Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

Η πραγματική ιστορία του Ιούδα.

Καιρός να δούμε λοιπόν, τι ακριβώς έχουμε παραλάβει για τον Ιούδα από την επίσημη αρχαία Χριστιανική Παράδοση και τι αναφέρουν γι’ αυτόν τα ιερά Ευαγγέλια ;
Ο Ιούδας, γεννήθηκε στην Ισκαρία εξ’ ου και Ισκαριώτης, και ο πατέρας του λεγόταν Ρόβελ. Ένα βράδυ, αναφέρει η Παράδοση ( Βιβλίο Τριωδίου του Μεγάλου Συναξαριστή ), η γυναίκα του Ρόβελ, είδε ένα φοβερό όνειρο. Ξύπνησε τρομαγμένη από τον φόβο της. Και ενώ προσπαθούσε να την καθησυχάσει ο άνδρας της, αυτή τού είπε:
" Είδα στο όνειρό μου ότι θα μείνω έγκυος και το αγόρι που θα γεννήσω θα γίνει αιτία της καταστροφής του γένους των Εβραίων... "
Ο άνδρας της την περιγέλασε σαν ανόητη που πιστεύει σε όνειρα, ενώ αυτή προτίμησε να σωπάσει. Την ίδια νύκτα όμως έμεινε έγκυος. Γέννησε πράγματι αγόρι, αλλά φοβούμενη μήπως το όνειρο βγει πραγματικότητα, θέλησε να το σκοτώσει. Κρυφά από τον Ρόβελ έφτιαξε ένα καλάθι, το άλειψε με πίσσα και το έριξε στην θάλασσα της Γαλιλαίας, λέγοντας ψέματα στον άνδρα της για την τύχη του παιδιού. Το κιβώτιο αυτό παρασυρμένο από τους ανέμους έφθασε σε ένα μικρό νησάκι απέναντι της Ισκαρίας, που κατοικούσαν βοσκοί. Το βρήκαν οι βοσκοί και αρχικά το έτρεφαν από το γάλα των ζώων, μετά όμως το έδωσαν σε μια συγχωριανή τους να το θηλάζει, και το ονόμασαν Ιούδα, γιατί κατάλαβαν ότι προερχόταν από το γένος των Εβραίων.
Όταν άρχισε να περπατάει, πήραν το παιδί από το νησάκι και το έφεραν στην Ισκαρία. Κατά μία περίεργη σύμπτωση και ενώ έψαχναν ρωτώντας σε ποιους μπορούσαν να αφήσουν το παιδί, πέσανε επάνω στον Ρόβελ, στον πραγματικό του δηλαδή πατέρα, ο οποίος και το ανέλαβε μη γνωρίζοντας ότι ήταν το δικό του, χαμένο παιδί...
Ο Ιούδας, ήταν ένα πολύ όμορφο παιδί, και η μητέρα του το αγαπούσε υπερβολικά, σκεπτόμενη πάντα και το δικό της το παιδί που είχε παλαιότερα ρίξει στην θάλασσα. Στο μεταξύ γέννησε και δεύτερο παιδί ανατρέφοντας και τα δύο μαζί αλλά ο Ιούδας πονηρός εκ φύσεως και υπολογίζοντας στην διανομή της πατρικής περιουσίας έδερνε σε κάθε ευκαιρία το άλλο παιδί, προσπαθώντας να το ξεκάνει.
Η μητέρα τους συμβούλευε τον Ιούδα λέγοντάς του ότι από κοινού θα είναι μοιρασμένη η περιουσία των γονέων τους και να πάψη επί τέλους να κτυπάει άσπλαχνα τον αδελφό του. Μια μέρα όμως ο Ιούδας σαν μεγαλύτερος και δυνατότερος που ήταν, αφού σκότωσε τον αδελφό του κτυπώντας τον με μία πέτρα στα μηνίγγια, έφυγε για την Ιερουσαλήμ φοβούμενος την τιμωρία... Κλαίγοντας οι γονείς απαρηγόρητα που έχασαν έτσι και τα δύο παιδιά τους έπεσαν σε μεγάλη θλίψη. Εν τω μεταξύ ο Ιούδας, φιλάργυρος και πονηρός όπως ήταν, γνωρίστηκε στην Ιερουσαλήμ με τον βασιλιά Ηρώδη, ο οποίος εκτιμώντας την δύναμη και την ομορφιά του, όπως τότε οι βασιλείς συνήθιζαν για να διαλέγουν τους σωματοφύλακές τους, τον έβαλε φροντιστή και οικονόμο στο παλάτι του.
Μετά από λίγο καιρό λόγω ταραχών στην Ισκαρία, ο Ρόβελ παίρνοντας την γυναίκα του και τα υπάρχοντά του ήλθε και κατοίκησε στα Ιεροσόλυμα, όπου και αγόρασε ένα πλούσιο σπίτι κοντά στο παλάτι του Ηρώδη, χωρίς να γνωρίσουν τον Ιούδα αλλά ούτε και ο Ιούδας αυτούς.
Μια μέρα πρόσεξε ο Ιούδας ότι ο βασιλιάς Ηρώδης κοιτούσε τακτικά από το παράθυρο των ανακτόρων τους ωραίους κήπους του Ρόβελ. Με αυτή την αφορμή και θέλοντας να φανεί εξυπηρετικός στον Ηρώδη μπήκε στους κήπους αυτούς και αφού έκοψε τα ωραιότερα άνθη και τους καλύτερους καρπούς θέλησε να φύγει. Τον είδε ο Ρόβελ και του είπε: "Γιατί το έκανες αυτό; Αν ήθελες κάτι για τον βασιλέα μπορούσες να μου το ζητήσεις... "Αντί άλλης απαντήσεως ο Ιούδας, κακότροπος όπως ήταν, και αφού βεβαιώθηκε ότι ήσαν μόνοι τους, άρπαξε μία πέτρα και σκότωσε τον πατέρα του όπως είχε σκοτώσει και τον αδελφό του, ενημερώνοντας και τον Ηρώδη για το συμβάν ο οποίος και τον κάλυψε, για να μη μαθευτεί στον κόσμο και εκτεθεί το παλάτι...
Θέλοντας ο Ηρώδης, άπληστος όπως ήταν, να αρπάξει τα ωραία κτήματα του Ρόβελ που συνόρευαν με τα δικά του, πίεσε τον Ιούδα να παντρευτεί την χήρα του φονευθέντος, δηλαδή την μητέρα του, πράγμα που έγινε. Ο Ιούδας, έζησε αρκετά χρόνια σαν σύζυγος της χήρας Ρόβελ, κάνοντας και παιδιά μαζί της!!!
Κάποια μέρα, βρίσκοντας την χήρα να κλαίει ενθυμούμενη τα όσα κακά την είχαν μέχρι τότε συναντήσει, και ρωτώντας την τι της συμβαίνει, αυτή άρχισε να του εξιστορεί λεπτομερώς την ζωή της. Ο Ιούδας, έχοντας μάθει από τους βοσκούς, το πως τον είχαν μαζέψει από την θάλασσα, μέσα στο καλαθάκι με την πίσσα, κατάλαβε ότι η χήρα ήταν η μητέρα του, και της είπε: "Εγώ είμαι ο υιός σου, που τον είχες ρίξει παλαιότερα στην θάλασσα, και εγώ σκότωσα τον αδελφό μου και τον πατέρα μου..." Ακούγοντας όλα αυτά η μητέρα του και μάλιστα ότι είχε πέσει και σε αιμομιξία και τεκνογονία με το παιδί της, κτυπιόταν με θρήνους για το κατάντημά της λέγοντας στον Ιούδα να φύγει από εμπρός της και να μη τον ξαναδούν τα μάτια της... Από το γεγονός αυτό και μετά, συναισθανόμενος ο Ιούδας το βάθος των εγκληματικών του πράξεων, και ακούγοντας ότι κάποιος σπουδαίος διδάσκαλος, ο Χριστός, έχει εμφανιστεί στα μέρη της Γαλιλαίας καλώντας τους αμαρτωλούς σε μετάνοια, πήγε σε Αυτόν θέλοντας να σώσει την ψυχή του.
Ο Χριστός, σαν εύσπλαχνος προς όλους τους αμαρτωλούς, τον δέχθηκε μαθητή του, δίνοντάς του μάλιστα και την διαχείριση των χρημάτων του ταμείου της ελεημοσύνης που ήταν απαραίτητα για την συντήρηση όλων των μαθητών και του λαού που ακολουθούσε... Ο Ιούδας όμως, παρ’ όλο που έβλεπε αλλά και έκανε κι’ αυτός θαύματα επικαλούμενος το όνομα του Χριστού όπως και οι άλλοι Απόστολοι, εν τούτοις συνέχιζε τις παλαιές κακίες του κλέβοντας το ταμείο... Αποκορύφωμα αυτής της κακίας του ήταν να κλείσει συμφωνία με τους αρχιερείς και να πουλήσει τον ίδιο τον διδάσκαλό του στην εξευτελιστική τιμή των 30 αργυρίων, που ήταν τότε μία συνηθισμένη τιμή στα σκλαβοπάζαρα ανθρώπων, παρ’ όλο που ο Χριστός έφθασε στο σημείο να του πλύνει και τα πόδια, θέλοντας να τον φέρει σε συναίσθηση της βαρύτατης πράξης της προδοσίας.
Γιατί ο Χριστός, σαν Θεάνθρωπος που είναι, προγνώριζε ( αλλά δεν προόριζε...) από την πρώτη στιγμή που είδε τον Ιούδα ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος που θα τον πρόδιδε όπως από αρχαιοτάτων χρόνων μιλούσαν οι προφητείες. Και οι προφητείες μιλούσαν όχι μόνο για την παρουσία του Ιούδα, αλλά και για όσα όλα πρόσωπα θα έπαιζαν ρόλο στο Θείο Δράμα.
Τα γνώριζε σαν Θεός, αλλά δεν τα κατεύθυνε.
Γιατί αν τα κατεύθυνε, παραβιάζοντας την ελευθερία βουλήσεώς τους, τότε τα πρόσωπα αυτά ( και ο Ιούδας βεβαίως ), δεν θα είχαν και καμία ευθύνη.
Γνώριζε ακόμη, σαν Θεός Πανταχού Παρών, και όλες τις μυστικές συμφωνίες και συζητήσεις που έκανε ο Ιούδας με τους τότε Αρχιερείς, πίσω από την πλάτη Του...
Ο Ιούδας προφανώς υπολόγιζε, ότι τελικώς ο Χριστός θα διαφύγει από τους εχθρούς του παρ’ όλη την δική του προδοσία, όπως και άλλες φορές είχε και στο παρελθόν γίνει. Όταν όμως είδε ότι καταδικάσθηκε σε θάνατο, μεταμελήθηκε μεν για ότι έκανε αλλά δεν μετανόησε ειλικρινά, φθάνοντας και στην συγγνώμη. Πέταξε βέβαια τα αργύρια στους αρχιερείς αλλά "...απελθών απήγξατο" ( κρεμάστηκε...), σημειώνεται στα Ευαγγέλια.
Υπάρχει ακόμη η αντίληψη, στην αρχαία Χριστιανική γραμματεία, ότι η αυτοκτονία του Ιούδα έγινε και από πονηριά, ώστε να προλάβει ο Ιούδας να μπει στον Παράδεισο πριν τον θάνατο του Χριστού.
Γιατί όπως είχε ακούσει, στα χρόνια της τριετούς διδασκαλίας του Χριστού, θα κατέβαινε ο Χριστός στον Άδη για να κηρύξει και εκεί στις ψυχές των νεκρών, και να σωθούν όσες από αυτές πίστευαν. Έπρεπε λοιπόν να προλάβει, να βρίσκεται μεταξύ αυτών, των προς σωτηρία ψυχών, πριν πεθάνει ο Χριστός και όσο διαρκούσε ακόμη η εποχή της Παλαιάς Διαθήκης...
Όμως η πονηρία του αυτή πήγε χαμένη γιατί έσπασε το σχοινί, και "πρηνής γενόμενος ελάκησε μέσος, και εξεχύθη πάντα τα σπλάχνα αυτού..." όπως σημειώνεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά ( Πράξεις των Αποστόλων – α’ 18). Του χύθηκαν δηλαδή έξω τα έντερα και ψυχορραγώντας μερικές ώρες άργησε να καταλήξει, πεθαίνοντας έτσι μετά τον Χριστό, και πηγαίνοντας στην αιώνια Κόλαση της Καινής Διαθήκης και όχι στον Άδη της Παλαιάς, όπως πονηρά υπολόγιζε...
Αυτή είναι εν συντομία η ιστορία του προδότη Ιούδα για τον οποίον ο Χριστός, προδικάζοντας το αιώνιο μέλλον του, είπε εκείνα τα βαρυσήμαντα λόγια, ότι: "ουαί (και αλλοίμονο) δε τω ανθρώπω εκείνω, δι’ ού ό υιός τού ανθρώπου παραδίδοται. Καλόν ήν αυτώ, εί ούκ εγεννήθη ( να μη είχε γεννηθεί ) ό άνθρωπος εκείνος..." (κατά Μάρκο ιδ’ 21).
Η προσπάθεια που γίνεται λοιπόν τελευταία να βγάλουν τα αναθέματα της προδοσίας του Ιούδα, ξεκινάει όχι γιατί τους έπιασε η αγάπη τώρα για τον Ιούδα, αλλά από μία κακή "εκκλησιαστική διπλωματία" της Δυτικής εκκλησίας, για την δημιουργία "προγεφυρώματος συνεργασίας" με τον Ιουδαϊσμό, και αφού στην αρχή διέγραψαν από τους ύμνους, τα "περί ανόμων Ιουδαίων και Εβραίων" επιλεγόμενα.

Επιμέλεια: +Μητροπολίτης Ολύμπου Μιχαήλ Π.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: