Τρίτη 14 Απριλίου 2015


( εξ αφορμής νεοσύστατης σύνθεσης αδελφών Κληρικών στο ( επισκοπικό δικαστήριο ), σε Μητρόπολη υπό βάθρων ανέγερση )!!! << ουαί και πάλι ουαί >>???

1.      Περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων.

α)   Σχετικά με τα « εκκλησιαστικά δικαστήρια » η Ελληνική Πολιτεία έχει αποφανθεί με πάγιες Νομολογίες της Ολομέλειας του ΣτΕ, και της Επιτροπής Αναστολών του Αρείου Πάγου, ότι τα « εκκλησιαστικά δικαστήρια, δεν έχουν ουδεμία ομοιότητα με τα Δικαστήρια της Πολιτείας, τα οποία προβλέπονται από το Σύνταγμα της Χώρας, ούτε ευθέως ούτε κατ’ αναλογίαν,  επί της προδικασίας και της κυρίας διαδικασίας ενώπιον των εκκλησιαστικών δικαστηρίων ».


Συνεπώς, τα λεγόμενα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια δεν είναι δικαστήρια, με την έννοια των δικαστηρίων που προβλέπονται από το Σύνταγμα της Χώρας, αλλά « Πειθαρχικά συμβούλια, και οφείλουν να τηρούν, ως προς την σύνθεσή τους και την όλη Πειθαρχική διαδικασία, τις βασικές αρχές του Πειθαρχικού Δικαίου των Δημοσίων Υπαλλήλων » ( ομόφωνη Απόφαση 195/’87 Γ’ τμήμα του ΣτΕ ). Τα εκκλησιαστικά αυτά δικαστήρια, σε θέματα καθαρώς Κανονικού χαρακτήρα, αποτελούν πνευματικά Όργανα της Εκκλησίας, μέσω των οποίων επιδιώκει την « διατήρησιν της εκκλησιαστικής πειθαρχίας των υπεπεσόντων εις παραπτώματα ως προς τα χρέη και τα καθήκοντα της επαγγελίας αυτών κληρικών και μοναχών » (ν. 5383/32, άρθρ. 1 ).

Προχωρούμε λοιπόν επι του προκειμένου:



Επί του ισχύοντος ν. 5383/1932


2.               Περί των Αντικανονικών Επισκοπικών Δικαστηρίων.


Άρθρον 1 παρ. 1: Στο άρθρον 1, παρ. 1, ο εν ισχύει, αναχρονιστικόως ν. 5383/1932, αναφέρεται:  α) Στην διατήρηση της εκκλησιαστικής πειθαρχίας. β)   Στην τιμωρία των υποπεσόντων σε παραπτώματα, ως προς τα χρέη και τα καθήκοντα της επαγγελίας αυτών κληρικών και Μοναχών. γ) Στο ότι για τους λόγους αυτούς καθίστανται τα εκκλησιαστικά Δικαστήρια: Τα Επισκοπικά, τα Συνοδικά, Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο, για τους Αρχιερείς, και το για τους Συνοδικούς Δικαστήριο. Κάνοντας δε μια διασαφήνιση της λέξεως « Κληρικοί », ορίζει ότι « Κληρικοί, εν τη εννοία του παρόντος Νόμου λογίζονται: Οι Αρχιερείς, οι Πρεσβύτεροι, οι Διάκονοι και οι υποδιάκονοι ».
Με τα ως άνω, αναφερόμενα εκκλησιαστικά Δικαστήρια του ν. 5383/32, θα γίνει λόγος μόνον στα Επισκοπικά Δικαστήρια, γιατί ο αναχρονιστικός αυτός Νόμος 5383/32, στην περίπτωση των Επισκοπικών Δικαστηρίων, είναι εντελώς αντίθετος με τις απαράβατες διατάξεις των Θείων και Ιερών Κανόνων, οι οποίοι υπερισχύουν των Νόμων της Πολιτείας, « Οι τοις κανόσιν εναντιούμενοι πραγματικοί τύποι, άκυροι εισί » ( Μ. Φωτίου, τιτλ. Α΄ κεφ. Β΄ « ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ » Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, τομ. Α΄ σελ. 36 ).
Συνεπώς, Πολιτικοί Νόμοι που είναι αντίθετοι προς τις απαράβατες και οικουμενικές διατάξεις των Θείων και Ιερών Κανόνων, δεν υπερισχύουν των Θείων και Ιερών Κανόνων. « Κατά την ψήφον της αγίας ιεράς Συνόδου, και εν ταις άλλαις επαρχίαις τα των Κανόνων κρατείτω. Κατά των Κανόνων, πραγματικόν μηδέν ισχύσει. Οι Κανόνες των Πατέρων κρατήτωσαν. Οι θείοι Κανόνες υπέρ τους βασιλικούς νόμους ισχύουσιν. Οι τοις Κανόσιν εναντιούμενοι πραγματικοί τύποι, άκυροι εισί. Οι θείοι Κανόνες και υπέρ τα τυπικά ισχύουσιν, όταν αυτοίς εναντιούνται ταύτα, και μάλιστα τα κατά μέρος και τοπικά. Κρατήσαι τους Κανόνας διά πάντων… πάντας αυτά λέγομεν. Ει δε τις μαχόμενον τοις νυν ωρισμένοις προσκομίσοι, άκυρον τούτο είναι έδοξε τη αγία και Οικουμενική Συνόδω » ( Δ΄ Πράξη της Δ΄ Οικ. Συν. – Καν. 8ος Γ΄ Οικ. Συν. – Μ. Φωτίου, ενθ’ αν ).
Και είναι πανίσχυροι οι Οικουμενικοί Θείοι και Ιεροί Κανόνες, γιατί είναι με την έγκριση και του Βασιλέως ο οποίος παρίστατο στις Οικουμενικές Συνόδους και μάλιστα με την επικύρωσή τους, συναινούντος και του Βασιλέως, ευθύς αμέσως, αποκτούσαν Οικουμενικό κύρος. « Οι μεν γαρ, ήγουν οι Κανόνες, παρά Βασιλέων, και των αγίων Πατέρων εκτεθέντες, και στηριχθέντες, ως αι Θείαι Γραφαί δέχονται. Οι δε νόμοι παρά Βασιλέων μόνον εδέχθησαν ή συνετέθησαν και δια τούτο ου κατισχύσουσι των Θείων Γραφών, ουδέ των Κανόνων » ( Σχόλια Βαλσαμώνος στο Β’ κεφ. Μ. Φωτίου ΠΗΔΑΛΙΟΝ σελ. κ’ – κα’ ).
Με τα ως άνω Νομο/Κανονικά ντοκουμέντα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, για να διατηρήσει την τάξη και την εκκλησιαστική πειθαρχία, και προσέτι για να τιμωρήσει όλους εκείνους που υποπίπτουν σε καθαρώς Κανονικά παραπτώματα, αλλά και να  προστατέψει την Ιερότητα της Αποστολής Της στον κόσμο, έχει ορίσει ειδικά εκκλησιαστικά δικαστήρια, τα οποία προβλέπονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες. Υπάρχει, επομένως, στην Εκκλησία Νομικό στοιχείο, αλλά δεν είναι του τύπου του Νομικού στοιχείου στοιχείου της Πολιτείας, γιατί το Δίκαιο, στην Εκκλησία Εκείνου, είναι Διακονικό συνδεδεμένο με το στοιχείο της Χάριτος και της Αγάπης, με απώτερο σκοπό την σωτηρία του ενόχου.
Επομένως η ουσία του Δικαίου στην Εκκλησία είναι σχέση Αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, και ειδικά, των ανθρώπων μεταξύ τους.
Έχει χρέος η Εκκλησία να πατάσσει κάθε αταξία, αλλά ουδέποτε η τιμωρία θα πρέπει να εκπηγάζει από προσωπικούς λόγου, από πάθος, και από εκδικητικότητα. Το περιεχόμενο της τιμωρίας πρέπει να αποβλέπει, πάντοτε, στη σωτηρία του ανθρώπου. Η Εκκλησία είναι μέγα Παιδαγωγικό Σχολείο. Ο Απόστολος Παύλος μας συνιστά, « πρεσβυτέρω μη επιπλήξης, αλλά παρακάλει ως πατέρας, νεωτέρους ως αδελφούς, πρεσβυτέρας ως μητέρας, νεωτέρας, ως αδελφάς εν πάση αγνεία » ( Α΄ Τιμ. 5, 1-2 ).
Τα ειδικά ως άνω Εκκλησιαστικά Δικαστήρια (=  Πειθαρχικά Συμβούλια ), είναι αυτά που τιμωρούν: Επισκόπους, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, ήτοι: Το Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Συνοδικό  Δικαστήριο, και το  Επισκοπικό Δικαστήριο για τους κάτωθεν του Διακόνου κληρικούς και λαϊκούς ήτοι: Υποδιακόνους, Μοναχούς, Αναγνώστες, Ψάλτες, Νεωκόρους, και τους Λαϊκούς: «… των δε λοιπών Κληρικών τας αιτίας και μόνος ο εντόπιος επίσκοπος, διαγνώ και περατώσει ». ( Καν. 1ος και 2ος, Συν. Καθρ/νης, πρβλ. Καν. 2ος Αγ. Απ/λων υποσημείωση 3, ΠΗΔΑΛΙΟΝ σελ. 2 – 3 ).

2.Περί των Αντικανονικών Επισκοπικών Δικαστηρίων


ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ:

1.    Ο Επίσκοπος, αν υποπέσει σε Κανονικό παράπτωμα, θα δικαστεί αρχικά από μικρή Σύνοδο Επισκόπων δώδεκα (12) ήτοι: Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο. Αν όμως η μικρή αυτή Σύνοδος των Επισκόπων αδυνατεί να διορθώσει το Κανονικό αυτό παράπτωμα, τότε συγκαλείται μείζων Σύνοδος ( Ιεραρχία ) ήτοι: Το Δευτεροβάθμιο για Επισκόπους Συνοδικό Δικαστήριο ( Καν. 6ος , Β΄ Οικ. Συν. ).

2.    Αν ο Πρεσβύτερος ή ο Διάκονος υποπέσουν σε Κανονικό παράπτωμα, τότε ο μεν Πρεσβύτερος δικάζεται σε πρώτο βαθμό από έξι Επισκόπους και του οικείου ίσον επτά (7), ( Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ), και σε περίπτωση αδυναμίας επίλυσης, αναβιβάζεται η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, του αυτού αριθμού των Επισκόπων και οικείου Επισκόπου ίσον επτά (7), ( Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ). Ο Διάκονος δικάζεται, αντίστοιχα, σε πρώτο βαθμό ( =  Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ) από τρείς Επισκόπους και του οικείου ήτοι τεσσάρων (4), και σε δεύτερο βαθμό (=  Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ) από τον αυτό των Επισκόπων και του οικείου ήτοι, τεσσάρων (4). ( Καν. 12ος Συν. Καρθ/νης ).

3.    Σε περιπτώσεις που θα σφάλουν οι κάτωθεν του Διακόνου κληρικοί, ( ενθ’ αν. ) υπάρχει η Επισκοπική εξουσία, όπου ο οικείος Επίσκοπος κρίνει και αποφασίζει, «… των δε λοιπών Κληρικών τας αιτίας και μόνος ο εντόπιος Επίσκοπος διαγνώ και περατώσει » ( Καν. 20ος Συν. Καρθ/νης ).

Κατόπιν των όσων εξετέθησαν ανωτέρω Κανονικών ντοκουμέντων, εξάγεται αβίαστα και αναντίρρητα το συμπέρασμα ότι από Κανονικής επόψεως, τα Επισκοπικά εκκλησιαστικά δικαστήρια που λειτουργούν σήμερα στις Μητροπόλεις είναι λίαν αντι/Κανονικά και πρέπει για πολλούς λόγους, ως τούτο θα καταφανεί εκ των κάτωθεν λεγομένων, ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ.

Και πρέπει να καταργηθούν, γιατί: Προσβάλλουν το κύρος της Εκκλησίας. Τραυματίζουν πολλές φορές το αίσθημα του Δικαίου στις συνειδήσεις του Τιμίου Πρεσβυτερίου και του ευσεβούς λαού του Θεού. Εκδηλώνονται, πολλάκις, κατά τρόπο προκλητικό, η εμπάθεια και η εκδικητικότητα. Δημιουργούν μεγάλο κακό στην τοπική Εκκλησία, και την Εκκλησία Εκείνου γενικότερα, λόγω του ότι την λειτουργία των Επισκοπικών Δικαστηρίων ασκούν, με άγνοια πολλάκις του ισχύοντος Νομο/Κανονικού Δικαίου, με εμφανή προχειρότητα, από ένιους Επισκόπους και ερασιτέχνες Κληρικούς. Οι τιμωρίες, τις περισσότερες φορές, που επιβάλλονται εκπηγάζουν από εμφανείς προσωπικούς λόγους, και από εμπάθεια και εκδικητικότητα είτε του Επισκόπου, ( στο πρόσωπο του οποίου, σημειωτέον, ταυτίζεται και ο εγκαλών και ο δικαστής ), είτε και των ετεροκίνητων Ιερομονάχων και έγγαμων Εφημερίων που τον αναπληρώνουν, « απόντα ή κωλυόμενον ».

Όμως, η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι νομοκρατούμενον σώμα, και οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες δεν υπάρχουν στην Εκκλησία Εκείνου για βασανισμό. Είναι έκφραση πίστεως, οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες, και συντάχθηκαν με πνεύμα περιφρούρησης της Αποστολικής και μετ/Αποστολικής Παραδόσεως, και του πνεύματος της Αγίας Γραφής. Διακονούν την σωτηρία των πιστών οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες. Ο Επίσκοπος δεν πρέπει να ασκεί εξαναγκασμό και τυραννική εξουσία, αλλά η εξουσία του να είναι πάντοτε Διακονική – Υπηρετική και ουδέποτε καταδυναστευτική.

Είναι απαραίτητη λοιπόν και απαιτείται αναθεώρηση μερικών καταστάσεων, του ν. 53/83/32, που προκαλούν ψυχικούς τραυματισμούς, και ακόμη σκανδαλισμούς στην συνείδηση των πιστών. Και ως πρώτο βήμα είναι η κατάργηση των ανύπαρκτων, ως υπεδείχθη, Επισκοπικών δικαστηρίων, για Πρεσβυτέρους και Διακόνους, που θα απαλλάξει μερικούς Επισκόπους από την κακώς εννοουμένη « κυριαρχική εξουσία τους », και θα δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για μια γενικότερη αναθεώρηση του ως άνω πεπαλαιωμένου ν. 5383/1932 « περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας ».  

Επί του ζητήματος του ως άνω πεπαλαιωμένου ν. 5383/32 έγινε αναθεώρηση, αρχές της δεκαετίας του 2000 έτους, από Επιτροπή που όρισε η Ιερά Σύνοδος, ήτοι, από Επισκόπους, εκπρόσωπο του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος ( ΙΣΚΕ ). Σημειωτέον ότι ο ΙΣΚΕ υποβάλλει σχετικό Σχέδιο Νόμου « περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων » επί του οποίου έγινε ευρεία συζήτηση σε βάθος από την Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν και ειδικοί Πανεπιστημιακοί Θεολόγοι Καθηγητές. Τελικά συνετάγη ένα σχέδιον Νόμου, το οποίον εγκρίθηκε από την Ιεραρχία, και υποβλήθηκε στο Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για την προώθησή του προς την Βουλή των Ελλήνων για ψήφιση.

Δυστυχώς, η Ιερά Σύνοδος, εν αγνοία των μελών της Επιτροπής εκδόσεως του ως άνω ήδη εγκριθέντος Νόμου, απαίτησε από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων την επιστροφή του στην Ιερά Σύνοδο, με την παραπειστική (;) δικαιολογία, ως φαίνεται μάλλον εκ των υστέρων, ότι θα προβεί σε διορθώσεις και θα τον επιστρέψει, το συντομότερον, για τα περαιτέρω. Ο Φάκελος του εν λόγω σχετικού Νόμου, περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, εδώ και πέντε περίπου χρόνια, έχει καταχωνιαστεί στα συρτάρια της Ιερά Συνόδου, με την δικαιολογία, ως λέγεται ότι υποστήριξε με πάθος, ότι τους εξυπηρετεί πλήρως, ως έχει, ο μέχρι σήμερα ισχύων ν. 5383/32, και δεν απαιτείται ουδεμία τροποποίηση.

Ο έγγαμος Εφημεριακός Κλήρος επιμένει, και απαιτεί το συνταχθέν υπό της ως άνω Επιτροπής Σχέδιο Νόμου περί « Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης » να επιστραφεί στο ως άνω Υπουργείο και να προωθηθεί προς την Βουλή των Ελλήνων για ψήφιση, γιατί είναι γνωστές τραγικές καταστάσεις εμπάθειας και αβυσσαλέου μίσους ενίων Επισκόπων σε βάρος τιμίων οικογενειαρχών Εφημερίων, καταξιωμένων στην συνείδηση του πιστού λαού, ενώ από το άλλο μέρος καλύπτονται κραυγαλέα σκάνδαλα ευνοουμένων Κληρικών.

Η αναθεώρηση του ν. 5383/32,  επαναλαμβάνεται, που έγινε από την ορισθείσα υπό της Ιεράς Συνόδου ως άνω Επιτροπής, « περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων » εμφορείται με πνεύμα που προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, και βοηθεί τα μέγιστα στην προσέλευση, στις τάξεις του Εφημεριακού Κλήρου, νέων πεποικιλμένων με ικανά προσόντα που θα συντελέσουν, πάντοτε με την πατρική καθοδήγηση του πνευματικού πατέρα οικείου Ιεράρχη, σε μια δυναμικότερη επιτέλεση του πνευματικού έργου της Εκκλησίας μας μέσα στους σύγχρονους χαλεπούς καιρούς στον σύγχρονο κόσμο της τρίτης Χριστιανικής χιλιετηρίδος.











Παρασκευή 10 Απριλίου 2015



Του Θεολόγου – Φιλολόγου,  Γεωργίου Μαυρομάτη, από το βιβλίο του,  << Η Ανάσταση του Κυρίου  >>, εκδόσεις Τέρτιος Κατερίνη.


Γ) Γιατί αναστήθηκε ο Χριστός;
(Τι λένε: Η Αγία Γραφή, οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι σχετικοί Ύμνοι –
κατ’ επιλογή).


1)          Για να φανερώσει ότι Εκείνος ήταν πραγματικά η Ανάσταση και η Ζωή: α) «Είπεν αυτή ο Ιησούς, εγώ ειμι  η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν. ια’ 25-26). (= Τότε ο Ιησούς της είπε: Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, κι αν πεθάνει θα ζήσει, και όποιος ζει και πιστεύει σ’ εμένα, δεν θα πεθάνει ποτέ). β) «Ο Κύριος είπε τον εαυτό Του ζωή και όχι ζώο. Διότι το μεν ζώο δέχεται τη ζωή, η δε ζωή παρέχει τη ζωή. Όπως η σοφία και ο σοφός. Ο μεν σοφός λαβαίνει, η δε σοφία δίνει» (Αμμώνιος)  .
2)          Διότι ο θάνατος και ο Άδης δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν, επειδή ήταν Θεός. α) «Ον ο Θεός ανέστησε λύσας τας ωδίνας του θανάτου, καθότι ουκ ην δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ’ αυτού» (Πραξ. β’ 24). (= Αλλά ο Θεός τον ανέστησε από τους πόνους του θανάτου, διότι δεν ήταν δυνατόν να κρατείται στην εξουσία του θανάτου). β) «Βλέπε πως τον είδε με σαφήνεια και αληθινό άνθρωπο και Θεό απαθή, που δεν μπορεί να τον κρατά ο θάνατος. Διότι εάν δεν ήταν ο αυτός αθάνατος κατά τη φύση, αν και ήταν θνητός, εφόσον έγινε άνθρωπος, δεν θα έλεγε, Καθότι ουκ ην δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ’ αυτού… Έτσι ο ίδιος παθαίνει ως άνθρωπος, ανώτερος όμως του πάθους κατά τη θεότητα. Και καθόσον είναι άνθρωπος λέγεται ότι αναστήθηκε από τον Πατέρα, καθόσον όμως είναι Θεός, λέγεται ότι δεν μπορεί να κρατείται από τον θάνατο» (Σευηριανός Αντιοχείας) .
3)          Διότι, ως Παντοδύναμος Θεός, είχε την εξουσία να πεθάνει, αλλά και να πάρει τη ζωή Του πίσω. α) «Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ εμαυτού. Εξουσίαν έχω θείναι αυτήν,  και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν» (Ιωάν. ι’ 18). (= Κανένας δεν μου αφαιρεί τη ζωή, αλλά εγώ θεληματικά τη θυσιάζω. Έχω εξουσία να τη θυσιάσω και έχω εξουσία πάλι να τη πάρω). β) «Ο άνθρωπος, όχι με δική του εξουσία, αλλ’ από την ανάγκη της φύσεως και χωρίς να το θέλει, πεθαίνει. Όμως ο Κύριος που είναι αθάνατος, έχοντας όμως θνητή σάρκα, είχε στην εξουσία του ως Θεός να χωριστεί από το σώμα και πάλι να το ξαναπάρει, όταν θέλει» (Μέγας Αθανάσιος)  γ) Με τα πιο πάνω λόγια ο Χριστός «δείχνει ότι όχι μόνον ο Πατέρας ανέστησε τον Υιό, αλλά και ο Υιός ανέστησε τον εαυτό Του. Γι’ αυτό και σε άλλο χωριό του ευαγγελίου είπε, Λύστε αυτόν τον ναό και σε τρεις μέρες θα τον αναστήσω» (Αυγουστίνος).
4)          Για να γίνει ο Χριστός η «απαρχή» και της δικής μας αναστάσεως. α) «Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο 75. Επειδή γαρ δι’ ανθρώπου ο θάνατος και δι’ ανθρώπου ανάστασις νεκρών ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α’ Κορ. ιε’ 20-22). (= Αλλά ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε από τους νεκρούς, η πρώτη συγκομιδή των πεθαμένων. Διότι, επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάσταση των νεκρών. Καθώς στον Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι και στον Χριστό όλοι θα ζωοποιηθούν). β) «Και εάν ο Χριστός έγινε απαρχή των νεκρών, είναι φανερό πως και οι υπόλοιποι θα αναστηθούν μαζί του. Διότι απαρχή είναι το να πράξει κάποιος πρώτος από τους πολλούς αυτό ή εκείνο, το οποίο πρόκειται και οι λοιποί να πράξουν στη συνέχεια» (Οικουμένιος)   γ) «Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτώ» (Α’ Θεσ. δ’ 14). (= Εάν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός διά του Ιησού θα φέρει μαζί του εκείνους που πέθαναν).
5)          Για να αποδειχτεί η θεία Του δύναμη: α) «Του γενομένου εκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα, του ορισθέντος Υιού Θεού εν δυνάμει κατά πνεύμα αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών» (Ρωμ. α’ 3-4). (= Ο Χριστός από ανθρωπίνης πλευράς, γεννήθηκε από το γένος του Δαβίδ, διακηρύχθηκε δε Υιός του Θεού με δύναμη κατά το πνεύμα αγιωσύνης διά της αναστάσεώς του από τους νεκρούς). β) «Του γνώναι αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού και την κοινωνίαν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος τω θανάτω αυτού» (Φιλιπ. γ’ 10). (=Για να γνωρίσω αυτόν και τη δύναμη της αναστάσεώς του και να έχω συμμετοχή στα παθήματά του, συμμορφούμενος προς τον θάνατό του).
6)          Για τη δικαίωσή μας: «Ος παρεδόθη διά τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη διά την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. δ’ 25). (= Ο Χριστός παραδόθηκε στον θάνατο για τα παραπτώματά μας και αναστήθηκε για τη δικαίωσή μας).
7)          Για να νεκρώσει τον Άδη: «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τον άδην ενέκρωσας τη αστραπή της Θεότητος, ότε δε και τους τεθνεώτας εκ των καταχθονίων ανέστησας, πάσαι αι δυνάμεις των επουρανίων εκραύγαζον, Ζωοδότα Χριστέ ο Θεός ημών, δόξα σοι» (Τροπάριο Όρθρου Μ. Σαββάτου, Ήχος Β’). (= Κύριε, όταν κατέβηκες προς τον θάνατο, Εσύ η αθάνατη ζωή τότε θανάτωσες τον Άδη με την αστραπή της Θεότητος. Και όταν ανέβασες τους πεθαμένους από τα βάθη της γης, όλες οι επουράνιες δυνάμεις φώναζαν δυνατά: Χριστέ και Θεέ μας Εσύ που δίνεις ζωή, σου ανήκει δοξολογία).
8)          Για να ανακαινίσει την ανθρώπινη φύση: «Εν καινώ μνημείω, κατετέθης Χριστέ, και την φύσιν των βροτών ανεκαίνισας, αναστάς Θεοπρεπώς εκ των νεκρών». (Τροπάριο Α’ Στάσεως Εγκωμίων Μ. Σαββάτου). (= Χριστέ, τοποθετήθηκες σε καινούργιο μνήμα και ανακαίνισες τη φύση των ανθρώπων, με το να αναστηθείς από τους νεκρούς, όπως αρμόζει σε Θεό).
9)          Για να μας λυτρώσει από τις ανομίες μας: «Κυκλώσατε λαοί Σιών, και περιλάβετε αυτήν, και δότε δόξαν εν αυτή, τω αναστάντι εκ νεκρών, ότι αυτός εστιν ο Θεός ημών, ο λυτρωσάμενος ημάς, εκ των ανομιών ημών» (Στιχηρό Εσπερινού Μ. Σαββάτου, Ήχος Α’). (= Λαοί, κυκλώστε τη Σιών και περιτριγυρίστε την, και σ’ αυτήν δοξολογήστε τον Χριστό που αναστήθηκε από τους νεκρούς. Διότι αυτός είναι ο Θεός μας, που μας λύτρωσε από τις ανομίες μας).
10)     Για να λυτρώσει τον κόσμο από την πλάνη του εχθρού – διαβόλου: «Δεύτε λαοί υμνήσωμεν, και προσκυνήσωμεν Χριστόν, δοξάζοντες αυτού την εκ νεκρών ανάστασιν, ότι αυτός εστιν ο Θεός ημών, ο εκ της πλάνης του εχθρού, τον κόσμον λυτρωσάμενος» (Στιχηρό Εσπερινού Μ. Σαββάτου, Ήχος Α’). (= Ελάτε λαοί να υμνήσουμε και να προσκυνήσουμε τον Χριστό, δοξάζοντας, την ανάστασή Του από τους νεκρούς. Αυτός είναι ο Θεός μας που γλύτωσε τον κόσμο, από την πλάνη του εχθρού - διαβόλου).
11)     Για να λυτρωθούμε από τη φθορά: α) «Τω πάθει Σου, Χριστέ, παθών ηλευθερώθημεν, και τη αναστάσει σου, εκ φθοράς, ελυτρώθημεν, Κύριε, δόξα σοι» (Στιχηρό Εσπερινού Μ. Σαββάτου, Ήχος Α’). (= Χριστέ, με το πάθος Σου, ελευθερωθήκαμε από τα πάθη και με την ανάστασή Σου, λυτρωθήκαμε από τη φθορά. Κύριε Σου ανήκει δοξολογία) β) «Αφού βέβαια ο κοινός Σωτήρας όλων πέθανε για χάρη μας, τώρα πια όσοι πιστεύουμε στον Χριστό δεν πεθαίνουμε με θάνατο, όπως παλιότερα κατά την απειλή του νόμου. (Διότι πια έχει πάψει μια τέτοια καταδίκη). Αλλά αφού σταματά και εξαφανίζεται η φθορά με τη χάρη της αναστάσεως, στο εξής πεθαίνουμε ως προς το θνητό στοιχείο του σώματος μόνον, στον καιρό τον οποίον όρισε για τον καθένα ο Θεός, για να μπορέσουμε να επιτύχουμε ανώτερη ανάσταση. Διότι όπως οι σπόροι που ρίχνονται στη γη, έτσι κι εμείς με το να πεθαίνουμε δεν χανόμαστε, αλλά σπερνόμαστε για να αναστηθούμε, αφού καταργήθηκε ο θάνατος με τη χάρη του Σωτήρα» (Μ. Αθανάσιος)  .
12)     Για να χαρίσει ζωή σ’ όσους βρίσκονται στα μνήματα: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (Τροπάριο Όρθρου Κυριακής του Πάσχα, Ήχος πλ. α’). (= Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς, νικώντας  με το θάνατό Του τον θάνατο, και χαρίζοντας τη ζωή σ’ όσους βρίσκονταν στα μνήματα νεκροί).
13)     Για να μας ανεβάσει από τον θάνατο στη ζωή, και από τη γη στον ουρανό: «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας» (Ο Ειρμός της Α’ Ωδής του Κανόνα του Πάσχα, ποίημα Ιωάννου του Δαμασκηνού, Ήχος Α’) (= Σήμερα είναι η ημέρα της Αναστάσεως, Λαοί ας λαμπρυνθούμε. Είναι Πάσχα, το Πάσχα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός, ο Θεός μας μας πέρασε από τον θάνατο στη ζωή και από τη γη στον ουρανό, καθώς του ψάλλουμε νικητήριο ύμνο).
14)     Για να σώσει τον κόσμο: α) «Επί της θείας φυλακής, ο θεηγόρος Αββακούμ, στήτω μεθ’ ημών, και δεικνύτω, φαεσφόρον Άγγελον, διαπρυσίως λέγοντα, Σήμερον σωτηρία τω κόσμω, ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος» (Ο Ειρμός της Δ’ Ωδής του Κανόνα του Πάσχα, ποίημα Ιωάννου του Δαμασκηνού, Ήχος Α’). (= Ο προφήτης Αββακούμ ας σταθεί μαζί μας επάνω στην ιερή σκοπιά και ας μας δείξει τον φωτοφόρο άγγελο που λέει με δυνατή φωνή: Σήμερα ήλθε στον κόσμο η σωτηρία γιατί αναστήθηκε ο Χριστός σαν παντοδύναμος που είναι). β) «Σήμερα ο Κύριος μας, αφού έστησε το τρόπαιο της νίκης του εναντίον του θανάτου και διέλυσε την εξουσία του διαβόλου, μας χάρισε με την ανάσταση του τον δρόμο για τη σωτηρία μας. Ας χαιρόμαστε, λοιπόν, όλοι, ας χορεύουμε, ας ευφραινόμαστε. Γιατί, αν και ο Κύριός μας νίκησε και έστησε το τρόπαιο, είναι όμως δική μας η ευφροσύνη και η χαρά. Γιατί όλα τα έκανε για τη δική μας σωτηρία, και με τα μέσα εκείνα που μας πολέμησε ο διβάολος, με τα ίδια τον νίκησε ο Χριστός» (ιερός Χρυσόστομος) .
15)     Για να αναστήσει τον Αδάμ με όλο του το γένος: «Σώτερ μου, το ζων με και άθυτον ιερείον, ως Θεός, σεαυτόν εκουσίως, προσαγαγών τω Πατρί συνανέστησας, παγγενή τον Αδάμ, αναστάς εκ του τάφου» (Τροπάριο ΣΤ’ Ωδής Κανόνα Πάσχα, Ήχος Α’). (Σωτήρα μου, το ιερό σφάγιο, το γεμάτο ζωή και το αθυσίαστο ως Θεός πρόσφερες, Εσύ ο ίδιος με τη θέλησή Σου τον εαυτό Σου, στον Πατέρα ως θυσία, και ανέστησες, μαζί Σου τον Αδάμ μαζί με όλο το ανθρώπινο γένος, που κατάγεται απ’ αυτόν, όταν αναστήθηκες από τον Τάφο).
16)     Για να ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου και να αγιάσει τους πιστούς: «Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται Πάσχα καινόν, άγιον, Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον, Πάσχα Χριστός ο λυτρωτής, Πάσχα άμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα των πιστών, Πάσχα το πύλας ημίν του παραδείσου ανοίξας, Πάσχα πάντας, αγιάζον πιστούς» (Τροπάριο των Αίνων του Πάσχα, Ήχος πλ. Α’). (= Το ιερό Πάσχα που είναι ο Χριστός παρουσιάστηκε σήμερα για μας. Πάσχα καινούργιο και άγιο. Πάσχα απόκρυφο κι άγνωστο. Πάσχα άξιο μεγάλου σεβασμού. Πάσχα που είναι ο Λυτρωτής Χριστός. Πάσχα, χωρίς κανένα ελάττωμα. Πάσχα, πολύ μεγάλο. Πάσχα που είναι των πιστών. Πάσχα που μας άνοιξε τις πόρτες του Παραδείσου. Πάσχα που αγιάζει όλους τους πιστούς).
17)     Για να μας λυτρώσει από τη λύπη: α) «Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε, Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα, ω Πάσχα λύτρον λύπης, και γαρ εκ τάφου σήμερον ώσπερ εκ παστού εκλάμψας Χριστός τα γύναια ώσπερ εκ παστού εκλάμψας Χριστός τα γύναια χαράς έπλησε λέγων. Κηρύξατε αποστόλοις» (Τροπάριο των Αίνων του Πάσχα, Ήχος πλ. Α’). (= Αυτό είναι το τερπνό Πάσχα. Το Πάσχα είναι Πάσχα του Κυρίου. Ανέτειλε για μας πολυσέβαστο Πάσχα. Είναι Πάσχα κι ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον με χαρά. Ω Πάσχα, που μας λυτρώνεις από τη λύπη. Διότι σήμερα, από τον Τάφο, σαν από νυφικό δωμάτιο, αφού βγήκε λαμπρός ο Χριστός, γέμισε με χαρά τις γυναίκες λέγοντας: Κηρύξτε την Ανάστασή μου στους Αποστόλους). β) «Όταν λοιπόν βλέπεις ότι, όχι μόνον οι άγγελοι και όλες οι ουράνιες δυνάμεις, αλλά και ο ίδιος ο Κύριος των αγγέλων γιορτάζει μαζί μας, τι σου λείπει πια για να χαίρεσαι πολύ; Κανένας λοιπόν ας μην είναι θλιμμένος σήμερα εξαιτίας της φτώχειας του, γιατί σήμερα είναι πνευματική γιορτή» (ιερός Χρυσόστομος) .
18)     Για να φωτίσει τους ανθρώπους: «Εν τω σταυρώ σου κατήργησας την του ξύλου κατάραν, εν τη ταφή σου ενέκρωσας του θανάτου, το κράτος, εν δε τη εγέρσει σου εφώτισας το γένος των ανθρώπων, διά τούτο σοι βρώμεν, ευεργέτα Χριστέ ο Θεός ημών, δόξα σοι» (Στιχηρό Εσπερινού του Πάσχα, Ήχος Β’). (= Χριστέ, στον σταυρό Σου κατάργησες την κατάρα, του να είναι κανείς καρφωμένος σε ξύλο σταυρού. Στην ταφή Σου νέκρωσες τη δύναμη του θανάτου. Και στην Ανάστασή Σου φώτισες το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό και Σου φωνάζουμε. Ευεργέτη Χριστέ, ο Θεός μας, Σου ανήκει δοξολογία).
19)     Για να χορηγήσει στους ανθρώπους την αθανασία: «Των πατρικών σου κόλπων μη χωρισθείς, μονογενές Λόγε του Θεού, ήλθες επί γης διά φιλανθρωπίαν, άνθρωπος γενόμενος ατρέπτως, και σταυρόν και θάνατον υπέμεινας σαρκί, ο απαθής τη Θεότητι, αναστάς δε εκ νεκρών, αθανασίαν παρέσχες τω γένει των ανθρώπων, ως μόνος παντοδύναμος» (Τροπάριο των Αίνων, Τετάρτης της Διακαινισίμου, Ήχος Δ’). (= Μονάκριβε Λόγε του Θεού, χωρίς να αποχωρισθείς από τους κόλπους του Πατέρα Σου, ήλθες επάνω στη γη από φιλανθρωπία, και έγινες άνθρωπος χωρίς να αλλάξει η Θεότητά Σου. Και υπέμεινες σταυρό και θάνατο με τη σάρκα, Εσύ που είσαι απαθής στη Θεότητα. Και όταν αναστήθηκες από τους νεκρούς, ως μόνος παντοδύναμος έδωσες την αθανασία στο ανθρώπινο γένος).

20)     Για να γίνει ο θάνατος μας κοίμηση: «Σε πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης θα βρεις να ονομάζεται η αναχώρηση από τη ζωή αυτή θάνατος και άδης. Αφότου όμως ο Χριστός και Θεός μας, προσφέρθηκε θυσία και αναστήθηκε, έβγαλε από τη μέση και αυτές τις ονομασίες ο φιλάνθρωπος Κύριος και έφερε καινούργια και παράξενη συμπεριφορά στη ζωή μας. Γιατί, αντί για θάνατος λέγεται στο εξής κοίμηση και ύπνος και αναχώρηση από τη ζωή αυτή» (ι. Χρυσόστομος) .

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015




Μ. Παρασκευή - Τα Άγια και Σωτήρια και Φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, επιτελούμεν

Νεκρωμένοι
«Και εσταύρωσαν Αυτόν»
(Μάρκ. ιε' 1-41, Κολασ. γ' 1-5)

Μεγάλη Παρασκευή!
Σταύρωσις!
Το μεγαλύτερο έγκλημα της Ιστορίας. Ο άνθρωπος σταυρώνει τον Θεό του, αφού προηγουμένως τον γελοιοποίησε.
«Ίδε ο Άνθρωπος».
Ο άνθρωπος ο ξεπεσμένος, όπως τον κατήντησε η αμαρτία.
Δείχνοντας ο Πιλάτος τον Ιησούν, έδειχνε στην πραγματικότητα την ξεπεσμένη ανθρωπότητα όπως την ανέλαβε ο Θεός Λόγος. Φτωχέ άνθρωπε! Η ιστορία του Ιησού, δείχνει την απύθμενη φτώχεια σου μπροστά στον απύθμενο δικό του πλούτο. Και ο Θεός επιμένει. Θέλει να σε ανεβάσει. Θέλει να σου παρουσιάσει το μέγεθος του εγκλήματός σου για να φανεί ο πλούτος της δικής του αγαθότητος στη συγχώρηση.
Απ' αυτά ακριβώς τα φλογισμένα στο σταυρό χείλη του, δόθηκε η άφεσις. Και από την λογχισμένη του πλευρά, βγήκε η «καινή» του ανθρώπου «κτίσις». Εμείς τον σταυρώσαμε, κι απ' τις ωδίνες που του προκαλέσαμε γέννησε τη σωτηρία μας.
Ένας διάσημος ζωγράφος σ' ένα πίνακά του με θέμα την Αποκαθήλωση του Ιησού, ανάμεσα στα πρόσωπα που αποκαθηλώνουν το νεκρό σώμα του Κυρίου, έβαλε και το δικό του. Όταν ρωτήθηκε, απήντησε ότι και αυτός με τον τρόπο της ζωής του είχε πολλά καρφιά μπήξει στο Σώμα του Χριστού.
Φτωχή ψυχή!, Ήσουν και συ εκεί όταν σταύρωναν τον Χριστό.
Τα μάτια σου τώρα γέμισαν δάκρυα. Ζήτησες ταπεινά συγνώμη. Έλα λοιπόν και συ να νεκρωθείς μαζί με τον Ιησούν.
«Απεθάνετε, και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ... Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης...»
Να νεκρωθώ, Κύριε, στην αμαρτία, αυτό λαχτάρησε η θεϊκή Σου Καρδιά!

 




Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη, οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν, τὸν ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν μυστικὸν Δεῖπνον (δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ' ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων), τὴν ὑπερφυὰ Προσευχήν, καὶ τὴν Προδοσίαν αὐτήν».


Το βράδυ της ημέρας αυτής, που ήταν η προ των αζύμων ημέρα, δηλαδή παραμονή του Εβραϊκού Πάσχα, ο Ιησούς δείπνησε στην πόλη με τους δώδεκα Μαθητές του. Ευλόγησε το ψωμί και το κρασί και μ’ αυτό τον τρόπο παρέδωσε το Mυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η οποία θα τελείται στο διηνεκές ως η αέναη παρουσία Του στην Εκκλησία.
Αφού κάθισαν στο τραπέζι του δείπνου, ο Κύριος θέλησε κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την υπόθεση του προδότη μαθητή. Δεν ήταν δυνατόν να καθίσει ο άνομος εκείνος μαζί τους στην παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, πολλώ δε μάλλον να κοινωνήσει σε αυτό.
Λέγει λοιπόν «Εις εξ’ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού» (Μάρκ.14:18, Ιωάν.13:22). Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στους μαθητές. Δεν περίμεναν να ακούσουν τέτοια φοβερή αγγελία και άρχισαν να διερωτώνται ποιος είναι αυτός. Ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης πέφτοντας στον τράχηλο του Διδασκάλου ρώτησε εξ’ ονόματος όλων: «Κύριε τις εστιν»; και ο Κύριος απάντησε: «Εκείνος εστιν ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω» (Ιωάν.13:26). Και βουτώντας τεμάχιο άρτου στο φαγητό το έδωσε στον Ιούδα. Αυτός το έφαγε και μετά από αυτό «εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς» (Ιωάν.13:27).
Ο Ιησούς του είπε: «ό ποιείς, ποίησον τάχιον» (Ιωάν.13:27). Ο προδότης μαθητής έφυγε βιαστικά, απομακρυνθείς για πάντα από τη χορεία των μαθητών και από την κοινωνία του Θείου Διδασκάλου. «Ην δε νύξ» προσθέτει ο Ιωάννης. «Νυξ πραγματική, τονίζει σύγχρονος συγγραφέας, αλλά και νυξ πνευματική εν τη ψυχή του Ιούδα, εν η το φως του θείου Πνεύματος δια παντός εσβέσθη».
Μετά από αυτό ο Κύριος προέβη στη σύσταση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Έλαβε άρτο και αφού ευχαρίστησε έκοψε αυτόν σε τεμάχια και έδωκε στους μαθητές του λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το σώμα μου», το αληθινό το πραγματικό, «το υπέρ υμών διδόμενον» (Λουκ.22:19). Ύστερα πήρε το ποτήριο της ευλογίας, που ήταν γεμάτο με οίνο και αφού ανέπεμψε ευχαριστήριο δέηση στο Θεό Πατέρα έδωκε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες΄ τούτο γαρ εστι το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ.26:28, Μάρκ.14:24).

Αφού κοινώνησαν όλοι και έφαγαν, ο Κύριος μίλησε και απεύθυνε την τελευταία αποχαιρετιστήρια ομιλία Του στους Mαθητές Του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει στο Ευαγγέλιό Του ολόκληρη αυτή την εκτενή ομιλία στα κεφάλαια 13-16. Ο τρόπος της ομιλίας προδίδει στον Κύριο δραματική έκφραση. Ως άνθρωπος μπροστά στο μαρτύριο, το οποίο γνωρίζει ως Θεός αγωνιά και λυπάται. Αρχίζει με το «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιωάν.13:31). Τα παθήματα που θα ακολουθήσουν και η ταπείνωση θα είναι η δόξα του Υιού και συνάμα αυτή θα είναι η δόξα του Πατέρα. Οι αλήθειες και οι ηθικές ιδέες της ομιλίας την καθιστούν πραγματικά μοναδική. Η τρυφερότητα προς τους μαθητές Του είναι έκδηλη, τους αποκαλεί «τεκνία». Κύριο χαρακτηριστικό της ομιλίας είναι η προτροπή για ενότητα και αγάπη μεταξύ των μαθητών και κατ’ επέκταση όλων των ανθρώπων. «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν.13:3) και «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν.14:27).
Στη συνέχεια ένιψε τα πόδια των Μαθητών του και το γεγονός αυτό της νίψεως των ποδιών των Μαθητών από τον Κύριο λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα «Νιπτήρ». Ο Νιπτήρ μας διδάσκει ότι πρέπει να εκδηλώνουμε την αγάπη μας προς τους άλλους ανθρώπους με ταπεινοφροσύνη. Η Εκκλησία, θέλοντας να μας δείξει τη σημασία του γεγονότος αυτού, όρισε την ανάμνησή του την ημέρα αυτή.
Τότε, ο Κύριος αποσύρεται στο όρος των Ελαιών, όπου μόνος του προσεύχεται γονατιστός και ο ιδρώτας του σαν κόμβοι πηκτού αίματος, πέφτουν στη γη. Προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα για την ενότητα των μαθητών Του. Δεν εύχεται να τους άρει από τον κόσμο, αλλά να τους διαφυλάξει από τον πονηρό και τα έργα του. Είναι η περίφημη αρχιερατική προσευχή του Κυρίου.
Μόλις τελειώνει την προσευχή, φτάνει ο Ιούδας με τους στρατιώτες και πολύ όχλο. Αφού φίλησε τον Κύριο στο πρόσωπο, τον παραδίδει. Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και οδηγείται δεμένος στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι Μαθητές σκορπίζονται και ο θερμόαιμος Πέτρος, που τον είχε ακολουθήσει μέχρι την αρχιερατική αυλή, τον αρνείται και αυτός λίγο πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές.
Ο Κύριος οδηγείται μπροστά στο παράνομο συνέδριο και εξετάζεται για τους Μαθητές του και τη διδασκαλία του. Εξορκίζεται στον Θεό να πει αν ο ίδιος είναι πράγματι ο Χριστός και λέγοντας την αλήθεια, κρίνεται ένοχος θανάτου, επειδή δήθεν βλαστήμησε. Στη συνέχεια τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χαστουκίζουν και τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί.


Κοντάκιον
« Τὸν ἄρτον λαβών, εἰς χείρας ὁ προδότης, κρυφίως αὐτάς, ἐκτείνει καὶ λαμβάνει, τὴν τιμὴν τοῦ πλάσαντος, ταὶς οἰκείαις χερσὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος».


«Αφού ο προδότης πήρε τον Άρτο στα χέρια του, (μετά από λίγο) τα απλώνει κρυφά και παίρνει το αντίτιμο (για να παραδώσει) Εκείνον που με τα δικά του χέρια έπλασε τον άνθρωπο. Κι (έτσι) έμεινε αδιόρθωτος ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του) και δόλιος».


Ὁ Οἶκος
«Τὴ μυστικὴ ἐν φόβῳ τραπέζη, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταὶς ψυχαίς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῶ Δεσπότη, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῶ λεντίω, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες, καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες, αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε, τοὶς αὐτοῦ Μαθηταῖς ὡς προέφησεν, ἀλλ' οὐκ ἤκουσεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος».


«Αφού με φόβο πλησιάσαμε όλοι το μυστικό Τραπέζι, ας υποδεχθούμε με καθαρές καρδιές τον Άρτο, παραμένοντας μαζί με τον Δεσπότη Χριστό. Για να δούμε πως πλένει τα πόδια των μαθητών και τα σκουπίζει με την ποδιά. Και για να πράξουμε κι εμείς όπως ακριβώς είδαμε καλά να πράττει ο Κύριος). Δηλαδή αφού υποταχθούμε ο ένας στον άλλο, και αφού πλένουμε ο ένας τα πόδια του άλλου. Γιατί κι ο Ίδιος ο Χριστός έτσι διέταξε τους μαθητές του, όπως τους το είχε από νωρίτερα πει. Αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν πρόσεξε ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του) και δόλιος.».


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄
«Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτήρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλω τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοί».


Μετάφρασις
«Την ώρα που οι δοξασμένοι μαθητές, στο μυστικό Δείπνο, καθώς τους έπλενε ο Κύριος τα πόδια, φωτίζονταν, ο ασεβής Ιούδας, άρρωστος από φιλαργυρία, βυθιζόταν στο πνευματικό σκοτάδι. Παραδίδει σε παράνομους κριτές. Εσένα το Δίκαιο Κριτή. Κοίτα καλά τον Ιούδα. Εσύ που αγαπάς πολύ τα χρήματα (και σκέψου), πως γι’ αυτά έφτασε στο κατάντημα να απαγχονισθεί. Απόφευγε την απληστία της ψυχής του Ιούδα που τόλμησε τέτοια φοβερά έργα (να κάνει) κατά του Διδασκάλου του. Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που είσαι προς όλους αγαθός».

Τρίτη 7 Απριλίου 2015




Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη, τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρω Πόρνης γυναικός, μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε».


Οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο ήταν δύο. Η μεν μία τον άλειψε πολύ καιρό πριν το Πάθος του και ήταν πόρνη, η δε άλλη λίγες μέρες πριν και ήταν φρόνιμη και ενάρετη. Αυτού του ευλαβικού έργου τη μνήμη επιτελεί η Εκκλησία, αναφέροντας συγχρόνως και την προδοσία του Ιούδα.


Το πολύτιμο εκείνο μύρο, που η γυναίκα εκείνη άλειψε το κεφάλι και τα πόδια του Ιησού, και στη συνέχεια το σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της, εκτιμήθηκε 300 δηνάρια. Απ’ τους Μαθητές, ο φιλάργυρος Ιούδας δήθεν σκανδαλίζεται, για την απώλεια τέτοιου μύρου.


Ο Ιησούς του κάνει παρατήρηση να μην ενοχλεί την γυναίκα. Τότε ο Ιούδας πηγαίνει στους αρχιερείς, που ήταν συγκεντρωμένοι στην αυλή του Καϊάφα και έκαναν ήδη συμβούλιο προκειμένου να θανατώσουν τον Ιησού. Και συμφωνεί μαζί τους την προδοσία του διδασκάλου για 30 αργύρια και από τότε ζητούσε ευκαιρία να τον προδώσει.


Να σημειώσουμε εδώ ότι, από το γεγονός αυτό της προδοσίας καθιερώθηκε και η νηστεία της Τετάρτης, ακόμα από τα αποστολικά χρόνια.
Οι συνοδοιπόροι του πάθους του Χριστού μας πιστοί καλούμαστε αυτή την ιερή ημέρα να τιμήσουμε την έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοια της πρώην πόρνης γυναικός, η οποία έγινε συνώνυμη με την συντριβή και την αλλαγή ζωής.


Ο Χριστός, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εντελώς διάφορη από εκείνη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Δεν είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος μιασμένος από τη φύση του, αλλά ένας πνευματικά ασθενής, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια. Έθεσε ως αντίδοτο της πνευματικής ασθένειας τη μετάνοια, η οποία είναι ο ισχυρότατος εκείνος μοχλός, ο οποίος γκρεμίζει το οικοδόμημα της αμαρτίας και αναγεννά τον άνθρωπο. Δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παρήλθε ανεπιστρεπτί το καθεστώς του νόμου και της μισθαποδοσίας, και ανέτειλε η εποχή της χάρητος και του ελέους.


Η αφιέρωση της ημέρας αυτής στην μακάρια πρώην πόρνη γυναίκα έγινε σκόπιμα από τους Αγίους Πατέρες. Η μορφή της προβάλλει ως φωτεινό ορόσημο καταμεσής στην οδοιπορία προς το Θείο Πάθος για να δείξει και σε μας πως αν δεν συντριβούμε, σαν και εκείνη, και δεν δείξουμε έμπρακτη μετάνοια δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το Χριστό στο Πάθος και την Ανάσταση.


Η Αγία μας Εκκλησία θέσπισε τη μετάνοια ως ύψιστη δωρεά η οποία ανανεώνει την ουρανοδρόμο πορεία μας προς το Χριστό και την τελείωσή μας. Καλός χριστιανός δεν είναι εκείνος, ο οποίος γεμάτο κομπασμό και εγωιστική αυτάρκεια, ισχυρίζεται ότι έφτασε σε επίπεδο αγιότητας και δεν χρειάζεται πια άλλο αγώνα, αλλά ο διατελών σε διαρκή μετάνοια.


Κοντάκιον Ἦχος β'
« Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομησας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοὶ προσήξα, ἀλλὰ σιγὴ δεόμενος προσπίπτω σοί, πόθω ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ὅπως μοὶ τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχης, τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».


«Αν και αμάρτησα, Πανάγαθε Κύριε, περισσότερο κι από την πόρνη, καθόλου δεν πρόσφερα σ’ Εσένα βροχή από δάκρυα μετανοίας. Όμως, γονατιστός μπροστά Σου και φιλώντας με πόθο τα αμόλυντα πόδια Σου, σιωπηλά Σε ικετεύω να δώσεις, ως Θεός που είσαι, τη συγχώρεση των αμαρτιών σ’ εμένα που (με πόνο) κράζω: Σωτήρα μου, λύτρωσέ με απ’ το βόρβορο των αμαρτωλών μου έργων».


Ὁ Οἶκος
«Ἡ πρώην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας, καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν πὲρ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ' ἐμμένω τὴ φαύλη συνηθεία ὁ ἄφρων, ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν. Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».


«Η γυναίκα εκείνη που μέχρι τότε ήταν άσωτη, ξαφνικά παρουσιάστηκε αγνή με το να μισήσει τα έργα της αισχρής αμαρτίας και τις ηδονές του σώματος και ταυτόχρονα με το να θυμηθεί τη μεγάλη ντροπή και την καταδίκη της κολάσεως που περιμένει τους πόρνους και τους άσωτους. Ανάμεσα σ’ αυτούς πρώτος είμαι εγώ και (γι’ αυτό) τρέμω. Αλλά παρόλα αυτά μένω ο άμυαλος προσκολλημένος στην πονηρή μου συνήθεια. Όμως εκείνη η αμαρτωλή γυναίκα φοβήθηκε και φρόντισε γρήγορα να τρέξει στο Λυτρωτή και να του φωνάξει: Φιλάνθρωπε και σπλαχνικέ Κύριε, λύτρωσέ με από το βόρβορο των έργων μου».

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015




Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τρίτη, τῆς τῶν δέκα Παρθένων παραβολῆς, τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα».


Κατά την Αγία και Μεγάλη Τρίτη τελούμε την ανάμνηση της παραβολής των Δέκα Παρθένων. Οι θείοι Πατέρες όρισαν την αγία αυτή ημέρα να θυμηθούμε μια από τις πιο παραστατικές και διδακτικές παραβολές του Κυρίου μας.


Η συνοδοιπορία με το Χριστό μας προς το Θείο Πάθος δεν θα πρέπει να είναι τυπική και απλά συναισθηματική, αλλά να είναι ολοκληρωτική συμμετοχή στην εν Χριστώ πορεία και να συνοδεύεται από οντολογική αλλαγή του είναι μας. Η ενθύμηση της παραβολής των δέκα παρθένων είναι μια άριστη πνευματική άσκηση για να μην διαφεύγει από τη σκέψη μας η επερχόμενη μεγάλη, επιφανής και συνάμα φοβερή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας.


Οι παρθένες είναι οι ψυχές μας και η προμήθεια λαδιού για το λυχνάρι είναι ο επίγειος συνεχής αγώνας για να κάνουμε το θέλημα του Θεού, να κάνουμε έργα ευποιίας, να παραμερίζουμε από την ύπαρξή μας συνεχώς όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι παρείσακτα στη φύση μας και αντιστρατεύονται την πνευματική μας πρόοδο και τελείωση. Το λυχνάρι είναι η παρρησία μας μπροστά στο Θεό.


Οι φρόνιμες παρθένες συμβολίζουν τις αγαθής προαίρεσης ψυχές, οι οποίες ζουν αδιάκοπα την λαχτάρα της ένωσής τους με το Νυμφίο της Εκκλησίας, τον σωτήρα Χριστό. Γι’ αυτό αγωνίζονται αέναα να αποκτούν αρετές και πνευματική προκοπή και να περιθωριοποιούν όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία αντιστρατεύονται την ένωσή τους με το Θεό. Οι μωρές παρθένες συμβολίζουν τις ράθυμες, αδιάφορες και εν πολλοίς εχθρικά προς το Χριστό διατελούσες ψυχές. Είναι εκείνες οι ψυχές οι οποίες απορροφημένες από την υλιστική ευδαιμονία, αδιαφορούν για την πνευματική πρόοδο και την εν Χριστώ σωτηρία.


Η Εκκλησία μας καλεί να είμαστε έτοιμοι για να υποδεχθούμε , τον ουράνιο Νυμφίο, τον Κύριο Ιησού, ο Οποίος θα έρθει αιφνιδίως, είτε ειδικώς κατά την στιγμή του θανάτου μας, είτε γενικώς κατά την Δευτέρα Παρουσία.


Επίσης μας καλεί, φέρνοντας ενώπιόν μας την παραβολή των ταλάντων να καλλιεργήσουμε και να αυξήσουμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Κύριος.
Κοντάκιον Ἦχος β'
«Τὴν ὥραν ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, καὶ τὴν ἐκκοπήν, τῆς συκῆς δειλιάσασα, τὸ δοθὲν σοὶ τάλαντον, φιλοπόνως ἔργασαι ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καὶ κράζουσα. Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».


«Να σκέπτεσαι, ψυχή μου, την ώρα του τέλους σου και να αισθάνεσαι φόβο (καθώς θα θυμάσαι) το πάθημα της συκιάς που (ξεράθηκε και) κόπηκε. Έτσι, ταλαίπωρη ψυχή μου, να εργάζεσαι με επιμέλεια, για να αξιοποιήσεις τα χαρίσματα που σου έδωσε ο Θεός. Κι αυτό, μένοντας άγρυπνος και φωνάζοντας, προσοχή μη τυχόν και μείνουμε έξω από το νυμφώνα του Χριστού (από τη Βασιλεία Του)».


Ὁ Οἶκος
«Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου; τὶ φαντάζη ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς; τὶ ἀσχολεὶς πρὸς τὰ ῥέοντα; ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπάρτι, καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα, ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα. Ἡμάρτηκά σοὶ Σωτήρ μου, μὴ ἐκκόψης με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκήν, ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβω κραυγάζουσαν. Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».


«Γιατί αδιαφορείς, άθλια ψυχή μου; Γιατί φέρνεις στη φαντασία σου άκαιρα σ’ ανόητες φροντίδες; Γιατί καταγίνεσαι με πράγματα παροδικά; Φτάνει η τελευταία ώρα και πρόκειται να χωριστούμε από τα γήινα. Όσο ακόμα έχεις καιρό, σύνελθε και φώναξε: Έχω αμαρτήσει. Σωτήρα μου, σ’ Εσένα. Μη με κόψεις από την ρίζα σαν την άκαρπη συκιά, αλλά ως σπλαχνικός που είσαι, Χριστέ, λυπήσου με, τώρα που με φόβο κραυγάζω: Προσοχή μη τυχόν και μείνουμε έξω από το νυμφώνα του Χριστού (από τη Βασιλεία Του)».