Τετάρτη, 15 Ιούλιος 2009




Υμνολογική εκλογή.
Άπολυτίκιον. “Ήχος πλ. α’. Τον ουνάναρχον Λόγον. Γερασίμου.


Μνηστευθείσα τω Λόγω Μαρίνα ένδοξε, των επιγείων την σχέσιν πάσαν κατέλιπες, και ένήθλησας λαμπρώς ως καλλιπάρθενος’ τον γαρ άόρατον έχθρόν, κατεπάτησας στερρώς, όφθέντα σοι Άθληφόρε. Και νυν πηγάζεις τω κοσμώ, των ίαμάτων τα χαρίσματα.


Αφού έλαβες σαν μνηστήρα σου τον Λόγο Χριστό, και εγκατέλειψες κάθε επίγεια σχέση, ένδοξη μάρτυς Μαρίνα, σαν καλή παρθένος αγωνίσθηκες και νίκησες τον αγώνα της αρετής και του μαρτυρίου, διότι τον αόρατο εχθρό τον ενίκησες με δύναμη, όταν σου παρουσιάσθηκε, αθληφόρε. Και τώρα χαρίζεις στον κόσμο πλούσια σαν πηγή που τρέχει τα χαρίσματα των ιαμάτων.


Κοντάκιον. “Ήχος γ’. Ή Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας κάλλεσι, πεποικιλμένη παρθένε, μαρτυρίου στίγμασι, στεφανωθείσα Μαρίνα, αιμασιν, άθλητικοίς τε ρεραντισμένη, θαύμασι, καταλαμφθείσα των ίαμάτων, εύσεβώς Μάρτυς έδέξω, βραβεία νίκης της σης αθλήσεως.


Στολισμένη με τα κάλλη της παρθενίας, παρθένε, στεφανωμένη με τα στίγματα του μαρτυρίου, Μαρίνα, ραντισμένη με το αίμα του μαρτυρίου σου, λαμπρή με τα θαύματα των ιαμάτων ευσεβώς, δέχθηκες τα βραβεία βια τη νίκη στους αγώνες σου.


Ο Οίκος.
Τω νυμφίω Χριστώ, έρωτι της καρδίας σου, από βρέφους σεμνή πυρποληθείσα, έδραμες, δορκάς ως διψώσα πηγαίς άειρρύτοις, Παρθενομάρτυς’ και τη άθλήσει δε σαυτήν συντηρήσασα, εν τω άφθάρτω όντως του Κτιστού σου, νύμφη εύκλεής, θαλάμω έφθασας έστολισμένη, πεποικιλμένη, στεφανηφόρος, νικητής, λαμπαδηφόρος, εύθαλής, άφθαρτου νυμφώνος τυχούσα, και δεξάμενη ως χρυσίον, βραβεία νίκης της σης αθλήσεως.


Ετρεξες σαν διψασμένο ζαρκάδι προς τις πηγές που τρέχουν αδ΄διάκοπα, πίσω από τον Νυμφίο Χριστό, όταν πυρπολήθηκες από την θερμή αγάπη της καρδιάς σου προς Αυτόν από βρέφος, σεμνή παρθενομάρτυς, και αφού συνετήρησες τον εαυτό σου με τον αγώνα, έφθασες πράγματι Νύμφη ένδοξη και στολισμένη στον άφθαρτο θάλαμο του Κτίστου σου, στεφανωμένη, νικήτρια, με λαμπάδα αναμμένη, ακμαία, αφού επέτηχες τον αιώνιο νυμφώνα’ και δέχθηκες σαν καθαρό χρυσάφι τα βραβεία της νίκης για τους αγώνες σου.


Συναξάριον.
Τη ΙΖ’ του αυτού μηνός, μνήμη της αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης.
Στίχοι.
Χειρ δημίου τέμνει σε, Μαρίνα, ξίφει, Χειρ Κυρίου χάριτι θεία δε στέφει.
Έβδομάτη δεκάτη Μαρίνα δειροτομήθη.


Το χέρι του δημίου με το ξίφος σε τέμνει, Μαρίνα, αλλά το χέρι του Κυρίου σε στεφανώνει με τη θεία χάρη. Κατά την δεκάτη εβδόμη του μηνός η Μαρίνα εμαρτύρησε.


«Η Αγία Μαρίνα καταγόταν από την Πισσιδεία και ήταν κόρη του Αιδεσίου, ο οποίος ήταν ιερέας των ειδώλων. Η Μαρίνα όταν ήταν δώδεκα ετών έχασε την μητέρα της, οπότε και την μεγάλωσε μια άλλη γυναίκα. Στη χριστιανική πίστη κατηχήθηκε από χριστιανούς συμπολίτες της. Έτσι όταν έγινε δεκαπέντε ετών, ομολογούσε πως ήταν πλέον έτοιμη να δεχθεί τον αγώνα του μαρτυρίου.Το γεγονός αυτό, μαθεύτηκε αμέσως, και έτσι ο ηγεμόνας της περιοχής διέταξε να την συλλάβουν και να την φέρουν ενώπιόν του. Αμέσως θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Την ρώτησε ποία είναι, ποία είναι η πίστη της, και αυτή του απάντησε ότι ονομάζεται Μαρίνα, και είναι χριστιανή, γέννημα θρέμμα της Πισιδίας. Τότε ο ηγεμόνας προσπάθησε να την πείσει να αρνηθεί την πίστη της. Η αγία όμως δεν δέχτηκε.
Για το λόγο αυτό ο τύραννος πρόσταξε και την υπέβαλαν σε βασανιστήρια φρικτά, και αφού τις κατέσκισαν τις σάρκες, την έριξαν στην φυλακή. Μέσα στην φυλακή μάλιστα συνέβη το εξής: ο διάβολος μεταμορφωμένος σε άγριο δράκοντα, προσπάθησε να κάνει την αγία να φοβηθεί. Αυτή όμως προσευχήθηκε στον Θεό, και αμέσως ο δράκοντας άλλαξε μορφή και έγινε ένας μαύρος σκύλος. Τότε η αγία άρπαξε ένα σφυρί και χτυπώντας τον στο κεφάλι και την ράχη, τον ταπείνωσε. Στη συνέχεια ο ηγεμόνας διέταξε και την έφεραν πάλι μπροστά του. Παρά τις πιέσεις του, η αγία παρέμεινε ακλόνητη. Έτσι υποβλήθηκε σε νέα βασανιστήρια, μέχρι που αποκεφαλίστηκε λαμβάνοντας τον στέφανο του μαρτυρίου.»


(Το μικρό συναξάριο, ελήφθη από τον ιστότοπο της Εκκλησίας της Ελλάδος, www.ecclesia.gr.)
Μνήμη των Αγίων μαρτύρων Σπεράτου καί Βερονίκης.Στίχ. Σοίς αίμασι, Σπεράτε, τοις εξ αυχένας Αίμα τραχήλου μιγνύει Βερονίκη.
Ταϊς αυτών άγίαις πρεσβείαις, ό θεός, ελέησαν ημάς. Αμήν.


Δόξα. Ήχος πλ. β’.
Αθλητικήν όδεύσασα όδόν, προγονικήν έξέφυγες βουλήν, Μαρίνα πανσεβάσμιε’ και ως μεν παρθένος φρόνιμη, λαμπαδηφόρος εισήλ¬θες, εις τάς αύλάς του Κυρίου σου’ ως δε Μάρτυς ανδρεία, χάριν έλαβες, άπελαύνειν πάσαν νόσον εξ ανθρώπων. Άλλα και ημάς τους ύμνοϋντάς σε, ψυχικών άλγηδόνων έλευθέρωσον, ταις προς θεόν ίκεσίαις σου.


Εβάδισες την οδό της αθλήσεως και ξέφυγες έτσι την καταδικαστική απόφαση για το αμάρτημα των προγόνων μας, Μαρίνα πανσεβάσμια, και σαν φρόνιμη παρθένος εισήλθες με αναμμένη τη λαμπάδα σου στις αυλές του Κυρίου σου, δυλαδή στη βασιλεία Του, και σαν μάρτυρας ανδρεία, έλαβες τη χάρη νααπομακρύνεις κάθε ασθένεια από τους ανθρώπους. Αλλά και εμάς που σε υμνούμε ελευθέρωσέ μας από κάθε ψυχική ασθένεια με τις ικεσίες σου προς τον Θεό.

Παρασκευή, 10 Ιούλιος 2009



ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ


Μετά την απόφαση για επιστροφή αρχίζει η πορεία της μετανοίας: «Με τα έργα πρέπει να δείξουμε την θέληση» μας για μετάνοια. Στην πορεία αυτή θα συναντήσουμε πολλούς πειρασμούς και εμπόδια, και για να την βαδίσουμε με επιτυχία χρειαζόμαστε έμπειρο οδηγό. Τέτοιος είναι ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος λέγει: «Είναι πολλοί και ποικίλοι οι δρόμοι της μετανοίας, και όλοι οδηγούν στον ουρανό»(ι. Χρυσ.).
α. Ό πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ή αυτοκαταδίκη και η ομολογία των αμαρτιών. Η πράξη αυτή συνιστά την ουσία του μυστηρίου της ιεράς Εξομολογήσεως και είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την συγχώρηση των αμαρτιών μας. Καταδικάζεις τον εαυτό σου, ομολογείς την ευθύνη σου για την πράξη της αμαρτίας, και ο Θεός σε απαλλάσσει από την αμαρτία. «Εξομολογήθηκες με ειλικρίνεια την αμαρτία, εξάλειψες την αμαρτία» (ι. Χρυσ.).
β. Δεύτερος δρόμος μετανοίας ισάξιος του πρώτου είναι η συγχωρητικότητα και η αγάπη προς τους αδελφούς μας. Συγχωρούμε τους αδελφούς και "συνδούλους" μας για τα μικρά που μας έφταιξαν, για να συγχωρεθούν τα μεγάλα που φταίξαμε στον Κύριο μας. Έτσι μας βεβαιώνει ο Χριστός: Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος(Ματθ.6,14).
γ. Το πένθος και τα δάκρυα για τις αμαρτίες μας είναι τρίτος δρόμος: «Αμάρτησες; Πένθησε και εξαλείφεις την αμαρτία... Μικρό κόπο θέλει από σένα, κι Εκείνος σου δίνει τα μεγάλα. Αφορμή ζήτα από σένα για να σου δώσει θησαυρό σωτηρίας. Πρόσφερε δάκρυα και ο Χριστός σου δίδει την συγχώρηση» (ι. Χρυσ.).
δ. Η ταπεινοφροσύνη είναι τέταρτος δρόμος μετανοίας. Ο άγιος Ιωάννης αναφερόμενος στην παραβολή του Τελώνου γράφει: «Με την ταπεινοφροσύνη που έδειξε ο Τελώνης δικαιώθηκε, ενώ ο Φαρισαίος κατέβηκε από τον ναό στερημένος την δικαίωση... Τα λόγια του Τελώνου νίκησαν τα έργα του Φαρισαίου... Ώστε, εάν ομολογήσεις τις αμαρτίες σου στον Θεό και ταπεινοφρονήσεις, γίνεσαι δίκαιος». «Ταπεινώσου και έλυσες τα δεσμά των αμαρτιών».
ε. Πέμπτος δρόμος είναι η ελεημοσύνη, «η βασίλισσα των αρετών, η οποία ανεβάζει αμέσως τους ανθρώπους στις αψίδες των ουρανών... Η ελεημοσύνη είναι λύτρον της ψυχής» (ι. Χρυσ.). Είναι γνωστές πολλές περιπτώσεις αμαρτωλών που εξιλεώθηκαν με την ελεημοσύνη.
στ. Πέμπτος δρόμος είναι η θερμή προσευχή που πηγάζει από το βάθος της καρδιάς: «Να προσεύχεσαι κάθε ώρα χωρίς να αποκάμνεις προσευχόμενος,... και ο Θεός δεν θα αποστραφεί την επιμονή σου, αλλά θα σου συγχώρηση τις αμαρτίες».
Ο Θεός «μας έδωσε πολλούς δρόμους μετανοίας, για να διευκολύνει την ανάβαση μας στον ουρανό» (ι. Χρυσ.). Ο καθένας μας επομένως, μπορεί να διάλεξη τον δρόμο πού του ταιριάζει καλύτερα για να αρχίσει την επιστροφή στον πατρικό Οίκο. Στην πορεία θα διαπίστωση ότι οι δρόμοι αυτοί συχνά διασταυρώνονται μεταξύ τους, διότι όλες οι αρετές είναι αλληλένδετες. Καλλιεργώντας λοιπόν την αρετή που διάλεξε ως δρόμο ζωής, μετέχει και σε όλες τις άλλες.
Ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί η αγάπη του Θεού, για να επαναφέρει κοντά Του κάθε αμαρτωλό, περιγράφεται στην παραβολή του ασώτου.
Ο άσωτος απομακρύνθηκε από τον φιλότεκνο Πατέρα και πορεύθηκε εις χώραν μακράν. Η πατρική αγάπη όμως απλώνεται τόσο μακράν όσο είχε φθάσει το αγαπημένο Του παιδί. Και όταν είδε την απόφαση για επιστροφή, συνήργησε ο ίδιος για να την πραγματοποίηση: «Έτι αυτόν μακράν απέχοντος, είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και έσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν». Ο λόγος ετι μακράν αυτού απέχοντος, αποκαλύπτει «την απερίγραπτη φιλοστοργία του ουράνιου Πατέρα και πόση και τι λογής συμπάθεια επιδεικνύει σ’ εκείνους που επιστρέφουν κοντά Του». Ο στοργικός Πατέρας δεν περιμένει να φθάσει το παιδί Του. Τρέχει πρώτος να το υποδεχθεί.
Ο φιλόστοργος Πατέρας δέχθηκε τον άσωτο «με ανοιχτή αγκαλιά επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Στήθηκαν τότε χοροί και συμπόσια και πανηγύρια και όλο το σπίτι ήταν εύθυμο και χαρούμενο... Ο μεγαλύτερος αδελφός αγανάκτησε με αυτά, άλλα ό Πατέρας τον έπεισε λέγοντας του με πραότητα: Όταν χρειάζεται να σώσεις τον χαμένο, δεν είναι καιρός δικαστηρίων, άλλα φιλανθρωπίας και συγγνώμης μόνον... Και αν χρειαζόταν να τιμωρηθεί, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα... Αδελφό βλέπεις, όχι ξένο. Στον πατέρα του επέστρεψε που δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτε από τα περασμένα. Ή καλύτερα, θυμάται εκείνα μόνο που μπορούν να τον οδηγήσουν σε συμπάθεια και έλεος και στοργή και ευσπλαχνία πατρική. Γι’ αυτό ο Πατέρας δεν είπε εκείνα που έπραξε ο άσωτος, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν θυμήθηκε το ότι κατέφαγε την περιουσία Του, αλλά ότι περιέπεσε σε αμέτρητες συμφορές» (ι. Χρυσ.). Ο μεγαλύτερος αδελφός της παραβολής σκεπτόταν σύμφωνα με την ανθρώπινη δικαιοσύνη, αλλά ο Πατέρας ενεργούσε σύμφωνα μέ την πατρική Του καρδιά.
Οι άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι και η δική μας θέση απέναντι στον Θεό είναι παρόμοια με του ασώτου, «και με τέτοιο τρόπο ο φιλάγαθος Θεός δέχεται και αγαπά εκείνους που μετανοούν. Ο Πατέρας περιμένει την επάνοδο σου από την πλάνη. Μόνον επίστρεψε και ενώ θα είσαι ακόμη μακριά, θα τρέξει και θα πέσει στον τράχηλο σου και θα αγκαλιάσει με φιλικούς ασπασμούς την καθαρισμένη ήδη από την μετάνοια ψυχή σου. Θα ενδύσει με την πρώτη στολή την ψυχή που εξεδύθη τον παλαιό άνθρωπο,... θα τοποθέτηση δαχτυλίδι στα χέρια... και θα βάλει υποδήματα στα πόδια πού επέστρεψαν από την κακή οδό στον δρόμο του Ευαγγελίου της ειρήνης. Θα αναγγείλει ήμερα ευφροσύνης και χαράς στους δικούς Του, αγγέλους και ανθρώπους, και σα εορτάσει με κασέ τρόπο την σωτήρια σου» (ο. Συμεών Θεολ.).
Αυτή η χαρά του ουρανού για την επιστροφή του μετανοούντος είναι το κυρίαρχο στοιχείο στις παραβολές του χαμένου προβάτου, της χαμένης δραχμής και του ασώτου. Ο καλός Ποιμένας χαίρων επιτίθησιν επί τους ώμους αυτόν το χαμένο πρόβατο και ελθών εις τον οίκον συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονας λέγων αυτοίς• συγχάρητέ μοι ότι εύρον το πρόβατον μου το απολωλός. Και στις τρεις παραβολές ο Κύριος μας βεβαιώνει ότι χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι .
Η αγάπη Του μας συγκαλεί όλους στο πανηγύρι της χαράς του ουρανού και μας κάμνει κοινωνούς της θείας ευφροσύνης. Ο Θεός Πατέρας θέλει να επιστρέψουμε αγαπητικά προς Αυτόν εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας μας, ώστε ολόκληρους να μάς αγκαλιάσει με την πατρική Του αγάπη.


Ιερομ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Τετάρτη, 8 Ιούλιος 2009


Μάνα


Σήμερα που η ψυχή σου ξεκουράζεται στα ανθοστόλιστα μονοπάτια , εκεί στις μακρινές γειτονιές των αγγέλων, είμαι σίγουρος πως μας θωρείς από ΄κει πάνω καθώς ήρθαμε εδώ να σου ευχηθούμε καλό σου ταξίδι. Ξέρεις χτες πρωί-πρωί πήρα ένα μήνυμα….Είδα ένα λαμπερό πεφτάστερο ενώ είχε ξημερώσει για τα καλά. Ηταν ο άγγελος που ήρθε να σε συνοδέψει……
Είμαι σίγουρος και είναι σίγουροι όλοι όσοι σε γνώρισαν ότι ένας άνθρωπος σαν κι εσένα, μια σύζυγος και μια μάνα σαν κι εσένα θα έχει ένα ταξίδι με σύμμαχο τη γαλήνη ψυχής και μια θέση εκεί δίπλα στο δημιουργό του σύμπαντος.


Μάνα


Σήμερα η γη σε παίρνει κοντά της, μέσα της, για πάντα. Σήμερα η φύση παίρνει μαζί της την ομορφιά της ψυχής σου και τον πλούτο των συναισθημάτων σου. Σήμερα μαραίνονται οι κρίνοι που μοσχοβολούσαν στη καρδιά σου.


Μάνα


Θέλω να σου μιλήσω για τελευταία φορά. Να σου πω ότι θυμάμαι όλα όσα μου έμαθες, να σου πω ότι θυμάμαι τις αρχές και τις αξίες που μου δίδαξες , να σου πω ότι θυμάμαι την ανθρωπιά σου, την ανιδιοτέλεια των πράξεών σου.
Θέλω να σου πω ότι δεν ξεχνώ τις θυσίες σου για μένα μα και για το χαμένο παιδί σου. Να σου πω ότι θυμάμαι την καλοσύνη σου και το άνοιγμα της καρδιάς σου ακόμη και σε εκείνους που θέλησαν να σου πουν ένα πικρό λόγο, ένα λόγο ανθρώπινης μικρότητας . Σε όλους αυτούς αντιφωνούσες με τη μεγαλοσύνη της ψυχής σου και τη δύναμη της αγάπης σου. Θέλω να σου πω ότι για μένα πέρα από μάνα ήσουν δασκάλα. Δασκάλα ζωής. Να θυμάσαι εκεί ψηλά που πήγες, ότι δεν θα ξεχνώ τις προτροπές σου, τις συμβουλές σου, το ζεστό λόγο της μάνας. Της δικής μου μάνας.


Μάνα θα σε θυμάμαι, θα σε θυμόμαστε πάντα. Καλό ταξίδι καρδιά μου!!!

Το πονεμένο παιδί σου..

Δευτέρα, 6 Ιούλιος 2009


Ο ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ, Η ΜΟΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου.


O άνθρωπος είναι το «κατ' εικόνα» του Θεού και επομένως η ζωή του, για να ανταποκριθεί στην αληθινή του φύση, πρέπει να είναι μικρογραφία της ζωής του Θεού. Επειδή ο Θεός είναι Τριαδικός, και ο άνθρωπος καλείται να γίνει «Τριαδικός», ζώντας «Τριαδικά», δηλαδή τη ζωή της πλήρους ενότητας και της ολοκληρωτικής αγάπης. Σε μια τέτοια ζωή καλεί τον άνθρωπο ο Τριαδικός Θεός που είναι το αρχέτυπο του άνθρωπου. Η ζωή της αγάπης δεν ανταποκρίνεται μόνο στην αληθινή φύση του ανθρωπου, αλλα οδηγεί τον άνθρωπο και στην αληθινή Θεογνωσία. «Όποιος δεν αγαπά, δεν εγνώρισε τον Θεό, διότι ο Θεός είναι αγάπη. Με τούτο εφανερώθη η αγάπη του Θεού σ' εμάς: ότι τον Υιόν Του τον μονογενή έστειλε ο Θεός εις τον κόσμο, δια να ζήσωμε δι' αυτού. Εις τούτο συνίσταται η αγάπη, όχι εις το ότι εμείς αγαπήσαμε τον Θεόν, αλλ' ότι αυτός μας αγάπησε και έστειλε τον Υιόν Του ως ιλασμόν δια τας αμαρτίας μας. . . Με τούτο ξέρομεν ότι μένομεν εν αυτώ και αυτός εν ημίν, διότι μας έδωκε από το Πνεύμα Του» (Α' Ιω. δ' 813). Η μεγάλη ελπίδα του ανθρώπου, το νόημα της ζωής του, είναι η κοινωνία της αγάπης, που δεν περιλαμβάνει μόνο στους συνανθρώπους, αλλά αποτελεί ενότητα και αρμονία με τον ίδιο τον εαυτό μας και με τον Θεό, που είναι η ζωή! Αυτή η Θεοκοινωνία (Β' Πέτρ. α' 4), κατά την οποία ο άνθρωπος «μένει εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ» (Α Ίω. δ' 16 Πρβλ. Ίω. ιζ' 2026) εξασφαλίζεται με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος του Θεού (Α' Ίω. δ' 13), με το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος (Α' Ίω. β' 2027), που είναι η σφραγίδα του Θεού (Αποκ. Θ' 4). Εάν ο Υιός, που εστάλη από τον Πατέρα, «δια να ζήσωμεν δι' αυτού» ή το Άγιο Πνεύμα ήσαν κτίσματα, τότε δεν θα μπορούσαμε δι' αυτών να έχουμε καμμία κοινωνία με τον Θεό• «θα ηνωνόμεθα απλώς με κάποιο κτίσμα και θα ήμεθα αποξενωμένοι από τη θεία φύση, αφού τίποτα δεν θα μας ήνωνε με αυτήν. Τώρα δε, που λεγόμεθα μέτοχοι Χριστού και μέτοχοι του Θεού, φαίνεται ότι το εν ημίν χρίσμα και η σφραγίς δεν είναι εκ της φύσεως των δημιουργημάτων, αλλά εκ της φύσεως του Υιού, ο οποίος συνάπτει ημάς με τον Πατέρα δια του εν αυτώ Αγίου Πνεύματος» (Μ. Αθαν. Πρβλ. Έβρ. γ' 14, Ρωμ. η' 1417, Β' Πέτρ. α' 4). Η πίστη στον Τριαδικό Θεό αποτελεί για τον άνθρωπο πραγματική ελπίδα. Αν ο άνθρωπος γνωρίσει ποιο είναι το αρχέτυπό του, πως είναι δηλαδή εικόνα της Αγίας Τριάδος, τότε θα πιστέψει πως είναι δυνατόν να ζήσει και αυτός τη ζωή της ενότητας και της αγάπης. Τότε ο άνθρωπος θα μπορέσει να βρει τη σωτηρία. Τούτο δεν είναι δύσκολο να το εννοήσουμε, όταν σκεφθούμε πως ο άνθρωπος, ιδιαίτερα σήμερα, ζει εσωτερικά διεσπασμένος και εξωτερικά απομονωμένος. Αισθάνεται πως αποτελείται από πολλαπλά στοιχεία έχει σώμα, πνεύμα, βούληση, συναίσθημα κ. α. Ένας άνθρωπος διηρημένος εσωτερικά δεν μπορεί να πει ότι είναι λυτρωμένος• το ίδιο και όταν αισθάνεται ότι ζει σε πλήρη αποξένωση και μοναξιά ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει τη δύναμη να αγαπήσει, δεν μπορεί να βρει την εσωτερική του ισορροπία. Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίσει πως δεν ανήκει στη φύση του η εσωτερική διάσπαση και η εξωτερική αποξένωση, αλλά η αρμονία και οι διαπροσωπικές σχέσεις• γι' αυτό πρέπει να γνωρίσει τον Τριαδικό Θεό και να πιστέψει πως δημιουργήθηκε «κατ' εικόνα» Του! Να βεβαιωθεί πως ο Θεός ζει στην πληρότητα, την ενότητα και την αγάπη και να πιστέψει πως σ' αυτό το σημείο βρίσκεται και ο δικός του τελικός προορισμός, το νόημα της δικής του ζωής (Β' Κορ. ε' 1721, Α' Ίω. γ' 23). Αν ο άνθρωπος δεχθεί τον Τριαδικό Θεό και ανακαλύψει την προσωπική του ταυτότητα στην εικόνα του Τριαδικού Θεού, τότε μόνο μπορεί να βεβαιωθεί πως και ο ίδιος, από την φύση του, είναι δυνατόν να φθάσει στην πληρότητα της αρμονίας, της αγάπης, της κοινωνίας• τότε αποκτά νόημα όχι μόνο η ζωή του, αλλά και ο αγώνας του. Ιδού γιατί είπαμε πως η αλήθεια του Τριαδικού Θεού, η πίστη στην Αγία Τριάδα, είναι η μόνη ελπίδα του ανθρώπου. Μακριά από την πίστη στον Τριαδικό Θεό και την ορθόδοξη διδασκαλία για το τι είναι ο άνθρωπος, δεν μπορούμε να θέσουμε ως νόημα της ύπαρξής μας την κοινωνία και τη βίωση της αγάπης• αναγκαστικά θα πέσουμε σε άκοπους υλοκρατικούς και υλιστικούς ή θα κινηθούμε σε επίπεδα πανθεϊστικής τάξης. Σε τέτοιους δρόμους οδηγούν επί παραδείγματι όλες οι ινδουιστικής προέλευσης ομάδες, που κηρύττουν πως ο Θεός δεν είναι προσωπικός και πως ο άνθρωπος δεν επλάσθη «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν θεού», αλλά είναι μέρος της θείας ουσίας. Κάτω από αυτό το πρίσμα, το νόημα της ζωής του ανθρώπου δεν είναι πλέον η ανάπτυξη σχέσεων κοινωνίας και αγάπης, αλλά αντίθετα η αποδέσμευση από οποιεσδήποτε «προσκολλήσεις» και η διάλυση της προσωπικότητας του άνθρωπου στη λεγόμενη «παγκόσμια συνειδητότητα». Αυτό αποδεικνύει πόσο επιπόλαιο θα ήταν να θελήσουμε να συμβιβάσουμε τη χριστιανική μας υπόσταση με οποιαδήποτε συμμετοχή σε τεχνικές της γιόγκα, του διαλογισμού και σε παρόμοιες «πρακτικές», που βασίζονται σε εξωχριστιανικές θεολογικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις. Ο ισχυρισμός ότι όλες οι θρησκείες αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό ή ότι με τις «τεχνικές» αυτές μπορεί κανείς να γίνει καλύτερος χριστιανός, αν δεν οφείλεται σε άγνοια των βασικών χριστιανικών θέσεων ή σε αποκρυφιστική ερμηνεία του χριστιανικού μηνύματος, αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση της χριστιανικής πίστης και ελπίδας, επικίνδυνη αλλοίωση της έννοιας του χριστιανικού νοήματος της ζωής, επιβουλή της σωτηρίας του ορθοδόξου πιστού. Υπογραμμίζουμε πως η θεία αποκάλυψη, δηλαδή η συγκατάβαση του Θεού, πραγματοποιήθηκε βαθμιαία, προσαρμοζόμενη στην πνευματική κατάσταση του άνθρωπου της πτώσης. Η αποκάλυψη αυτή ολοκληρώθηκε με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής και αναφέρεται στον Ένα και Τριαδικό Θεό. Ο Θεός δεν μας αποκάλυψε τα πάντα για τον Εαυτό Του, αλλά όσα ήσαν απαραίτητα για τη σωτηρία μας. Οι δογματικοί όροι της Εκκλησίας δεν αποδίδουν αυτό που στην ουσία Του είναι ο Θεός, αλλά «οριοθετούν» την πίστη και περιφρουρούν το περιεχόμενο της έναντι της αιρετικής απειλής. Πιστεύουμε σε Ένα Θεό, που είναι Τριαδικός, δηλαδή κοινωνία προσώπων. Υπάρχει μόνο μία Θεία ουσία, γι' αυτό κάνουμε λόγο για ένα Θεό. Όμως αυτής της Θείας ουσίας μετέχουν όχι μόνο ο Πατήρ, αλλά και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Γι' αυτό και ο Ένας Θεός είναι ταυτόχρονα και Τριαδικός. Ο Πατήρ, ως μοναδική Αρχή και Πηγή, μεταδίδει τη Θεία ύπαρξη στον Υιό με προαιώνια γέννηση και στο Άγιο Πνεύμα με προαιώνια εκπόρευση. Αλλά μέσα στο χρόνο για τη σωτηρία του κόσμου, τα πάντα συντελούνται «Τριαδικά», από τον Πατέρα δια του Υιού «εν Αγίω Πνεύματι». Γι' αυτό και αναφέρεται ότι το Άγιο Πνεύμα «πέμπεται» δια του Υιού. Και τα τρία Θεία πρόσωπα έχουν μία θέληση και μία ενέργεια, είναι μεταξύ τους ενωμένα αδιαιρέτως. Ο άνθρωπος, έχοντας σαν αρχέτυπό του τον Τριαδικό Θεό, είναι από τη φύση του («κατʼ εικόνα») ενότητα, αρμονία, αγάπη. Αν όμως απορρίψουμε την πίστη στην Αγία Τριάδα, εκλάβουμε τον Υιό ή το Άγιο Πνεύμα ως κτίσμα, εάν εισαγάγουμε «σύγχυση» στις σχέσεις των θείων προσώπων, τότε και ο άνθρωπος ως το «κατʼ εικόνα» αυτού του Θεού, από τη φύση του δε θα είναι ενότητα και αγάπη, αλλά διάσπαση, δυσαρμονία ή σύγχυση. Γι' αυτό λέμε πως η πίστη στον Τριαδικό Θεό είναι η μόνη ελπίδα του ανθρώπου.

Σάββατο, 4 Ιούλιος 2009


"Εγώ πατήρ, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος. Παν όπερ αν θέλης εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστής. Εγώ δουλεύσω. Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ. Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σε και αλήτης δια σε, επί σταυρού δια σε, επί τάφου δια σε, άνω υπέρ σού εντυγχάνω τω Πατρί. Κάτω υπέρ σού πρεσβευτής Παραγέγονα παρά του Πατρός. Πάντα μοι συ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος. Τι πλέον θέλεις;"


(Αγ. Ιωάν. Χρυσόστομος).

Τρίτη, 30 Ιούνιος 2009



Ποιοί ήταν οι Δώδεκα Απόστολοι και πως πέθαναν ;


1ος, Ο Πέτρος - Τον Σταύρωσαν.


2ος, Ο Ανδρέας - Τον Στάυρωσαν.


3ος, Ο Ματθαίος - Τον Έκαψαν Ζωντανό σε Καμίνι.


4ος, Ο Ιάκωβος - Τον Έσφαξαν.




5ος, Ο Σίμωνας ο Ζηλωτής - Τον Σταύρωσαν.


6ος, Ο Φίλιππος - Τον Κρέμασαν Ανάποδα.



7ος, Ο Ιάκωβος ο του Ζεβεδαίου - Τον Έσφαξαν.


8ος, Ο Βαρθολομαίος - Τον Σταύρωσαν.


9ος, Ο Ιούδας ο Θαδδαίος - Τον Θανάτωσαν με Τόξα.


10ος, Ο Θωμάς - Τον Θανάτωσαν με Τόξα.



11ος, Ο Ματθίας - Με Φρικτά Βασανιστήρια.


12ος, Ο Ιωάννης ο Θεολόγος - Πέθανε με Φυσικό Θάνατο.

Κυριακή, 28 Ιούνιος 2009



Ο Απόστολος Πέτρος


Α. Α. Γκλαβίνα, Οι δώδεκα Απόστολοι, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη, 1993, σελ. 57-67


Ο Πέτρος γεννήθηκε στη Βηθσαϊδά (Ιωάν. 1, 45), κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ, όπου με τον αδελφό του Ανδρέα, που και αυτός έγινε Απόστολος, ασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά, μαζί με δυο άλλους Αποστόλους (Ματθ. 4, 18), τον Ιάκωβο και Ιωάννη, γιους του Ζεβεδαίου.
Σ' όλους τους καταλόγους των Ευαγγελίων αναφέρεται πρώτα ως Σίμων (Ματθ. 10, 2. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14), ενώ σ' άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης αναφέρεται και ως Συμεών (Πρ. 15, 14. 2 Πετρ. 1, 1). Αρκετές φορές μνημονεύεται ως Σίμων Πέτρος (Ματθ. 10, 2. 16, 16. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14. Ιωάν. 1, 40. 6, 68. 13, 6· 8· 24. 18, 10) καθώς επίσης και Κηφάς (1 Κορ. 1, 12. 3, 12. 9, 5. 15, 5. Γαλ. 1, 18. 2, 9 · 11· 14).
Στην Καινή Διαθήκη δε φαίνεται καθαρά πότε ο Ιησούς ονόμασε το Σίμωνα Κηφά, δηλ. βράχο, πέτρα. Κατά το Ματθαίο (16, 18) η μετονομασία αυτή συνδέεται με την ομολογία του Πέτρου στην Καισαρεία του Φιλίππου. Κατά το Μάρκο (3, 16) και το Λουκά (6, 14) η αλλαγή αυτή του ονόματος του από Σίμωνα σε Πέτρο μνημονεύεται στην αρχή του καταλόγου των δώδεκα, όταν δηλ. συγκροτήθηκε και ολοκληρώθηκε από τον Ιησού η ομάδα των δώδεκα. Ο Ιωάννης (1, 42) τοποθετεί το θέμα αυτό διαφορετικά: όταν για πρώτη φορά ο Σίμων συναντήθηκε με τον Ιησού (τον παρουσίασε στον Ιησού ο αδελφός του Ανδρέας), ο Ιησούς του είπε ότι θα ονομαστεί Κηφάς, που σημαίνει Πέτρος.
Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης και Ιωνάς (Ιωαν. 1, 43. 21, 15-17). Ο Ματθαίος (16, 17) ονομάζει το Σίμωνα γιο του Ιωνά (Βαριωνά ). Πιθανώς το όνομα Ιωνάς να είναι σύντμηση και απλογραφία του Ιωάννης, ενώ το Βαριωνάς να μη μπορεί με απόλυτη βεβαιότητα να μεταφραστεί ως γιος του Ιωάννη.
Υπάρχει και η άποψη, που δεν μπορεί να υποστηριχτεί με σιγουριά, ότι η λέξη Βαριωνάς σημαίνει τρομοκράτης, οπότε ο Σίμων αποκτάει και τον προσδιορισμό Ζηλωτής. Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Πέτρος χρησιμοποίησε μαχαίρι, φονικό όργανο, το βράδυ της σύλληψης του Ιησού από τους Ρωμαίους.
Ο Πέτρος κατοικούσε στην Καπερναούμ (Ματθ. 5, 14. Μάρκ. 1, 21· 29. Λουκ. 4, 31· 38), απ' όπου καταγόταν η γυναίκα του και εκεί εγκαταστάθηκε μετά το γάμο του. Για τη γυναίκα του τίποτε δεν αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και είναι γνωστό ότι ο Πέτρος ήταν έγγαμος, γιατί ο Χριστός θεράπευσε την πεθερά του (Ματθ. 8, 14-15. Μάρκ. 1, 29-30. Λουκ. 4, 38-39). Είναι πολύ πιθανό ότι η σύζυγος του δε ζούσε όταν τον κάλεσε ο Χριστός στο αποστολικό αξίωμα. Μάλιστα αργότερα, στις ιεραποστολικές του περιοδείες, είχε και ο Πέτρος μαζί του όχι τη γυναίκα του αλλά χριστιανή αδελφή για να τον υπηρετεί (1 Κορ. 9, 5).
Τόσο το επάγγελμα του όσο και το γεγονός ότι τα μέλη του Συνεδρίου καλούν τον Πέτρο και τον Ιωάννη αγράμματους και απλοϊκούς (Πρ. 4, 13) φανερώνουν ότι δε φοίτησαν σε ραββινική σχολή· ίσως διετέλεσε μαθητής του Προδρόμου.
Η κλήση του στο αποστολικό αξίωμα έγινε σταδιακά. Πρώτα παρουσίασε τον Πέτρο στο Χριστό ο αδελφός του Ανδρέας (Ιωάν. 1, 42-43). Ήταν παρών, προφανώς, στο γάμο της Κανά και αμέσως μετά από το γάμο αυτόν εγκαταστάθηκε με τον Ιησού και άλλους μαθητές στην Καπερναούμ (Ιωάν. 2, 1-12). Την κλήση του αναφέρουν οι τρεις συνοπτικοί Ευαγγελιστές (Ματθ. 4, 18. Μάρκ. 1, 16-18. Λουκ. 5, 3-11).
Από την πρώτη στιγμή ο Πέτρος κατέλαβε πρωτεύουσα θέση στον αποστολικό κύκλο· πρώτος αναφέρεται πάντοτε μεταξύ των μαθητών στους καταλόγους της Καινής Διαθήκης (Ματθ. 10, 2. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14. Πρ. 1, 13) και αποτελούσε, μαζί με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη τον πιο στενό κύκλο των μαθητών προς τους οποίους ο Χριστός έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση (π.χ. ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου Λουκ. 8, 51· Μεταμόρφωση Ματθ. 17, 1. Μάρκ. 9, 2· προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή Ματθ. 26, 37).
Ο Πέτρος είχε χαρακτήρα ενθουσιώδη, ορμητικό· διακρινόταν για την ενεργητικότητα του και την αυτοπεποίθηση· αναλάμβανε πρωτοβουλίες· εξαπτόταν αμέσως· μπορούσε όμως αμέσως να ηρεμήσει γιατί έχανε το θάρρος του.
Κάτω από τον ευμετάβλητο και ασταθή χαρακτήρα κρυβόταν ένας ειλικρινής και θερμά αφοσιωμένος στο Χριστό άνθρωπος, που σε πολλές στιγμές έπαιζε το ρόλο πρωταγωνιστή (καταδίωξε ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του το Χριστό για να του αναγγείλουν ότι όλοι τον ζητούν Μάρκ. 1, 31· βάδισμα στη θάλασσα Ματθ. 14, 28-32· η θαυμαστή πληρωμή του φόρου Ματθ. 17, 24-27· αναρίθμητη συγχώρηση των ανθρώπων Ματθ. 18, 21-22· Μεταμόρφωση Μάρκ. 9, 2· θεραπεία της αιμορροούσας Λουκ. 8,45· Πέτρος και Ιωάννης ετοιμάζουν το Πάσχα Λουκ. 22, 8· απάντηση Πέτρου στο όνομα των δώδεκα Ιωάν. 6, 68).
Στην Καισαρεία του Φιλίππου, λίγο πριν από το πάθος, ο Χριστός υπέβαλε στους μαθητές του την ερώτηση ποια γνώμη είχαν οι άνθρωποι για τον Υιό του ανθρώπου. Στο όνομα όλων απάντησε ο Πέτρος ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού (Ματθ. 16, 13-16). Τότε ο Χριστός είπε στους μαθητές του να μη πουν σε κανένα ότι αυτός είναι ο Μεσσίας: τους φανέρωσε όμως ότι θα μεταβεί στα Ιεροσόλυμα, όπου θα σταυρωθεί και θα αναστηθεί την τρίτη ημέρα, ενώ ο Πέτρος πήρε το Χριστό ιδιαιτέρως και προσπάθησε να τον αποτρέψει από αυτό. Ο Χριστός όμως ξεσηκώθηκε από τις προτροπές αυτές του Πέτρου και τον αποκάλεσε σατανά (Ματθ. 16,23).
Στην εβδομάδα των παθών του Κυρίου αρνείται ο Πέτρος προς στιγμή να νίψει τα πόδια του ο Ιησούς (Ιωάν. 13, 5-10), διακατέχεται από αγωνία να μάθει ποιος είναι ο προδότης του Ιησού (Ιωάν. 13, 24), διαμαρτύρεται γιατί ο Ιησούς του απαντάει εκεί που πηγαίνω δεν μπορείς να μ' ακολουθήσεις τώρα, θα μ' ακολουθήσεις αργότερα και υπόσχεται στο Χριστό ότι είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του γι' αυτόν (Ιωάν. 13, 36-37· πρβλ. Ματθ. 26, 33. Μάρκ. 14, 29). Και όμως ύστερα από λίγο τον αρνήθηκε!
Όταν ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο της Γεθσημανή και γύρισε κοντά στους μαθητές του, τους βρήκε να κοιμούνται τότε απευθύνθηκε στον Πέτρο (Μάρκ. 14, 37).
Την ώρα που συνέλαβαν το Χριστό, ο Πέτρος έβγαλε μαχαίρι και έκοψε το αυτί ενός από τους δούλους του αρχιερέα, του Μάλχου. Ο Χριστός επετίμησε τον Πέτρο (Ματθ. 26, 51. Μάρκ. 14, 47. Λουκ. 22, 50. Ιωάν. 18, 10). Από το γεγονός αυτό έβγαλαν μερικοί το συμπέρασμα ότι ο Πέτρος ήταν ένας αναρχικός Σικάριος (τρομοκράτης) και ανήκε στον όμιλο των Ζηλωτών, που αντιστέκονταν ενεργητικά στη ρωμαϊκή εξουσία, στον οποίο ήταν ο Σίμων ο Ζηλωτής και ίσως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.
Όταν συνέλαβαν τον Ιησού Χριστό ο Πέτρος συνήλθε από την πρώτη ταραχή και τον ακολούθησε μέχρι την αυλή του αρχιερέα (Ματθ. 26, 58. Μάρκ. 14, 54. Λουκ. 22, 54. Ιωάν. 18, 15-16).
Πρώτος ο Πέτρος αξιώθηκε να διαπιστώσει το γεγονός της Ανάστασης (Λουκ. 24, 12' πρβλ. και Μάρκ. 16, 7) και πρώτος να δει τον αναστηθέντα Χριστό (Λουκ. 24, 35. 1 Κορ. 15, 5).
Οι ειδήσεις για την ιστορία του Πέτρου μετά την Ανάσταση δεν είναι πολλές και δε μπορούμε να έχουμε ένα διάγραμμα της πορείας του και κανένα σταθερό σημείο για μια σωστή χρονολόγηση.
Στην ιστορία της πρώτης Εκκλησίας και πάλι πρωτοστατεί ο Πέτρος στην πρώτη διοικητικού χαρακτήρα πράξη των Αποστόλων, όταν υπέδειξε σε κοινή σύναξη των πιστών να εκλέξουν τον αντικαταστάτη του Ιούδα του Ισκαριώτη (Πρ. 1, 13-26).
Την ημέρα της Πεντηκοστής πάλι ο Πέτρος σηκώθηκε μαζί με τους άλλους έντεκα Αποστόλους και μίλησε προς το συγκεντρωμένο πλήθος με παρρησία και ομορφιά ώστε να πιστέψουν και να βαπτιστούν 3.000 (Πρ. 2, 14-41).
Στη συνέχεια ο Πέτρος θεράπευσε κάποιο χωλό στο Ναό, όντας με τον Ιωάννη (Πρ. 3, 1-11), μίλησε για δεύτερη φορά προς το πλήθος (Πρ. 2, 12-26). Αυτός ο λόγος είχε συνέπεια να οδηγηθεί με τον Ιωάννη στο συνέδριο, όπου μίλησε με παρρησία (Πρ. 4, 1-12), λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούσε να μη μιλήσει γι' αυτά που είδε και άκουσε (Πρ. 4, 20).
Οι Ιουδαίοι και μάλιστα οι Σαδδουκαίοι συνέλαβαν για δεύτερη φορά τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τους φυλάκισαν, για να αποφυλακιστούν όμως με θαυμαστό τρόπο (Πρ. 5, 17-42).
Όλα αυτά και κάποια άλλα γεγονότα, όπως η θανατική τιμωρία του Ανανία και της γυναίκας του Σαπφείρας (Πρ. 5, 1-11) και τα θαύματα που έκαμνε και με τη σκιά του { Πρ. 5, 15-16) μεγάλωσαν πολύ τη φήμη του.
Ο Πέτρος και ο Ιωάννης στάλθηκαν αργότερα από τους Αποστόλους στη Σαμάρεια, όταν άκουσαν ότι εκεί διαδόθηκε ο λόγος του Θεού (Πρ. 8, 14). Στη Σαμάρεια συναντήθηκε ο Πέτρος με το Σίμωνα το μάγο (Πρ. 8, 18-24) και οι δυο Απόστολοι, Πέτρος και Ιωάννης, κήρυξαν το λόγο του Θεού σε πολλά χωριά της Σαμάρειας (Πρ. 8, 25).
Ο Πέτρος, με κέντρο πάντοτε τα Ιεροσόλυμα, πολλές φορές μετέβαινε σε περιοδείες και επισκεπτόταν τις πλησιόχωρες Εκκλησίες (Πρ. 9, 32). Και ο Παύλος, δυο φορές που ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα, συνάντησε τον Πέτρο (Γαλ. 1, 18. 2, 9), τον Απόστολο της περιτομής όπως τον αναφέρει (Γαλ. 2, 7), που μαζί με τον αδελφόθεο Ιάκωβο και τον Ιωάννη θεωρούνταν «στύλοι» της Εκκλησίας (Γαλ. 2, 9).
Σε μια περιοδεία ο Πέτρος θεράπευσε στη Λύδδα τον παραλυτικό Αινέα (Πρ. 9, 32-34) και στην Ιόππη ανέστη-σε την Ταβιθά ή Δορκάδα (Πρ. 9, 36-42). Πάντως στις περιοχές αυτές προϋπήρχαν Χριστιανοί και δεν είναι ο Πέτρος ο πρώτος ιεραπόστολος των μερών αυτών (πρβλ. Πρ. 9, 32)' ο Πέτρος φαίνεται ότι είχε μεγάλα αποτελέσματα στη Λύδδα και Σάρωνα (Πρ. 9, 35). Στην Ιόππη ο Πέτρος έμεινε αρκετές ημέρες (Πρ. 9, 43) και στην Καισαρεία, όπου πορεύτηκε με θεία εντολή, κατήχησε και βάφτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο και όλους τους δικούς του (Πρ. 10, 1-48).
Όταν γύρισε στα Ιεροσόλυμα εξιστόρησε τα γεγονότα με τον Κορνήλιο και έδωσε απάντηση στους χριστιανούς ε κ περιτομής, που δυσαρεστήθηκαν γιατί βάφτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο (Πρ. 11, 1-17). Η απάντηση του Πέτρου τους έπεισε ότι ο Θεός δεν είναι μόνο γι' αυτούς αλλά για όλο τον κόσμο, αφού, όπως ομολόγησαν, ο Θεός έδωσε και στους εθνικούς τη δυνατότητα να μετανοήσουν και να κερδίσουν την αληθινή ζωή (Πρ. 11, 18). Το 42 ή 44 ο Ηρώδης Αγρίππας Α' συνέλαβε, μετά τη θανάτωση του Αποστόλου Ιακώβου και αφού είδε ότι αυτή η πράξη άρεσε στους Ιουδαίους, τον Πέτρο και τον φυλάκισε με σκοπό να τον θανατώσει. Ο Θεός όμως τον έσωσε με θαυμαστό τρόπο· τότε ο Πέτρος ήρθε στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Μάρκου (Πρ. 12, 1-17). Από εκεί έφυγε και πήγε σ' άλλον τόπο (Πρ. 12, 17).
Ύστερα από αυτά δυο φορές ακόμη γίνεται λόγος για τον Πέτρο. Την πρώτη φορά έλαβε μέρος στην Αποστολική Σύνοδο, το 49 στα Ιεροσόλυμα, όπου ο Πέτρος μαζί με τον Παύλο, τον αδελφόθεο Ιάκωβο και το Βαρνάβα διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο (Πρ. 15, 14. Γαλ. 2, 7-8). Κατά τη Σύνοδο ο Πέτρος, με τη σύντομη όγδοη και τελευταία ομιλία του στις Πράξεις των Αποστόλων, τάχθηκε με σθένος υπέρ της ελευθερίας των Εθνικοχριστιανών σε σχέση με την περιτομή και τις νομικές διατάξεις και υποστήριξε τη θέση ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι οι Εθνικοχριστιανοί να συμμορφώνονται με αυτές γιατί και οι Εθνικοί, όπως και οι Ιουδαίοι, σώζονται μόνον με την πίστη στο Χριστό (Πρ. 15, 1-29).
Και τη δεύτερη φορά ο Πέτρος είχε μια συνάντηση στην Αντιόχεια με τον Παύλο, ο οποίος τον έψεξε γιατί επέδειξε έλλειψη θάρρους και έκανε παραχωρήσεις στους ιουδαΐζοντες σε βάρος των Εθνικοχριστιανών (Γαλ. 2, 11-21). Η χριστιανική κοινότητα της Αντιοχείας ήταν παλιά, έγινε αμέσως μετά το θάνατο του Στεφάνου από Ελληνιστές από την Κύπρο και Κυρήνη και αποτελέστηκε από μεταστραφέντες Εθνικούς (Πρ. 15, 19-21). Στην Αντιόχεια έφτασε ο Πέτρος με το Μάρκο, λίγο ύστερα από τον Παύλο και το Βαρνάβα. Στη συνέχεια ήρθαν στην Αντιόχεια οι Ιουδαιοχριστιανοί, για τους οποίους μιλάει ο Παύλος στους Γαλάτες (2, 11-13). Ο Πέτρος έμεινε στην Αντιόχεια τον ίδιο χρόνο που ήταν εκεί οι Μάρκος, Παύλος, Βαρνάβας, Ιούδας και Σίλας. Από αυτούς μόνο ο Ιούδας έφυγε για τα Ιεροσόλυμα 14 περίπου ημέρες πιο μπροστά.
Ο Ευσέβιος, που χρησιμοποιεί στην περίπτωση αυτή τον Ωριγένη, αναφέρει ότι ο Πέτρος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ιουδαίους της διασποράς, στον Πόντο, τη Γαλατία, τη Βιθυνία, την Καππαδοκία και την Ασία (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 1.4, 2). Η μαρτυρία αυτή του Ευσεβίου στηρίζεται στον πρόλογο της πρώτης Καθολικής Επιστολής του Πέτρου. Ο Πέτρος πάντως μπορούσε να γράψει και χωρίς να έχει κηρύξει. Και ο Σίλας (πρβλ. Γαλ. 1, 2) κήρυξε, συνοδεύοντας τον Παύλο, στην περιοχή των αποδεκτών της επιστολής. Έτσι μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Πέτρος απευθύνεται σ' αυτούς με τη μεσιτεία του Σίλα.
Αν ο Πέτρος πήγε στην Κόρινθο, όπου πιθανώς υπήρχε μια μερίδα Χριστιανών, που εμφανίζονταν ως οπαδοί του (1 Κορ. 1, 12), δεν μπορεί να αποδειχτεί. Από τις Επιστολές προς Κορινθίους του Παύλου και αυτές που γράφτηκαν από την Κόρινθο (Θεσσαλονικείς, Ρωμαίους), κανένας δεν βγαίνει υπαινιγμός για μετάβαση του Πέτρου στην Κόρινθο. Ούτε οι Πράξεις των Αποστόλων μιλούν για κάτι τέτοιο. ʼλλωστε δεν ήταν δυνατό να αναφέρεται κάτι τέτοιο στις Πράξεις, αφού αυτές σταματούν οπωσδήποτε πριν από την άφιξη του Πέτρου στη Ρώμη, που δεν αναφέρουν. Κατά συνέπεια οι Πράξεις δεν μπορούσαν να αναφέρουν την πιθανή διέλευση του Πέτρου από την Κόρινθο όταν πήγαινε στη Ρώμη, όπως αναφέρει ο Κορίνθου Διονύσιος στην Επιστολή του προς την Εκκλησία της Ρώμης (το 170). Έπειτα και οι «αδελφοί» του Κυρίου αναφέρονται στην ίδια επιστολή, χωρίς να γίνεται δεχτό ότι μετέβησαν στην Κόρινθο.
Το κήρυγμα του Πέτρου περιορίστηκε κυρίως στους Εβραίους και μάλιστα στην Παλαιστίνη, ενώ του Παύλου απευθύνεται στους Ιουδαίους της διασποράς και στους Εθνικούς (Γαλ. 2, 7-8. Πρ. 22, 18-21).
Στην πρώτη Επιστολή του αναφέρει ο Πέτρος (5, 13) την εν Βαβυλώνι συνεκλεκτήν και μερικοί υποθέτουν ότι εδώ πρόκειται για την αρχαία Βαβυλώνα ή την ομώνυμη της Αιγύπτου, όπου πιθανώς έδρασε. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι πρόκειται για τη Ρώμη, στην οποία βρέθηκε ο Πέτρος το 64 και μαρτύρησε εκεί στις 13 Οκτωβρίου του ίδιου έτους στο τσίρκο του Νέρωνα.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δέχεται ότι ο Πέτρος βρέθηκε στη Ρώμη ύστερα από τη θαυμαστή αποφυλάκιση του(Πρ. 12, 1-17) το 42 ή 44 και έμεινε στην πόλη αυτή ως πρώτος επίσκοπος μέχρι το θάνατο του. Πρώτος όμως Επίσκοπος της Ρώμης ήταν ο Αίνος, όπως μαρτυρείται από αρχαίο κατάλογο που συνέταξε ο Επίσκοπος Ρώμης Σωτήρ (166-174).
Η ίδια Εκκλησία προσπαθεί, αιώνες τώρα, να στηρίξει πάνω στον Πέτρο το πρωτείο της. Γι' αυτό επικαλείται:
1) το χωρίο Ματθ. 16, 18: Κι εγώ λέω σ' εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ' αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου, και δε θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις τον άδη. Εδώ όμως ο Πέτρος απάντησε στον Ιησού στο όνομα όλων των Αποστόλων, που ρωτήθηκαν από το Χριστό (Ματθ. 16, 15), η απάντηση του Χριστού δεν απευθύνεται σε προσωπική γνώμη του Πέτρου και η έκφραση και πάνω σ' αυτή την πέτρα δεν αναφέρεται στο πρόσωπο του Πέτρου αλλά στην ομολογία του, που έγινε ύστερα από αποκάλυψη του Θεού Πατέρα. Επίσης στην Καινή Διαθήκη θεμέλιος πέτρα είναι ο Χριστός όπως θεμέλιοι λίθοι είναι οι Απόστολοι. Πέτρα είναι ο Πέτρος όπως και οι άλλοι μαθητές του Ιησού και σε ευρύτερη έννοια πέτρες είναι όλοι οι πιστοί της Εκκλησίας. Συνεπώς η πέτρα του χωρίου αυτού δεν ταυτίζεται με τον Πέτρο αποκλειστικά, όπως η εξουσία του δεσμεῖν και λύειν δεν ήταν δικαίωμα μόνον του Πέτρου αλλά και των άλλων Αποστόλων και των διαδόχων τους κληρικών.
2) Το χωρίο του Λουκά 22, 32 όπου ο Χριστός λέει στον Πέτρο: εγώ όμως προσευχήθηκα για σένα να μη σε εγκαταλείψει η πίστη σου. Και συ όταν ξαναβρείς την πίστη σου, στήριξε τους αδερφούς σου.
3) Το χωρίο Ιωάννου 21, 15-17 όπου ο Ιησούς ομιλεί με τον Πέτρο στην Τιβεριάδα μετά την Ανάσταση. Εδώ έχουμε σαφέστατα αποκατάσταση του Πέτρου στο αποστολικό αξίωμα ύστερα από την άρνηση του Χριστού από τον Πέτρο, που έγινε λίγο πριν από το σταυρικό θάνατο.
Πέρα από αυτά πρέπει να τονιστεί ότι ο Πέτρος δεν είναι ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης. Στη Ρώμη ο Χριστιανισμός δεν κηρύχτηκε από τους Αποστόλους, γιατί κανένας δεν φαίνεται να πήγε στη Ρώμη για να κηρύξει το Ευαγγέλιο.
Ο Απόστολος Παύλος, που συνήθιζε να κηρύττει εκεί όπου δεν είχε ακόμη ακουστεί το όνομα του Χριστού, γιατί δεν ήθελε να οικοδομεί πάνω σε ξένα θεμέλια (Ρωμ. 15, 20), ομολογεί ότι θέλει να κηρύξει στη Ρώμη (Ρωμ. 1, 15)' την επιθυμία του αυτή αναφέρουν και οι Πράξεις των Αποστόλων (19, 21. 23, 11). Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη, που γράφει προς τους Ρωμαίους (56), κανένας Απόστολος δεν πέρασε από τη Ρώμη.
Χριστιανοί στη Ρώμη υπήρχαν ήδη πριν από το διάταγμα του Κλαυδίου (Πρ. 18, 2), το 50. Εδώ ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε από άγνωστους Χριστιανούς που άκουσαν άλλοι τον Πέτρο στα Ιεροσόλυμα την ημέρα της Πεντηκοστής (Πρ. 2, 10 καί οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καί προσήλυτοί) και άλλοι τον Παύλο αργότερα στις διάφορες πόλεις, όπου κήρυξε. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι ο Παύλος στο 16 κεφάλαιο της Επιστολής του προς τους Ρωμαίους στέλνει πλήθος ασπασμών σε πιστούς μιας πόλης στην οποία δεν κήρυξε ακόμη και οι οποίοι ήταν γνωστοί του και συνδέονταν μαζί του.
ʼλλωστε η συνεχής μετάβαση πολλών ανθρώπων από τις ανατολικές επαρχίες στη Ρώμη, για προσωπικές υποθέσεις και για εμπορικούς λόγους, και αντίστροφα πολλών Ρωμαίων προς τις ανατολικές επαρχίες συντέλεσαν ώστε να υπάρχει νωρίς ακόμη στη Ρώμη κοινότητα χριστιανική. Από τη Ρώμη έγραψε ο Πέτρος την άνοιξη του 64 τις δυο Καθολικές Επιστολές του.