Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 31 Οκτωβρίου
Ευαγγελιστής Λουκάς ις΄19-31 [ Του πλουσίου και του φτωχού ].


Κείμενο
Άνθρωπος δε τις ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ΄ ημέραν λαμπρώς. Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού. Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Και αυτός φωνήσας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λαζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη. Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου. Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών. Ο δε είπεν· ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ΄ εάν τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Είπε δε αυτώ· ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται.


Μετάφραση:
«Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές. Αυτός προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλυφαν τις πληγές. Πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήραν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και θάφτηκε. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του τον Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού μου και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ΄ αυτή τη φωτιά. Κι ο Αβραάμ του απάντησε: παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα όμως αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Κι εκτός απ΄ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σ΄ εσάς να μην μπορούν, ούτε οι από εκεί να περάσουν σ΄ εμάς. Είπε πάλι ο πλούσιος: τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί σ΄ αυτό τον τόπο των βασάνων. Ο Αβραάμ του λέει: έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών· ας υπακούσουν σ΄ αυτά. Εκείνος τότε του είπε: όχι, πατέρα μου Αβραάμ· αν όμως κάποιος από τους νεκρούς πάει σ΄ αυτούς, θα μετανοήσουν. Του είπε ο Αβραάμ: αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δε θα πειστούν ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς».


Σχόλια:

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ

«Άνθρωπος τις ήν πλούτος…»

ΔΥΟ ΑΠΟ ΤΙΣ βασικότερες ανάγκες του ανθρώπου είναι η τροφή και το ένδυμα. Η τροφή για να αυξηθεί και να συντηρηθεί το σώμα. Το ένδυμα για να καλύψουμε τη γυμνότητα του και να το προστατεύσουμε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Μέσα στα πλαίσια των δυο αυτών αναγκών οι άνθρωποι αγωνιζόμαστε για να εξασφαλίσουμε τη διατροφή και την ενδυμασία μας. Όμως αν δεν προσέξουμε, ο αγώνας αυτός μπορεί να διαστρέψει τις δυο φυσικές ανάγκες και να τις μεταβάλλει σε φοβερά τυραννικά πάθη. Το ένδυμα και η ανάγκη του να γίνει πολυτέλεια που προκαλεί, χλιδή που διαφθείρει, ματαιοδοξία βδελυκτή στα μάτια του Θεού. Και η τροφή και η λήψη της να μεταβληθεί σε κοιλιοδουλία, κυνήγι της ηδονής, κολακεία της σάρκας.
Τον κίνδυνο αυτό μας επισημαίνει σήμερα ο Κύριος με την παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου που ακούσαμε. Και θέλοντας να ξυπνήσουμε όλοι όσοι περιπέσαμε στο λήθαργο της ματαιόδοξης πολυτέλειας και της λατρείας των αναγκών του σώματος, μας παρουσιάζει και τις οδυνηρές μεταθανάτιες συνέπειες, που συνεπάγεται μια ζωή που κύλησε μέσα στην εγωπαθή ικανοποίηση των ατομικών αναγκών και τη σκληροκαρδία απέναντι στον πόνο και στη δυστυχία των άλλων. Των εν Χριστώ αδελφών μας. Των συνανθρώπων μας.

Καλός ή κακός ο πλούτος;

«ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΙΣ ήν πλούσιος…». Έτσι αρχίζει την παραβολή Του ο Κύριος. Αντίθετα με ό,τι κάνει για τον φτωχό Λάζαρο, για τον πλούσιο απαξιώνει να αναφέρει το όνομα του. Και μας περιγράφει με ζωηρά χρώματα την εγκόσμια πορεία του. Το πώς έζησε και πως συμπεριφέρθηκε. Του απαγγέλλει σοβαρό κατηγορητήριο και μας τον παρουσιάζει βαριά τιμωρημένη στη μεταθανάτια ζωή. Γιατί τάχα; Επειδή άραγε ήταν πλούσιος; Μήπως ο πλούτος και τα υλικά αγαθά είναι πράγματα απαράδεκτα και κατακριτέα από τον Θεό;
Ασφαλώς όχι. Ο πλούτος και τα υλικά αγαθά αυτά καθεαυτά δεν είναι καταδεικαστέα. Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποιούμε. Στο πως διαχειριζόμαστε τον πλούτο που, φυσικά, αποκτήσαμε με τον έντιμο μόχθο μας. Στο ποια θέση του δίνουμε μέσα στη ζωή μας. Διότι πρέπει να ομολογήσουμε ότι η καρδιά του ανθρώπου εύκολα αιχμαλωτίζεται από τα πλούτη. Κουρσεύεται από το πάθος της φιλαργυρίας. Παρασύρεται από την ματαιότητα του κόσμου και κυριεύεται από τη φιληδονία. Και τότε λησμονεί τον Θεό και γίνεται άκαρδος και σκλήρός προς τους συνανθρώπους του. «Πρόσεξε», φωνάζειο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη, «μήπως αφού φας και χορτάσεις τα αγαθά της γης, και χτίσεις όμορφα και πολυτελή σπίτια και κατοικήσεις σ’ αυτά…κι αυτξηθεί το χρυσάφι και το ασήμι σου…, υπερηφανευτεί η καρδιά σου και λησμονήσεις τον Κύριο και Θεό σου» (Δευτ. 8, 11-14).
Αυτό ακριβώς έπαθε και ο πλούσιος της παραβολής. Έγινε αιχμάλωτος του πλούτου του. Λησμόνησε τον Θεό και διέγραψε τους άλλους ανθρώπους από τον ορίζοντα της ζωής του. Με δυο αδρές πινελιές ο Κϋριος μας ζωγραφίζει την κατάσταση του.

Χλιδή και κοιλιοδουλία,
δυο φοβερά κακά του πλούτου

«ΕΝΕΔΙΔΥΣΚΕΤΟ πορφύραν και βύσσον». Ο πλούσιος της παραβολής κυριεύτηκε από την πολυτέλεια. Η ανάγκη του ενδύματος του έγινε τυραννικό πάθος. Φορούσε ενδύματα από τα πιο ακριβά, καμωμένα από βύσσο των Ινδιών και βαμμένα με πορφύρα της Φοινίκης. Ενδύματα δηλαδή, πολυτελή, βαρύτιμα και σπάνια. Έτσι ειδωλοποίησε το σώμα του. Κόμπαζε στολισμένος. Επιδειχνόταν προκλητικά. Αυτοθαυμαζόταν. Και επιδίωκε να τον θαυμάζουν και οι άλλοι. Και να τον επαινούν οι διάφοροι κόλακες.
«Ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς». Ο πλούσιος του Ευαγγελίου δεν ήταν μόνο ματαιόδοξος. Ήταν και κοιλιόδουλος. Λάτρευε την κοιλιά του. Ανήκε στην κατηγορία εκείνων, «ών ο Θεός η κοιλία», όπως γράφει ο Απόστολος (Φιλ. 3, 19). Γι’ αυτό και ζούσε «ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς». Πόσα και πόσα δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός του Κυρίου! Φαγητά σπάνια και γαργαλιστικά. Ποτά μυρωδάτα και μεθυστικά. Πλήθη κολάκων να συντρώγουν μαζί του. Ποτήρια να τσουγκρίζονται, πιάτα να σπάνε, γέλια ηχηρά, βωμολοχίες, αισχρότητες. Και όλα αυτά όχι σπάνια. Όχι σε αραιά, επιτέλους, διαστήματα αλλά «καθ’ ημέραν», καθημερινά. Οι πολλοί τρώνε για να ζουν. Εκείνος ο ταλαίπωρος ζούσε για να τρώει. Σύνθημα ζωής γι’ αυτόν ήταν το στολίδι και η επίδειξη, το φαγοπότι και το ξεφάντωμα. Το ένδυμα και η τροφή, δυο φυσιολογικές ανάγκες, είχαν πλήρως διαστραφεί. Και είχαν γίνει πάθη αποκρουστικά που αιχμαλώτισαν την καρδιά του!
Ο Κύριος για να εκφράσει εντονώτερα τη ζοφερή κατάσταση της ψυχής του πλουσίου, μας δίνει ευθύς αμέσως και την εικόνα του φτωχού και δυστυχισμένου Λαζάρου. Στεκόταν παραπεταμένος στην εξώπορτα του μεγάρου του πλουσίου, ρακένδυτος και πληγιασμένος. Και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα του τραπεζιού που πετούσαν οι υπηρέτες. Ο πλούσιος τον έβλεπε καθημερινά. Και όμως έμενε ψυχρός και αδιάφορος. Δεν μπόρεσε να εννοήσει το χρέος του. Δεν ξύπνησε από τον λήθαργο της εγωπάθειας του.

Η προκλητική πραγματικότητα της εποχής μας

ΟΜΩΣ ΑΣ αφήσουμε τον πλούσιο της παραβολής και ας έρθουμε στην εποχή μας. Πολύ φοβούμαι, λοιπόν, ότι και σήμερα – και όχι μόνο οι πλούσιοι αλλά λίγο-πολύ όλοι μας – πάσχουμε από τη διπλή αυτή αρρώστια του πλουσίου της παραβολής, την επιδεικτική πολυτέλεια και τη ζωώδη κοιλιοδουλία. Διαστρέψαμε δυο φυσικές ανάγκες, όπως είναι το ένδυμα και η τροφή, με αποτέλεσμα να γίνουμε δούλοι της πολυτέλειας, σκλάβοι της μεγάλης αφέντισσας που ακούει στο όνομα κοιλιά!
Η σημερινή κοινωνία είμαστε μια κοινωνία πολυτέλειας, επιδείξεως και σπατάλης. Ο άνθρωπος σήμερα ντύνεται με τον ένα ή τον άλλον τρόπο όχι γιατί το επιβάλλει η ανάγκη αλλά η θεοποιημένη μόδα και ο συρμός. Ντύνεται ή γδύνεται – αναλόγως! – διότι έτσι αποφασίζουν σκοτεινά και ύποπτα κέντρα ή πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα. Ανυπολόγιστο χρήμα ξοδεύεται κάθε χρόνο για να στολιστεί το σαρκίο σύμφωνα με τις επιταγές της θεάς μόδας. Αμύθητα ποσά για κοσμήματα. Χρόνος και χρήμα στους νεοειδωλολατρικούς ναούς της εποχής – τα «ινστιντούτα καλλονής», «αισθητικής», και πολλά άλλα.
Αλλά και στη λατρεία της κοιλιάς δεν υστερούμε. Χρήμα, χρήμα άφθονο ξοδεύεται για να φάμε και να πιούμε ό,τι πιο σπάνιο, ό,τι πιο πολυτελές. Περιουσίες ολόκληρες θυσιάζονται για την κοιλιά και τις άλλες αισχρές ηδονές που αναπότρεπτα συνδέονται με το φαγοπότι. Βάκχος και Αφροδίτη λατρεύονται πάντοτε μαζί. Λέγεται ότι στην Αμερική και την Ευρώπη ξοδεύονται για διασκεδάσεις πολύ περισσότερα από όσα ξοδεύονται για να τραφεί ολόκληρος ο πληθυσμός της γης!
Και όλα αυτά, όταν ανάμεσα μας, πολύ κοντά μας – η γη μας δεν είναι παρά μια μεγάλη γειτονιά – χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα, όταν εκατομμύρια παιδιά πεινούν και υποσιτίζονται, ζούν κάτω από άθλιες συνθήκες, στερούνται τα πιο απαραίτητα πράγματα για να επιβιώσουν. Όλοι αυτοί είναι οι σύγχρονοι Λάζαροι. Και στέκονται πολύ κοντά μας. Ανάμεσα μας. Μπορούμε να τους δούμε. Αρκεί τα μάτια μας – τα μάτια της ψυχής κυρίως – να είναι ανοιχτά!

* * *
Αδελφοί μου,
Δεν ήταν τα πλούτη του για τα οποία κατακρίθηκε από τον Θεό ο πλούσιος. Ήταν η προσήλωση του σ’ αυτά. Ήταν ο τρόπος που τα διαχειρίστηκε. Ήταν η πολυτέλεια και η κοιλιοδουλία του. Ήταν η αναλγησία του μπροστά στον πόνο και τη δυστυχία του φτωχού Λαζάρου. «Ακουέτωσαν ταύτα οι πλούσιοι», φωνάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Μάλλον δε ουχί οι πλούσοι, αλλ’ οι ανελεήμονες. Ου γαρ επειδή πλούσιος ήν εκολάζετο, αλλ’ επειδή ουκ ηλέησεν. Ένεστι γαρ πλουτούντα και ελεούντα τυχείν παντός αγαθού».
Γι’ αυτό μακριά από μας η πολυτέλεια και η κοιλιοδουλία. Ασφαλώς θα ντυθούμε και θα φάμε και θα πιούμε. Όμως πάντοτε με μέτρο, απλά και λιτά. «Έχοντες διατροφάς και σκεπάσματα», λέει ο Απόστολος του Θεού, «τούτοις αρκεσθησόμεθα» (Α’ Τιμ. 6,7). Δεν είναι σκοπός της ζωής η ενδυμασία και η τροφή. Είναι μέσα. Δεν ζούμε για να τρώμε. Τρώμε για να ζούμε. Και για να είναι οι καρδιές και τα χέρια ανοιχτά στον πόνο και τις ανάγκες των συνανθρώπων μας, των ελαχίστων αδελφών του Κυρίου.

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010


Ο Αγιος Δημήτριος ο Μεγαλομάρτυς.



Ο άγιος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και έζησε κατά τους χρόνους τουΑυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Τετράρχη Γαλερίου Μαξιμιανού (284-305μ.Χ), εποχή κατά την οποίαέγινε φοβερός διωγμός κατά των χριστιανών. Ήταν επιφανέστατο μέλος της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, Δούκας της πόλης και Στρατηγός όληςτης Θεσσαλίας. Ο Δημήτριος που κατάγονταν από ευσεβή οικογένεια, δε φοβήθηκε από τα διατάγματα των αυτοκρατόρων και συνέχισε να κηρύττει τον ευαγγελικό λόγο, οδηγώντας στην πίστη πολλούςειδωλολάτρες. Όταν ο Μαξιμιανός έμαθε για την χριστιανική δράση του Δημητρίου διέταξε να συλληφθείκαι να οδηγηθεί μπροστά του. Ο Δημήτριος δε δίστασε να ομολογήσει τη χριστιανική του πίστη, παρόλο που γνώριζε τα φρικτάβασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι χριστιανοί. Αρχικά φυλακίστηκε σε ένα τόπο ακάθαρτο, σ' ένα παλαιό λουτρό στα υπογεια του οποίου χύνονταν ακάθαρτα περιττώματα. Στο βρωμερό αυτό τόπο ο άγιος παρέμεινε στερημένος τη συναναστροφή των ανθρώπων, αλλά παρηγορούμενος από το Θεό. Αυτότον καιρό διεξάγονταν αθλητικοί αγώνες στη Θεσσαλονίκη προς τιμή του αυτοκράτορα, ένας από τους συμμετέχοντες, ανθρωπος του Μαξιμιανού, που ονομάζονταν Λυαίος, κόμπαζε πως ήταν ανίκητος καιπαράλληλα χλέβαζε τους χριστιανούς καλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του. Ένας νεαρός στρατιώτηςκαι κρυφός μαθητής του Δημητρίου, που ονομάζονταν Νέστωρας επισκέφθηκε το Δημήτριο στη φυλακή και του ζήτησε να προσευχηθεί για να τον βοηθήσει ο Κύριος μας να αντιμετωπίσει τον Λυαίο. Ο άγιος αφού προσευχήθηκε και του είπε: "Ύπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ Χριστού θα μαρτυρήσεις". Ο Νέστωρας τότε παρουσιάστηκε στο στάδιο και ζήτησε να αναμετρηθεί με τον φοβερό Λυαίο. Μάταια προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Όταν ο Τετράρχης είδε πως δεν τον άκουε τον άφησε νααντιμετωπίσει τον γιγαντόσωμο Λυαίο. Αυτός πλησίασε τον Λυαίο και φωνάζοντας "Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι" του κατάφερε ένα φοβερό χτύπημα με το σπαθί στη καρδία και αυτός αμέσως σωριάστηκε νεκρός. Ο Μαξιμιανός αφού πληροφορήθηκε τα γεγονότα θεώρησε υπεύθυνο τον Δημήτριο και διέταξε νατους σκοτώσουν και τους δύο αμέσως. Έτσι ο άγιος Νέστωρας αποκεφαλίστηκε έξω από τη λεγόμενηΧρυσή Πύλη. Ο Δημήτριος που βρίσκονταν ακόμα στο λουτρό φυλακισμένος μόλις είδε τους στρατιώτεςνα έρχονται σήκωσε το δεξί του χέρι και οι στρατιώτες τον λόγχευσαν στην πλευρά, έτσι έμοιασε στονΚύριο μας, τον γλυκύτατο Ιησού που και αυτός είχε λογχευθεί στην πλευρά, ύστερα οι στρατιώτες των λόγχευσαν σε όλο του το σώμα. Έτσι τελειώθηκε ο άγιος Δημήτριος δεχόμενος το μαρτυρικό στεφάνι. Κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί ήρθαν κρυφά και ένταφίασαν το σώμα του αγίου στον ίδιο τον τόπο του μαρτυρίου, στο βρωμερό λουτρό που έμμελε πλέον να γίνει ιατρείο ψυχών και σωμάτων. Κάποιοςμάλιστα φίλος του αγίου που ονομάζονταν Λούπος και ήταν παρόν την ώρα του μαρτυρίου όταν έφυγανοι στρατιώτες, πήγε γρήγορα και έβγαλε το δαχτυλίδι και το πανωφόρι του αγίου και τα έβαψε στο αίματου. Με αυτά ενεργούσε πολλά θαύματα: αρρώστους ιάτρευε, δαιμονισμένους θεράπευε. Ο Μαξιμιανός μόλις έμαθε αυτά έστειλε στρατιώτες και τον αποκεφάλισαν σε κάποιον τόπο ονομαζόμενο Τριβουνάλιο.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 24 Οκτωβρίου, κείμενο-μετάφραση-σχόλια.

Ευαγγελιστής Λουκάς κεφάλαιο η΄ στίχοι: 26-39


Κείμενο:

Και κατέπλευσεν εις την χώραν των Γαδαρηνών, ήτις εστίν αντίπερα της Γαλιλαίας. εξελθόντι δε αυτώ επί την γην υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ΄ εν τοις μνήμασιν. ιδών δε τον Ιησούν και ανακράξας προσέπεσεν αυτώ και φωνή μεγάλη είπε· τι εμοί και σοι, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; δέομαί σου, μη με βασανίσης. παρήγγειλε γαρ τω πνεύματι τω ακαθάρτω εξελθείν από του ανθρώπου. πολλοίς γαρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν, και εδεσμείτο αλύσεσι και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους. επηρώτησε δε αυτόν ο Ιησούς λέγων· τι σοι εστιν όνομα; ο δε είπε· λεγεών· ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν· και παρεκάλει αυτόν ίνα μη επιτάξη αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν. ην δε εκεί αγέλη χοίρων ικανών βοσκομένων εν τω όρει· και παρεκάλουν αυτόν ίνα επιτρέψη αυτοίς εις εκείνους εισελθείν· και επέτρεψεν αυτοίς. εξελθόντα δε τα δαιμόνια από του ανθρώπου εισήλθον εις τους χοίρους, και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη. ιδόντες δε οι βόσκοντες το γεγενημένον έφυγον, και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. εξήλθον δε ιδείν το γεγονός, και ήλθον προς τον Ιησούν και εύρον καθήμενον τον άνθρωπον, αφ΄ ου τα δαιμόνια εξεληλύθει, ιματισμένον και σωφρονούντα παρά τους πόδας του Ιησού, και εφοβήθησαν. απήγγειλαν δε αυτοίς οι ιδόντες πως εσώθη ο δαιμονισθείς. και ηρώτησαν αυτόν άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών απελθείν απ΄ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο. αυτός δε εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν. εδέετο δε αυτού ο ανήρ, αφ΄ ου εξεληλύθει τα δαιμόνια, είναι συν αυτώ· απέλυσε δε αυτόν ο Ιησούς λέγων· υπόστρεφε εις τον οίκόν σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. και απήλθε καθ΄ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς.

Μετάφραση:
Ο Ιησούς κατέπλευσε στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη από τη Γαλιλαία. Όταν βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. Όταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ΄ εμένα Ιησού, Υιέ του υψίστου Θεού; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»· γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. Βγήκαν, λοιπόν, από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαθρο. Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: «Γύρισε στο σπίτι σου και διηγήσου όσα έκανε σ΄ εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ΄ όλη την πόλη όσα έκανε σ΄ αυτόν ο Ιησούς


Σχόλια:

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Υπόστρεφε εις τον οίκον σου και
διηγού όσα εποίησε σοι ο Θεός»

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΙ Ιησού Χριστού. Εκείνος μας ελευθέρωσε «από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου» (Ρωμ, 8,2). Είμαστε «μέτοχοι κλήσεως επουρανίου» (Εβρ.3,1). Ο Ιησούς μας κάλεσε «εις την εαυτού βασιλείαν και δόξαν» (Α’ Θεσ. 2,12). Είμααστε οι σφραγισμένοι «τω πνεύματι της επαγγελίας των Αγίων» (Εφ. 1,13). Εκείνος μας έδωσε την υπόσχεση της αιώνιας ζωής. Είμαστε «υιοί Θεού δια της πίστεως» (Γαλ. 3, 28). Ο Ιησούς Χριστός σ’ εμάς, που πιστέψαμε στο όνομα του, έδωσε την εξουσία να γίνουμε παιδιά του Θεού (Ιω, 1,12). Ενώ είχαμε αποστατήσει, ενώ είχαμε απομακρυνθεί από τον Θεό, Εκείνος μέσα στην άπειρη αγάπη Του, μας επανέφερε στον Πατρικό Οίκο. Γιάτρεψε τις πληγές μας. Μας αποκατέστησε και πάλι στην τάξη των αγαπημένων παιδιών του Θεού.
Γι’ αυτό θα πρέπει να αισθανόμαστε απέραντη και απεριόριστη ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο μας. Η καρδιά μας, η ύπαρξη μας ολόκληρη, να πλημμυρίζει από το βαθύ αυτό αίσθημα προς τον μεγάλο ελευθερωτή και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Και το αίσθημα τούτο της βαθιάς ευγνωμοσύνης μας προς τον Χριστό δεν μπορούμε – μα ούτε και πρέπει – να το αποκρύπτουμε. Αντίθετα, επιβάλλεται να το εκδηλώνουμε. Να το εκφράζουμε. Πως όμως; Με ποιους τρόπους; Απάντηση στο ερώτημα τούτο μας δίνει η σημερινη ευαγγελική περικοπή.

Η θεραπεία του δαιμονισμένου των Γαδάρων

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΠΟΤΕ βρέθηκε στη χώρα των Γαδαρηνών. Η περιοχή αυτή βρισκόταν απέναντι από τη Γαλιλαία και έφτανε μέχρι την Τιβεριάδα. Εκεί συνάντησε έναν δαιμονισμένο. Ο δυστυχής εκείνος άνθρωπος είχε καταστεί άντρο ακαθάρτων πνευμάτων. Η όψη του ήταν φοβερή. Περιφερόταν γυμνόα. Πλανιόταν στις ερημιές. Κατοικούσε στα μνήματα. Είχε γίνει το φόβητρο της περιοχής.
Μεταξύ του Κυρίου και των δαιμονίων ανοίγεται ένας διάλογος συνταρακτικός. Τα ακάθαρτα πνεύματα διαισθάνονται ότι ήρθε η ώρα για να εγκαταλείψουν την δυστυχισμένη εκείνη ανθρώπινη ύπαρξη. Παρακαλούν να τους επιτρέψει ο Χριστός να εισάλθουν στο κοπάδι των χοίρων που έβοσκαν στην πλαγιά του βουνού. Ο Κύριος το επιτρέπει. Οπωσδήποτε και για να τιμωρήσει τους κατοίκους των Γαδάρων που έτρεφαν χοίρους παρά την απαγόρευση του Μωσαϊκού νόμου. Οι χοίροι τότε, ασυγκράτητοι κα΄τω από την επήρεια των δαιμονίων, όρμησαν στο γκεμό και πνίγηκαν μέσα στη λίμνη.
Οι βοσκοί, βλέποντας το φοβερό τούτο γεγονός, τρέχουν στην πόλη για να πληροφορήσουν τους κατοίκους της. Και οι Γαδαρηνοί έρχονται για να βεβαιωθούν με τα ίδια τους τα μάτια. Βλέπουν τον Χριστό. Βλέπουν τον πρώην διαμονισμένο να κάθεται «ιματισμένος και σωφρονών» στα πόδια του Χριστού. Φοβήθηκαν, δεν μετανόησαν όμως. Γι’ αυτό και ζητούν από τον Χριστό να φύγει από την περιφέρεια τους. Ο Κύριος επιβιβάζεται στο ποιάριο για να φύγει. Ο τέως δαιμονισμένος παρακαλεί να τον πάρει μαζί του. Αλλά ο Κύριος αρνείται και του παραγγέλλει: «Υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησε σοι ο Θεός». Γύρνα στο σπίτι σου, στο περιβάλλον σου, κι εκεί να διηγείσαι την ευεργεσία του Θεού, που σε ελευθέρωσε από τα ακάθαρτα πνεύματα.

Η χριστιανική μαρτυρία, κορυφαίο χρέος του πιστού
«ΥΠΟΣΤΡΕΦΕ ΕΙΣ τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησε σοι ο Θεός». Αυτό είναι το χρέος μας. Αυτός είναι ο τρόπος για να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο Ιησού για τα όσα μας έχει προσφέρει, την απολύτρωση και τη σωτηρία. Να διηγούμαστε δηλαδή στους άλλους τιε ευεργεσίες Του. Να διακηρύσσουμε τον πλούτο της θείας αγάπης Του. Να απολογούμαστε «παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α’ Πετρ. 3, 15). Να καταθέσουμε ενώπιον των ανθρώπων τη μαρτυρία Ιησού Χριστού (Αποκ. 1, 2), μαρτυρία πίστεως και αφοσιώσεως στο θείο πρόσωπο Του. Σήμερα, στην εποχή μας, μια εποχή που μοιάζει με μια απέραντη χώρα Γαδαρηνών, όπου πολλοί από τους ανθρώπους αξιώνουν από τον Χριστό «απελθείν απ’ εαυτών»,να φύγει από τα όρια τους: τη ζωή, την οικογένεια, το κοινωνικό τους περιβάλλον.
Η θέση και η παρουσία του χριστιανού σήμερα στον κόσμο θα πρέπει να είναι μια συνεχής αναχώρηση κα επιστροφή. Αναχώρηση από τον κόσμο. Αναχώρηση όχι τοπική, αλλά τροπική. Αναχώρηση για να συναντήσει τον Ιησού. Στη σύναξη των πστών. Γύρω από την τράπεζα της Ευχαριστίας. Στην κοινωνία του εκκλησιαστικού σώματος. Και εκεί να τον λατρέψει. Να κοινωνήσει του ποτηρίου της ζωής. Να γευθεί την άκτιστη χάρη. Να δεχτεί την καλή αλλοίωση. Να ζήσει το μυστήριο της θείας Παρουσίας. Να απολαύσει την ενότητα και τη χαρά της αδελφικής εν Χριστώ κοινωνίας. Και ύστερα να επιστρέψει. Στον κόσμο. Στο καθημερινό του περιβάλλον. Κι εκεί να διηγείται, να κηρύσσει «όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Να δίνει την μαρτυρία της πίστεως, μαρτυρία ελπίδας κι αγάπης. Να απευθύνεται σ’ όσους αγνοούν το Χριστό, σ’ όσους αδιαφορούν, σ’ όσους αμφιβάλλουν, σ’ όσους τον εχθρεύονται. Και να ομολογεί με δύναμη, τη δύναμη που δίνει η προσωπική εμπειρία: «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ.33,9).

Που οφείλουμε να δίνουμε τη μαρτυρία της πίστεως

ΜΕΣΑ στην οικογένεια πρώτ’ απ’ όλα. Ο πιστός άνθρωπος – όποιος κι αν είναι, ο πατέρας, η μητέρα, ο γιος, η κόρη, ο παππούς, η γιαγιά – οφείλει μέσα στην οικογένεια του να δίνει την μαρτυρία της πίστεως. Να κάνει λόγο για τον Θεό. Να θυμίζει την ανέκφραστη αγάπη Του για τους ανθρώπους. Να υπενθυμίζει με διάκριση ξεχασμένα καθήκοντα, ευλαβικές παραδόσεις, άγιες οικογενειακές συνήθειες, τους ανοιχτούς ουρανούς που, κάποια μέλη ίσως αρνούνται ή ξεχνούν να τους κοιτάξουν. Στ’ αλήθεια! Πόσα και πόσα δεν κατόρθωσε μια πιστή σύζυγος, μια χριστιανή μάνα, ένας φλογερός νέος, μια σεμνή κόρη μέσα στην οικογένεια τους! Αληθινά θαύματα.
Μέσα στο χώρο της εργασίας. Το Ευαγγέλιο δεν είναι για το εικονοστάσι. Μας δόθηκε για να εμπνέει τη ζωή μας,για να το καταστήσουμε πράξη. Πρέπει, λοιπόν, να το κατεβάσουμε μέσα στο στίβο της καθημερινής ζωής. Για ν’ αγκαλιάσει και να φωτίσει όλες τις πλευρές της ζωής μας. Επομένως και την εργασία και τις ασχολίες μας. Να μπει στο γραφείο μας, στο κατάστημα μας, στα δικαστήρια, στους στρατώνες, στα εργοστάσια, παντού. Ο χριστιανός οφείλει να σταθεί ορθός. Να ομολογήσει τον Χριστό. Να ακτινοβολήσει το φως της πίστεως. Να ασκήσει το επάγγελμα του καθοδηγούμενος από τον νόμο του Ευαγγελίου. Ας μη ξεχνούμε ότι σε πολλά μέρη, όπως στη Ρώμη λόγου χάριν, τον χριστιανισμό πρώτοι δεν τον μετέφεραν απόστολοι, αλλά απλοί φλογεροί χριστιανοί, ταξιδιώτες, έμποροι, τεχνίτες.
Μέσα στο σχολείο. Όχι μλόνο οι μεγάλοι, αλλά και οι μικροί, τα χριστιανικά νιάτα, έχουν χρέος να «διηγούνται όσα εποίησεν αυτοίς ο Ιησούς». Να δίνουν την μαρτυρία της πίστεως μέσα στο σχολείο, το φροντιστήριο, το πανεπιστήμιο. Να ομολογήσουν ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια. Ότι μόνο κοντά στον Ιησού ο άνθρωπος καταξιώνει τη ζωή του. Παράλληλα θα πρέπει να αντιμετωπίζουν θαρραλέα την αθεΐα. Με υπομονή την ειρωνία. Άφοβα την πρόκληση. Ανυποχώρητα τον πειρασμό. Και με την βεβαιότητα ότι δεν είναι μόνοι, αλλ’ ότι και πολλοί άλλοι νέοι άνθρωποι αγωνίζονται στα χαρακώματα της πίστεως, καάτω από το βλέμμα και την παντοδύναμη παρουσία του Κυρίου μας.

* * *
Αδελφοί μου,
Αυτό που παρήγγειλε στον θεραπευμένο Γαδαρηνό ο Κύριος Ιησούς ήταν να γυρίσει πίσω στο σπίτι του και να εξαγγέλλει όσα του έκανε ο Θεός. Το ίδιο παραγγέλλει να κάνουμε και μεις στο δικό μας οικογενειακό, εργασιακό, κοινωνικό περιβάλλον. Ως χριστιανοί οφείλουμε να είμαστε οι «μάρτυρες» του Χριστού. Οι ομολογητές του ονόματος Του. Οι ευγνώμονες κήρυκες της φιλανθρωπίας και των απείρων ευεργεσιών Του.
Ο πρώην δαιμονισμένος ανταποκρίθηκε πρόθυμα στην εντολή του Κυρίου: «Και απήλθε, καθ’ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Αποτελεί χρέος μας ν’ ακολουθήσουμε κι εμείς το παράδειγμα του. Να γιμόμαστε καθημερινά, παντού και πάντοτε μάρτυρες του Χριστού.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 17 Οκτωβρίου.
Ευαγγελιστής Λουκάς, κεφάλαιο ή στίχοι: 5-15.


Κείμενο:


Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού. και εν τω σπείρειν αυτόν ο μεν έπεσε παρά την οδόν, και κατεπατήθη, και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγεν αυτό· και έτερον έπεσεν επί την πέτραν, και φυέν εξηράνθη δια το μη έχειν ικμάδα· και έτερον έπεσεν εν τω μέσω των ακανθών, και συμφυείσαι αι άκανθαι απέπνιξαν αυτό· και έτερον έπεσεν εις την γην την αγαθήν, και φυέν εποίησε καρπόν εκατονταπλασίονα. ταύτα λέγων εφώνει· ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω. Επηρώτων δε αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· τις είη η παραβολή αύτη. ο δε είπεν· υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν. έστι δε αύτη η παραβολή· ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού· οι δε παρά την οδόν εισιν οι ακούσαντες, είτα έρχεται ο διάβολος και αίρει τον λόγον από της καρδίας αυτών, ίνα μη πιστεύσαντες σωθώσιν. οι δε επί της πέτρας οι όταν ακούσωσι, μετά χαράς δέχονται τον λόγον, και ούτοι ρίζαν ουκ έχουσιν, οι προς καιρόν πιστεύουσι και εν καιρώ πειρασμού αφίστανται. το δε εις τας ακάνθας πεσόν, ούτοι εισίν οι ακούσαντες, και υπό μεριμνών και πλούτου και ηδονών τούβίου πορευόμενοι συμπνίγονται και ου τελεσφορούσι, το δε εν τη καλή γη, ούτοι εισίν οίτινες εν καρδία καλή και αγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορούσιν εν υπομονή.


Μετάφραση:


«Βγήκε ο σποριάς για να σπείρει το σπόρο του· καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στο δρόμο, όπου καταπατήθηκαν και τους έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι έπεσαν στις πέτρες και, όταν φύτρωσαν, ξεράθηκαν, γιατί δεν είχε υγρασία. Άλλοι σπόροι έπεσαν ανάμεσα σε αγκάθια και, όταν αυτά φύτρωσαν μαζί τους, τους έπνιξαν. Άλλοι όμως έπεσαν στο γόνιμο έδαφος, φύτρωσαν κι έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο». Αφού τα είπε όλα αυτά, πρόσθεσε με έμφαση: «Όποιος έχει αυτιά για ν΄ ακούει ας τα ακούει». Οι μαθητές του τότε τον ρώτησαν: «Τι σημαίνει η παραβολή αυτή;» Εκείνος τους απάντησε: «Σ΄ εσάς έδωσε ο Θεός να γνωρίζεται τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ στους υπολοίπους αυτά δίνονται με παραβολές, ώστε να κοιτάζουν και να μη βλέπουν και ν΄ ακούνε αλλά να μην καταλαβαίνουν». «Η παραβολή αυτή σημαίνει το εξής: Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Οι σπόροι που έπεσαν στο δρόμο είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο του Θεού, έρχεται όμως ύστερα ο διάβολος και τον παίρνει απ΄ τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν. Οι σπόροι που έπεσαν στο πετρώδες έδαφος είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν το λόγο, τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα· γι΄ αυτό πιστεύουν για λίγο διάστημα και, όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, απομακρύνονται. Αυτοί που έπεσαν στ΄ αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο, συμπορεύονται όμως με τις φροντίδες, με τον πλούτο και τις απολαύσεις της ζωής, πνίγονται απ΄ αυτά και δεν καρποφορούν. Με το σπόρο που έπεσε στο γόνιμο έδαφος εννοούνται όσοι άκουσαν το λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, τον φυλάνε μέσα τους και καρποφορούν με υπομονή».

Σχόλια:


Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΠΟΡΑ

«Και έτερον έπεσεν εν μέσω των ακανθών,
και συμφυείσαι αι άκανθει απέπνιξαν αυτό»

ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ της σποράς, της σποράς του λόγου του Θεού, ας ομιλεί η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Μέσα σε μια παραβολική διήγηση, παρμένη από την όμορφη και κοπιαστική αγροτική ζωή, ο Κύριος περιέκλεισε το υψηλότερο έργο που γίνεται πάνω στο πρόσωπο της γης, τη διάδοση της ευαγγελικής αλήθειας. Οι άνθρωποι, τα λογικά πλάσματα του Θεού, να γνωρίσουν την προέλευση τους, το αληθινό νόημα της επί της γης ζωής τους, τον προορισμό της εγκόσμιας πορείας τους.
Το ιερό τούτο έργο πρώτος το άσκησε ο ίδιος ο Κύριος. Εκείνος που είναι «το φως του κόσμου» (Ιω. 8,12), «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6). Εκείνος είναι ο πρώτος, ο ανυπέρβλητος διδάσκαλος (Ματθ. 23, 8). Εκείνος είναι ο μεγάλος σποριάς του θείου λόγου στον αγρό των ανθρωπίνων καρδιών.
Η σπορά όμως του θείου λόγου είναι και θεμελιώδες έργο της Εκκλησίας Του, σύμφωνα με τη δική Του εντολή: «Μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Μαρκ. 28, 19), «κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ. 16, 15). Έργο και σκοπός και καθημερινός αγώνας της Εκκλησίας και των πομένων της είναι να φέρουν κοντά στους ανθρώπους, να σπείρουν στις καρδιές τους, το σπόρο του λόγου της πίστεως.

Η σημασία της παραβολής

ΣΠΟΡΕΥΣ ΠΟΥ εξέρχεται επωμιζόμενος το έργο της θείας σποράς είναι πρωτίστως ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Είναι ακόμη οι απόστολοι Του. Και είναι επίσης όλοι εκείνοι που ο ίδιος καλεί και με τη δική Του χάρη αναδεικνύει ποιμένες της Εκκλησίας και διδασκάλους του χριστιανικού λαού.
Σπόρος είναι ο λόγος. Ο λόγος του Θεού. Ο λόγος του Ευαγγελίου. Θαυμαστή παρομοίωση που φανερώνει τη μυστική δύναμη που κρύβει η θεία αλήθεια.
Και τα τέσσερα είδη γης, που δέχονται το σπόρο και ανάλογα με τη φύση τους καρποφορούν ή όχι, είναι τέσσερις ξεχωριστές κατηγορίες ανθρώπων – ακροατών της διδαχής του θείου λόγου. Σήμερα ας μας επιτραπεί να εστιάσουμε την προσοχή μας στην τρίτη κατηγορία. Είναι η ακανθώδης γη, όπου, όταν πέσει ο σπόρος, φυτρώνουν μαζί τα αγκάθια και άλλα αγριόχορτα με τελικό αποτέλεσμα να πνίγουν το σπόρο και να μην καρποφορεί. «Και έτερον έπεσεν εν μέσω των ακανθών και συμφυείσαι αι άκανθαι απέπνιξαν αυτό».

Η ακανθώδης γη

ΠΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ακροατών του θείου λόγου είναι η ακανθώδης γη; Ποια είναι τα αγκάθια που συμπνίγουν τον σπόρο του λόγου του Θεού κι λετσι τον καταστρέφουν, μη επιτρέποντας να αυξηθεί και να καρποφορήσει; Μας το επεξηγεί ο ίδιος ο Κύριος: «Το δε εις τας ακάνθας πεσόν, ούτοι εισιν οι ακούσαντες, και υπό μεριμνών και πλούτου και ηδονών του βίου πορευόμενοι συμπνίγονται και ου τελεσφορούσι» (στιχ. 14).
Εν πρώτοις θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η κατηγορία τούτη των ακροατών του θείου λόγου δεν είναι αρνητικά διατεθειμένη. Δεν απορρίπτουν την αλήθεια του Θεού. Την δέχονται. Ίσως μάλιστα και με θερμή αρχικά διάθεση. Δυστυχώς όμως! Ενώ μέσα τους πέφτει ο σπόρος του λόγου και φυτρώνει, δεν προλαβαίνει να αυξηθεί και να καρποφορήσει. Κι αυτό, γιατί συμπνίγεται από τα αγκάθια με αποτέλεσμα ο θείος λόγος να αχρηστεύεται και να μην καρποφορεί.
Ποια είναι αυτά τα αγκάθια που με ένα τόσο απατηλό τρόπο παρεμποδίζουν την επίδραση του λόγου του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων;

Αγκάθι πρώτο: οι βιοτικές μέριμνες

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΡΙΜΝΕΣ του βίου, «αι μέριμναι του αιώνος τούτου», όπως τονίζει και ο ευαγγελιστής Ματθαίος (13, 22). Αγκάθια φοβερά. Σαλεύουν μέσα μας την πίστη. Κλονίζουν την εμπιστοσύνη μας προς τον Θεό. Φυγαδεύουν από την καρδιά μας την ειρήνη. Και τις νύχτες διώχνουν ακόμη και τον ύπνο από τα βλέφαρα μας. «Τι θα φάμε; Τι θα φορέσουμε; Πως θα ζήσουμε; Τι θα γίνουν τα παιδιά;» ερωτούν καθημερινά πολλοί από τους ανθρώπους, γεμάτοι αγωνία. Για τους ανθρώπους της κατηγορίας αυτής – οι οποίοι, ωστόσο, πιστεύουν στο Θεό, έρχονται στο ναό, ακούνε τον λόγο του Θεού – η αγωνία της ζωής, η φροντίδα των υλικών αναγκών της, έχει γίνει αληθινός εφιάλτης.
Και ας μη φανταστούμε ότι στην κατηγορία αυτή ανήκουν φτωχοί άνθρωποι μόνο, άνθρωποι που αντιμετωπίζουν το πιεστικό πρόβλημα της καθημερινής συντηρήσεως τους. Όχι. Ανήκουν και ευκατάστατοι, οι οποίοι όμως είναι δούλοι των αναγκών του συρμού, θύματα της λεγόμενης «καταναλωτικής κοινωνίας». Η ζωή τους κυριαρχείται από την πολυτέλεια και την σπατάλη. Πως και που θα διασκεδάσουν. Τι επιδεικτικότερο θα φορέσουν. Με ποιους τρόπους ο νεοπλουτισμός τους θα εντυπωσιάσει τον κοινωνικό τους περίγυρο.
Έτσι, είναι επόμενο οι βιοτικές μέριμνες να τους αποροφούν και το άγχος να τους συνθλίβει. Κάθε πνευματική αναζήτηση ατονεί. Το χριστιανικό καθήκον παραμελείται. Και όχι σπάνια, η ικανοποίηση των ποικίλων υλικών αναγκών, στις οποίες είναι παγιδευμένοι, τους εξωθεί στο να καταπατήσουν απροκάλυπτα το νόμο του Θεού. Μέσα στη ζάλη αυτή των βιοτικών μεριμνών ο λόγος του Θεού δεν μπορεί πλέον να καρποφορήσει.

Αγκάθι δεύτερο: η απάτη του πλούτου

ΚΟΝΤΑ ΣΤΙΣ ΜΕΡΙΜΝΕΣ της παρούσης ζωής είναι και ένα άλλο αγκάθι, αγκάθι φοβερό που πνίγει το θείο σπόρο. Είναι η «απάτη του πλούτου», η μανία του πλουτισμού που υποδουλώνει την ψυχή πολλών ανθρώπων.
Πράγματι. Ο πλούτος εξαπατά και παγιδεύει. Αν σε τυλίξει στα δίχτυα του, χάνεις την ελευθερία σου. Γίνεσαι σκλάβος του. Δούλος της τυραννικής επιθυμίας να αποκτήσεις όλο και περισσότερα υλικά αγαθά. Για το λόγο αυτό και ο Κύριος μας διαπιστώνει με μελαχολία: «Πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εις την βασιλείαν του Θεού εισελεύσονται!...» (Μαρκ. 10, 23). Γιατί; Διότι ο πλούτος σιγά-σιγά – χωρίς, πολλές φορές, κι ο ίδιος να το καταλάβει – χάνει την πίστη του. Παύει να προσβλέπει στην πρόνοια του Θεού. Ελπίδα και καύχηση του είναι πλέον ο πλούτος του. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας για «τους βουλομένους πλουτείν» - γι’ αυτούς δηλαδή που τυραννεί η επιθυμία του πλουτισμού -, παρατηρεί ότι «εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν» (Α’ Τιμ. 6, 9).

Αγκάθι τρίτο: οι ηδονές του βίου

ΑΓΚΑΘΙΑ ΕΞΙΣΟΥ φοβερά κι επικίνδυνα είναι και «αι ηδοναί του βίου». Τι άραγε να υπονοεί ο Κύριος; Προφανώς τη ζωή των αισθήσεων, τις εφήμερες απολαύσεις, τις εφάμαρτες διασκεδάσεις, αυτό που γενικότερα λέμε κοσμική ζωή.
Κανείς δεν πρέπει να αμφιβάλλει. Η πεία της πνευματικής ζωής είναι ανεπίδεκτη αμφισβήτησης: Οι άννθρωποι που παραδίδονται στη λατρεία της σάρκας, οι άνθρωποι των οποίων θεός είναι η κοιλιά (Φιλ. 3, 19), οι άνθρωποι που αιχμαλωτίζονται από την απατηλή λάμψη των εγκοσμίων ηδονών συμπνίγουν μέσα τους τον σπόρο του θείου λόγου. Κι αν ακόμη πιστεύουν, κι αν έχουν πνευματικές αναζητήσεις, η φιληδονία στην οποία δουλεύουν δεν αφήνει τον λόγο του Θεού να επιδράσει ευεργετικά στην καρδιά τους. Να ριζώσει και να καρποφορήσει. Γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Όπως τα αγκάθια, όπου κι αν πιαστούν, έτσι και οι ηδονές φθείρουν και καταστρέφουν χέριακαι πόδια και μάτια και κεφάλι και όλα τα μέλη. Οι ηδονές αυτές είναι ξερές και άκαρπες, όπως και τα αγκάθια. Και λυπούν κα ιθλίβουν περισσότερο από εκείνα».

* * *

Αδελφοί μου,
Σ’ όποια κατηγορία ακροατών του θείου λόγου και αν ανήκουμε, ένα είναι βέβαιο: ότι και στη δική μας καρδιά φυτρώνουν τέτοια αγκάθια. Πολλά ή λίγα. Μικρά ή μεγάλα. Και πνίγουν το σπόρο του λόγου του Θεού και τον αχρηστεύουν. Δυστυχώς πολλοί μοιράζουμε την καρδιά μας. Από τη μια θέλουμε να πέφτει ο σπόρος του θείου λόγου. Και από την άλλη αφήνουμε να φυτρώνουν και να αυξάνουν τα αγκάθια των μεριμνών, της φιλοπλουτίας και της φιληδονίας. Όμως μια τέτοια συνύπαρξη είναι ανεπίτρεπτη και καταστροφική πνευματικά.
Γι’ αυτό ας ξεριζώνουμε κάθε αγκάθι που φυτρώνει στην καρδιά μας. Και ας δεχόμαστε μέσα μας τον αιώνιο λόγο του Θεού, όπως δέχεται η αγαθή γη – το γόνιμο και οργωμένο έδαφος – το σπόρο. Έτσι ο θείος λόγος θα ριζώνει και θα καρποφορεί τους καρπούς των χριστιανικών αρετών, τους καρπούς του Πνεύματος.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 10 Οκτωβρίου.
Ευαγγελιστής Λουκάς κεφάλαιο ζ΄ στίχοι: 11-16


Κείμενο:
Και εγένετο εν τω εξής επορεύετο εις πόλιν καλουμένην Ναΐν· και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς. Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αύτη ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή. Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ΄ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε· Και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι. Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού. Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού.

Μετάφραση:
Ύστερα πήγε ο Ιησούς σε μια πόλη που λεγότανε Ναΐν. Μαζί του ήταν αρκετοί μαθητές του και πολύ πλήθος. Την ώρα που πλησίαζαν την πύλη της πόλης, βγάζανε ένα νεκρό, το μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ήταν χήρα. Κόσμος πολύς από την πόλη τη συνόδευε. Όταν είδε τη χήρα ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαις». Έπειτα προχώρησε, ακούμπησε τη σορό, και, αφού στο μεταξύ αυτοί που βαστούσαν το φέρετρο σταμάτησαν, είπε: «Νεαρέ, σε διατάζω να σηκωθείς». Ανακάθισε ο νεκρός κι άρχισε να μιλάει. Ο Ιησούς τότε τον παρέδωσε στη μητέρα του. Όλους τους κυρίεψε δέος και δόξασαν το Θεό λέγοντας: «Μεγάλος προφήτης εμφανίστηκε ανάμεσά μας!» και: «Ο Θεός ήρθε να σώσει το λαό του!»


Σχόλια:

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

«Και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς
υιός μονογενής τη μητρί αυτού»

Η ΣΚΗΝΗ ΞΕΤΥΛΙΓΕΤΑΙ έξω από τη μικρή πόλη της Γαλιλαίας Ναΐν. Δυο συνοδείες συναντώνται. Ο Κύριος με τους μαθητές Του που κατευθύνονταν προς τη μικρή πόλη, η πρώτη. Μια μάζα πονεμένων ανθρώπων που έβγαιναν από την πόλη, η δεύτερη. Προπορευόταν ένα φέρετρο. Μια πονεμένη χήρα μάνα συνόδευε το μονάκριβο παιδί της στην τελευταία του κατοικία. Και το πλήθος των ανθρώπων, βουβοί και λυπημένοι, έκλειναν τη νεκρική πομπή. Οι συνοδείες διασταυρώθηκαν. Η πρώτη με επικεφαλής τη ζωή. Η δεύτερη με κέντρο τον θάνατο. Και η δυναμική αναμέτρηση, η δραματική πάλη αρχίζει.
Ο Κύριος μας, η Ζωή και η Ανάσταση των ανθρώπων, σπλαχνίζεται την πονεμένη μάνα. Βλέπει τα μάτια της να τρέχουν βρύσες, το πρόσωπο της αυλακωμένο από τον πόνο. Γεμάτος συμπόνοια της λέει: «Μη κλείτε». Κι ευθύς ζητλα να σταματήσει η πομπή. Πλησιάζει το φέρετρο. Αγγίζει το νεκρό σώμα. Και το στόμα Του ανοίγει για ν’ απευθύνει το θεϊκό πρόσταγμα: «Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι»! Το θαύμα είναι πλέον μια πραγματικότητα. Ο νεκρός νέος ανακαθίζει και αρχίζει να ομιλεί. Ο Κύριος τον παραδίδει στη χαρούμενη μάνα και το πλήθος έκθαμβο ξεσπά σε δοξολογίες.
Η εξιστόρηση του θαύματος της σημερινής περικοπής μας φέρνει μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Η δραματική συμπλοκή του Κυρίου μαζί του , μας καλεί να σταθούμε αντιμέτωποι με το συγκλονιστικό τούτο γεγονός και να φωτίσουμε το μυστήριο που κρύβει με το φως της χριστιανικής μας πίστεως.

Θάνατος: μια τραγική πραγματικότητα

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ένα συγκλονιστικό γεγονός, μια οδυνηρή πραγματικότητα μέσα στη ζωή μας. Η παρουσία του απαρχής γέμιζε την ψυχή του ανθρώπου με φόβο και έφερνε τη σκέψη του σε απορία και αδιέξοδο. «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον…» ψάλλει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εκφράζοντας το πανανθρώπινο δέος ενώπιον του θανάτου.
Πραγματικότητα, λοιπόν, τραγική και αδιαμφισβήτητη. Φαινόμενο καθολικό. Γεγονός που μας συγκλονίζει. Γεννηθήκαμε; Ήρθαμε στον κόσμο αυτό; Τα μάτια μας αντίκρυσαν το φως του ήλιου και τις ομορφιές της γης; Μια μέρα θα πεθάνουμε οπωσδήποτε. Θα φύγουμε από τον παρόντα κόσμο. Και τα μάτια μας, που τώρα ακτινοβολούν τη δύναμη και την ομορφιά της ζωής, κάποτε θα ακινητοποιηθούν και θα κλείσουν. Κανείς, μα κανείς από τους ανθρώπους δεν διέφυγε το δόκανο του θανάτου.

Η ρίζα του θανάτου

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η προέλευση του θανάτου; Πως μπήκε στη ζωή του ανθρώπου; Ο θάνατος είναι ο πικρός καρπός και η τραγική συνέπεια της αμαρτίας, της αποστασίας και της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Η Παλαιά Διαθήκη μας βεβαιώνει ότι «φθόνω διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2, 24). Και ο απόστολος Παύλος διδάσκει: «Δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος» (Ρωμ. 5,12).
Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι έργο του Θεού, αλλά αποτέλεσμα της αποστασίας μας, της αυτονομημένης ζωής από τον ζώντα και αληθινό Θεό, που προτιμήσαμε να ζήσουμε. Όπως διδάσκει και ο Μ. Βασίλειος – και η γνώμη του εκφράζει ολόκληρη την Πατερική Παράδοση -, «ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα».

Πως αντιμετωπίζουν οι πολλοί τον θάνατο

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ κατηγορία ανθρώπων βλέπουν τον θάνατο σαν ένα φυσικό φαινόμενο και μόνο, σαν το τέρμα της ζωής και την επιστροφή στο μηδέν και στην ανυπαρξία. Δεν πιστεύουν στην μεταθανάτια ζωή. Δεν αισθάνονται μεταφυσική δίψα. Δεν υπάρχει μέσα τους ελπίδα, πόθος σωτηρίας.
Άλλοι άνθρωποι θέλουν να αγνοούν τον θάνατο. Τον αντιπαρέρχεται ηθελημένα. Σκέπτονται τα πάντα. Υπολογίζουν λεπτομέρειες. Προγραμματίζουν τη ζωή τους σχολαστικά. Μόνο τον θάνατο επιμένουν να αγοούν. Να μην τον σκέπτονται. Να μη λαμβάνουν υπόψη τους τη βίαιη έλευση του.
Και μια τρίτη κατηγορία: Είναι αυτοί που φοβούνται, που τρέμουν τον θάνατο. Στη σκέψη ότι θα πεθάνουν μια μέρα, παραλύουν από τον φόβο. Βλέπουν νεκροφόρα και στρέφουν αλλού το πρόσωπο τους. Και όταν η ανάγκη το επιβάλλει, τους είναι αδύνατο να δρασκελίσουν το κατώφλι του νεκροταφείου. Η ιδέα του θανάτου γεμίζει την ψυχή τους με απελπισία και τρόμο.

Η χριστιανική στάση

ΠΩΣ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ αντιμετωπίζουμε τον θάνατο; Πως θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε για την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο;
1. Το πρώτιστο είναι η ορθή αντίληψη περί θανάτου που οφείλουμε να έχουμε ως χριστιανοί. Ο θάνατος αποτελεί μιαν αδιαμφισβήτητη και αναπότρεπτη πραγματικότητα στη ζωή μας. Δεν είναι έργο του Θεού. Προήλθε από την αμαρτία. Είναι η τραγική συνέπεια της αποστασίας μας από τον ζώντα και αληθινό Θεό.
Όμως ο θάνατος, με τον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου μας, νικήθηκε. Έχασε τη δύναμη και την αποκρουστικότητα του. Γίνεται κατά τον Μ. Βασίλειο «ζωής αφορμή», γέφυρα με την οποία: περνάμε από τα πρόσκαιρα στα αιώνια και από τα φθαρτά στα άφθαρτα. Το φως της Αναστάσεως του Χριστού μας διαλύει τη μαυρίλα του θανάτου. Και η ελπίδα της κοινής αναστάσεως και της αιώνιας ζωής μεταβάλλει τον θάνατο σε ύπνο.
2. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η μνήμη του θανάτου. Οι χριστιανοί δεν τρέμουμε μπροστά στο θάνατο. Δεν τον φοβόμαστε. Δεν προσπαθούμε να τον απωθήσουμε από τον ορίζοντα της ζωής μας. Αντίθετα, τον σκεπτόμαστε, διατηρούμε μέσα στις καρδιές μας αυτό που οι Πατέρες μας ονομάζουν μνήμη θανάτου. «Πάσαν ώραν», διδάσκει ο Μέγας Αθανάσιος, «μνημόνευε της εξόδου σου, έχε καθ’ ημέραν προ οφθαλμών τον θάνατον».
Η εμπειρία αυτή δεν υποκρύπτει μια κάποια περιφρόνηση προς την παρούσα ζωή, αλλά μια βαθιά ρεαλιστική στάση μπροστά στη ζωή και στο θάνατο. Και η θύμηση αυτή του θανάτου γίνεται ανασχετικός φραγμός που μας ανακόπτει από το να αμαρτήσουμε, να αθετήσουμε τις ζωηφόρες εντολές του Κυρίου. «Μιμνήσκου τα έσχατα σου», συμβουλεύει ο σοφός Σειράχ, «και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις» (Σοφ. Σειρ. 7, 36).
3. Οι πιστοί ακόμη προετοιμαζόμαστε για την ώρα του θανάτου μας. Η ετοιμότητα ενώπιον του θανάτου αποτελεί μια συνεχή φροντίδα. Ολόκληρη η ζωή μας, ο καθημερινός αγώνας μας, υπηρετεί αυτό το ιδανικό: να ευρεθούμε έτοιμοι κατά την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο. Και περιεχόμενο αυτής της ετοιμασίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια να ζούμε κατά το θέλημα του Θεού.

Η προετοιμασία των ετοιμοθανάτων

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ την προετοιμασία μας ενόψει του θανάτου, είναι ανάγκη να πούμε δυο λόγια και για τον τρόπο με τον οποίο οι χριστιανοί οφείλουμε να προετοιμάζουμε τους ετοιμοθανάτους αδελφούς μας, συγγενείς ή φίλους μας.
Ασφαλώς δεν τρομοκρατούμε κανένα με την απειλή του επερχομένου θανάτου, αλλά δεν αποσιωπούμε αφελώς αυτό που μέλλει να συμβεί, αραδιάζοντας παραμύθια και ψεύτικες παρηγοριές.
Με αγάπη και τέχνη εισηγούμαστε την ανάγκη για μια καλή εξομολόγηση. Να έρθει πνευματικός ιερεύς για να εξομολογήσει τον γέροντα ή τον άρρωστο μας. Είναι εγκληματικό εμείς οι χριστιανοί να ανεχόμαστε ή – ακόμη χειρότερα – να καλλιεργούμε την ανόητη αντίληψη ότι ο ερχομός του ιερέως σημαίνει πως έφτασε η ώρα του θανάτου!
Μόνο έτσι πρέπει να προετοιμάζουμε τον άνθρωπο μας για να λάβει και τη θεία κοινωνία. Και τα δυο αυτά – εξομολόγηση και μετάληψη – πρέπει να γίνουν όταν ο γέροντας ή ο αθενής είναι ακόμη καλά, έχει διαύγεια ονεύματος και το επιθυμεί και ο ίδιος. Όταν πλέον πνέει τα λοίσθια ή έχει περιπέσει σε κώμα είναι ανώφελο. Η Εκκλησία δεν δίνει τα μυστήρια της σε πτώματα. Και η δική μας ευθύνη γι’ αυτή την αμέλεια μας είναι πολύ μεγάλη.
Αλλά και κάτι άλλο: Συχνά γνωρίζουμε οι συγγενείς και οι φίλοι πως ο ετοιμοθάνατος βρίσκεται σε σύγκρουση ή αντιδικία με άλλους. Αποτελεί χρέος μας να τον βοηθήσουμε – έστω και την τελευταία στιγμή – να συμφιλιωθεί μαζί τους. Να δώσει και να ζητήσει συγχώρηση, ώστε να φύγει από τον κόσμο συμφιλιωμένος και ειρηνευμένος.

* * *

Αδελφοί μου,
Ας μη μας διαφεύγει η πραγματικότητα του θανάτου. Είμαστε φθαρτοί. Αργά ή γρήγορα – πότε ακριβώς μόνο ο Θεός το γνωρίζει – θα βρεθούμε όλοι μας αντιμέτωποι μα την πραγματικότητα του θανάτου. Η μεγάλη ώρα θα έρθει οπωσδήποτε και για μας. Και θα έρθει ξαφνικά και απροειδοποίητα!
Οφείλουμε να μη φοβόμαστε τον θάνατο.
Να σκεπτόμαστε καθημερινά την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο.
Να προετοιμαζόμαστε με φόβο Θεού για τη μεγάλη αυτή στιγμή.
Και να παρακαλούμε με θέρμη τον Κύριο να μας χαρίσει «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών».