Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014




ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ
ΝΕΑΡΟΥΣ Ή ΩΡΙΜΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

         Εναγώνιο και πονεμένο παρουσιάζεται το ανωτέρω ερώτημα, κάθε φορά που αποθνήσκει νεαρό ή ώριμο άτομο, που είναι κληρικός, μοναχός ή μοναχή, αφιερωμένος ή αφιερωμένη στον Χριστό και στο έργο του. Ενώ προσφέρουν τόσα πολλά και ενώ είναι στην αρχή ή την ακμή της δράσεώς τους, πολλές φορές ο Θεός τους παίρνει κοντά του και αφήνει απορφανισμένο το ποίμνιό του. Και είναι ακατάληπτο και μη εξηγούμενο αυτό το ερώτημα, αφού και ο Παύλος, που επιθυμούσε τόσο πολύ την ένωση του με το Χριστό δια του θανάτου, εν τούτοις προτιμούσε να παραμείνει στη ζωή για τις ανάγκες των χριστιανών (πρβλ. Φιλιπ. 1, 21-26). Τι απάντηση μπορεί να δοθεί στο ερώτημα αυτό; Θα προσπαθήσουμε μερικώς και ενδεικτικώς να παραθέσουμε κάποιες σκέψεις, χωρίς να εξαντλήσουμε εντελώς το θέμα.

         Α΄. Οι λέξεις νέος και γέρος στο χώρο της Γραφής και της πατερικής θεολογίας, στο χώρο της πίστεως και της Εκκλησίας έχουν διαφορετική διάσταση και έννοια.

α΄) Όσον αφορά τον ίδιο τον εργάτη του ευαγγελίου και γενικώτερα τον κάθε άνθρωπο και την προσωπική του τελείωση η Γραφή αναφέρει· «Γήρας τίμιο και σεβαστό δεν είναι αυτό που έχει πολλά χρόνια, ούτε υπολογίζεται με τον αριθμό των ετών. Σεβαστό δε μεταξύ των ανθρώπων είναι αυτό που έχει σύνεση και ουσιαστική ηλικία του είναι ο ακηλίδωτος βίος... Έγινε τέλειος σε λίγο διάστημα και ουσιαστικά με την προσφορά του είναι σαν να έζησε πολλά χρόνια». (Σοφ. Σολ. 4,8-9·13). Δηλαδή το γήρας για την Γραφή δεν είναι βιολογικό αλλά πνευματικό. Ασπρομάλλης σεβαστός δεν είναι ο πολύχρονος, αλλά ο συνετός και άγιος. Αν κάποιος ωρίμασε πνευματικά και τελειώθηκε, ασχέτως αν ακόμη είναι νέος, είναι έτοιμος να εκδημήσει από τον κόσμο αυτόν. Αγαπήθηκε ήδη από τον Κύριο και αρπάχτηκε μήπως η κακία του κόσμου και η δολερή αμαρτία κατορθώσουν και του αλλάξουν την σύνεση και τον αποπλανήσουν εν τέλει (Σοφ. Σολ. 4,11). Συνεπώς και τον νέο ο Θεός τον παίρνει στην ώρα του και όχι πριν της ώρας, όπως συνηθίζουμε να λέμε.  
β΄) Όσον αφορά την προσφορά του στην Εκκλησία λέγει η Γραφή ότι «μία μέρα παρά Κυρίου ως χίλια έτη, και χίλια έτη ως ημέρα μία» (Β΄ Πετρ. 3,8). Δηλαδή μία μέρα ευλογημένη από τον Κύριο, γεμάτη από τη χάρη του και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος είναι τόσο μεγάλη και καρποφόρα όσο χίλια χρόνια ανθρώπινης προσπαθείας και δράσεως και προσφοράς. Αντιθέτως χίλια χρόνια αυτόνομης, ανθρωποκεντρικής δράσεως και πολιτισμού είναι για τον Κύριο μια μέρα ασήμαντη και ανυπολόγιστη.
Ας στρέψουμε για λίγο τη σκέψη μας στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο π.χ. για να αισθητοποιήσουμε τα όσα λέμε. Όταν πήγε στην Κων/πολη, οι αρειανοί είχαν επικρατήσει για 40 χρόνια. Οι ναοί είχαν καταληφθεί όλοι απ’ αυτούς. Ο αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ήταν αρειανός. Η κοσμική διοίκηση, μέχρι που ήλθε ο Μέγας Θεοδόσιος ο Α΄, ήταν μ’ αυτούς. Το ορθόδοξο ποίμνιο μετά από όλη αυτή την μακρόχρονη περιπέτεια ελάχιστο και τρομοκρατημένο.
Κι όμως ο Γρηγόριος κατόρθωσε μέσα σε δύο χρόνια που παρέμεινε ως επίσκοπος να επικρατήσει ξανά η ορθοδοξία, να καταλάβουν οι ορθόδοξοι και πάλι τους ναούς, ακόμη και τον καθεδρικό, να φύγει ο αρειανός επίσκοπος και να καταλάβει τη θέση του ο Γρηγόριος. Τέτοια ήταν η αναζωογόνηση της Ορθοδοξίας, ώστε όχι μόνο να επικρατήσει, αλλά  να διοργανωθεί και η σύγκληση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το 381, η οποία θα ολοκληρώσει το Σύμβολο της Πίστεως, την καταπολέμηση των αιρετικών, και θ’ ανακηρύξει την αρχιεπισκοπή Κων/πόλεως σε Πατριαρχείο δεύτερο τη τάξει μετά το Πατριαρχείο της Ρώμης. Αν σκεφθεί κανείς την ασθενική κράση του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος λέγει χαρακτηριστικά ότι «μετείχε του βίου τόσο λίγο, ώστε απλώς και μόνο να αναπνέει» (επιστολή 241 προς Αβούργιον), το πόσο βασανισμένος και θλιμμένος ήταν από διάφορες αιτίες και το πόσο σπασμένα ήταν τα νεύρα του πριν αναλάβει επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, είναι απίστευτο και ακατανόητο πως μπόρεσε μέσα σε δύο χρόνια να κάνει, όσα δεν θα έκαναν άλλοι αρχιεπίσκοποι σε πολλαπλάσια χρόνια.
Και συνολικά να δούμε το χρόνο της ζωής του Γρηγορίου και των άλλων δύο ιεραρχών Βασιλείου και Χρυσοστόμου θα δούμε ότι πεθάνανε όλοι νέοι. Περίπου, 63 ετών ο Γρηγόριος, 54 ετών ο Χρυσόστομος, 49 ετών ο Βασίλειος. Κι όμως στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που έζησαν προσέφεραν τόσα πολλά στην Εκκλησία.
Ακόμη κι αυτός ο Χριστός μας, που έζησε 33 χρόνια, εργάσθηκε μόνο για τρία χρόνια. Κι όμως σ’ αυτά τα τρία χρόνια πέτυχε τα πάντα. Δεν θα ήταν καλύτερο και πιο ωφέλιμο για τους ανθρώπους ο Χριστός να παρατείνει τη διαμονή του πάνω στη γη; Να τον είχαμε για πάρα πολλά χρόνια κοντά μας αισθητά και αντιληπτά; Η ιστορική πραγματικότητα, που προέκυψε από τη θεία θέληση βέβαια, μας αποκαλύπτει ότι ήταν αρκετά τα τρία χρόνια δράσεως του Χριστού, για να επιτευχθεί ο σκοπός της ενσαρκώσεώς του.

Συνεπώς δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για να ωφελήσουν την Εκκλησία οι εργάτες του ευαγγελίου· χρειάζεται όμως οπωσδήποτε, οι λίγες ή πολλές μέρες που θα τους αφήσει η θεία πρόνοια να εργασθούν, να είναι ημέρες Κυρίου.Και για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται η ποικίλη συνδρομή των χριστιανών στην ιεραποστολική προσπάθεια των εργατών της Εκκλησίας. Να είναι συνεργοί, συνακόλουθοι και συνοδοιπόροι στο δύσκολο και επικίνδυνο έργο της ιεραποστολής. Να είναι συναγωνιστές (Ρωμ.15,30) και συνυπουργοί (Β΄ Κορ.1,11) δια της προσευχής στο υψηλό αξίωμά τους. Να είναι οι Κυρηναίοι (Ματθ. 27,32), που θα σηκώνουν κάποτε το βαρύ σταυρό τους και θα τους ανακουφίζουν προσωρινά, δίνοντας τους κουράγιο να συνεχίσουν. Δυστυχώς αυτά πολλές φορές δεν συμβαίνουν. Κι ενώ οι εργάτες του ευαγγελίου βρίσκονται στην προσωπική τους Γεθσημανή οι χριστιανοί κοιμούνται (Ματθ. 26,40) ή και συντάσσονται με τους εχθρούς τους (Ματθ. 26,47) για να λυπηθούν και να ξεσπάσουν σε θρήνους (Λουκ. 23,27), όταν τους δουν στο σταυρό ή τον τάφο και φυσικά να ρωτήσουν με απορία· «Θεέ μου πως το επέτρεψες αυτό»;

         Β΄. Την Εκκλησία την διοικεί ουσιαστικά ο Χριστός, προσωπικά και υπεύθυνα. Ο Ιωάννης ο Θεολόγος, όπως μας περιγράφει η Αποκάλυψη, βλέπει όραμα στην Πάτμο. Βλέπει τον Χριστό «εν μέσω των επτά λυχνιών», να έχει «εν τη δεξιά χειρί αυτού αστέρας επτά, και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος εκπορευομένη» (Αποκ. 1,13·16). Τι συμβολίζει το όραμα αυτό; Ότι ο Κύριος ευρίσκεται εν μέσω της Εκκλησίας και ενοικεί εν αυτή. Είναι παρών κατά δυναμικό και όχι στατικό τρόπο. Κάνει κουμάντο, εποπτεύει, διοικεί, δίνει διαταγές. Αυτό που λέγει στο τέλος του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος αμήν» (Ματθ. 28,20), δεν είναι κάτι αφηρημένο, κάτι  φιλοσοφικό, κάτι νεφελώδες, αλλά εκφράζει την αλήθεια ότι ο Χριστός οντολογικά είναι μέσα στη Εκκλησία του και κρατά στο χέρι του τους επτά αστέρες, τους επισκόπους, οι οποίοι πρέπει να κάνουν ότι εκείνος θέλει, να είναι «του χεριού του»· και αλλοίμονο  αν δεν είναι. Βέβαια ο Χριστός ασκεί την διοίκηση και δια μέσου ανθρώπων κληρικών, μοναχών και λαϊκών. Αλλά αυτός είναι που δίνει τη χάρη και τη δύναμη να ενεργούν (Αποκ. 3,7-9)· αυτός είναι που τους στηρίζει στους πειρασμούς (Λκ. 22,31) αυτός είναι που ανοίγει τις καρδιές των ανθρώπων (Πρξ. 16,14) για να δεχθούν το κήρυγμα του ευαγγελίου. Και το ότι παίρνει κοντά του τους αγαπημένους του υπηρέτες, το κάνει –συν τοις άλλοις– για να καταλάβουμε ότι αυτός είναι που στηρίζει, ενισχύει, και ζωοποιεί την Εκκλησία και κινεί τα πάντα ασχέτως αν χρησιμοποιεί στο έργο του και τους ανθρώπους. Ο μακαριστός πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης έλεγε συχνά «ούτε με μας άρχισε ο Χριστιανισμός ούτε σε μας τελειώνει. Ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας κι αυτός την κατευθύνει και την ζωοποιεί. Μη πούμε ότι εμείς στηρίζουμε την Εκκλησία».

         Γ΄. Υπάρχει η εν χρόνω αλλά και η υπέρ χρόνον ιεραποστολή και ποιμαντική δράση. Κάτι που δεν συνειδητοποιούμε όλοι μας και δεν αντιλαμβανόμαστε ξεκάθαρα είναι ότι η ιεραποστολική και ποιμαντική δράση των εργατών της Εκκλησίας δεν περιορίζεται στην σωματική τους παρουσία επί της γης, αλλά επεκτείνεται και μετά την έξοδό τους –αιωνίως και συνεχώς– μέχρι την Β΄ Παρουσία. Με την προσευχή τους, με την αόρατη αλλά οντολογική πνευματική τους παρουσία, με τις διδαχές τους προφορικές ή γραπτές, με τα τυχόν θαύματά τους, με την χάρη των οστών τους συνεχίζουν να μας καθοδηγούν και να μας ενισχύουν. Όπως η σωματική απουσία του Χριστού, μετά την ανάληψή του, στεναχώρησε και λύπησε τους μαθητές του, πλην όμως κακώς και αδικαιολόγητα, διότι ο ίδιος βεβαίωσε ότι «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν (Ματθ. 28,20) και «Συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. Εάν γαρ εγώ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς (Ιω. 16,7). Έτσι και η σωματική απουσία των εργατών της Εκκλησίας μας πικραίνει και μας στενοχωρεί, πλην όμως κακώς και αδικαιολογήτως για τους λόγους που ήδη παραθέσαμε.

         Συνεπώς «αλληλούια (αινείτε τον Θεό)· η σωτηρία και η δόξα και η δύναμις του Θεού ημών, ότι αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις αυτού» (Αποκ. 19,1).

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: