Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009


Το Ευαγγέλιον της Κυριακής 2 Αυγούστου, από το Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο ιδ΄ στίχοι: 14-22.


Κείμενο
Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ΄ αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· έρημος εστίν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν· απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν. οι δε λέγουσιν αυτώ· ουκ έχομεν ώδε ειμή πέντε άρτους και δύο ιχθύας. ο δε είπε· φέρετέ μοι αυτούς ώδε. και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις. και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους.


Μετάφραση
Έτσι όταν βγήκε στη στεριά, είδε πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα πια περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν΄ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια», του απαντούν. «Φέρτε μού τα εδώ», τους λέει. Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές, και οι μαθητές στο πλήθος. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Αμέσως ύστερα ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο καΐκι και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. ΚυπριανοῦἘφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν


Κυριακὴ Η’ Ματθαίου
«Ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν»


Ὅπου, ἀδελφοί μου, ὁ Χριστός, ἐκεῖ πλημμύρα ἀγαθῶν. Ὅπου ὁ Χριστός, ἐκεῖ ἀσφάλεια, χαρά, εὐτυχία, ἀγαθὰ καὶ χορτασμός, ἐκεῖ εὐλογία καὶ χάρη.
Βλέπω μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ καθισμένους στὴν πρασινάδα τῆς βουνοπλαγιᾶς τοῦ ἔρημου τόπου καὶ βουνοῦ νὰ εὐφραίνωνται τρώγοντας σὰν σὲ πανηγύρι, ἀλλὰ τοῦτο τὸ συμπόσιο εἶναι θεῖο. Εἶναι μεταξύ τους καὶ ἀνάμεσά τους ἡ αἰώνια ἔκφραση τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως, ἡ θεία τροφὴ καὶ πλησμονή, ἡ πηγὴ παντὸς ἀγαθοῦ. Εἶναι δίπλα τους ὁ Χριστός.
Ἔχει ἀποσυρθῆ σὲ ἔρημο τόπο ὁ Ἰησοῦς. Θλίψη μεγάλη καὶ ἀθυμία πολὺ κατ᾿ἄνθρωπον διακατέχει τὴν καρδία Του· «ἀκούσας ὅτι Ἰωάννης Πρόδρομος παρεδόθη». Καὶ ὡς γνωστὸν οἱ μεγάλες θλίψεις καὶ δοκιμασίες θέλουν ἡσυχία καὶ γαλήνη, ἐρημία καὶ ἠρεμία, γιὰ νὰ διασκεδασθοῦν. Ἀναχωρεῖ λοιπὸν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ ἔρημο τόπο «μόνος μόνῳ Θεῷ κοινωνῶν», γιὰ νὰ ἀμβλύνη τὸν πόνο καὶ τὸ ἄλγος μετὰ τὸ θλιβερὸ ἄγγελμα τῆς συλλήψεως, προφυλακίσεως καὶ τελικὰ τοῦ θανάτου τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀπὸ τὸν Ἡρώδη.
Ἐμβὰς λοιπὸν στὸ πλοῖο μὲ τοὺς μαθητὲς Του καὶ ἀφοῦ διέπλευσε τὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, μετέβη σὲ ἔρημο τόπο ψηλό, συλλογιζόμενος τὴν κακία καὶ τὸ μῖσος τῶν ἀθρώπων κατὰ τοῦ καλοῦ, κατὰ τοῦ δικαίου, κατὰ τοῦ ἁγίου, ποὺ ἡ ἀκολασία ὁδηγεῖ στὴ φυλακή. Ἐδῶ στὸν ἔρημο αὐτὸ τόπο ὁ Ἰησοῦς σκέπεται καὶ προσεύχεται. Δὲν ἔμεινε ὅμως μόνος γιὰ πολύ. Διψασμένοι γιὰ τὸ λόγο Του ἀκροατές, πεινασμένοι γιὰ δικαιοσύνη ἁπλοὶ καὶ ἁγνοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἀπόλαυσαν τὰ κηρύγματά Του, δροσίσθηκαν ἀπὸ τοὺς λόγους Του, εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὰ θαύματά Του, Τὸν ἀναζητοῦν, ἄλλοι μὲ πλοιάρια καὶ ἄλλοι πεζῇ καὶ διαταράσσουν τὴν μοναξιά Του, τὴν προσευχή Του, τὴν ἡσυχία Του. Καὶ ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς βγαίνει ἀπὸ τὴν μοναξιά Του, τὴν ἡσυχία Του καὶ θεραπεύει τοὺς ἀρρώστους αὐτούς.
Ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ πέντε χιλιάδες ἄνδρες μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τὶς γυναῖκες τους, χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν τί θὰ πεῖ ἔρημος τόπος καὶ μακρὰ ὁδός. Δὲν στέκεται κανένα ἐμπόδιο ἱκανὸ νὰ ἐμποδίση τὴ συνάντηση μὲ τὸν Ἰησοῦ, ὅταν ἡ καρδιὰ πυρπολῆται ἀπὸ ἀγάπη, κατακαίεται ἀπὸ ἁγία ἐπιθυμία καὶ ἁγνὸ πόθο συναντήσεως μὲ τὸν Ἰησοῦ.
Ναί, ἀγαπητοί μου· κατέλαβαν οἱ καρδιὲς ποὺ ἀγαποῦσαν τὸν Ἰησοῦ τὸν ἔρημο τόπο καὶ νά· ἡ ἔρημος ἔγινε πόλις καὶ τὸ ἄχαρο καὶ ἐρημικὸ ἔλαβε χάρη καὶ νόημα! Ὅλη τὴν ἡμέρα ἔμειναν κοντὰ στὸν Διδάσκαλο καὶ ἀπολάμβαναν τὶς χάριτες καὶ τοὺς λόγους Του, τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς, γεύονταν τὶς ἰάσεις καὶ τὴν παρηγοριά. Καὶ ἔφθασε τὸ δείλι. «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Αὐτὸ θὰ πεῖ «ὀψίας δὲ γενομένης» δηλαδή: ἔφθασεν ὁ μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου χρόνος.
Καὶ ὁ λαός, πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, ἔχουν ἀνάγκη τροφῆς σωματικῆς. Καὶ ἀνησυχοῦν οἱ μαθητὲς καὶ συνιστοῦν στὸ Χριστό, τὸ Διδάσκαλο νὰ ἀπολύση τὰ πλήθη, γιὰ νὰ ἀγοράσουν τροφὲς ἀπὸ τὶς γύρω πόλεις. Καὶ μένουν ἔκπληκτοι βλέποντας τὸν Κύριό Τους νὰ μὴν ἀνησυχῆ καὶ νὰ τοὺς συνιστᾶ «Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν». Τοῦ δείχνουν αὐτὰ ποὺ ἔχουν γιὰ τὴν διατροφὴ τὴ δική τους συντροφιᾶς· «πέντε ἄρτους καὶ δυὸ ἰχθύας». Καὶ Αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε στὰ ἅγια χέρια Του τὰ πέντε ψωμιὰ σὲ σχῆμα λαγάνας, κατασκευασμένα κατὰ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθιμο, καὶ τὰ δυὸ ψάρια, ὕψωσε τὰ μάτια Του στὸν οὐρανό, ἐπικαλέσθηκε μὲ τὴν προσευχὴ Του τὸ Θεὸ Πατέρα καὶ ἄρχισε νὰ μοιράζη στοὺς μαθητὲς καὶ αὐτοὶ στὰ πλήθη τῶν ἀκροατῶν.
Καὶ μοιράζονται, μοιράζονται, κόβονται, διανέμονται, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται. «Ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν». Ἐξαίσιο θαῦμα. Καθισμένοι οἱ πεινασμένοι φίλοι τοῦ Χριστοῦ στὴν πρασινάδα τῆς βουνοπλαγιᾶς, στὸν ἔρημο τόπο μετελάμβαναν τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει ἔχοντες ἐν μέσῳ αὐτῶν Ἐκεῖνον ποὺ διατρέφει τὰ σύμπαντα, Ἐκεῖνον ποὺ διεκήρυξε ὅτι «ὁ ἐρχόμενος πρὸς μὲ οὐ μὴ πεινάσῃ καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ διψήσῃ πώποτε». Ὁ Ἰησοῦς ἀποδεικνύεται ὡς ὁ Μεσσίας ποὺ τροφοδοτεῖ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τόση μάλιστα ἀφθονία, ὥστε νὰ συλλέγωνται καὶ περισσεύματα.
Ποιὰ ὅμως εἶναι, ἀδελφοί, ἡ βαθύτερη σημασία τοῦ συγκεκριμένου θαύματος; Ὁ Μεσσίας προτυπώνει καὶ προανακρούει τὴν κατ᾿ἐξοχὴν τροφὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὴ Θεία Εὐχαριστία. Ἑπομένως, τὸ θαῦμα ἔχει ἐπιπλέον νόημα ἐκκλησιολογικὸ καὶ εὐχαριστιακό. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος εἶναι «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς», τροφοδοτεῖ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ λαὸ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τροφὴ ὄχι προσωρινὴ ἀλλὰ αἰώνια· τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, δηλαδὴ τὴ Θεία Κοινωνία.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, πόσο θέλω νὰ εἶμαι μαζί Σου μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου ποὺ δὲν αἰσθάνεται πεῖνα τοῦ Λόγου Σου, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ χορτασθῆ ἐκ τῶν ἄρτων Σου καὶ γιὰ αὐτὸ λιμώττει καὶ ἄρτων καὶ ἐπιγείων ἀγαθῶν.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, πόσο θέλω νὰ εἶμαι μαζί Σου σὲ ἔρημο ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ κόσμου τόπο, τὸν ὁποῖον Σὺ μεταβάλλεις σὲ οὐρανούπολη καὶ ἐπιτελεῖς πανήγυρη καὶ συμπόσιο ἁγίων, εὐλογῶν καὶ πληθύνων τὴν τροφὴν ψυχῆς τε καὶ σώματος.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σὲ ποθῶ, γιατὶ τὸ ψωμί Σου, ἡ ἀγάπη Σου, ἡ πρόνοιά Σου, ἡ κηδεμονία Σου εἶναι ἀσφάλεια, θησαύρισμα εὐγενείας, ἁγνότητος, μεγαλείου θείου, οὐρανίου μάννα, πανδαισία ἁγία, ζωὴ αἰώνιος.


Πηγή: www.imml.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: