Τρίτη, 14 Απριλίου 2015


( εξ αφορμής νεοσύστατης σύνθεσης αδελφών Κληρικών στο ( επισκοπικό δικαστήριο ), σε Μητρόπολη υπό βάθρων ανέγερση )!!! << ουαί και πάλι ουαί >>???

1.      Περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων.

α)   Σχετικά με τα « εκκλησιαστικά δικαστήρια » η Ελληνική Πολιτεία έχει αποφανθεί με πάγιες Νομολογίες της Ολομέλειας του ΣτΕ, και της Επιτροπής Αναστολών του Αρείου Πάγου, ότι τα « εκκλησιαστικά δικαστήρια, δεν έχουν ουδεμία ομοιότητα με τα Δικαστήρια της Πολιτείας, τα οποία προβλέπονται από το Σύνταγμα της Χώρας, ούτε ευθέως ούτε κατ’ αναλογίαν,  επί της προδικασίας και της κυρίας διαδικασίας ενώπιον των εκκλησιαστικών δικαστηρίων ».


Συνεπώς, τα λεγόμενα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια δεν είναι δικαστήρια, με την έννοια των δικαστηρίων που προβλέπονται από το Σύνταγμα της Χώρας, αλλά « Πειθαρχικά συμβούλια, και οφείλουν να τηρούν, ως προς την σύνθεσή τους και την όλη Πειθαρχική διαδικασία, τις βασικές αρχές του Πειθαρχικού Δικαίου των Δημοσίων Υπαλλήλων » ( ομόφωνη Απόφαση 195/’87 Γ’ τμήμα του ΣτΕ ). Τα εκκλησιαστικά αυτά δικαστήρια, σε θέματα καθαρώς Κανονικού χαρακτήρα, αποτελούν πνευματικά Όργανα της Εκκλησίας, μέσω των οποίων επιδιώκει την « διατήρησιν της εκκλησιαστικής πειθαρχίας των υπεπεσόντων εις παραπτώματα ως προς τα χρέη και τα καθήκοντα της επαγγελίας αυτών κληρικών και μοναχών » (ν. 5383/32, άρθρ. 1 ).

Προχωρούμε λοιπόν επι του προκειμένου:



Επί του ισχύοντος ν. 5383/1932


2.               Περί των Αντικανονικών Επισκοπικών Δικαστηρίων.


Άρθρον 1 παρ. 1: Στο άρθρον 1, παρ. 1, ο εν ισχύει, αναχρονιστικόως ν. 5383/1932, αναφέρεται:  α) Στην διατήρηση της εκκλησιαστικής πειθαρχίας. β)   Στην τιμωρία των υποπεσόντων σε παραπτώματα, ως προς τα χρέη και τα καθήκοντα της επαγγελίας αυτών κληρικών και Μοναχών. γ) Στο ότι για τους λόγους αυτούς καθίστανται τα εκκλησιαστικά Δικαστήρια: Τα Επισκοπικά, τα Συνοδικά, Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο, για τους Αρχιερείς, και το για τους Συνοδικούς Δικαστήριο. Κάνοντας δε μια διασαφήνιση της λέξεως « Κληρικοί », ορίζει ότι « Κληρικοί, εν τη εννοία του παρόντος Νόμου λογίζονται: Οι Αρχιερείς, οι Πρεσβύτεροι, οι Διάκονοι και οι υποδιάκονοι ».
Με τα ως άνω, αναφερόμενα εκκλησιαστικά Δικαστήρια του ν. 5383/32, θα γίνει λόγος μόνον στα Επισκοπικά Δικαστήρια, γιατί ο αναχρονιστικός αυτός Νόμος 5383/32, στην περίπτωση των Επισκοπικών Δικαστηρίων, είναι εντελώς αντίθετος με τις απαράβατες διατάξεις των Θείων και Ιερών Κανόνων, οι οποίοι υπερισχύουν των Νόμων της Πολιτείας, « Οι τοις κανόσιν εναντιούμενοι πραγματικοί τύποι, άκυροι εισί » ( Μ. Φωτίου, τιτλ. Α΄ κεφ. Β΄ « ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ » Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, τομ. Α΄ σελ. 36 ).
Συνεπώς, Πολιτικοί Νόμοι που είναι αντίθετοι προς τις απαράβατες και οικουμενικές διατάξεις των Θείων και Ιερών Κανόνων, δεν υπερισχύουν των Θείων και Ιερών Κανόνων. « Κατά την ψήφον της αγίας ιεράς Συνόδου, και εν ταις άλλαις επαρχίαις τα των Κανόνων κρατείτω. Κατά των Κανόνων, πραγματικόν μηδέν ισχύσει. Οι Κανόνες των Πατέρων κρατήτωσαν. Οι θείοι Κανόνες υπέρ τους βασιλικούς νόμους ισχύουσιν. Οι τοις Κανόσιν εναντιούμενοι πραγματικοί τύποι, άκυροι εισί. Οι θείοι Κανόνες και υπέρ τα τυπικά ισχύουσιν, όταν αυτοίς εναντιούνται ταύτα, και μάλιστα τα κατά μέρος και τοπικά. Κρατήσαι τους Κανόνας διά πάντων… πάντας αυτά λέγομεν. Ει δε τις μαχόμενον τοις νυν ωρισμένοις προσκομίσοι, άκυρον τούτο είναι έδοξε τη αγία και Οικουμενική Συνόδω » ( Δ΄ Πράξη της Δ΄ Οικ. Συν. – Καν. 8ος Γ΄ Οικ. Συν. – Μ. Φωτίου, ενθ’ αν ).
Και είναι πανίσχυροι οι Οικουμενικοί Θείοι και Ιεροί Κανόνες, γιατί είναι με την έγκριση και του Βασιλέως ο οποίος παρίστατο στις Οικουμενικές Συνόδους και μάλιστα με την επικύρωσή τους, συναινούντος και του Βασιλέως, ευθύς αμέσως, αποκτούσαν Οικουμενικό κύρος. « Οι μεν γαρ, ήγουν οι Κανόνες, παρά Βασιλέων, και των αγίων Πατέρων εκτεθέντες, και στηριχθέντες, ως αι Θείαι Γραφαί δέχονται. Οι δε νόμοι παρά Βασιλέων μόνον εδέχθησαν ή συνετέθησαν και δια τούτο ου κατισχύσουσι των Θείων Γραφών, ουδέ των Κανόνων » ( Σχόλια Βαλσαμώνος στο Β’ κεφ. Μ. Φωτίου ΠΗΔΑΛΙΟΝ σελ. κ’ – κα’ ).
Με τα ως άνω Νομο/Κανονικά ντοκουμέντα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, για να διατηρήσει την τάξη και την εκκλησιαστική πειθαρχία, και προσέτι για να τιμωρήσει όλους εκείνους που υποπίπτουν σε καθαρώς Κανονικά παραπτώματα, αλλά και να  προστατέψει την Ιερότητα της Αποστολής Της στον κόσμο, έχει ορίσει ειδικά εκκλησιαστικά δικαστήρια, τα οποία προβλέπονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες. Υπάρχει, επομένως, στην Εκκλησία Νομικό στοιχείο, αλλά δεν είναι του τύπου του Νομικού στοιχείου στοιχείου της Πολιτείας, γιατί το Δίκαιο, στην Εκκλησία Εκείνου, είναι Διακονικό συνδεδεμένο με το στοιχείο της Χάριτος και της Αγάπης, με απώτερο σκοπό την σωτηρία του ενόχου.
Επομένως η ουσία του Δικαίου στην Εκκλησία είναι σχέση Αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, και ειδικά, των ανθρώπων μεταξύ τους.
Έχει χρέος η Εκκλησία να πατάσσει κάθε αταξία, αλλά ουδέποτε η τιμωρία θα πρέπει να εκπηγάζει από προσωπικούς λόγου, από πάθος, και από εκδικητικότητα. Το περιεχόμενο της τιμωρίας πρέπει να αποβλέπει, πάντοτε, στη σωτηρία του ανθρώπου. Η Εκκλησία είναι μέγα Παιδαγωγικό Σχολείο. Ο Απόστολος Παύλος μας συνιστά, « πρεσβυτέρω μη επιπλήξης, αλλά παρακάλει ως πατέρας, νεωτέρους ως αδελφούς, πρεσβυτέρας ως μητέρας, νεωτέρας, ως αδελφάς εν πάση αγνεία » ( Α΄ Τιμ. 5, 1-2 ).
Τα ειδικά ως άνω Εκκλησιαστικά Δικαστήρια (=  Πειθαρχικά Συμβούλια ), είναι αυτά που τιμωρούν: Επισκόπους, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, ήτοι: Το Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Συνοδικό  Δικαστήριο, και το  Επισκοπικό Δικαστήριο για τους κάτωθεν του Διακόνου κληρικούς και λαϊκούς ήτοι: Υποδιακόνους, Μοναχούς, Αναγνώστες, Ψάλτες, Νεωκόρους, και τους Λαϊκούς: «… των δε λοιπών Κληρικών τας αιτίας και μόνος ο εντόπιος επίσκοπος, διαγνώ και περατώσει ». ( Καν. 1ος και 2ος, Συν. Καθρ/νης, πρβλ. Καν. 2ος Αγ. Απ/λων υποσημείωση 3, ΠΗΔΑΛΙΟΝ σελ. 2 – 3 ).

2.Περί των Αντικανονικών Επισκοπικών Δικαστηρίων


ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ:

1.    Ο Επίσκοπος, αν υποπέσει σε Κανονικό παράπτωμα, θα δικαστεί αρχικά από μικρή Σύνοδο Επισκόπων δώδεκα (12) ήτοι: Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο. Αν όμως η μικρή αυτή Σύνοδος των Επισκόπων αδυνατεί να διορθώσει το Κανονικό αυτό παράπτωμα, τότε συγκαλείται μείζων Σύνοδος ( Ιεραρχία ) ήτοι: Το Δευτεροβάθμιο για Επισκόπους Συνοδικό Δικαστήριο ( Καν. 6ος , Β΄ Οικ. Συν. ).

2.    Αν ο Πρεσβύτερος ή ο Διάκονος υποπέσουν σε Κανονικό παράπτωμα, τότε ο μεν Πρεσβύτερος δικάζεται σε πρώτο βαθμό από έξι Επισκόπους και του οικείου ίσον επτά (7), ( Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ), και σε περίπτωση αδυναμίας επίλυσης, αναβιβάζεται η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, του αυτού αριθμού των Επισκόπων και οικείου Επισκόπου ίσον επτά (7), ( Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ). Ο Διάκονος δικάζεται, αντίστοιχα, σε πρώτο βαθμό ( =  Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ) από τρείς Επισκόπους και του οικείου ήτοι τεσσάρων (4), και σε δεύτερο βαθμό (=  Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ) από τον αυτό των Επισκόπων και του οικείου ήτοι, τεσσάρων (4). ( Καν. 12ος Συν. Καρθ/νης ).

3.    Σε περιπτώσεις που θα σφάλουν οι κάτωθεν του Διακόνου κληρικοί, ( ενθ’ αν. ) υπάρχει η Επισκοπική εξουσία, όπου ο οικείος Επίσκοπος κρίνει και αποφασίζει, «… των δε λοιπών Κληρικών τας αιτίας και μόνος ο εντόπιος Επίσκοπος διαγνώ και περατώσει » ( Καν. 20ος Συν. Καρθ/νης ).

Κατόπιν των όσων εξετέθησαν ανωτέρω Κανονικών ντοκουμέντων, εξάγεται αβίαστα και αναντίρρητα το συμπέρασμα ότι από Κανονικής επόψεως, τα Επισκοπικά εκκλησιαστικά δικαστήρια που λειτουργούν σήμερα στις Μητροπόλεις είναι λίαν αντι/Κανονικά και πρέπει για πολλούς λόγους, ως τούτο θα καταφανεί εκ των κάτωθεν λεγομένων, ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ.

Και πρέπει να καταργηθούν, γιατί: Προσβάλλουν το κύρος της Εκκλησίας. Τραυματίζουν πολλές φορές το αίσθημα του Δικαίου στις συνειδήσεις του Τιμίου Πρεσβυτερίου και του ευσεβούς λαού του Θεού. Εκδηλώνονται, πολλάκις, κατά τρόπο προκλητικό, η εμπάθεια και η εκδικητικότητα. Δημιουργούν μεγάλο κακό στην τοπική Εκκλησία, και την Εκκλησία Εκείνου γενικότερα, λόγω του ότι την λειτουργία των Επισκοπικών Δικαστηρίων ασκούν, με άγνοια πολλάκις του ισχύοντος Νομο/Κανονικού Δικαίου, με εμφανή προχειρότητα, από ένιους Επισκόπους και ερασιτέχνες Κληρικούς. Οι τιμωρίες, τις περισσότερες φορές, που επιβάλλονται εκπηγάζουν από εμφανείς προσωπικούς λόγους, και από εμπάθεια και εκδικητικότητα είτε του Επισκόπου, ( στο πρόσωπο του οποίου, σημειωτέον, ταυτίζεται και ο εγκαλών και ο δικαστής ), είτε και των ετεροκίνητων Ιερομονάχων και έγγαμων Εφημερίων που τον αναπληρώνουν, « απόντα ή κωλυόμενον ».

Όμως, η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι νομοκρατούμενον σώμα, και οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες δεν υπάρχουν στην Εκκλησία Εκείνου για βασανισμό. Είναι έκφραση πίστεως, οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες, και συντάχθηκαν με πνεύμα περιφρούρησης της Αποστολικής και μετ/Αποστολικής Παραδόσεως, και του πνεύματος της Αγίας Γραφής. Διακονούν την σωτηρία των πιστών οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες. Ο Επίσκοπος δεν πρέπει να ασκεί εξαναγκασμό και τυραννική εξουσία, αλλά η εξουσία του να είναι πάντοτε Διακονική – Υπηρετική και ουδέποτε καταδυναστευτική.

Είναι απαραίτητη λοιπόν και απαιτείται αναθεώρηση μερικών καταστάσεων, του ν. 53/83/32, που προκαλούν ψυχικούς τραυματισμούς, και ακόμη σκανδαλισμούς στην συνείδηση των πιστών. Και ως πρώτο βήμα είναι η κατάργηση των ανύπαρκτων, ως υπεδείχθη, Επισκοπικών δικαστηρίων, για Πρεσβυτέρους και Διακόνους, που θα απαλλάξει μερικούς Επισκόπους από την κακώς εννοουμένη « κυριαρχική εξουσία τους », και θα δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για μια γενικότερη αναθεώρηση του ως άνω πεπαλαιωμένου ν. 5383/1932 « περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας ».  

Επί του ζητήματος του ως άνω πεπαλαιωμένου ν. 5383/32 έγινε αναθεώρηση, αρχές της δεκαετίας του 2000 έτους, από Επιτροπή που όρισε η Ιερά Σύνοδος, ήτοι, από Επισκόπους, εκπρόσωπο του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος ( ΙΣΚΕ ). Σημειωτέον ότι ο ΙΣΚΕ υποβάλλει σχετικό Σχέδιο Νόμου « περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων » επί του οποίου έγινε ευρεία συζήτηση σε βάθος από την Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν και ειδικοί Πανεπιστημιακοί Θεολόγοι Καθηγητές. Τελικά συνετάγη ένα σχέδιον Νόμου, το οποίον εγκρίθηκε από την Ιεραρχία, και υποβλήθηκε στο Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για την προώθησή του προς την Βουλή των Ελλήνων για ψήφιση.

Δυστυχώς, η Ιερά Σύνοδος, εν αγνοία των μελών της Επιτροπής εκδόσεως του ως άνω ήδη εγκριθέντος Νόμου, απαίτησε από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων την επιστροφή του στην Ιερά Σύνοδο, με την παραπειστική (;) δικαιολογία, ως φαίνεται μάλλον εκ των υστέρων, ότι θα προβεί σε διορθώσεις και θα τον επιστρέψει, το συντομότερον, για τα περαιτέρω. Ο Φάκελος του εν λόγω σχετικού Νόμου, περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, εδώ και πέντε περίπου χρόνια, έχει καταχωνιαστεί στα συρτάρια της Ιερά Συνόδου, με την δικαιολογία, ως λέγεται ότι υποστήριξε με πάθος, ότι τους εξυπηρετεί πλήρως, ως έχει, ο μέχρι σήμερα ισχύων ν. 5383/32, και δεν απαιτείται ουδεμία τροποποίηση.

Ο έγγαμος Εφημεριακός Κλήρος επιμένει, και απαιτεί το συνταχθέν υπό της ως άνω Επιτροπής Σχέδιο Νόμου περί « Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης » να επιστραφεί στο ως άνω Υπουργείο και να προωθηθεί προς την Βουλή των Ελλήνων για ψήφιση, γιατί είναι γνωστές τραγικές καταστάσεις εμπάθειας και αβυσσαλέου μίσους ενίων Επισκόπων σε βάρος τιμίων οικογενειαρχών Εφημερίων, καταξιωμένων στην συνείδηση του πιστού λαού, ενώ από το άλλο μέρος καλύπτονται κραυγαλέα σκάνδαλα ευνοουμένων Κληρικών.

Η αναθεώρηση του ν. 5383/32,  επαναλαμβάνεται, που έγινε από την ορισθείσα υπό της Ιεράς Συνόδου ως άνω Επιτροπής, « περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων » εμφορείται με πνεύμα που προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, και βοηθεί τα μέγιστα στην προσέλευση, στις τάξεις του Εφημεριακού Κλήρου, νέων πεποικιλμένων με ικανά προσόντα που θα συντελέσουν, πάντοτε με την πατρική καθοδήγηση του πνευματικού πατέρα οικείου Ιεράρχη, σε μια δυναμικότερη επιτέλεση του πνευματικού έργου της Εκκλησίας μας μέσα στους σύγχρονους χαλεπούς καιρούς στον σύγχρονο κόσμο της τρίτης Χριστιανικής χιλιετηρίδος.











Δεν υπάρχουν σχόλια: