Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

Ποιές προσδοκίες έχει
η σύγχρονη ελληνική κοινωνία
απο τους κληρικούς *

Κώστας Ε. Μπέης **

1. Όταν, την πρωτοχρονιά, ο Γέροντάς μας, πατέρας ιεράρχης Μελέτιος, μου ανέθεσε να ετοιμάσω εισήγηση για τη σημερινή σύναξη, με θέμα τις προσδοκίες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας απο τους Ορθόδοξους κληρικούς της, αποδέχθηκα ευχαρίστως, πιστεύοντας οτι θα μπορούσα να πραγματευθώ αυτήν τη θεματική. Όμως, όταν αυτοσυγκεντρώθηκα κι άρχισα να στοχάζομαι, συνειδητοποίησα τις δυσκολίες μου:
(α) οτι δέν έχω εμπειρία, και πολύ περισσότερο δέν έχω δεδομένα δημοσκοπήσεων, αναφορικά με το κρίσιμο ερώτημα, τί αναμένει η σύγχρονη ελληνική κοινωνία απο τους κληρικούς,
(β) οτι δέν υπάρχει ομοιογένεια μέσα στους κόλπους ολόκληρου του φάσματος της ελληνικής κοινωνίας, ούτε κάν μέσα στους κόλπους της ίδιας πόλης, και πολύ περισσότερο, όταν συγκρίνονται οι ευαισθησίες των κατοίκων των πόλεων μ' εκείνες των απόμακρων χωριών,
(γ) οτι άλλες (σεμνές) προσδοκίες έχουν όσοι διατηρούν στενό δεσμό με την Εκκλησία, και άλλες (απαξιωτικές) αντιλήψεις έχουν διαμορφώσει οι πολλοί, έτσι όπως παραμυθιάζονται απο τα τηλεπαράθυρα, με τις κραυγαλέες καταγγελίες, αναφορικά με κάποια όντως οδυνηρά, αλλά πάντως μεμονωμένα κρούσματα, που κατα καιρούς σκανδαλίζουν τις ευαισθησίες όλων μας,
(δ) οτι πολύ μεγάλο μέρος της νεολαίας μας, που -στις πόλεις- αν δέν υπερβαίνει, πάντως προσεγγίζει το 90 %, έχει στρέψει τα νώτα στην Εκκλησία, αδιαφορώντας, και
(ε) οτι η κοινωνία μας δέν δικαιούται να έχει ισοπεδωτικώς ίδιες αξιώσεις απο όλο το φάσμα του κλήρου, αλλά θα πρέπει να έχει περισσότερη κατανόηση για τις ανάγκες και τις αδυναμίες του πολύτεκνου εφημέριου, που δέν αξιώθηκε να έχει πανεπιστημιακή μόρφωση, σε αντιπαραβολή προς όσους και οικονομική άνεση διαθέτουν, και με οικογενειακές υποχρεώσεις δέν είναι επιβαρημένοι, αλλά και περισσότερο χρόνο για μελέτη και διαρκή δια βίου καλλιέργεια θα έπρεπε να διαθέτουν,
Με αφετηρία λοιπόν αυτές τις δυσκολίες μου (ίσως και άλλες, τις οποίες η δική μου πενιχρή εμπειρία δέν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει), κατέληξα στη μοιραία
παραδοχή οτι δέν έχω άλλη λύση, πέραν απο του να εκθέσω τους προσωπικούς μου προβληματισμούς και προσανατολισμούς.
Και ενώ ησύχασα, έχοντας καταλήξει, πάνω σε ποιά βάση θα πραγματευόμουν το θέμα της εισήγησής μου, η ηρεμία μου διαταράχθηκε, καθώς, σε δεύτερη τώρα πιά φάση, συνειδητοποίησα οτι μου έλειπε η νομιμοποίηση. Με την ανύπαρκτη εμπειρία μου, εν όψει της μόλις εξάμηνης διακονίας μου στην ιεροσύνη, με ποιό κύρος λόγου θ' αποτολμούσα να εκθέσω απόψεις, αναφορικά με τις προσδοκίες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας απο τους κληρικούς, απευθυνόμενος σε σεβαστούς γέροντες, που έχουν αναλώσει όλο το βίο των στην υπηρεσία των ενοριτών τους;
Κι αυτόν το δισταγμό μου όμως κατόρθωσα να ξεπεράσω, καθώς θυμήθηκα την οξύτατη επίθεση που, κατ' εξαίρεση, δέχθηκα απο την άγνωστη σε μένα παθολόγο γιατρό του Ευαγγελισμού, όταν προσήλθα για να εφοδιαστώ με το απαραίτητο για το διορισμό μου πιστοποιητικό υγείας. Ακούγοντας οτι θα διοριζόμουν ιερέας, οργίστηκε και παραφέρθηκε με άπρεπα λόγια, ρωτώντας με αναιδώς, σαν τί το καλό με παρακίνησε να καταφύγω σε θέση ιερέα αυτής της Εκκλησίας, που έχει βουλιάξει μέσα σε τόσα πολλά και τόσο απεχθή σκάνδαλα. Δέν ήταν η μοναδική αντίδραση που συνάντησα. Ενώ πολλοί και με θέρμη με στήριξαν στον νέο προσανατολισμό μου, όμως δέν έλειψαν κι εκείνοι απο το περιβάλλον μου (φίλοι και γνωστοί) που εκδήλωσαν σκεπτικισμό ή και απροκάλυπτη αποστροφή.
Σκέφθηκα λοιπόν οτι, έχοντας βιώσει τέτοιες αντιδράσεις, κι έχοντας συζητήσει σχετικώς μ' ευρύ φάσμα συμπολιτών μου, ίσως θα είχα κάτι να συνεισφέρω σ' ενα διάλογο, μέσα στους κόλπους αυτής της σύναξής μας, αναφορικά με τη θεματική των προσδοκιών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας απο τον κλήρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού.
Οπωσδήποτε, κλείνοντας αυτήν την μάλλον εκτενή εισαγωγή, θα ήθελα να τονίσω οτι, ναί μεν, μέσα στη δική μου συνείδηση, έχω διαμορφώσει ορισμένες αποσπασματικές εικόνες, όμως είμαι πρόθυμος να τις αναθεωρήσω, άν τεθούν υπ' όψη μου στοιχεία που αγνοώ και που πειθαναγκάζουν σε διαφορετικές παραδοχές απο τις δικές μου. Προσπαθώ να στοχάζομαι με εντιμότητα, κάτι που σημαίνει οτι δέν έχω αμετάκλητες απόψεις. Η πλάνη είναι πάντα εγγενής.
Μ' αυτές τις προκαταρκτικές εξηγήσεις θα προσπαθήσω να θέσω κάτω απο τη δική σας φρόνιμη κρίση ορισμένες σκέψεις μου, αναφορικά με τη θεματική της σύναξής μας.
2. Κατα τη γνώμη μου, λοιπόν, το πρώτο και κύριο που δικαιούται η σύγχρονη ελληνική κοινωνία ν' αναμένει απο όλο το φάσμα του κλήρου της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού είναι η αξιοπιστία των λόγων, σε συνάρτηση με τα έργα, που πολλές φορές δίνουν την εντύπωση οτι είναι, ή και κάποτε όντως είναι έργα διαμετρικά αντίθετα σε σχέση με τα λόγια τα μεγάλα και τ' απατηλά, που τη συνείδηση αποκοιμίζουν.
Βεβαίως η ελληνική κοινωνία δέν νομιμοποιείται να διαμαρτύρεται, όταν αποκαλύπτεται το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και στα έργα, αφού σ' όλους τους τομείς της αγοράς (στην πολιτική, στις εμπορικές συναλλαγές, στους συναδελφικούς ανταγωνισμούς και στις κοινωνικές συναναστροφές) αυτή η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι διάχυτη. Μολοντούτο, κατα τον γνωστό μύθο του Αισώπου, κάθε άνθρωπος είναι φορτωμένος με δυό σάκους, έναν, κρεμασμένο μπροστά στο στήθος του, όπου ρίχνει τα κουσούρια των άλλων, έτσι που συνεχώς να τα έχει προ οφθαλμών, ενώ ο δεύτερος διακριτικά κρέμεται στην πλάτη, όπου καθένας μας ρίχνει τις δικές του ζαβολιές, μακριά απο το οπτικό πεδίο του.
Αυτός ο μύθος καταγράφει μιαν απτή και διαχρονική πραγματικότητα, οτι δηλαδή είμαστε διαρκώς έκθετοι στην αυστηρή κριτική των άλλων για συμπεριφορές, που δέν παύουν να είναι επιλήψιμες εκ του οτι και οι αυστηροί κριτές μας στις ίδιες συμπεριφορές είναι επίσης συνηθισμένοι.
Το έχει επισημάνει και στηλιτεύσει ο Ιησούς:
"τί δε βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σώ οφθαλμώ δοκόν ού κατανοείς;" [Ματθ ζ' 3].
Οπωσδήποτε η κοινωνία έχει αξιώσεις απο εμάς για στάση ζωής, που η ίδια δέν έχει ευτυχήσει να τηρεί με συνέπεια. Αλλ' αυτή η αδυναμία της κοινωνίας δέν απαλλάσσει εμάς απο τις δικές μας ευθύνες.
Συμπέρασμα: πρέπει να προσπαθούμε έτσι, ώστε ο λόγος μας να μή διαψεύδεται απο τα έργα μας. Άν όχι απο τα παρελθόντα έργα μας, τουλάχιστον απο τα παρόντα. Κι ακόμη, όταν αντιλαμβανόμαστε πως κάπου παρασπονδήσαμε, να μήν αποκοιμίζουμε την ανήσυχη συνείδησή μας με τη φυγή στην εύκολη παραδοχή πως έτσι κάνουν όλοι. Ο αυτοσεβασμός μας είναι εκείνος που δικαιούται να μας παρακινεί στην προθυμία να δεχόμαστε τον έλεγχο, τόσο των άλλων, όσο και, προ παντός, της δικής μας συνείδησης. Όχι για να περιπέσουμε σε μελαγχολία και ηττοπάθεια. Αλλά για να ενθαρρυνθούμε σε μια καινούρια προσπάθεια.
3. Ποιά είναι τα λόγια, με τα οποία πρέπει να προσπαθούμε να βρίσκονται σε αρμονία τα δικά μας έργα;
Μά, ποιά άλλα, πέρα απο τους λόγους που μας άφησε παρακαταθήκη ο Ιησούς, καθώς μας αποκάλυψε τον Θεό στην πνευματική του διάσταση;
Λόγους που έχουν καταγραφεί στα Ευαγγέλια, ως η μεγάλη κληρονομιά μας. Λόγους για κάθε περίσταση:
(α) για τις τρέχουσες καθημερινές ανησυχίες μας,
(β) για τον ευρύτερο προσανατολισμό μας,
(γ) για τη στάση ζωής μας στις σχέσεις μας μέσα στην ανταγωνιστική κοινωνία,
(δ) για τη μυστική ανάβαση της ψυχής μας πάνω στην κλίμακα, την μετάγουσα τους εκ γής προς Ουρανόν, κι ακόμη για τη μεγάλη προσδοκία:
(ε) για εκείνους τους ελάχιστους που φλέγονται απο τον πόθο να κληρονομήσουν τη βασιλεία των Ουρανών.
4. Για τις τρέχουσες καθημερινές ανάγκες μας ο Ιησούς έχει παραγγείλει:
"μή ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω" [Ιωαν ιδ' 27].
Γιατί να μήν ταραζόμαστε και γιατί να μή δειλιάζουμε μπροστά στις τρέχουσες καθημερινές δυσκολίες;
Απαντάει ο Ιησούς: Να μήν είναι η πρώτη έγνοια, τί θα φάμε, τί θα πιούμε και τί θα ντυθούμε!
"μή ουν μεριμνήσητε λέγοντες · τί φάγωμεν; ή τί πίωμεν; Ή τί περιβαλλώμεθα;" [Ματθ ς' 31].
Πρώτη έγνοια, παραγγέλλει ο Χριστός, να είναι η αγάπη του Θεού. Όλα τ' άλλα θά ΄χετε καιρό μετά, να τ' αναζητήσετε και να τ' αποκτήσετε.
Το πρώτο βήμα είναι: "αγαπήσεις κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου" [Ματθ, κβ' 37].
Ποιά είναι η ουσία αυτής της αγάπης, την οποία ο Ιησούς μας παραγγέλλει να καλλιεργούμε προς το Θεό;
Στη δική μου συνείδηση πρόκειται για μια κλίμακα, δηλαδή για μια ανοδική σειρά απο περισσότερα σκαλοπάτια:
- αφετηρία, η άρνηση της άρνησης, δηλαδή η μή αποστροφή, όταν ακούμε για το λόγο του Θεού. Η ανοχή, που φέρει το βήμα στο επόμενο ανοδικό σκαλοπάτι:
- το ενδιαφέρον για τη σχέση της δικής μας συνείδησης με τον Θεό.
- Ακολουθεί η αποδοχή της σοφίας του λόγου του Θεού, όπως μας τον έχουν αποκαλύψει ο Ιησούς, οι προφήτες, οι πατέρες της Εκκλησίας, οι μύστες των άλλων θρησκειών, οι φιλόσοφοι, οι ποιητές και οι λαϊκές παραδόσεις, μέσ' απο θρήνους και μύθους.
- Στο επόμενο παραπάνω σκαλοπάτι βρισκόμαστε σπάνια, δηλαδή κάποιες στιγμές ιερής ευαισθητοποίησης της νοσταλγίας μας για ΄κείνα που βρίσκονται πέρ' απο το φράχτη του αισθητού μας κόσμου.
- Και στο πιό ψηλό σκαλί αυτής της κλίμακας, που συγκροτεί την πορεία της αγάπης μας προς το Θεό, ελάχιστοι καταξιώνονται και ανεβαίνουν. Κι αυτοί ίσως για μιά και ανεπανάληπτη φορά, καθώς εξαίφνης διατελούν σε θεία έκσταση, δηλαδή σ' εκείνη την ψυχική κατάσταση έξαρσης και παροξυσμού, ώστε ν' απελευθερώνεται η συνείδηση απο κάθε επαφή με τον αισθητό κόσμο και, δίχως τη διαμεσολάβηση οποιουδήποτε αισθητήριου οργάνου, ν' αντικρίζει υπερβατικά οράματα.
Σ' οποιοδήποτε, ακόμη και σε ενα απο τα πιό χαμηλά σκαλοπάτια κι άν καταξιωθεί ο άνθρωπος ν' ανέβει, έχει ήδη κάνει ένα ή κάποια βήματα στην πορεία αγάπης του προς το Θεό.
4. Μόνο μ' αυτήν την αγάπη προς το Θεό, ως αφετηρία, έχει περιθώριο ο άνθρωπος να προσπαθήσει ν' ανταποκριθεί στη δεύτερη παραγγελία του Ιησού:
"αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν" [Ματθ κβ' 39].
Με την πρώτη ματιά, αυτή η εντολή φαίνεται ακατόρθωτη, καθώς έρχονται στιγμές που δέν είμαστε συμφιλιωμένοι ούτε κάν με τον εαυτό μας, μήτε με τα πιό αγαπημένα μας πρόσωπα.
Κι όμως η σοφία της εντολής γίνεται πρόδηλη, όταν θυμηθούμε τον λογικώς αμέσως συνεχόμενο λόγο:
"Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ποιείτε αυτοίς ομοίως" [Λουκ ς' 31].
Κάθε φορά που είσαι έτοιμος να εκφέρεις βλάσφημο λόγο ή να επιδείξεις προσβλητική αποστροφή για κάποιον, με τον οποίο συμβιώνεις, και πολύ περισσότερο όταν απο τα θυμωμένα λόγια κατρακυλάς σε βλαπτικά έργα για τον άλλον, θυμήσου, πόσο θα πληγωνόσουν και θα υπέφερες εσύ ο ίδιος, στην περίπτωση που κάποιος άλλος θα σου είχε συμπεριφερθεί έτσι, όπως τώρα δά είσαι έτοιμος να ενεργήσεις.
5. Απ' αυτόν το δισταγμό, στον οποίο αξίζει να μας καλεί η περίσκεψη και να μας φρονηματίζει, μικρή είναι η απόσταση ώς την επόμενη παραγγελία του Ιησού που, με την πρώτη ματιά φαίνεται εξωκοσμική και ακατόρθωτη:
"αγαπάτε τους εχθρούς υμών και προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, οτι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επι πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επι δικαίους και αδίκους" [Ματθ ε',44 και 45].
Δύσκολη παραγγελιά. Ίσως και ακατόρθωτη στις τρέχουσες αντιδικίες μας, μέσα στους κόλπους της ανταγωνιστικής κοινωνίας. Και ακριβώς μ' επίγνωση της αδυναμίας μας ν' ανταποκριθούμε με σταθερή συνέπεια στην εντολή της αγάπης προς τους εχθρούς μας, η περίσταση θυμίζει τη μελαγχολική παρατήρηση του Νικόδημου: "ουδείς γαρ δύναται ταύτα τα σημεία ποιείν, ά σύ ποιείς" [Ιωάν γ' 2]. Πάει να πεί, εσύ, Χριστέ μου, αφού είσαι γιός του Θεού, μπορείς ν' αγαπάς, ακόμη και τους σταυρωτές σου. Όμως εμείς, έτσι καθώς είμαστε ζυμωμένοι με τις ορμές και τα πάθη, στα οποία μας πειθαναγκάζουν οι συνθήκες της επίγειας ζωής μας, δέν το μπορούμε. Δύσκολα η κοινωνία διαβλέπει καλή διάθεση του Ορθόδοξου κληρικού να προσπαθήσει να έχει και να εκδηλώνει συναισθήματα αγάπης απέναντι στον αιρετικό, που έρχεται και βάζει ζιζάνια αμφιβολίας και διαφοροποίησης στο νού και στις καρδιές των απλοϊκών πιστών!
Εδώ πιά και ο κληρικός πειθαναγκάζεται στη σιωπηλή παραδοχή του οτι η αγάπη προς τους εχθρούς μας έχει και κάποια αξεπέραστα όρια!
Λοιπόν, έχω την εντύπωση οτι και ο Χριστός δέν εναντιώθηκε στη ρεαλιστική τούτη προσέγγιση του προβλήματος. Αντιθέτως, την επιβεβαίωσε με την παραδοχή οτι η αξιούμενη αγάπη απέναντι στους εχθρούς προϋποθέτει ν' αλλάξει άρδην η ανθρώπινη φύση, ν' αποβάλει κάθε τί το γήινο και να μετουσιωθεί αποκλειστικώς και μόνο σε ουράνια ύπαρξη, αγγελικής ή πνευματικής διάστασης: "αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μή τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του θεού" [Ιωαν γ' 3].
Απόρησε ο καλοπροαίρετος, αλλα προδήλως ανυποψίαστος Νικόδημος: "πώς δύναται άνθρωπος γεννηθήναι γέρων ών; μή δύναται εις την κοιλίαν της μητρός αυτού δεύτερον εισελθήναι; απεκρίθη Ιησούς · (...) το γεγεννημένον εκ της σαρκός σάρξ εστίν, και το γεγεννημένον εκ του πνεύματος πνεύμα εστίν" [Ιωαν γ' 4 - 6].
Με την πρώτη ματιά, δέν αποκλείεται να σκεφθούμε οτι, αφού είμαστε σάρκα απο τη σάρκα των γονέων μας, δέν έχουμε καμιά ευοίωνη προοπτική για να φερθούμε αντίθετα στους νόμους της σαρκικής ύπαρξής μας.
6. Εδώ, ο σκεπτόμενος άνθρωπος αξίζει να προσέξει οτι δέν είμαστε μόνο σάρκα απο τη σάρκα των γονέων μας.
Μέσα σ' αυτήν τη σάρκα που φέρουμε είναι σκηνωμένες πνευματικές δυνάμεις, αόρατες και μυστικές, που μας παρακινούν σ' ανάταση, έτσι που μέσα μας πάντα ν' αντιπαλαίουν δυό διαμετρικά αντίρροπες δυνάμεις.
Με οδύνη έχει συνομολογήσει αυτήν την πραγματικότητα ο Παύλος: "συνήδομαι γαρ τω νόμω του θεού κατα τον έσω άνθρωπον, βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσίν μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι τοις μέλεσίν μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος ..." [Ρωμ ζ' 22 - 24].
Μ' επίγνωση αυτής της πραγματικότητας, ήδη δέν καλείται ο ιερέας να φέρει στα χείλη του την ευλαβική ευχή "πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν", παντού και πάντα, παρα μόνο στη συγκλονιστική εκείνη στιγμή που κρατεί στα χέρια του τα άχραντα μυστήρια, αίρει τον Αμνόν του Θεού, και περιδεής τον φέρει στο θυσιαστήριο.
7. Θά ΄θελα να ξαναγυρίσω και να σταθώ λίγο περισσότερο στην εντολή της αγάπης προς το Θεό. Με ποιό τρόπο καλούμαστε να εκφράσουμε και να επιβεβαιώσουμε αυτήν την αγάπη μας;
Ειδικότερα οι κληρικοί, με ποιό τρόπο καλούνται να δώσουν στην κοινωνία αξιόπιστο ήθος αγάπης κι ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, έτσι που να παραδειγματίσουν και τον απλό λαό, ν' ανάψει στις καρδιές του αυτή η φλόγα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης απέναντι στο Θεό;
Νομίζω οτι εδώ ακριβώς έχει θέση η αυστηρή παραγγελία του Ιησού, την οποία φοβάμαι οτι σταθερά αντιπαρέρχεται ο κλήρος:
"Προσευχόμενοι δε μή βατταλογήσητε ώσπερ οι εθνικοί, δοκούσιν γαρ οτι εν τη πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται" [Ματθ ς' 7].
Με σεβασμό στον πόνο του πιστού που προσφεύγει στο ναό να βρεί παρηγοριά, ο ιερέας καλείται, με τη δική του ανυπόκριτη ευλάβεια, να εκφέρει τις ευχές και τις προσευχές προς τον Θεό, να ευαισθητοποιήσει τον πονεμένο πιστό, να του ανάψει στην ψυχή μικρή σπίθα παρηγορίας και ελπίδας. Κάτι που είναι αδύνατο, μ' αυτό που ο λαός εύλογα αποστρέφεται και εύστοχα αποδοκιμάζει, καθώς σαρκάζει τον "Παπατρέχα"! Ποιό ρίγος συγκίνησης να νιώσει ο πιστός απ' τα πολλά και βιαστικά "Κυρελέησον", που μ' επαγγελματική απάθεια κάποτε υποτονθορίζει ο ιερέας; Καθόλου σπάνια, και με απροκάλυπτη βιασύνη, είτε απο συνήθεια και ρουτίνα, είτε για να προλάβει το τρισάγιο απ' τον επόμενο πονεμένο, που ο έρ'μος αναστατώνεται, καθώς μένει με την εντύπωση πως τον μεταχειρίζονται ως πελάτη.
Οι δικές μου σχετικές εμπειρίες αντλούν απ' τα πολύβουα κοιμητήρια των Αθηνών κι απ' την πολύκοσμη σύγχυση που επακολουθεί μετά την ολοκλήρωση της θείας λειτουργίας στις κοσμικές εκκλησίες των μεγάλων πόλεων. Συγχωρείστε με, άν αναφέρομαι σε εικόνες που σε σάς ίσως δέν είναι οικείες, και σας ξενίζουν.
8. Οπωσδήποτε, ύστερ' απ' αυτές τις επισημάνσεις, μέσα στη λογική πορεία της εισήγησης, έρχομαι ήδη κατ' ανάγκη στα δύσκολα.
Είχε προσέλθει στον Ιησού πλούσιος νεανίας, που με καμάρι είχε δηλώσει πως τις δυό κεντρικές παραγγελίες, που προανέφερα, για την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον, απο μικρό παιδί είχε εθιστεί να τηρεί. Δέν του αρκούσε όμως η σεμνή ικανοποίηση απ' αυτήν την ενάρετη στάση ζωής του. Η αυτοπεποίθησή του για τη δοκιμασμένη αρετή του τον ενθάρρυνε να έχει αξιώσεις για τη μέγιστη κατάκτηση: Δίχως αναμονή της κρίσης του μέλλοντα αιώνα, είχε την αξίωση να τον διαβεβαιώσει ο Ιησούς, με ποιό τρόπο θα εκπορθήσει και θα κληρονομήσει τη βασιλεία των Ουρανών! Περίπου όπως κάποιοι εκπορθούν τα αρχιερατικά αξιώματα.
Όμως η αυτοπεποίθηση για την ενάρετη υπεροχή του κατέρρευσε, καθώς ο Ιησούς, ήρεμα, όσο και ανυποχώρητα, του έδωσε απρόσμενη απάντηση: άν όντως θέλεις να κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών, τότε:
"ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δός τοις πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανοίς, και δεύρο ακολούθει μοι" [Ματθ ιθ' 21].
Τ' άκουσε ο ενθουσιώδης πλούσιος νεανίας, και απήλθε λυπημένος.
Παρόμοια είναι η εντολή του Ιησού προς τους μαθητές του:
"μή κτήσεσθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών, μή πήραν εις οδόν μηδέ δύο χιτώνας μηδέ υποδήματα μηδέ ράβδον" [Ματθ ι' 9-10, Λουκ θ' 3].
Και "ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μή έχοντι" [Λουκ γ' 11].
Είναι άραγε αυτή μια παραγγελία, της οποίας την πιστή τήρηση δικαιούται ν' αναμένει η σύγχρονη ελληνική κοινωνία απο τον κληρικό, και ιδίως απο τον έγγαμο και συνήθως πολύτεκνο πρεσβύτερο;
Είναι δυνατόν ο έγγαμος ιερέας να μήν έχει την έγνοια πως ο μισθός του δέν εξαρκεί για τις σπουδές των παιδιών του; Κι αργότερα, όταν τα παιδιά έχουν πιά αποπερατώσει τις σπουδές των, οπότε έρχεται η ώρα της επαγγελματικής αποκατάστασης μέσα στους κόλπους μιας κοινωνίας με πολλούς άνεργους νέους, εφοδιασμένους με πλήθος πτυχίων ξένων γλωσσών, κι ακόμη με τίτλους πανεπιστημιακής μόρφωσης και μεταπτυχιακής ειδίκευσης, ενώ είναι ελάχιστες οι κενές θέσεις εργασίας, για την κατάληψη των οποίων όλοι ψάχνουν να βρούν μέσο διασύνδεσης με τους ισχυρούς της εξουσίας για να προτιμηθούν; Με ποιά νομιμοποίηση θα μπορέσει τάχα η κοινωνία να ορθώσει ανάστημα και να κατακρίνει τον ιερέα που, για χάρη των παιδιών του, τρέχει κι εκείνος ικέτης σε πολιτικά γραφεία, αποδεχόμενος τα επακόλουθα, οτι δηλαδή θα εκβιαστεί να εκτεθεί κάποια μέρα σε πολιτικές συγκεντρώσεις, όπου οι οπαδοί θα χαρούν να τον δούν συναγωνιστή των, ενώ οι αντίπαλοι θα τον στιγματίσουν ως βαμμένο κομματάρχη;
Κι άν τυχόν ο ευσυνείδητος ιερέας αποσυρθεί απο την τύρβη της πολιτικής αγοράς, αφήνοντας απροστάτευτα τα δικά του παιδιά, με ποιά μάτια θ' αντικρίζει καθημερινώς το βουβό παράπονό των, κάποτε όμως και το ξέσπασμα της οργής των, πως αδικεί τα δικά του παιδιά για να κρατήσει αλώβητο το γόητρό του ως αγαθού και ακομμάτιστου ιερέα;
Η συνειδησιακή τούτη σύγκρουση του ιερέα με τον εαυτό του είναι μιά μόνο πτυχή απο τις πολλές, που συνθέτουν τη διαρκή σύγκρουση καθηκόντων του ιερέα, ως πατέρα όλου του ποιμνίου του και ως πατέρα των δικών του παιδιών αίματος.
Βεβαίως, η εύκολη οδός διαφυγής απο μια τέτοια σύγκρουση είναι η φιλική συμβουλή, ο έγγαμος ιερέας να κινείται με διακριτικότητα, ώστε να μή γίνεται εύκολος στόχος. Έτσι όμως αρχίζει μια διαδικασία εκπτώσεων απο τις παραγγελίες του Ιησού προς εκείνους που αναδέχθηκαν να ποιμάνουν το δικό του ποίμνιο. ***
9. Όπωσδήποτε, εκείνο που όντως δικαιούται η κοινωνία ν' αναμένει απο εμάς είναι την ευθύτητα της παραδοχής των αδυναμιών μας και τη φανερή, όσο και ανυπόκριτη προσπάθεια καθενός μας, κατα τις δικές του ιδιαιτερότητες, να μήν κυριεύεται απο το δόλο και την υποκρισία.
Πρώτο συμπέρασμα: Ο κληρικός έχει αυξημένες υποχρεώσεις στάσης ζωής μέσα στην κοινωνία.
Δεύτερο συμπέρασμα: Και αντιστρόφως, η κοινωνία δέν δικαιούται να έχει υπερβολικές αξιώσεις, αλλά να συνεκτιμά τις οικογενειακές και προσωπικές ανάγκες και αδυναμίες, προσβλέποντας περισσότερο στην καλή πρόθεση του κληρικού, και λιγότερο στις εξωτερικές εντυπώσεις, που κάθε άλλο παρά σπάνια διαστρεβλώνονται για χάρη του εύκολου θορύβου και του εντυπωσιασμού των αφελών.
Τρίτο συμπέρασμα: οι αφορμές δυσφορίας της κοινωνίας έναντι του κλήρου δέν εντοπίζονται τόσο στο χώρο των έγγαμων ιερέων, όσο σ' εκείνον των αγάμων, και ιδίως των επισκόπων. Η αγάπη προς την αλήθεια μας πειθαναγκάζει στην παραδοχή οτι στις τάξεις του άγαμου κλήρου λίγοι είναι οι ορατοί συνεπείς μοναχοί. Εκείνοι που επέλεξαν την αγαμία και το μοναχικό σχήμα, με την ενσυνείδητη αποστροφή απέναντι στις αξιώσεις της σάρκας, αναζητώντας το νόημα της αποστολής των στην υπηρεσία του Γολγοθά και στην πνευματική στήριξη του πονεμένου ανθρώπου.
Η κοινωνία μας διακατέχεται απο την εντύπωση οτι οι πιό πολλοί άγαμοι κληρικοί οιστρηλατούνται απο τον πόθο της δεσποτικής μίτρας και της αίγλης που εκείνη είναι ικανή να προσφέρει σ' όσους κοσμούν την κεφαλή των μ' αυτήν. Και ακριβώς αυτή η ανειλικρίνεια ανάμεσα στο σκοπό και στα μέσα της επίτευξής του έχει αμαυρώσει την αξιοπιστία ενός σημαντικού μέρους του άγαμου κλήρου, τόσο που ατυχώς να έχει θέση και εδώ η παροιμία για τα χλωρά που καίγονται μαζί με τα ξερά.
10. Απο μιαν άλλη οπτική γωνία θα πρέπει ίσως να υπομνηστεί οτι ο κληρικός δέν είναι ούτε αστυνόμος μήτε δικαστής. Ακόμη και η αναφορά του κατα Ματθαίον Ευαγγελίου στην πορεία των κατηραμένων στο πύρ το αιώνιον, έχει πολύ μακρινό ορίζοντα, δηλαδή όταν θα επανέλθει ο υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού [Ματθ κε' 31 - 46]. Έως τότε ισχύει η διαβεβαίωση του Ιησού: "πορευθέντες δε μάθετε τί εστιν · έλεος θέλω και ού θυσίαν · ού γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους αλλά αμαρτωλούς" [Ματθ θ' 13].
Αποστολή λοιπόν του κληρικού σ' αυτόν εδώ τον κόσμο είναι, συνεχώς και δίχως δυσφορία, να συμπαρίσταται με ανυπόκριτη κατανόηση στον αμαρτωλό, ακόμη κι άν εκείνος μένει αμετανόητος. Δέν αντιδικούμε και δέν απειλούμε. Κατα το δυνατόν οφείλουμε να δίδουμε υπόδειγμα σεμνού ήθους και προθυμίας για συμπαράσταση.
11. Μετά την παραδοχή του οτι ο κληρικός δέν δικαιούται να εμφανίζεται στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία ούτε ως αστυνόμος μήτε ως δικαστής, θα πρέπει να παραδεχθούμε οτι ενα σεβαστό μέρος της κοινωνίας μας ενοχλείται και εναντιώνεται στις ηγεμονικές τάσεις ορισμένης μερίδας του κλήρου, και ιδίως του ανώτερου, που αξιώνει βαρύνοντα λόγο στην άσκηση της πολιτικής, τόσο της εσωτερικής, όσο και της διεθνούς. Βεβαίως, στην εποχή της οθωμανικής δουλείας του γένους μας, οι σουλτάνοι έκριναν χρήσιμο για τη δική των πολιτική ν' αναθέσουν εθναρχικές αρμοδιότητες στον ανώτερο ορθόδοξο χριστιανικό κλήρο, για την αξιολόγηση του έργου του οποίου οι γνώμες των έγκυρων ιστορικών σήμερα διχάζονται. Οπωσδήποτε όμως η σύγχρονη ελληνική κοινωνία έχει την αξίωση να κυβερνάται δημοκρατικώς και δικαιοκρατικώς, κάτι που αναπόδραστα περιορίζει τον κλήρο στα καθαρώς θρησκευτικά έργα του. Η διεκδικούμενη παράλληλη πολιτική εξουσία εκ μέρους του ανώτερου κλήρου είναι αντίθετη στους θεσμούς της πολιτείας μας, ενώ εξ άλλου έχει διάσταση απροκάλυπτης θρησκευτικής αίρεσης, αφού ο Θεός δέν είναι Θεός μόνο της Ελλάδας και των δικών της πολιτικών συμφερόντων, αλλά Θεός όλου του κόσμου, δίχως θρησκευτικές και εθνικές διακρίσεις.
Ως μέλος της κοινωνίας και ως πολίτης έχει και ο κληρικός το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και των πολιτικών στοχασμών του. Όμως θα πρέπει να είναι σαφές οτι εκφράζεται ως ιδιώτης, ως πολίτης. Οτι δέν εκφράζει επίσημη θέση της Εκκλησίας του Χριστού. Κι αυτό δέν είναι καθόλου φανερό, όταν παρασύρεται σε πολιτική συνθηματολογία και αντιπαράθεση μέσα στο ναό, περιβεβλημένος ιερά άμφια ή άλλα σύμβολα της ιεροσύνης του.
12. Οι ακρότητες της Καθολικής Εκκλησίας στη Δύση και τα εγκλήματα του απαισίας μνήμης θεσμού της Ιεράς Εξέτασης εξέθρεψαν εκεί οξύτατη αντιπαλότητα ανάμεσα στη συντηρητική αντίδραση, εκφραζόμενη, αφ' ενός, απο τον ελέω θεού μονάρχη, την βουτηγμένη στην αμαρτία αριστοκρατία και τον σκοταδιστικό κλήρο και, αφ' ετέρου, απο τις προοδευτικές δυνάμεις του Διαφωτισμού, αλλά και την αιμοσταγή τρομοκρατία που συνόδευσε τις κατακτήσεις των δύο μεγάλων επαναστάσεων, της γαλλικής για τα πολιτικά δικαιώματα και της ρωσικής για τα κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου.
Δυστυχώς αυτές οι αντιπαλότητες δέν άφησαν ανεπηρέαστους τους ηγετικούς κύκλους της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Στον εμφύλιο πόλεμο η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος δέν έμεινε ουδέτερη, ενώ ενεργά οιστρηλατήθηκε απο τη συνθηματολογία της στρατιωτικής δικτατορίας για την Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών.
Μ' αυτό το τραυματικό παρελθόν, ο κλήρος μας δέν έδωσε την εντύπωση στη ελληνική κοινωνία οτι συγκινήθηκε απο τις μεγάλες δικαιικές κατακτήσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως αυτές καταγράφονται στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Για τα θεμελιακά δικαιώματα του ανθρώπου ο κλήρος έμεινε υπερήμερος οφειλέτης. Και αυτό το έλλειμμα βαρύνει ασφαλώς στις σχέσεις του με τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ιδίως με τη νεολαία, η οποία, μή βρίσκοντας αξιόπιστα πρότυπα ούτε στις πολιτικές ιδεολογίες μήτε στα θεολογικά κηρύγματα, έχει αλωθεί σε πολύ ανησυχητική έκταση απο τον μηδενισμό και τα υποπροϊόντα του, κυρίως τα ναρκωτικά και το άσκοπο ξενύχτι σε κακόφημα κέντρα διασκέδασης ή, στην καλύτερη εκδοχή, σε μπαράκια, όπου οι νέοι και οι νέες μας απλώς σκοτώνουν ασκόπως την ώρα των.
13. Ο κλήρος συνήθως αρνείται να εμπλακεί σε διάλογο. Αρκείται στη σιγουριά του μονολόγου, στον οποίον τον θωρακίζει το κήρυγμα απο τον άμβωνα. Κήρυγμα, που συχνά δέν πιάνει το σφυγμό της κοινωνίας, με τα δικά της ενδιαφέροντα και πιεστικά προβλήματα, ενώ εξ άλλου ο απο άμβωνος μονόλογος άνετα προσπερνά τις υπαρκτές αδυναμίες της θεσμικής συγκρότησης της Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο κόσμο.
Και εδώ η κοινωνία δικαιούται να θεωρεί τον κλήρο υπερήμερο οφειλέτη.
14. Άφησα τελευταίο το χρέος του κλήρου να βοηθήσει στην ειρηνική και φιλική ενσωμάτωση των πολλών, όσο και δυστυχισμένων οικονομικών προσφύγων που ήδη έχουμε στον τόπο μας. Ως Χριστιανοί και ως Έλληνες, στο παρελθόν, σεμνυνόμασταν για τα φιλόξενα συναισθήματά μας, και για τον αποτροπιασμό που μας διακατείχε άλλοτε, όταν ακούγαμε για ρατσιστικά έκτροπα σε άλλες χώρες. Τότε είχαμε φιλάνθρωπα συναισθήματα εκ του ασφαλούς, αφού δέν θίγονταν δικά μας συμφέροντα. Ήδη όμως τα πράγματα άλλαξαν. Και η χώρα μας κατακλύζεται απο ζοφερά κρούσματα μίσους και πάθους απέναντι στους κατατρεγμένους ξένους μας.
Εμείς, οι κληρικοί, οφείλουμε να δώσουμε το καλό παράδειγμα, οτι η ιδιαιτερότητα της θρησκείας και των πολιτισμικών καταβολών των ξένων οικονομικών προσφύγων δέν είναι λόγος για να τους απομονώσουμε. Μπροστά στο Χριστό δέν υπάρχουν ούτε εθνικές μήτε θρησκευτικές διακρίσεις.
15. Η ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες και πικρίες. Άν υπήρχαν μόνον αυτές οι αρνητικές διαστάσεις της καθημερινότητας, όλοι μας θα είχαμε λυγίσει και θα είχαμε εξουθενωθεί.
Τί μας εμψυχώνει;
Η χαρά της ελπίδας!
Η κοινωνία δικαιούται ν' αναμένει απο εμάς και αυτήν τη μορφή παρουσίας μας: να καλλιεργούμε κάθε σπόρο ελπίδας και χαράς, έτσι που να βλασταίνει και ν' αναπτύσσεται, μέσα στους κόλπους της πίστης. Όταν ο πιστός έρχεται στο ναό, να φεύγει αναπτερωμένος. Κάτι που μας φέρει ενώπιον μιας παραμελημένης ευθύνης μας: να βρίσκει ο πιστός μέσα στο ναό, όχι μόνο μουσιακά, αλλά και σύγχρονα μέσα αισθητικής έκφρασης, που να πιάνουν το σφυγμό του, να τον ευαισθητοποιούν και να τον ωθούν ν' ανέβει την κλίμακα, την μετάγουσα τους εκ γής προς Ουρανόν εν χορδαίς και οργάνοις.
16. Όταν ξεκίνησα να πραγματεύομαι το αντικείμενο της εισήγησης που μου ανατέθηκε, είχα δισταγμό άν είχα τα απαιτούμενα εφόδια να πραγματευθώ αυτό το δύσκολο θέμα, ποιές δηλαδή προσδοκίες έχει η σύγχρονη κοινωνία μας απο τους κληρικούς. Τώρα που δέν έχω να πραγματευθώ κάποια άλλη πτυχή αυτής της προβληματικής, συνειδητοποιώ οτι ακριβώς η ελάχιστη εμπειρία μου ως κληρικού, και οι ακόμη υπαρκτοί δεσμοί μου με την κοσμική κοινωνία, μ' ενθαρρύνουν ν' αναφερθώ σε ζητήματα, που ίσως ενοχλούν μέσα στους κόλπους του κλήρου, όμως είναι πιό κοντά στο σφυγμό της κοινωνίας μας που μας παρακολουθεί, και όχι σπάνια νιώθει να πληγώνεται απο δικές μας συμπεριφορές.

* Εισήγηση που έγινε στη σύναξη των κληρικών της Ι. Μητρόπολης Πρεβέζης στις 10 Απριλίου 2006.

** Ο Κ. Μπέης είναι πρωτοπρεσβύτερος στην Κορυφούλα, ό,τι έχει απομείνει απο ενα άλλοτε ακμαίο κτηνοτροφικό χωριό, σε υψόμετρο 865 μ. πίσω απο το Ζάλογγο της Ηπείρου. Παραλλήλως συνεχίζει την επιστημονική, και ιδίως τη συγγραφική δράση του στην Αθήνα, ως ομότιμος καθηγητής της πολιτικής δικονομίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διδάκτωρ του δικαίου και διδάκτωρ της φιλοσοφίας.

*** Στην άτυπη συζήτηση που επακολούθησε μετά την παρουσίαση του κειμένου μου, δύο ιερείς με ενημερώσαν για πολλές περιπτώσεις πολύτεκνων ιερέων που σταθερά αρνούνται να πάρουν τα λεγόμενα "τυχερά", ως αμοιβή για την τέλεση ιερών ακολουθιών, ενώ τα παιδιά τους, αναθρεμμένα με τις ίδιες αρχές, εμφορούνται απο το ίδιο ήθος ανωτερότητας, διαβιώνουν φτωχικά, δίχως τούτο να τα εμποδίζει να σπουδάζουν με ζήλο και πολύ καλές επιδόσεις. Μου αναφέρθηκε ακόμη η περίπτωση ιερέα, που δέν καταδέχεται να πάρει "τυχερά", με την διαρκή γκρίνια της πεθεράς του, που κυριολεκτικά φρίαξε, όταν, προ τετραετίας, η πρεσβυτέρα (κόρη της) χτυπήθηκε απο γνωστή νόσο - μάστιγα, ο δε χειρουργός στην Αθήνα αξίωσε ως αμοιβή την προκαταβολή του ποσού των τρεισήμισι εκατομμυρίων δραχμών. Τότε ο ιερέας αναζήτησε δανειστές. Όμως η θεία πρόνοια δέν τον άφησε έρμαιο μέσα στην καταιγίδα της δυστυχίας του. Ο χειρουργός, όταν έμαθε απο τρίτους τα συμβαίνοντα, παραιτήθηκε αυτοπροαιρέτως απο οποιαδήποτε ποσό αμοιβής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: