Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012







Αγαπητοί αδελφοί θα τα πούμε ξανά μετά τις 20 Αυγούστου, πρώτα ο Θεός. Μέχρι τότε ο Θεός μαζί μας.

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012





Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 8 Ιουλίου Κυριακή Έ του Ματθαίου κεφάλαιο ή στίχοι 28-θ΄1.

Κείμενο:

Και ελθόντι αυτώ εις το πέραν εις την χώραν των Γεργεσηνών υπήντησαν αυτώ δύο δαιμονιζόμενοι εκ των μνημείων εξερχόμενοι, χαλεποί λίαν, ώστε μη ισχύειν τινά παρελθείν δια της οδού εκείνης. και ιδού έκραξαν λέγοντες· τι ημίν και σοι, Ιησού υιέ του Θεού; ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς; ην δε μακράν απ΄ αυτών αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη. οι δε δαίμονες παρεκάλουν αυτόν λέγοντες· ει εκβάλλεις ημάς, επίτρεψον ημίν απελθείν εις την αγέλην των χοίρων. και είπεν αυτοίς· υπάγετε. οι δε εξελθόντες απήλθον εις την αγέλην των χοίρων· και ιδού ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την θάλασσαν και απέθανον εν τοις ύδασιν. οι δε βόσκοντες έφυγον, και απελθόντες εις την πόλιν απήγγειλαν πάντα και τα των δαιμονιζομένων. και ιδού πάσα η πόλις εξήλθεν εις συνάντησιν τω Ιησού, και ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν όπως μεταβή από των ορίων αυτών. Και εμβάς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν.

Μετάφραση:

Όταν έφτασε στην απέναντι όχθη, στην περιοχή των Γεργεσηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έρχονταν από τα μνήματα, τόσο φοβεροί, που κανένας δεν τολμούσε να περάσει από κείνον το δρόμο. Και με κραυγές του έλεγαν: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ΄ εμάς, Υιέ του Θεού; Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας;» Μακριά απ΄ αυτούς έβοσκε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων. Και οι δαίμονες τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Αν είναι να μας διώξεις, άφησέ μας να πάμε στο κοπάδι των χοίρων». Κι εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε». Αυτοί βγήκαν και πήγαν στο κοπάδι των χοίρων. Και όλο το κοπάδι όρμησε και γκρεμίστηκε στη λίμνη και πνίγηκαν μέσα στα νερά. Οι βοσκοί έφυγαν, πήγαν στην πόλη και ανάγγειλαν όλα τα συμβάντα και ό,τι έγινε με τους δαιμονισμένους. Βγήκε τότε όλη η πόλη να συναντήσει τον Ιησού, κι όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από την περιοχή τους. Ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του.

Σχόλια:

ΜΗΠΩΣ ΔΙΩΧΝΟΥΜΕ
ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;

«Και ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν
όπως μεταβή από των ορίων αυτών»

ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ επαναλήφθηκε αναρίθμητες φορές, στάση που υιοθέτησαν και συνεχίζουν να υιοθετούν ένα πλήθος ανθρώπων. Για ποιο πράγμα ακριβώς πρόκειται; Για την απαίτηση του ανθρώπου να φύγει ο Θεός από τη ζωή του. Για την προσπάθεια που πολλοί καταβάλλουν – και μερικοί με τρόπο μανιασμένο – να κόψουν κάθε γέφυρα επικοινωνίας με τον ουρανό. Είναι αυτό που περιγράφει με έμφαση ο χριστιανός ποιητής:
«Θεέ, τραβήξου από μπροστά μας,
σκιάχτρο του νου και της ψυχής.
Για σε τα χείλη τα δικά μας
δεν έχουν λόγια προσευχής».
Το ίδιο βλέπουμε στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα να κάνουν και οι Γεργεσηνοί. Πληροφορήθηκαν το μέγα θαύμα που έκανε ο Χριστός. Είδαν τη θαυμαστή μεταβολή των δυο πρώην δαιμονιζομένων. Όμως, όντας άπιστοι και αναίσθητοι, δεν συγκινήθηκαν. Δεν πίστεψαν. Αντίθετα, ήρθαν και όλοι μαζί εν χορώ ζήτησαν από τον Χριστό να φύγει από τα σύνορα τους. Να εγκαταλείψει την περιοχή τους.
Όταν οι άνθρωποι ζουν άτακτη ζωή, ζωή που προσκρούει στο θέλημα και το νόμο του Θεού, αισθάνονται απέχθεια για τη ζωή της αγιότητας. Απορρίπτουν τους ανθρώπους που ακολουθούν το θέλημα του Κυρίου. Αρνούνται ακόμη και τον ίδιο τον Θεό, την παρουσία, την αγάπη, την ευλογία Του στη ζωή τους. Αυτό ακριβώς έκαναν και οι Γεργεσηνοί. «Ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν όπως μεταβή από τω ορίων αυτών».
Και η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται. Και χθες και σήμερα. Πολλοί ζητούμε να φύγει ο Χριστός από κοντά μας. Δεν τον θέλουμε. Δεν ανεχόμαστε την θεία παρουσία Του. Δεν αποδεχόμαστε το Ευαγγέλιο Του. Δεν τον δεχόμαστε ως κύριο του κόσμου και της ιστορίας.
Πολλοί, κατ’ αρχάς,

διώχνουμε τον Χριστό από την καρδιά μας.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ζητά: «Υιέ, δος μοι σην καρδίαν» (Παροιμ. 23, 26). Ο Χριστός μακαρίζει: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8). Ο Χριστός συνιστά: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου…» (Μαρκ. 12, 30).
Κι εμείς; Εμείς προσφέρουμε αλλού την καρδιά μας. Αντί ν’ αγαπήσουμε πρώτ’ απ’ όλα και πάνω απ’ όλα τον Χριστό, αγαπούμε άλλα πρόσωπα, άλλα πράγματα. Αντί να διαφυλάξουμε την καρδιά μας καθαρή, εμείς την αφήνουμε να υποδουλώνεται σε ποικίλα πάθη, πάθη σκοτεινά και ανομολόγητα πολλές φορές. Γινόμαστε φιλόχρυσοι παρά φιλόχριστοι, φιλόσαρκοι παρά φιλόθεοι, φιλόδοξοι παρά ταπεινοί.
Έτσι ο Χριστός φεύγει από την καρδιά μας. Δεν τον θέλουμε. Τον αγνοοούμε ή και τον διώχνουμε.
Δεύτερον,

διώχνουμε τον Χριστό από την οικογένεια μας.

ΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ χριστιανοί και μάλιστα ορθόδοξοι. Συχνά ο Χριστός είναι ο μεγάλος απών από την οικογένεια μας. Δεν τον καλέσαμε ποτέ να έρθει ανάμεσα μας. Ή με την άτακτη οικογενειακή μας ζωή τον εμποδίζουμε να έρθει.
Στα σπίτια μας δεν υπάρχει εικονοστάσι. Δεν καίει κανδήλι. Δεν ανάβει θυμιατό. Δεν ακούγεται προσευχή. Καθόμαστε στο τραπέζι χωρίς να ζητήσουμε την ευλογία του Κυρίου. Σηκωνόμαστε χωρίς να τον ευχαριστήσουμε για τα αγαθά που μας παρέχει. Ξυπνούμε το πρωί και δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε την ευλογία του Θεού για την καινούργια μέρα που μας χαρίζει. Ετοιμαζόμαστε να κατακλιθούμε και δεν τον δοξολογούμε για όσα μας χάρισε στη διάρκεια της ημέρας.
Που χρόνος για Απόδειπνο! Που καιρός για τη μελέτη του λόγου του Θεού! Μας τον απορρόφησε όλον η τηλεόραση και το βίντεο. Και την Παρασκευή και το Σάββατο μέχρι και τις μεταμεσονύκτιες ώρες! Έτσι ο Χριστός είναι ο μεγάλος απών. Διωγμένος από το σπίτι μας. Ακόμη και αυτή την Κυριακή – ημέρα Κυρίου – μόνο στον Κύριο δεν την προσφέρουμε! Θα κοιμηθούμε μέχρι το μεσημέρι γιατί γυρίσαμε χαράματα από τη διασκέδαση. Θα πάμε εκδρομή. Θα φύγουμε για το εξοχικό. Θα πιάσουμε τις παραλίες!
Τρίτον,

διώχνουμε τον Χριστό από την εργασία μας.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ, το κατάστημα, το εργοστάσιο, το κτήμα, το δικαστήριο, τον στρατώνα, από οποιαδήποτε εργασία κι αν κάνουμε. Και τον διώχνουμε πως; Με τον τρόπο που εργαζόμαστε.
Διώχνουμε πραγματικά τον Χριστό.
Όταν αδικούμε κι εκμεταλλευόμαστε τον εργαζόμενο
Όταν εξαπατούμε και εμπαίζουμε τον εργοδότη μας
Όταν διαβάλλουμε και συκοφαντούμε τον συνάδελφο μας για να ανέλθουμε εμείς ή να κερδίσουμε την εύνοια του προϊσταμένου μας
Όταν κλέβουμε ή ξεγελούμε τον πελάτη
Όταν φοροδιαφεύγουμε και εξαπατούμε το κράτος
Όταν καταδικάζουμε τον αθώο και απαλλάσσουμε τον εγκληματία
Όταν εξαγοραζόμαστε και χαριζόμαστε στον πρώτο απατεωνίσκο ή σε άνομα και σκοτεινά συμφέροντα
Όταν στον εργασιακό μας χώρο βλασφημούμε χυδαία το άγιο όνομα του Χριστού ή της Παναγίας μας.
Όταν, λοιπόν, συμβαίνουν όλα αυτά, όταν με τέτοιους τρόπους ασκούμε το επάγγελμα μας, είναι σα να διώχνουμε τον Χριστό. Τον απαρνούμαστε στην πράξη, με τα έργα μας. Περιφρονούμε το Ευαγγέλιο Του. Καταπατούμε προκλητικά τις εντολές Του. Τον ανασταυρώνουμε και πάλι, όπως γράφει ο Απόστολος (Εβρ. 6,6). Έστω κι αν σε κάποια γωνιά του τοίχου βρίσκεται κρεμασμένη η εικόνα Του! Έστω κι αν σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης ή βαθιά σε κάποιο συρτάρι βρίσκεται καταχωνιασμένο το Ευαγγέλιο! Στην ουσία ο Χριστός είναι απών. Και είναι απών γιατί τον διώξαμε εμείς οι ίδιοι.

* * *

Αδελφοί μου,
Όπως τότε οι κάτοικοι των Γαδάρων, έτσι και σήμερα πολλοί άνθρωποι θέλουν να φύγει ο Χριστός «από των ορίων αυτών». Από την καρδιά, από την οικογένεια, από την εργασία τους. Άλλοι πάλι τον διώχνουμε ανεπίγνωστα. Χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουμε. Τον διώχνουμε με την κραυγαλέα ασυνέπεια που δείχνουμε ως χριστιανοί στη ζωή μας.
Ωστόσο ο Χριστός έρχεται και πάλι! Και χτυπά την πόρτα μας ζητώντας να του ανοίξουμε, ζητώντας να τον δεχτούμε. «Ιδού έστηκα», γράφει η Αποκάλυψη, «επί την θύραν και κρούω. Εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (3, 20). Δηλαδή: Ιδού, στέκομαι μπροστά στην πόρτα και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και ανοίξει την πόρτα, θα μπω και θα δειπνήσω μαζί του, κι αυτός μαζί μου.
Ευλογημένοι, αδελφοί μου, όσοι ακούνε την φωνή του Χριστού και του ανοίγουν την πόρτα. Και τον κάνουν ένοικο της καρδιάς τους και κυβερνήτη της ζωής τους