακάθαρτοι λογισμοί να αναστατώνουν τον νου, τότε μέσα μας δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη.
Μισούμε; Η καρδιά ταράζεται από το μίσος. Θυμώνουμε; Ο θυμός διώχνει από μέσα μας την ειρήνη. Κατακρίνουμε; Η κατάκριση αναστατώνει το λογισμό. Υποκύπτουμε στη φιληδονία; Αναταράζονται οι εμπαθείς επιθυμίες και επαναστατεί η σάρκα. Η ειρήνη, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, προϋποθέτει «την κατά των παθών δεσποτείαν», δηλαδή την υπερνίκηση των διαφόρων παθών. Και όπως γράφει ένας άλλος από τους πνευματικούς διδασκάλους μας, «η ειρήνη του Χριστού δεν μας παρακινεί να ειρηνεύσουμε με τους άλλους μόνο, αλλά και με τον εαυτό μας, ώστε η σάρκα να μην επαναστατεί εναντίον της ψυχής». Ο απόστολος Παύλος παρομοιάζει την ειρήνη με φρουρό. Και γράφοντας προς τους χριστιανούς των Φιλίππων εύχεται η ειρήνη του Θεού να φρουρεί τις καρδιές μας (Φιλ. 4, 7).

* * *

Αδελφοί μου,
Καθημερινά όλοι μας διαπιστώνουμε τη ζουγκλοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Όλοι μας επισημαίνουμε την απουσία της ειρήνης και της αλληλοκατανόησης στη συμπεριφορά των περισσοτέρων.
Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνει; Είναι απλό, και μας το υποδεικνύει σήμερα ο λόγος του Κυρίου: Να πορευόμαστε εν ειρήνη. Να ειρηνεύουμε μεταξύ μας. Η ειρήνη του Θεού να βασιλεύει στην καρδιά μας και να διέπει τη συμπεριφορά μας.

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009


Κατά οργιζομένων
του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου.


«… Ο θυμός κάνει τις γλώσσες αχαλίνωτες και τα στόματα απύλωτα. Ασυγκράτητα χέρια, βρισιές, κοροϊδίες, κακολογίες, πληγές και άλλα αναρίθμητα κακά προέρχονται από την οργή και το θυμό. Εξαιτίας του θυμού, ξίφη ακονίζονται, δολοφονίες τολμώνται, αδέρφια χωρίζουν και συγγενείς ξεχνούν τον συγγενικό δεσμό τους. Οι οργισμένοι αγνοούν πρώτα τους εαυτούς τους κι έπειτα όλους τους οικείους. Όπως οι χείμαρροι παρασύρουν κατεβαίνοντας το καθετί, έτσι και η βίαιη κι ασυγκράτητη ορμή των οργισμένων δεν υπολογίζει τίποτα. Οι θυμωμένοι δεν σέβονται τους γέροντες, την ενάρετη ζωή, τη συγγένεια, τις προηγούμενες ευεργεσίες, ούτε τίποτ’ άλλο σεβαστό και έντιμο. Ο θυμός είναι μια πρόσκαιρη τρέλα.
Ποιος θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το κακό; Πως μερικοί είναι τόσο ευέξαπτοι, που με την παραμικρή αφορμή θυμώνουν; Φωνάζουν και αγριεύουν και ορμούν πιο αδίσταχτα κι από τα άγρια θηρία. Δεν σταματούν προτού ξεθυμάνει η οργή τους σ’ ένα μεγάλο και ανεπανόρθωτο κακό. Ούτε το σπαθί ούτε η φωτιά ούτε κανένα άλλο φόβητρο είναι ικανό να συγκρατήσει την ψυχή που έγινε μανιακή από την οργή. Οι οργισμένοι δεν διαφέρουν από τους δαιμονισμένους σε τίποτα, ούτε στην εξωτερική μορφή ούτε στην εσωτερική κατάσταση…
Μην προσπαθείς να θεραπεύσεις το ένα κακό με άλλο κακό. Μην επιχειρείς να ξεπεράσεις τον αντίπαλο στις συμφορές. Γιατί στους κακούς ανταγωνισμούς ο νικητής είναι αθλιότερος, αφού αποχωρεί με τη μεγαλύτερη ευθύνη της αμαρτίας. Σ’ έβρισε ο οργισμένος; Σταμάτησε το πάθος με τη σιωπή…
Σε ονόμασε άσημο και άδοξο ο οργισμένος αντίπαλός σου; Εσύ σκέψου ότι είσαι «χώμα και στάχτη» (Γεν. 18,27). Γιατί δεν είσαι ανώτερος από τον Αβραάμ, που ονόμαζε έτσι τον εαυτό του. Σε ονόμασε αγράμματο και φτωχό και τιποτένιο; Εσύ σκέψου ότι είσαι σκουλήκι και ότι προέρχεσαι από την κοπριά, όπως γράφει ο Δαβίδ (Ψαλμ. 21,7). Πρόσθεσε σ’ αυτά και το παράδειγμα του Μωυσή που όταν τον έβρισαν ο Ααρών και η Μαριάμ, δεν παραπονέθηκε στο Θεό εναντίον τους, αλλά προσευχήθηκε γι’ αυτούς (Αριθ. 12, 1-13)…
Αλλά κι αν ο αντίπαλός σου σε αποκαλέσει ανόητο και αγράμματο, θυμήσου τις βρισιές των Ιουδαίων εναντίον της αληθινής Σοφίας: «Είσαι Σαμαρείτης και δαιμονισμένος» (Ιω. 8,48)… Σε ράπισε ο αντίπαλος; Σκέψου ότι και τον Κύριο ράπισαν. Σ’ έφτυσε; Σκέψου ότι και τον Κύριό μας έφτυσαν. Και μάλιστα δεν έκρυψε το πρόσωπό του για ν’ αποφύγει τον εξευτελισμό από τα φτυσίματα. Συκοφαντήθηκες; Το ίδιο έπαθε κι ο Κύριος. Σου ξέσκισαν τα ρούχα; Αφαίρεσαν και του Κυρίου τα ενδύματα οι στρατιώτες και τα μοίρασαν μεταξύ τους (Ιω. 19,24). Εσύ όμως δεν καταδικάστηκες ακόμα. Ούτε σταυρώθηκες. Πολλά σου λείπουν για να μιμηθείς τον Κύριο… Ήρεμα ανέχθηκε το ράπισμα του δούλου. Ο Δεσπότης και Δημιουργός τ’ ουρανού και της γης. Αυτός που προσκυνείται απ’ ολόκληρη την ορατή και αόρατη κτίση. Αυτός που «συγκρατεί το σύμπαν με τη δύναμη του λόγου Του» (Εβρ. 1,3), δεν επιτρέπει ν’ ανοίξει η γη και να καταπιεί ζωντανό τον ασεβή δούλο ούτε τον στέλνει στον άδη, αλλά τον νουθετεί και τον διδάσκει: «Αν είπα κάτι κακό, πες ποιο ήταν αυτό. Αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;» (Ιω. 18,23).
…Όταν νιώσεις τον πειρασμό να βρίσεις, σκέψου ότι δοκιμάζεσαι. Θα πάς με το μέρος του Θεού, δείχνοντας μικροθυμία, ή θα τρέξεις προς το διάβολο, δείχνοντας την αγαθή μερίδα; Γιατί ή θα ωφελήσεις και τον αντίπαλο ακόμα με το παράδειγμα της πραότητός σου ή θα ζημιωθείτε κι οι δύο με τον εγωισμό σου…
Δυο πράγματα κι εσύ ν’ αποφεύγεις: Να μη θεωρείς τον εαυτό σου άξιο για επαίνους και να μη νομίζεις κανέναν κατώτερό σου. Με τον τρόπο αυτό ποτέ δεν θ’ ανάψει μέσα σου ο θυμός για τις προσβολές που σου γίνονται… Το θυμό σου να τον στρέφεις εναντίον του ανθρωποκτόνου διαβόλου, που είναι ο πατέρας του ψεύδους και ο πρόξενος κάθε αμαρτίας. Να είσαι όμως σπλαχνικός με τον αδελφό σου, γιατί αν συνεχίσει ν’ αμαρτάνει, θα παραδοθεί στο αιώνιο πυρ μαζί με το διάβολο. Όπως διαφέρουν οι λέξεις θυμός και οργή, έτσι διαφέρουν και οι σημασίες τους. Θυμός είναι μια έντονη έξαψη κι ένα ξέσπασμα του πάθους. Ενώ οργή είναι μια μόνιμη λύπη και μια διαρκής τάση για εκδίκηση, σαν να φλέγεται η ψυχή από τον πόθο ν’ ανταποδώσει το κακό. Οι άνθρωποι αμαρτάνουν και με τις δυο καταστάσεις. Άλλοτε ορμούν απερίσκεπτα να χτυπήσουν όσους τους προκάλεσαν και άλλοτε καιροφυλακτούν δόλια να εκδικηθούν όσους τους λύπησαν. Εμείς και τα δυο πρέπει να τ’ αποφεύγουμε…
… Αν συνηθίσεις να είσαι ο έσχατος, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου («Όποιος θέλει να είναι ο πρώτος, θα πρέπει να γίνει ο τελευταίος απ’ όλους / Μαρκ. 9,35), υπάρχει περίπτωση ν’ αγανακτήσει στις άδικες κατηγορίες; Όταν σε βρίζει ένα μικρό παιδί, θεώρησε τα λόγια του σαν αφορμή για γέλιο. Αλλά κι όταν κανείς μεγάλος κυριευθεί από μανία και ξεστομίζει ατιμωτικά λόγια, να τον θεωρείς άξιο συμπάθειας μάλλον παρά μίσους. Δεν είναι τα λόγια που μας λυπούν. Είναι η υπεροψία μας απέναντι στον υβριστή και η μεγάλη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας. Αν λοιπόν αφαιρέσεις από μέσα σου αυτά τα δυο, τότε τα λόγια μόνα τους είναι ένας κούφιος θόρυβος…
Αν με τη σύνεση μπορέσεις να κόψεις την πικρή ρίζα του θυμού, θα ξεριζώσεις μαζί της πολλά άλλα πάθη. Γιατί η δολιότητα, η υποψία, η θρασύτητα, η απιστία, η κακοήθεια, η επιβουλή και όλα τα συγγενικά πάθη είναι γεννήματα αυτής της κακίας. Ας μην κρύβουμε μέσα μας ένα τόσο μεγάλο κακό. Είναι αρρώστια της ψυχής, σκοτείνιασμα του νου, αποξένωση από το Θεό, αιτία φιλονικίας, αφορμή συμφοράς, πονηρό δαιμόνιο που κυριαρχεί στην ψυχή και αποκλείει την είσοδο του Αγίου Πνεύματος. Γιατί όπου είναι έχθρες, φιλονικίες, θυμοί, φατρίες, διαμάχες, που διαρκώς ταράζουν την ψυχική γαλήνη, εκεί το πνεύμα της πραότητος δεν αναπαύεται.
Ας συμμορφωθούμε, λοιπόν, με την εντολή του αποστόλου Παύλου, «Διώξτε μακριά σας κάθε δυσαρέσκεια, θυμό, οργή, κραυγή, κατηγόρια, καθώς και κάθε άλλη κακότητα» (Εφ. 4,31), και ας περιμένουμε την εκπλήρωση της υποσχέσεως που έδωσε ο Κύριος στους πράους: «Μακάριοι είναι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη της επαγγελίας» (Ματθ. 5,5).


πηγή: http://stratisandriotis.blogspot.com/

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής , 01/11 Λουκάς ις΄19-31 ,

[ Του πλουσίου και του φτωχού ].


Κείμενο :


Άνθρωπος δε τις ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ΄ ημέραν λαμπρώς. Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού. Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Και αυτός φωνήσας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λαζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη. Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου. Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών. Ο δε είπεν· ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ΄ εάν τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Είπε δε αυτώ· ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται.


Μετάφραση:


«Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές. Αυτός προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλυφαν τις πληγές. Πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήραν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και θάφτηκε. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του τον Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού μου και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ΄ αυτή τη φωτιά. Κι ο Αβραάμ του απάντησε: παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα όμως αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Κι εκτός απ΄ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σ΄ εσάς να μην μπορούν, ούτε οι από εκεί να περάσουν σ΄ εμάς. Είπε πάλι ο πλούσιος: τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί σ΄ αυτό τον τόπο των βασάνων. Ο Αβραάμ του λέει: έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών· ας υπακούσουν σ΄ αυτά. Εκείνος τότε του είπε: όχι, πατέρα μου Αβραάμ· αν όμως κάποιος από τους νεκρούς πάει σ΄ αυτούς, θα μετανοήσουν. Του είπε ο Αβραάμ: αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δε θα πειστούν ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς».


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 16, 19-31)

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ

«Άνθρωπος τις ήν πλούτος…»

ΔΥΟ ΑΠΟ ΤΙΣ βασικότερες ανάγκες του ανθρώπου είναι η τροφή και το ένδυμα. Η τροφή για να αυξηθεί και να συντηρηθεί το σώμα. Το ένδυμα για να καλύψουμε τη γυμνότητα του και να το προστατεύσουμε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Μέσα στα πλαίσια των δυο αυτών αναγκών οι άνθρωποι αγωνιζόμαστε για να εξασφαλίσουμε τη διατροφή και την ενδυμασία μας. Όμως αν δεν προσέξουμε, ο αγώνας αυτός μπορεί να διαστρέψει τις δυο φυσικές ανάγκες και να τις μεταβάλλει σε φοβερά τυραννικά πάθη. Το ένδυμα και η ανάγκη του να γίνει πολυτέλεια που προκαλεί, χλιδή που διαφθείρει, ματαιοδοξία βδελυκτή στα μάτια του Θεού. Και η τροφή και η λήψη της να μεταβληθεί σε κοιλιοδουλία, κυνήγι της ηδονής, κολακεία της σάρκας.
Τον κίνδυνο αυτό μας επισημαίνει σήμερα ο Κύριος με την παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου που ακούσαμε. Και θέλοντας να ξυπνήσουμε όλοι όσοι περιπέσαμε στο λήθαργο της ματαιόδοξης πολυτέλειας και της λατρείας των αναγκών του σώματος, μας παρουσιάζει και τις οδυνηρές μεταθανάτιες συνέπειες, που συνεπάγεται μια ζωή που κύλησε μέσα στην εγωπαθή ικανοποίηση των ατομικών αναγκών και τη σκληροκαρδία απέναντι στον πόνο και στη δυστυχία των άλλων. Των εν Χριστώ αδελφών μας. Των συνανθρώπων μας.

Καλός ή κακός ο πλούτος;

«ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΙΣ ήν πλούσιος…». Έτσι αρχίζει την παραβολή Του ο Κύριος. Αντίθετα με ό,τι κάνει για τον φτωχό Λάζαρο, για τον πλούσιο απαξιώνει να αναφέρει το όνομα του. Και μας περιγράφει με ζωηρά χρώματα την εγκόσμια πορεία του. Το πώς έζησε και πως συμπεριφέρθηκε. Του απαγγέλλει σοβαρό κατηγορητήριο και μας τον παρουσιάζει βαριά τιμωρημένη στη μεταθανάτια ζωή. Γιατί τάχα; Επειδή άραγε ήταν πλούσιος; Μήπως ο πλούτος και τα υλικά αγαθά είναι πράγματα απαράδεκτα και κατακριτέα από τον Θεό;
Ασφαλώς όχι. Ο πλούτος και τα υλικά αγαθά αυτά καθεαυτά δεν είναι καταδικαστέα. Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποιούμε. Στο πως διαχειριζόμαστε τον πλούτο που, φυσικά, αποκτήσαμε με τον έντιμο μόχθο μας. Στο ποια θέση του δίνουμε μέσα στη ζωή μας. Διότι πρέπει να ομολογήσουμε ότι η καρδιά του ανθρώπου εύκολα αιχμαλωτίζεται από τα πλούτη. Κουρσεύεται από το πάθος της φιλαργυρίας. Παρασύρεται από την ματαιότητα του κόσμου και κυριεύεται από τη φιληδονία. Και τότε λησμονεί τον Θεό και γίνεται άκαρδος και σκληρός προς τους συνανθρώπους του. «Πρόσεξε», φωνάζει ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη, «μήπως αφού φας και χορτάσεις τα αγαθά της γης, και χτίσεις όμορφα και πολυτελή σπίτια και κατοικήσεις σ’ αυτά…κι αυξηθεί το χρυσάφι και το ασήμι σου…, υπερηφανευτεί η καρδιά σου και λησμονήσεις τον Κύριο και Θεό σου» (Δευτ. 8, 11-14).
Αυτό ακριβώς έπαθε και ο πλούσιος της παραβολής. Έγινε αιχμάλωτος του πλούτου του. Λησμόνησε τον Θεό και διέγραψε τους άλλους ανθρώπους από τον ορίζοντα της ζωής του. Με δυο αδρές πινελιές ο Κύριος μας ζωγραφίζει την κατάσταση του.

Χλιδή και κοιλιοδουλία,
δυο φοβερά κακά του πλούτου

«ΕΝΕΔΙΔΥΣΚΕΤΟ πορφύραν και βύσσον». Ο πλούσιος της παραβολής κυριεύτηκε από την πολυτέλεια. Η ανάγκη του ενδύματος του έγινε τυραννικό πάθος. Φορούσε ενδύματα από τα πιο ακριβά, καμωμένα από βύσσο των Ινδιών και βαμμένα με πορφύρα της Φοινίκης. Ενδύματα δηλαδή, πολυτελή, βαρύτιμα και σπάνια. Έτσι ειδωλοποίησε το σώμα του. Κόμπαζε στολισμένος. Επιδειχνόταν προκλητικά. Αυτοθαυμαζόταν. Και επιδίωκε να τον θαυμάζουν και οι άλλοι. Και να τον επαινούν οι διάφοροι κόλακες.
«Ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς». Ο πλούσιος του Ευαγγελίου δεν ήταν μόνο ματαιόδοξος. Ήταν και κοιλιόδουλος. Λάτρευε την κοιλιά του. Ανήκε στην κατηγορία εκείνων, «ών ο Θεός η κοιλία», όπως γράφει ο Απόστολος (Φιλ. 3, 19). Γι’ αυτό και ζούσε «ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς». Πόσα και πόσα δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός του Κυρίου! Φαγητά σπάνια και γαργαλιστικά. Ποτά μυρωδάτα και μεθυστικά. Πλήθη κολάκων να συντρώγουν μαζί του. Ποτήρια να τσουγκρίζονται, πιάτα να σπάνε, γέλια ηχηρά, βωμολοχίες, αισχρότητες. Και όλα αυτά όχι σπάνια. Όχι σε αραιά, επιτέλους, διαστήματα αλλά «καθ’ ημέραν», καθημερινά. Οι πολλοί τρώνε για να ζουν. Εκείνος ο ταλαίπωρος ζούσε για να τρώει. Σύνθημα ζωής γι’ αυτόν ήταν το στολίδι και η επίδειξη, το φαγοπότι και το ξεφάντωμα. Το ένδυμα και η τροφή, δυο φυσιολογικές ανάγκες, είχαν πλήρως διαστραφεί. Και είχαν γίνει πάθη αποκρουστικά που αιχμαλώτισαν την καρδιά του!
Ο Κύριος για να εκφράσει εντονότερα τη ζοφερή κατάσταση της ψυχής του πλουσίου, μας δίνει ευθύς αμέσως και την εικόνα του φτωχού και δυστυχισμένου Λαζάρου. Στεκόταν παραπεταμένος στην εξώπορτα του μεγάρου του πλουσίου, ρακένδυτος και πληγιασμένος. Και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα του τραπεζιού που πετούσαν οι υπηρέτες. Ο πλούσιος τον έβλεπε καθημερινά. Και όμως έμενε ψυχρός και αδιάφορος. Δεν μπόρεσε να εννοήσει το χρέος του. Δεν ξύπνησε από τον λήθαργο της εγωπάθειας του.

Η προκλητική πραγματικότητα της εποχής μας

ΟΜΩΣ ΑΣ αφήσουμε τον πλούσιο της παραβολής και ας έρθουμε στην εποχή μας. Πολύ φοβούμαι, λοιπόν, ότι και σήμερα – και όχι μόνο οι πλούσιοι αλλά λίγο-πολύ όλοι μας – πάσχουμε από τη διπλή αυτή αρρώστια του πλουσίου της παραβολής, την επιδεικτική πολυτέλεια και τη ζωώδη κοιλιοδουλία. Διαστρέψαμε δυο φυσικές ανάγκες, όπως είναι το ένδυμα και η τροφή, με αποτέλεσμα να γίνουμε δούλοι της πολυτέλειας, σκλάβοι της μεγάλης αφέντισσας που ακούει στο όνομα κοιλιά!
Η σημερινή κοινωνία είμαστε μια κοινωνία πολυτέλειας, επιδείξεως και σπατάλης. Ο άνθρωπος σήμερα ντύνεται με τον ένα ή τον άλλον τρόπο όχι γιατί το επιβάλλει η ανάγκη αλλά η θεοποιημένη μόδα και ο συρμός. Ντύνεται ή γδύνεται – αναλόγως! – διότι έτσι αποφασίζουν σκοτεινά και ύποπτα κέντρα ή πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα. Ανυπολόγιστο χρήμα ξοδεύεται κάθε χρόνο για να στολιστεί το σαρκίο σύμφωνα με τις επιταγές της θεάς μόδας. Αμύθητα ποσά για κοσμήματα. Χρόνος και χρήμα στους νεοειδωλολατρικούς ναούς της εποχής – τα «ινστιτούτα καλλονής», «αισθητικής», και πολλά άλλα.
Αλλά και στη λατρεία της κοιλιάς δεν υστερούμε. Χρήμα, χρήμα άφθονο ξοδεύεται για να φάμε και να πιούμε ό,τι πιο σπάνιο, ό,τι πιο πολυτελές. Περιουσίες ολόκληρες θυσιάζονται για την κοιλιά και τις άλλες αισχρές ηδονές που αναπότρεπτα συνδέονται με το φαγοπότι. Βάκχος και Αφροδίτη λατρεύονται πάντοτε μαζί. Λέγεται ότι στην Αμερική και την Ευρώπη ξοδεύονται για διασκεδάσεις πολύ περισσότερα από όσα ξοδεύονται για να τραφεί ολόκληρος ο πληθυσμός της γης!
Και όλα αυτά, όταν ανάμεσα μας, πολύ κοντά μας – η γη μας δεν είναι παρά μια μεγάλη γειτονιά – χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα, όταν εκατομμύρια παιδιά πεινούν και υποσιτίζονται, ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, στερούνται τα πιο απαραίτητα πράγματα για να επιβιώσουν. Όλοι αυτοί είναι οι σύγχρονοι Λάζαροι. Και στέκονται πολύ κοντά μας. Ανάμεσα μας. Μπορούμε να τους δούμε. Αρκεί τα μάτια μας – τα μάτια της ψυχής κυρίως – να είναι ανοιχτά!

* * *
Αδελφοί μου,
Δεν ήταν τα πλούτη του για τα οποία κατακρίθηκε από τον Θεό ο πλούσιος. Ήταν η προσήλωση του σ’ αυτά. Ήταν ο τρόπος που τα διαχειρίστηκε. Ήταν η πολυτέλεια και η κοιλιοδουλία του. Ήταν η αναλγησία του μπροστά στον πόνο και τη δυστυχία του φτωχού Λαζάρου. «Ακουέτωσαν ταύτα οι πλούσιοι», φωνάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Μάλλον δε ουχί οι πλούσοι, αλλ’ οι ανελεήμονες. Ου γαρ επειδή πλούσιος ήν εκολάζετο, αλλ’ επειδή ουκ ηλέησεν. Ένεστι γαρ πλουτούντα και ελεούντα τυχείν παντός αγαθού».
Γι’ αυτό μακριά από μας η πολυτέλεια και η κοιλιοδουλία. Ασφαλώς θα ντυθούμε και θα φάμε και θα πιούμε. Όμως πάντοτε με μέτρο, απλά και λιτά. «Έχοντες διατροφάς και σκεπάσματα», λέει ο Απόστολος του Θεού, «τούτοις αρκεσθησόμεθα» (Α’ Τιμ. 6,7). Δεν είναι σκοπός της ζωής η ενδυμασία και η τροφή. Είναι μέσα. Δεν ζούμε για να τρώμε. Τρώμε για να ζούμε. Και για να είναι οι καρδιές και τα χέρια ανοιχτά στον πόνο και τις ανάγκες των συνανθρώπων μας, των ελαχίστων αδελφών του Κυρίου.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009


Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ


Γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου την εορτή της αγίας Σκέπης. Και για την γιορτή αυτή συμβαίνει αυτό που λέγει ο άγιος Χρυσόστομος για τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, ότι πολλοί γιορτάζουν τις μεγάλες γιορτές, ξέρουν το όνομά τους, δεν ξέρουν όμως το βαθύτερο νόημά τους, ούτε το μήνυμα που θέλει να εξαγγείλει η Εκκλησία μας μέσω των εορτών αυτών. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι, λέγει ο ιερός πατήρ, έρχονται στην Εκκλησία από συνήθεια και όχι από ευσέβεια. Γι’ αυτό ας ασχοληθούμε σήμερα με την υπόθεση της γιορτής καθώς και για το μήνυμά της προς το λαό του Θεού.
Πως καθιερώθηκε η γιορτή της αγίας Σκέπης.
Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν εν ταπεινώσει και αφανεία. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι παρθένοι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.
Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.
Μα θα μου πείτε, είναι τόσο μεγάλο το γεγονός που η Παναγία μας προσεύχεται για μας, ώστε η Εκκλησία μας να έχει ιδιαίτερη γιορτή γι’ αυτό το γεγονός; Ναι μάλιστα είναι μεγάλο και σπουδαίο και ζωτικής σημασίας. Λέγει κάπου ο ιερός Χρυσόστομος ότι πάντοτε έχουμε την ανάγκη των προσευχών των άλλων όσο και ενάρετοι και ευσεβείς κι αν είμαστε. Παράδειγμα χαρακτηριστικό γι’ αυτό είναι ο απόστολος Παύλος, αυτός που ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού κι άκουσε άρρητα ρήματα, αυτός που ονομάσθηκε στόμα Χριστού, αυτός που είχε «νουν Χριστού», αυτός που «αναπλήρωνε τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού στο σώμα του», αυτός λοιπόν ο γίγας της αρετής και της ευσέβειας, πάντα ζητούσε τις προσευχές των χριστιανών. Αν και αυτοί που θα προσευχότανε για τον Παύλο δεν ήταν ούτε ανώτεροι του ούτε ισάξιοί του. Μοιάζει το γεγονός σαν ένας στρατιώτης να μιλά στον πρόεδρο της δημοκρατίας για τον στρατηγό. Κι όμως ο Παύλος όχι μόνο δεν αρνήθηκε τις προσευχές των χριστιανών, αλλά αντίθετα τους προέτρεψε και τους παρακαλούσε να προσεύχονται για κείνον.
Στην προς Ρωμαίους (15,30) γράφει· «Παρακαλώ δε υμάς αδελφοί μου … συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν». Στους Εφεσίους (6,18-19) συνιστά δέηση περί «πάντων των αγίων» και περί εαυτού. Τους Κολοσσαείς (4,2-3) παροτρύνει «τη προσευχή προσκαρτερείτε … προσευχόμενοι άμα και περί ημών». Τους Θεσσαλονικείς (Α΄ Θεσ. 5,25 · Β΄ Θεσ. 3,1) παρακαλεί «αδελφοί προσεύχεσθε υπέρ ημών».
Όχι δε μόνο ζητά να προσεύχονται γι’ αυτόν και για τους συνεργάτες του, αλλά και πιστεύει ότι ήδη το κάνουν και στις προσευχές τους οφείλει την υγεία του και τη σωτηρία από μεγάλους κινδύνους (πρβλ. Φιλημ. 22 · Β΄ Κορ. 1,10-11).
Αλλά και ο Πέτρος δεν είπε τι μου χρειάζεται η προσευχή των άλλων αφού είμαι απόστολος, αφού ομολόγησα το θεανθρώπινο του Χριστού, αφού πάνω στην ομολογία μου στηρίχθηκε η Εκκλησία. Έτσι όταν ήταν στη φυλακή από τον Ηρώδη τον Αγρίππα τον Α΄, οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων προσευχόταν γι’ αυτόν με αποτέλεσμα να τον ελευθερώσει άγγελος Κυρίου κατά θαυμαστόν τρόπο.
Λοιπόν κι αν είσαι Παύλος κι αν είσαι Πέτρος έχεις ανάγκη των προσευχών των άλλων και μάλιστα των αγίων και μάλιστα της Παναγίας. Βέβαια οι αιρετικοί διαφωνούν στο σημείο αυτό και λένε να προσευχόμαστε κατ’ ευθείαν στο Θεό και όχι να επιζητούμε τις δεήσεις των αγίων. Ήδη τα παραδείγματα που αναφέραμε δίδουν την απάντηση, γιατί αν μας χρειάζονται οι προσευχές των ζώντων και μη τελειωθέντων αδελφών μας πόσο περισσότερο ωφέλιμες είναι οι προσευχές των αγίων. Ας αναφέρουμε όμως κι ένα χωρίο που είναι χαρακτηριστικό για το πόσο αναγκαία είναι η δέηση των δικαίων ζώντων και τεθνεώτων. Στον Αβιμέλεχ ένα βασιλιά της Αιγύπτου, που είχε υποπέσει σ’ ένα σοβαρό παράπτωμα, ο Θεός του είπε να προσφύγει στον Αβραάμ, που ήταν τότε στην Αίγυπτο, και να ζητήσει την προσευχή του. «Προφήτης εστί και προσεύξεται περί σου και ζήση» (Γεν. 20,7).
Πως είναι ωφέλιμη η προσευχή των αγίων.
Αλλά ενώ η προσευχή έχει τεράστια δύναμη, ενώ είναι αναγκαία όσο ενάρετοι κι αν είμαστε, χρειάζεται μια προϋπόθεση για να καρποφορήσει. Και η προϋπόθεση είναι να προσπαθούμε κι εμείς· ν’ αγωνιζόμαστε· να μετανοούμε για τις αμαρτίες μας· να βιάζουμε τον εαυτό μας προς εξάσκηση της αρετής. Μη περιμένουμε τα πάντα από την προσευχή των αγίων, ενώ εμείς οι ίδιοι οκνεύουμε και τεμπελιάζουμε. Η αγιότητα δεν μεταδίδεται κατά μαγικό τρόπο· απαιτεί και ενεργό προσπάθεια εκ μέρους μας.
Έτσι ενώ ο Ιερεμίας προσευχήθηκε τρεις φορές για τους Εβραίους και στις τρεις φορές άκουσε το Θεό να λέγει· «Μη προσεύχου, μηδέ αξίου περί του λαού τούτου ότι ουκ εισακούσομαί σου» (7,16). Και ο Ιεζεκιήλ άκουσε το εξής· «και εάν ώσιν (είναι) οι τρεις ούτοι εν μέσω αυτής, Νώε και Δανιήλ και Ιώβ, αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών σωθήσονται … η δε γη έσται εις όλεθρον» (14, 14-16). Και στον Ιερεμία είπε ο Θεός· «εάν στη (σταθεί) Μωσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς» (15,1). Και τα λέγει αυτά ο Θεός στον Ιερεμία και στον Ιεζεκιήλ για να τους δείξει όχι ότι δεν δέχεται την ικεσία τους και τους περιφρονεί, αλλά δεν αξίζουν οι Ιουδαίοι για να τους βοηθήσει. Γι’ αυτό και αναφέρει τα ονόματα του Νώε, του Δανιήλ, του Ιώβ, του Μωϋσή, και του Σαμουήλ, που είχαν καθιερωθεί ως άγιοι μεγάλου βεληνεκούς, θεοπρόβλητοι και θεάρεστοι. Είναι σαν να λέγει ο Θεός σήμερα· «Ακόμη και η Παναγία και οι απόστολοι και ο Χρυσόστομος και ο Αθανάσιος να προσευχηθούν για σας, δεν σας βοηθώ. Η κακία σας είναι απροσμέτρητη και φοβερή.
Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της.
Την έχουμε αυτή τη σχέση; Πηγαίνουμε στην Εκκλησία, κοινωνούμε, εξομολογούμαστε, αγρυπνούμε, νηστεύουμε, ελεούμε, συγχωρούμε, προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές; Ο καθένας ας ρωτήσει τον εαυτό του και ας δώσει προσωπικά και υπεύθυνα την απάντηση.


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009



ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕ «ΝΙΚΗ» ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ’40.


Ὁ λογοτέχνης Ἄγγελος Τερζάκης, στὸ ἔργο τοῦ «Ἑλληνικὴ Ἐποποιία» 1940-1941 (ἔκδοση Γ.Ε.Σ. 1990, σέλ. 86-87), παρουσιάζει πολὺ ἐμπεριστατωμένα τί νόημα εἶχε ἡ λέξη νίκη γιὰ τοὺς Ἕλληνες τοῦ ’40. Ἃς παρακολουθήσουμε τὶς σκέψεις του.
«Οἱ ἔφεδροι ποὺ πήγαιναν νὰ ντυθοῦν τὸ χακὶ τὶς πρῶτες μέρες τοῦ πολέμου τοῦ 1940, δὲν ἔλεγαν μέσα τοὺς πὼς πᾶνε γιὰ νὰ νικήσουν. Ἡ Ἰταλία ἦταν μεγάλη Δύναμη, συνέταιρος ἰσότιμός της Γερμανίας στὸν Ἄξονα, κι ὁ καθένας τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1940, φανταζόταν τὸν ἄξονα ἀήττητο. Ἔπειτα τῆς Ἰταλίας τὸ γόητρο, ὕστερα ἀπὸ τὴν φασιστικὴ ἀναδιοργάνωση καὶ τὴν ὑποταγὴ τῆς Αἰθιοπίας, ἦταν δυναμωμένο.
Μία εἰκόνα τῆς ἐπίσημης ψυχολογίας τοῦ Ὀκτωβρίου 1940 δίδει ἡ ἀκόλουθη περικοπῆ ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἀνακοίνωση ποὺ ἔκανε ὁ Μεταξὰς στοὺς ἰδιοκτῆτες καὶ ἀρχισυντάκτες τοῦ ἀθηναϊκοῦ τύπου, τοὺς καλεσμένους εἰδικὰ γι’ αὐτὸ στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Μεγάλης Βρετανίας». Ἦταν τὴν Τρίτη μέρα τοῦ πολέμου στὶς 30 Ὀκτωβρίου. ‘Αλλά ὑπάρχουν στιγμὲς –εἶχε πεῖ ὁ Μεταξάς- κατὰ τὶς ὁποῖες ἕνας λαὸς ὀφείλει, ἂν θέλει νὰ μείνει μεγάλος, νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ πολεμήσει, ἔστω καὶ χωρὶς καμμιὰν ἐλπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ δεχθεῖ ἄλλο τί αὐτὴν τὴν στιγμήν’.Τὴ γνώμη τοῦ Μεταξὰ πίστευε καὶ τὸ Γ.Ε.Σ., τὸ ὁποῖο τέλη Αὐγούστου 1940, στέλνει μήνυμα στὴν 8η Μεραρχία, στὸ ὁποῖο ἔλεγε, ὅτι δὲν περιμένει ἀπὸ τὴ Μεραρχία νῖκες, ἀναμένει ὅμως νὰ σώσει τὴν τιμὴ τῶν ὅπλων (Τερζάκης, σέλ. 49). »Οἱ ἔφεδροι τοῦ 1940 πήγαιναν στὸ μέτωπο γιὰ νὰ κλείσουν τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία μ’ ἕνα κεφάλαιο ἀντάξιό της. Αὐτὸς ὁ κλῆρος τοὺς εἶχε λάχει· ἦταν μία τραγικὴ καὶ ὑψηλὴ τιμή. Ποτὲ ἄλλοτε, ὕστερα ἀπὸ τὸν ξεσηκωμὸ τοῦ 1821, δὲν εἶχε φουσκώσει μέσα στὴν ἑλληνικὴ ψυχὴ τὸ κέφι τῆς λεβεντιᾶς. Τίποτα τὸ πεισιθάνατο, τὸ πένθιμο. Ἀεράκι ἀνοιξιάτικο εἶχε ἀναταράξει τὰ φυλλοκάρδια. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ σὲ καιροὺς εἰρήνης φαντάζονται τὸ θάνατο συνταιριασμένο ἀναγκαστικὰ μὲ τὸ πένθος, μὲ τὴ βαρυθυμιὰ καὶ τὴν ἀπόγνωση, εἶναι ἀδύνατον νὰ φανταστοῦν πὼς ἔρχονται στιγμὲς ὅπου ἡ προϋπάντησή του γίνεται πανηγυρισμὸς τῆς ψυχῆς. Ὑπάρχει ἐδῶ ἕνα μάθημα ἤθους, μιὰ ἀποκάλυψη ποὺ δὲν πρέπει μὲ κανένα τρόπο νὰ πάει χαμένη. Θὰ χαθεῖ ἂν θυσιασθεῖ ἀφελέστατα στὸ πρωθύστερο μιᾶς λαθεμένης προοπτικῆς. Στὰ παιδιὰ ποὺ φεύγανε γιὰ τὸ μέτωπο τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1940, ἡ εὐχὴ ὅλων ἦταν· ‘Στὸ καλὸ καὶ μὲ τὴ νίκη’. Κανένας ὅμως δὲν ἔδινε στὴ λέξη «νίκη» τὸ φτηνὸ περιεχόμενο τῆς παρηγοριᾶς, τὴν ψευδαίσθηση. Κανένας δὲν ἐννοοῦσε ὅτι θὰ νικήσουμε ὑλικῶς. Νίκη σήμαινε ἐδῶ ἀντίκρυσμα τοῦ θανάτου λεβέντικο, χαιρετισμὸς στὸ χάρο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν καρδιὰ νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν κατάματα τραγουδώντας. Νίκη τὸ 1940 σήμαινε ἀντιμετώπιση τῆς μονώσεως, τῆς ἀπελπισίας, τῆς κακομοιριᾶς, τῆς ἀδυναμίας, τῆς δειλίας. Νίκη σήμαινε νίκη κατὰ τοῦ θανάτου». Ξέραμε ὅτι θὰ ὑποφέραμε, θὰ τραβούσαμε τὰ πάνδεινα. Ὅτι θὰ ἀνεβαίναμε στὸ σταυρὸ καὶ θὰ σταυρωνόμασταν. Ὅτι κατὰ κόσμον θὰ νικηθοῦμε. Ἀλλὰ προσδοκούσαμε τὴν ἀνάσταση· προσδοκούσαμε τὸ ξαναζωντάνεμα. Ξέραμε ὅτι τὴν ρωμιοσύνη ὅσο κι ἂν τὴν κόψεις, ὅσο κι ἂν τὴν ξεπατώσεις πάλι θὰ ξεπεταχθεῖ καὶ θ’ ἀναγεννηθεῖ. Οἱ Ἕλληνες τοῦ ’40 λέγανε αὐτὸ ποὺ λέγανε οἱ χριστιανοὶ στοὺς προγόνους τῶν Ἰταλῶν τοὺς Ρωμαίους, τοὺς διῶκτες τοῦ χριστιανισμοῦ· «Μπορεῖτε νὰ μᾶς φονεύσετε δὲν μπορεῖτε νὰ μᾶς βλάψετε». Πίστευαν αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· «Χριστὸς καὶ ψυχῇ σας χρειάζονται. Τὸ σῶμα σας ἂς τὸ πάρουν, ἃς τὸ κάψουν, ἃς τὸ τηγανίσουν. Τὰ ὑπάρχοντά σας ἂς τὰ πάρουν. Μή σας νοιάζει». Πίστευαν αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ ποιητής· «Χαρὲς καὶ πλούτη νὰ χαθοῦν/καὶ τὰ βασίλεια κι ὅλα/ τίποτα δὲν εἶναι ἂν στητή/ μένει ἡ ψυχὴ κι ὁλόρθη».
Ἡ συνάντηση μὲ τὸν θάνατο δὲν γινόταν ἀπὸ πεσσιμισμὸ καὶ ἀπαισιοδοξία. Δὲν ὑπῆρχαν τάσεις αὐτοκτονίας. «Θὰ ἀποθάνωμεν ὅλοι. Χωρὶς νὰ πρέπει καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν» ἔγραφε στὴ «Καθημερινή» ὁ ἀείμνηστος Γεώργιος Βλάχος. Ὄχι δὲν εἴχαμε ὄρεξη γιὰ αὐτοκτονία καὶ ψευτοηρωισμούς. Ὅ,τι κάναμε τὸ κάναμε, διότι πιστεύαμε στὴν ἀνάσταση καὶ στὸ ὅτι τὸ καλό, μπορεῖ πρὸς στιγμὴ νὰ φαίνεται ὅτι χάνεται καὶ νικᾶται ἀπὸ τὸ κακό, ἀλλ’ ἐν τέλει πάντοτε ἐπικρατεῖ.
Ὁ Χριστὸς ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ σταυρώθηκε. Φαινομενικὰ φάνηκε ὅτι νικήθηκε. Ὅτι ἔχασε στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ. Κι ὅμως, ἐνῷ πανηγύριζαν οἱ ἐχθροί του διότι τὸν ἐξόντωσαν, ἐκεῖνος ἀνέστη. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ Γερμανοὶ μπῆκαν στὴν Ἑλλάδα τὴ Μ. Ἑβδομάδα τοῦ 1941. Τὴ Μ. Παρασκευὴ ἔγινε τὸ τελευταῖο πολεμικὸ συμβούλιο στὴν Ἀθῆνα μὲ Ἄγγλους ὑπευθύνους. Ὁ Γολγοθὰς ἄρχιζε ἀλλὰ τὸ ἠθικὸ τοῦ λαοῦ ἀκλόνητο. Γιατί προσδοκοῦσε τὴν ἀνάσταση.
Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἱστορία ποὺ διηγεῖται στὸ προσωπικὸ ἡμερολόγιό του, ὁ Ἀλέξης Κύρου, ἀνώτερος διπλωματικὸς ὑπάλληλος, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ μάλιστα 29 Ὀκτωβρίου τὸ 1941. Γράφει· «Σήμερον τὴν πρωίαν ἀνάπηροι μετέβησαν μὲ τὰ καροτσάκια τῶν νὰ καταθέσουν στέφανον εἰς τὸν Ἄγνωστον Στρατιώτην. Εἰς ἐξ αὐτῶν ἀνυψώθη εἰς τὸ καροτσάκι του καὶ προσεφώνησεν ὡς ἑξῆς· ‘Ἡ Ἑλλὰς θὰ ζήση! Ἔχω πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, ἀλλὰ σεῖς οἱ νεκροί μας ἀκοῦτε καλά, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς μιλήσουμε. Ἀκοῦστε· …(σιγὴ 1-2 λεπτῶν)…Σᾶς εἶπα πολλά!’ Καὶ αὐτοὶ οἱ καραβινιέροι συνεκινήθησαν καὶ παρουσίασαν ὄπλα.» (Ἀλέξη Κύρου, Ἑλληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική, ΑΘΗΝΑΙ-1955, σέλ.18).
Τί φυσικὴ καὶ τί ψυχικὴ ἀντοχὴ καὶ τί ζωτικότητα ἀξιοθαύμαστη, ἔδειξαν οἱ πρόγονοί μας κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ ’40 καὶ κατὰ τὴν κατοχή, κατὰ τὰ ἔτη 1941-1944, τῶν Γερμανῶν-Ἰταλῶν-Βουλγάρων! Τί «ἤρεμο θάρρος» κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Τσόρτσιλ παρουσίασαν!




www.pmeletios.com.


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009


Βίος του Αγίου Ενδόξου Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου.


Ο Αγιος Δημήτριος ο μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα 260μ.Χ. Οι γονείς του ήταν επίσημοι άνθρωποι και ο Δημήτριος κοντά στη φθαρτή δόξα είχε και πάμπολλα πνευματικά χαρίσματα και ολόψυχη πίστη στο Χριστό.
Εκείνο τον καιρό αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Χριστιανομάχος Διοκλητιανός που είχε διορίσει καίσαρα στα μέρη της Μακεδονίας ένα στρατηγό γαμπρό του ονόματι Μαξιμιανό, εξίσου σκληρόκαρδο και αιμοβόρο. Αυτός ο Μαξιμιανός, διόρισε τον Δημήτριο άρχοντα της Θεσσαλονίκης, αφού εξετίμησε σε αυτόν την παλικαριά, την εξυπνάδα του και τα πολλά χαρίσματά του και νομίζοντας ότι είναι ειδωλολάτρης. Ο Δημήτριος χάρηκε με την τιμή αυτή γιατί θα του δινόταν έτσι η ευκαιρία να κηρύξει το Χριστό και να φέρει τους υπηκόους του στην αληθινή πίστη.
Ο Μαξιμιανός έπειτα από νικηφόρο πόλεμο που έκανε με τους Σκύθας, γύρισε στην Θεσσαλονίκη τροπαιούχος. Από τις πόλεις που περνούσε έκανε παντού θυσίες στα είδωλα. Τότε μερικοί ειδωλολάτρες καταγγέλλουν τον Δημήτριο ως Χριστιανό. Ο Μαξιμιανός κάλεσε όλους τους αξιωματούχους της Θεσσαλονίκης να προσφέρουν θυσία στα είδωλα, για να εξακριβώσει αν ο Δημήτριος θα ερχόταν. Ο Δημήτριος όμως δεν πήγε και τότε διέταξε ο Μαξιμιανός να τον συλλάβουν και να τον ο0δηγήσουν μπροστά του.
Με φοβέρες και απειλές ο Μαξιμιανός προσπαθεί να πείσει τον Δημήτριο να αλλάξει την πίστη του. Μάταια όμως, οι απαντήσεις του Δημητρίου είναι γενναίες και θαρραλέες. Διατάζει τότε ο Μαξιμιανός να τον οδηγήσουν σε μια βρωμερή και υγρή φυλακή, με σκοπό να τον αφήσει να πεθαίνει εκεί, για να μην μαρτυρήσει και γίνει αγαπητός στη συνείδηση των Χριστιανών.
Ύστερα από ένα χρόνο, στη Θεσσαλονίκη διοργανώνονται αγώνες τους οποίους θα τιμούσαν με την παρουσία τους ο άρχοντας Μαξιμιανός και ο αυτοκράτορας της Ρώμης Διοκλητιανός. Υπήρχε τότε ένας παλαιστής με το όνομα Λυαίος, ο οποίος ήταν πολύ ψηλός και είχε τέλεια εξάσκηση στη πάλη. Αυτός μπαίνοντας στο στάδιο αναζητούσε αντιπάλους, αλλά κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του. Τότε ο Λυαίος άρχισε να προκαλεί και να βρίζει τους Χριστιανούς ώστε να παλέψει κάποιος χριστιανός μαζί του. Ένας νέος χριστιανός 20 ετών, ο Νέστορας, που ήταν μαθητής του Δημητρίου, φεύγει από το στάδιο, τρέχει στη φυλακή που ήταν ο Δημήτριος και ζητά την ευχή του να μονομαχήσει με το Λυαίο και να αποδείξει τη δύναμη του Χριστού. Ο Δημήτριος τον ευλογεί και ο Νέστορας καταφέρνει να νικήσει τον Λυαίο στην αρένα. Το ειδωλολατρικό πλήθος θεώρησε τη νίκη του Νέστορα μεγάλη προσβολή και φώναζε στο Μαξιμιανό να τον σκοτώσουν. Ο Μαξιμιανός βρισκόταν σε δίλημμα καθώς θα έπρεπε να σκοτώσει τον νικητή και αμέσως τον καλεί μπροστά του. Ο Νέστορας παρουσιάζεται μπροστά του και ομολογεί ότι κατάφερε να σκοτώσει το Λυαίο με τη δύναμη του Χριστού, του αληθινού Θεού που του δίδαξε ο Δημήτριος. Ο Μαξιμιανός τότε διατάζει να αποκεφαλίσουν τον Άγιο Νέστορα και να σκοτώσουν τον Δημήτριο ως υποκινητή του. Οι στρατιώτες πάνε στη φυλακή και εκεί λογχίζουν τον Δημήτριο σε όλο του το σώμα, όπου παρέδωσε στο Χριστό την Αγία του Ψυχή.

Υμνολογική εκλογή.
Απολυτίκιον του Μάρτυρος. Ήχος γ’.


Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις, σε υπέρμαχον η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ουν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν, εν τω σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα, ούτως Άγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


Μεγάλον προστάτη και συμπολεμιστή στους κινδύνους σε βρήκε η οικουμένη Αθλοφόρε Δημήτριε, γιατί νικάς και κατατροπώνεις τα βάρβαρα έθνη. Όπως λοιπόν κατανίκησες τότε την αλαζονεία του Λιαίου ενθαρρύνοντας μέσα στο στάδιο τον Νέστορα, έτσι και τώρα άγιε μεγαλομάρτυς Δημήτριε, ικέτευε τον Χριστό και Θεό μας να μας δωρίζει το μέγα Του έλεος.


Έτερον, του Σεισμού. Ήχος πλ. δ’.
Ο επιβλέπων επί την γήν, και ποιών αυτήν τρέμειν, ρϋσαι ημάς της φοβεράς του σεισμού απειλής, Χριστέ ο θεός ημών’ και κατάπεμψον ημίν, πλούσια τα ελέη σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.


Συ Κύριε που ρίχνεις το βλέμμα Σου πάνω στη γη και την κάνεις να τρέμει, λύτρωσέ μας από τη φοβερή απειλή του σεισμού, και στείλε από τον ουρανό στη γή πλούσια τα ελέη Σου, με τις πρεσβείες της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.


ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ
Κάθισμα. Του Αγίου. “Ήχος πλ. δ’. Την Σοφίαν και Λόγον.
Ευσεβείας τοιζ τρόποις καταπλουτών, ασεβείας την πλάνην καταβαλών, Μάρτυς κατεπάτησας, των τυράννων τα θράση” και τω θείω πόθω, τον νούν πυρπολούμενος, των ειδώλων την πλάνην, εις χάος εβύθισας’ όθεν επαξίως, αμοιβήν των αγώνων, εδέξω τα θαύματα, και πηγάζεις ιάματα, Αθλοφόρε Δημήτριε. Πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην σου.


Πλούτησες κυριολεκτικά με τους τρόπους της ευσεβείας, και κατανίκησες την πλάνη της ασεβείας, μάρτυς, και κατεπάτησες σαν ένα τίποτε την αλαζονεία των τυράννων. Έτσι βύθισες στο χάος των ειδώλων την πλάνη, επειδή μέσα στο νου σου έκαιγε σαν άλλη φωτιά ο ζήλος της αγάπης στον Θεό. Γι’ αυτό και σαν αμοιβή των αγώνων σου έλαβες τη χάρη των θαυμάτων, και σαν πηγή χαρίζεις τα ιάματα. Σε παρακαλούμε να πρεσβεύεις στον Θεό, ώστε να χαρίσει άφεση των αμαρτιών, σε όσους με πόθο εορτάζουν την αγία σου μνήμη.


Δόξα. Έτερον του αγίου όμοιον.
Βασιλεί των αιώνων ευαρεστών, βασιλέως ανόμου πάσαν βουλήν, εξέκλινας ένδοξε, και γλυπτοίς ούκ επέθυσας’ δια τούτο θύμα, σαυτόν προσενήνοχας, τω τυθέντι Λόγω, αθλήσας στερρότατα’ όθεν και τη λόγχη, την πλευράν εξωρύχθης, τα πάθη ιώμενος, των πιστώς προσιόντων σοι, Αθλοφόρε Δημήτριε. Πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην σου.


Θέλοντας να ευαρεστήσεις στον Βασιλέα των αιώνων, δεν υπάκουσες στον άνομο βασιλέα, απομακρύνθηκες από τη βουλή του και δεν θυσίασες στα γλυπτά είδωλα. Γι’αυτό και με σταθερότητα προσέφερες τον εαυτό σου κατά τους μαρτυρικούς αγώνες, θύμα στον Λόγο Χριστό, που θυσιάσθηκε για τους ανθρώπους. Ετσι και τρυπήθηκες στην πλευρά με τη λόγχη, και θεραπεύεις τα πάθη όσων με πίστη σε πλησιάζουν, αθλοφόρε Δημήτριε. Τώρα λοιπόν, πρέσβευε στον Χριστό και Θεό μας, να χαρίζει άφεση των αμαρτιών σε όσους με πόθο από τα βάθη της ψυχής τους εορτάζουν την αγία μνήμη σου.


Και νυν. Του Σεισμού. Ήχος δ’. ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Της επελθούσης σου οργής αφορήτου, ότι ηλέησας ημάς και ερρύσω, φιλανθρωπίας πέλαγος δεικνύων Χριστέ, νυν ευχαριστούμέν σοι, παιδευθέντες εκκλίναι, από των κακών ημών, των ημάς θανατούντων. Αλλ’ επιβλέψας οίκτειρον ημάς, ταις ικεσίαις Σωτήρ της τεκούσης σε.


Επειδή μας ελέησες και μας ελύτρωσες από την αφόρητη οργή Σου, που ήλθε εναντίον μας και κατεπάνω μας, δείχνοντας το πέλαγος της φιλανθρωπίας Σου προς εμάς, Χριστέ, τώρα γι’ αυτό Σε ευχαριστούμε, αφού μάθαμε από τα γεγονότα να απομακρυνόμαστε από τα κακά που μας οδηγούν στον θάνατο. Αλλά αφού ρίξεις πάνω μας το βλέμμα Σου, λυπήσου μας, Σωτήρ, και ελέησέ μας με τις πρεσβείες της τεκούσης Σε Θεοτόκου.


Κοντάκιον. Αυτόμελον. Ήχος β’.
Τοις των αιμάτων σου ρείθροις Δημήτριε, την εκκλησίαν θεός επορφύρωσεν, ο δούς σοι το κράτος αήττητον, και περιέπων την πόλιν σου άτρωτον’ αυτής γαρ υπάρχεις το στήριγμα.
Με τα ρείθρα των αιμάτων σου, Δημήτριε, πορφύρωσε την Εκκλησία Του ο Θεός. Αυτός που σου έδωσε ανίκητη δύναμη, και περιβάλλει την πόλη σου ώστε να είναι και να παραμένει αβλαβής, γιατί εσύ είσαι το στήριγμά της.


Ο Οίκος
Τούτον τον μέγαν, πάντες συμφώνως οι πιστοί συνελθόντες, ως οπλίτην Χριστού και Μάρτυρα τιμήσωμεν, εν ωδαίς και ύμνοις αναβοώντες τω Δεσπότη και Κτίστη της οικουμένης” Ρύσαι ημάς του σεισμού της ανάγκης Φιλάνθρωπε, πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων των αγίων Μαρτύρων’ εις σέ γαρ ελπίζομεν, του ρυσθήναι κινδύνων και θλίψεων, ότι συ υπάρχεις ημών το στήριγμα.


Αυτόν τον μεγάλο άγιο, όλοι οι πιστοί αφού συγκεντρωθούμε, με μια φωνή και γνώμη ας τον τιμήσουμε ως οπλίτη του Χριστού και μάρτυρα, με ωδές και ύμνους ψάλλοντας στον Δεσπότη και Κτίστη της οικουμένης: απάλλαξέ μας από την ανάγκη του σεισμού, Φιλάνθρωπε, με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και πάντων των αγίων μαρτύρων, γιατί σε Σένα ελπίζουμε ώστε να λυτρωθούμε από κινδύνους και θλίψεις, αφού Εσύ είσαι το στήριγμά μας.


Συναξάριον.
Τη Κστ” του αυτού μηνός (Οκτωβρίου), μνήμη του αγίου και ενδόξου Μεγαλο¬μάρτυρος Δημητρίουτου Μυροβλύτου και θαυματουργού.Στίχοι. Δημήτριον νύττουσι λόγχαι, Χριστέ μου,Ζηλούντα πλευράς λογχονύκτου σης πάθος.Εικοστή μελίαι Δημήτριον έκτη ανείλον.Τον Δημήτριο «κεντούν» οι λόγχες, αυτόν που «ζήλευε» το πάθος της «κεντημένης» Σου πλευράς, Χριστέ μου. Κατά την εικοστή έκτη ημέρα μέλησαν και θανάτωσαν τον Δημήτριο.
Τη αυτή ημέρα οι άγιοι Μάρτυρες Αρτεμίδωρος και Βασίλειος, ξίφει τελειούνται.
Στίχοι. Αρτεμίδωρος, ω τέλους ψήφος ξίφος,Σύναθλον είχε Βασίλειον προς ξίφος.Ο Αρτεμίδωρος είχε σύναθλο του στο μαρτύριο τον Βασίλειο, οι οποίοι και τελειώθηκαν με το ξίφος.
Τη αυτή ημέρα η αγία Μάρτυς Λεπτίνα, κατα γης συρομένη, τελειούται.Στίχοι. Εν γή συρθεϊσα χερσί δυσσεβοφρόνων,αφήκεν εις γήν Λεπτίνα σαρκός πάχος.Αφού σύρθηκε στη γη η Λεπτίνα από χέρια ασεβών, άφησε στη γη της σαρκός το πάχος.
Τη αυτή ημερα ο άγιος Μάρτυς Γλύκων, ξίφει τελειούται.Στίχοι. Ξίφει προτείνας Μάρτυς αυχένα Γλυκών,Σπονδήν γλυκείαν αίμα σου Χριστώ χέεις.Εχυσες γληκειά σπονδή για το Χριστό το γλυκό σου αίμα, μάρτυς προτέινοντας στο ξίφος τον αυχένα σου.
Τη αυτή ημέρα μνήμη του μεγάλου και φρικώδους σεισμού.Στίχοι. Έσεισας, άλλ’ έσωσας αύθις γήν, Λόγε’Της σης γαρ οργής οίκτος εστί το πλέον.Έσεισες με τον σεισμό αλλά και έσωσες αμέσως την γη, Λόγε του Θεού, γιατί περισσότερη από την οργή Σου είναι η ευσπλαχνία Σου.
Μνήμη και του αγίου νέου οσιομάρτυρος Ιωάσαφ, ξίφει τελειωθέντος εν Κωνσταντινουπόλει, εν έτει ,αφλς’ (1536).Στίχοι. Μίξας ασκήσει την άθλησιν, παμμάκαρ,Διπλούς στεφάνους λαμβάνεις, Ιωάσαφ.Συνδιάζοντας την άσκηση και το μαρτύριο, έλαβες διπλούς στεφάνους, μακάριε Ιωάσαφ.
Ταις αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο θεός, ελέησον ημάς.Αμήν.


Εξαποστειλάριον. Τοις Μαθηταίς.
Μάρτυς Χριστού Δημήτριε, ως ποτέ του Λυαίου, την οφρύν και την έπαρσιν, και το ϊππειον θράσος, καθείλες χάριτι θεία, τον γενναίον κρατύνας, εν τω σταδίω Νέστορα, του Σταυρού τη δυνάμει” ούτω καμέ, ταις ευχαίς σου κράτυνον Αθλοφόρε, κατα δαιμόνων πάντοτε, και παθών ψυχοφθόρων.


Μάρτυς του Χριστού Δημήτριε, όπως κάποτε κατέστρεψες την αλαζονεία, μα και το αλογήσιο, παράλογο και αφηνιασμένο φρόνημα όπως επίσης και το θράσος του Λιαίου, δίνοντας δύναμη στον Νέστορα μέσα στο στάδιο με τη δύναμη του σταυρού, έτσι και εμένα τώρα, με τις ευχές σου, ενδυνάμωσέ με εναντίον των δαιμόνων και των παθών που καταστρέφουν την ψυχή.


Θεοτοκίον όμοιον.
Τον σαρκωθέντα Κύριον, εξ αγνών σου αιμάτων, Παρθενομήτορ άχραντε, δυσωπούσαμή παύση, υπέρ ημών των σων δούλων, όπως εύρωμεν χάριν, και εύκαιρον βοήθειαν, εν ημέρα ανάγκης, γένος βροτών’ απειλής σεισμού τε του βαρυτάτου, κινδύνων τε εξαίρούσα, μητρικαίς σου πρεσβείαις.


Σε παρακαλούμε, Αχραντε παρθενομήτωρ, μη παύσεις να παρακαλείς ικετευτικά για ‘μας τον Κύριο που σαρκώθηκε από τα αγνά σου αίματα, ώστε να βρούμε χάρη σε κάθε καιρό και περίσταση, αλά και βοήθεια σε ώρα ανάγκης όλο το γένος των ανθρώπων. Ακόμη απάλλαξέ μας με τις μητρικές πρεσβείες σου, από τον βαρύτατο κίνδυνο του σεισμού.


Δόξα. Ήχος δ’. Ανδρέου Ιεροσολυμίτου.
Τον λόγχαις κληρωσάμενον, της σωτηρίου πλευράς την χάριν, της νυγείσης τη λόγχη, εξ ής ημίν πηγάζει ο Σωτήρ, ζωής και αφθαρ¬σίας νάματα, Δημήτριον τιμήσωμεν, τον σοφώτατον εν διδαχαίς, και στεφανίτην εν Μάρτυσι’ τον δι’ αίματος τελέσαντα, τον της αθλή¬σεως δρομον, και θαύμασιν εκλάμψαντα πάση τη οικουμένη” τον ζηλωτήν του Δεσπότου, και συμπαθή φιλόπτωχον’ τον εν πολλοίς και πολλάκις κινδύνοις χαλεποίς, των θεσσαλονικέων προιστάμενον’ ου και την ετήσιον μνήμην γεραίροντες, δοξάζομεν Χριστόν τον θεόν, τον ενεργούντα δι’ αυτού πάσι τα ιάματα.


Ελάτε να τιμήσουμε τον Δημήτριο, που σαν με κλήρο, πέτυχε τη χάρη να μαρτυρήσει με το τρύπημα της πλευράς του, όπως και ο Δεσπότης Χριστός, ο Σωτήρας μας, που από την πλευρά Του πηγάζει για μας τα νάματα της αιωνίου ζωής και της αφθαρσίας. Είναι ο Δημήτριος ο πιο σοφός μεταξύ των διδασκάλων, και ένδοξα στεφανωμένος ανάμεσα στους μάρτυρες, αφού με το αίμα του τελείωσε μαρτυρικά τον δρόμο του «αθλητικού» του αγώνος, και έλαμψε σε όλο τον κόσμο με τα θαύματα που έκανε. Αυτός λοιπόν ο Δημήτριος, και με ζήλο για την πίστη του Χριστού αγωνίσθηκε, και με συμπάθεια συμπαραστάθηκε στους πτωχούς, μα και σε πολλές περιστάσεις συχνά ήταν ο αρχηγός των Θεσσαλονικέων στους κινδύνους. Και τώρα τιμώντας την ετήσια μνήμη του, δοξάζουμε τον Χριστό και Θεό μας, που δι’ αυτού πλούσια μας χαρίζει τα ιάματα.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 25 Οκτωβρίου 2009.



ΚΥΡΙΑΚΗ ς’ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 8, 26-39).


Κείμενο.


Και κατέπλευσεν εις την χώραν των Γαδαρηνών, ήτις εστίν αντίπερα της Γαλιλαίας. Εξελθόντι δε αυτώ επί την γην υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ΄ εν τοις μνήμασιν. Ιδών δε τον Ιησούν και ανακράξας προσέπεσεν αυτώ και φωνή μεγάλη είπε· τι εμοί και σοι, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; δέομαί σου, μη με βασανίσης. Παρήγγειλε γαρ τω πνεύματι τω ακαθάρτω εξελθείν από του ανθρώπου. Πολλοίς γαρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν, και εδεσμείτο αλύσεσι και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους. Επηρώτησε δε αυτόν ο Ιησούς λέγων· τι σοι εστίν όνομα; Ο δε είπε· λεγεών· ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν· και παρεκάλει αυτόν ίνα μη επιτάξη αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν. Ην δε εκεί αγέλη χοίρων ικανών βοσκομένων εν τω όρει· και παρεκάλουν αυτόν ίνα επιτρέψη αυτοίς εις εκείνους εισελθείν· και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δε τα δαιμόνια από του ανθρώπου εισήλθον εις τους χοίρους, και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη. Ιδόντες δε οι βόσκοντες το γεγενημένον έφυγον, και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. Εξήλθον δε ιδείν το γεγονός, και ήλθον προς τον Ιησούν και εύρον καθήμενον τον άνθρωπον, αφ΄ ου τα δαιμόνια εξεληλύθει, ιματισμένον και σωφρονούντα παρά τους πόδας του Ιησού, και εφοβήθησαν. Απήγγειλαν δε αυτοίς οι ιδόντες πως εσώθη ο δαιμονισθείς. Και ηρώτησαν αυτόν άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών απελθείν απ΄ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο. αυτός δε εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν. Εδέετο δε αυτού ο ανήρ, αφ΄ ου εξεληλύθει τα δαιμόνια, είναι συν αυτώ· απέλυσε δε αυτόν ο Ιησούς λέγων· υπόστρεφε εις τον οίκόν σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. και απήλθε καθ΄ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς.


Μετάφραση.


Ο Ιησούς κατέπλευσε στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη από τη Γαλιλαία. Όταν βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. Όταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ΄ εμένα Ιησού, Υιέ του υψίστου Θεού; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»· γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. Βγήκαν, λοιπόν, από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαθρο. Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: «Γύρισε στο σπίτι σου και διηγήσου όσα έκανε σ΄ εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ΄ όλη την πόλη όσα έκανε σ΄ αυτόν ο Ιησούς.


ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Υπόστρεφε εις τον οίκον σου και
διηγού όσα εποίησε σοι ο Θεός»

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΙ Ιησού Χριστού. Εκείνος μας ελευθέρωσε «από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου» (Ρωμ, 8,2). Είμαστε «μέτοχοι κλήσεως επουρανίου» (Εβρ.3,1). Ο Ιησούς μας κάλεσε «εις την εαυτού βασιλείαν και δόξαν» (Α’ Θεσ. 2,12). Είμαστε οι σφραγισμένοι «τω πνεύματι της επαγγελίας των Αγίων» (Εφ. 1,13). Εκείνος μας έδωσε την υπόσχεση της αιώνιας ζωής. Είμαστε «υιοί Θεού δια της πίστεως» (Γαλ. 3, 28). Ο Ιησούς Χριστός σ’ εμάς, που πιστέψαμε στο όνομα του, έδωσε την εξουσία να γίνουμε παιδιά του Θεού (Ιω, 1,12). Ενώ είχαμε αποστατήσει, ενώ είχαμε απομακρυνθεί από τον Θεό, Εκείνος μέσα στην άπειρη αγάπη Του, μας επανέφερε στον Πατρικό Οίκο. Γιάτρεψε τις πληγές μας. Μας αποκατέστησε και πάλι στην τάξη των αγαπημένων παιδιών του Θεού.
Γι’ αυτό θα πρέπει να αισθανόμαστε απέραντη και απεριόριστη ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο μας. Η καρδιά μας, η ύπαρξη μας ολόκληρη, να πλημμυρίζει από το βαθύ αυτό αίσθημα προς τον μεγάλο ελευθερωτή και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Και το αίσθημα τούτο της βαθιάς ευγνωμοσύνης μας προς τον Χριστό δεν μπορούμε – μα ούτε και πρέπει – να το αποκρύπτουμε. Αντίθετα, επιβάλλεται να το εκδηλώνουμε. Να το εκφράζουμε. Πως όμως; Με ποιους τρόπους; Απάντηση στο ερώτημα τούτο μας δίνει η σημερινή ευαγγελική περικοπή.

Η θεραπεία του δαιμονισμένου των Γαδάρων

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΠΟΤΕ βρέθηκε στη χώρα των Γαδαρηνών. Η περιοχή αυτή βρισκόταν απέναντι από τη Γαλιλαία και έφτανε μέχρι την Τιβεριάδα. Εκεί συνάντησε έναν δαιμονισμένο. Ο δυστυχής εκείνος άνθρωπος είχε καταστεί άντρο ακαθάρτων πνευμάτων. Η όψη του ήταν φοβερή. Περιφερόταν γυμνός. Πλανιόταν στις ερημιές. Κατοικούσε στα μνήματα. Είχε γίνει το φόβητρο της περιοχής.
Μεταξύ του Κυρίου και των δαιμονίων ανοίγεται ένας διάλογος συνταρακτικός. Τα ακάθαρτα πνεύματα διαισθάνονται ότι ήρθε η ώρα για να εγκαταλείψουν την δυστυχισμένη εκείνη ανθρώπινη ύπαρξη. Παρακαλούν να τους επιτρέψει ο Χριστός να εισέλθουν στο κοπάδι των χοίρων που έβοσκαν στην πλαγιά του βουνού. Ο Κύριος το επιτρέπει. Οπωσδήποτε και για να τιμωρήσει τους κατοίκους των Γαδάρων που έτρεφαν χοίρους παρά την απαγόρευση του Μωσαϊκού νόμου. Οι χοίροι τότε, ασυγκράτητοι κάτω από την επήρεια των δαιμονίων, όρμησαν στο γκεμό και πνίγηκαν μέσα στη λίμνη.
Οι βοσκοί, βλέποντας το φοβερό τούτο γεγονός, τρέχουν στην πόλη για να πληροφορήσουν τους κατοίκους της. Και οι Γαδαρηνοί έρχονται για να βεβαιωθούν με τα ίδια τους τα μάτια. Βλέπουν τον Χριστό. Βλέπουν τον πρώην δαιμονισμένο να κάθεται «ιματισμένος και σωφρονών» στα πόδια του Χριστού. Φοβήθηκαν, δεν μετανόησαν όμως. Γι’ αυτό και ζητούν από τον Χριστό να φύγει από την περιφέρεια τους. Ο Κύριος επιβιβάζεται στο ποιάριο για να φύγει. Ο τέως δαιμονισμένος παρακαλεί να τον πάρει μαζί του. Αλλά ο Κύριος αρνείται και του παραγγέλλει: «Υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησε σοι ο Θεός». Γύρνα στο σπίτι σου, στο περιβάλλον σου, κι εκεί να διηγείσαι την ευεργεσία του Θεού, που σε ελευθέρωσε από τα ακάθαρτα πνεύματα.

Η χριστιανική μαρτυρία, κορυφαίο χρέος του πιστού
«ΥΠΟΣΤΡΕΦΕ ΕΙΣ τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησε σοι ο Θεός». Αυτό είναι το χρέος μας. Αυτός είναι ο τρόπος για να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο Ιησού για τα όσα μας έχει προσφέρει, την απολύτρωση και τη σωτηρία. Να διηγούμαστε δηλαδή στους άλλους τιε ευεργεσίες Του. Να διακηρύσσουμε τον πλούτο της θείας αγάπης Του. Να απολογούμαστε «παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α’ Πετρ. 3, 15). Να καταθέσουμε ενώπιον των ανθρώπων τη μαρτυρία Ιησού Χριστού (Αποκ. 1, 2), μαρτυρία πίστεως και αφοσιώσεως στο θείο πρόσωπο Του. Σήμερα, στην εποχή μας, μια εποχή που μοιάζει με μια απέραντη χώρα Γαδαρηνών, όπου πολλοί από τους ανθρώπους αξιώνουν από τον Χριστό «απελθείν απ’ εαυτών»,να φύγει από τα όρια τους: τη ζωή, την οικογένεια, το κοινωνικό τους περιβάλλον.
Η θέση και η παρουσία του χριστιανού σήμερα στον κόσμο θα πρέπει να είναι μια συνεχής αναχώρηση κα επιστροφή. Αναχώρηση από τον κόσμο. Αναχώρηση όχι τοπική, αλλά τροπική. Αναχώρηση για να συναντήσει τον Ιησού. Στη σύναξη των πιστών. Γύρω από την τράπεζα της Ευχαριστίας. Στην κοινωνία του εκκλησιαστικού σώματος. Και εκεί να τον λατρέψει. Να κοινωνήσει του ποτηρίου της ζωής. Να γευθεί την άκτιστη χάρη. Να δεχτεί την καλή αλλοίωση. Να ζήσει το μυστήριο της θείας Παρουσίας. Να απολαύσει την ενότητα και τη χαρά της αδελφικής εν Χριστώ κοινωνίας. Και ύστερα να επιστρέψει. Στον κόσμο. Στο καθημερινό του περιβάλλον. Κι εκεί να διηγείται, να κηρύσσει «όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Να δίνει την μαρτυρία της πίστεως, μαρτυρία ελπίδας κι αγάπης. Να απευθύνεται σ’ όσους αγνοούν το Χριστό, σ’ όσους αδιαφορούν, σ’ όσους αμφιβάλλουν, σ’ όσους τον εχθρεύονται. Και να ομολογεί με δύναμη, τη δύναμη που δίνει η προσωπική εμπειρία: «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ.33,9).

Που οφείλουμε να δίνουμε τη μαρτυρία της πίστεως

ΜΕΣΑ στην οικογένεια πρώτα απ’ όλα. Ο πιστός άνθρωπος – όποιος κι αν είναι, ο πατέρας, η μητέρα, ο γιος, η κόρη, ο παππούς, η γιαγιά – οφείλει μέσα στην οικογένεια του να δίνει την μαρτυρία της πίστεως. Να κάνει λόγο για τον Θεό. Να θυμίζει την ανέκφραστη αγάπη Του για τους ανθρώπους. Να υπενθυμίζει με διάκριση ξεχασμένα καθήκοντα, ευλαβικές παραδόσεις, άγιες οικογενειακές συνήθειες, τους ανοιχτούς ουρανούς που, κάποια μέλη ίσως αρνούνται ή ξεχνούν να τους κοιτάξουν. Στ’ αλήθεια! Πόσα και πόσα δεν κατόρθωσε μια πιστή σύζυγος, μια χριστιανή μάνα, ένας φλογερός νέος, μια σεμνή κόρη μέσα στην οικογένεια τους! Αληθινά θαύματα.
Μέσα στο χώρο της εργασίας. Το Ευαγγέλιο δεν είναι για το εικονοστάσι. Μας δόθηκε για να εμπνέει τη ζωή μας, για να το καταστήσουμε πράξη. Πρέπει, λοιπόν, να το κατεβάσουμε μέσα στο στίβο της καθημερινής ζωής. Για ν’ αγκαλιάσει και να φωτίσει όλες τις πλευρές της ζωής μας. Επομένως και την εργασία και τις ασχολίες μας. Να μπει στο γραφείο μας, στο κατάστημα μας, στα δικαστήρια, στους στρατώνες, στα εργοστάσια, παντού. Ο χριστιανός οφείλει να σταθεί ορθός. Να ομολογήσει τον Χριστό. Να ακτινοβολήσει το φως της πίστεως. Να ασκήσει το επάγγελμα του καθοδηγούμενος από τον νόμο του Ευαγγελίου. Ας μη ξεχνούμε ότι σε πολλά μέρη, όπως στη Ρώμη λόγου χάριν, τον χριστιανισμό πρώτοι δεν τον μετέφεραν απόστολοι, αλλά απλοί φλογεροί χριστιανοί, ταξιδιώτες, έμποροι, τεχνίτες.
Μέσα στο σχολείο. Όχι μόνο οι μεγάλοι, αλλά και οι μικροί, τα χριστιανικά νιάτα, έχουν χρέος να «διηγούνται όσα εποίησεν αυτοίς ο Ιησούς». Να δίνουν την μαρτυρία της πίστεως μέσα στο σχολείο, το φροντιστήριο, το πανεπιστήμιο. Να ομολογήσουν ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια. Ότι μόνο κοντά στον Ιησού ο άνθρωπος καταξιώνει τη ζωή του. Παράλληλα θα πρέπει να αντιμετωπίζουν θαρραλέα την αθεΐα. Με υπομονή την ειρωνία. Άφοβα την πρόκληση. Ανυποχώρητα τον πειρασμό. Και με την βεβαιότητα ότι δεν είναι μόνοι, αλλά ότι και πολλοί άλλοι νέοι άνθρωποι αγωνίζονται στα χαρακώματα της πίστεως, κάτω από το βλέμμα και την παντοδύναμη παρουσία του Κυρίου μας.

* * *
Αδελφοί μου,
Αυτό που παρήγγειλε στον θεραπευμένο Γαδαρηνό ο Κύριος Ιησούς ήταν να γυρίσει πίσω στο σπίτι του και να εξαγγέλλει όσα του έκανε ο Θεός. Το ίδιο παραγγέλλει να κάνουμε και εμείς στο δικό μας οικογενειακό, εργασιακό, κοινωνικό περιβάλλον. Ως χριστιανοί οφείλουμε να είμαστε οι «μάρτυρες» του Χριστού. Οι ομολογητές του ονόματος Του. Οι ευγνώμονες κήρυκες της φιλανθρωπίας και των απείρων ευεργεσιών Του.
Ο πρώην δαιμονισμένος ανταποκρίθηκε πρόθυμα στην εντολή του Κυρίου: «Και απήλθε, καθ’ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Αποτελεί χρέος μας ν’ ακολουθήσουμε κι εμείς το παράδειγμα του. Να γινόμαστε καθημερινά, παντού και πάντοτε μάρτυρες του Χριστού.