Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011



Γλῶσσα καὶ ὁμολογία
του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης
π. Αυγουστίνου Καντιώτου.


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε
στὸν ἱ.ναὸ Ἁγ. Πάντων Δροσεροῦ -Ἑορδαίας τὴν 13-6-1982 μὲ ἄλλο τίτλο.


ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανήγυρις, ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὶς ἄλλες.Καθημερινῶς ἑορτάζουμε ἕναν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἁγίους·στὴν ἑορτὴ αὐτὴ ἑορτάζονται πολλοὶ ἅγιοι. Πόσοι; Ἑκατό, διακόσοι, τριακόσοι, πεντακόσοι, χίλιοι, δυὸ χιλιάδες, τρεῖς χιλιάδες, πέντε χιλιάδες, δέκα χιλιάδες…, ἀμέτρητοι.
Οἱ ἅγιοι Πάντες, ὅπως λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος, εἶνε «νέφος»(Ἑβρ.12,1), ἀναρίθμητοι. Ἐὰν μετράῃ κανεὶς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, μπορεῖ νὰ μετρήσῃ καὶ τοὺς ἁγίους Πάντας. Εἶνε ἀπ᾽ ὅλες τὶς χῶρες, ἀπ᾽ ὅλες τὶς γλῶσσες, ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἡλικίες, ἀπ᾽ ὅλες τὶς τάξεις, ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα, ἀπ᾽ ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ τὶς ἐποχές· εἶνε κληρικοὶ ἀλλὰ καὶ λαϊκοί, ἀγράμματοι ἀλλὰ καὶ σοφοὶ καὶ ἐπιστήμονες.
Πῶς βρέθηκαν στὸ θαυμαστὸ αὐτὸ ἐπίπεδο; Δὲν γεννήθηκαν ἅγιοι· κανείς δὲν γεννιέ ται ἅγιος. Ἦταν ἄνθρωποι ὅπως κ᾽ ἐμεῖς. Ἀγωνίστηκαν ὅμως καὶ ἔγιναν. Ἂν κοιτάξετε προσεκτικὰ τὴν εἰκόνα τῶν ἁγίων Πάντων, θὰ δῆτε νὰ ζωγραφίζεται, πρῶτος ποὺ ἄνοιξε τὸν παράδεισο καὶ μπῆκε, – ποιός; ἕνας λῃστής, μὲ τὸ«Μνήσθητί­ μου,­Κύριε…»(Λουκ. 23,42). Πῶς μπῆκε; Μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν πίστι του.Ἑπομένως καὶ ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς μπορεῖ νὰ γίνῃ ἅγιος.
Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἐξηγεῖ τί ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ ἅγιοι καὶ ἁγίασαν(βλ. Ματθ.10,32-33). Τί ἔκαναν; Κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνουμε ἐμεῖς σήμερα·ἔκαναν ὁμολογία τῆς πίστεως. Αὐτὸ εἶνε τὸ γνώρισμα ὅλων τῶν ἁγίων. Τί θὰ πῇ ὁμολογία τῆς πίστεως;Ἐπ᾽ αὐτοῦ θὰ πῶ λίγες σκέψεις.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε τυχαῖο δημιούργημα. Ἂν ἕνα ἄγαλμα δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι φύτρωσε ἔτσι, πολὺ περισσότερο ὁ ἄνθρωπος. Διότι κι αὐτὸς ἄγαλμα εἶνε·ὄχι νεκρὸ ἀλλὰ ζωντανὸ - ἔμψυχο ἄγαλμα. Τὸ ἄγαλμα ποὺ στολίζει μιὰ πλατεῖα ἔχει μάτια μὰ δὲ βλέπει, ἔχει αὐτιὰ μὰ δὲν ἀκούει, ἔχει χέρια μὰ δὲν ἐργάζεται, ἔχει πόδια μὰ δὲν κουνιέται ἀπ᾽ τὴ θέσι του. Στὸν ἄνθρωπο ὁ Θεῖος Δημιουργὸς ἔδωσε μάτια ποὺ βλέπουν, αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦνε, καρδιὰ ποὺ χτυπάει, χέρια ποὺ ἐργάζονται, πόδια ποὺ περπατοῦν.Κοντὰ σ᾽αὐτὰ τοῦ ἔδωσε μυαλὸ ποὺ σκέπτεται, ἀλλὰ κ᾽ ἕνα ἄλλο μοναδικὸ προνόμιο· τοῦ ἔδωσε γλῶσσα. Γλῶσσα ἔχει καὶ ἡ μαϊμοῦ κι ὁ οὐρακοτάγκος κι ὁ λύκος καὶ τὸ ἀρνὶ καὶ τὸ γαϊδουράκι, ὅλα τὰ ζωντανά· μὰ δὲ μιλοῦν.Ἕνας μόνο ἔχει τὸ χάρισμα νὰ μιλάῃ, ὁ ἄνθρωπος.
Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα, γιὰ νὰ κάνουμε καλὴ χρῆσι πρὸς δόξαν τοῦ ἁγίου ὀνόματός του.Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· πῶς χρησιμοποιοῦμε ἐμεῖς τὴ γλῶσσα;Τὴ χρησιμοποιοῦμε γιὰ νὰ συνεννοούμεθα ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ διδάσκῃ ἡ μάνα τὸ παιδὶ κι ὁ δάσκαλος τὸ μαθητή, γιὰ νὰ παρηγοροῦμε τὸν πλησίον στὴ θλῖψι, γιὰ νὰ λέμε ἕνα«Κύριε, ἐλέησον»,ἕνα «Μνήσθητί­μου,­Κύριε…», κ᾽ἕνα «εὐχαριστῶ»; Δυστυχῶς δὲν κάνουμε καλὴ χρῆσι. Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ ἡ γλῶσσα κόβει σὰν πριόνι τοῦ διαβόλου.
Οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ γλῶσσα φλυαροῦν ὧρες ὁλόκληρες γιὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα. Καὶ τὸ δικό μας γένος εἶνε ἀπ᾽ τὰ πιὸ φλύαρα. Θά ᾽πρεπε νὰ μπῇ ἕνας φόρος, νὰ φορολογοῦνται οἱ λέξεις· ὅσο περισσότερα λὲς τόσο νὰ πληρώνῃς, ὅπως στὸ τηλέφωνο. Ἴσως ἔτσι νὰ περιωριζόταν ἡ φλυαρία.
Μὲ τὴ γλῶσσα γίνεται κάτι χειρότερο, ποὺ δὲν τὸ ὑπολογίζουμε· ἡκατάκρισι, τὸ κουτσομπολιό. Εἶνε ἐλάττωμα ἰδίως τῶν γυναικῶν. Μαζεύονται δυὸ - τρεῖς, δὲν ἔχουν τίποτ᾽ ἄλλο νὰ κάνουν καὶ περνοῦν ἀπὸ κόσκινο τοῦ διαβόλου τὸν κόσμο· τί ἔκανε ἡ μιὰ καὶ ἡ ἄλλη, πῶς εἶνε ὁ ἄντρας ἢ τὰ παιδιά της, τί σπίτι ἔχει, τί φοράει, τί ξοδεύει…. Κι ὅταν πᾶνε στὸν πνευματικὸ αὐτὸ δὲν τὸ ἐξομολογοῦνται.
Μὲ τὴ γλῶσσα λένε ψέματα. Ρώτησα κάποτε σ᾽ ἕνα σχολεῖο τὰ παιδιά· Ποιό ἀπὸ σᾶς δὲν εἶπε ποτέ ψέματα; Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι οὔτε ἕνα δὲ μίλησε. Τὰ μεγάλα ὅμως ψέματα εἶνε τῶν μεγάλων. Ἡ λεγομένη διπλωματία, εἶνε ἐπιστήμη τοῦ ψεύδους. Ποτέ ἄλλοτε τὸ ψέμα δὲν ἐπικράτησε τόσο ὅσο σήμερα.
Ἀκόμη χειρότερο εἶνε τὸ ψέμα μεθ᾽ ὅρκου στὰ δικαστήρια, ἡ ψευδορκία.Μὲ τὴν ψευδορκία ἀθῳώνουν τὸν κακοῦργο καὶ φυλακίζουν τὸν ἀθῷο.
Ἄλλη ἁμαρτία τῆς γλώσσας εἶνε ἡ διαβολή, ἡ συκοφαντία. Σὲ κάποιο χωριὸ ἀρραβωνιάστηκε ἕνα καλὸ κορίτσι. Τὴ ζήλεψε ὅμως κάποια στὴ γειτονιὰ καὶ ἔρριξε νύχτα ἀνώνυμο γράμμα στὸ μέλλοντα γαμπρό· «Αὐτὴ ποὺ πᾷς νὰ πάρῃς μὴ ρωτᾷς τί εἶνε…».Τὴν παρουσίασε σὰν διάβολο. Τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ συνοικέσιο διαλύθηκε· ὁ νέος τὴν ἄφησε, κι αὐτὴ πικράθηκε τόσο πολὺ ὥστε ἔπεσε στὸ πηγάδι καὶ πνίγηκε.
Αὐτὰ κάνει ἡ συκοφαντικὴ γλῶσσα, ποὺ «κόκ-καλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει». Ἡ συκο φαντία εἶνε ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα.
Ἡκατάρα. Μερικὲς μανάδες ἔχουν τὴν κακὴ συνήθεια νὰ καταριῶνται τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ παραδίδουν στὸ διάβολο. Μεγάλο κακὸ αὐτό. Σ᾽ ἕνα χωριὸ μιὰ μάνα ἔστελνε στὸ διάβολο τὴν κόρη της· καὶ μιὰ φορά, μόλις τὸ εἶ πε,μπῆκε στὴν κόρη διάβολος, δαιμονίστηκε·ἔπεφτε κάτω, ἔβγαζε ἀφρούς. Καὶ μετὰ ἡ μάνα ἔτρεχε χρόνια στὰ ἐξωκκλήσια καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους νὰ βγῇ τὸ δαιμόνιο.
Ἀλλὰ τὸ πιὸ μεγάλο ἁμάρτημα ποὺ γίνεται μὲ τὴ γλῶσσα εἶνε ἡ βλασφημία. Ἀπορῶ πῶςτὰ ἄστρα δὲν πέφτουν νὰ μᾶς κάψουν, πῶς ἡ θάλασσα δὲ φουσκώνει τὰ κύματά της κ᾽ ο ἱποταμοὶ τὰ νερά του νὰ μᾶς πνίξουν, πῶς ἡ γῆ δὲ σείεται νὰ μᾶς καταστρέψῃ ὅλους.Ἄλλοτε στὴν πατρίδα μας δὲ βλαστημοῦσε οὔτε ἕνας, τώρα παντοῦ βλαστημοῦν τὰ θεῖα.
Τόσα κακὰ κάνει ἡ γλῶσσα· δηλητήριο - φαρμάκι στάζει. Οἱ ἅγιοι ὅμως ἀλλιῶς χρησιμοποίησαν τὴ γλῶσσα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἅγιοιΠάντες πῆγαν στὸν παράδεισο, εἶνε ὅτι ἁγίασαν τὴ γλῶσσα τους μὲ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως. Δηλαδή; Στὴν ἐποχή τους ὁ Χριστιανισμὸς κατεδιώκετο.Στὸ δικαστήριο ὁ δικαστὴς δὲν ἐξέταζε ἂν ἔκλεψες ἢ ἀτίμασες. Ἕνα πρᾶγμα ρωτοῦσε· «Εἶσαι Χριστιανός;», τίποτε ἄλλο. Ἔλεγες«ὄχι»; γλύτωνες· ἔλεγες «ναί»;σὲ ἅρπαζαν, σ᾽ ἔδερναν, σ᾽κλειναν στὰ μπουντρούμια, σὲ τυραννοῦσαν μὲ μαρτύρια. Γιὰ μιὰ λέξι,«ΕἶμαιΧριστιανός»!
Αὐτὸ εἶνε ὁμολογία τῆς πίστεως. Τὸ εἶπαν ἄντρες, γυναῖκες, παιδάκια, ἁπλοῖ ἀλλὰ καὶ ἐπίσημοι. Ἔτσι ὡμολόγησαν τὴν πίστι μας.
Χάρι στὴν ὁμολογία τῶν ἁγίων αὐτῶν, ἀγαπητοί μου, ἡ πίστι ἔφτασε καὶ σ᾽ ἐμᾶς.Ἐμεῖς ἆραγε συμβάλλουμε σήμερα νὰ συνεχιστῇ ἡ διάδοσί της σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν; Μ᾽ ἄλλα λόγια, ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τὴν πίστι μας;
Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε γλῶσσα, ἀλλὰ δὲν τὴν χρησιμοποιοῦμε ὅπως θέλει ἐκεῖνος. Σήμεραἡ πίστι μας χλευάζεται, βλασφημεῖται, διώκε-ται. Ἀφήνω τοὺς ἀθέους· αὐτοὶ εἶνε κεκη-ρυγμένοι ἐχθροὶ τῆς πίστεως. Οἱ ἄλλοι; Κάποιοι βαπτισμένοι καὶ θεωρούμενοι χριστιανοὶ ὑβρίζουν τὰ θεῖα. Κάποιοι ἄλλοι ἀνεβαίνουν σὰν καλικάντζαροι σὲ τηλεοράσεις καὶ σταθμοὺς τῆς πατρίδος μας καὶ ἀπὸ ᾽κεῖ βλαστημᾶνε τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Θεὸ καὶ λένε πράγματα αἰσχρὰ καὶ ἀκατονόμαστα. Καὶ κανείςδὲν διαμαρτύρεται. Οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν βολωμένο τὸ στόμα τους. Στὸ σπίτι οἱ γονεῖςδὲν μιλοῦν στὸ παιδὶ γιὰ τὴν πίστι στὸ Χριστό.Στὸ σχολεῖο οἱ ἐκπαιδευτικοὶ δὲν μιλοῦνστοὺς μαθητὰς γιὰ τὸ Χριστό. Στὸ στρατὸποιός ἀξιωματικὸς μιλάει στοὺς στρατιῶτεςτου γιὰ τὸ Χριστό; Ἀκόμη καὶ οἱ παπᾶδες τυπικῶς ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντά τους· δὲν πᾶνε ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ χιλιασταὶ κάνουν ἐξορμήσεις στὴν ὕπαιθρο καὶ διαδίδουν τὴν πλάνη τους. Εἴμαστε σὲ ἐποχὴ ἀρνήσεωςτῆς πίστεως. Ὅπως πᾶμε, σᾶς τὸ λέω, θά ᾿ρθη μέρα, ποὺ θ᾽ ἀπαγορευθῇ καὶ οἱ καμπάνες ἀκόμα τῶν ἐκκλησιῶν νὰ χτυποῦν.
Σὲ τέτοια ἐποχὴ ζοῦμε. Ὁ Χριστὸς ὅμως ζητάει καὶ σήμερα νὰ τὸν ὁμολογοῦμε. Ἂς γίνουμε λοιπὸν κ᾽ ἐμεῖς μικροὶ ὁμολογηταί. Πῶς θὰ κάνουμε τὴν ὁμολογία; Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὰ μικρὰ γιὰ νὰ πᾶμε στὰ μεγάλα. Τὸ πρωὶ κάνε τὸ σταυρό σου· ὁμολογία πίστεως εἶνε. Βγαίνεις ἀπ᾽ τὸ σπίτι, πιάνεις δουλειά, κάνε τὸ σταυρό σου. Γυρίζεις στὸ σπίτι καὶ κάθεστε γιὰ φαγητό; κάντε τὸ σταυρό σας. Βράδυασε; Κάντε προσευχή. Περνᾷς ἀπὸ ἐκκλησία; κάνε τὸ σταυρό σου. Μπαίνεις σὲ αὐτοκίνητο, σὲ ἀεροπλάνο ἢ ἄλλο μέσο; κάνε τὸ σταυρό σου. Ἔρχεται Κυριακή, χτυπάει ἡ καμπάνα; ἔλα στὴν ἐκ κλησία. Κι ἂν κάπου ἀκούσῃς βλαστήμια, μὴ σιωπᾷς· ἔλεγξε τὸ βλάσφημο, ὁμολογία εἶνε αὐτό. Κι ἂν ἀ κόμα ―μὴ γένοιτο― ὅλοι ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό, καὶ ἕνας νὰ μείνῃς, σὺ νὰ ὁμολογῇς τὸ ὄνομά του. Τότε θὰ μοιάζῃς μὲ τοὺς ἁγίους Πάντας.
Τὸ εἶπε καθαρὰ ὁ Χριστός· Μὲ ὁμολογεῖς; θὰ σὲ ὁμολογήσω· μὲ ἀρνεῖσαι; θὰ σὲ ἀρνηθῶ(βλ. Ματθ. 10,32-33). Γνώρισμα τοῦ Χριστιανοῦ εἶνε· παντοῦ καὶ πάντοτε, μὲ λόγια μὲ ἔργα καὶ μὲ αἷμα, νὰ ὁμολογῇ τὸ Χριστό, ποὺ ὑμνοῦν ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



Δεν υπάρχουν σχόλια: