Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014





Η εξομολόγηση του Νταβέλη (ένα άκουσμα για τον παπα-Νικόλα Πλανά από την έδρα της Θεολογικής του Πανεπιστημίου Αθηνών).


Την Μεγάλη Σαρακοστή του 1966 παρακολουθώ μάθημα ηθικής στην Α΄ αίθουσα της Θεολογικής Σχολής. Διδάσκων ήταν ο Ιωάννης Καρμίρης, άνδρας σοφός και πεπαιδευμένος , ωραίος για το αρρενωπό και σοφό του χαρακτήρα…
…Αυτός ο μεγάλος δάσκαλος της δογματικής και της ηθικής αναφέρθηκε σε κάποια του παράδοση στο μυστήριο της εξομολογήσεως. Μεταξύ των άλλων είπε πως την ανάγκη της εξομολογήσεως την αισθάνονται όλοι οι άνθρωποι.
- Οι τύψεις της συνειδήσεως είναι μεγάλη τυράγνια. Και οι πιο μεγάλοι ληστές και κακούργοι ψάχνουν άνθρωπο  εμπιστοσύνης , παπά ευλαβή, να εξομολογηθούνε.
Και αναφέρθηκε στον αρχιληστή της Αττικής , τον Νταβέλη,  που ίσως ήταν και ο τελευταίος λήσταρχος στον χώρο μας:

- O παπα-Νικόλας Πλανάς στην εποχή του λειτουργούσε σε δυο-τρία εκκλησάκια. Ο προφήτης Ελισσαίος στην πλαγιά του Λυκαβηττού του ήταν πολύ αγαπητό. Φαίνεται πως η τελευταία εκκλησία που έκλεινε την πόρτα , για να μείνουν μόνοι οι Άγιοι στα εικονοστάσιά τους , ήταν του προφήτη Ελισσαίου. Ο παπα- Νικόλας συντρόφευε τους Αγίους με τις προσευχές του, μέχρι να πέσει η βαθειά νύχτα. Έτσι ,ένα απόβραδο, αφού άναψε την κανδήλα της παρακαταθήκης κι ενώ ακόμη δεν είχε δρασκελίσει την βορεινή πόρτα του ιερού βήματος , βλέπει να ανοίγη η μικρή πόρτα της εκκλησιάς, να κλείνη βεβιασμένα και ο αρχιληστής Νταβέλης , αρματωμένος σαν αστακούδι, να αμπαρώνη την πόρτα με σύρτες και με μάνταλα. Ο παπάς μαρμάρωσε. Κοντανάσαινε. Και ο νους του ήρθε σε μεγάλη αμηχανία. Οι λογισμοί του είπαν: «Θα νομίζη ο καημένος πως οι άνθρωποι που με πλησιάζουν, μου αφήνουν χρήματα και ήρθε να με ληστέψη». «Κύριε, το τέλος μου εγγίζει∙ μη επιτρέψης να θορυβηθή η ψυχή μου». Ο ληστής ξαρματώθηκε. Άφησε την πανοπλία του στα στασίδια και με βαριά βήματα προχώρησε στον ξαφνιασμένο παπά.
- Παπά- Νικόλα, ήρθα να εξομολογηθώ, να ξεκριματιστώ. Φόρεσε το πετραχήλι.
Γονάτισε στο πετραχήλι ο κατάδικος και είπε κάθε αναισχυντία τη νύχτας και της μέρας ∙ τους θανάτους, τις ληστείες και τις βιαιότητες. Ο Όσιος άκουγε τον ληστή, χωρίς να αποδοκιμάζη την πώρωση της ψυχής του. Μόνον του είπε:
- Όλα αυτά θα σου τα συγχωρέση ο Θεός . Αν όμως η πολιτεία σε συλλάβη, με τους δικούς της νόμους δεν ξεύρω τι θα κάνη.
Και του διάβασε συγχωρητική ευχή.
Ο ληστής ασπάστηκε το πετραχήλι και την δεξιά του, τις άγιες εικόνες , φόρεσε τα άρματά του κι έφυγε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ο Όσιος ξημέρωσε στην εικόνα του Χριστού, ζητώντας την άφεση και την συγχώρηση του ληστού.

Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Α’ έκδοση Σεπτέμβριος 2010
Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Όποιος αγαπά τον «κόσμο» (κοσμικό φρόνημα) ζει μέσα στην θλίψη και την Κατάθλιψη.


Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος ταυτίζει τον κόσμο με τα πάθη. Να τι μας διδάσκει: «Όταν θέλουμε να ονομάσουμε όλα τα πάθη μαζί, τα λέμε «κόσμο». Και όταν θέλουμε να ξεχωρίσουμε και να δώσουμε στο καθένα το όνομά του, τα ονομάζουμε «πάθη». Και τα πάθη, καθώς διαδέχονται το ένα το άλλο, σχηματίζουν το δρόμο του κόσμου, και όπου τελειώνουν τα πάθη, εκεί παύει να υπάρχει ο δρόμος του κόσμου… Όπου πάψει η ενέργεια των παθών, εκεί πεθαίνει μαζί τους και ο κόσμος. Είπε κάποιος σοφός για τους αγίους, ότι όταν ζούσαν, ήταν ήδη πεθαμένοι, διότι, ενώ ζούσαν με το σώμα τους, δε ζούσαν ζωή σαρκική. Και συ πρόσεξε να δεις ποια πάθη ζούνε μέσα σου, για να καταλάβεις πόσο ανήκεις στον κόσμο και εξ αιτίας ποιων παθών είσαι δεμένος μαζί του και από ποια ελευθερώθηκες… Με δυο λόγια, κόσμος είναι η εμπαθής ζωή και το σαρκικό φρόνημα. Όποιος απαλλαγεί από τα πάθη του. Έχει εξέλθει από τον κόσμο»[1].
Ο χριστιανός καλείται να «εξέλθει» του κόσμου τροπικά και όχι τοπικά˙ δηλ. να ελευθερωθεί από τα πάθη του. Όποιος θελήσει να γίνει φίλος του κόσμου, «εχθρός του Θεού καθίσταται»[2] ... αλλά και του εαυτού του. Ζει υποδουλωμένος σε μια αβάσταχτη θλίψη…
Όσο δεν θέλει να μετανοήσει, να «εξέλθει του κόσμου»[3] και να αγαπήσει τον Θεό, παραμένει δεμένος με τα «αγαπώμενα δεσμά των παθών».




[1] Αββα Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικά, σελ. 132
[2] Ιακ. 4, 4
[3] Πρβλ. το Β’ Κορ. 6, 17-18

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014




«Αχώρητος θεία ομορφιά»
Δήμητρα Γ. Σαρρή

Ρεμβάζοντας στα βαθυγάλανα νερά του Αργοσαρωνικού, έξω από το παράθυρό μου, το βλέμμα μου αιχμαλωτίζεται σε χρυσά υδάτινα μονοπάτια. Άρωμα γαρδένιας διάχυτο στην ατμόσφαιρα. Ο ήλιος, ολοένα και βυθίζεται στο ακαταμάχητο λίκνισμα των υδάτων… μόλις που ξεπροβάλλει η σελήνη.
Ο Θεός είναι παρών. Η παρουσία Του ευλογεί τη πλάση. Το Φως Του χαριτώνει ό,τι αγγίζει. Τον αντιλαμβάνομαι στο ηλιοβασίλεμα, Τον διαβλέπω πίσω από το φέγγος των αστέρων, Τον νοιώθω στο αεράκι που χτενίζει τη θάλασσα και χαϊδεύει το πρόσωπό μου, Τον μυρίζω στο γιασεμί που μόλις ανθίζει, στη γαρδένιά μου κοντά στον βασιλικό, στο λιβάνι που σιγοκαίει κάπου, μέσα στην γειτονιά. Τον ανασαίνω, είναι το ίδιο το οξυγόνο μου. Εκείνος είναι που ζωοδοτεί απλόχερα το πνεύμα μου. Εγώ δεν Τον βλέπω, μα τα άνθη κιόλας υποκλίθηκαν στην χάρη Του. Ο Θεός είναι το αγνό εκείνο, άσπρο ρόδο, το Ρόδον το Αμάραντον, μα συνάμα είναι ο δημιουργός του, δημιουργός της πλάσης όλης.
Η ορθόδοξη θεολογία μας, καθαγιάζεται από τούτη, την αχώρητο θεία ομορφιά. Πλημμυρισμένος ο ορθόδοξος χριστιανισμός από αρετές και γνωρίσματα όμοια, που σε υπάρξεις του Παραδείσου συναντάς. Το απόσταγμα όλων, βρίσκει υπόσταση στη χαρισμένη από τον Δημιουργό, αγάπη. Τόσο δώρο υψηλό που το ίδιο το πρόσωπο του Θεού χαρακτηρίζει, «ο Θεός Αγάπη εστί». Επόμενο γνώρισμα, στην πρώτη θέση κι αυτό, εκείνο της ελευθερίας, της μεγίστης δύναμης με την οποίαν όπλισε τον κλήρο Του.
Συγχωρητικότητα, συμπαράσταση, συμπόνια είναι αρετές που από το πρόσωπο του Θεού, έχουν εμφυσηθεί σε καθέναν από εμάς και καλούμαστε να τις ακολουθούμε στη μεταξύ των συνανθρώπων μας πορεία. Προσφορά, ανιδιοτέλεια, αυτοθυσία και φιλανθρωπία είναι χαρακτηριστικά που εκλεπτίζουν και ξεχωρίζουν τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Το ίδιο το όνομα του Θεού μας, είναι ταυτόσημο και συνώνυμο της ειρήνης, της ελπίδας, του φωτός. Του δικού Του Φωτός, που ευλογεί κι ανακαινίζει ό,τι με χάρη ποτίζει. Όποιος επιτρέψει -στον εαυτό του πρωτίστως- να γίνει δοχείο τούτου του θείου φέγγους, ευλογημένος και υπό την προστασία του Κυρίου μας, είναι. Τα μάτια μας είναι η πόρτα της ψυχής μας και αν είμαστε ή γίνουμε άξιοι να φωλέψει μέσα μας ο Χριστός, η χάρις Του από το βλέμμα μας θα λάμψει.
Ο βαπτισμένος άνθρωπος, ο ορθόδοξος χριστιανός, είναι αναγεννημένος άνθρωπος ο οποίος προετοιμάζεται να πορευτεί σε καινή, πνευματική εν Χριστώ, ζωή. Τον πιστό χριστιανό τέλος, τον διακρίνει μία απαράμιλλης ομορφιάς κι αξίας φιλοδοξία, φιλοδοξία με χροιά σταυροαναστάσιμη. Με ζήλο πνεύματος κι αγώνα αδιάλειπτο ψυχής τε και σώματος, για μία θέση στην Βασιλεία των Ουρανών, για το ποθούμενον κι αγιαστικόν «καθ’ομοίωσιν», για μια μετά θάνατον ζωή, στις αγκάλες του Πατέρα και της Μητέρας, όλων.
Πλέον έχει νυχτώσει έξω. Τα σκοτεινά πια νερά του Αργοσαρωνικού κοσμούνται με περίσσιο ρομαντισμό, από την αργυρή φεγγαρόστρατα της σελήνης. Γυρίζω το βλέμμα μου μέσα στο δωμάτιο «ξυπνώντας» από την ρέμβη, και αντικρίζω την εικόνα της γλυκοφιλούσης Παναγιάς που με κοιτάζει στοργικά, βαστάζουσα τον Χριστό ωσάν βρέφος… ο Θεός είναι παρών!
                                                                  
Δήμητρα Γ. Σαρρή
(φοιτήτρια τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών).



Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014



ΠΡΟΣΕΥΧΗ
(Λέγεται τὴν ὥρα τῆς προετοιμασίας
διὰ τὴν ζύμωσιν τῆς προσφορᾶς).

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου. Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου. Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον. Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΕΥΧΗ
Κύριε Σὲ εὐχαριστῶ γι᾿ αὐτὴν τὴν ἅγια ὥρα, ποὺ μὲ τὰ ἁμαρτωλά μου χέρια μὲ ἀξιώνεις νὰ ζυμώνω τὰ Πανάχραντα Δῶρα τῆς ἀγάπης Σου. Σὲ παρακαλῶ κατάπεμψε τὸ Πανάγιό Σου Πνεῦμα ποὺ εὐλογεῖ ὅλα τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, νὰ εὐλογήσει καὶ τοῦτα τὰ Δῶρα γιὰ νὰ γίνουν καλὰ καὶ εὐπρόσδεκτα στὸ Ἅγιό Σου θυσιαστήριο. Καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ τὰ δεχθῇς ὅπως ἐδέχθης τὴ θυσία τοῦ Ἄβελ, τὴ δοξολογία τῶν Ποιμένων, τὰ δῶρα τῶν Μάγων, τὰ δάκρυα τοῦ Πέτρου, καὶ τοῦ Ληστοῦ τὴν μετάνοιαν. Καὶ ἂς μὲ ἀξιώνεις νὰ σοῦ τὰ προσφέρω πάντοτε εὐσυνείδητα. Ἀμήν.


Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014



Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου.

ΕΙΣΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ;

«Η ελευθερία δεν κερδίζεται αν δεν ελευθερώσουμε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη. Κι αυτό βέβαια μόνο συν Χριστώ γίνεται. Στο Χριστό είναι η χαρά. Ο Χριστός το πάθος το μεταβάλλει σε χαρά». Γέροντας Πορφύριος.

Δεν υπάρχει ελεύθερος άνθρωπος κανένας παρά μόνο αυτός που ζει κοντά στο Χριστό. Αυτός είναι υπεράνω κάθε συμφοράς. Αν ο ίδιος δε θέλει να αδικήσει τον εαυτό του, οι άλλοι ποτέ δεν έχουν τη δύναμη να τον βλάψουν, μένει απρόσβλητος. Δεν τον βασανίζουν τα οικονομικά προβλήματα. Γιατί ξέρει πως «τίποτα δε φέραμε στον κόσμο αυτό. Κι είναι φανερό ότι ούτε και να πάρουμε κάτι μαζί μας φεύγοντας θα μπορέσουμε» (Α΄ Τιμ. 6,7). Δεν τον τρώει η επιθυμία για δόξες και τιμές. Γιατί έμαθε πως «το δικό μας πολίτευμα είναι στον ουρανό» (Φιλιπ. 3.20). Δεν τον στενοχωρεί να τον βρίσουν ούτε τον εξοργίζει αν τον χτυπήσουν. Για το χριστιανό υπάρχει μια και μόνη συμφορά: να μην κάνει το θέλημα του Θεού. Άλλο τίποτα δε θεωρεί συμφορά, ούτε την απώλεια των χρημάτων, ούτε την εξορία, ούτε τους μεγαλύτερους κινδύνους. Κι αυτό που όλοι το τρέμουν, το να φύγει από αυτόν τον κόσμο και να πάει στον άλλο, εκείνος το θεωρεί πιο ευχάριστο απ’ τη ζωή.*Ο χριστιανός είναι σαν τον άνθρωπο που ανέβηκε σε ψηλό βράχο της θάλασσας και παρατηρεί όσους είναι μες στο νερό και προσπαθούν να σωθούν σ’ ένα ναυάγιο. Βλέπει άλλους να σκεπάζονται από τα κύματα, άλλους να πέφτουν σε υφάλους, άλλους να τους παγιδεύει το ρεύμα και να τους πηγαίνει όπου αυτό θέλει. Βλέπει άλλους να χάνονται μες στο βυθό κι άλλους, στην επιφάνεια, πάνω σε μια σανίδα ή ένα κομμάτι του πλοίου να κάνουν τα χέρια τους βάρκα και πηδάλιο. Και βλέπει άλλους να επιπλέουν νεκροί. Σαν κι αυτόν που βρίσκεται στον ψηλό βράχο, έτσι κι ο άνθρωπος που στρατεύτηκε με το Χριστό βγαίνει μέσα από την ταραχή του βίου και των κυμάτων και κάθεται σε τόπο ασφαλή και υψηλό. Γιατί τι είναι πιο ασφαλές και πιο υψηλό από το να έχει κανείς μια μόνη φροντίδα: πώς πρέπει να ευχαριστήσει το Θεό;

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014




ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ
ΝΕΑΡΟΥΣ Ή ΩΡΙΜΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

         Εναγώνιο και πονεμένο παρουσιάζεται το ανωτέρω ερώτημα, κάθε φορά που αποθνήσκει νεαρό ή ώριμο άτομο, που είναι κληρικός, μοναχός ή μοναχή, αφιερωμένος ή αφιερωμένη στον Χριστό και στο έργο του. Ενώ προσφέρουν τόσα πολλά και ενώ είναι στην αρχή ή την ακμή της δράσεώς τους, πολλές φορές ο Θεός τους παίρνει κοντά του και αφήνει απορφανισμένο το ποίμνιό του. Και είναι ακατάληπτο και μη εξηγούμενο αυτό το ερώτημα, αφού και ο Παύλος, που επιθυμούσε τόσο πολύ την ένωση του με το Χριστό δια του θανάτου, εν τούτοις προτιμούσε να παραμείνει στη ζωή για τις ανάγκες των χριστιανών (πρβλ. Φιλιπ. 1, 21-26). Τι απάντηση μπορεί να δοθεί στο ερώτημα αυτό; Θα προσπαθήσουμε μερικώς και ενδεικτικώς να παραθέσουμε κάποιες σκέψεις, χωρίς να εξαντλήσουμε εντελώς το θέμα.

         Α΄. Οι λέξεις νέος και γέρος στο χώρο της Γραφής και της πατερικής θεολογίας, στο χώρο της πίστεως και της Εκκλησίας έχουν διαφορετική διάσταση και έννοια.

α΄) Όσον αφορά τον ίδιο τον εργάτη του ευαγγελίου και γενικώτερα τον κάθε άνθρωπο και την προσωπική του τελείωση η Γραφή αναφέρει· «Γήρας τίμιο και σεβαστό δεν είναι αυτό που έχει πολλά χρόνια, ούτε υπολογίζεται με τον αριθμό των ετών. Σεβαστό δε μεταξύ των ανθρώπων είναι αυτό που έχει σύνεση και ουσιαστική ηλικία του είναι ο ακηλίδωτος βίος... Έγινε τέλειος σε λίγο διάστημα και ουσιαστικά με την προσφορά του είναι σαν να έζησε πολλά χρόνια». (Σοφ. Σολ. 4,8-9·13). Δηλαδή το γήρας για την Γραφή δεν είναι βιολογικό αλλά πνευματικό. Ασπρομάλλης σεβαστός δεν είναι ο πολύχρονος, αλλά ο συνετός και άγιος. Αν κάποιος ωρίμασε πνευματικά και τελειώθηκε, ασχέτως αν ακόμη είναι νέος, είναι έτοιμος να εκδημήσει από τον κόσμο αυτόν. Αγαπήθηκε ήδη από τον Κύριο και αρπάχτηκε μήπως η κακία του κόσμου και η δολερή αμαρτία κατορθώσουν και του αλλάξουν την σύνεση και τον αποπλανήσουν εν τέλει (Σοφ. Σολ. 4,11). Συνεπώς και τον νέο ο Θεός τον παίρνει στην ώρα του και όχι πριν της ώρας, όπως συνηθίζουμε να λέμε.  
β΄) Όσον αφορά την προσφορά του στην Εκκλησία λέγει η Γραφή ότι «μία μέρα παρά Κυρίου ως χίλια έτη, και χίλια έτη ως ημέρα μία» (Β΄ Πετρ. 3,8). Δηλαδή μία μέρα ευλογημένη από τον Κύριο, γεμάτη από τη χάρη του και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος είναι τόσο μεγάλη και καρποφόρα όσο χίλια χρόνια ανθρώπινης προσπαθείας και δράσεως και προσφοράς. Αντιθέτως χίλια χρόνια αυτόνομης, ανθρωποκεντρικής δράσεως και πολιτισμού είναι για τον Κύριο μια μέρα ασήμαντη και ανυπολόγιστη.
Ας στρέψουμε για λίγο τη σκέψη μας στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο π.χ. για να αισθητοποιήσουμε τα όσα λέμε. Όταν πήγε στην Κων/πολη, οι αρειανοί είχαν επικρατήσει για 40 χρόνια. Οι ναοί είχαν καταληφθεί όλοι απ’ αυτούς. Ο αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ήταν αρειανός. Η κοσμική διοίκηση, μέχρι που ήλθε ο Μέγας Θεοδόσιος ο Α΄, ήταν μ’ αυτούς. Το ορθόδοξο ποίμνιο μετά από όλη αυτή την μακρόχρονη περιπέτεια ελάχιστο και τρομοκρατημένο.
Κι όμως ο Γρηγόριος κατόρθωσε μέσα σε δύο χρόνια που παρέμεινε ως επίσκοπος να επικρατήσει ξανά η ορθοδοξία, να καταλάβουν οι ορθόδοξοι και πάλι τους ναούς, ακόμη και τον καθεδρικό, να φύγει ο αρειανός επίσκοπος και να καταλάβει τη θέση του ο Γρηγόριος. Τέτοια ήταν η αναζωογόνηση της Ορθοδοξίας, ώστε όχι μόνο να επικρατήσει, αλλά  να διοργανωθεί και η σύγκληση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το 381, η οποία θα ολοκληρώσει το Σύμβολο της Πίστεως, την καταπολέμηση των αιρετικών, και θ’ ανακηρύξει την αρχιεπισκοπή Κων/πόλεως σε Πατριαρχείο δεύτερο τη τάξει μετά το Πατριαρχείο της Ρώμης. Αν σκεφθεί κανείς την ασθενική κράση του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος λέγει χαρακτηριστικά ότι «μετείχε του βίου τόσο λίγο, ώστε απλώς και μόνο να αναπνέει» (επιστολή 241 προς Αβούργιον), το πόσο βασανισμένος και θλιμμένος ήταν από διάφορες αιτίες και το πόσο σπασμένα ήταν τα νεύρα του πριν αναλάβει επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, είναι απίστευτο και ακατανόητο πως μπόρεσε μέσα σε δύο χρόνια να κάνει, όσα δεν θα έκαναν άλλοι αρχιεπίσκοποι σε πολλαπλάσια χρόνια.
Και συνολικά να δούμε το χρόνο της ζωής του Γρηγορίου και των άλλων δύο ιεραρχών Βασιλείου και Χρυσοστόμου θα δούμε ότι πεθάνανε όλοι νέοι. Περίπου, 63 ετών ο Γρηγόριος, 54 ετών ο Χρυσόστομος, 49 ετών ο Βασίλειος. Κι όμως στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που έζησαν προσέφεραν τόσα πολλά στην Εκκλησία.
Ακόμη κι αυτός ο Χριστός μας, που έζησε 33 χρόνια, εργάσθηκε μόνο για τρία χρόνια. Κι όμως σ’ αυτά τα τρία χρόνια πέτυχε τα πάντα. Δεν θα ήταν καλύτερο και πιο ωφέλιμο για τους ανθρώπους ο Χριστός να παρατείνει τη διαμονή του πάνω στη γη; Να τον είχαμε για πάρα πολλά χρόνια κοντά μας αισθητά και αντιληπτά; Η ιστορική πραγματικότητα, που προέκυψε από τη θεία θέληση βέβαια, μας αποκαλύπτει ότι ήταν αρκετά τα τρία χρόνια δράσεως του Χριστού, για να επιτευχθεί ο σκοπός της ενσαρκώσεώς του.

Συνεπώς δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για να ωφελήσουν την Εκκλησία οι εργάτες του ευαγγελίου· χρειάζεται όμως οπωσδήποτε, οι λίγες ή πολλές μέρες που θα τους αφήσει η θεία πρόνοια να εργασθούν, να είναι ημέρες Κυρίου.Και για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται η ποικίλη συνδρομή των χριστιανών στην ιεραποστολική προσπάθεια των εργατών της Εκκλησίας. Να είναι συνεργοί, συνακόλουθοι και συνοδοιπόροι στο δύσκολο και επικίνδυνο έργο της ιεραποστολής. Να είναι συναγωνιστές (Ρωμ.15,30) και συνυπουργοί (Β΄ Κορ.1,11) δια της προσευχής στο υψηλό αξίωμά τους. Να είναι οι Κυρηναίοι (Ματθ. 27,32), που θα σηκώνουν κάποτε το βαρύ σταυρό τους και θα τους ανακουφίζουν προσωρινά, δίνοντας τους κουράγιο να συνεχίσουν. Δυστυχώς αυτά πολλές φορές δεν συμβαίνουν. Κι ενώ οι εργάτες του ευαγγελίου βρίσκονται στην προσωπική τους Γεθσημανή οι χριστιανοί κοιμούνται (Ματθ. 26,40) ή και συντάσσονται με τους εχθρούς τους (Ματθ. 26,47) για να λυπηθούν και να ξεσπάσουν σε θρήνους (Λουκ. 23,27), όταν τους δουν στο σταυρό ή τον τάφο και φυσικά να ρωτήσουν με απορία· «Θεέ μου πως το επέτρεψες αυτό»;

         Β΄. Την Εκκλησία την διοικεί ουσιαστικά ο Χριστός, προσωπικά και υπεύθυνα. Ο Ιωάννης ο Θεολόγος, όπως μας περιγράφει η Αποκάλυψη, βλέπει όραμα στην Πάτμο. Βλέπει τον Χριστό «εν μέσω των επτά λυχνιών», να έχει «εν τη δεξιά χειρί αυτού αστέρας επτά, και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος εκπορευομένη» (Αποκ. 1,13·16). Τι συμβολίζει το όραμα αυτό; Ότι ο Κύριος ευρίσκεται εν μέσω της Εκκλησίας και ενοικεί εν αυτή. Είναι παρών κατά δυναμικό και όχι στατικό τρόπο. Κάνει κουμάντο, εποπτεύει, διοικεί, δίνει διαταγές. Αυτό που λέγει στο τέλος του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος αμήν» (Ματθ. 28,20), δεν είναι κάτι αφηρημένο, κάτι  φιλοσοφικό, κάτι νεφελώδες, αλλά εκφράζει την αλήθεια ότι ο Χριστός οντολογικά είναι μέσα στη Εκκλησία του και κρατά στο χέρι του τους επτά αστέρες, τους επισκόπους, οι οποίοι πρέπει να κάνουν ότι εκείνος θέλει, να είναι «του χεριού του»· και αλλοίμονο  αν δεν είναι. Βέβαια ο Χριστός ασκεί την διοίκηση και δια μέσου ανθρώπων κληρικών, μοναχών και λαϊκών. Αλλά αυτός είναι που δίνει τη χάρη και τη δύναμη να ενεργούν (Αποκ. 3,7-9)· αυτός είναι που τους στηρίζει στους πειρασμούς (Λκ. 22,31) αυτός είναι που ανοίγει τις καρδιές των ανθρώπων (Πρξ. 16,14) για να δεχθούν το κήρυγμα του ευαγγελίου. Και το ότι παίρνει κοντά του τους αγαπημένους του υπηρέτες, το κάνει –συν τοις άλλοις– για να καταλάβουμε ότι αυτός είναι που στηρίζει, ενισχύει, και ζωοποιεί την Εκκλησία και κινεί τα πάντα ασχέτως αν χρησιμοποιεί στο έργο του και τους ανθρώπους. Ο μακαριστός πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης έλεγε συχνά «ούτε με μας άρχισε ο Χριστιανισμός ούτε σε μας τελειώνει. Ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας κι αυτός την κατευθύνει και την ζωοποιεί. Μη πούμε ότι εμείς στηρίζουμε την Εκκλησία».

         Γ΄. Υπάρχει η εν χρόνω αλλά και η υπέρ χρόνον ιεραποστολή και ποιμαντική δράση. Κάτι που δεν συνειδητοποιούμε όλοι μας και δεν αντιλαμβανόμαστε ξεκάθαρα είναι ότι η ιεραποστολική και ποιμαντική δράση των εργατών της Εκκλησίας δεν περιορίζεται στην σωματική τους παρουσία επί της γης, αλλά επεκτείνεται και μετά την έξοδό τους –αιωνίως και συνεχώς– μέχρι την Β΄ Παρουσία. Με την προσευχή τους, με την αόρατη αλλά οντολογική πνευματική τους παρουσία, με τις διδαχές τους προφορικές ή γραπτές, με τα τυχόν θαύματά τους, με την χάρη των οστών τους συνεχίζουν να μας καθοδηγούν και να μας ενισχύουν. Όπως η σωματική απουσία του Χριστού, μετά την ανάληψή του, στεναχώρησε και λύπησε τους μαθητές του, πλην όμως κακώς και αδικαιολόγητα, διότι ο ίδιος βεβαίωσε ότι «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν (Ματθ. 28,20) και «Συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. Εάν γαρ εγώ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς (Ιω. 16,7). Έτσι και η σωματική απουσία των εργατών της Εκκλησίας μας πικραίνει και μας στενοχωρεί, πλην όμως κακώς και αδικαιολογήτως για τους λόγους που ήδη παραθέσαμε.

         Συνεπώς «αλληλούια (αινείτε τον Θεό)· η σωτηρία και η δόξα και η δύναμις του Θεού ημών, ότι αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις αυτού» (Αποκ. 19,1).

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014




Η Γέννηση της Θεοτόκου.

Η ζω­ή της Πα­να­γί­ας μας σκι­α­γρα­φεί­ται α­πό τους Ευ­αγ­γε­λι­στές, τα λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας (συ­να­ξά­ρια και τρο­πά­ρια των Θε­ο­μη­το­ρι­κών ε­ορ­τών) και τους λό­γους των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων. Η Θε­ο­τό­κος ή­ταν κό­ρη του πλού­σιου κτη­νο­τρό­φου Ι­ω­α­κείμ και της Άν­νας, που κα­τα­γό­ταν α­πό το βα­σι­λι­κό γέ­νος του Δαυ­ίδ.
 Ε­πει­δή ο Ι­ω­α­κείμ και η Άν­να ή­ταν ά­τε­κνοι (η Άν­να ή­ταν στεί­ρα), πα­ρα­κα­λού­σαν για πολ­λά χρό­νια το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί, με την υ­πό­σχε­ση ό­τι το παι­δί που θα γεν­νη­θεί, θα το α­φι­ε­ρώ­σουν σ' Αυ­τόν. Πρέ­πει να ση­μει­ω­θεί ό­τι η α­τε­κνί­α την ε­πο­χή ε­κεί­νη ή­ταν ντρο­πή-κα­τά­ρα για έ­να αν­δρό­γυ­νο και ό­λοι τους πε­ρι­φρο­νού­σαν μέ­σα στην κοι­νω­νί­α. Α­κό­μα και οι ι­ε­ρείς δεν δέ­χον­ταν τα δώ­ρα που πρό­σφε­ραν στο να­ό του Θε­ού, λό­γω της α­τε­κνί­ας τους. Εξ αι­τί­ας αυ­τού η μεν Άν­να πή­γε μέ­σα στον κή­πο τους, ο δε Ι­ω­α­κείμ α­νέ­βη­κε στο βου­νό και ε­κεί με δά­κρυ­α πα­ρα­κα­λού­σαν το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί και να λύ­σει την α­τε­κνί­α τους. Και ο Θε­ός τους προ­μή­νυ­σε με τον αρ­χάγ­γε­λό Του Γα­βρι­ήλ ό­τι θα συλ­λά­βει η πρώ­ην ά­γο­νος και στεί­ρα Άν­να και θα γεν­νή­σει παι­δί ά­γιο.
Πράγ­μα­τι η Άν­να συ­νέ­λα­βε, και γέν­νη­σε τη Βα­σί­λισ­σα του κό­σμου. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό της συλ­λή­ψε­ως στις 9 Δε­κεμ­βρί­ου: «η σύλ­λη­ψις της Α­γί­ας Άν­νης, μη­τρός της Υ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου».

Έ­τσι λοι­πόν συ­νε­λή­φθη και γεν­νή­θη­κε η α­γί­α Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α· ό­χι βέ­βαι­α χω­ρίς σαρ­κι­κή συ­νά­φεια των γο­νέ­ων της. Γεν­νή­θη­κε σε εν­νέ­α μή­νες και, ναι μεν ή­ταν καρ­πός της υ­πο­σχέ­σε­ως του Θε­ού, αλ­λά έ­γι­νε με σπέρ­μα αν­δρός με τη συ­νεύ­ρε­ση των γο­νέ­ων της. Μό­νο ο Κύ­ριός μας Ι­η­σούς Χρι­στός γεν­νή­θη­κε α­πό την α­γί­α Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α με τρό­πο α­νέκ­φρα­στο και α­νερ­μή­νευ­το, ό­πως Ε­κεί­νος Μό­νος γνω­ρί­ζει, χω­ρίς να υ­πάρ­χει το σαρ­κι­κό θέ­λη­μα.
Σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, η Πα­να­γί­α γεν­νή­θη­κε στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ. Μά­λι­στα οι πα­τέ­ρες της α­γι­ο­τα­φι­κής α­δελ­φό­τη­τας δεί­χνουν στους προ­σκυ­νη­τές τον τό­πο γέν­νη­σης της Θε­ο­τό­κου, που βρί­σκε­ται κον­τά στην προ­βα­τι­κή κο­λυμ­βή­θρα. Ο­νο­μά­στη­κε Μα­ριάμ (Μα­ρί­α ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νο) που ση­μαί­νει Κυ­ρί­α, Ελ­πί­δα.

Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τη γέν­νη­ση της Θε­ο­τό­κου στις 8 Σε­πτεμ­βρί­ου: «το Γε­νέ­θλιον της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014




Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου εν όψει της επετείου χειροτονίας  3η του Σεπτέμβρη 2000 – 3η του Σεπτέμβρη 2014.

( από τον χειροτονητήριο λόγο μικρά αποσπάσματα )…!



<< ο δρόμος της θυσίας και ο Σταυρός των θλίψεων είναι ο αληθινός κλήρος του Ιερέα >>…!

<< Τι είπω και τι λαλήσω περί την ώραν ταύτην; Η ψυχή μου τετάρακται  >>…!

<< Δεν με διαλέξατε εσείς, Εγώ σας διάλεξα και σας έδωσα εντολή να κάνετε καρπούς άξιους της μετανοίας λέγει ο Κύριος >>…!

<<  Εν ταις λαμπρότησι των Αγίων Σου, πως εισελεύσομαι ο ανάξιος >>;

<<  Κύριε Ιησού Χριστέ πάρε με από το χέρι και οδηγησέ με επι λιμένα θελήματός σου >>…!

<<  Μη με αφήσεις Κύριε να χαθώ  >>…!

<< Ποιος είμαι εγώ Κύριε που αυτή τη στιγμή με δέχεσαι ανώτερο και από τους Αγγέλους Σου >>;

 << Ευλογημένοι συγχωριανοί μου, λαέ του Κυρίου άφοβε και προβληματισμένε, αν είδες κάτι καλό σε μένα αυτό ήτο του Θεού δόξασε τον  Θεόν, αν είδες ελαττώματα αυτά είναι δικά μου, συγχωρέστε με και προσευχήσου για μένα να φανώ άξιος της ανταποδόσεως της Δικαίας  >>…!

<<  Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Πατέρα Μελέτιε, όταν με πρωτογνωρίσατε ήμουν έξι ετών και είπατε τα εξής: Αυτό το παιδί κρύβει μελλοντικά βήματα ??? Αυτά τα βήματα τώρα και στο εξής θέλω να περπατήσω μαζί σας και κοντά στον Χριστό. Δεν σας λέω ευχαριστώ γιατί είναι φτωχό και τιποτένιο. Σας υπόσχομαι υπακοή στο Ευαγγέλιο και τους Ιερούς Κανόνες αλλά και όπου διαπιστώσετε ότι έχω στραβοπατήσει από την ορθή οδό έχετε το δικαίωμα να ενεργήσετε ως Πατέρας και όχι σας Κατής  <<  τούρκος δικαστής  >>…!

<<  Πνευματικέ μου Πατέρα Νίκωνα,  είσαι ο Μωυσής της ζωής μου. Σε παρακαλώ οδήγησέ με από τον ποταμό των δακρύων και το ποτάμι των θλίψεων στην απέναντι όχθη που οδηγεί στο ανάχωμα της Πατερικής Αγίας Οδού εις Άφεσιν Αμαρτιών και εις ζωήν  την Αιώνιον. Σας υπόσχομαι υπακοή υγιή με διάκριση μέχρι εσχάτης αναπνοής  >>;…!

 Λαέ που στέκεις πίσω μου, πέρνα μπροστά μου, κοίταξέ με,  δάκρυσε, γονάτισε, συγχώρα με, προσευχήσου, σε σένα στηρίζομαι. Εσύ έχεις την ευθύνη του Άξιος και του Ανάξιος. Σε Αγαπώ και θα χύσω το αίμα μου για την σωτηρία σου. ΑΜΗΝ.



…και τώρα λάλει Κύριε, ο δούλος σου Δημήτριος ακούει …!