Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ (ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ)

Ο ΒΛΕΠΩΝ ΚΑΙ 0Ι ΜΗ ΒΛΕΠΟΝΤΕΣ

«Απήλθε και ένίψατο και ήλθε βλέπων».

Ένας τυφλός αποδεικνύεται βλέ­πων και οι βλέποντες αποδεικνύονται τυφλοί. Έχουν σημασία τά λόγια του Κυρίου, πού είπε ώς απάντηση στην απορία των μαθητών του, για το ποιος αμάρτησε, αυτός, ο τυφλός ή οι γο­νείς του για νά γεννηθεί τυφλός. Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του. άλλά για νά φανερωθεί ή δόξα τοϋ Θεού, τά θαυμαστά έργα και μεγαλεία τοϋ Θεού δι αυτού τού άνθρωπου. Αυτός δια της ζωής του, της υπομο­νής του, τής πίστεως του θα γινόταν μέσον και όργανο, για νά φανερωθούν οι θαυμαστές ενέργειες τού Θεού, στον κόσμο και στους ανθρώπους.
Και πράγματι. Ό τυφλός δείχνει διάθεση συμμορφώσεως και υπακοής στην εντολή τού Χριστού. Δέχεται νά τον χρίση με τη λάσπη και πρόθυμα υπακούει στην εντολή Του νά πάει και νά νιφθή στην κολυμβήθρα τού Σιλωάμ. Στη συνέχεια, στη μεγάλη έκ­πληξη και απορία και το θαυμασμό όλων, γιατί ενώ ήταν τυφλός τώρα βλέπει, εκείνος με απλό και σαφή τρό­πο περιγράφει τά τής θεραπείας του. Περισσότερο φαίνεται ή όραση του. ή πνευματική του όραση, όταν αντιμετωπίζει τούς Φαρισαίους. Τότε ο πρώην τυφλός αποδεικνύεται βλέπων, αποδεικνύεται θαρραλέος ομολογητής και απολογητής του Χριστού και τής αλήθειας. Και μπροστά στους Φαρισαίους με απλότητα και θάρρος ομο­λογεί τά τής θεραπείας του. Και όταν εκείνοι διχάζονται εν σχέσει με την προσωπικότητα τού Κυρίου και όταν τον ρωτούν, εσύ τι λέγεις περί αυτού, εκείνος άπαντα: «Ότι προφήτης έστί», και όταν και πάλι τον ρωτούν και συκοφαντούν τον Κύριο ότι είναι αμαρτωλός, εκείνος άπαντα: «Δεν ξέρω αν είναι αμαρτωλός άλλα γνωρίζω ότι ενώ ήμουνα τυφλός, τώρα βλέπω». Για νά κατάληξη στήν υπέ­ροχη και δυνατή απολογία υπέρ τού Χριστού: «Γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει, άλλά εάν κανείς είναι θεοσεβής και κάνει το θέλημα τού Θεού, αυτόν ο Θεός ακούει. Από τότε πού υπάρχει ο κόσμος έως σήμερα δεν έχει άκουσθή ποτέ ότι έθεράπευσε κάποιος άνθρωπος τους οφθαλμούς τυφλού έκ γενετής. Εάν αυτός δεν ήταν σταλμένος από τον Θεό δεν θα μπο­ρούσε νά κάνη ούτε το παραμικρό θαύμα».
Διακηρύττει το θαύμα, την ανωτερότητα τού Ιησού Χριστού, την προφητική του δύναμη και απο­στολή. Ομολογεί ότι είναι απεσταλμένος τού Θεού, ότι είναι Θεός. Ό τυφλός βλέπει. Όχι μόνο σωματι­κά, άλλα και πνευματικά, ψυχικά. Παρουσιάζεται εσωτερικά φωτισμένος. Ομολογεί τον Χριστό. Πι­στεύει και θεολογεί.
Ενώ οι βλέποντες, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, εκείνοι οι όποιοι είχαν τά σωματικά τους μάτια, εί­χαν την ανθρώπινη γνώση και σοφία, τη θρησκευτική γνώση, οι όποιοι έγνώριζαν τις Γραφές και έδίδασκαν τον λαό και ήταν ή άρχουσα θρησκευτική τάξη. αυτοί αποδεικνύονται μωροί και τυφλοί.
Βλέπουν και αυτοί με τά μάτια τά σωματικά το θαύμα. Το βλέπουν και το ομολογούν όλοι. Μόνο αυ­τοί είναι σαν νά μη βλέπουν. Δεν θέλουν νά δουν. Δεν τούς συμφέρει νά δουν και νά παραδεχθούν. Δεν τούς αφήνουν τά πάθη και μάλιστα ο εγωισμός και ο φθό­νος, για νά δουν καθαρά και αντικειμενικά τά πράγ­ματα. Καταβάλουν απεγνωσμένη προσπάθεια νά πεί­σουν τούς εαυτούς τους και τούς άλλους ότι το θαύμα δεν έγινε.
Η καλύτερα δεν θέλουν νά παραδεχθούν ότι το έκανε ο Χριστός. Αντίθετα προσπαθούν νά τον παρουσιάσουν, ότι καταπατεί το Σάββατο, ότι είναι αμαρτωλός, ότι δεν γνωρίζουν την καταγωγή του.
Οι βλέποντες, σωματικά και μορφωτικά, οι βλέ­ποντες λόγω θέσεως και θρησκευτικής παιδείας, αποδεικνύονται μη βλέποντες, φανερώνονται άπό τά πράγματα πραγματικά τυφλοί.
Για νά επιβεβαιώνονται πάντοτε τά λόγια τού Κυ­ρίου, πού είπε: «Εγώ ήλθα στον κόσμο αυτό, για νά γίνει κρίση και διάκριση μεταξύ των ανθρώπων... Και έτσι αυτοί πού θεωρούνται άπό τούς Γραμματείς και Φαρισαίους ότι είναι βυθισμένοι στο σκοτάδι της αγνοίας, ότι είναι τυφλοί και δεν βλέπουν, θα δουν το φως της αλήθειας. Και εκείνοι πού θεωρούν τον εαυ­τό τους φωτισμένο, θα καταντήσουν ένεκα της υψηλοφροσύνης τους τυφλοί πνευματικώς».
Για νά βλέπουμε αληθινά δεν αρκούν τά σωματικά μας μάτια. Ούτε οι γραμματικές, επιστημονικές, θρη­σκευτικές και θεολογικές μας γνώσεις. Χρειάζεται κυ­ρίως κάτι άλλο. Χρειάζονται κάποια άλλα μάτια. Μά­τια πίστεως. Μάτια καθαρά άπό την αμαρτία. Άπό τις σκόνες και τις αναθυμιάσεις των διαφόρων αμαρ­τιών και παθών. Χρειάζονται καθαρά μάτια και κα­θαρή καρδιά. Και τότε θα βλέπουμε καθαρά και αλη­θινά. Θα βλέπουμε τον Θεό.
Την ύπαρξη Του, τις ενέρ­γειες Του, τά θαυμαστά και μεγαλειώδη τά όποια πά­ντοτε και σήμερα επιτελεί. Θα βλέπουμε αληθινά τον κόσμο, τον άνθρωπο, τά διάφορα γεγονότα, τη ζωή μας. Θα γνωρίζουμε τον εαυτόν μας. Ή ζωή μας θα είναι μία όραση καθαρή. Θα έχουμε την αληθινή θεο­γνωσία. Θα γίνεται πραγματικότητα αυτό το όποιο λέμε στο τέλος τής θ. Λειτουργίας: «Εϊδομεν τό φώς τό άληθινόν». (Από την "ΖΩΗ") .
­
ΜΕΛΕΤΗΜΑ 7ον

Αν ο Πανάγαθος Θεός ακούει τις προσευχές των αμαρτωλών που μετανοούν, πολύ περισσότερο ακούει και τις προσευχές των δικαίων και τους στέλνει τη βοήθεια Του. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Άννα, η μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. Την ενάρετη κι ευτυχισμένη ζωή της την εσκίαζε ο καημός, ότι είχε προχωρήσει αρκετά στην ηλικία και δεν είχε αποκτήσει παιδί. Κατέφυγε τότε στον Θεό και προσευχήθηκε στον Κύριο και με δάκρυα θερμά τον παρακάλεσε να λύσει τη στείρωση της. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή της και της έδωσε τον Σαμουήλ…
Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Έτσι, ο προφήτης Ηλίας «Με προσευχή παρακάλεσε το Θεό να μη βρέξει και δεν έβρεξε τρία χρόνια και έξι μήνες. Και πάλι προσευχήθηκε και ο ουρανός έβρεξε και η γη έδωκε πλούσια τους καρπούς της». Ο Ελισσαίος ανέστησε το παιδί της Σωμανίτιδας με προσευχή. Και είναι σ’ όλους γνωστό πώς ο προφήτης Δανιήλ με την προσευχή έφραξε τα στόματα των λεόντων! Και πως και οι τρείς παίδες μέσα στην κάμινο με την προσευχή έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς!
Ζήτα λοιπόν και συ, αδελφέ μου, με την προσευχή την προστασία και τη βοήθεια του επουράνιου Πατέρα και να είσαι βέβαιος, ότι, εάν τα αιτήματα σου είναι αγνά και ψυχωφελή, θα εισακουσθείς από τον Κύριο. Έχε δε υπόψη σου ότι τα αιτήματα θα ακουσθούν, όταν έχεις ακλόνητη πίστη στον Θεό. Και η πίστη αποκτάται και στερεώνεται μονάχα με την προσευχή! Όταν με πίστη απευθυνόμαστε προς τον Κύριο παρακαλώντας Τον για δίκαια πράγματα, μας ακούει. Όμως η προσευχή μας πρέπει να γίνεται με ταπείνωση, όμοια μ’εκείνη του Τελώνη. Η περηφάνεια στην προσευχή φέρνει τ’ αντίθετα αποτελέσματα, όπως έγινε με το Φαρισαίο της ιδίας παραβολής. «Όπως η προσευχή του ταπεινού κάμπτει τον Θεό, έτσι και η προσευχή του υπερήφανου κάνει τον Ύψιστο να θυμώνει μαζί σου και να υπολογίζει την προσευχή σου ως αμαρτία» γράφουν οι Νηπτικοί Πατέρες…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 8ον

Η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται από την προσευχή, γιατί τον ενώνει με τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος είναι ενωμένος με τον Θεό, είναι επόμενο να μη ξεφεύγει από το Νόμο του Θεού και να προσέχει σε κάθε βήμα του. Έτσι με την προσευχή όλοι μας οι σκοποί στη ζωή είναι θεάρεστοι. Όλες μας οι ενέργειες στέφονται από επιτυχία, γιατί έχουμε συμπαραστάτη μας το Θεό. Είναι λοιπόν η προσευχή κάτι αναγκαίο και πρωταρχικό στη ζωή μας. Όμως ο σατανάς μας παρανομεύει πάντοτε, για να βρει μιά στιγμή, που δεν κρατάμε το όπλο της προσευχής, ώστε να μας παρασύρει στο δρόμο του, που πάντα είναι εύκολος και κατηφορικός. Να, γιατί επιβάλλεται η προσευχή μας να είναι πάντοτε συνεχής και αδιάλειπτη. Η εκτέλεση των άλλων χριστιανικών καθηκόντων μας γίνεται κατά διαστήματα, το καθήκον όμως της προσευχής επιβάλλεται να γίνεται αδιάκοπα και συνεχώς.
Πρέπει να ξέρεις, αδελφέ μου, ότι και η απλή επίκληση του Ονόματος του Κυρίου είναι προσευχή!… Και δε χωράει αμφιβολία, ότι αυτό μπορεί και πρέπει να γίνεται συνεχώς, σε κάθε αναπνοή μας… Μ’ αυτόν τον τρόπο η σκέψη μας και η μνήμη μας κατευθύνονται συνεχώς στον Θεό. Η πορεία αυτή της σκέψης μας στη θεϊκή παρουσία σημαίνει δόσιμο ολοκληρωτικό του είναι μας στον Κύριον Ιησούν. Σημαίνει δόσιμο της ψυχής μας σ’ Αυτόν. Να, γιατί οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να επικαλούμεθα το Όνομα του Κυρίου Ιησού σε κάθε αναπνοή μας.
Οι δυνάμεις του κακού, που είναι αντίθετες στην προσευχή της καρδιάς μας, μας επιτίθενται από δύο μέρη: Από τ’ αριστερά και από τα δεξιά. Δηλαδή: Όταν δεν μπορούν να μας εμποδίσουν από την προσευχή με τις μάταιες και αμαρτωλές σκέψεις, φέρνουν στο μυαλό μας λογής-λογής υλιστικές σκέψεις, για να ματαιώσουν την προσευχή μας, που δεν ανέχεται να υποφέρει ο μισόκαλος σατανάς… Και κάνει το παν, για να μας ξεγελάσει να εγκαταλείψουμε τη συνομιλία μας με το Θεό, αρχίζοντας κοσμικές συνομιλίες μ’ ανθρώπους…
Κλείνε λοιπόν, αδελφέ μου, σαν άλλος Οδυσσέας τ’ αυτιά της ψυχής σου προς τις σειρήνες του κόσμου του αιώνα τούτου, που κατά το ταξίδι της ζωής σου ακούς από δεξιά ή αριστερά σου να σου τραγουδούν μαγικά τραγούδια για υλιστικές θεωρίες και μοντέρνες ιδέες.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 9ον

Για να είναι αληθινή η προσευχή, πρέπει να γίνεται με αποκλειστικό σκοπό να μας συνδέσει με τον Θεό γι’ αυτό η καλύτερη, η αληθινή προσευχή είναι εκείνη, που γίνεται στα κρυφά. Για τη μυστική προσευχή ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει: «Σύ, όταν προσεύχεσαι, έμπα στο ταμείο σου και αφού κλείσεις καλά την πόρτα σου, προσευχήσου στον Πατέρα σου εκεί στα κρυφά». Ταμείο εδώ εννοεί την καρδιά μας και τον ψυχικό μας κόσμο γενικά. Εκεί όπου φυλάγουμε τους μύχιους λογισμούς μας, τα συναισθήματα μας και τις επιθυμίες μας. Εκεί μας συμβουλεύει να μπαίνουμε κάθε φορά που θέλουμε να προσευχηθούμε. Και όταν μας λέει να κλείνουμε την πόρτα, εννοεί την πόρτα κυρίως των σωματικών περισπασμών και φροντίδων. Μόνο με το κλείσιμο αυτής της πόρτας εξασφαλιζόμαστε από κάθε πειρασμό και ο νούς μας προσηλώνεται στον Θεό!…
Ο δε ιερός Θεοτόκης γράφει: «Όταν προσεύχεσαι, βάλε όλη σου την προσοχή και επιμέλεια να ακούνε τ’ αυτιά σου όσα λέει το στόμα σου, και να αισθάνεται η καρδιά σου όσα λαλεί η γλώσσα σου… Τότε αληθινά μπήκες μέσα στο ταμείο σου και έκλεισες την πόρτα σου. Τότε αληθινά η προσευχή σου ανεβαίνει σαν θυμίαμα ενώπιον του Κυρίου και κατεβάζει από τον Ουρανό τη συγχώρεση των αμαρτιών σου και τα μεγάλα χαρίσματα του φιλάνθρωπου Θεού».
Αφετηρία και παντοτινή ενέργεια για την εξασφάλιση της σωτηρίας μας είναι η προσευχή, που κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται το πρώτο καθήκον κάθε Χριστιανού, που θέλει να φέρει άξια το όνομα του Κυρίου μας. Για τους λόγους αυτούς το Αγ. Ευαγγέλιο παραγγέλλει την αδιάλειπτη προσευχή.
Όλες οι πράξεις ευσεβείας έχουν η κάθε μια τον καιρό της. Η προσευχή δεν περιορίζεται χρονικά, είναι δικά της όλα τα χρόνια της ζωής μας. Χωρίς την προσευχή καμμιά αγαθή πράξη δεν γίνεται καλά. Όποιος αποφασίσει να επικαλείται το όνομα του Κυρίου Ιησού συνεχώς, είναι φυσικό στην αρχή να συναντάει δυσκολίες. Όσο όμως περισσότερο επιμένει, τόσο γρηγορότερα συνηθίζει και εξοικειώνεται με την προσευχή. Και η γλώσσα του και τα χείλη του αποκτούν τέτοια ικανότητα, ώστε χωρίς καμμιά προσπάθεια ύστερα από λίγο καιρό, αυτός που προσεύχεται αντιλαμβάνεται ότι η προσευχή του έγινε ένα συνεχές και ουσιώδες απόκτημα. Κι άν καμμιά φορά του συμβεί για ένα οποιοδήποτε λόγο να την σταματήσει, αισθάνεται έντονα σαν κάτι να του λείπει!… Κατ’ αυτόν τον τρόπο η προσευχή του γίνεται συνήθεια και το μυαλό του αρχίζει να συνηθίζει και να παρακολουθεί την ενέργεια των χειλέων. Έτσι έχει για γενικό αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας πηγής ευφροσύνης για την καρδιά, απ’ όπου πια εκπέμπεται η αληθινή προσευχή!…

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

ΜΕΛΕΤΗΜΑ 4ον

Ο Πέτρος, ο κορυφαίος των Αποστόλων, στον οποίον ο Πατήρ απεκάλυψε τη Θεότητα του Ιησού Χριστού λέγοντας: «Συ είσαι ο Χριστός, ο υιός του αληθινού Θεού», ο Πέτρος, που είδε με τα μάτια του τη Θεότητα του Χριστού πάνω στο όρος Θαβώρ, αυτός ο Πέτρος, όταν μ’ απλότητα μια ασήμαντη γυναίκα τον ρώτησε «Μήπως είσαι και συ από τους ανθρώπους τούτου», δηλαδή του Ιησού, χωρίς δισταγμό αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω τον άνθρωπο»! Και δεν σταμάτησε μόνο σε τούτη την άρνηση, αλλά μπροστά σ’ όλο το βλάσφημο εκείνο πλήθος «τότε άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται πως δεν γνωρίζει καθόλου τον άνθρωπον αυτόν». Και όλα αυτά γιατί; Διότι δεν είχε μαζί του το όπλο της προσευχής, για ν’ αμυνθεί στην επίθεση. Γιατί είχε αμελήσει να προσεύχεται και δεν είχε ενωθεί δια μέσου της προσευχής με τον Παντοδύναμο Κύριο
Παρόμοια παραστρατήματα και λαβύρινθοι περιμένουν όποιον δεν προσεύχεται διαρκώς. Καταντάει να αρνείται τον Κύριο για πολύ ασήμαντα πράγματα. Και αφού τον αρνηθεί, εξακολουθεί ν’ απομακρύνεται απ’ Αυτόν πέφτοντας από τη μια αμαρτία στην άλλη. Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε την παραβολή της χήρας και του Κριτού της αδικίας: «Για να μας παρακινήσει να προσευχόμαστε πάντοτε και να μη βαριόμαστε».
Μάθε λοιπόν και συ, αδελφέ, με άλλου πάθημα, δηλαδή με το κατρακύλισμα τούτο του Απ. Πέτρου, να μη κρατείς ποτέ τον εαυτό σου από το να προστρέχει προς τον Κύριο με την προσευχή, ιδιαίτερα σε στιγμές πειρασμού και θλίψεων γιατί ξέρω πως αν αφήσεις την προσευχή, ένα απλό πείραγμα, ένας μόνο λόγος, μιά μονάχα αντίρρηση οποιουδήποτε είναι αρκετά να σε κάνουν ν’ αρνηθείς όλες σου τις καλές πράξεις και συνήθειες, που έκαμες για τη σωτηρία της ψυχής σου και να λησμονήσεις Εκείνον τον Δεσπότην, που τόσο πολύ σ’ ευεργέτησε κι έδωσε το Αίμα Του και τη ζωή Του για σένα…

ΜΕΛΕΤΗΜΑ 5ον

Άπειρες είναι οι αιτίες, που μέρα και νύχτα στη ζωή μας, μας παρακινούν για προσευχή: Όλος ο κόσμος γύρω μας. Όλα τα κτίσματα του Δημιουργού μας παρακινούν ν’ αναπέμψουμε δεήσεις προς τον Κύριον. Ο ήλιος που μας χαρίζει το φως της ημέρας. Το φεγγάρι με τ’ άστρα, που τις ξάστερες νύχτες γίνονται αδαμαντοστόλιστη κορώνα της γης. Τα σύννεφα με τις αστραπές και τις μπόρες, οι σεισμοί! Η απεραντοσύνη της θάλασσας, άλλοτε με τη γαλήνη κι άλλοτε με τα κύματα της. Τα πουλιά που πετάνε επάνω μας τιτιβίζοντας χαρούμενα… Όλα μας λένε: «Προσευχήσου στον Πλάστη μας»…».
Οι καθημερινές μας ανάγκες, η συναίσθηση της μικρότητας μας μέσα στο απέραντο σύμπαν, μας παρακινούν να ζητούμε κάθε τόσο με προσευχές τη βοήθεια του Κυρίου. Η ιστορία μας με τις εθνικές καταστροφές, όταν οι πρόγονοι μας δεν ακολουθούσαν το δρόμο του Θεού και με τις ανόδους και νικηφόρους πολέμους, όταν εκτελούσαν τις εντολές Του, μας επιτάσσει: «Μη ξεχνάς ποτέ σου το Θεό». Οι προγονικές συνήθειες, που κληρονομήσαμε από τους γονείς μας. Οι γραπτοί και άγραφοι νόμοι. Με λίγα λόγια ο ηθικός νόμος, που με θεϊκή έμπνευση καταγράφτηκε στα Ευαγγέλια, μας βροντοφωνούν να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία με τον Ουράνιο Πατέρα.
Τα άπειρα παραδείγματα των Αγίων και των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας, που η προσευχή τους πλημμύριζε με γαλήνη και καρτερία και στις πιο φρικτές στιγμές των μαρτυρίων τους! Αλλά και ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς, που σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας, μας δείχνουν μέρα-νύχτα το δρόμο της προσευχής. Αρκεί ν’ ανοίξουμε τα μάτια της ψυχής μας. Αρκεί να συναισθανθούμε το σκοπό της αποστολής μας σε τούτο τον πρόσκαιρο κόσμο και θα δούμε ολόφωτο το δρόμο της προσευχής να μας οδηγεί προς τον Κύριο της αιώνιας ζωής.
Προσπάθησε λοιπόν και συ, αδελφέ, να έχεις πάντα ανοιχτά τα μάτια και τ’ αυτιά της ψυχής σου, για να βλέπεις και ν’ ακούς όλα αυτά, που σου μιλάνε για την προσευχή και σου δείχνουν φωτεινό το δρόμο προς τον Θεό!…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 6ον

Ο Πανάγαθος Θεός ακούει τις προσευχές όλων μας ανεξαιρέτως, αρκεί να εκπορεύονται και εκπέμπονται από τα βάθη της καρδιάς μας. Ακόμη και των αμαρτωλών τις προσευχές ακούει ο Κύριος, όταν γίνονται με πίστη και πραγματική μετάνοια. Χαίρεται μάλιστα ο Κύριος, όταν οι αμαρτωλοί, πικρά μετανιωμένοι για τις πράξεις τους, ζητούν συγχώρεση. Έτσι χάρηκε ο πατέρας της παραβολής του Ασώτου κι έσφαξε το μόσχο το σιτευτό, μόλις γύρισε ο παραστρατημένος υιός του! – Ο προφητάναξ Δαβίδ, ο μεγάλος αυτός ποιητής και ψαλμωδός, που οι προσευχές του περιέχονται στο ανυπέρβλητο Ψαλτήρι «Αμάρτησα απέναντι του Κυρίου» ομολόγησε, όταν συνήλθε από το παραστράτημα του. Και ο Κύριος του φανέρωσε: «Σου συγχώρεσα την αμαρτία σου, μη λοιπόν στενοχωρείσαι γι’ αυτήν». Όταν ο αυταρχικότατος και σκληρότατος βασιλιάς των Ιουδαίων Μανασσής ταπεινώθηκε νικημένος κι αιχμαλωτισμένος από τους Ασσυρίους και προσέφυγε στον Θεό και τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει για τ’ αμαρτήματα του, Εκείνος «και υπήκουσε αυτού και υπήκουσε της βοής αυτού και επέστρεψεν αυτόν εις Ιερουσαλήμ επί την βασιλείαν αυτού»…
Κατά την παραβολή του Κυρίου Ιησού, όταν ο Τελώνης μπήκε στο ναό και ταπεινός και συντριμμένος ζήτησε συγχώρεση λέγοντας «Θεέ μου, λυπήσου με τον αμαρτωλό και συγχώρεσε με», επειδή τα λόγια βγήκαν από τα μύχια της καρδιάς του, έκαναν τον Μεγαλοδύναμο να τον συγχωρέσει. Και κατά τη σταύρωση του Κυρίου μας Ιησού, ένα «Μνήσθητι μου, Κύριε», δηλαδή «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη Βασιλεία σου» του ενός από τους δύο ληστές, στάθηκε ικανό, για να μπει αυτός μέσα στον Παράδεισο!
Μη διστάσεις λοιπόν και συ, αδελφέ μου, όταν ως άνθρωπος πέσεις σε κάποιο αμάρτημα, να ζητήσεις τη συγχώρεση από τον Κύριο μας. Να είσαι βέβαιος, πως, όταν η μετάνοια σου είναι πραγματική, θα σου δοθεί η άφεση.
ΜΕΛΕΤΗΜΑ 3ον

Ο Θεός έχει παραχωρήσει στη θέληση και στη δύναμη του ανθρώπου μόνο την ποσότητα της προσευχής. Έχει διδάξει τη συνεχή και αδιάλειπτη προσευχή πάντοτε και σε κάθε τόπο. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο γινόμεθα κάτοχοι του μυστικού της αληθινής προσευχής και πίστεως. Μόνον έτσι τηρούμε τις εντολές του Θεού και πετυχαίνουμε τη σωτηρία μας. Η ποσότητα λοιπόν της προσευχής εξαρτάται από τον άνθρωπο.
Οι Ξανθόπουλοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος συμβουλεύουν συχνή προσευχή στο Όνομα του Ιησού Χριστού πριν από κάθε έργο και πράξη, επειδή η συχνότητα τελειοποιεί ακόμη και την ατελή προσευχή. Ο δε Διάδοχος της Φωτικής παραδέχεται ότι, όταν άνθρωπος επικαλείται το όνομα του Θεού όσον μπορεί συχνότερα, δεν πέφτει εύκολα σε αμαρτήματα. Μάθε ότι κάθε παλμός και κάθε σκέψη προσευχής οφείλεται σ’ ενέργεια του Αγ. Πνεύματος και είναι η μυστική φωνή του Αγγέλου φύλακος του καθενός μας. Το όνομα του Ιησού Χριστού, που επικαλούμεθα στην προσευχή, περιέχει μέσα του αυτοϋπάρχουσα και αυτενεργούσα ανορθωτική δύναμη.
Μην ανησυχείς λοιπόν από την ατέλεια και την ξηρασία της προσευχής σου, αλλά περίμενε μ’ επιμονή τον καρπό της συχνής επικλήσεως του θείου Ονόματος και δεν θ’ αργήσει να έλθει. Εκείνο που θα πρέπει να σε ανησυχεί είναι η αμέλεια για προσευχή. Αυτή ήταν η κύρια και μοναδική αιτία, που έσπρωξε τον Απ. Πέτρο στο ν’ αρνηθεί τον Χριστό!… Αυτή ήταν εκείνη που τον είχε κάνει περήφανο,γιατί όποιος νομίζει τον εαυτό του ασφαλή και σταθερό, δεν ζητάει με την προσευχή τη βοήθεια του Θεού.
Ο Θ. Πέτρος είχε πολλούς λόγους να καταφύγει στην προσευχή: γιατί ο Κύριος του το είχε παραγγείλει λέγοντας σ’ όλους τους Αποστόλους «Έχετε πάντα το νου σας και προσεύχεσθε, για να μη μπείτε σε πειρασμό». Ακόμη και ιδιαίτερη παρατήρηση του έκαμε ο Κύριος, όταν του είπε: «Πέτρε κοιμάσαι;» Ακόμη ο Πέτρος είχε πρόσφατο το παράδειγμα του Κυρίου, που προσευχόταν συνέχεια επί τρεις ώρες. Κι όμως όλα αυτά δεν μπόρεσαν να τον κάνουν να ξυπνήσει από το βαρύ ύπνο, που τον είχε κυριεύσει. Βλέπεις, αδελφέ, πόσο αδύνατος είναι ο ταλαίπωρος άνθρωπος, όταν δεν ζητάει με την προσευχή βοήθεια από τον Θεό;

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

ΜΕΛΕΤΗΜΑ 2ον

Η προσευχή είναι από τις κυριώτερες και ισχυρότερες δυνάμεις, που κάνουν τον προσευχόμενο να ξαναγεννιέται και του χαρίζουν σωματική και πνευματική ευεξία. Χωρίς την προσευχή ούτε οι αμαρτίες μας συγχωρούνται ούτε Μυστήριον κάνουμε ούτε και ο Θεός μας δίνει τη βοήθεια του και τη χάρη Του.
Η προσευχή είναι τα μάτια και τα φτερά της ψυχής μας και μας δίνει θάρρος και δύναμη ν’αντικρύσουμε τον Θεό. Όμως κατά την προσευχή πρέπει: α) Το ήθος μας να είναι ταπεινό, τρεφόμενο μ’ αγνές ελπίδες, β) Να μεταχειριζόμαστε όσα ταπεινώνουν και ησυχάζουν το σώμα, ελευθερώνοντας το νου από κάθε ενόχληση, γ) Τα ενδύματα μας να είναι ταπεινά, δ) Οι τροφές μας να είναι εκείνες που πρέπει και τα πιοτά μας ελαφρά και με μέτρο, ε) Η ορθοστασία μας και οι γονυκλισίες μας ανάλογες με τις δυνάμεις μας, στ) Ο ύπνος μας να είναι ολίγος και σε σκληρά στρώματα, ζ) Να μεταχειριζόμαστε όσα δαμάζουν το σώμα και ξυπνούν το νου φέρνοντας μας κοντά στο Θεό.
Σ’ αυτό βοηθούν πολύ η ανάγνωση των Θείων Γραφών και των ερμηνειών των Αγ. Πατέρων, τα νηπτικά αποφθέγματα των Οσίων και οι κατανυκτικές ψαλμωδίες και η) Να νιώθουμε σ’ όλη τους την έκταση τα θαύματα, που έγιναν και γίνονται σ’ όλον τον κόσμο.
Προσεύχου, λοιπόν, αδελφέ μου, με το στόμα, ώσπου να σε φωτίσει η Θ. Χάρη να προσεύχεσαι και με την καρδιά σου.
Τότε θα συντελεσθεί μέσα σου με θαυματουργικό τρόπο εορτή και πανήγυρη και δε θα προσεύχεσαι πια με το στόμα αλλά με την καρδιά. Σε κάθε σου εργασία από το πρωί μέχρι το βράδυ, ας προηγείται η προσευχή! Αυτή ας κυβερνάει όλες σου τις πράξεις! Αυτή γεννάει τη μετάνοια και το δάκρυ! Αυτή προχωρεί ως τα μύχια των λογισμών μας.
Αυτή είναι η γεννήτρια της Θείας Αγάπης! Αυτή καθαρίζει το λογιστικό της ψυχής. Αυτή εξαγνίζει τους Αγγέλους και τους Αγίους!…
Αυτή φυλάγει καθαρό το επιθυμητικό της ψυχής με το να βρίσκεται μπροστά στο Θεό, να ομιλεί και να προσκολλάται σ’ Αυτόν μ’ όλη της την επιθυμία.
Γιατί καθένας που αγαπάει και φοβάται το Θεό είναι αδύνατο να μη σκέπτεται ταπεινά, είναι αδύνατο να κυβερνάται από το θυμό. Γι’ αυτό και λέμε πως η οσία ταπείνωση καθαρίζει την ψυχή.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Πνευματικά Μελετήματα

Αδιαλείπτως Προσεύχεσθε

Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

ΜΕΛΕΤΗΜΑ 1ον

Με την προσευχή μιλάει ο άνθρωπος άμεσα με τον Θεό. Με την προσευχή ο άνθρωπος γίνεται παιδί του Θεού!
Με την προσευχή ξεπερνιούνται τα εμπόδια του βίου τούτου, δηλαδή οι θλίψεις, οι στενοχώριες, τα βάσανα, οι δυστυχίες, οι στερήσεις, οι μηχανορραφίες, οι ραδιουργίες, οι καταλαλιές και οι συκοφαντίες.
Με την προσευχή συντρίβονται τα βέλη των ορατών και αοράτων εχθρών.
Με την προσευχή αποκτούμε τη μακαρία υπομονή του Θεανθρώπου και Σωτήρα Χριστού και των αγίων ανδρών της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Με την προσευχή αποκτούμε περισσότερη πνευματική δύναμη!… Με την προσευχή παίρνουμε την ουράνια παρηγοριά και παραμυθία της ψυχής! Με την προσευχή αποκτούμε την Ουράνια Σοφία. Με την προσευχή τελούνται τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας. Με την προσευχή λαμβάνουμε τον επιούσιον άρτον, δηλαδή τα υλικά και τα πνευματικά αγαθά! Με την προσευχή αντλούμε περισσότερο θάρρος, υπομονή και ελπίδες.
Με την προσευχή οι άγιοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ετέλεσαν θαύματα, νεκρούς ανέστησαν, ασθενείς θεράπευσαν και λογής-λογής βασανιστήρια υπέμειναν!… Με την προσευχή γινόμαστε όμοιοι με τους αγ. Αγγέλους, οι οποίοι νύχτα-μέρα υμνούν και δοξολογούν τον Θεό! Με την προσευχή γίνονται τα θαύματα. Με την προσευχή θεραπεύονται ανίατες ασθένειες και εκδιώκονται τα δαιμόνια! Με την προσευχή μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας και να βαδίσουμε απρόσκοπτα το δρόμο του Θεού. Με την προσευχή δυναμώνεται η πίστη μας στον Θεό!… Με την προσευχή ο νους και η καρδιά μας καθαρίζονται από κάθε κοσμική πονηρία! Με την προσευχή ο νους και η καρδιά μας γίνονται ναός του Παναγίου Πνεύματος! Με την προσευχή ο Πατήρ, ο Υιός και το άγιον Πνεύμα εισέρχονται και κατοικούν στις καρδιές μας!…
Με την προσευχή η γλώσσα μας γίνεται σάλπιγγα του Αγ.Πνεύματος, σαλπίζουσα ουράνια ρήματα. Με την προσευχή μας δίνονται αόρατα οδηγίες και συμβουλές από το Πανάγιο Πνεύμα!… Με την προσευχή παραμένει διαρκώς κοντά μας ο φύλακας Άγγελος και μας φυλάσσει από κάθε κακό. Με την προσευχή ανοίγονται τα πνευματικά αυτιά της ψυχής και ακούνε τη γλυκόηχη ουράνια φωνή του Κυρίου μας Ιησού, καθώς επίσης ανοίγονται και τα πνευματικά μάτια της ψυχής. Με την προσευχή αποφεύγουμε να σκεφθούμε ή να κάμουμε το κακό. Με την προσευχή γινόμαστε ταπεινότεροι και αγαθότεροι. Με την προσευχή νικάμε τις πανουργίες ορατών και αοράτων εχθρών! Με την προσευχή παρηγορούμεθα και ανακουφιζόμεθα στις λογής-λογής θλίψεις της ζωής!…
Για να ωφεληθείς από την προσευχή πρέπει: α) να ξεχνάς κάθε φροντίδα κοσμική. β) Το λόγο που προφέρει το στόμα αυτόν να συλλογίζεσαι και ο νους μας, δηλαδή να μη λαλεί άλλα η γλώσσα και άλλα σκέπτεται ο νους μας. Τότε αληθινά η προσευχή μας ανεβαίνει στον Ουράνιον Πατέρα και παίρνουμε τα μεγάλα χαρίσματα και τις δωρεές του Αγ. Πνεύματος και συγχωρούνται οι αμαρτίες μας…

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Κωνστανίνος Παλαιολόγος - Πολιορκία και 'Aλωση της Κωνσταντινουπόλεως

Γουσταύου Σλουμβερζέ

Εκδ. Ρηγόπουλου,Θεσσαλονίκη 1991 ( Α΄έκδ. Αθήναι 1914),
σελ.
358-366

Περί δε των περιστατικών του θανάτου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αι σύγχρονοι διηγήσεις διαφέρουσιν απ' αλλήλων. Οι θρύλοι αντικατέστησαν την αλήθειαν, ήτις μένει αμφίβολος. Ουδείς των ιστορικών της πολιορκίας παρέστη εις τον θάνατον αυτού. Ο πιστός Φραντζής, όστις είχεν ακολουθήσει αυτόν μέχρι της δραματικής εκείνης ιππηλασίας ανά το μήκος τοΰ τείχους, ης αφήκεν εις ημάς την συγκινητικήν αναμνησιν, λέγει ρητώς, ότι την εσχάτην εκείνην ώραν δεν ευρίσκετο πλησίον του αγαπητού ηγεμόνος, αλλ' ήτο μακράν, εντεταλμένος αποστολήν τίνα, όπως επιθεώρηση άλλο μέρος της Αμύνης (1). Ο δε Κριτόβουλος λέγει, καθ' α είδομεν, ότι ο βασιλεύς έπεσε πλησίον της πυλίδος, ήτις εχρησίμευσεν εις την αποχώρηοιν του Ιουστινιάνη (2). Λεονάρδος ο Χίος μαρτυρεί, ότι κατερρίφθη χαμαί υπό γενίτσαρου, ανηγέρθη και έπειτα επλήγη εκ νέου θανασίμως πλέον (3). Ο Μοντάλδος ποιείται λόγον περί δυο διαφόρων φημών διαδοθεισών τότε. Τούτων η μεν ελεγεν, ότι κατεπατήθη εν τη συγχύσει των φευγόντων, η δε άλλη, ότι Τούρκός τις απέκοψεν αυτού την κεφαλήν (4). Ο Ρικκέριος μαρτυρεί ομοίως, ότι κατεπατήθη υπό του πλήθους των φυγάδων (5). Ο Φίλελφος διηγείται, ότι ώρμησε, πλήσσων δεξιά και αριστερά και φονεύων πάντας τους ευρεθέντας προ αυτού, εν ω έπιπτε (6). Κατά τον Πούσκουλον αγωνιζόμενος προς τους γενιτσάρους «κατ' αυτό το πρόχωμα (7) », εφόνευσε τρεις, είτα δ' εφονεύθη και αυτός υπό δεινού πλήγματος ξίφους, και η κεφαλή αυτού απετμήθη και απήχθη υπό τίνος γινώσκοντος αυτόν και εκομίσβη εις τον Μωάμεθ, όστις επλήρωσε την επηγγελμένην αμοιβήν (8). Ο Δούκας αφηγείται, ότι δυο Τούρκοι διημφισβήτησαν προς αλλήλους την τιμήν του φόνου του Κωνσταντίνου και της αποκομίσεως της κεφαλής αυτού και ότι αύτη ανεγνωρίσθη υπό των πιστών αυτού, εν οις και ο μέγας δουξ Λουκάς Νοταράς, και προσηλώθη επί κίονος του Αύγουσταίου, επειδή δ' εξεδάρη, και το δέρμα πληρωθέν δι' αχύρων επομπεύθη κατά διαταγήν του σουλτάνου ανά την Περσίαν και την Αραβίαν και παρά τοις άλλοις Τούρκοις (9). Ο Μοντάλδος προσθέτει, ότι η περιπλανώμενη εκείνη κεφαλή εστάλη εις τον πασσάν της Βαβυλωνίας, συνοδευομένη υπό τεσσαράκοντα νεανιών και τεσσαράκοντα παρθένων αιχμαλώτων, του Μωάμεθ διατάξαντος την παράδοξον εκείνην διαπόμπευσιν, όπως αγγείλη ανά πάσαν την Ασίαν τον θρίαμβον της ημισελήνου (10).
Ιδού η διατύπωσις του Πολωνού γενίτσαρου· «Ο Κωνσταντίνος ηγωνίσθη γενναίως, και τέλος έπεσε, φονευθείς υπό γενιτσάρου, όστις, αφ' ου πρώτον απέκοψε την κεφαλήν αυτού, μεταβάς έρριψεν αυτήν εις τους πόδας του σουλτάνου, λέγων «Ευτυχισμένε σουλτάνε, ιδού η κεφαλή του φοβερωτάτου των εχθρών σου». Ο σουλτάνος, στραφείς προς τίνα αιχμάλωτον επιφανή, καλούμενον Ανδρέαν, ηρώτησεν αυτόν, αν εγίνωσκε τίνος ήτο η κεφαλή εκείνη. « Είνε του αυθέντου ημών, του βασιλέως», απήντησεν ο Έλλην, ολολύζων. Ο Μωάμεθ αντήμειψε τον γενίτσαρον τον καλούμενον Σαφαλέρ, δους εις αυτόν την διοίκησιν του Αϊδινίου εν τη Ανατολή».
Η δε πιθανωτάτη των διηγήσεων είνε εκείνη, καθ'ην , του σουλτάνου μαθόντος αμέσως μετά τον θρίαμβον τα κατά την τύχην του αυτοκράτορος, ανεγνωρίσθη μετά μακράς έρευνας το πτώμα τούτου εκ των πέδιλων των εχόντων χρυσούς αετούς, και κατά διαταγήν του Μωάμεθ η κεφαλή, κοπείσα και πλυθείσα, επεδείχθη εις τους πρωτεύοντας των αιχμαλώτων, αναγνωρισάντων αυτήν μετά συγκινήσεως αφάτου.
Μετά την εις τον περίβολον εισπέλασιν των πολεμίων, λέγει ο κ. Pears, οι τελευταίοι αμύντορες ευρέθησαν εμπερικεκλεισμένοι εν αύτω ως εν μυάγρα. Η μόνη αυτών έξοδος η μείνασα ελευθέρα, ίνα καταφύγωσιν εις την πόλιν, ήτο η μικρά πυλίς, δι' ης είχεν αποσυρθεί ο Ιωάννης Ιουστινιάνης. Η μεγάλη πύλη του Αγίου Ρωμανού, η πύλη της εφόδου, έμεινεν ακόμη κεκλεισμένη. Παμμεγέθης σωρός πτωμάτων Ελλήνων και Ιταλών απέκλειεν αυτήν και παρεκώλυε πάσαν απόδρασιν. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος λέγει, ότι περίπου οκτακόσιοι των πολιορκουμένων, Έλληνες τε και Λατίνοι, έπεσον εν εκείνω τω μέρει. Η εσχάτη ήττα των τελευταίων επιζησάντων εκ του θαρραλέου στίφους του Ιουστινιάνη επερατώθη υπό σώματος γενιτσάρων, εισπελασάντων εις τον περίβολον άνωθεν του σταυρώματος. Συνετεταγμένοι δίκην φάλαγγος συμφώνων προς αυτήν την εκφρασιν τοϋ Λεονάρδου, εσάρωσαν τα πάντα ενώπιον εαυτών. Χάρις εις την άριθμητικήν αυτών υπεροχήν ηδυνήθησαν μετά της μεγίστης ευκολίας να θυσιάσωσιν άπαντας εκείνους τους πολιορκουμένους όσοι δεν είχον κατορθώσει ακόμη να εισέλθωσιν εις την πόλιν. Το μέγα τείχος το κατεστραμμένον κατά μέγα μέρος, εγκαταλειφθέν υπό των τελευταίων αυτού προμάχων, ουδαμώς πλέον παρεκώλυε αυτούς. Και αυτή δε η πύλη του Αγίου Ρωμανού εξεβιάσθη τέλος, ανοιχθείσα πλέον διάπλατα. Ουδεμίαν πλέον παρείχε δυσκολίαν η εις την πόλιν είσοδος. Στίφος Τούρκων στρατιωτών έσπευσεν εις την πύλην της Αδριανουπολεως, και ανέωξε και αυτήν έσωθεν. Από της στιγμής εκείνης η Κωνσταντινούπολις ήτο παραδεδομένη εις τους Τούρκους.
Ότε ο λαμπρός ήλιος άκτινοβόλου ημέρας του ανατολικού Μαίου ανέτειλεν επί της πενθίμου εκείνης και μεγαλοπρεπούς άμα σκηνής (11) , ο σουλτάνος Μωάμεθ ηδυνήθη αίφνης να συνίδη, ότι ο κολοσσιαίος αγών της δαιμόνιας αυτού νεότητος είχε τέλος περανθή. Ό τι είκοσι πολιορκίαι επιχειρηθείσαι υπό πλείστων όσων λαών της οικουμένης δεν είχον δυνηθή να επιτύχωσιν επί δυο αιώνας, είχε συντελέσει Εκείνος δια της ιδίας δραστηριότητος, της καρτερίας και του αδαμάστου ζήλου των στρατιών αυτού, ιδίως δε δια του θαυμασίου αυτού πυροβολικού. Τώρα είχεν υποδεδουλωμένην προ αυτού την αγέρωχον εκείνην πόλιν, την επί αιώνας βασιλεύουσαν των χριστιανικών πόλεων της Ανατολής, ήτις ανέκαθεν αντετάσσετο νικηφόρος εις τον ακοίμητον πόθον των απειραρίθμων υιών του προφήτου. Πως να παραστήσωμεν την άφθαστον χαράν την καταλαβούσαν την ώραν εκείνην την καρδίαν του υπέρτατου εκείνου μονάρχου, του ήγεμόνος εκείνου του έχοντος μόλις είκοσι και δυο ετών ηλικίαν, όστις ηγείτο της ισχυρότατης εν εκείνοις τοις χρόνοις στραιάς, ήτις προ μικρού είχεν εκπορθήσει μετά πολιορκίαν πρωτοφανή την μεγίστην, την πλουσιωτάτην πόλιν του μεσούντος δεκάτου πέμπτου αιώνος; Έφιππος, σκιαζόμενος υπό της μεγάλης αυτού σημαίας (11) , περιβαλλόμενος υπό των σημάτων του χαλιφάτου, παρέστη ο Μωάμεθ επί μακρόν μετ ' ευλόγου υπερηφάνειας εις την είσοδον των μεγαλοπρεπών και γραφικών εκείνων στιφών, άτινα πλέον δια πάντων των ρηγμάτων και απασών των πυλών εισεχέοντο δίκην χειμάρρου ανεξάντλητου εις την ήττημένην πόλιν.
Βεβαίως, λέγει και πάλιν ο κ. Pears, τα δυο μοιραία επεισόδια τα επαγαγόντα την εσχάτην ώραν της δραματικής εκείνης πτώσεως της βασιλευούσης υπήρξαν ο κατά την Κερκόπορταν αιφνιδιασμός και ο απελπισμός, ον ενέσπειραν εις τους τελευταίους εξηντλημένους προμάχους το τραύμα και η κατηναγκασμένη υποχώρησις του κεχαρισμένου εις αυτούς ήρωος Ιωάννου Ιουστινιάνη. Το δε υπέρ πάντα κρίσιμον επεισόδιον υπήρξεν ο θάνατος του βασιλέως, αγωνιζομένου μέχρι τελευταίας πνοής υπό την μεγάλην πύλην της πόλεως, ήτις, φευ, δεν ήτο θεοφύλακτος πλέον.
Αλλ' επανέλθωμεν και πάλιν εις τα του μεγαλείου θανάτου του τελευταίου των διαδόχων Κωνσταντίνου του μεγάλου. Η μαρτυρία του Δούκα περί της ταριχεύσεως ή μάλλον δι' αχύρων πληρώσεως της κεφαλής του αυτοκράτορος και πομπεύσεως αυτής ανά τας πόλεις της Ασίας επιβεβαιούται πως υπό της άλλης εκείνης διηγήσεως του Μοσχοβίτου, καθ' ην γραφεύς τις εκόμισεν εις τον σουλτάνον την κεφαλήν του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ούτος δε, αφ' ου πρώτον εβεβαιώθη, ότι η κεφαλή εκείνη ήτο πράγματι η του αυτοκράτορας, ησπάσθη αυτήν και επειτ ' απέστειλεν εις τον πατριάρχην. Τότε δ' ενεκλείσθη εν αγγείω αργυρώ και ετάφη υπό την αγίαν τράπεζαν της Αγίας Σοφίας (12) , εν ω το σώμα μετηνέχθη νύκτωρ εις τον Γαλατάν, οπού και ετάφη. Ταύτα δε περίπου λέγει η διήγησις του Πουσκούλου, ην παρέθηκ ' ανωτέρω. Υπεδείχθησαν δε και άλλοι τόποι, οπού λέγεται ταφείς αφανώς ο τελευταίος αυτοκράτωρ των Ελλήνων, αλλά ταύτα πάντα είνε απλοί θρύλοι, ουδεμίαν έχοντες άξιαν λόγου βάσιν, καθ' «ουδέ ο θρύλος εκείνος, καθ' ον ο ατυχής βασιλεύς, εκφυγών τον θάνατον, έζησε περιπλανώμενος επί πολλά ακόμη έτη.
Ουδεμία των διηγήσεων τούτων δύναται να θεωρηθή αξία πίστεως. Ο Βάρβαρος μετά της συνήθους αυτώ ειλικρίνειας, οσάκις δεν πρόκειται περί των Γενουηνσίων, λέγει απλώς ταϋτα· «Περί της τύχης του αυτοκράτορος δεν κατωρθώθη να γνωσθή τι, αν έζησεν ή απέθανεν, αλλά τίνες λέγουσιν, ότι ευρέθη μεταξύ των νεκρών, ελέχθη δε, ότι κατεπατήθη και εξέπνευσε κατά την εισόρμησιν των Τούρκων εις την πύλην του Αγίου Ρωμανού (13). Ο δε Φραντζής, όστις, καθ'α ο Βάρβαρος, ευρίσκετο την ώραν εκείνην εν τη πόλει, μαρτυρεί, ότι μετά την άλωσιν της πόλεως ο σουλτάνος διέταξε δραστηρίαν έρευναν αν ο βασιλεύς έζη ή ήτο νεκρός, ότι απεστάλησαν άνδρες, όπως ανεύρωσιν αυτόν μεταξύ της σωρείας των πτωμάτων Χριστιανών και Τούρκων και ότι μάλιστα επλύθησαν πλείσται όσαι κεφαλαί χωρίς τις να δυνηθή νἀναγνωρίη την του αυτοκράτορος, αλλ' ότι τέλος ανεκαλύφθη πτώμα φέρον αετούς χρυσούς επί των πεδίλων ή περικνημίδων κατά το έθος των αυτοκρατόρων και ότι ο σουλτάνος εχάρη μεγάλως επί τω αγγέλματι τούτο και διέταξε να παραδοθή ο νεκρός εις τους Χριστιανούς, όπως ταφή μετά τιμών βασιλικών (14).
Ο Φραντζής, όστις θρηνεί τον προσφιλή αυτοκράτορα μετά θλίψεως ανυπόκριτου και εξυμνεί τας άρετάς αυτού και την αγαθότητα, δεν λέγει, ότι είδε το πτώμα αυτού, και ουδέν διηγείται περί επιδείξεως της κεφαλής εις τον σουλτάνον και αναγνωρίσεως αυτής υπό του μεγάλου δουκός Λουκά Νοταρά, καθ' α μαρτυρεί ο Δούκας (15). Ο δε Τετάλδης εκφράζεται ως έξης· «Τινές λέγουσιν, ὅτι ἀπέκοψαν τήν κεφαλήν αὐτοῦ, ἄλλοι δε, ὅτι ἀπέθανε παρά τήν πύλην, διαλογιζόμενος νά ἐξέλθη ἐξ αὐτῆς ». Αμφότεραι αύται αι διηγήσεις δυνατόν να εινε αληθείς. Ο Μοντάλδος λέγει, ότι ουδείς είδε πίπτοντα τον βασιλέα, ότι ηγνοείτο, αν απέθανεν αποπνιχθείς ή σφαγείς και ότι αργότερον, ότε ο σουλτάνος εξέφρασε την ζωηράν επιθυμίαν να ιδή τον νεκρόν αυτού, επομπεύθη εν Κωνσταντινουπόλει επί δόρατος η υποτιθεμένη κεφαλή αυτού, ήτις ίσως δεν ήτο ασφαλώς η του αυτοκράτορος, και εστάλη έπειτα εις τας επαρχίας μετά της αξιοθρήνου συνοδίας, περί ης έγεινε λόγος ανωτέρω.
Η δε πιθανωτάτη διήγησις, καθ' α λέγει ο κ. Α. Morttmann, είνε, ότι ο βασιλεύς, διάτρητος υπό τραυμάτων και αδιάγνωστος, ευρέθη μετά τρεις ημέρας υποκάτωθεν άλλων πτωμάτων συνεσωρευμένων και ανεγνωρίσθη μόνον εκ των πορφυρών αυτού πεδίλων. Θρύλος δε τις ιδιαζόντως διδακτικός διηγείται, ότι ο σουλτάνος επί τη θέα του νεκρού του αυτοκράτορος ηρώτησε τους γενιτσάρους αυτού υπό τίνος αυτών είχε φονευθή, όπως δυνηθή ανταμείψη αυτόν. Ότε δε τις Αιθίοψ είπεν «Εγώ τον εφόνευσα », ο σουλτάνος διέταξε πάραυτα να θανατωθή. Κατά τοιούτον τρόπον προσιδιάζοντα αυτώ ηθέλησε να χαρακτηρίσει εαυτόν επισήμως ως τον διάδοχον του βασιλέως του Βυζαντίου και τιμωρήση τον χύσαντα το αίμα του νομίμου κυριάρχου (16).
Περίεργος δε είνε η διήγησις του Σλαβονικού χρονικού. Κατά ταύτην ο σουλτάνος είχεν ερωτήσει πάντας περί της τύχης του βασιλέως. Εν ω δε μετέβαινεν εις την ακρόπολιν, εξερχόμενος εκ της Αγίας Σοφίας, στρατιώτης Σέρβος, φέρων κεφαλήν κεκομμένην, παρουσίασεν αυτήν εις αυτόν, κραυγάζων μεγάλη τη φωνή «Ένδοξε αυθέντα, αιωνία έστω η ευτυχία σου· ιδού η κεφαλή του τσάρου Κωνσταντίνου». Η ίππηλασία εσταμάτησεν. Ο μέγας δουξ Νοταράς και άλλα μέλη της ελληνικής αριστοκρατίας εκλήθησαν εν τάχει, και ανεγνώρισαν εν μέσω ολολυγμών την κεφαλήν του ιδίου δεσπότου. Ο Σέρβος ήγαγε τινας αξιωματικούς του σουλτάνου εις το πτώμα, όπερ είχεν αποκεφαλίσει. ' Ητο πράγματι το του βασιλέως. Έφερεν ακόμη πέδιλα πορφυρά, φέροντα κεντημένον τον δικέφαλον αύτοκρατορικον αετόν. Έκειτο επί της πλατείας ήτις λέγεται σήμερον Σαντζακντάρ Γιοκουσάρ. Ο σουλτάνος διέταξε να εκτεθή η έξαιμος κεφαλή μέχρι της εσπέρας επί τινός κίονος εκ πορφυρίτου · απέναντι του αυτοκρατορικού ανακτόρου, έπειτα δε την αυτήν ημέραν επέτρεψεν, όπως ο ελληνικός κλήρος θάψη τον νεκρόν μετά των προσηκουσών εις το αξίωμα αυτού τιμών. Όπως δε καταδείξη έτι μάλλον την εκτίμησιν ην έτρεφε προς τον ατυχή ηγεμόνα, διέταξεν, ίνα το έλαιον το προωρισμένον δια την λυχνίαν, ήτις έμελλε να καίη επί του σεπτού εκείνου τάφου, παρέχηται δαπάναις του ιδίου εαυτού ταμείου. Θρυλείται δε, ότι ο τάφος ούτος είνε εκείνος, ον βλέπομεν ακόμη σήμερον εν τοις περιχώροις του Βεφά Τζαμιού. Εν τω τόπω εκείνω υπό πυκνήν σκιάν οι επιτόπιοι οδηγοί, καραδοκούντες αμοιβήν τίνα, εδείκνυον ακόμη προ είκοσι μόλις ετών εις τους περιηγητάς πλάκα λιθίνην, καλύπτουσαν, καθ' α έλεγον, τα ένδοξα λείψανα του τελευταίου αυτοκράτορος των Ελλήνων, και ο μικρός λύχνος ο ανημμένος εκεί πλησίον εξηκολούθει ακόμη διατηρούμενος δαπάναις του σουλτάνου (17).
ʼπασαι αύται αι κατά το μάλλον και ήττον θρυλώδεις διηγήσεις περί των περιστατικών και του τόπου της ταφής του ηρωικού βασιλέως είνε ακόμη ζωνταναί εν ταις καρδίαις απάντων των Ελλήνων. Αλλ' ο περί τω ν συγκινητικωτάτων άλλως θρύλων τούτων λόγος ήθελε παρασύρει ημάς απώτερον του δέοντος. Ακόμη και την σήμερον εν τη έτι δεδουλωμένη Κωνσταντινούπολη οι οδηγοί δεικνύουσιν εις τους επισκέπτας τον μυστηριώδη τάφον του ενδόξου ηττημένου. Ουδείς χρονογράφος σύγχρονος ή μεταγενέστερος μνημονεύει της θέσεως αυτού μετά βεβαιότητος. Πάντως δε, αν αυτή ητο γνωστή, οι Έλλ ηνες ήθελον διατηρήσει την ανάμνησιν αυτής. Επίσης δε πάντως, αν το σώμα αυτού ήθελε κατατεθή εν μυστικώ τινι τόπω, ήθελε διασωθή θ ρυλώδης τις αυτού μνεία.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απέθανε γενναίως, αφ' ου πρότερον καθ' ύλην την πολιορκίαν είχεν επιδείξει θάρρος απαράμιλλον. Εξέπνευσεν εμμένων πιστός εις την ελληνικήν ιδέαν. Ο θάνατος αυτού, τελευτή ευγενέστατη, αποβαίνει εις τιμήν αυτού αιωνίαν. Υπήρξε το μεγαλοπρεπές τέλος της επί αιώνας διαρκεσάσης ελληνικής αυτοκρατορίας. Είτε αι θαυμάσιαι νίκαι των κρατών του Αίμου να εκδικήσωσιν επί τέλους μετ ' ου πολύ παρά τον εγωισμόν της Ευρώπης την μεγάλην και καταπληκτικήν εκείνην συμφοράν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Φραντζή εκδ. Βόννης σ. . 287,12 κ.ε Ἐγώ δε τῇ ὥρᾳ ἐκείνη οὐχ εὑρέθην πλησίον τοῦ αὐθεντός μου τοῦ βασιλέως ἀλλά προστάξει ἐκείνου εἰς ἐπίσκεψιν δῆθεν ἐν ἄλλ ω μέρει τῆς πόλεως ἤμην.

2. Κριτοβούλου Ι, 60,3 εκδ. Μü ller, σ. 95.

3. Leonardo παρά τω Dethier, ε.α. Τομ ΚΑ' μερ. α' σ. 658.

4. Μ ontaldo παρά τω Dethier ε.α. Τόμος ΚΒ΄ μερ. α΄σελ. 961.

5. Riccherio παρά τω Dethier ε.α. Τομ. ΚΒ΄ μερ. α΄ σελ. 961

6. Μαρίου Φιλέλφου Amyridos Βιβλ. II, στ. 989 κ, e. παρά τω Dethier Τομ. ΚΒ' μερ. α' σελ. 373.
7. Ipsoque aggere.

8. Pusculus IV, στ. 1010 κ.ε.παρά Dethier ε.α. Τομ. ΚΒ' μερ. α' σελ. 258. Και ο Σα'αδ-ουδ-δίν ε.α. σ. 31 λέγει ομοίως, ότι Τούρκος στρατιώτης απέκοψεν την κεφαλήν του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

9. Δούκα εκδ. Βόννης σ. 300,3 κ. ε.

10. Montaldo παρά τω Dethier ε.α. Τομ. ΚΒ ΄ μερ. α΄ σελ. 53.


11. Ίδε παρά τω Pears ενθ. αν. 351 σημ. την εξέτασιν περί της ακριβούς ώρας της τελείας νίκης των Τούρκων, ήτοι πιθανώς της ενάτης ή της δεκάτης προ μεσημβρίας.

12. Κριτοβούλου 1, 66,2 εκδ. M ü ller, σ. 95. Ο Τ etaldi ένθ. αν. σ. 23 ποιείται λόγον περί δύο σημαιών κυματιζουσών όπισθεν του σουλτάνου.

13. Ακόμη σήμερον δεικνύεται εις τους περιηγητάς εν τω αγίω βήματι της Αγιας Σοφίας η θέσις οπού νομίζεται ταφείσα η κεφαλή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
14. Barbaro, ενθ. αν. σ. 57.

15. Φραντζή εκδ. Βόννης σ. 291,18 κ. ε.

16. Εν τω περιοδικώ «Μελέτη» του 1908 σ. 75 κ. ε. , 129 κ. ε.ο κ. Ξενοφών Σιδερίδης απηρίθμησεν, εξέθηκε και συνεζήτησε μετά προσοχής και ακριβολογίας άπαντα τα πολυάριθμα κείμενα των αρχαίων χρονογράφων και των νεωτέρων ιστορικών τἀναφερόμενα α) εις τα περιστατικά του θανάτου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, β) εις την ανακάλυψιν του νεκρού αυτού, γ) εις τους νομιζομένους μυστηριώδεις αυτού τάφους, και δ) εις το υποτιθέμενον ξίφος του αυτοκράτορος το φυλασσόμενον εν τη Βασιλική οπλοθήκη του Ταυρίνου ( Ίδε και ανωτέρω σ. 356, σημ. 1).

17. Ο τάφος ούτος είνε σήμερον εντελώς εγκαταλελειμμένος. Ίδε Pears ενθ. αν. σ. 355 σημ. 2. (Πρβλ. και την παρά Ν. Γ. Πολίτη ( Παραδόσεις . Εν Αθήναις. 1904. Τομ. Α' σ . 22 αρ. 24) παράδοσιν περί του τάφου τούτου έχουσαν ώδε· «Κοντά 'ς το Βεφά Μεϊδάνι 'ς ένα χάνι μέσα, 'ς την αυλή, είναι θαμμένος ο βασιλιάς. ʼλλοτε είχαν αναμμένη και μια καντήλα πάνω 'ς το μνήμα του, τώρα είναι πολύς καιρός που δεν την ανάβουν. Και 'ς άλλη μεριά 'ς το ίδιο χάνι έχουν τον Αράπη που τον εσκότωσε, σκεπᾶσμένο όλο λαχούτια και χαλιά».

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Με ποιο τρόπο ξηµερώνοντας πρέπει να βγαίνει στη μάχη το πρωί ο στρατιώτης του Χριστού για να πολεµά

από το βιβλίο :

Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Αφού ξυπνήσεις το πρωί και προσευχηθείς αρκετή ώρα λέγοντας, Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν µε, το πρώτο πράγµα που πρέπει να σκεφθείς είναι αυτό:


το να νοµίσης ότι βλέπεις τον εαυτό σου κλεισµένο µέσα σε ένα τόπο και στάδιο*, το οποίο δεν είναι άλλο, παρά η ίδια σου καρδιά και όλος ο εσωτερικός άνθρωπος· µε αυτόν το νόµο, ότι όποιος εκεί δεν πολεµήσει, θα μένει για πάντα πεθαµένος· και µέσα σε αυτό φαντάσου πως βλέπεις µπροστά σου εκείνο τον εχθρό και εκείνη την κακή σου επιθυµία, την οποία αποφάσισες να πολεµήσεις και είσαι έτοιµος να πληγωθείς και να πεθάνεις, αρκεί µόνο να την νικήσεις.

Και από µεν το δεξιό µέρος του σταδίου, πίστεψε πως βλέπεις τον νικηφόρο σου Αρχιστράτηγο, τον Κύριο µας Ιησού Χριστό µε την Παναγία του Μητέρα και µε πολλά τάγµατα Αγγέλων και Αγίων και µάλιστα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ· και από την αριστερή πλευρά, ότι βλέπεις τον υπόγειο διάβολο µε τους δικούς του δαίµονες, για να ξεσηκώσουν το πάθος εκείνο και την κακή επιθυµία καταπάνω σου, και να σε παρακινήσουν να εγκαταλείψεις τον πόλεµο και να υποταχθείς σε αυτό· φαντάσου και πως ακούς µία φωνή, σαν από τον φύλακά σου Άγγελό, να σου λέει τα εξής:

- Εσύ σήµερα θα πολεµήσεις εναντίον αυτού του πάθους και των άλλων σου εχθρών· η καρδιά σου ας µη δειλιάσει πλήρως και αποφύγεις τον πόλεµον για τον φόβο ή άλλο περιορισµό µε κανένα τρόπο· διότι ο Κύριος µας και Αρχιστράτηγός µας Ιησούς στέκεται εδώ περιτριγυρισµένος µαζί µε όλους τους χιλιάρχους και εκατοντάρχους του, δηλαδή µε όλα του τα δοξασµένα τάγµατα, για να πολεµήσει όλους τους εχθρούς σου και να µη τους αφήσει να σε καταπισέσουν ή να σε νικήσουν

«Ο Κύριος θα πολεµήσει για σας» (Εξοδ. 14,14).

Οπότε, στάσου σταθερός, βίασε τον εαυτό σου, υπόµεινε τον πόνο που θα θέλεις να αισθανθείς κάποια φορά, φώναζε πολλές φορές από τα σπλάγχνα της καρδιάς σου· «µη µε παραδώσεις στη βουλιµία των εχθρών µου» (Ψαλµ. 26,18). Φώναζε τον Κύριό σου και την Παρθένο και όλους τους Αγίους και τις Αγίες· και θα νικήσεις οπωσδήποτε· γιατί λέει· «Σας γράφω νέοι µου για να σας βεβαιώσω ότι έχετε νικήσει τον πονηρό» (Ιωάν. α' 2,13).

Και αν εσύ είσαι αδύνατος και κακοµαθηµένος, ενώ οι εχθροί σου είναι δυνατοί και πολλοί, πολύ περισσότερες είναι οι βοήθειες εκείνου που σε έπλασε και σε λύτρωσε και ασύγκριτα δυνατώτερος είναι ο Θεός στον πόλεµον αυτόν, όπως γράφτηκε· «Ο Κύριός σου είναι κραταιός και δυνατός στον πόλεµο» (Ψαλµ. 23,8).

Και περισσότερο πόθο έχει Αυτός για να σε σώσει, παρά αυτόν που έχει ο εχθρός για να σε καταστρέψει. Γι’ αυτό πολέµα και µη βαρεθείς ποτέ σου τον κόπο. Γιατί από τον κόπο και από την βία και την δοκιµασία, που αισθάνεσαι για την συνήθεια που έδειξες στο κακό, γεννάται η νίκη και ο µεγάλος θησαυρός, µε τον οποίο αγοράζεται η βασιλεία των ουρανών και ενώνεται η ψυχή για πάντα µε το Θεό.

Λοιπόν άρχισε στο όνοµα του Θεού να πολεµάς µε τα οχήµατα της απιστίας στον εαυτό σου και της ελπίδας και του θάρρους στο Θεό σου, µε την προσευχή και µε την εκγύµνασι· µάλιστα δε µε το όχηµα της καρδιακής και νοερής προσευχής, το οποίο είναι το· Κύριε, Ιησού Χριστέ, όνοµα τόσο φοβερό, που σαν µαχαίρι µε δύο στόµατα στρέφεται µέσα στη καρδιά, µασάει και κατακόβει τους δαίµονες και τα πάθη· γι’ αυτό σχετικά είπε ο Ιωάννης της Κλίµακας. «Ιησού ονόµατι, µάστιζε πολεµίους»· για το οποίο µιλάµε ξεχωριστά στο µε΄ κεφάλαιο.

Με αυτά, λέω, πολεµάει εκείνο τον εχθρό και εκείνο το πάθος και την κακή επιθυµία, που σε πολεµάει την οποία είσαι αποφασισµένος να νικήσεις µε την σειρά, που σου είπα στο ιγ΄ κεφάλαιο· δηλαδή πότε µε την αντίσταση, να τον πληγώνεις µέχρι θανάτου, πότε µε το µίσος, πότε µε τις πράξεις της αντίθετης αρετής· και έτσι, να κάνης πράγµατα που αρέσουν στο Θεό σου, ο οποίος, µε όλη την θριαµβεύουσα στον ουρανό Εκκλησία στέκεται αόρατα και βλέπει τον πόλεµό σου· για τον οποίο πόλεµο, δεν πρέπει να λυπάσαι σκεπτόµενος, ότι αφενός µεν είναι η υποχρέωσις που έχουµε όλοι µας να δουλεύουµε και να αρέσουµε στο Θεό και αφετέρου η ανάγκη που έχουµε να πολεµάµε, καθώς σου είπα από πριν. Γιατί, αν εγκαταλείψουµε αυτόν τον πόλεµο, οπωσδήποτε θα θανατωθούµε.

Έπειτα, και αν φύγεις προς στιγµή από τον κατά Θεόν αυτό πόλεµο σαν αποστάτης και παραδοθείς στο κόσµο και σε όλες τις καλοπεράσεις και αναπαύσεις της σάρκας, ύστερα όµως και µε την πίεσή σου πάλι πρέπει να πολεµήσεις και µε τόσες αντιθέσεις, που πολλές φορές να ιδρώνει το πρόσωπό σου και να καταπληγώνεται η καρδιά σου µε θανατηφόρες λυποθυµίες.

Πότε;

Την ώρα των γηρατειών σου και του θανάτου σου.

Όταν οι δαίµονες και όλα τα πάθη σου, πιθανόν να σε έχουν περικυκλώσει. Και τόσο να σε συντρίψουν, που εσύ µη µπορώντας, ποιό πρώτα να πολεµήσεις, θα παραδοθείς σε αιώνιο θάνατο.


Γι’ αυτό, µη γίνεις τόσο ανόητος, αγαπητέ, που να θέλεις να πολεµάς τότε σε µία ώρα ασύµφορη αλλά σαν φρόνιµος, υπόµεινε τώρα την κούραση του πολέµου, για να νικήσεις, να στεφανωθείς και να ενωθείς µε τον Θεό και εδώ και εκεί στη βασιλεία του την ουράνια.

«Θυµήσου τον δηµουργό σου τις µέρες της νεότητός σου, πριν έλθουν οι µέρες οι κακές και φθάσουν τα χρόνια εκείνα που δεν θα έχεις δύναµη»

(Εκκλ. 12,1).

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Ένα τίποτα που αναζητά το παν

Τα πάντα γύρω μας είναι Θεός. Αρκεί να βρούμε τη δύναμη να το νιώσουμε. Είναι όταν κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη τόσο βαθιά μέσα στα μάτια ώστε να νιώσεις τον Χριστό σ' αυτά τα μάτια που βλέπεις και μπορούν και σε κοιτούν. Αυτό είναι πίστη.
Σημασία δεν έχει να εξομολογούμαστε και να κοινωνούμε τακτικά νομίζοντας πως είμαστε ψυχικά υγιείς. Σημασία έχει να μπορούμε με τις πράξεις μας να είμαστε ικανοί φορείς του Χριστού. Η λύση δε βρίσκεται στις ευχές, ούτε στη Θεία Κοινωνία, ούτε στην εξομολόγηση, γιατί η θρησκεία μας δεν μπορεί να μας χαρίσει τη σωτηρία, αν εμείς δε θέλουμε να τη δεχτούμε, αν δεν έχουμε προαίρεση. Η λύση βρίσκεται μέσα μας και ακούει στο όνομα πίστη, αγάπη, σεβασμός, δικαιοσύνη, ευσπλαχνία, πραότητα, ευγνωμοσύνη. Κι όλα αυτά να τα νιώθουμε σε όλα τα πράγματα από το πιο μικρό ως το πιο σημαντικό.
Από το πιο μικρό σάπιο φύλλο που βλέπουμε να πέφτει από ένα δέντρο μέχρι τους ίδιους τους ανθρώπους που συναντούμε καθημερινά σε όλα υπάρχει ο Θεός. Σε καθετί που συναντούμε βλέπουμε το πρόσωπο του Χριστού. Πράττοντας εις βάρος τους, ζημιώνουμε τους εαυτούς μας και το Θεό.
Ας αφήσουμε την ψυχή μας ελεύθερη να νιώσει το θαύμα που υπάρχει γύρω μας. Κι όλα αυτά είναι λόγια από ένα τίποτα, που αναζητά να φτάσει το παν.

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


Φίλες και φίλοι του συνοδοιπόρου Χριστός Ανέστη. Σας ανακοινώνω
ότι θα απουσιάσω απο την τρίτη 13/05/08 μέχρι και την δευτέρα 26/05/08 ,
διότι θα επισκεφτώ το Αγιον Ορος καθώς και άλλα μοναστήρια της πατρίδας μας.
Σύν Θεώ θα επιστρέψω στην έδρα μου την τρίτη 27/05/08 και θα τα πούμε τότε.
Καλή αντάμωση αδέλφια και ο Αναστάς Κύριος να μας χαρίζει πλούσια τα ελέη του. Αμήν.

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Οι μυροφόρες

Ακούγοντας τη διήγηση για τη σταύρωση και το θάνατο του Χριστού, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με εντυπωσιάζει συνεχώς μια λεπτομέρεια της ιστορίας: η μέχρι τέλους αφοσίωση μιας χούφτας ανθρώπων, κυρίως γυναικών, για τις οποίες το ευαγγέλιο δεν λέει σχεδόν τίποτε άλλο.Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι μαθητές του Χριστού, όλοι τους, έφυγαν και τον άφησαν μόνο.
Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Ο Ιούδας Τον πρόδωσε.
Τα πλήθη ακολουθούσαν το Χριστό ενώ κήρυττε, και όλοι περίμεναν να πάρουν κάτι απ’ Αυτόν: προσδοκούσαν βοήθεια, θαύματα και θεραπείες, περίμεναν την απελευθέρωσή τους από τη μισητή Ρωμαϊκή κατοχή, περίμεναν απ’ Αυτόν να ασχοληθεί με τις επίγειες μέριμνές τους. [...]
Δεν είναι δε το οδυνηρότερο μέρος αυτών των τελευταίων ημερών η προδοσία των στενών φίλων και μαθητών, στους οποίους ο Χριστός είχε αληθινά και ολοκληρωτικά δοθεί; Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο.
Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για το Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56). Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε.
Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης. Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν παρέμειναν στο Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «εισήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25). Αργότερα, μετά το θάνατο του Ιησού, Οψίας δε γενομένης ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, τούνομα Ιωσήφ, ος και αυτός εμαθήτευσε τω Ιησού, ούτος προσελθών τω Πιλάτω ηττήσατο το σώμα του Ιησού, τότε ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα, και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. (Ματθ. 27, 57- 60).
Μια μέρα αργότερα, μετά το Σάββατο, την αυγή της τρίτης ημέρας, οι ίδιες γυναίκες ήρθαν στον τάφο, όπου σύμφωνα με το έθιμο της εποχής θα άλειβαν το νεκρό με μύρα. Ακριβώς σ’ αυτές ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά.
Ήταν οι πρώτες που άκουσαν απ’ αυτόν το «Χαίρετε», το οποίο πλέον έγινε για πάντα η ουσία της Χριστιανικής δύναμης. Ο Χριστός δεν είχε αποκαλύψει σ’ αυτές τις γυναίκες τα μυστήρια του μέλλοντος όπως τα είχε αποκαλύψει στους δώδεκα αποστόλους.
Δε γνώριζαν ούτε το νόημα του θανάτου Του, ούτε το μυστήριο της προσεγγίζουσας νίκης Του με την ανάσταση. Γι’ αυτές ο θάνατος του δασκάλου και φίλου τους ήταν ένας απλός θάνατος, ένα τέλος, ακόμη χειρότερα, ήταν ένας τρομακτικός και επαίσχυντος θάνατος, ένα τρομερό και παράλογο τέλος. Στάθηκαν στο Σταυρό μόνο επειδή αγαπούσαν το Χριστό, και λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του.
Δεν άφησαν το φτωχό, βασανισμένο σώμα Του, αλλά έκαναν όλα όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελικό χωρισμό. [...] Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων. Μάς υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μάς καλεί να εξασφαλίσουμε πώς σ’ αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, το φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας.
Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια. Ακριβώς εδώ όμως είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας. Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση.
Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ’ αυτόν τον κόσμο. Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους.
Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης. Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή. Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχθηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ’ αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας.
Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας. Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου.
Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα, συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της που φροντίζει και αγαπά, και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ’ ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ’ ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ’ αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει.
«Και υστερήσαντος οίνου...» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, - η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη – υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα...

Από το βιβλίο
«π. Αλέξανδρος Σμέμαν
ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΕΤΗΣΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
- Β΄Μετάφραση από το Αγγλικό:Ιωσήφ Ροηλίδης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Ε Ι Π Ε Γ Ε Ρ Ω Ν...

Περί Συκοφαντίας



Στον Αββά Αντώνιον ήλθε κάποτε ένας αδελφός από κάποιο κοινόβιο ο οποίος συκοφαντήθηκε για πορνεία. Ήλθαν και οι αδελφοί από το κοινόβιο για να τον θεραπεύσουν και να τον πάρουν. Και άρχισαν να τον ελέγχουν, ότι:-Έτσι έκαμες. Κι’ αυτός απολογιόταν, ότι:- Τίποτα τέτοιο δεν έκαμα.Με μια ευκαιρία, ήταν εκεί και ο αββάς Παφνούτιος ο Κεφαλάς και είπε την εξής παραβολή:- Είδα στην όχθη του ποταμού έναν άνθρωπο, πούχε χωθή στο βόρβορο ως τα γόνατά του και καθώς ήλθαν μερικοί να του δώσουν χέρι βοηθείας, τον κατεπόντισαν μέχρι το λαιμό.Τούς λέγει τότε ο αββάς Αντώνιος, για τον αββά Παφνούτιο:- Να, άνθρωπος αληθινός, που μπορεί να θεραπεύση και να σώση ψυχές.Συγκινήθηκαν τότε από τα λόγια των γερόντων και έβαλαν μετάνοια στον αδελφό. Ηρέμησαν έτσι από τούς Πατέρες και έλαβαν τον αδελφό στο κοινόβιον.


*******

Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος είπε: Αν ποτέ συκοφαντηθής, και αποκαλυφθή η αθωότητά σου, μην υψηλοφρονήσης. Δούλευε τον Κυριον σου με ταπεινοσύνη και ευχαρίστησέ τον, που σε λύτρωσε από τις συκοφαντίες των ανθρώπων, για να τηρής πιστά τις εντολές του.
*******

Τον Αββά Βαρσανούφιο ρώτησε ένας αδελφός. Γέοντα· εάν ακούσω περί τινός ότι κακώς με λέγει, τι ποιήσω;Και ο Γεροντας απεκρίθη.-Ευθέως ανάστα και ποίησον ευχήν πρώτον υπέρ εκείνου, και ούτως υπέρ σεαυτού, λέγων· Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τόνδε τον αδελφόν, και εμέ τον αχρείον δούλον σου· και σκέπασον ημάς από του πονηρού, ευχαίς των σων αγίων. Αμήν.

*******

Όταν ο Αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ήταν Πρεσβύτερος στη σκήτη, μεταξύ των αδελφών ήταν και κάποιος Διάκονος, πολύ ενάρετος και ευλαβής. Ο Αββάς Ισίδωρος σκόπευε να τον κάνη Πρεσβύτερο και να τον αφήση διάδοχό του. Εκείνος όμως, από μεγάλη ταπεινοσύνη, δε δεχόταν χειροτονία, λέγοντας πως ήταν ανάξιος να γίνη ιερεύς. Αυτόν τον ενάρετο αδελφό τον εμίσησε τόσο πολύ κάποιος άλλος μοναχός στη σκήτη, νικημένος από το πάθος του φθόνου, και γύρευε με κάθε τρόπο να τον βλάψη και να τον δυσφημήση.
Να λοιπόν τι τον έβαλε ο διάβολος να κάνη: Πήρε μια μέρα ένα από τα βιβλία του και το έβαλε κρυφά στο κελλί του Διακόνου, χωρίς εκείνος να πάρη είδησι. Ύστερα πήγε στον Αββά Ισίδωρο και του παραπονέθηκε πως έχασε το βιβλίο του και πως κάποιος από τούς αδελφούς έπρεπε να το είχε κλέψει. Απαιτούσε λοιπόν να γίνη έρευνα σ’ όλα τα κελλιά.- Τετοιο πράγμα, παιδί μου, έκανε έκπληκτος ο Γεροντας, δεν έχει ξαναγίνει στη σκήτη. Αλλά, για να βεβαιωθής, πάρε δυο αδελφούς και ψάξε τα κελλιά.
Έτσι κι’ έγινε. Αφού έψαξαν μερικά άλλα κελλιά, επήγαν και στου Διακόνου και φυσικά εκεί βρήκαν το βιβλίο. Το πήραν λοιπόν και το έφεραν στην Εκκλησία την ώρα του εσπερινού, που ήσαν συγκεντρωμένοι οι αδελφοί, και είπαν μεγαλοφώνως στον Αββά Ισίδωρο, για ν’ ακουστή απ’ όλους, που είχε βρεθή το βιβλίο.
Ο αθώος Διάκονος δεν διαμαρτυρήθηκε για την συκοφαντία. Έπεσε με ταπείνωσι στα γόνατα και ζήτησε απ’ όλους συγχώρησι, λέγοντας πως έσφαλε.- Συγχωρήσατέ με, αδελφοί, γιατί είμαι κλέφτης.Σαν πέρασαν οι τρεις εβδομάδες και ο Διάκονος τελείωσε το επιτίμιόν του και έγινε δεκτός στο Άγιον Βήμα, ο συκοφάντης δαιμονίστηκε και με γοερές κραυγές ωμολόγησε την αμαρτία του.- Αδίκως κατηγόρησα τον δούλο του Θεού, φώναζε για να ξαλαφρώση την συνείδησί του.Οι αδελφοί στην σκήτη έκαναν ολονύκτιο προσευχή γι’ αυτόν, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Εκείνος ο δυστυχής βασανιζόταν σκληρά από το πονηρό πνεύμα. Τότε ο Όσιος Ισίδωρος είπε στον Διάκονο:- Προσευχήσου γι’ αυτόν, αδελφέ, γιατί μόνο συ, που συκοφαντήθηκες, αν το ζητήσης, θα τον ελεήση ο Κύριος.Και πράγματι, όταν προσευχήθηκε ο συκοφαντηθείς, ελευθερώθηκε από την τυραννία του δαίμονος ο συκοφάντης.


*******

Ο Μέγας Αντώνιος στις "Παραινέσεις" του έλεγε:Εφ’ όσον εννοείς τα περί Θεού, να είσαι ευσεβής, χωρίς φθόνο, αγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικός κατά δύναμιν, κοινωνικός, αφιλόνεικος και τα όμοια. Διότι αυτό είναι το απαραβίαστο απόκτημα της ψυχής, να αρέσει στο Θεό με τέτοιες πράξεις και με το να μην κρίνη κανέναν και να λέει για κανέναν, ότι ο δείνα είναι κακός και αμάρτησε. Αλλά καλλίτερο είναι να συζητάμε τα δικά μας κακά, και να ερευνάμε μέσα μας τη δική μας πολιτεία, εάν είναι αρεστή στο Θεό. Διότι, τι μας μέλει εμάς, εάν άλλος είναι πονηρός;

*******

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γράφει:
"Δεν είναι μικρός άθλος (δηλαδή το να υπομένει κανείς τη συκοφαντία), αλλά πολύ μεγάλος, αυτός ο της συκοφαντίας"...
"Και αν ακόμα είναι αλήθεια εκείνα που λέγει κάποιος για μας, και αν ακόμα τέτοια που τα αναγνωρίζομε και εμείς, αν εμείς δεν βρίσωμε εκείνον που λέγει αυτά, αλλά στενάξωμε πικρά και παρακαλέσωμε τον Θεο για τα αμαρτήματά μας, θα μπορέσωμε ν’ αποβάλωμε όλα τα αμαρτήματά μας"...
"Πολλοί λοιπόν λύγισαν με τις επικρίσεις κι έχασαν την ψυχή τους. Γιατί δεν υπάρχει, δεν υπάρχει για τούς αγωνιζόμενους τίποτα πιο ανυπόφορο από τα λόγια που μπορούν να πληγώσουν την ψυχή"...
"Διότι δεν βλάπτει τόσον εκείνος ο οποίος σπαράσσει την ανθρωπίνην σάρκα, όσον εκείνος ο οποίος δαγκώνει την ψυχήν· διότι όσον πολυτιμοτέρα είναι η ψυχή από το σώμα, τόσον μεγαλυτέρα είναι η βλάβη της".


*******

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στα κεφάλαια περί αγάπης γράφει για την Συκοφαντία:
55. Αν η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον (Ρωμ. 13, 10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του η με όποια κακοήθεια τον επιβουλεύεται, πως αυτός δεν αποξενώνεται από την αγάπη και δεν κάνει τον εαυτό του ένοχο για την αιώνια Κρίση;
56. Αν η αγάπη είναι το πλήρωμα του νόμου (Ρωμ. 13, 10), εκείνος που έχει μνησικακία για τον αδελφό και κάνει δόλια σχέδια εναντίον του και τον καταριέται και δοκιμάζει χαρά για κάθε πτώση του, πως δεν καταπατεί το νόμο και δεν είναι άξιος για την αιώνια κόλαση;
57. Αν εκείνος που κατηγορεί και κρίνει τον αδελφό του κατηγορεί και κρίνει το θείο νόμο (Ιακ. 4, 11), και ο νόμος του Χριστού είναι η αγάπη, πως δεν ξεπέφτει από την αγάπη του Χριστού εκείνος που καταλαλεί, και δεν προξενεί ο ίδιος στον εαυτό του την αιώνια κόλαση;
58. Μην παραδώσεις την ακοή σου στούς λόγους όποιου καταλαλεί, ούτε τούς δικούς σου λόγους στην ακοή ενός φιλοκατήγορου, μιλώντας η ακούγοντας μ’ ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος από την αιώνια ζωη.
60. Κλείνε το στόμα εκείνου που κατηγορεί τον άλλον, για να μην αμαρτάνεις μαζί του διπλή αμαρτία· και συνηθίζοντας ο ίδιος σε καταστρεπτικό πάθος, και μη σταματώντας εκείνον που φλυαρεί κατά του πλησίον.
61. "Εγώ όμως σας λέω, είπε ο Κυριος, αγαπάτε τούς εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σας μισούν, προσεύχεσθε για όσους σας βλάπτουν" (Ματθ. 5, 44). Γιατί τα διέταξε αυτά; Για να σε ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και την μνησικακία και να σε αξιώσει να λάβεις το μέγιστο απόκτημα, την τέλεια αγάπη, που είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπά εξίσου όλους τούς ανθρώπους, κατά μίμηση του Θεού, ο οποίος αγαπά εξίσου όλους τούς ανθρώπους και θέλει να σωθούν και να λάβουν πλήρη γνώση της αλήθειας (Α’ Τιμ. 2, 4).


*******

Ένας αδελφός έκανε την εξής ερώτηση σε κάποιον πατέρα· "Πως ρίχνει ο διάβολος τούς πειρασμούς στούς αγίους;". Του απάντησε ο γέροντας· "Ήταν κάποτε στο όρος Σινά ένας μοναχός που ονομαζόταν Νικων". Κάποιος πήγε στη σκηνή ενός Άραβα Φαρανίτη, βρήκε μονάχη την κόρη του, πλάγιασε μαζί της κι ύστερα της λέει· "Να πεις ότι το πάθημά μου αυτό μου το έκαμε ο αναχωρητής, ο αββάς Νικων". Όταν ήρθε ο πατέρας της και πληροφορήθκε το γεγονός, πήρε το ξίφος του και τράβηξε κατά του γέροντα. Σαν χτύπησε την πόρτα, βγήκε έξω ο γέροντας κι όταν εκείνος σήκωσε το ξίφος να τον σκοτώσει, παράλυσε το χέρι του. Τοτε ο Φαρανίτης πήγε στην εκκλησία και κατάγγειλε το συμβάν στούς πρεσβυτέρους. Έστειλαν εκείνοι και τον κάλεσαν κι ο γέροντας παρουσιάστηκε. Τοτε του δώσανε πολύ ξύλο και σκέφτονταν να τον διώξουν, όμως εκείνος τούς παρακάλεσε έτσι· "Αφήστε με εδώ να ζήσω σε μετάνοια". Τον απομόνωσαν λοιπόν τρία χρόνια κι έδωσαν εντολή κανένας να μη του μιλάει. Έτσι πέρασε τα τρία χρόνια κι ερχόταν κάθε Κυριακή και με μετάνοια παρακαλούσε κι έλεγε· "Προσεύχεστε στον Κυριο για μένα".Αργότερα όμως εκείνος που είχε κάμει την αμαρτία κι είχε ρίξει τον πειρασμό στον αναχωρητή, κυριεύτηκε από δαιμόνιο κι ομολόγησε στην εκκλησία· "Εγώ ήμουν που αμάρτησα και μίλησα για να συκοφαντηθεί ο δούλος του Θεού". Τοτε σηκώθηκε όλος ο λαός κι είπε μετανιωμένος στον γέροντα· "Αββά, συγχώρεσέ μας". Εκείνος τούς απάντησε· "Όσο για τη συγχώρηση, σας έχω συγχωρήσει· αλλά να μείνω κοντά σας, δεν μένω πια με τίποτα· δεν βρέθηκε ούτε ένας σας να ’χει διάκριση και να με συμπονέσει". Έτσι ο γέροντας έφυγε από τον τόπο εκείνο". Και πρόσθεσε· "Βλέπεις πως ρίχνει ο διάβολος τούς πειρασμούς πάνω στούς αγίους;".

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ.

Ό Γέροντας, αφού έκανε πολλές δοκιμές στον εαυτό του, προσπαθώντας να εφαρμόσει ότι γράφουν τα ασκητικά βιβλία καί συμβουλευόμενος έμπειρους Γέροντες,
κατέληξε σε ένα τυπικό. Ανάλογα με τίς δυνάμεις, την ηλικία, τον χρόνο πού είχε, τον τόπο που εκανε την άσκηση του, ρύθμιζε καί το τυπικό του.
Έλεγε ότι «ό μοναχός πρέπει να μπει σ' ένα μοναχικό τυπικό. Κάθε δέκα χρόνια πρέπει να κάνη αναθεώρηση των δυνάμεων του καί να κανονίσει στον εαυτό του την κατάλληλη άσκηση.
Όταν κανείς είναι νέος, έχει περισσότερη ανάγκη από ύπνο καί λιγότερη από ξεκούραση.
Όταν γεράσει, του χρειάζεται περισσότερη ξεκούραση καί λιγότερος ύπνος. Μεγάλη δύναμη έχει ή συνήθεια. Κάτι πού το συνηθίζει ό οργανισμός καί χωρίς να το εχη ανάγκη, όταν έρθει ή ώρα θα το ζητήσει».
Το τυπικό του ήταν περίπου το εξής: Στις 3 μ.μ. (9η βυζαντινή) έκανε Ένατη καί Εσπερινό, καί μετά έτρωγε κάτι.
Ύστερα έκανε το Απόδειπνο καί μερικές ώρες κομποσχοίνι.
Πριν από τα μεσάνυχτα ξυπνούσε καί άρχιζε τον κανόνα καί εν συνεχεία την Ακολουθία του με κομποσχοίνι.
Όταν τελείωνε, ξεκουραζόταν λίγο καί με το φώτισμα άρχιζε πάλι τα πνευματικά. Όταν ήταν απερίσπαστος από τον κόσμο, έκανε την κάθε Ώρα στην ώρα της καί ενδιάμεσα εργοχειρούσε λέγοντας την ευχή.
Για ένα διάστημα ξεκουραζόταν αμέσως μετά την δύση του ηλίου, όλη τη νύχτα αγρυπνούσε καί υστέρα ξεκουραζόταν λίγο το πρωί.
Το μεσημέρι δεν αναπαυόταν.Δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για τυπικό του Γέροντα όταν έκανε άσκηση νεώτερος στην έρημο του Σινά, διότι «ό πας δρόμος αυτού ην προσευχή αέναος καί έρως προς Θεόν άνείκαστος», και πολλές ώρες εργόχειρο χωρίς να τον κουράζει.
Τότε δεν έβλεπε ανθρώπους, ήταν τελείως αμέριμνος και απερίσπαστος.Όταν ήταν στον "Τίμιο Σταυρό" διάβαζε μόνο τον εξάψαλμο, τον κανόνα του Μηναίου και το απόγευμα το Θεοτοκάριο του αγίου Νικόδημου. Τα υπόλοιπα τα έκανε με κομποσχοινι.
Στην "Παναγούδα" έκανε τρία κομποσχοίνια (3ΟΟάρια) στον Χριστό, ένα στην Παναγία, ένα στον Τίμιο Πρόδρομο, ένα στον Άγιο της ημέρας καί ένα στον Άγιο του.
Μετά τα επαναλάμβανε για τους ζώντες καί πάλι τρίτη φορά για τους κεκοιμημένους, καί ευχόταν για ειδικές περιπτώσεις.
Στα τελευταία του, παρά τον κόσμο πού τον απασχολούσε όλη την ημέρα, έκανε πάνω από 40 κομποσχοίνια τρακοσάρια μετρητά, εκτός από τον κανόνα καί την ακολουθία του.Το Ψαλτήρι το χώριζε σε τρία μέρη και το τελείωνε σε τρεις ήμερες.
Σε κάθε ψαλμό προσευχόταν για την αντίστοιχη κατηγορία ανθρώπων, σύμφωνα με τις περιπτώσεις πού ό όσιος Αρσένιος είχε χωρίσει τους ψαλμούς καί μνημόνευε ονόματα. Με αυτόν τον τρόπο δεν κουραζόταν να διαβάζει ακόμη και 6-7 καθίσματα συνεχόμενα.
Την Μεγάλη Εβδομάδα κάθε χρόνο, για να συμμετέχει περισσότερο στα Πάθη του Χριστού, διάβαζε τα Ευαγγέλια των Παθών.
Από την σύλληψη του Χριστού ως την Αποκαθήλωση, δηλαδή από την Μ. Πέμπτη την νύχτα ως την Μ. Παρασκευή εσπέρας, ούτε καθόταν, ούτε κοιμόταν, ούτε έτρωγε.
Μάλιστα έλεγε ότι αξίζει περισσότερο να βιάσουμε τον εαυτό μας σε ασιτία αυτό το διήμερο (Μ. Παρασκευής, Μ. Σαββάτου) παρά το τριήμερο (της Καθαράς Εβδομάδος). Μόνο έπινε λίγο ξύδι, για να θυμηθεί το Δεσποτικό όξος. Αυτές τίς μέρες δεν άνοιγε σε κανέναν. Έμενε κλεισμένος στο Κελί του καί ούτε του έκανε καρδιά να ψάλει. «Πρώτη φορά ένιωσα μια τέτοια κατάσταση», είπε τελευταία στην "Παναγούδα".Ό Γέροντας δεν παρέβαινε χωρίς λόγο το τυπικό του. Το τηρούσε με ζήλο. Ήταν ακριβής μοναχός.
«Τέσσερις να με κρατάνε, τον κανόνα μου δεν τον αφήνω», έλεγε. Δηλαδή και όταν ήταν πολύ άρρωστος, ώστε να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του, πάλι τον κανόνα του δεν τον άφηνε. Θεωρούσε μεγάλη ζημία πνευματική να αφήσει χρέη καί να μην εκτέλεση τα μοναχικά του καθήκοντα.
«Την ημέρα εκείνη είμαι...» (κουνούσε το κεφάλι του εννοώντας όχι καλά).Στα τελευταία χρόνια πού είχαν αυξηθεί οί επισκέπτες και δεν τον άφηναν να κάνη στην ώρα του τον Εσπερινό, έλεγε, «για να μην χάσω την ακολουθία κάνω τον Εσπερινό με κομποσχοινί το πρωί καί λέω το "Φως ίλαρόν" την ώρα πού ανατέλλει ό ήλιος».
Συνάμα ήταν τελείως ελεύθερος. Ενίοτε, όταν υπήρχε ανάγκη, τα θυσίαζε όλα χάριν της αγάπης. Έκανε την αγρυπνία του όχι προσευχόμενος, αλλά συμπάσχοντας καί παρηγορώντας ταλαίπωρη ψυχή, γιατί ό Θεός «έλεον θέλει καί ου θυσίαν».
Από το παρακάτω απόσπασμα επιστολής του σε πνευματικό του τέκνο φαίνεται εν μέρει καί το τυπικό του Γέροντα: «Δια το πρόγραμμα που μου γράφετε, εάν έχετε ευκαιρία, δοκιμάσετε ένα διάστημα μικρό, το εξής: Με την ανατολή του ηλίου να αρχίζετε την Πρώτη Ώρα.
Ένα τέταρτο ή Ώρα, ένα τέταρτο μετάνοιες καί κομποσχοίνι για τα παιδάκια –«πάντα ανθρωπον ερχόμενων εις τον κόσμο»- να φυλαχτούν αγνά στον κόσμο, καί για όσους παρθενεύουν. Συμπεριλαμβάνεται καί ό εαυτός μας μέσα.
Μετά καθήμενος, την ευχή άλλη μισή ώρα καί έτσι συμπληρώνεται μία ώρα μετά την ανατολή, (καί τελειώνει) ή Πρώτη Ώρα. Δύο ώρες ελεύθερες με πνευματική αξιοποίηση, μελέτη, προσευχή, εάν υπάρχει διάθεση, ή ψαλμωδία.
Εννοώ ελεύθερα, άνετα να κινείται ή ψυχή σε ότι θέλει το πνευματικό ή καμιά δουλειά που έχει (εργόχειρο).Μετά να αρχίζετε την Τρίτη Ώρα, επίσης όπως την Πρώτη, με τη διαφορά (ότι είναι) αφιερωμένη στον κλήρο, καί εις τα έθνη να έλθουν εις έπίγνωσιν αληθείας. Νομίζω δεν είναι αμαρτία να λέγει κανείς, "Κύριε, ό το πανάγιόν Σου Πνεύμα εν τη τρίτη ώρα...".
Το ίδιο μετά από την Τρίτη Ώρα άλλες δύο ώρες ελεύθερες με πνευματική αξιοποίηση ή άλλη απαραίτητη εργασία, καί μετά το ίδιο την Έκτη Ώρα, με την διαφορά (ότι είναι) αφιερωμένη εις τον κόσμον, να δίδει μετάνοια ό καλός Θεός.
Μετά δύο ώρες το ίδιο ή ξεκούραση μέχρι την Ένατη, καί μετά (κάνετε) την Ένατη με τον ίδιο τρόπο αφιερωμένη στους κεκοιμημένους, καί μετά Εσπερινό.»Διά δε φαγητό δεν αναφέρω, διότι αυτό θα το ρυθμίσετε ανάλογα με την αντοχή σας.
Το μόνο θα πρέπει να μη φθάνει κανείς σε σημείο ζάλης, όταν δεν υπάρχει πόλεμος, για να εχη διαύγεια να πολεμά καλύτερα, διότι ή πάλη γίνεται με λογισμούς καί χρειάζεται ό νους να βοηθιέται στις αρχές της πνευματικής ζωής, δια να βρούμε την αλήθεια. Όταν όμως ό άνθρωπος βρει την αλήθεια, τον Χριστό, ή λογική δεν του χρειάζεται πλέον.
Το ίδιο καί όταν ό άνθρωπος προχώρηση, δεν του χρειάζεται τέτοια διαύγεια πού αναφέρω να επιδιώκετε, διότι βγαίνει πλέον από τον εαυτό του καί κινείται έξω από την έλξη της γης καί φωτίζεται όχι από τον αισθητόν ήλιον, από δημιούργημα, αλλά από τον Δημιουργό.
Μετά τον Εσπερινό καί το Απόδειπνο, να επιδιώκεις τρεις ώρες μετά την δύση του ηλίου προσευχή. Η μαζί με το Απόδειπνο καί τον κανόνα σου να συμπληρώνεις τίς τρεις ώρες.
Είναι οι καλύτερες ώρες για προσευχή. Μετά να κοιμάστε έξι ώρες καί μετά Μεσονυκτικό καί Όρθρο. Μπορείτε να διαβάζετε ορισμένα καί μετά να λέτε την ευχή. Δια να μην έχετε την αγωνία (ή να κοιτάζετε την ώρα) ή να προσέχετε στα κομποσχοίνια, βάζετε το ξυπνητήρι να χτυπά μετά από οσες ώρες θέλετε να προσευχηθείτε.
Προσπαθήστε να κάμετε έστω καί το 1/5 άπ' ότι σας γράφω, προκειμένου να μη σας δημιουργηθεί άγχος δια να μην πάθετε όπως τα κακόμοιρα νέα μοσχαράκια, πού εάν τα δυσκολέψουν στις αρχές στο ζυγό, μόλις δουν το ζυγό καί καταλάβουν ότι θέλουν να τα ζέψουν στο χωράφι, φεύγουν».
Από αυτό το τυπικό βλέπομε ότι το πνεύμα του Γέροντα ήταν ή πολύ πνευματική απασχόληση αλλά με άνεση καί διάθεση.
Σε άλλον μαθητή του, πού και αυτός έκανε άσκηση μόνος του, έδωσε το εξής τυπικό, οπού φαίνονται καί άλλες λεπτομέρειες για τον μοναχικό κανόνα και την ιδιαίτερη αγρυπνία:

1. Μοναχικό τυπικό
"Όταν έχουμε ισημερία (Μάρτιο, Σεπτέμβριο)."Ώρα 3 μ.μ.: (9η βυζαντινή) Ένατη καί Εσπερινός."Ώρα 4μ.μ.: Δείπνο, εκτός Δευτέρας, Τετάρτης, καί Παρασκευής.Απόδειπνο με το ηλιοβασίλεμα."Ώρα 3π.μ.: "Έγερσης."Ώρα 3-4 π.μ.: Κανόνας."Ώρα 4π.μ.: Ακολουθία."Ώρα 11 π.μ.: Γεύμα (όταν εχη μία τράπεζα)."Ώρα 11-3 μ.μ.: Διακόνημα-Εργόχειρο.

2. Μοναχικός κανόνας
1. Ένα 300άρι κομποσχοίνι για τον Κύριο με σταυρούς καί μικρές μετάνοιες, μέχρι να ακουμπά το χέρι στο γόνατο. Δεν βλάπτει, αν λυγίζουν λίγο τα γόνατα. Βοήθα να μην κουράζονται τα γόνατα, και δίνει μια κατάνυξη, γιατί με την γονυκλισία δείχνουμε τη λατρεία μας προς τον Θεό.Ένα ΙΟΟάρι για την Παναγία «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με», με μικρές μετάνοιες και σταυρούς, όπως και προηγουμένως.

3.
«Δόξα... καί νυν... [Αλληλούια (γ') Δόξα σοι ό Θεός»] (τρις), με τρεις μεγάλες μετάνοιες.

4.
Τον Ν' ψαλμό («Ελέησον με ό Θεός...») με χαμηλή φωνή καί μεγάλες μετάνοιες, όσες χρειασθούν μέχρι να τελείωση ό ψαλμός.

5.
Τροπάρια προς την Παναγία: «Πάντων προστατεύεις Αγαθή...», «Την πασαν ελπίδα μου...» κ.α. με μεγάλες μετάνοιες.

6.
«Σοι δόξα πρέπει, Κύριε ό Θεός ημών...». Δοξολογία, χαμηλοφώνως με μεγάλες μετάνοιες.

7.
«Άξιον εστί...» με μεγάλες μετάνοιες.

8.
«Δόξα... καί νυν... [Αλληλούια (γ') Δόξα σοι ό Θεός»] (τρις), με τρεις μεγάλες μετάνοιες.Οι μετάνοιες μπορεί να είναι πυκνές ή αραιές, ανάλογα με την διάθεση του καθενός.
Αυτή είναι ή πρώτη φάση για τον εαυτό μας.
Τα ίδια επαναλαμβάναμε λέγοντας, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησον τους δούλους σου» καί «Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον τους δούλους σου». Προσευχή για τον κόσμο. Μπορούμε να μνημονεύουμε καί ονόματα πού έχουν ανάγκη.Τα ίδια πάλι για τρίτη φορά λέγοντας: «Ανάπαυσον Κύριε τάς ψυχάς των δούλων σου».
«Ύπεραγία Θεοτόκε, βοήθησαν τους δούλους σου».Στο τέλος κάνουμε ένα ΙΟΟάρι για τον Άγιο της Μονής. Ύστερα διαβάζουμε την ακολουθία και μετά ξεκουραζόμαστε λίγο.
Προτού να κοιμηθή ό μοναχός, να σταύρωση τα χέρια του στο στήθος καί να λέγει νεκρώσιμα τροπάρια, για να θυμάται τον θάνατο.
Ό κανόνας του μεγαλόσχημου είναι 300 μετάνοιες και 12 κομποσχοίνια (εκατοστάρια), του ρασοφόρου (μικρόσχημου) 150 μετάνοιες και 12 κομποσχοίνια καί του δοκίμου 60 μετάνοιες και 6 κομποσχοίνια.

3.
Τυπικό αγρυπνίας με κομποσχοίνι.
1. Δόξα σοι ό Θεός... 300
άρια κομποσχοίνια (3)
κομποσχοίνια
Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε... (1) 2. Κύριε Ίησοϋ Χριστέ Ελέησον με (3)Ύπεραγία Θεοτόκε.. (1)3. Κύριε Ιησού Χριστέ... (δια τους πατέρας)(3)Ύπεραγία Θεοτόκε... (δια τους πατέρας) (1)4. Σταυρέ του Χριστού... (3)5. Κύριε Ιησού Χριστέ... (υπέρ των κεκοιμημένων) (3)Ύπεραγία Θεοτόκε... (υπέρ των κεκοιμημένων)(1)Παράκλησις-Ανάγνωσης.6. Κύριε Ιησού Χριστέ... (δια τους ευεργέτες) (3)Ύπεραγία Θεοτόκε.. (δια τους ευεργέτες) (1)7. Κύριε Ιησού Χριστέ…(δια το κόσμο) (3) Ύπεραγία Θεοτόκε.. …(δια το κόσμο) (1)8. Κύριε Ιησού Χριστέ.. (δια τους ασθενείς) (3)Ύπεραγία Θεοτόκε.. .. (δια τους ασθενείς) (1)9. Κύριε Ιησού Χριστέ.. ..(δια την αδελφότητα) (3)Ύπεραγία Θεοτόκε.. ..(δια την αδελφότητα) (1)Δια τους νεκρούς, εις Αγίους πού τους ευλαβούμαστε ιδιαιτέρως.
Από τα παραπάνω φαίνεται ή ελευθερία του Γέροντα, πού δεν δεσμεύεται από τυπικά καί κανόνες. Έδωσε ένα μέτρο για να βοηθήσει τον μοναχό, αλλά το θέμα του ύπνου καί του φαγητού δεν το καθόρισε λεπτομερώς. Άφησε να το ρύθμιση ό ίδιος ανάλογα με τίς δυνάμεις καί την αγωνιστικότητα του. Την δική του υψηλή ζωή, δεν την επέβαλε σε κανένα. Όλοι οι άνθρωποι δεν χωράνε στο ίδιο καλούπι. Άνετα μπορεί να διακρίνει κανείς μερικά στοιχεία, όπως την μετάνοια, την δοξολογία, καί την προσευχή για ζώντες καί κεκοιμημένους.Τέλος παραθέταμε τυπικό αγρυπνίας πού έδωσε σε γυναικείο Μοναστήρι για την κατ' ιδίαν αγρυπνία στο Κελί. Είναι από τα τελευταία έτη της ζωής του. Σε αυτό κυριαρχεί ή προσευχή για τον κόσμο.
4. Σειρά αγρυπνίαςΤον κανόνα τον κάνουμε στην αρχή ή στο τέλος της αγρυπνίας, όπως προτίμα ό καθένας. Αρχίζομε με λίγη μελέτη.Μετά κάνουμε τα εξής κομποσχοίνια λέγοντας:1 300άρι: Δόξα Σοι ό Θεός ημών, δόξα Σοι. 1 ΙΟΟάρι: Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.Μετά, Δόξα καί νυν. Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια• δόξα σοι, ό Θεός (εκ γ'.) Κύριε, ελέησόν γ'. Δόξα καί νυν. Ό Ν' Ψαλμός. «Υπό την σήν εύσπλαγχνίαν...». Δοξολογία καί «Άξιον εστίν». Όλα αυτά γίνονται με μετάνοιες.Μετά συνεχίζομε ως έξης:1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.1 ΙΟΟάρι: Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με.Μετά κάνομε την Παράκληση (προαιρετικά).1 ΙΟΟάρι: Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει σου.1 ΙΟΟάρι: Βαπτιστά του Χριστού, πρέσβευε υπέρ εμού (για την μετάνοια).1 ΙΟΟάρι: Άγιε (Απόστολε) του Χριστού, πρέσβευε υπέρ εμού (στον άγιο Ιωάννη Θεολόγο για την αγάπη).1 ΙΟΟάρι: Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ εμού (στον άγιο Αρσένιο για την υγεία).Μετά τα εξής αιτήματα: Για τους Γεροντάδες:1 300άρι: Κύριε Ίησού Χριστέ, ελέησον τους δούλους σου.1 ΙΟΟάρι: Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον τους δούλους σου.Για την αδελφότητα:1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς.1 ΙΟΟάρι: Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.Για τους κεκοιμημένους:1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσαν τους δούλους σου.1 ΙΟΟάρι: Ύπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσαν τους δούλους σου.Για τους ευεργέτες:1 300άρι: Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησον τους δούλους σου.1 ΙΟΟάρι: Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον τους δούλους σου
Τρία κομποσχοινια 300άρια με γενικό αίτημα ως εξής.-Θεέ μου, μην εγκαταλείπεις τους δούλους Σου πού ζουν μακριά από την Εκκλησία, ή αγάπη Σου να ενεργήσει καί να τους φέρει όλους κοντά Σου.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από τον καρκίνο.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από μικρά ή μεγάλα νοσήματα.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από σωματικές αναπηρίες.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού υποφέρουν από ψυχικές αναπηρίες.-Μνήσθητι Κύριε τους άρχοντες (προέδρους, υπουργούς...) καί βοήθησαν αυτούς να κυβερνούν χριστιανικά.-Μνήσθητι Κύριε τα παιδιά πού προέρχονται από προβληματικές οικογένειες.-Μνήσθητι Κύριε τίς προβληματικές οικογένειες καί τους διαζευγμένους.-Μνήσθητι Κύριε τα ορφανά όλου του κόσμου, όλους τους πονεμένους καί τους αδικημένους στην ζωή, τους χήρους καί τίς χήρες.-Μνήσθητι Κύριε όλους τους φυλακισμένους, τους αναρχικούς, τους ναρκομανείς, τους Φονείς, τους κακοποιούς, τους κλέφτες, φώτισον καί βοήθησον αυτούς να διορθωθούν.Μνήσθητι Κύριε όλους τους ξενιτεμένους.-Μνήσθητι Κύριε όλους όσους ταξιδεύουν στην θάλασσα, στην ξηρά, στον αέρα καί φύλαξον αυτούς.-Μνήσθητι Κύριε την Εκκλησία μας, τους πατέρες (κληρικούς) της Εκκλησίας καί τους πιστούς.-Μνήσθητι Κύριε όλες τίς μοναστικές αδελφότητες, ανδρικές καί γυναικείες, τους γέροντες καί τίς γερόντισσες και όλες τίς αδελφότητες καί τους αγιορείτες πατέρες.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού είναι σε καιρό πολέμου.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού καταδιώκονται στα βουνά καί στους κάμπους.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού είναι σαν κυνηγημένα πουλάκια.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους Σου πού άφησαν τα σπίτια τους καί τίς δουλειές τους καί ταλαιπωρούνται.-Μνήσθητι Κύριε τους φτωχούς, άστεγους και πρόσφυγες.-Μνήσθητι Κύριε όλα τα έθνη, να τα έχεις στην αγκαλιά σου, να τα σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να τα φυλάγεις από κάθε κακό καί από τον πόλεμο. Καί την αγαπημένη μας Ελλάδα μέρα καί νύκτα να την έχεις στην αγκαλιά σου, να την σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να την φυλάγεις από κάθε κακό καί από τον πόλεμο.-Μνήσθητι Κύριε τίς ταλαιπωρημένες, εγκαταλελειμμένες, αδικημένες, δοκιμασμένες οικογένειες καί δώσε πλούσια τα ελέη σου σ' αυτές.
-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους σου πού υποφέρουν από ψυχικά καί σωματικά προβλήματα πάσης φύσεως.-Μνήσθητι Κύριε τους δούλους σου πού ζήτησαν τίς προσευχές μας.Οι κεκοιμημένοι να βοηθηθούν μόνοι τους δεν μπορούν καί περιμένουν από εμάς να τους βοηθήσουμε, όπως περιμένουν οι φυλακισμένοι μια πορτοκαλάδα.Διάλειμμα στην αγρυπνία δεν υπάρχει• οποίος θέλει, ας κάνη.Ό Γέροντας επιθυμούσε ό μοναχός πού ασκείται μόνος να εχη τυπικό, για να τον βοηθά στον αγώνα του. Συμβούλευε: «Να προετοιμάζεσαι από το κελί με προσευχή για το διακόνημα καί από το διακόνημα για το κελί. Έτσι θα είσαι πάντα ήρεμος καί χαρούμενος. Όταν είναι κανείς αφηρημένος, το μυαλό του γυρνάει. Βοηθά να εχη κανείς ένα πρόγραμμα από το πρωί, για να μη δημιουργείται σύγχυση από τους λογισμούς».Σε όσους δεν είχε ευθύνη πνευματική καί δεν μπορούσε να τους παρακολούθηση δεν έδινε τυπικό. Φοιτητής του ζήτησε κάποτε να του δώσει ένα τυπικό, ό Γέροντας του απάντησε: «Δεν μπορώ, διότι ό γιατρός, όταν δώσει μια συνταγή στον άρρωστο, πρέπει να είναι κοντά του για να τον παρακολουθεί». Περιορίσθηκε να του δώσει μόνο μερικές ωφέλιμες συμβουλές για την πνευματική ζωή.Σεβόταν απεριόριστα ότι είχαν ορίσει οί άγιοι Πατέρες. Σε κάποιον πού αυθαιρετούσε χωρίς λόγο στο τυπικό της ακολουθίας του έκανε την εξής παρατήρηση: «Εντάξει, δεν χάλασε ο κόσμος, αν αλλάξουμε κάτι, αλλά έτσι βάζουμε τον εαυτό μας πάνω από τους αγίους Πατέρες».Ό Γέροντας τήρησε με σεβασμό και ευλάβεια τα τυπικά της Εκκλησίας καί βοηθήθηκε άπ' αυτά να φθάσει σ' ένα πνευματικό τυπικό καί να βρει το πιο ουσιαστικό: την διαμονή της αδιάλειπτου προσευχής, ή οποία μας ενώνει με τον Θεό.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Ομιλία εις την Κυριακήν των Μυροφόρων

(Όπου και αναφέρεται ότι πρώτη ή Θεοτόκος είδε τον Κύριο μετά την εκ νεκρών ανάστασί του)

Η ανάστασις του Κυρίου είναι ανανέωσης της ανθρωπινής φύσεως. Και για τον πρώτο Αδάμ, πού λόγω της αμαρτίας καταπόθηκε από τον θάνατο και δια του θανάτου επέστρεψε στην γη, από οπού πλάσθηκε, είναι αναζώωσις και ανάπλασης και επάνοδος προς την αθάνατη ζωή.

Εκείνον λοιπόν στην αρχή κανένας άνθρωπος δεν τον είδε να πλάθεται και να παίρνει ζωή (αφού κανένας άνθρωπος δεν υπήρχε ακόμη εκείνη την ώρα).
Όταν όμως έλαβε την πνοή της ζωής με το θείο εμφύσημα, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μια γυναίκα (διότι ή Εύα στάθηκε ό πρώτος άνθρωπος μετά από εκείνον).

Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν και τον δεύτερο Αδάμ, δηλαδή τον Κύριο, όταν ανίστατο από τους νεκρούς, κανένας άνθρωπος δεν τον είδε (αφού κανείς δικός του δεν παρευρισκόταν εκεί και οι στρατιώτες πού φύλαγαν το μνήμα, ταραγμένοι από τον φόβο, είχαν γίνει ώσει νεκροί).

Μετά την ανάσταση όμως, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μία γυναίκα, όπως ακούσαμε να μας ευαγγελίζεται σήμερα ό Μάρκος.

Διότι λέγει: αναστάς ο Ιησούς πρωί πρώτη Σαββάτου εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή.
Βέβαια ό Ευαγγελιστής φαίνεται σαν να δήλωσε σαφώς και την ώρα πού αναστήθηκε ό Κύριος, δηλαδή το πρωί, και ότι πρώτα εμφανίσθηκε στην Μαρία την Μαγδαληνή και ότι εμφανίσθηκε την ίδια την ώρα της αναστάσεως.
Όμως δεν λέει έτσι, όπως θα γίνει φανερό αν προσέξουμε λίγο. Διότι λίγο πιο πάνω και σε συμφωνία με τους άλλους Ευαγγελιστές λέγει κι αυτός ότι αυτή ή ίδια Μαρία έχοντας μαζί της και τις άλλες Μυροφόρες ήλθε και νωρίτερα στον τάφο και τον είδε αδειανό και έφυγε. Αρα ό Κύριος αναστήθηκε πολύ νωρίτερα από το πρωί πού τον είδε αύτη.
Επισημαίνοντας μάλιστα και την ώρα εκείνη ό Ευαγγελιστής, δεν είπε απλώς πρωί, όπως εδώ, αλλά λίαν πρωί.
Επομένως ανατολή ηλίου ονομάζει εκεί το αμυδρό φως πού πρωτοεμφανίζεται στον ορίζοντα, το οποίο υπονοώντας και ό Ιωάννης λέγει ότι ή Μαρία ή Μαγδαληνή ήλθε πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείων και είδε τον λίθον ηρμένων εκ του μνημείου.
Και κατά τον Ιωάννη, αυτή τότε δεν ήλθε μόνο προς το μνήμα, άλλα και έφυγε από το μνήμα, χωρίς να εχη δει ακόμη τον Κύριο.
Διότι τρέχει και έρχεται προς τον Πέτρο και τον Ιωάννη και αναγγέλλει όχι ότι αναστήθηκε ό Κύριος, αλλά ότι τον πήραν από τον τάφο. Αρα δεν γνώριζε ακόμη την ανάστασι. Συνεπώς ή Μαρία δεν ήταν άπλα ή πρώτη στην οποία εμφανίσθηκε ό Κύριος, αλλά ή πρώτη μετά την πλήρη έλευση της ημέρας.
Υπάρχει λοιπόν κάτι πού αναφέρεται συγκεκαλυμμένα από τους Ευαγγελιστές, το όποιο και θα αποκαλύψω στην αγάπη σας.
Διότι το ευαγγέλιο της αναστάσεως του Κυρίου, πρώτη από όλους τους άλλους ανθρώπους, όπως ήταν και πρέπον και δίκαιο, ή Θεοτόκος το δέχθηκε από τον Κύριο και αυτή πριν από όλους τον είδε αναστημένο και απόλαυσε τη θεία του ομιλία.
Και όχι μόνο τον είδε με τα μάτια της και τον άκουσε με τα αυτιά της, αλλά και άγγισε, πρώτη αυτή και μόνη, τα άχραντα πόδια του, έστω κι αν δεν τα λένε φανερά όλα αυτά οί Ευαγγελιστές, μη θέλοντας να παρουσιάσουν την μητέρα σαν μάρτυρα της αναστάσεως και δώσουν έτσι αφορμή υποψίας στους απίστους.
Εμείς όμως τώρα με την χάρι του Άναστάντος ομιλούμε σε πιστούς και ή υπόθεσης της εορτής μας αναγκάζει να διευκρινίσουμε τα σχετικά με τις Μυροφόρες. Για αυτό, αφού μας παρέχει την άδεια του λόγου εκείνος πού είπε ουδέν κρυπτόν ό ου φανερό γεννήσετε, θα κάνουμε ώστε και αυτό το κρυπτόν νά φανερωθή.
Μυροφόρες είναι λοιπόν οί γυναίκες πού ακολουθούσαν μαζί με την Μητέρα του Κυρίου και παρέμειναν μαζί της κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.
Τον καιρό δηλαδή πού ό Ιωσήφ και ό Νικόδημος ζήτησαν και έλαβαν από τον Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το ξεκρέμασαν από τον σταυρό, το περιέκλεισαν σε σάβανα μαζί με πολύ παχύρρευστα αρώματα, το τοποθέτησαν μέσα σε λαξευτό μνημείο κι έβαλαν μία μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν εκεί κατά τον Ευαγγελιστή Μάρκο και παρακολουθούσαν ή Μαρία ή Μαγδαληνή και ή άλλη Μαρία καθήμενοι απέναντι του τάφου.
Με την φράση και ή άλλη Μαρία υποδηλώνεται αναμφίβολα ή Θεομήτωρ. Διότι αυτή εκαλείτο και Ιακώβου και Ίωση μήτηρ, επειδή εκείνοι ήταν γιοι του Ιωσήφ του Μνήστορος.

Δεν παρευρίσκονταν δε μόνο αυτές εκεί παρατηρώντας, όταν ενταφιάζονταν ό Κύριος, άλλα και άλλες γυναίκες, όπως εξιστόρησε ό Λουκάς γράφοντας: κατακολουθήσασαι δε γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι ούτω εκ της Γαλιλαίος, εθεάσαντο το μνημείων και ως ετέθη το σώμα αυτού ήσαν δε ή Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα και Μαρία Ίακώβον και αι λοιποί συν αυταίς.αφού δε επέστρεψαν, λέει, αγόρασαν αρώματα και μύρα.
Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει ακριβώς ότι Αυτός είναι στ' αλήθεια ή οσμή της ζωής για όσους τον πλησιάζουν με πίστη (όπως ακριβώς είναι και οσμή θανάτου για όσους μένουν έως τέλους απειθείς), και οσμή ιματίων αυτού, δηλαδή του ιδίου του σώματος Του, είναι όπερ πάντα τα αρώματα και μύρον εκκενωθέν όνομα αυτώ, με το οποίο και γέμισε από θεία εύωδία την οικουμένη.
Άλλα ετοιμάζουν μύρα και αρώματα, άφ' ενός μεν για να τιμήσουν τον κείμενο νεκρό, άφ' ετέρου δε επινοώντας με το άλειμμα αυτό και κάποια παρηγοριά γι' αυτούς πού θα ήθελαν να παραμείνουν κοντά στο σώμα, καθώς αυτό θα ανέδιδε την δυσωδία της σήψεως.

Αφού λοιπόν ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα, το μεν Σάββατο ησύχασαν κατά την εντολή . Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει τα αληθινά Σάββατα ούτε είχαν γνωρίσει εκείνο το υπερευλογημένο Σάββατο πού μεταβιβάζει την ανθρώπινη φύση μας από τα σπήλαια του Αδη στο ολόφωτο και θειο και ουράνιο ύψος. Τη δε μια των Σαββάτων, όρθρου βαθέως, όπως λέγει ό Λουκάς, ήλθον επί το μνήμα, φέρουσα ετοίμασαν αρώματα.

Ό δε Ματθαίος λέγει: όψε Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν Σαββάτων και ότι δύο ήταν αυτές πού προσήλθαν• ενώ ό Ιωάννης: πρωί σκοτίας έτι ούσης και ότι μία, ή Μαγδαληνή Μαρία, ήταν αυτή πού προσήλθε• ό δε Μάρκος: λίαν πρωί της μιας Σαββάτων και ότι τρεις ήταν αυτές που προσήλθαν.

«Μίαν Σαββάτων» λοιπόν ονομάζουν όλοι οι ευαγγελιστές την Κυριακή. «Οψέ Σαββάτων» δε και «όρθρον βαθύν» και «λίαν πρωί» και «πρωί σκοτίας έτι ούσης» ονομάζουν περίπου τον χρόνο του όρθρου, όταν το φως είναι ανάμικτο με το σκοτάδι.
Είναι δε όρθρος από την στιγμή που θα αρχίσει να φωτίζει το ανατολικό μέρος του ορίζοντος προαναγγέλλοντας έτσι τον ερχομό της ημέρας.
Αυτό το σημείο παρατηρώντας κανείς από μακριά, μπορεί να το δη να αρχίζει να ροδίζει με φως γύρω στην ενάτη ώρα της νυκτός, έτσι ώστε μέχρι την πλήρη ήμερα να υπολείπονται άλλες τρεις ώρες.
Βέβαια κατά κάποιο τρόπο, οι ευαγγελιστές φαίνονται να διαφωνούν μεταξύ τους, τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών.
Κι αυτό, γιατί όπως είπα, και πολλές ήταν οι Μυροφόρες, και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, άλλα και δεύτερη και τρίτη, και καθ' ομάδας μεν, άλλ' όχι πάντοτε οί ίδιες, και όλες μεν κατά τον όρθρο, όχι όμως την ίδια ακριβώς στιγμή• ή Μαγδαληνή δε ξεχώρισε και ήλθε και πάλι μόνη της και έμεινε περισσότερο. Λοιπόν κάθε ευαγγελιστής αναφέρει μία προσέλευση κάποιας ομάδος και παραλείπει τις άλλες.
Όπως δε εγώ αναμετρώ και συμπεραίνω από όλους τους ευαγγελιστές και όπως το είπα και προηγουμένως, πρώτη από όλες τις άλλες ήλθε στον τάφο του Υιού και θεού της ή Θεοτόκος, έχοντας μαζί της και την Μαγδαληνή Μαρία. Και αυτό κυρίως το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Διότι αυτός λέγει: ήλθε ή Μαγδαληνή Μαρία και ή άλλη Μαρία (ή οποία ασφαλώς ήταν ή Θεομήτωρ) θεωρείσαι τον τάφον.
Και ίδον σεισμός εγένετο μέγας άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού προσελθών απεκύλισε τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου και εκάθητο επάνω αυτού ην δε ή ιδέα αυτόν ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ώσει χιών από δε του φόβου αυτού εσείσθησαν οί τηρόνντες και εγένοντο ώσει νεκροί .
Όλες λοιπόν οί άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και την φυγή των φυλάκων και βρήκαν τον τάφο ανοιγμένο και τον λίθο παραμερισμένο.
Ενώ ή Παρθενομήτωρ ήταν εκεί την στιγμή πού γινόταν ό σεισμός και παραμεριζόταν ό λίθος και ανοιγόταν ό τάφος και παρευρίσκονταν οί φύλακες (αν και συγκλονισμένοι βέβαια από τον φόβο• γι' αυτό και μετά τον σεισμό, μόλις συνήλθαν, κοίταξαν αμέσως πώς να φύγουν και έτσι ή Θεομήτωρ απολάμβανε πιο άφοβα τη θέα).
Έμενα δε μου φαίνεται ακόμη ότι γι' αυτήν πρώτη ανοίχθηκε εκείνος ό ζωηφόρος τάφος (διότι γι' αυτήν πρώτη και δι' αυτής όλα μας ανοίχθηκαν, όσα είναι επάνω στον ουρανό και όσα είναι εδώ κάτω στη γη) και ότι γι' αυτήν έλαμψε έτσι ό άγγελος• ώστε αυτή δηλαδή, αν και ήταν ακόμη σκοτεινά, με πλούσιο το φως του αγγέλου, όχι μόνο τον τάφο να δη κενό, άλλα και τα εντάφια τακτοποιημένα, έτσι πού να μαρτυρούν με κάθε τρόπο την έγερση του ενταφιασθέντος.
Προφανώς δε ό ευαγγελιστής άγγελος ήταν αυτός ό ίδιος ό Γαβριήλ.
Διότι μόλις την είδε να σπεύδει έτσι προς τον τάφο, αυτός πού παλιότερα της είχε πει, μη φόβου, Μαριάμ• έδρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ, σπεύδει και τώρα και κατεβαίνει να πει και πάλι το ίδιο στην Αειπάρθενο και να της ευαγγελιστεί την εκ νεκρών άνάστασι εκείνου πού γεννήθηκε άσπορος από αυτήν να σήκωση τον λίθο, να επίδειξη κενό τον τάφο και τα εντάφια και έτσι να την διαβεβαίωση για την χαρμόσυνη είδηση.
Διότι λέγει: αποκρίσεις ό άγγελος είπε ταίς γυναιξί• μη φοβήσθε υμάς• Ιησούν ζητείτε τον εσταυρωμένον; ήγέρθη• ίδε ό τόπος όπου εκείτο ό Κύριος. Δηλαδή με αλλά λόγια: Αν και βλέπετε τους φύλακες συγκλονισμένους από τον φόβο, εσείς όμως μη φοβήσθε. Διότι γνωρίζω ότι ζητείτε τον Ιησούν, πού σταυρώθηκε.
Σηκώθηκε, δεν βρίσκεται εδώ. Διότι αυτός, όχι μόνο δεν κρατιέται από του αδη και του θανάτου και του τάφου τις κλειδαριές και τους μοχλούς και τις σφραγίδες, αλλά είναι και Κύριος ημών των αθανάτων και ουρανίων αγγέλων και μόνος αυτός είναι Κύριος του σύμπαντος. Διότι, λέγει, ίδετε τον τόπον οπού εκείτο ό Κύριος• και ταχύ πορευθείσαι είπατε τοις μαθηταίς αυτού ότι ηγέρθη από των νεκρών.
Εξελθούσαι δε, λέγει, μετά φόβου και χαράς μεγάλης. Έμενα μου φαίνεται και πάλι ότι τον μεν φόβο τον είχαν ακόμη ή Μαγδαληνή Μαρία και οί άλλες γυναίκες πού είχαν έως τότε συγκεντρωθεί.
Διότι αυτές δεν κατάλαβαν την σημασία των λόγων του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να προλάβουν καλά-καλά το φως, ώστε να δουν και να αντιληφθούν με ακρίβεια το γεγονός. Ενώ την μεγάλη χαρά την δέχθηκε ή Θεομήτωρ, διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου και δόθηκε ολόκληρη σ' εκείνο το φως (ως άκρως κεκαθαρμένη πού ήταν και θεϊκός κεχαριτωμένη) και από όλα αυτά γνώρισε με βεβαιότητα την αλήθεια και πίστεψε στον αρχάγγελο, αφού αυτός και από πολύ παλιότερα της είχε φανεί αξιόπιστος με τα έργα.

Πώς άλλωστε από τέτοια γεγονότα στα όποια παρευρέθηκε, να μη καταλάβει ή θεόσοφος Παρθένος το τι είχε συντελεστεί; όταν είδε σεισμό, και μάλιστα μεγάλο; όταν είδε άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό, και μάλιστα αστραποβόλο; όταν είδε τη νέκρωση των φυλάκων και του λίθου την μετακινήσει και την κένωση του τάφου και το μεγάλο θαύμα των εντάφιων, που παρέμεναν αξετύλιχτα και συγκρατημένα από την σμύρνα και την αλόη και φαίνονταν σαν αδειανά από το σώμα; κι όταν ακόμη είδε την χαρμόσυνη εμφάνιση και αγγελία του αγγέλου προς αυτήν;Αλλά αφού βγήκαν έξω μετά από αυτήν την χαρμόσυνη είδηση, ή μεν Μαγδαληνή Μαρία, σαν να μην είχε καν ακούσει τον άγγελο (αφού άλλωστε κι εκείνος δεν μίλησε γι' αυτήν), διαπιστώνει μόνο την κένωση του τάφου, χωρίς καθόλου να ενδιαφερθεί για τα εντάφια, και τρέχει προς τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλο μαθητή, όπως λέγει ό Ιωάννης.
Ή δε Θεομήτωρ Παρθένος, αφού ενώθηκε με άλλο όμιλο γυναικών, επέστρεφε πάλι εκεί από όπου είχε έλθει.
Και ιδού, όπως λέγει ό Ματθαίος, ό Ιησούς υπήντησεν αυταίς λέγων, χαίρετε. Βλέπετε λοιπόν ότι πριν κι από την Μαγδαληνή Μαρία ή Θεομήτωρ είδε αυτόν που για την σωτηρία μας έπαθε σωματικά και ενταφιάστηκε και αναστήθηκε; Αί δε προσελθούσαι, λέγει, κράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αύτω. Όπως δε, όταν ή Θεοτόκος άκουσε μαζί με την Μαγδαληνή Μαρία την χαρμόσυνη είδηση της αναστάσεως από τον άγγελο, μόνη αυτή κατάλαβε την σημασία εκείνων των λόγων,
Έτσι και τώρα, που ήταν μαζί με τις άλλες γυναίκες, όταν συνάντησε τον Υιό και Θεό της, πρώτη από όλες τις άλλες είδε και αναγνώρισε τον άναστάντα και προσπίπτοντας άγγισε τα πόδια του και έγινε απόστολος του προς τους Αποστόλους.
Ότι δε ή Μαγδαληνή Μαρία δεν ήταν μαζί με τη Μητέρα του Θεού, όταν την συνάντησε και της εμφανίσθηκε και της μίλησε ό Κύριος, καθώς επέστρεφε από τον τάφο, το διδασκόμαστε από τον Ιωάννη.
Διότι λέει: τρέχει αυτή προς Σίμωνα Πέτρο και προς τον άλλον μαθητή όν εφίλη ό Ιησούς και λέγει αυτοίς• ήραν τον Κύριον εκ του μνημείου και ουκ οίδαμεν πού έθηκαν αυτόν. Αν πράγματι τον είχε δει και τον είχε αγγίσει με τα χέρια της και τον είχε ακούσει να μιλά, πώς θα έλεγε τέτοια πράγματα; ότι δηλαδή τον σήκωσαν και τον μετέθεσαν, το που όμως δεν το γνωρίζουμε; Άλλα και μετά το τρέξιμο του Πέτρου και του Ιωάννη προς τον τάφο και την εκεί θέα των οθονίων και την επιστροφή τους λέγει: Μαρία δε ειστήκει προς τω μνημείω κλαίουσα έξω.
Βλέπετε ότι όχι μόνο δεν τον είχε δει ακόμη, αλλά ούτε και εξ ακοής δεν είχε πληροφορηθεί τίποτε; Και όταν την ρώτησαν οι εμφανισθέντες άγγελοι: γύναι, τι κλαίεις, εκείνη αποκρίνεται και πάλι σαν να επρόκειτο για νεκρό. Και όταν πάλι στράφηκε και είδε τον Ιησού, ούτε και τότε δεν κατάλαβε, άλλα ερωτώμενη από αυτόν γιατί κλαίει απαντά παρομοίως.
Εως ότου εκείνος καλώντας την με το όνομα της , της έδειξε ότι είναι αυτός ό ίδιος. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας και αυτή και ζητώντας να προσφέρει τον ασπασμό στα πόδια του, άκουσε από αυτόν τις λέξεις: μη μου άπτου.
Από το όποιο μαθαίνουμε ότι, όταν προηγουμένως φάνηκε στην Μητέρα και τις γυναίκες πού ήταν μαζί της, σε εκείνη μόνη επέτρεψε να αγγίσει τα πόδια του (παρ' όλο πού ό Ματθαίος το αναφέρει αυτό γενικά και για τις άλλες γυναίκες, μη θέλοντας για τον λόγο πού είπαμε στην αρχή να προβάλει φανερά την Μητέρα σ' ένα τέτοιο θέμα).
Και αφού πρώτη ήλθε στον τάφο ή αειπάρθενος Μαρία και πρώτη δέχθηκε το μήνυμα της αναστάσεως, έπειτα ήλθαν και άλλες, πού ήταν πολλές μαζί, και είδαν κι εκείνες τον λίθο μετατοπισμένο και άκουσαν τους αγγέλους και, καθώς επέστρεφαν μετά από αυτό το άκουσμα και την θέα, διαμοιράστηκαν.
Άλλες, όπως λέγει ό Μάρκος, έφυγαν οπό του μνημείου και ειχεν αύτάς φόβος και έκστασης και ουδενί ουδέν ειπών, εφοβούντο γαρ. Άλλες ακολούθησαν την Μητέρα του Κυρίου, οι οποίες και αξιώθηκαν της θέας και συνομιλίας του Δεσπότου.
Ή δε Μαγδαληνή πήγε στον Πέτρο και τον Ιωάννη, μαζί με τους οποίους έρχεται και πάλι αυτή μόνη προς τον τάφο. Κι όταν εκείνοι αναχώρησαν, αυτή παραμένοντας εκεί αξιώνεται της θέας του Δεσπότου και αποστέλλεται και αυτή προς τους Αποστόλους και έρχεται πάλι προς αυτούς, για να αναγγείλει σε όλους, όπως λέγει ό Ιωάννης, ότι έώρακε τον Κύριον και ταύτα ειπεν αυτή.
Αυτή λοιπόν ή εμφάνισης λέγει και ό Μάρκος ότι έγινε το πρωί, δηλαδή κατά την πλήρη έναρξη της ημέρας και αφού είχε περάσει ολόκληρος ό όρθρος, χωρίς όμως να ισχυρίζεται ότι τότε έγινε και ή άνάστασις του Κυρίου ή πρώτη εμφάνισης του.
Λοιπόν έχουμε τώρα τα περί των Μυροφόρων εξηγημένα με σαφήνεια, καθώς και την περί αυτών συμφωνία των τεσσάρων Ευαγγελιστών πού ζητούσαμε στην αρχή.
Οι δε μαθητές, όταν κατ' αυτή την ίδια μέρα της αναστάσεως άκουσαν από τις Μυροφόρες και τον Πέτρο και τον Λουκά και τον Κλεόπα ότι ό Κύριος ζή και τον είδαν, απίστησαν. Γι' αυτό και ονειδίζονται από αυτόν, όταν υστέρα τους εμφανίσθηκε, καθώς ήταν συγκεντρωμένοι. 'αφού δε μέσω πολλών προσώπων και με πολλούς τρόπους φανέρωσε τον εαυτό του ότι ζή, όχι μόνο πίστεψαν όλοι, αλλά και κήρυξαν παντού: Εις πάσαν την Γήν έξήλθεν ό φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων.
Διότι, έως ότου κηρυχθεί ό λόγος σε όλη τη γη, τα θαύματα ήταν αναγκαιότατα.
Και χρειάζονται μεν σημεία και υπερφυσικά θαύματα, για να φανεί και να βεβαιωθεί ή αλήθεια του κηρύγματος.
Χρειάζονται δε «σημεία», όχι όμως και υπερφυσικά θαύματα, για να φάνουν εκείνοι πού δέχθηκαν τον λόγο• κατά πόσον δηλαδή πίστεψαν με βεβαιότητα. Και ποια είναι αυτά τα «σημεία»; Τα σημεία των έργων.
Διότι λέγει: δείξον μοι την πίστιν σον εκ των έργων σον, και τίς πιστός, δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα αυτόν .
Διότι ποιος να πιστεύση για κάποιον, ότι έχει πράγματι θείους και μεγάλους και υψηλούς και θα λέγαμε ουράνιους λογισμούς (πού ακριβώς τέτοια είναι ή ευσέβεια), όταν αυτός επιδίδεται σε έργα ανήθικα και είναι προσηλωμένος στη γη και στα γήινα;
Δεν ωφελεί λοιπόν τίποτε, αδελφοί, το να λέγει κανείς ότι έχει πίστη θεϊκή και να μην εχη έργα πού να ταιριάζουν στην πίστη του. τι ωφέλησαν οί λαμπάδες στις μωρές παρθένες, την στιγμή πού δεν είχαν έλαιο, έργα δηλαδή αγάπης και συμπαθείας; τι ωφέλησε σ' εκείνον τον πλούσιο, πού τηγανιζόταν στην άσβεστη φλόγα εξ αιτίας της ασυμπαθείας του προς τον Λάζαρο, το ότι κάλεσε τον Αβραάμ «πατέρα»; τι ωφέλησε σ' εκείνον τον άνθρωπο, πού δεν είχε αποκτήσει δια των καλών έργων ένδυμα κατάλληλο για τον θείο γάμο και τον νυμφώνα εκείνο της αφθαρσίας, ή δήθεν ευπείθεια προς την πρόσκληση;
Προσκλήθηκε μεν και προσήλθε (διότι αναμφιβόλως πίστεψε) και παρεκάθησε μαζί με τους αγίους εκείνους συνδαιτυμόνες.
Όταν όμως ξεσκεπάστηκε και καταισχύνθηκε, γιατί ήταν ντυμένος την αθλιότητα των ηθών και των πράξεων του, δένεται χωρίς έλεος χειροπόδαρα και ρίχνεται στη γέεννα του πυρός, οπού είναι ό κλαυθμός και ό βρυγμός των οδόντων.

Αυτήν είθε να μη την δοκιμάσει κανένας από μας πού καλούμεθα Χριστιανοί, αλλά επιδεικνύοντας βίο ανάλογο προς την πίστη μας, να εισέλθουμε στον νυμφώνα της άφθαρτης ευφροσύνης και να ζήσουμε αιωνίως μαζί με τους Αγίους εκεί οπού είναι ή κατοικία όλων των ευφραινομένων. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΆΓΙΟΥ ΌΡΟΥΣ.

ΤΕΥΧΟΣ 6
« Αιτείτε και δοθήσεται ημίν »

- Γέροντα,
γιατί πρέπει να ζητάμε από τον Θεό να μας βοηθάη ,αφού ξέρει τις ανάγκες μας;

- Γιατί υπάρχει ελευθερία.
Και μάλιστα, όταν πονάμε για τον πλησίον μας και Τον παρακαλούμε να τον βοηθήση, πολύ συγκινείται ο Θεός ,γιατί τότε επεμβαίνει, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο.
Ο Θεός έχει όλη την καλή διάθεση να βοηθήση τους ανθρώπους που υποφέρουν.
Για να τους βοηθήση όμως, πρέπει κάποιος να Τον παρακαλέση. Γιατί, αν βοηθήση κάποιον ,χωρίς κανείς να Τον παρακαλέση, τότε ο διάβολος θα διαμαρτυρηθεί και θα πη: « Γιατί τον βοηθάς και παραβιάζεις το αυτεξούσιο;

Αφού είναι αμαρτωλός, ανήκει σε εμένα » .
Εδώ βλέπει κανείς και την μεγάλη πνευματική αρχοντιά του Θεού, που ούτε στον διάβολο δίνει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί.
Για αυτό θέλει να Τον παρακαλούμε, για να επεμβαίνη – και θέλει ο Θεός να επεμβαίνη αμέσως, αν είναι για το καλό μας - , και να βοηθάη τα πλάσματά Του ανάλογα με τις ανάγκες τους.
Για τον κάθε άνθρωπο ενεργεί ξεχωριστά, όπως συμφέρει στον καθέναν καλύτερα.
Ο Θεός λοιπόν αλλά και οι Άγιοι για να βοηθήσουν ,πρέπει ο ίδιος ο άνθρωπος να το θέλη και να το ζητά ,αλλιώς δεν επεμβαίνουν.
Ο Χριστός ρώτησε τον παράλυτο: « Θέλεις υγιής γενέσθαι; » . Αν δεν θέλη ο άνθρωπος ,το σέβεται ο Θεός. Αν κάποιος δεν θέλη να πάη στον παράδεισο, ο Θεός δεν τον παίρνει.
Εκτός αν ήταν αδικημένος και είχε άγνοια, οπότε δικαιούται την θεία βοήθεια. Διαφορετικά , δεν θέλει να επέμβη ο Θεός. Ζητά κανείς βοήθεια ,και ο Θεός και οι Άγιοι την δίνουν. Μέχρι να ανοιγοκλείσης τα μάτια σου ,έχουν κιόλας βοηθήσει.
Μερικές φορές δεν προλαβαίνεις ούτε να τα ανοιγοκλείσης . Τόσο γρήγορα βρίσκεται ο Θεός δίπλα σου.« Αιτείτε και δοθήσεται » , λέει η Γραφή.
Αν δεν ζητάμε βοήθεια από τον Θεό , θα σπάζουμε τα μούτρα μας. Ενώ, όταν ζητάμε την θεία βοήθεια , ο Χριστός μας δένει με ένα σχοινάκι και μας συγκρατεί.
Φυσάει ο αέρας από εδώ-εκεί ,αλλά, επειδή είμαστε δεμένοι, δεν κινδυνεύουμε. Όταν όμως ο άνθρωπος δεν καταλαβαίνει ότι ο Χριστός είναι που τον κρατάει, λύνεται πλέον από το σχοινάκι και τον χτυπούν οι άνεμοι από δω κι από κει και ταλαιπωρείται.Να ξέρετε, μόνον τα πάθη και οι αμαρτίες είναι δικές μας .
Ό,τι καλό κάνουμε είναι από τον Θεό, ό,τι ανοησίες κάνουμε είναι δικές μας. Λίγο η Χάρις του Θεού να μας αφήση, τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε. Όπως στην φυσική ζωή , λίγο το οξυγόνο να μας πάρη ο Θεός ,αμέσως θα πεθάνουμε, έτσι και στην πνευματική ζωή , λίγο αν μας αφαιρέση την θεία Χάρη, πάει, χαθήκαμε.

Μια φορά ένιωθα στην προσευχή μια αγαλίαση. Ώρες στεκόμουν όρθιος και δεν ένιωθα καθόλου κούραση . Όσο προσευχόμουν, ένιωθα μια γλυκιά ξεκούραση ,κάτι που δεν μπορώ να το εκφράσω. Ύστερα μου πέρασε ένας λογισμός ανθρώπινος : Επειδή μου λείπουν δυο πλευρά και εύκολα κρυώνω, σκέφθηκα, για να μην χάσω αυτήν την κατάσταση και να προχωρήσω όσο πάει, να πάρω ένα σάλι, να τυλιχθώ, μήπως αργότερα κρυώσω.
Μόλις δέχθηκα αυτόν τον λογισμό, αμέσως σωριάστηκα κάτω. Έμεινα πεσμένος κάτω μισή ώρα περίπου και μετά μπόρεσα να σηκωθώ να πάω στο κελλί να ξαπλώσω.

Προηγουμένως ,όσο προχωρούσα στην προσευχή ,ένιωθα σαν ένα πούπουλο , ένα ελάφρωμα ,μια αγαλίαση, που δεν εκφράζεται.
Μόλις όμως δέχθηκα αυτόν τον λογισμό, σωριάσθηκα κάτω. Αν έφερνα έναν υπερήφανο λογισμό και έλεγα λ.χ. « ζήτημα είναι ,αν υπάρχουν δύο-τρεις σε τέτοια κατάσταση » , τότε είναι που θα πάθαινα ζημιά.
Σκέφθηκα ανθρώπινα ,όπως σκέφτεται ο κουτσός να πάρη τα δεκανίκια του , όχι δαιμονικά. Ήταν ένας φυσικός λογισμός , αλλά και πάλι είδες τι έπαθα. Το μόνο που έχει ο άνθρωπος είναι μια διάθεση και ανάλογα με αυτήν τον βοηθάει ο Θεός.

Για αυτό λέω, όσα αγαθά έχουμε είναι δώρα του Θεού. Τα έργα μας είναι μηδέν και οι αρετές μας είναι μια συνέχεια από μηδενικά. Εμείς θα προσπαθούμε να προσθέτουμε συνέχεια μηδενικά και να παρακαλούμε τον Χριστό να βάλη την μονάδα στην αρχή, για να γίνουμε πλούσιοι.

Εάν δεν βάλη τη μονάδα ο Χριστός στην αρχή, χαμένος ο κόπος.

Από το βιβλίο
«Πνευματική αφύπνιση»

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Β΄ ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ

«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ