Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013



Δια την αγιότητα και τελειότητα τρία πράγματα απαιτούνται.
 
Δια τον καταρτισμόν της πνευματικού προόδου, η οποία οδηγεί τον άνθρωπον εις τον εξαγνισμόν, την καθαρότητα εκ του μολυσμού του ματαίου τούτου κόσμου και των ανθρωπίνων και σαρκικών παθών και ηδονών, δια την αγιότητα και τελειότητα και ένωσιν του ανθρώπου μετά του Θεού ,τρία πράγματα απαιτούνται:Πρώτον, η κατά Θεόν χριστιανική ζωή και πολιτεία των γονέων και το καλό παράδειγμα αυτών.Δεύτερον, η κατά Θεόν διδασκαλία και διαπαιδαγώγησις των τέκνων υπό των γονέων από μικράς, νηπιακής ηλικίας, αφ’ ης το παιδί αρχίζει να αισθάνεται , να εννοή, να ακούη, να ομιλή, καιΤρίτον, η απομάκρυνσις και τελεία αποφυγή εκ των κακών συναναστροφών, διεφθαρμένων, ασεβών, απίστων και διεστραμμένων παιδίων, κορασίδων, νέων, νεανίδων, ακόμη και γεροντισσών και γερόντων. Επειδή ,κατά τη γνώμη αρχαίων σοφών, αι κακαί συναναστροφαί φθείρουν ήθη χρηστά, και κατά τον Απόστ. Παύλον φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί. Λοιπόν, ως τέκνα μου αγαπητά, σας δίδω τας ανωτέρω πατρικάς νουθεσίας , και από σήμερον να θέσετε εις εφαρμογήν τας οδηγίας μου δια να αναδείξητε την κόρην σας αγίαν. Πρωτίστως να της δώσετε το καλόν παράδειγμα, να γίνεται όσον το δυνατόν αγία, διότι αγίους μας θέλει ο Θεός. Γίνεσθε, είπεν, άγιοι, ότι εγώ Άγιος ειμί. Εάν ήτο αδύνατον, δεν θα το έλεγεν ο Θεός, διότι αδύνατα ο Θεός δεν ζητεί από τους ανθρώπους. Θα γίνωμεν δε Άγιοι ,εάν αγαπήσωμεν τον Θεόν με όλην μας την ψυχήν και την καρδίαν, αγαπήσωμεν δε και τον πλησίον μας, ακόμη και τους εχθρούς μας, ως τον εαυτόν μας. Τότε και μόνον θα γίνωμεν Άγιοι και παιδιά του Θεού…
 

Από το βιβλίο : «Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ ( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος, 1884-1980) Ένας σύγχρονος όσιος πατήρ Της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013



ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΠΙ ΕΛΑΦΡΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ.


Ο Επίσκοπος έχει και διοικητικά και δικαστικά δικαιώματα χωρίς την συνηθισμένη Νομο-Κανονική δικαστική διαδικασία. Ο Νόμος ν.5383/32 «περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», του δίνει το δικαίωμα να ασκήσει και αυτά τα διοικητικά δικαστικά του δικαιώματα επί ελαφρών παραπτωμάτων των Ιερέων της Επισκοπής του, όμως, ύστερα από διαλογική διαδικασία με το παρεκτραπέντα Ιερωμένο. Ποία όμως είναι αυτά τα όρια που του παρέχει ο Νόμος, και εντός των οποίων οφείλει να περιοριστεί ο «κατά την κρίση του» δικαστής Επίσκοπος;
Πράγματι επί ελαφρών παραπτωμάτων που δεν επάγονται Κανονική ποινή ο Επίσκοπος δύναται να επιβάλλει αργία ή και ν’ αφαιρέσει το οφφίκιο από τον παρεκτραπέντα ιερέα, αλλά ύστερα από προφορική ή έγγραφη αιτιολογία του. Συγκεκριμένα ορίζεται: «Επί ελαφρών παραπτωμάτων ο Αρχιερεύς μετά προφορικήν, ή έγγραφον απολογίαν επιβάλη, εις τον παρεκτραπέντα, αργίαν μέχρι 30 ημερών μετά ή άνευ εκπτώσεως από του εκκλησιαστικού οφφικίου, αν δε το παράπτωμα προξενήση σκάνδαλον ο Μητροπολίτης δύναται να επιβάλη αργίαν μέχρις 6 μηνών» (ν.5383/32, αρθρ. 11 παρ. 3, πρβλ, και άρθρα 100 & 116).Όμως, πολλές φορές το δικαίωμα αυτό ο Επίσκοπος το παραβιάζει ανάλογα με τις διαθέσεις του απέναντι στο κατηγορούμενο Ιερέα του, και του επιβάλλει αργία χωρίς τη διαδικασία του διαλόγου μ’ αποτέλεσμα να παραβιάζει, κατάφορα, πέραν του ισχύοντος Νόμου, και τις λίαν ρητές και κατηγορηματικές διατάξεις του ΙΒ΄ Κανόνα της Συνόδου Καρθαγένης, ο οποίος απαιτεί ο κατηγορούμενος Ιερωμένος υποχρεωτικά «ν’ ακουστεί» δηλαδή, να δικαστεί πριν του επιβληθεί η οποιαδήποτε ποινή.
Ο Επίσκοπος ακόμη, εκμεταλλευόμενος τα δικαιώματα που του παρέχει ο Νόμος, αυθαιρετεί, παρερμηνεύοντας ηθελημένα τις διατάξεις του αρθρ. 102 του ν.5383/32 μ’ αποτέλεσμα να κατορθώνει όλως παράνομα και αντικανονικά, την παράταση της αργίας στον Ιερέα του και πέραν της δικαιοδοσίας του, επί ολόκληρον έτος και πλέον πολλές φορές. Το άρθρο 102 ορίζει ότι: «Επί παραπτωμάτων προβλεπομένων και υπό του κοινού Ποινικού Δικαίου, δι’ ά διετάχθη υπό της κοινής Δικαστικής Αρχής η προφυλάκισις του Ιερωμένου, ο αρμόδιος Μητροπολίτης δύναται να απαγόρευση προσωρινώς μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Εκκλησιαστικού δικαστηρίου πάσαν ιεροπραξίαν».
Δηλαδή, μόνον κάτω απ’ αυτές τις Ποινικές προϋποθέσεις δικαιούται ο Μητροπολίτης να εξαντλήσει τη δικαιοδοσία του των έξι (6) μηνών αργίας, όπερ σημαίνει ότι οφείλει εντός των έξι μηνών να συγκαλέσει το υπ’ αυτόν Εκκλησιαστικό Δικαστήριον, και να εκδόσει την απόφασή του για τον κατηγορούμενο Ιερέα του. Γιατί όταν ο Νόμος ορίζει «μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του εκκλησιαστικού δικαστηρίου», ο νομοθέτης εννοεί το δικαστήριο που εξουσιάζει ο Επίσκοπος, δηλαδή το Επισκοπικό. Η αλήθεια αυτή του Νομοθέτη διαστρέφεται και έτσι ο Επίσκοπος επιτυγχάνει να ταλαιπωρεί τον Ιερέα του υπονοώντας «ως εκκλησιαστικόν δικαστήριον» την τελεσίδικον απόφαση του αρμόδιου Συνοδικού Δικαστηρίου. Με το τρόπον αυτόν ετσιθελικά και ασύστολα ο Επίσκοπος υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του, και δυστυχώς, την οφθαλμοφανή αυτή ΝομοΚανονική παρανομία του Επισκόπου την αποδέχεται, το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, το οποίον σημειωτέον, «δικάζει εις πρώτον βαθμόν» και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο εκμαυλισμός του ΝομοΚανονικού Δικαίου, πρόκειται, δηλαδή, για ένα «τραγελαφικό ΝομοΚανονικό αλαλούμ». Με την ηθελημένη αυτή παρερμηνεία του ο Επίσκοπος, και με τις ευλογίες πλέον και της Ιεράς Συνόδου, το ΝομοΚανονικό Δίκαιον γίνεται λάστιχο, για να επιτυγχάνει το στόχο του, που δεν είναι άλλος παρά η ταλαιπωρία του απροστάτευτου και δύστυχου Ιερέα και της οικογενείας του.
Δυστυχώς, είναι λυπηρόν, ότι από τη στιγμή που θα τύχει να εκλεγεί κάποιος Επίσκοπος, ένα στόχον έχει κατά νουν, τους ανυπεράσπιστους Ιερείς του, που με την αμέριστη βέβαια βοήθεια του εκλεγμένου, από τον ίδιον περιβάλλοντός του, αυτά τα άγαμα, έγγαμα και λαϊκά «γιουσουφάκια του», που με την ανοχή του επιδεικνύουν περισσή υπεροψία, αλαζονεία και ασέβειαν, αν όχι και εχθρική πολλές φορές συμπεριφορά προς το Ιερατείο της Επισκοπής, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο το Ιερατικό προσωπικό των Γραφείων των Μητροπόλεων να εκλέγεται, ανά τριετίαν, από το έγγαμο Ιερατείο της Ιεράς Μητροπόλεως, και όχι από τον Επίσκοπον.
Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, ο Επίσκοπος εκείνος, που πριν εξαντλήσει τα διοικητικά δικαστικά του δικαιώματα, που του παρέχει το εκκλησιαστικό Δίκαιον, δεν εφαρμόσει πιστά τις ρητές και κατηγορηματικές διατάξεις του ΝομοΚανονικού Δικαίου και προβαίνει «εις Επισκοπικές αηδίες»? (Καν. 5ος Α΄ Οικ. Συνόδου), παρανομεί ασύστολα και αδικεί κατάφορα και ηθελημένα τους Ιερείς της Μητροπολιτικής του περιφέρειας. Ο Επίσκοπος, ΝομοΚανονικά, δεν έχει το δικαίωμα, να επιβάλλει αργία πέραν των έξι (6) μηνών. Επομένως μετά τη παρέλευση των έξι μηνών ο καταδικασθείς σε αργία Ιερέας αναλαμβάνει «αυτοδικαίως» τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, αν δεν έχει εκδικασθεί ακόμη η υπόθεσή του (ν.5383/32, αρθρ. 135).
Είναι γνωστόν Εκκλησιολογικά και δεν πρέπει ποτέ να το παραβλέπει ο Μητροπολίτης, ότι: «Ο Επίσκοπος εκείνος που θα επιχείρηση οιαδήποτε αυθαιρεσίαν επί του Πρεσβυτέρου σημαίνει, ότι ο επίσκοπος αυτός εκπίπτει της αποστολής του» (Μέγας Φαράντος, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Παραδόσεις Δογματικής και Εκκλησιολογίας).


 
Πρεσβ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
Εκπρόσωπος του ΑΣ. του Ι.Σ.Κ.Ε.
Επί Νομο-Κανονικών Θεμάτων
Περιοδικό Ενορία 12/03/2004
Αριθμός Φύλλου 973
.

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013


ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΘΕΟ.

Το αύριο κατάντησε ένας εφιάλτης στη ζωή των περισσοτέρων ανθρώπων.
Μας απασχολεί το αύριο, μας φοβίζει το μέλλον.
Πολλοί άνθρωποι το αντιμετωπίζουν με φόβο και αγωνία. Απασχολεί το αύριο τον πατέρα τη μάνα.
Τι να γίνουν τα παιδιά τους; Θα μπορέσουν να τα ζήσουν και να τα μεγαλώσουν; Θα μπορέσουν να τα μορφώσουν και να τα αποκαταστήσουν;
Τι θα γίνει αύριο, αναρωτιέται ο νέος.
Τι θα γίνει αύριο, αναρωτιέται ο γέροντας και η γερόντισσα. Αν αρρωστήσω, αν μείνω μόνος, αν με εγκαταλείψουν τα παιδιά μου;
Αυτό το αν, απασχολεί τους περισσότερους ανθρώπους.
Ο κάθε άνθρωπος αισθάνεται ανασφαλή τον εαυτό του για το αύριο. Ποιος μας εξασφαλίζει το μέλλον, το αύριο;
Την απάντηση μας τη δίνει εκείνος που έκανε το σήμερα και το αύριο. Ο Κύριος είπε: «μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλλώμεθα;
Πάντα γαρ τάυτα τα έθνη επιζητεί, οίδε ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων».(Ματθ. 6,31)
Η ανησυχία μας για το αύριο οφείλεται στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο Θεό. Το παράδειγμα του Κυρίου είναι πολύ πειστικό.
Αυτός που μεριμνά για τα άνθη του αγρού, αυτός που φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού, είναι ποτέ δυνατό να αδιαφορήσει για τα παιδιά του; Έχουμε ξεχάσει, έχουμε λησμονήσει, οι περισσότεροι άνθρωποι, ότι έχουμε πατέρα στον ουρανό.
Σε απασχόλησε ποτέ εάν αύριο θα βγει ο ήλιος, εάν θα έχει οξυγόνο για να αναπνεύσεις; Γιατί γνωρίζεις πολύ καλά, ότι αυτός που έβγαλε τον ήλιο χθες και έδωσε το οξυγόνο σήμερα, θα το κάνει και αύριο.
Διότι γνωρίζει ότι το έχουμε ανάγκη.
Πού οφείλεται η ανησυχία αυτή για το αύριο; Οφείλεται κατά μέγα μέρος στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο Θεό.
Είδες ποτέ το παιδί σου να ανησυχεί για το αύριο; Ποτέ! Γιατί άραγε; Διότι γνωρίζει ότι έχει πατέρα που φροντίζει για αυτό.
Γιατί εμείς λησμονούμε ότι έχουμε πατέρα που μεριμνά και φροντίζει για μας; Για μια ματιά στο παρελθόν της ζωής σου.
Δεν πέρασες δυσκολίες, δεν βρέθηκες πολλές φορές σε αδιέξοδο και όμως ο Θεός δεν σε εγκατέλειψε, δεν σε άφησε.
Πόσες φορές δεν είδες το χέρι του Θεού να απλώνεται επάνω σου!
Γιατί τώρα ανησυχείς, γιατί αγωνιάς, γιατί χάνεις τον ύπνο σου; Άλλαξε ο Θεός; Λιγόστευσε η δύναμη του; Μη γένοιτο!
Ο Θεός εξακολουθεί να είναι ο πατέρας σου. Σε σκέπτεται, σε αγαπά, σε παρακολουθεί. Το αύριο ανήκει στο Θεό. Στα χέρια Του βρίσκεται η ζωή μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Εμπιστεύσου το Θεό. Άφησε τη ζωή σου στα χέρια Του.
Μην ανησυχείς για το αύριο, για το μέλλον. Ο Θεός θα σε αναλάβει κάτω από τη σκέπη του.
Βέβαια εμπιστοσύνη στο Θεό δεν σημαίνει μοιρολατρεία., σταύρωμα των χεριών. Ο γεωργός θα σπείρει το χωράφι του, αλλά ο Θεός θα βρέξει για να καρποφορήσει. Εμείς θα σκεφτούμε, θα σχεδιάσουμε.

Αλλά ο Θεός θα πραγματοποιήσει. Ο προφήτης λέγει:
«Εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμός 126,1)Με αυτό το πνεύμα, με αυτή την πίστη, ο πιστός άνθρωπος εμπιστεύεται το παρόν και το μέλλον στα χέρια του Θεού.

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013




Ο ΑΛΛΟΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ.

Ο Χριστός λίγο πριν το πάθος, όταν προειδοποιούσε τους μαθητές του για το επικείμενο μαρτυρικό του τέλος και για την αναχώρηση του από την γη μετά την ανάστασή του, για να τους παρηγορήσει, ότι δεν θα μείνουν μόνοι και ορφανοί, τους προείπε ότι θα τους στείλει άλλο παράκλητο, το Πνεύμα το Άγιο. «Εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα το Πνεύμα της αληθείας (Ιω. 14,16). Το κάνει αυτό ο Χριστός, γιατί γνωρίζει ότι, αν και θα είναι αοράτως μαζί τους όλες τις ημέρες της ζωής τους και έως της συντελείας του αιώνος (Ματθ. 28,20), εν τούτοις, η έλλειψη της ορατής παρουσίας της ανθρωπίνης φύσεως του και της αισθητής συναναστροφής μαζί τους θα τους λυγίσουν ψυχολογικά και θα χάσουν το ηθικό τους και το θάρρος τους. Μάλιστα ο Χριστός πολύ πριν το πάθος του, κατά την εορτή της σκηνοπηγίας, είχε προφητεύσει για την έλευση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο και είχε παρομοιάσει με ζωντανό νερό (Ιω. 7,37-39) και την περικοπή αυτή την διαβάζει η Εκκλησία μας ως ευαγγελικό ανάγνωσμα την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Και πράγματι μετά την ανάληψή του, αφού ανέβασε την ανθρώπινη φύση μέχρι το θρόνο του Θεού και την συμφιλίωσε με τον Θεό και πατέρα του, έστειλε ως αντάλλαγμα το Πανάγιο Πνεύμα. Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος ότι, αν ειρηνεύσουν και συμφιλιωθούν δύο πρώην εχθροί, για να δείξουν την πλήρη συμφιλίωσή τους, ανταλλάσουν δώρα. Έτσι ο άνθρωπος έστειλε, μέσω του Χριστού, την ανθρώπινη φύση ως δώρο στον Θεό· και ο Θεός έστειλε το Πανάγιο Πνεύμα, ως δώρο στον άνθρωπο. Δεν το έστειλε βέβαια αμέσως αλλά μετά από δέκα μέρες. Διότι ήθελε να νοιώσουν την θεοεγκατάλειψη και να καταλάβουν πόσο οδυνηρή είναι η αισθητή απουσία της θείας βοηθείας και αντιλήψεως. Έτσι θα εκτιμούσαν περισσότερο την θεία παρουσία και θα αντιλαμβανόταν ότι χωρίς την βοήθεια του Θεού δεν έχουν κανένα προσόν και χάρισμα και δεν μπορούν να πετύχουν τίποτα το αξιόλογο.
Ήρθε λοιπόν το Πανάγιο Πνεύμα με ένα τρόπο αισθητό, αντιληπτό και δυναμικό. Ήρθε με την μορφή αέρα που φυσούσε βίαια και με τη μορφή πύρινων γλωσσών που κάθισαν πάνω στα κεφάλια των αποστόλων και που μετά την εμφάνισή τους απέκτησαν το χάρισμα να μιλούν ξένες γλώσσες. Τι ήταν αυτή η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος; Ήταν το βάπτισμα και το χρίσμα των αποστόλων και των άλλων πιστών. Ειδικώτερα για τους αποστόλους ήταν και η χειροτονία τους σε επισκόπους. Ας θυμηθούμε τη βάπτιση του Χριστού που κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα εν είδει περιστεράς. Το Άγιο Πνεύμα, που του έδωσε τη δυνατότητα να σαρκωθεί στη μήτρα της Παναγίας και να έρθει σε επαφή με τον κόσμο, αυτό τώρα εμφανίζεται και στη βάπτισή του. Αυτό έδωσε και το χρίσμα στο Χριστό, ως άνθρωπο, για την αποστολή του στον κόσμο. «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ου είνεκεν έχρισέ με» (Λουκ. 4,18). Το ρητό αυτό, που ανάφερε ο Χριστός στην πρώτη ομιλία του στην πατρίδα του την Ναζαρέτ, είναι από τον προφήτη Ησαΐα και λέγει ότι, ενώ τους άλλους προφήτες, ιερείς και βασιλείς τους χρίανε με λάδι τη στιγμή της καθιερώσεως τους, ο Χριστός χρίσθηκε με το Άγιο Πνεύμα τη στιγμή της βαπτίσεώς του. Παρόμοια τώρα οι απόστολοι χρίονται και χειροτονούνται ως αρχηγοί της Εκκλησίας, ευρισκόμενοι έτσι «εις τύπον και τόπον Χριστού». Έτσι και οι απλοί πιστοί, που χάσανε την σωματική παρουσία του Χριστού, έχουν τώρα τους αποστόλους που είναι η ορατή παρουσία του Θεού. Αγγίζουν τα άμφια τους όπως η αιμορροούσα άγγιζε τα ρούχα του Χριστού, ακούνε από το στόμα τους τα λόγια του Χριστού, λαμβάνουν από τα χέρια τους το σώμα και το αίμα του Χριστού, την άφεση των αμαρτιών, τις θείες δωρεές και ιάσεις. Με την κάθοδο λοιπόν του Αγίου Πνεύματος, και οι απόστολοι έχουν αισθητή την παρουσία του Θεού και την βοήθεια, αλλά και οι πιστοί, που κι αυτοί διαπιστώνουν αισθητά την θεία παρουσία, επιπλέον έχουν ως παρηγοριά και ενθάρρυνση και ενίσχυση την παρουσία των επισκόπων και ιερέων, οι οποίοι είναι "ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας", αφού εκπροσωπούν την κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας, τον Χριστόν".
* * *
Ας δούμε όμως αναλυτικά τι συμβολίζουν τα σημεία, με τα οποία φανερώθηκε το Άγιο Πνεύμα στους ανθρώπους.
Α΄. «Εγένετο άφνω εκ του ουρανού ήχος».
Στο Σινά, όταν παρουσιάστηκε ο Θεός στους Ισραηλίτες, ακουγόταν φωνές, βροντές, δυνατός ήχος σάλπιγγος (Εξ.19,26). Έτσι κι εδώ ακούγεται δυνατό βουητό «ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας», σαν να φυσούσε και να ούρλιαζε βίαιος άνεμος, όπως στις καταιγίδες και τους τυφώνες. Ήταν η κοσμοχαλασιά του Αγίου Πνεύματος, που θα ξερίζωνε το τεράστιο και πανύψηλο δένδρο της ειδωλολατρίας. Εδώ φαίνεται και η ενότητα αλλά και η συνέχεια των δύο διαθηκών, της Παλαιάς και της Καινής. Σάλπιγγα παλαιά, βοή ανεμοστροβίλου τώρα. Οι πατέρες παίρνουν αφορμή από την βιαιότητα του ανέμου και μας υπενθυμίζουν ότι οι βιαστές θα κερδίσουν την βασιλεία των ουρανών (Ματθ.11,12). Ας παρατηρήσουμε ότι παύει η incognito ή αδύναμη –ενίοτε- παρουσία του Θεού. Μη ξεχνάμε ότι στην ανάσταση και στην ανάληψη του ο Χριστός αποκαλύπτεται μόνο στους πιστούς μαθητές του. Εδώ όμως έχουμε πανηγυρική και θριαμβευτική είσοδο στην ιστορία της παρουσίας του Θεού ενώπιον όλων. Αρχίζει η βασιλεία του Θεού να φαίνεται «μετά δυνάμεως» και επισημοποιείται κατά τον πιο επίσημο τρόπο η έναρξη της κοινωνίας Θεού και ανθρώπων. Αυτή είναι και η σημασία της καθόδου του Αγίου Πνεύματος. Όχι ότι δεν υπήρχε Πνεύμα Άγιο πριν, αλλά μετά την ανάληψη του Χριστού αρχίζει η κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό και η οικείωση των δωρεών του. Βέβαια κάποιοι, αν και βίωσαν το γεγονός, το δυσφημούν ως μέθη των αποστόλων, όπως παλαιότερα οι Ιουδαίοι λέγανε ότι ο Χριστός κάνει τα θαύματα -τα οποία δεν μπορούσαν να απορρίψουν- με τη δύναμη των δαιμονίων. Η αλήθεια της Εκκλησίας όμως δεν φοβάται τους κακοπροαίρετους και τους θεληματικά απίστους.
Β΄. «Και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι».
Ο άγιος Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο οίκος, που ήταν συγκεντρωμένοι οι πιστοί, έγινε μία κολυμπήθρα, στην οποία βαπτίσθηκαν όλοι οι παρευρισκόμενοι εκεί. Βαπτίσθηκαν με Άγιο Πνεύμα και φωτιά, όπως είχε προφητεύσει ο τίμιος Πρόδρομος (Ματθ. 3,11). Και η δωρεά της χάριτος ήταν καθολική και γενική. Όλοι πήραν χαρίσματα, ανάλογα βέβαια με την πίστη τους, την κλήση τους και το έργο τους. Οι απόστολοι, όπως προαναφέραμε, πήραν συν τοις άλλοις και τα χαρίσματα των ποιμένων σύμφωνα με την πρόρρηση του Χριστού (Ιω. 20,22-23). Έτσι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος, που ήταν στους άλλους βάπτισμα και χρίσμα, στους αποστόλους ήταν και χειροτονία συγχρόνως.
Γ΄. «Και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός».
Εμφανίζεται το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή γλωσσών, διότι η νέα πίστη θα διαδιδόταν με το κήρυγμα και την κατήχηση. Η ύπαρξη προφητικού και αποστολικού κηρύγματος στην Εκκλησία είναι από τα βασικά σημεία και εχέγγυα ότι ενοικεί σ’ αυτήν το πανάγιο Πνεύμα. «Ωσεί πυρός»· δηλαδή υπό μορφήν πυρός. Προς τι ο συμβολισμός αυτός; Με το πυρ εικονίζεται στη Γραφή ο Θεός. «Ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12,29). Η φωτιά του Αγίου Πνεύματος, ενεργώντας παρόμοια με την υλική φωτιά, καίει τ’ αγκάθια της αμαρτίας, θερμαίνει την πίστη, φωτίζει το μυαλό κατά Θεό, παρηγορεί και δίνει θαλπωρή στην ψυχή. Ο άγιος Χρυσόστομος παρατηρεί ότι, όπως η φωτιά κάνει την μαλακή και ασχημάτιστη λάσπη σκληρή και με καθορισμένο σχήμα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα κάνει στερεό, ψημένο, ανθεκτικό το φρόνημα και τον χαρακτήρα του χριστιανού και τον μορφοποιεί κατά Θεό. «Διαμεριζόμεναι». Εδώ έχουμε γενικά τη βάπτιση και το χρίσμα των 120 πιστών (Πραξ. 1,15 ·2,1), ειδικώτερα δε και τη χειροτονία των αποστόλων. Αυτά που εμείς τα παίρνουμε από τους κληρικούς και τους επισκόπους, οι τότε πιστοί και οι απόστολοι τα πήραν κατ’ ευθείαν από το Θεό.
Δ΄. «Και ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις».
Να η κοινωνία Θεού και ανθρώπων και η οικείωση των θείων δωρεών. Στο χάρισμα της γλωσσολαλίας θα προστεθούν και άλλα χαρίσματα αργότερα, αισθητά και υπεραισθητά. Από τη στιγμή της αναλήψεως του Χριστού, παύει η έχθρα Θεού και ανθρώπων και ανταλλάσσονται δώρα, όπως προαναφέραμε. Εμείς στείλαμε στο Θεό την ανθρώπινη φύση του Χριστού και Κείνος έστειλε το Πανάγιο Πνεύμα, που μας προσφέρει όλα τα θεία χαρίσματα. Είναι «ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός». Ας προσευχηθούμε μ’ όλη μας την ψυχή να έρθει και να σκηνώσει στην ύπαρξή μας.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013


Οι χριστιανοί σήμερα .

Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι χριστιανοί σήμερα» του Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου.


Όταν ο σύγχρονος χριστιανός μιλάει για τον Θεό, εννοεί, λίγο-πολύ, κάτι που βρίσκεται πέρα μακριά στον ουρανό, άγνωστο, ακατανόητο, φοβερό, απλησίαστο, που απλά το αποδέχεται, χρήσιμο για ώρα ανάγκης, μερικές φορές του αποδίδει μαγικές ιδιότητες και συχνά επαναλαμβάνει το ανορθόδοξο «πίστευε και μη ερεύνα».

Κατά τ΄ άλλα αυτή η πίστη στο Θεό δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στη ζωή του χριστιανού. Μπορεί να εκκλησιάζεται μερικές Κυριακές, να έχει στη βιβλιοθήκη του σύγχρονα πνευματικά βιβλία, παλιές εικόνες στο σαλόνι, κάποιο κομποσκοίνι στο χέρι, να δίνει και λίγη ελεημοσύνη. Όμως παραμένει ανυπόμονος στ΄ ότι οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλει, μίζερος για τα χρήματα, βυθισμένος στον ατομισμό, στην καλοπέραση, στο άγχος, στον ανταγωνισμό. Αυτό όμως δεν είναι ζωή εν Χριστώ. Μυρίζει θάνατο. Σε τι διαφέρει ο χριστιανός σήμερα από τον υπόλοιπο κόσμο; Όταν δεν έχει μακροθυμία, πραότητα, χαρά, απλότητα και κυρίως ταπείνωση, σημαίνει ότι δεν έχει νοιώσει τίποτε από την εν Χριστώ ζωή. Ζωή που ανακαινίζει, μεταμορφώνει και ωραιοποιεί τον άνθρωπο και μέσα από τις καθημερινές δυσκολίες.

Η ζωή των χριστιανών μη διαφέροντας καταντά επιβίωση δίχως νόημα, ανόητη, αφού δεν μπορείς να ζεις μόνο για μια σύνταξη ή για ένα δεύτερο διαμέρισμα ή για ένα καινούριο αυτοκίνητο. Δεν καρτεράμε μια ουσιαστική αλλαγή, κινούμεθα δίχως ελπίδα. Έτσι, τρέχουμε συνέχεια, υφαίνοντας κατά κάποιο τρόπο το σάβανο μας. Η ζωή, λέμε και εμείς, είναι μαύρη, άχαρη, τα ίδια και τα ίδια, μουντή, θολή, ρουτίνα.

Ο χριστιανός πρώτα-πρώτα καλείται να σκύψει και να ακούσει τη φωνή του Ευαγγελίου, που τον καλεί σε μία συνεχή διακινδύνευση της αυτάρκειας που τον διακατέχει, που πονηρού λογισμού εκείνου, που τον κινεί να λέει: ε εμείς, δόξα τω Θεώ, δεν κάνουμε τα φοβερά και αισχρά, που βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση. Η σκέψη αυτή είναι μάλλον δαιμονοκίνητη και ο εφησυχασμός που δίνει δεν είναι ασφαλώς καθόλου αγαθός. Δεν θα δώσουμε λόγο στο Θεό μόνο γιατί δεν πράξαμε το κακό, αλλά και γιατί δεν πράξαμε το καλό, δεν αγαπήσαμε τρυφερά την αρετή.


Οι χριστιανοί σήμερα έχουν διπλή ζωή, δεν είναι ακέραιοι, ενοειδείς, οι αυτοί πάντα. Ο διχασμός αυτός είναι μια μεγάλη ταλαιπωρία. Ο χριστιανός δεν μπορεί άλλος να είναι και άλλος να φαίνεται, άλλα να λέει και άλλα να ενεργεί. Αυτή η ηθοποιΐα, καλή ή κακή, δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν χριστιανό. Η αληθινή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, χαρακτηρίζει και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Δεν είναι άλλος ο κυριακάτικος χριστιανός και άλλος ο καθημερινός. Παρατηρείται, όπως και άλλοτε έχω πει, μια ευσεβής μασκοφορία. Μια ερμηνεία της μανιώδους σπουδής του ανθρώπου για την τέλεια εξωτερική του εμφάνιση, είναι τα φύλλα της συκής, για να καλύψει την εσωτερική του κενότητα και γυμνότητα. Στ΄ ακριβότερα και ωραιότερα ενδύματα δεν αντιστοιχεί το κάλλος και η τελειότητα του εσωτερικού κόσμου.

Ο χριστιανός παρασύρεται στις πολλές βιοτικές μέριμνες, τυρβάζει περί πολλά, αποσπάται στη μερικότητα, απολυτοποιεί το λίγο, το μικρό, αρέσκεται και προτιμά τους απαγορευμένους καρπούς, οι οποίοι του παρουσιάζονται ωραίοι, γλυκείς και ευχάριστοι, δεν θέλει να διαφέρει, δεν θέλει να αγωνίζεται, δεν θέλει να μειώνεται η ελευθερία του, λέει, να περιορίζεται. Έτσι, σίγουρα οδηγείται στη αξιοποίηση πραγμάτων δευτερευόντων, που τα θεωρεί πρώτα. Επανέρχεται ο δαίμονας της Εδέμ και προτείνει το γυαλιστερό που θαμπώνει και όχι το πολύτιμο, το εύκολα βλεπόμενο, το φθηνό, το διαφημιζόμενο, το των πολλών, το παραποιημένο, το μεταχειρισμένο, το αποδεκτό, το καταναλώσιμο. Η απόκτηση αυτή δεν είναι κατάκτηση, δεν περιέχει γνησιότητα, αγωνιστικότητα, μόχθο υπομονής και αγάπης. Εδώ έγκειται η παραπληροφόρηση, ο αποπροσανατολισμός, η παραπλάνηση στην υιοθεσία δαιμονικού ήθους, ύποπτου, ύπουλου, δόλιου τρόπου προσεγγίσεως του κόσμου. Με τον τρόπο αυτό δίνονται σφαλερές προτεραιότητες, πλανερές, πλασματικές, αποσπασματικές αλήθειες, ωραιοποίηση της ακοσμίας, απομονωτισμός επικίνδυνος, ναρκισσισμός νοσηρός, μετάθεση του προβλήματος, πολυχρωματισμός του κελύφους. Υπερβάλλω;

Έχουμε μια μαγική αντίληψη περί Εκκλησίας εμείς οι χριστιανοί σήμερα. Λέμε: «Αν έρθεις στην Εκκλησία οι δουλειές σου θα πάνε καλά». Μα υπάρχουν χριστιανοί πιστοί που είναι άνεργοι, νέοι επιστήμονες αδιόριστοι, έμποροι πτωχεύσαντες. Λέμε: «Αν δεν έλθεις στην Εκκλησία θα καταστραφείς». Μα ο Χριστός δεν πίεσε ερχόμενος καμία συνείδηση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να απειλούμε, να φοβερίζουμε τον κόσμο, παιανίζοντας μάλιστα ένα σκοπό που μιλά για ένα Θεό ανύπαρκτο, ένα Θεό δηλαδή τιμωρό, εκδικητή, τρομοκράτη, φθονερό, αντίδικο. Ένα Θεό που μοιράζει καλές θέσεις εργασίας, παχυλούς μισθούς, υψηλές συντάξεις, επιδόματα, ευζωΐα, μακροζωΐα και λοιπά. Μοιάζουμε με διαφημιστές νέων προϊόντων ομορφιάς η συνήγορους του αδικημένου Θεού. Δεν έχουμε νοιώσει ακόμη εμείς οι χριστιανοί του δύστροπου εικοστού αιώνος ότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός που σώζει και δεν σώζεται από κανέναν μας. Ο Χριστός είπε· αν θέλουμε από την καρδιά μας την τελειότητα ας τον ακολουθήσουμε. Οι σημερινοί χριστιανοί γίνονται εισαγγελείς, βασιλικότεροι του βασιλέως, με ζήλο ανεπίγνωστο, με σπουδή αδιάκριτη, με νόθο ιεραποστολισμό.

Μα, αγαπητοί μου, όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας ήταν άρρωστοι, φτωχοί οι πιο πολλοί, συχνά κυνηγημένοι, ανήμποροι, καταφρονεμένοι, δεν τους έπιανε το μάτι σου. Ο Χριστός δοξάσθηκε στον Γολγοθά. Ο πόνος είναι συνοδοιπόρος μας στη ζωή. Το σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο σταυρός. Δεν επιτρέπεται η παραπληροφόρηση. Στην Εκκλησία μέσα συνεχίζεται, ενυπάρχει ο πόνος, αλλά έχει νόημα, έχει διέξοδο, οδηγεί σε ανάσταση. Δεν έχουμε το δικαίωμα ως ορισμένοι υποψήφιοι πολιτικοί να ξεγελάμε το λαό, υποσχόμενοι επίγειους παραδείσους. Ο Χριστός είπε ότι θα έχουμε στον κόσμο αυτό θλίψη. Δεν μακαρίζει όσους χασομερούν στα γέλια. Επιθυμούμε και δημιουργούμε ένα νεοχριστιανισμό στα μέτρα μας, στις ανάγκες μας, άκοπο, άμοχθο, πρόχειρο, εύκολο, δίχως κανέναν κόστος, αντιασκητικό, τελικά αντιευαγγελικό. Σε αυτή την προοπτική η θ. Λειτουργία στο ναό είναι μια απλή ακρόαση των λεγομένων, μία θέαση των τελουμένων, που θα μπορείς να την παρακολουθείς πιο ήσυχα και από την πολυθρόνα σου στο σπίτι από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Δεν είναι θυσία, συμμετοχή, εγρήγορση, επί τω αυτώ πάντων των αδελφών συγκοινωνούντων και θερμά δεομένων.

Εντός των χριστιανικών κοινοτήτων ο ανέστιος, ο ανέραστος, ο αφιλόξενος, ο απομονωμένος και ταλαίπωρος άνθρωπος ζητά να θερμανθεί από την αγάπη και την αλήθεια. Αν ερχόμενος συναντήσει τη δική μας απροθυμία, αφιλοξενία κι αδιαφορία, την κόπωση, την αναβολή, την αδιαθεσία και αναποφασιστικότητα, τότε θα είναι τραγικό και για εμάς και για εκείνον. Αν δεν έχουμε φως και χαρά, βίωμα και ζωή, τι να προσφέρουμε; Τ΄ άλλα τα βρήκε αλλού κι ίσως καλύτερα. Αν εμείς οι χριστιανοί δεν έχουμε τη χαρά της προσωπικής συναντήσεώς μας με τον Χριστό τότε τι νόημα έχει η αναγραφή της χριστιανικής μας ιδιότητας στην ταυτότητα κι ένας τυπικός εκκλησιασμός; Λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης πως αν δεν γνωρίσουμε τι μας έπλασε ο Θεός, δεν θα κατανοήσουμε τι μας έκανε η αμαρτία. Αν δεν γνωρίσουμε το φως της χάριτος, λέμε ότι είμαστε καλά και στο ημίφως. Στο φως αποκαλύπτεται η πραγματικότητά μας. Μέσα στο φως θ΄ αποκαλυφθεί η Αλήθεια της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε, που νομίζουμε, που θα θέλαμε να είναι. Η Εκκλησία είναι μία μητρική αγκάλη, που όλους θέλει να σώσει, αν θελήσουν να σωθούν. Δεν είναι θεσμός, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι παράταξη, δεν είναι σύστημα, δεν είναι μέρος. Η Εκκλησία δεν δικάζει, δεν τιμωρεί, δεν ψάχνει για οπαδούς, δεν μετασχηματίζεται, δεν διαιρεί, δεν κουράζεται, δεν ξεκουράζεται, δεν ανησυχεί να πείσει αποστομωτικά, να υποδουλώσει και να κατατροπώσει κανένα και ποτέ. Προσέξτε το παρακαλώ.

Οι χριστιανοί σήμερα πρέπει να γίνουμε οι άνθρωποι των καθαρών βιωμάτων, να μιλά πιο βροντερά η ζωή μας η ίδια από τα πολλά λόγια μας, να μη απαιτούμε με προπέτεια το θαύμα, να μη βιαζόμαστε στην προσευχή, ν΄ ακούμε και τον άλλο, όποιος κι αν είναι, να υπομένουμε την αντίδραση, την αντίσταση του άλλου, να συνεργασθούμε με το Θεό. Εμείς θα του δώσουμε τον εκούσιο κόπο μας, την άσκηση, κι Εκείνος τη χάρη Του και το έλεός του, αφού πάντοτε η σωτηρία του ανθρώπου είναι συνεργία Θείας Χάριτος κι ανθρώπινης ενέργειας. Ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ΄ εικόνα Θεού κι ο σκοπός της δημιουργίας του είναι η θέωση. Η αποστολή της Εκκλησίας είναι η σωτηρία του κόσμου, τα μυστήρια της Εκκλησίας αγιάζουν τον αγωνιζόμενο άνθρωπο, ο οποίος καθαριζόμενος φωτίζεται και θεώνεται. Αυτή είναι η οθρόδοξη θεολογία, η ανθρωπολογία, η εκκλησιολογία και η ασκητική της Εκκλησίας μας. Μη ψάχνουμε γι΄ άλλες ατραπούς, όταν μία είναι η οδός της σωτηρίας, της θεώσεως, της τελειότητος.

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013



Γράφει ο Ακούραστος  Συνοδοιπόρος, ρακενδύτης  και αμόναχος περαστικός...!



«ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ,
ή
«Μια ευχή για να κοινωνήσω».

Παρουσιάζονται κατά διαστήματα στους Πνευ­ματικούς άνθρωποι μεγάλης συνήθως ηλικίας, σε σπάνιες περιπτώσεις στις πόλεις, αλλά πολύ συχνό­τερα στα χωριά και ζητούν να τους διαβάσουν (οι Εξομολόγοι) μια ευχή για να κοινωνήσουν. Είναι προφανώς προκατειλημμένοι από μακροχρόνια επικρατούσα συνήθεια, η οποία εμφανίζεται μάλι­στα και ως «παράδοση»!
Από αμνημονεύτων χρόνων, και μάλλον από της τουρκοκρατίας, λόγω απαιδευσίας κλήρου και λα­ού, διέφυγε το στοιχείο της εξομολογήσεως από το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως και ο λαός συνήθισε να «εξομολογείται» χωρίς να εξαγορεύει τα αμαρτήματά του, δηλ. στην ουσία χωρίς να εξομολογείται.
Προσέρχονταν στον Ιερέα και αυτός, χωρίς να τους συστήνει την εξομολόγηση, τους διάβαζε τη συγχωρητική ευχή, ή ατομικώς ή και ομαδικώς. Με­τά κοινωνούσαν έχοντας προφανώς και ήρεμη τη συνείδησή τους! Και επειδή οι άνθρωποι πάντοτε ρέπουν προς τα εύκολα, θέλουν δηλαδή λύση των προβλημάτων τους και στην προκειμένη περίπτωση των αμαρτημάτων τους, χωρίς μετάνοια και εξομο­λόγηση, χωρίς κόπο και θυσία, όσοι είναι αυτής της νοοτροπίας, συνεχίζουν την… «παράδοση»!
Αυτή η άγνοια και παρεξήγηση πρέπει να εκλεί­ψει. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι, διάγο­ντες τον 21ον αιώνα, δεν είναι επιτρεπτό και τιμητι­κό οι Ιερείς να δέχονται και οι «πιστοί» να ζητούν εξομολόγηση χωρίς εξαγόρευση των αμαρτιών. Αυτός που θέλει να κοινωνήσει, πρέπει να υποδε­χτεί τον Χριστό στο καθαρό «σαλόνι» της ψυχής του· και η κάθαρση της ψυχής, γίνεται με την εξομο­λόγηση.
Για να υποδεχτούμε στην ονομαστική μας γιορτή τους επισκέπτες μας, καθαρίζουμε μέρες το σπίτι μας και στολίζουμε ιδιαίτερα το σαλόνι μας. Εάν αυτά τα προσέχουμε για τους ανθρώπους, πώς θα υποδεχτούμε τον Χριστό με τη Θ. Κοινωνία στην καρδιά μας, χωρίς να την καθαρίσουμε από τις ποι­κίλες αμαρτίες που καθημερινά κάνουμε, χωρίς να εξομολογηθούμε; Γίνεται να βάλουμε τον επισκέ­πτη μας να καθίσει σε κάθισμα λερωμένο; Όταν δεν συμμετέχουμε σωστά στο μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως μοιάζει σαν να μη νοιώθου­με πού βάζουμε να «καθίσει» ο Χριστός.
Έκτος αυτών πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εξαγό­ρευση των αμαρτιών μας είναι τελείως απαραίτητη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι (η εξαγό­ρευση) αποτελεί ένα από τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου και χωρίς αυτό δεν υπάρχει Μυστήριο. Δεύτερον, διότι ο Εξομολόγος όταν διαβάζει τη σχετική ευχή μετά την εξομολόγηση του εξομολογουμένου, λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες που ήδη έχει πει ο εξομολογούμενος (και όχι αυτές που δεν είπε).

Επομένως, ποτέ ξανά να μη πει κανείς:
«Μια ευχή για να κοινωνήσω».
Αλλά

Όταν θέλω να κοινωνήσω προετοιμάζομαι για την εξομολόγησή μου με τη βοήθεια κάποιου βοη­θήματος και πάω να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου μετανοιωμένος και αποφασισμένος να διορθωθώ.
Δεν εξομολογούμαι από φόβο ή από συνήθεια, ούτε για να φύγει το βάρος που έχω μέσα μου. Δεν εξομολογούμαι δύο – τρεις μόνο αμαρτίες για να αναπαύσω τη συνείδησή μου ή για να απαλλαγώ από τις ενοχές που με βαραίνουν.
Εξομολογούμαι γνωρίζοντας ότι, όποιες αμαρ­τίες μου αποκρύπτω η «τις ξεχνώ», όποιες παρου­σιάζω συγκεκαλυμμένες για να μη φανεί το μέγεθος ή το είδος της αμαρτίας μου και όποιες ωραιοποιώ από ντροπή, μένουν αθεράπευτες και οι πληγές των αμαρτιών μου με μολύνουν. Στη Θεία Κοινωνία που ακολουθεί, η Θεία χάρη μένει ανενέργητη, διότι ο Χριστός δεν αναπαύεται μέσα μου, επειδή είμαι «ακάθαρτος».
ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΜΑΙ διότι αμάρτησα· προς τον Θεό, προς τον πλησίον μου (τον οποιονδήποτε) και προς τον εαυτό μου.
Εξομολογούμαι διότι ανακαλύπτω και αναγνω­ρίζω ΟΛΕΣ τις αμαρτίες που έκανα, διότι μετανοιώνω γι’ αυτές και τις καταθέτω χωρίς ντροπή στον Πνευματικό μου. (Όσες τυχόν τις ξέχασα και τις θυμήθηκα καθυστερημένα τις σημειώνω, για να μη τις ξεχάσω πάλι και τις λέω στην επόμενη εξομολό­γησή μου).
Εξομολογούμαι., διότι θέλω να λάβω τη συγχώ­ρηση και την ευλογία του Θεού, ώστε να ζήσω από δω και μπρος, όπως θέλει ο Θεός εν μετάνοια και υπακοή στο νόμο Του.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013





Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού - δέκα τοποθετήσεις σε δέκα ερωτήσεις...

Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;
Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’ αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.
Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;
Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό, αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην ‘αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας’ του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία, ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την  θεραπεία της μεγάλης πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.
Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;
Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).
Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;
Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.
Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;
Είχαν ήδη φτάσει στη μεσαία κορυφή του Όρους. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην  οποία στήθηκε ο Σταυρός. Ανοιχτή ήταν επίσης και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την  αχάριστη πόλη των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Και ενώ αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί για τελευταία φορά –τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλ. αυτά που βρίσκονταν σε διάσταση. Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη.
Τι πρωτόγνωρη και μοναδική που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης! Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Γραφή, όμως η ανάληψή του έγινε με πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί πάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του. Όσον αφορά στην νεφέλη εκείνη, επρόκειτο για το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Όπως η κάθοδός του και η Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), έτσι και τώρα «συνανέρχεται» (ανεβαίνει μαζί με το Άγιο Πνεύμα) γιατί  Εκείνο τον παρακολουθεί και συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.
Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι;
Ενώ ατένιζαν έκθαμβοι στον ουρανό οι άγιοι Απόστολοι, δύο άνδρες παρουσιάστηκαν σ’ αυτούς ντυμένοι με λευκή στολή. Ήταν άγγελοι οι δύο αυτοί άνδρες που είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή για να μη φοβίσουν τους μαθητές. Και ήταν λευκοφόροι για να φανερωθεί η αγνότητά τους και το διαφωτιστικό και χαρμόσυνο μήνυμα τους το οποίο είχαν αποσταλεί να παραδώσουν. Τους απόστειλε ο  Χριστός που αναλήφθηκε, για να τους παρηγορήσει την στιγμή της λύπης τους για τον αποχωρισμό του, αλλά και να τους διαφωτίσει ότι ο αόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στα δεξιά του Θεού Πατρός και ότι θα κατεβεί και πάλι στη γη για να κρίνει όλους τους ανθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς.
Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων;
«Άνδρες Γαλιλαίοι», τους είπαν, «γιατί στέκεστε  με το βλέμμα σας προσηλωμένο στους ουρανούς; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίον σήμερα βλέπετε να αναλαμβάνεται, θα επανέλθει για να κρίνει τον κόσμο, και η επάνοδός του θα είναι ίδια με την ανάληψή του». Δηλαδή, θα έλθει από τον ουρανό φορώντας το ίδιο άχραντο Σώμα, το οποίο παρέλαβε από τα αίματα της αγνής Παρθένου, και το οποίο θα έχει επάνω του χαραγμένες τις πληγές που έλαβε στο πάθος του. Τώρα μόνο εσείς οι λίγοι τον βλέπετε να ανέρχεται στον ουρανό, όταν όμως επανέλθει, όλες οι φυλές της γης θα τον δουν να κατεβαίνει από εκεί με δόξα επάνω σε νεφέλες. Η ένδοξη αυτή κατάβασή του θα αποβεί πρόξενος μακαριότητας και χαράς για όσους έζησαν δίκαια. Για τους αμαρτωλούς όμως θα είναι αιτία θλίψεως και συμφοράς.»
Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας;
Αυτά άκουσαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον Σωτήρα στην Ανάληψή του και ύστερα επέστρεψαν με χαρά στα Ιεροσόλυμα. Η χαρά τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί έμαθαν οριστικά, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους είναι Θεός αληθινός, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, όχι για να εγκαταλείψει τη γη, αλλά για να την ενώσει με τον ουρανό. Η χαρά τους ήταν επίσης πολύ μεγάλη γιατί πήραν την ευλογία του Σωτήρα τους στην Ανάληψή του. Με αυτήν την ευλογία η ολιγάριθμη Εκκλησία των μαθητών, το μικρό εκείνο ποίμνιο, αυξήθηκε μέσα σε ένα μικρό διάστημα και έγινε πολύ μεγάλη, και παίρνοντας την χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχτηκε στην Εκκλησία εκείνη που εγκαθιδρύθηκε σε όλα τα μέρη της γης.
Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;
 Ενώ αυτά συνέβαιναν στη γη εξ αιτίας της Ανάληψης, στους ουρανούς οι Άγγελοι έστηναν μεγαλειώδες πανηγύρι. Οι τάξεις των Αγγέλων που υπηρέτησαν τον Σωτήρα επάνω στη γη και τον συνόδευαν τώρα στην θεία του Ανάληψη καλούσαν τις άνω ταξιαρχίες να ανοίξουν τις ουράνιες πύλες για να εισέλθει ο Βασιλεύς της Δόξης. «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών,» ψάλλει ο προφητάναξ Δαυίδ, «και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Επειδή με το σωτήριο πάθος του έγινε ο Σωτήρας Χριστός ενδοξότερος και υψηλότερος –όπως το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος: «Εταπείνωσε το εαυτόν του και έγινε υπήκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου Σταυρικού, γι’ αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε το υπέρ παν όνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι’ αυτό απαιτούν και οι πύλες του ουρανού να γίνουν υψηλότερες για να τον υποδεχτούν επάξια. Επίσης, επειδή η δόξα του νικητή του Άδη και του θανάτου, που δεν χώρεσε στην μικρή γη, πλήρωσε τους ουρανούς, απαιτούν να υψωθούν και εκείνοι (οι Άγγελοι) στην εμφάνισή του.
Ωστόσο, οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αγγέλων, βλέποντας ανθρώπινο σώμα να μεταφέρεται πάνω από αυτούς, καταλαμβάνονταν από θάμβος και έκπληξη. Γιατί, όπως ένας άνθρωπος που βλέπει Άγγελο στη γη καταλαμβάνεται από έκπληξη φόβου, έτσι και οι ασώματοι Άγγελοι, βλέποντας τότε ένα σώμα να υψώνεται μέσα σε νεφέλη, ζητούσαν έκθαμβοι να μάθουν γι’ αυτό το παράδοξο θέαμα, ζητώντας δυο φορές να βεβαιωθούν, Ποιος είναι  αυτός ο Βασιλεύς της Δόξης; Μαθαίνοντας, όμως, ότι είναι ο ισχυρός στους πολέμους Κύριος, που πάλεψε με τον διάβολο και τον κατέβαλε, που τώρα ανέρχεται στους ουρανούς, απορούν, πως το υπέρλαμπρο εκείνο σώμα είναι ερυθρό, και ρωτούν, «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ; ;» όπως ψάλλει ο πρώτος των προφητών, «ερύθημα ιματίων αυτού εκ Βοσόρ; Ούτος ωραίος εν στολή αυτού» (Ησαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο γήινος που έρχεται φορώντας σάρκα σαν υπέρλαμπρο και ερυθρό ιμάτιο; Γιατί γήινος είναι η ερμηνεία του Εδώμ και σάρξ είναι  το Βοσόρ, και το σημείο αναφοράς εδώ είναι το δοξασμένο εκείνο Σώμα του Δεσπότη Χριστού που φαινόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς σαν ερυθρό γιατί έφερε επάνω του τον τύπο των πληγών της άχραντης πλευράς, των χειρών και των ποδών.
Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού; 
Πως όμως φαίνονταν οι πληγές σ’ εκείνο το άφθαρτο σώμα; Ήταν θέμα οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη (ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο. Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ’ εκείνο το αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους. Επίσης, διατήρησε τις πληγές του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού μέχρι το θρόνο της μεγαλοσύνης του. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Θεάνθρωπος διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει, ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει γι’ αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός» (Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην βασιλεία των ουρανών. Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πως εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε στην στενή οδό  της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο.
του
Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Διον. Δράγα
read this in english : http://www.saintjohnthebaptist.org/articles/THE_ASCENSION.htm#_ftn2

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 9 Ιουνίου 2013 , Κυριακή του τυφλού.
Ευαγγελιστής Ιωάννης θ΄ 1-38.


Κείμενο:
Και παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; απεκρίθη Ιησούς· ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ΄ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ· εμέ δει εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ημέρα εστίν· έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. όταν εν τω κόσμω ω, φως ειμί του κόσμου. ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ· ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος, απήλθεν ουν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ουν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον· ουχ ούτος εστίν ο καθήμενος και προσαιτών; άλλοι έλεγον ότι ούτος εστίν· άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστίν. εκείνος έλεγε ότι εγώ ειμί. έλεγον ουν αυτώ· πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; απεκρίθη εκείνος και είπεν· άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπε μοι· ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι· απελθών δε νιψάμενος ανέβλεψα. είπον ουν αυτώ· που εκείνος; λέγει ούκ οίδα Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον πότε τυφλόν. ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησε ο Ιησούς και ανέωξεν αυτού τους οφθαλμούς. πάλιν ουν ηρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πως ανέβλεψεν. ο δε είπεν αυτοίς· πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. έλεγον ουν εκ των Φαρισαίων τινές· ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. άλλοι έλεγον· πως δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν· και σχίσμα ην εν αυτοίς· λέγουσι τω τυφλώ πάλιν· συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. ουκ επίστευσαν ουν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες· ούτος εστίν ο υιός υμών, ον υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; πως ουν άρτι βλέπει; απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον· οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη· πως δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν, ή τις ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ουκ οίδαμεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. εφώνησαν ουν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ος ην τυφλός, και είπον αυτώ· δος δόξαν τω Θεώ· ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστίν. απεκρίθη ουν εκείνος και είπεν· ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω, είπον δε αυτώ πάλιν· τι εποίησέ σοι; πως ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; απεκρίθη αυτοίς; είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τι πάλιν θέλετε ακούειν; μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; ελοιδόρησαν αυτόν και είπον· συ ει μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωϋσέως εσμέν μαθηταί. ημείς οίδαμεν ότι Μωϋσεί λελάληκεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς· εν γαρ τούτω θαυμαστόν εστίν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ΄ εάν τις θεοσεβής η και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξε τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου, ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. απεκρίθησαν και είπον αυτώ· εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω. Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; απεκρίθη εκείνος και είπε· και τις εστί, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; είπε δε αυτώ ο Ιησούς· και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστίν. ο δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ.


Μετάφραση:
Καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;» Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ΄ αυτόν. Όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που μ΄ έστειλε. Έρχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όσο είμαι σ΄ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για τον κόσμο». Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του ανθρώπου, και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ» - που σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ο άνθρωπος, πήγε και νίφτηκε και, όταν γύρισε πίσω έβλεπε. Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;» Μερικοί έλεγαν: «Αυτός είναι», ενώ άλλοι έλεγαν: «Όχι, είναι κάποιος που του μοιάζει». Ο ίδιος όμως έλεγε «Εγώ είμαι». Τότε τον ρωτούσαν: «Πως, λοιπόν, άνοιξαν τα μάτια σου;» Εκείνος απάντησε: «Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια και μου είπε: πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου· πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου». Τον ρώτησαν: «Που είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω», τους απάντησε. Τον έφεραν τότε στους Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. Η μέρα που έφτιαξε ο Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. Άρχισαν λοιπόν οι Φαρισαίοι να το ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. Αυτός τους απάντησε: «Έβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω». Μερικοί από τους Φαρισαίους έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους. Ρωτούν λοιπόν πάλι τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι΄ αυτόν; πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Είναι προφήτης». Οι Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι γονείς του τότε αποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός· πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο· ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν κιόλας συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πώς ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Γι΄ αυτό είπαν οι γονείς του, «ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο». Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πριν τυφλός και του είπαν: «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού· εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Εκείνος τότε τους απάντησε: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω· ένα ξέρω: πως, εγώ ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Τον ρώτησαν τότε: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» «Σας το είπα κιόλας», τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε· γιατί θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι εσείς να γίνετε μαθητές του;» Τον περιγέλασαν τότε και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή· εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, ενώ γι΄ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευσή του». Τότε απάντησε ο άνθρωπος και τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο, πως εσείς δεν ξέρετε από πού είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τους αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος τον σέβεται και κάνει το θέλημά του, αυτόν τον ακούει. Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν΄ ανοίξει κανείς τα μάτια γεννημένου τυφλού. Αν αυτός δεν ήταν από το Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». «Εσύ είσαι βουτηγμένος στην αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις το δάσκαλο σ΄ εμάς;» Και τον πέταξαν έξω. «Ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός, κύριε για να πιστέψω σ΄ αυτόν;» «Μα τον έχεις κιόλας δει», του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». Τότε εκείνος είπε: «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.


Σχόλια:


ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ!

«Εποίησε πηλόν…και επέχρισε τον πηλόν
επί τους οφθαλμούς του τυφλού»

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ Ιησούς Χριστός κατά την επίγεια ζωή του δεν ενδιαφέρθηκε μόνο για την ψυχή αλλά και για το σώμα του ανθρώπου. Και το ενδιαφέρον Του αυτό το έδειξε με πολλούς τρόπους, προπάντων όμως με τα θαύματα Του. Τα περισσότερα από τα θαύματα του Κυρίου ως σκοπό είχαν την ανακούφιση του σωματικού πόνου και την αποκατάσταση της υγείας του σώματος.
Γιατί άραγε; Διότι και το σώμα μας – όχι μόνο η αθάνατη ψυχή μας - είναι δημιούργημα του Θεού. Άρα «καλόν λίαν», όπως και όλα τα άλλα δημιουργήματα (Γεν. 1,31). Διότι το σώμα του ανθρώπου είναι ναός και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 6, 19 – 3, 16). Επιπλέον το σώμα μας είναι ο αξεχώριστος σύντροφος και ο μόνιμος συναγωνιστής της ψυχής στον αγώνα του αγιασμού και της θεώσεως. Γι’ αυτό, καθώς διδάσκει η Εκκλησία μας, δεν πρόκειται απλώς να αναστηθεί, αλλά αφθαρτισμένο θα συμμετάσχει και θα απολαύσει τη δόξα και την ευφροσύνη της θείας Βασιλείας. Μαζί με την ψυχή, με την οποία έζησε και αγωνίστηκε κατά τη διάρκεια της παρούσας ζωής.
Έχει, λοιπόν, μεγάλη αξία το ανθρώπινο σώμα σύμφωνα με τη χριστιανική αντίληψη. Κάθε επιμέρους όργανο, κάθε σωματική λειτουργία συνεργεί στη σωτηρία μας. Έτσι όλα τα όργανα του σώματος μας, η καλή τους κατάσταση και η φυσιολογική τους λειτουργία, αποκτούν μια ιδιαίτερη πνευματική σημασία. Αυτό συμπεραίνουμε και από τη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού έρχεται να εξάρει τη σημασία ενός σωματικού οργάνου, όπως είναι τα μάτια μας, και μιας λεπτότατης και καίριας αισθήσεως, όπως είναι η όραση μας.

Δυο πολυτιμότατα όργανα

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ! Από τα δυο πολυτιμότερα όργανα του σώματος μας. Όχι απλώς διότι είναι «ωτίων πιστότερα», όπως έλεγαν οι αρχαίοι, αλλά διότι αποτελούν, όπως δίδαξε ο Κύριος, τους δυο λύχνους που φωτίζουν το ανθρώπινο σώμα. «Ο λύχνος του σώματος εστιν ο οφθαλμός» (Ματθ. 6,22). Και η όραση είναι η πιο καίρια και η πιο λεπτή από όλες τις αισθήσεις μας, «η βασιλικωτάτη των αισθήσεων» κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
Ο Μ. Βασίλειος παρομοιάζει τα μάτια με δυο ασώματα χέρια με τα οποία ο άνθρωπος αγγίζει από πολύ μακριά αυτά που θέλει, αυτά που επιθυμεί. «Και ών ταις του σώματος χερσίν», συνεχίζει ο ίδιος διδάσκαλος, «άψασθαι επ’ εξουσίας ουκ έχει, ταύτα ταις των ομμάτων βολαίς περιπτύσσει».
Τα μάτια μας αποτελούν μια τέλεια, μοναδική φωτογραφική μηχανή, που έχει τη δύναμη να εντυπώνει στους χώρους της μνήμης μας πλήθος εικόνων, προσώπων, πραγμάτων ή γεγονότων. Και όλοι γνωρίζουμε εκ πείρας πόσο βαθιά χαράζονται μέσα μας όσα συλλαμβάνουμε με τα μάτια μας. Κι αν ακόμη πολύ προσπαθήσουμε, μας είναι τρομερά δύσκολο ή και αδύνατο να εξαλείψουμε από την μνήμη μας ό,τι αποτύπωσαν τα μάτια μας.

Η πνευματική σημασία της οράσεως

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΟΜΩΣ των ματιών και η αξία της λειτουργίας τους – της αισθήσεως δηλαδή της οράσεως – δεν είναι μόνο φυσική αλλά ηθική και πνευματική. Το πως και το τι βλέπουμε, επηρεάζει ιδιαίτερα την πνευματική μας ζωή. Τα μάτια μας, αν τα αφήσουμε αφύλακτα και ανεξέλεγκτα, εύκολα μεταβάλλονται σε δυο κλέφτες της αμαρτίας. Οι εικόνες που μεταφέρουν μέσα μας γεννούν στην καρδιά μας τις εμπαθείς επιθυμίες και μας εξωθούν αρχικά να αμαρτήσουμε με τη φαντασία, αργότερα δε και έμπρακτα. Μας το επισήμανε με πολλή σαφήνεια ο Κύριος: «Πας ο βλέπων γυναίκα εις το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. 5, 28).
Ο άνθρωπος εύκολα αιχμαλωτίζεται από τα μάτια του. Και τα όσα εφάμαρτα βλέπει τον αναστατώνουν εσωτερικά και τον παρασύρουν στη δίνη των σαρκικών επιθυμιών. Ας θυμηθούμε το αξίωμα των αρχαίων «εκ του οράν τίκτεται το εράν». Αυτό που βλέπουμε με φιλήδονη περιέργεια εξάπτει την επιθυμία και παγιδεύει την καρδιά μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του προφητάνακτος Δαβίδ. Η θέα από το δώμα των ανακτόρων του της γυμνής Βηρσαβεέ που λουζόταν, τον παρέσυρε σε δυο φρικτά αμαρτήματα, τη μοιχεία και το φόνο (Β’ Βασιλ. 11,2).

«Οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν»

ΤΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΜΑΣ χρειάζεται; Να προσέχουμε τα μάτια μας. Να ελέγχουμε το πως και το τι βλέπουμε. Η όραση μας να είναι ορθή και άμεμπτη. «Οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν...», συνιστά ο σοφός Σολομών. Και προσθέτει λίγο πιο κάτω: «Μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μηδέ αγρευθής σοις οφθαλμοίς» (Παροιμ. 4, 25 – 6,25).
Οφείλουμε να βλέπουμε τους άλλους με απλότητα. Χωρίς πονηρία και φιλήδονη περιέργεια. Είναι άραγε εύκολο κάτι τέτοιο; Όχι, διότι τα πάθη που φωλιάζουν στην καρδιά μας μάς εξωθούν να βλέπουμε τους άλλους με αμαρτωλή περιέργεια και εμπάθεια. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να παίρνουμε προφυλάξεις. Να μην αφηνόμαστε στο μολυσμό του χυδαίου θεάματος. Να μην πιάνουμε στα χέρια μας έντυπα γεμάτα ρυπαρότητα και πρόκληση. Να μην περιεργαζόμαστε πρόσωπα με αισχρές διαθέσεις. Η πείρα που απέκτησε ο προφήτης Δαβίδ μετά τη φοβερή πτώση του, τον έκανε να απευθύνεται συχνά στο Θεό και να παρακαλεί: «Απόστρεψον τους οφθαλμούς μου του μη ιδείν ματαιότητα» (Ψαλμ. 118, 37). Την θερμή αυτή ικεσία ας απευθύνουμε κι εμείς προς τον Κύριο την ώρα που κινδυνεύουμε να αιχμαλωτιστούμε από τα μάτια μας.

Ο εξαγιασμός της οράσεως

ΩΣΤΟΣΟ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ μόνο να προφυλάσσουμε τα μάτια μας από όλα εκείνα που μολύνουν την ψυχή και μας αιχμαλωτίζουν στην αμαρτία. Χρειάζεται και να τα εξαγιάζουμε. Η όραση μας όχι μόνο να μη θητεύει στα πάθη, αλλά να συνεργεί και στον εσωτερικό φωτισμό μας. Πως; Με ποιόν τρόπο;
Πρώτον, με τη μελέτη του λόγου του Θεού. Ο λόγος του Θεού είναι το φως και η αλήθεια. Ο άνθρωπος που σκύβει στις αθάνατες σελίδες της Αγίας Γραφής αγιάζει τα μάτια του και φωτίζει τον εσωτερικό του κόσμο. Παύει να βλέπει μόνο φυσικά με τα σωματικά μάτια του κι αρχίζει να βλέπει με μια καινούργια, πνευματική αίσθηση, την όραση της ψυχής του. Τα μάτια μας δεν φωτίζονται πλέον μόνο από το υλικό φως του ήλιου αλλά και με το πνευματικό, που είναι ο Χριστός και η αλήθεια Του. Αυτό παρακαλούσε τον Θεό να του χαρίσεις ο Δαβίδ: «Αποκάλυψον τους οφθαλμούς μου και κατανοήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου σου» (Ψαλμ. 118, 18).
Δεύτερον, η όραση μας εξαγιάζεται από τη θέα της δημιουργίας. Ατενίζοντας ο άνθρωπος τα μεγαλειώδη δημιουργήματα του Θεού χαίρεται, αγιάζει την όραση του και ανάγεται στον Δημιουργό. Με τα μάτια της ψυχής του μπορεί να βλέπει πίσω από την ομορφιά και την αρμονία των κτισμάτων το άπειρο κάλλος και την τελειότητα του Θεού.
Στον αγιασμό των ματιών μας συντελεί και η θέα των ιερών συμβόλων της λατρείας. Ο ναός, ο διάκοσμος του, οι ιερές εικόνες, το κάθε τι. Όλα επιδιώκουν τον εξαγιασμό των αισθήσεων μας. Να μας ανεβάσουν από την γη στον ουρανό. Να μας βοηθήσουν από τα αισθητά να αναχθούμε στα υπεραισθητά.

Οφείλουμε να προσέχουμε

ΔΙΑΝΥΟΥΜΕ ΜΙΑΝ εποχή στην οποία δεσπόζει ο homo telespectator, ο άνθρωπος τηλεθεατής. Η εικόνα – και μάλιστα η ηλεκτρονική – έχει εισβάλει κυριαρχικά στη ζωή μας. Ο πολιτισμός μας χαρακτηρίζεται ως πολιτισμός του ματιού. Τα μάτια μας καθημερινά βομβαρδίζονται από κάθε λογής εικόνα. Και η πλημμυρίδα αυτή των εικόνων έχει πολλαπλασιάσει τους ηθικούς κινδύνους που διατρέχουμε όλοι, κυρίως όμως τα παιδιά και οι νέοι μας. Δεν είναι υπερβολή αν ισχυριστούμε ότι τα μάτια μας σήμερα τρέφονται από το γυμνό, την ακολασταίνουσα σάρκα και το πολύμορφο έγκλημα. Και όλο αυτό το υλικό της σαπίλας και της διαφθοράς, που στις μέρες μας έγινε το πιο εμπορεύσιμο και κερδοφόρο είδος στην παγκόσμια αγορά, μας σερβίρεται κάτω από το αθώο όνομα της ψυχαγωγίας!
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση ο λόγος του Θεού και η εμπειρία της Εκκλησίας σήμερα μας προειδοποιεί:
Προσοχή στα μάτια σας!
Φυλάξτε τα μάτια σας καθαρά!
Εξαγιάστε την όραση σας!
 

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013





Νομο/Κανονική
  Γνωμάτευση.


Ο ΙΚΑΝΟΣ ΙΕΡΩΜΕΝΟΣ
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΤΟΥ


          Ο Ιερωμένος της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού οφείλει, να ασκεί τα ποιμαντικά του καθήκοντα εφ’ όρους ζωής κατά τον Ψαλμωδό: « ψαλώ το Θεώ μου έως υπάρχω ». Όμως τούτο, πολλές φορές, είναι ανέφικτο, γιατί ναι μεν το « πνεύμα είναι πρόθυμον », όμως, «η σαρξ ασθενεί », κατά τον Ορθόδοξο Υμνογράφο της Εκκλησίας μας.

          Συνεπώς, ο Ιερωμένος εκείνος που έχει Κανονικούς λόγους συνταξιοδότησης [ σωματική, ή πνευματική αναπηρία ], αποχωρεί της υπηρεσίας του υποχρεωτικά, αλλά ο Ιερωμένος εκείνος ο οποίος αποδεδειγμένα είναι υγιής, και δύναται να ασκήσει τα ποιμαντικά του καθήκοντα, παραμένει υποχρεωτικά στην υπηρεσία του, και δεν μπορεί κανένας , [ ούτε νόμος ούτε οποιοσδήποτε Κανονισμός ], να τον υποχρεώσει σε παραίτηση, [ πρβλ. Διατάξεις 16ου Καν. Πρωτο/Δευτέρας Συν.]. Μόνον, εφ’ όσον έχει συμπληρώσει το υπό του νόμου όριον ηλικίας [70ο έτος ν. 590/’77 άρθρ. 37 παρ. 5 «Κατ/τικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος»], δύναται να αποχωρήσει τις υπηρεσίας του, αλλά και τότε μόνον εφ’ όσον το θέλει ο ίδιος, με σχετική αίτησή του προς τη προϊσταμένη του Αρχή.

Επομένως, ύπουλες μεθοδεύσεις και υπόγειες διαδρομές με απώτερο σκοπό τον εξαναγκασμό σε συνταξιοδότηση υγιούς Ιερωμένου, οποθενδήποτε και αν προέρχονται, είναι αβάσιμες, απαράδεκτες, ανεφάρμοστες και Νομο/Κανονικά απόβλητες. Πάσχουν από αθεράπευτην ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, πέραν του ότι εμφανίζουν άτομα αναξιοπρεπή, εμπαθή, και «ΟΞΥΧΟΛΑ». Προσέτι δε Λόγω της μη πλήρους Νομο/Κανονικής αιτιολογίας των πράξεών τους κρύβουν Σκοπιμότητα, συν το γεγονός ότι προσπάθεια εσκεμμένης παραπλάνησης, με ψευδείς και μη ισχύουσες εισέτι Νομο/Κανονικές διατάξεις, [ πρβλ. άρθρ. 74, του ν. 590/77, ενθ’ αν. ], διώκεται από τα αρμόδια Ποινικά Δικαστήρια της καθημένης Δικαιοσύνης, με ανάλογες,

ίσως « Κεφαλικές (;) », Κανονικές επιτιμίες από την Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη.


Πρεσβύτερος ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ

Ορθόδοξος Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Συνήγορος.
Επίτιμος Πρόεδρος Κληρικών Ελλάδος.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

 
ΕΚΟΙΜΗΘΗ Ο ΓΕΡΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑΣ.
17/30/-05-2013.
Η Εξόδιος ακολουθία το Σάββατο 19/01/-06-2013.
 
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ωρωπού καί Φυλής κ. Κυπριανός εγεννήθη εις Αγρίνιον εν έτει 1935.
Πνευματικόν ανάστημα τού μακαριστού Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου (+ 1980), μέ τήν ευλογίαν καί καθοδήγησιν τού οποίου ίδρυσεν εν έτει 1961 τήν Ιεράν Ανδρώαν Κοινοβιακήν Μονήν τών Αγίων Κυπριανού καί Ιουστίνης παρά τήν Φυλήν Αττικής, τής οποίας διατελεί Καθηγούμενος.
Προσεχώρησε μέ τήν υπ’ αυτόν Αδελφότητα εις τήν Ακαινοτόμητον Ορθόδοξον Εκκλησίαν τού Πατρίου Ημερολογίου τήν 3/16ην Ιανουαρίου 1969.
Εχειροτονήθη Αρχιερεύς τήν 7.2.1979 εκκλ. ημερ., Πρόεδρος δέ τής Ιεράς Συνόδου τών Ενισταμένων εξελέγη τήν 5.4.1985 εκκλ. ημερ.


Το 2003 - 2004,  με αξίωσε ο Θεός και γνώρισα τον Σεβαστο Γέροντα. Είχε Αγάπη. Κανέναν δεν έβριζε. Αναγνώριζε την Ιεροσύνη στο Νέο ημερολόγιο. Άλλωστε ήτο Ιερομόναχος στο Νέο Ημερολόγιο. Είχε δεχθεί δυο χειροτονίες, του Διακόνου και του Πρεσβυτέρου. Ταπεινός, ήρεμος και πνευματικός άνθρωπος. Αυτά μου έδειξε και αυτά καταθέτω. Ανεξάρτητα αν ανήκει στο Παλαιό Ημερολόγιο, εύχομαι απο καριδάς Αιωνία του η Μνήμη, καλό Παράδεισο και ελπίζω η αδελφότητα που άφησε να συνεχίσει το έργο που άφησε ο Σεβαστός Γέροντας Κυπριανός  και να μην επέλθει διάσπαση.