Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 3 Οκτωβρίου 2010. Ευαγγελιστής
Λοιυκάς ς΄31-36.


Κείμενο:


και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως. και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί.


Μετάφραση:


Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σ΄ αυτούς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Κι αν κάνετε καλό σ΄ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ΄ όσους ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν΄ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. Έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας».


Σχόλια:


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ

«Και έσεσθε υιοί του Υψίστου»

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ πλάσματα του Θεού. Δημιουργήματα της αγάπης Του. Έκφραση της αγάπης του Θεού, που φανερώθηκε κατά τη δημιουργία μας, είναι ένα μεγάλο δώρο που μας έδωσε και ένας υψηλός σκοπός που μέσα στη ζωή μας έθεσε. Το δώρο είναι ότι μας έπλασε «κατ’ εικόνα» δική Του, όντα λογικά και ελεύθερα με αθάνατη ψυχή. Ο μεγάλος σκοπός που έθεσε μέσα στη ζωή μας είναι το «καθ’ ομοίωσιν». Να μπορούμε, δηλαδή, με την καλή χρήση της ελευθερίας μας, με τον προσωπικό μας αγώνα, να προχωρούμε στην αρετή, να φτάσουμε στην τελειότητα, να μοιάσουμε στον ίδιο τον Θεό. Όπως διδάσκει και ο Μ. Βασίλειος, ο άνθρωπος έχει το «κατ’ εικόνα» «εκ του λογικός είναι». Και γίνεται «καθ’ ομοίωσιν» «εκ του χρηστότητα αναλαβείν».
Όμως ο άνθρωπος έπεσε. Αμαύρωσε μέσα του την εικόνα του Θεού. Έχασε την δυνατότητα να επιτύχει την τελείωση του. Διέφθειρε την πατρική δωρεά και πλανήθηκε στη χώρα της αποστασίας και της αμαρτίας.
Από την πτώση αυτή μας ανέστησε ο Κύριος μας. Θεράπαευσε την άρρωστη φύση μας. Άνοιξε την κεκλεισμένη πύλη της Βασιλείας Του. Και μας προσκάλεσε στο δρόμο της τελειότητας, χαρίζοντας μας τη θεία υιοθεσία. Δηλαδή, τη δυνατότητα να γίνουμε παιδιά Του ζώντας κατά το θέλημα Του, τηρώντας τις ζωηφόρες εντολές Του.
Αυτό τον υψηλό σκοπό που έχουμε στη ζωή μας υπενθυμίζει στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Κύριος. «Και έσεσθε υιοί του Υψίστου» λέει. Θα γίνετε παιδιά του Θεού. Πως όμως άραγε; Με ποιο τρόπο; Η περικοπή που ακούσαμε υποδεικνύει και τους τρόπους. Καθορίζει τα πλαίσια μέσα στα οποία κινούμενος ο άνθρωπος θα μπορέσει να επιτύχει τον ιερότερο σκοπό της επί γης ζωής του.

Η κλιμακωτή ανάβαση του χριστιανού

ΚΛΙΜΑΚΩΤΗ ΜΑΣ παρουσιάζει ο Ιησούς Χριστός την ανάβαση προς την τελειότητα. Τα ύψη ποτέ δεν τα κατακτά κανείς με μιας. Ξεκινά από χαμηλά και αγωνίζεται με ζήλο και υπομονή για να φτάσει ψηλά. Αυτό γίνεται παντού. Βλέπουμε τον αετό με πόση τέχνη εκπαιδεύει τους αετιδείς του. Ξεκινά από τα χαμηλά και σιγά-σιγά τους ανεβάζει ψηλότερα. Βλέπουμε τα αεροπλάνα. Και αυτά όχι μονομιάς, αλλά προοδευτικά κερδίζουν ύψος.
Το ίδιο ισχύει και για το πνευματικό ανέβασμα. Η κατάκτηση της αρετής μοιάζει με ανάβαση σε ψηλό βουνό. Ξεκινούμε από χανηλά, τους πρόποδες του, και προχωρούμε για να φτάσουμε στις ολοκάθαρες κορφές του. Η χριστιανική ζωή είναι μια πνευματική κλίμακα που καλείται να ανέβει ο χριστιανός, ο οποίος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, να γίνει παιδί του Υψίστου Θεού. Τα σκαλοπάτια αυτής της κλίμακας είναι οι εντολές του Θεού που οφείλουμε να τηρήσουμε. Αυτής της πνευματικής κλίμακας ο Κύριος σήμερα παρουσιάζει τρεις βαθμίδες.

Πρώτη βαθμίδα: η δικαιοσύνη

«ΚΑΘΩΣ ΘΕΛΕΤΕ ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Δηλαδή, όπως θέλετε να συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σε σας, κι εσείς να κάνετε σ’ αυτούς τα ίδια. Λόγια αθάνατα. Χρυσό κανόνα της Καινής Διαθήκης τα ονόμασαν οι ερμηνευτές. Εκφράζουν τον ασίγαστο πόθο κάθε ανθρώπινης ψυχής να βασιλεύει γύρω μας δικαιοσύνη. Φανερώνουν την μοναδική αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας,τα ιερά της δικαιώματα, που θα πρέπει να γίνονται καθολικά σεβαστά. Η Παλαιά Διαθήκη την εντολή αυτή του Θεού μας την παραδίδει με αρνητική διατύπωση: «Ό μισείς, μηδενί ποιήσης» (Τωβ. 4, 15). Εδώ ο Κύριος τη διατυπώνει θετικά, όπως θετική θα πρέπει να είναι και η στάση μας ως χριστιανών μέσα στη ζωή.
Θέλουμε οι άλλοι να μας σέβονται; Οφείλουμε κι εμείς να τους σεβόμαστε.
Θέλουμε οι συνάνθρωποι μας να μην μας αδικούν; Κι εμείς δεν πρέπει να αδικούμε τους άλλους.
Θέλουμε να μας μιλούν με ειλικρίνεια, να μας λένε πάντα την αλήθεια; Το ίδιο χεωστολυμε να κάνουμε κι εμείς.
Θέλουμε να είναι συνεπείς στα λόγια και τις υποσχέσεις τους, έντιμοι στις συμφωνίες τους; Συνεπείς οφείλουμε να είμαστε κι εμείς. Η εντιμότητα να διακρίνει και το δικό μας χαρακτήρα.

Δεύτερη βαθμίδα: η ανεξικακία και η αγάπη

ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ θα πρέπει να αγκαλιάζει και τους εχθρούς μας. Εκείνους που μας έβλαψαν, που μας πίκραναν, που μας αδίκησαν. «Πλν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε…». Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του χριστιανισμού και η μεγάλη διαφορά που έχει η χριστιανική αρετή από εκείνη του κόσμου. Ο χριστιανός οφείλει να κάνει το καθήκον του χωρίς καμιά σκοπιμότητα και υστεροβουλία. Να είναι ο άνθρωπος της αγάπης, μιας αγάπης χωρίς όρους και όρια. Αγάπης που στο βάθος της θα φτάνει μέχρι τη θυσία, και το πλάτος της θα περιλαμάνει ακόμη και αυτούς τους εχθρούς μας. Αλλά για να μπορέσουμε μα αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, θα πρέπει να διαθέτουμε μιαν ανεξίκακη καρδιά. Αληθινή αγάπη χωρίς ανεξικακία δεν είναι δυνατόν να υπάρξει.
Την αγάπη αυτή δεν την έχουμε ως κήρυγμα, ως «καινή εντολή» μόνο (Ιω. 13,34). Την έχουμε και ζωντανή, ενσαρκωμένη στο θεανθρώπινο πρόσωπο και το άγιο παράδειγμα του Κυρίου. Ο Χριστός αγαπά όλους. Διψά την σωτηρία όλων. «Θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι…» (Α’ Τιμ. 2, 4). Είναι «χρηστός», ευεργετικός και ωφέλιμος δηλαδή, και προς τους αχάριστους και προς τους κακούς. «Ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 5,45). Ή, όπως αναφέρει το βιβλίο των Πράξεων, «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου» (Πραξ. 10, 38). Και στο όνομα της αγάπης συγχωρεί τους ίδιους τους σταυρωτές Του, την ώρα μάλιστα που δοκίμαζε την άφατη οδύνη του σταυρικού θανάτου.

Τρίτη βαθμίδα: το έλεος και οι οικτιρμοί

«ΓΙΝΕΣΘΕ ΟΥΝ οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί». Τι είναι το έλεος; Αγάπη επιτεταμένη. «Εάν κάποιος εξετάσει», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «το ιδίωμα του ελέους, θα βρει ότι είναι η επίταση της αγαπητικής διαθέσεως». Και τι είναι οι οικτιρμοί; Η συμπάθεια και η ευσπλαχνία, ο πόνος για τον άλλον, τον πονεμένο αδελφό του Χριστού, που είναι και δικός μας αδελφός. Η καρδιά μας, δηλαδή, να γεμίζει από συμπάθεια κι ευσπλαχνία για τον πόνο και τη δυστυχία, την ταλαιπωρία και την ανάγκη των άλλων. Και το μέτρο του ελέους και της συμπάθειας, που οφείλουμε να επιδεικνύουμε προς τους άλλους, είναι το έλεος και η φιλανθρωπία του ουρανίου Πατέρα μας.
«Αυτό με το οποίο μπορούμε (κάπως)», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «να εξισωθούμε με τον Θεό, είναι το ελεείν και οικτίρειν». Και συνεχίζει: «Δεν είπε, εάν νηστεύετε θα γίνετε όμοιοι με τον Πατέρα σας. Δεν είπε, εάν ασκείτε παρθενία. Ούτε είπε, εάν προσεύχεσθε θα γίνετε όμοιοι με τον Πατέρα σας…. Αλλά τι είπε; Γίνεσθε οικτίρμονες».

* * *
Αδελφοί μου,
Ζούμε σε μια εποχή με κραυγαλέες αντιφάσεις. Και οικοδομούμε έναν πολιστισμό που είναι ολοφάνερα ανάπηρος. Η τεχνολογία έφτασε σε απίθανα ύψη. Οι άνθρωποι όμως έχουμε αποθηριωθεί. Πήγαμε στη Σελήνη, ηθικά όμως έχουμε ξεπέσει, ως οντότητες πνευματικές οπισθοδρομήσαμε. Η απληστία μας παραμερίζει κάθε έννοια ισότητας και δικαιοσύνης. Η φιλαυτία μας σκοτώνει την αγάπη. Ο ατομισμός μας μάς καθιστά σκληρούς και ανάλγητους μπροστά στον πόνο κα τη δυστυχία των άλλων.
Τι χρειαζόμαστε λοιπόν; Ένα γενναίο αναπροσανατολισμό. Ν’ ανακαλύψουμε τον θεμελιώδη σκοπό της ζωής. Να συνειδητοποιήσουμε το βαθύτερο νόημα της υπάρξεως μας. Αυτό ακριβώς που μας διαμηνύει ο λόγος του Κυρίου που ακούσαμε σήμερα: «Και έσεσθε υιοί του Υψίστου».

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ .


Μετά την απόφαση για επιστροφή αρχίζει η πορεία της μετανοίας: «Με τα έργα πρέπει να δείξουμε την θέληση» μας για μετάνοια. Στην πορεία αυτή θα συναντήσουμε πολλούς πειρασμούς και εμπόδια, και για να την βαδίσουμε με επιτυχία χρειαζόμαστε έμπειρο οδηγό. Τέτοιος είναι ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος λέγει: «Είναι πολλοί και ποικίλοι οι δρόμοι της μετανοίας, και όλοι οδηγούν στον ουρανό»(ι. Χρυσ.).
α. Ό πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ή αυτοκαταδίκη και η ομολογία των αμαρτιών. Η πράξη αυτή συνιστά την ουσία του μυστηρίου της ιεράς Εξομολογήσεως και είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την συγχώρηση των αμαρτιών μας. Καταδικάζεις τον εαυτό σου, ομολογείς την ευθύνη σου για την πράξη της αμαρτίας, και ο Θεός σε απαλλάσσει από την αμαρτία. «Εξομολογήθηκες με ειλικρίνεια την αμαρτία, εξάλειψες την αμαρτία» (ι. Χρυσ.).
β. Δεύτερος δρόμος μετανοίας ισάξιος του πρώτου είναι η συγχωρητικότητα και η αγάπη προς τους αδελφούς μας. Συγχωρούμε τους αδελφούς και "συνδούλους" μας για τα μικρά που μας έφταιξαν, για να συγχωρεθούν τα μεγάλα που φταίξαμε στον Κύριο μας. Έτσι μας βεβαιώνει ο Χριστός: Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος(Ματθ.6,14).
γ. Το πένθος και τα δάκρυα για τις αμαρτίες μας είναι τρίτος δρόμος: «Αμάρτησες; Πένθησε και εξαλείφεις την αμαρτία... Μικρό κόπο θέλει από σένα, κι Εκείνος σου δίνει τα μεγάλα. Αφορμή ζήτα από σένα για να σου δώσει θησαυρό σωτηρίας. Πρόσφερε δάκρυα και ο Χριστός σου δίδει την συγχώρηση» (ι. Χρυσ.).
δ. Η ταπεινοφροσύνη είναι τέταρτος δρόμος μετανοίας. Ο άγιος Ιωάννης αναφερόμενος στην παραβολή του Τελώνου γράφει: «Με την ταπεινοφροσύνη που έδειξε ο Τελώνης δικαιώθηκε, ενώ ο Φαρισαίος κατέβηκε από τον ναό στερημένος την δικαίωση... Τα λόγια του Τελώνου νίκησαν τα έργα του Φαρισαίου... Ώστε, εάν ομολογήσεις τις αμαρτίες σου στον Θεό και ταπεινοφρονήσεις, γίνεσαι δίκαιος». «Ταπεινώσου και έλυσες τα δεσμά των αμαρτιών».
ε. Πέμπτος δρόμος είναι η ελεημοσύνη, «η βασίλισσα των αρετών, η οποία ανεβάζει αμέσως τους ανθρώπους στις αψίδες των ουρανών... Η ελεημοσύνη είναι λύτρον της ψυχής» (ι. Χρυσ.). Είναι γνωστές πολλές περιπτώσεις αμαρτωλών που εξιλεώθηκαν με την ελεημοσύνη.
στ. Πέμπτος δρόμος είναι η θερμή προσευχή που πηγάζει από το βάθος της καρδιάς: «Να προσεύχεσαι κάθε ώρα χωρίς να αποκάμνεις προσευχόμενος,... και ο Θεός δεν θα αποστραφεί την επιμονή σου, αλλά θα σου συγχώρηση τις αμαρτίες».
Ο Θεός «μας έδωσε πολλούς δρόμους μετανοίας, για να διευκολύνει την ανάβαση μας στον ουρανό» (ι. Χρυσ.). Ο καθένας μας επομένως, μπορεί να διάλεξη τον δρόμο πού του ταιριάζει καλύτερα για να αρχίσει την επιστροφή στον πατρικό Οίκο. Στην πορεία θα διαπίστωση ότι οι δρόμοι αυτοί συχνά διασταυρώνονται μεταξύ τους, διότι όλες οι αρετές είναι αλληλένδετες. Καλλιεργώντας λοιπόν την αρετή που διάλεξε ως δρόμο ζωής, μετέχει και σε όλες τις άλλες.
Ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί η αγάπη του Θεού, για να επαναφέρει κοντά Του κάθε αμαρτωλό, περιγράφεται στην παραβολή του ασώτου.
Ο άσωτος απομακρύνθηκε από τον φιλότεκνο Πατέρα και πορεύθηκε εις χώραν μακράν. Η πατρική αγάπη όμως απλώνεται τόσο μακράν όσο είχε φθάσει το αγαπημένο Του παιδί. Και όταν είδε την απόφαση για επιστροφή, συνήργησε ο ίδιος για να την πραγματοποίηση: «Έτι αυτόν μακράν απέχοντος, είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και έσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν». Ο λόγος ετι μακράν αυτού απέχοντος, αποκαλύπτει «την απερίγραπτη φιλοστοργία του ουράνιου Πατέρα και πόση και τι λογής συμπάθεια επιδεικνύει σ’ εκείνους που επιστρέφουν κοντά Του». Ο στοργικός Πατέρας δεν περιμένει να φθάσει το παιδί Του. Τρέχει πρώτος να το υποδεχθεί.
Ο φιλόστοργος Πατέρας δέχθηκε τον άσωτο «με ανοιχτή αγκαλιά επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Στήθηκαν τότε χοροί και συμπόσια και πανηγύρια και όλο το σπίτι ήταν εύθυμο και χαρούμενο... Ο μεγαλύτερος αδελφός αγανάκτησε με αυτά, άλλα ό Πατέρας τον έπεισε λέγοντας του με πραότητα: Όταν χρειάζεται να σώσεις τον χαμένο, δεν είναι καιρός δικαστηρίων, άλλα φιλανθρωπίας και συγγνώμης μόνον... Και αν χρειαζόταν να τιμωρηθεί, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα... Αδελφό βλέπεις, όχι ξένο. Στον πατέρα του επέστρεψε που δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτε από τα περασμένα. Ή καλύτερα, θυμάται εκείνα μόνο που μπορούν να τον οδηγήσουν σε συμπάθεια και έλεος και στοργή και ευσπλαχνία πατρική. Γι’ αυτό ο Πατέρας δεν είπε εκείνα που έπραξε ο άσωτος, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν θυμήθηκε το ότι κατέφαγε την περιουσία Του, αλλά ότι περιέπεσε σε αμέτρητες συμφορές» (ι. Χρυσ.). Ο μεγαλύτερος αδελφός της παραβολής σκεπτόταν σύμφωνα με την ανθρώπινη δικαιοσύνη, αλλά ο Πατέρας ενεργούσε σύμφωνα μέ την πατρική Του καρδιά.
Οι άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι και η δική μας θέση απέναντι στον Θεό είναι παρόμοια με του ασώτου, «και με τέτοιο τρόπο ο φιλάγαθος Θεός δέχεται και αγαπά εκείνους που μετανοούν. Ο Πατέρας περιμένει την επάνοδο σου από την πλάνη. Μόνον επίστρεψε και ενώ θα είσαι ακόμη μακριά, θα τρέξει και θα πέσει στον τράχηλο σου και θα αγκαλιάσει με φιλικούς ασπασμούς την καθαρισμένη ήδη από την μετάνοια ψυχή σου. Θα ενδύσει με την πρώτη στολή την ψυχή που εξεδύθη τον παλαιό άνθρωπο,... θα τοποθέτηση δαχτυλίδι στα χέρια... και θα βάλει υποδήματα στα πόδια πού επέστρεψαν από την κακή οδό στον δρόμο του Ευαγγελίου της ειρήνης. Θα αναγγείλει ήμερα ευφροσύνης και χαράς στους δικούς Του, αγγέλους και ανθρώπους, και σα εορτάσει με κασέ τρόπο την σωτήρια σου» (ο. Συμεών Θεολ.).
Αυτή η χαρά του ουρανού για την επιστροφή του μετανοούντος είναι το κυρίαρχο στοιχείο στις παραβολές του χαμένου προβάτου, της χαμένης δραχμής και του ασώτου. Ο καλός Ποιμένας χαίρων επιτίθησιν επί τους ώμους αυτόν το χαμένο πρόβατο και ελθών εις τον οίκον συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονας λέγων αυτοίς• συγχάρητέ μοι ότι εύρον το πρόβατον μου το απολωλός. Και στις τρεις παραβολές ο Κύριος μας βεβαιώνει ότι χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι .
Η αγάπη Του μας συγκαλεί όλους στο πανηγύρι της χαράς του ουρανού και μας κάμνει κοινωνούς της θείας ευφροσύνης. Ο Θεός Πατέρας θέλει να επιστρέψουμε αγαπητικά προς Αυτόν εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας μας, ώστε ολόκληρους να μάς αγκαλιάσει με την πατρική Του αγάπη.


Ιερομ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 19 Σεπτεμβρίου.
Ευαγγελιστής Μάρκος η΄34- θ΄1.



Κείμενο:

Και προσκαλεσάμενος τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς· όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ΄ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς· αμήν λέγω υμίν ότι εισί τίνες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει.


Μετάφραση:

Ο Ιησούς κάλεσε τότε τον κόσμο μαζί με τους μαθητές και τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, ζώντας μέσα σ΄ αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι΄ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Τους έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ΄ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού».



Σχόλια:


ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ

«Ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι,
απολέσει αυτήν. Ός δ’ αν απολάση την εαυτού ψυχήν
ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν»

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ της ανθρώπινης ψυχής, που προσβάλλει ιδιαίτερα τους ανθρώπους της εποχής μας, είναι κα ιη φιλαυτία. Και φιλαυτία σημαίνει μια υπερβολική, μια αρρωστημένη αγάπη του εαυτού μας και πιο συγκεκριμένα του σώματος μας. Οι Πατέρες και οι πευματικοί διδάκαλοι μας θεωρούν την φιλαυτία αρχή, μητέρα και τροφό όλων των κακών και των παθών. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι η φιλαυτία είναι «η προς το σώμα εμπαθής και άλογος φιλία», στην οποία «αντίκειται αγάπη και εγκράτεια». Ο ίδιος μας επισημαίνει ακόμη ότι «ο έχων την φιλαυτίαν, έχει πάντα τα πάθη» και ότι η φιλαυτία «πάντων των εμπαθών λογισμών αιτία καθίσταται».
Στους αντίποδες της φιλαυτίας βρίσκεται η αυταπάρνηση, ο αγώνας να υπερβούμε τον εαυτό μας, να σπάσουμε τον κλοιό του ευχάριστου και του φιλήδονου και να επιδιώξουμε το ωφέλιμο και το φιλόθεο. Αυτό ακριβώς το νόημα έχουν και τα λογια του Χριστού μας που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή: «Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, αυτός θα τη χάσει. Όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα την σώσει».
Αλλά ας προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στα λόγια του Κυρίου.

Παρούσα και μέλλουσα ζωή

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ οφείλουμε να προσέξουμε είναι η διπλή σημασία της λέξεως ψυχή στον παρόντα στίχο. Όταν ο Κύριος λέει: «Ός αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι», και «ός δ’ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου», εννοεί την φυσική ζωή, τη ζωή των αισθήσεων. Αντίθετα, όταν λέει στο πρώτο ημιστίχιο «απολέσει αυτήν», και στο δεύτερο «ούτος σώσει αυτήν», εννοεί την αιώνια και αληθινή ζωή.
Θεμελιώδης σκοπός του χριστιανού είναι η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού. Να εισέλθει στην ουράνια Βασιλεία. Να αναδειχθεί κοινωνός της θείας ζωής, της αληθινής και αιώνιας. Η παρούσα ζωή έχει αξία όχι αυτή καθ’ εαυτήν, από μόνη της. Αλλά σε συνάρτηση με την αιώνια ζωή. Διότι μας προετοιμάζει για να συμμετάσχουμε σ’ αυτήν.
Επομένως δεν αυτονομείται η παρούσα ζωή. Και δεν αυτοκαταξιώνεται. Αποκτά αξία και παίρνει νόημα όταν συνδέεται στενά με τη βασική επιδίωξη του χριστιανού, που είναι να ζει τη ζωή του Χριστού και να ακολουθεί το θέλημα του Θεού.

Το πάθος της φιλαυτίας

ΧΑΡΙΝ ΑΥΤΗΣ της επιδιώξεως οι χριστιανοί δεν διστάζουμε να θυσιάσουμε πολλά από τα ευχάριστα της παρούσης ζωής. Πολλά που άλλοι άνθρωποι, όχι απλώς επιζητούν, αλλά πιστεύουν ότι με αυτά και μόνο οι άνθρωποι ζουν ευτυχισμένα. Και αυτό ακριβώς το κυνήγι όλων εκείνων που προκαλούν ευχαρίστηση και κολακεύουν τις αισθήσεις γεννά και αυξάνει στην ψυχή το πάθος της φιλαυτίας.
Οι χριστιανοί δεν μπορεί να είναι φίλαυτοι. Η φιλαυτία αποτελεί πάθος, πάθος που αν δεν καταπολεμηθεί, γεννά μέσα μας την εμπάθεια και τελικά μας εξωθεί στην αμαρτία. Και καθώς γράφει ο απόστολος Παύλος, κατά τους «χαλεπούς καιρούς» των «εσχάτων ημερών» οι άνθρωποι, κοντά στα άλλα, θα είναι «φίλαυτοι» και «φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι» (Β’ Τιμ. 3, 1-4).
Η φιλαυτία μας κάνει να λησμονούμε τον Θεό και δεν μας αφήνει να αγαπούμε με ειλικρίνεια τους άλλους. Ο φίλαυτος ειδωλοποιεί τον εαυτό του, τα ένστικτα και τις επιθυμίες του, και ζει με αποκλειστικό σκοπό την ικανοποίηση τους. «Παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών» (Α’ Ιω.2, 16) γίνεται γι’ αυτόν σκοπός ζωής. Καθημερινή επιδίωξη. Έτσι ο νους του φίλαυτου σκοτίζεται. Η συνείδηση του διαστρέφεται. Οι ηθικές αντιστάσεις του πέφτουν. Και πλανώμενος φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι η ζωή των ενστίκτων και των αλόγων επιθυμιών – η ζωή δηλαδή του «παλαιού ανθρώπου» που φθείρεται και διαφθείρεται στην προσπάθεια του να ικανοποιήσει «τις επιθυμίες της απάτης» (Εφ. 2,22) – αποτελεί το πλήρωμα της αληθινής ευτυχίας!

Η αυταπάρνηση,
θεμελιώδες γνώρισμα της εν Χριστώ ζωής

ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ της φιλαυτίας είναι η αυταπάρνηση, το πνεύμα της θυσίας και της κακοπάθειας. Είναι αυτό που ο Κύριος σήμερα στο Ευαγγέλιο Του ονομάζει «απώλεια» της ζωής «ένεκεν αυτού και του ευαγγελίου». Ο χριστιανός δεν ζει για τον εαυτό του, ζει για τον Χριστό και είναι αφοσιωμένος στο Ευαγγέλιο Του. Ζει την εσταυρωμένη ζωή που εκφράζει ο σταυρός του Κυρίου. Και επαναλαμβάνει κι αυτός καθημερινά μαζί με τον Απόστολο: «Εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6, 14) και "Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).
Η ζωή του Χριστού προσδιορίζεται από το θέλημα του Θεού. Τα κριτήρια ζωής είναι αυτά που ορίζει η ευαγγελική διδασκαλία. Επιθυμίες, επιδιώξεις, όνειρα, τα πάντα υποτάσσει στο νόμο του Θεού. Όλα τα εντάσσει στα πλαίσια της θεμελιώδους επιδιώξεως του που είναι η είσοδος του στη Βασιλεία του Θεού, η συμμετοχή του στην αιώνια και αληθινή ζωή. "Ηγείται τα πάντα σκύβαλα", θεωρεί τα πάντα σκουπίδια, όπως γράφει ο Παύλος προς τους χριστιανούς των Φιλίππων, «ίνα Χριστόν κερδήση» (Φιλ. 3,8). Η αγάπη του Χριστού και ο πόθος της Βασιλείας Του δίνει τόση δύναμη στον Χριστιανισμό, ώστε να μπορεί να πολεμά τη φιλαυτία και να εγκολπώνεται το πνεύμα της αυταπάρνησης και της εκούσιας κακοπάθειας.

* * *
Αδελφοί μου,
Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Χριστός είναι απαιτητικός από μας τους μαθητές Του. Το Ευαγγέλιο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η χριστιανική ζωή απαιτεί να υπερνικήσουμε τη φιλαυτία μας και να ενστερνιστούμε το πνεύμα της αυταπάρνησης.
Ακόμη έχουμε χρέος να μη λησμονούμε ότι δεν ζούμε αποκλειστικά για το σήμερα του παρόντος κόσμου αλλά κυρίως για το αύριο της θείας Βασιλείας, το αύριο της αιώνιας κοινωνίας μας με τον ζώντα και αληθινό Θεό. Και για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι να υποβληθούμε σε οποιαδήποτε θυσία.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010


Μελαγχολία, θλίψη, άγχος.

Το σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τους συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τους νιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για την σωτηρία τους, να ξεχνάμε τους εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι’ αυτούς, όπως ο Χριστός για μας. Μέσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό. Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι. Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς· να μπούν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία. Και μ’ αυτή την επιθυμία πρέπει να φύγει κανείς απ’ τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι η στην έρημο.
Μέσα στην Εκκλησία, που έχει τα μυστήρια που σώζουν, δεν υπάρχει απελπισία. Μπορεί να είμαστε πολύ αμαρτωλοί. Εξομολογούμαστε, όμως μας διαβάζει ο παπάς κι έτσι συγχωρούμαστε και προχωρούμε προς την αθανασία, χωρίς καθόλου άγχος, χωρίς καθόλου φόβο.
Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» (Λουκ. 17,21). Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένο μές στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.
Όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για τα λάθη των εκπροσώπων της, με σκοπό δήθεν να βοηθήσουν για την διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία. Ούτε, βέβαια τον Χριστό. Τότε αγαπάμε την Εκκλησία, όταν με την προσευχή μας αγκαλιάζουμε κάθε μέλος της και κάνομε ό,τι κάνει ο Χριστός. Θυσιαζόμαστε, αγρυπνούμε, κάνομε το παν, όπως εκείνος, ο οποίος «τις λοιδορίες δεν τις ανταπέδιδε, και όταν έπασχε δεν απειλούσε» (Α΄ Πετρ. 2,23).
Να προσέχουμε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία.
Για πολλούς, όμως, η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μια αγωνία κι ένα άγχος. Γι’ αυτό πολλούς απ’ τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Και πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν την ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστεια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό κακού πνεύματος (δηλ. δαιμονικής ενέργειας). Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είμαι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι», και μόλις βγούνε έξω, αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στο μέσον δαιμόνιο.
Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως, προϋπόθεση, για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια, είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νού του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος την αλήθεια.
Στις αιρέσεις πάνε όλοι οι μπερδεμένοι. Μπερδεμένα παιδιά μπερδεμένων γονέων.
Πολλές φορές ούτε ο κόπος, ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι σταυροί προσελκύουν τη χάρη. Υπάρχουν μυστικά. Το ουσιαστικότερο είναι να φύγεις απ’ τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη.
Όταν δεν ζείς με τον Χριστό, ζείς μές στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια. δεν ζείς σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δύο-τρία παξιμάδια». Κι όμως, αν ζείς σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ’ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στην λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.
Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό.. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλια, η γκρίνια, μέχρι κι ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σε απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν την βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.
Όταν αγαπάς τον Χριστό, παρόλες τις αδυναμίες και τη συναίσθηση που έχεις γι’ αυτές έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες τον θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού.
Τον Χριστό να τον αισθανόμαστε σαν φίλο μας. Είναι φίλος μας. Το βεβαιώνει ο ίδιος, όταν λέει: «Εσείς είστε φίλοι μου…» (Ιω. 15,14). Σαν φίλο να τον ατενίζομε και να τον πλησιάζομε. Πέφτομε; Αμαρτάνομε; Με οικειότητα, με αγάπη κι εμπιστοσύνη να τρέχομε κοντά του· όχι με φόβο ότι θα μας τιμωρήσει αλλά με θάρρος, που θα μας το δίδει η αίσθηση του φίλου. Να του πούμε: «Κύριε, το έκανα, έπεσα, συγχώρεσέ με». Αλλά συγχρόνως να αισθανόμαστε ότι μας αγαπάει, ότι μας δέχεται τρυφερά, με αγάπη και μας συγχωρεί. Να μη μας χωρίζει απ’ τον Χριστό η αμαρτία. Όταν πιστεύουμε ότι μας αγαπάει και τον αγαπάμε, δεν θα αισθανόμαστε ξένοι και χωρισμένοι απ’ Αυτόν, ούτε όταν αμαρτάνουμε. Έχουμε εξασφαλίσει την αγάπη Του κι όπως και να φερθούμε, ξέρομε ότι μας αγαπάει.
Το Ευαγγέλιο, βέβαια, λέει με συμβολικές λέξεις για τον άδικο ότι θα βρεθεί εκεί, όπου υπάρχει «ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων», διότι μακράν του Θεού έτσι είναι. Και από τους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας πολλοί ομιλούν για φόβο θανάτου και κολάσεως. Λένε: «Έχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αυτές οι λέξεις, αν τις εξετάσομε βαθιά, δημιουργούν τον φόβο της κολάσεως. Ο άνθρωπος προσπαθώντας ν’ αποφύγει την αμαρτία, κάνει αυτές τις σκέψεις, για να κυριευθεί η ψυχή του απ’ το φόβο του θανάτου, της κολάσεως και του διαβόλου.
Όλα έχουν τη σημασία τους, το χρόνο και την περίστασή τους. Η έννοια του φόβου είναι καλή για τα πρώτα στάδια. Είναι για τους αρχάριους, γι’ αυτούς που ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο αρχάριος, που δεν έχει ακόμη λεπτυνθεί, συγκρατείται απ’ το κακό με το φόβο. Και ο φόβος είναι απαραίτητος, εφόσον είμαστε υλικοί και χαμερπείς. Αλλ’ αυτό είναι ένα στάδιο, ένας χαμηλός βαθμός σχέσεως με το θείον. Το πάμε στη συναλλαγή, προκειμένου να κερδίσομε τον Παράδεισο η να γλιτώσομε την κόλαση. Αυτό, αν το καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ιδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Εμένα δε μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει και μπεί στην αγάπη του Θεού, τι του χρειάζεται ο φόβος; Ό,τι κάνει, το κάνει από αγάπη κι έχει πολύ μεγαλύτερη αξία αυτό. Το να γίνει καλός κάποιος από φόβο στον Θεό κι όχι από αγάπη δεν έχει τόση αξία.
Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του.
Κανείς να μη σάς βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ’ αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σάς έχω πεί για τ’ αηδονάκι; Μές στο δάσος κελαϊδάει. Στη σιγή. Να πεί πως κάποιος τ’ ακούει, πως κάποιος το επαινεί; Πόσο ωραίο κελάηδημα στην ερημιά! Έχετε δεί πως φουσκώνει ο λάρυγγάς του; Έτσι γίνεται και μ’ αυτόν που ερωτεύεται τον Χριστό. Άμα αγαπάει, «φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα». Πιάνει μια σπηλιά, ένα λαγκάδι και ζει τον Θεό μυστικά, «στεναγμοίς αλαλήτοις».
Περιφρονήστε τα πάθη, μην ασχολείσθε με τον διάβολο. Στραφείτε στον Χριστό.
Η θεία χάρις μας διδάσκει το δικό μας χρέος. Για να την προσελκύσουμε, θέλει αγάπη, λαχτάρα. Η χάρις του Θεού θέλει θείο έρωτα. Η αγάπη αρκεί, για να μας φέρει σε κατάλληλη «φόρμα» για προσευχή. Μόνος Του θα έλθει ο Χριστός και θα εγκύψει στην ψυχή μας, αρκεί να βρει ορισμένα πραγματάκια που να Τον ευχαριστούν· αγαθή προαίρεση, ταπείνωση και αγάπη. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»
Ο παραμικρός γογγυσμός κατά του πλησίον επηρεάζει την ψυχή σας και δεν μπορείτε να προσευχηθείτε. Το Πνεύμα το Άγιον, όταν βρίσκει έτσι την ψυχή, δεν τολμάει να πλησιάσει.
Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα.
Όταν ο Θεός δεν μας δίδει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα «μυστικά» Του.
Αν δεν κάνετε υπακοή (σε ιερέα-πνευματικό) και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή (δηλ. το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) δεν έρχεται και υπάρχει και φόβος πλάνης.
Να μην γίνεται η ευχή (το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) αγγαρεία. Η πίεση μπορεί να φέρει μία αντίδραση μέσα μας, να κάνει κακό. Έχουν αρρωστήσει πολλοί με την ευχή, γιατί την έκαναν με πίεση. Και γίνεται, βέβαια, κι όταν το κάνεις αγγαρεία· αλλά δεν είναι υγιές.
Δεν είναι ανάγκη να συγκεντρωθείτε ιδιαίτερα για να πείτε την ευχή. Δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια όταν έχεις θείο έρωτα. Όπου βρίσκεσθε, σε σκαμνί, σε καρέκλα, σε αυτοκίνητο, παντού, στον δρόμο, στο σχολείο, στο γραφείο, στη δουλειά μπορείτε να λέτε την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», απαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.
Σημασία στην προσευχή έχει όχι η χρονική διάρκεια αλλά η ένταση. Να προσεύχεσθε έστω και πέντε λεπτά, αλλά δοσμένα στο Θεό με αγάπη και λαχτάρα. Μπορεί ένας μία ολόκληρη νύχτα να προσεύχεται κι αυτή η προσευχή των πέντε λεπτών να είναι ανώτερη. Μυστήριο είναι αυτό βέβαια, αλλά έτσι είναι.
Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ…». Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αυπνία· να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς η όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ…» κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.
Όλα είναι μέσα μας, και τα ένστικτα και τα πάντα, και ζητούν ικανοποίηση. Αν δεν τα ικανοποιήσομε, κάποτε θα εκδικηθούν, εκτός και τα διοχετεύσομε αλλού, στο ανώτερο, στον Θεό.
Δεν γίνεσθε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό. Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σάς σώσει. Αντί να στέκεσθε έξω από την πόρτα και να διώχνετε τον εχθρό, περιφρονήστε τον. Έρχεται από δώ το κακό; Δοθείτε μά τρόπο απαλό από εκεί. Δηλαδή έρχεται να σάς προσβάλει το κακό, δώστε εσείς την εσωτερική σας δύναμη στο καλό, στον Χριστό. Παρακαλέστε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ξέρει εκείνος πως να σάς ελεήσει, με τι τρόπο. Κι όταν γεμίζετε απ’ το καλό, δεν στρέφεσθε πια προς το κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, με τη χάρη του Θεού, καλοί. Που να βρει τόπο τότε το κακό; Εξαφανίζεται!
Σάς πιάνει φοβία κι απογοήτευση; Στραφείτε στον Χριστό. Αγαπήστε τον απλά, ταπεινά, χωρίς απαίτηση και θα σάς απαλλάξει ο Ίδιος.
Να μη διαλέγετε αρνητικούς τρόπους για τη διόρθωσή σας. Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μία μικρή πείρα σ’ αυτά. Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.
Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σάς βουτάει και σάς καθηλώνει και σάς βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος. Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα. Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε η και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δείς τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.
Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσομε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.
Αυτό είναι η Εκκλησία μας, αυτή είναι η χαρά μας, αυτό είναι το παν για μας. Και ο άνθρωπος σήμερα αυτό ζητάει. Και παίρνει τα δηλητήρια και τα ναρκωτικά, για να έλθει σε κόσμους χαράς. αλλά ψεύτικης χαράς. Κάτι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και αύριο είναι τσακισμένος. Το ένα τον τρίβει, τον τρώει, τον τσακίζει, τον ψήνει. Ενώ το άλλο, δηλαδή το δόσιμο στον Χριστό, τον ζωογονεί, του δίνει χαρά, τον κάνει να χαίρεται τη ζωή, να νιώθει δύναμη, μεγαλείο.
Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν’ αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σάς πονάει το στήθος.
Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.
Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σάς καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.
Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.
Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δεί την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.
Ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και, όσο κι αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του. Δεν χάνει την ισορροπία του. Το αντίθετο συμβάνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητος. Στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο, όμως, αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται.
Όταν ο άνθρωπος ζει χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς εμπιστοσύνη, αλλά με άγχος, αγωνία, κατάθλιψη, απελπισία, αποκτάει ασθένειες σωματικές και ψυχικές. Η ψυχασθένεια, η νευρασθένεια, ο διχασμός είναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο είναι επίσης και η ταπεινολογία. Το λένε αίσθημα κατωτερότητος. Η αληθινή ταπείνωση δεν μιλάει, δεν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «είμαι αμαρτωλός, ανάξιος, ελάχιστος πάντων…». Φοβάται ο ταπεινός μήπως με τις ταπεινολογίες πέσει στην κενοδοξία. Η χάρις του Θεού δεν πλησιάζει εδώ. Αντίθετα, η χάρις του Θεού βρίσκεται εκεί όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, η θεία ταπείνωση, η τέλεια εμπιστοσύνη στον Θεό. Η εξάρτηση από Εκείνον.
Ο κενόδοξος την ψυχή του την αποξενώνει απ’ την αιώνια ζωή. Τελικά ο εγωισμός είναι σκέτη κουταμάρα! Η κενοδοξία μας κάνει κούφιους. Όταν κάνομε κάτι για να επιδειχθούμε, καταντούμε άδειοι ψυχικά. Ό,τι κάνομε, να το κάνομε για να ευχαριστήσομε τον Θεό· ανιδιοτελώς, χωρίς κενοδοξία, χωρίς υπηρηφάνεια, χωρίς εγωισμό, χωρίς, χωρίς…
Δεν πρέπει η ψυχή μας ν’ αντιστέκεται και να λέει, «γιατί το έκανε αυτό ο Θεός, γιατί το άλλο αλλιώς, δεν μπορούσε να το κάνει διαφορετικά;». Όλ’ αυτά δείχνουν μία εσωτερική μικροψυχία και αντίδραση. Δείχνουν την μεγάλα ιδέα που έχομε για τον εαυτό μας, την υπερηφάνειά μας και τον μεγάλο εγωισμό μας. Αυτά τα «γιατί» πολύ βασανίζουν τον άνθρωπο, δημιουργούν αυτό που λέει ο κόσμος «κόμπλεξ». παραδείγματος χάριν, «γιατί να είμαι πολύ ψηλός» η – το αντίθετο – «πολύ κοντός;». Αυτό δεν φεύγει από μέσα. Και προσεύχεται κανείς και αγρυπνεί, αλλά γίνεται το αντίθετο. Και υποφέρει και αγανακτεί χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ με τον Χριστό, με την χάρη φεύγουν όλα. Υπάρχει αυτό το «κάτι» στο βάθος, δηλαδή το «γιατί», αλλ’ η χάρις του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο κι ενώ η ρίζα είναι το κόμπλεξ, εκεί πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιά με ωραία τριαντάφυλλα κι όσο ποτίζεται με την πίστη, με την αγάπη, με την υπομονή, με την ταπείνωση, τόσο παύει να έχει δύναμη το κακό και παύει να υπάρχει· δηλαδή δεν εξαφανίζεται, αλλά μαραίνεται. Όσο δεν ποτίζεται η τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται και αμέσως ξεπετάγεται αγκάθι.
Εκπειράζουμε τον Θεό, όταν ζητούμε κάτι από Εκείνον, αλλά η ζωή μας είναι μακράν του Θεού. Τον εκπειράζομε, όταν ζητούμε κάτι, αλλά η ζωή μας δεν είναι σύμφωνη με το θέλημά Του-πράγματα, δηλαδή, ενάντια στον Θεό. άγχος, αγωνία, απ’ το ένα μέρος, κι απ’ το άλλο παρακαλούμε.
Μπορεί να σου πεί ο πνευματικός: «Πως θα ήθελα να ήμασταν σε ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου από την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου· όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν την ζωή σου».
Πολλές φορές έχω μεταχειρισθεί αυτή τη γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ’ αυτό. Την ώρα που λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει από όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές· διότι, την ώρα που τα λες ο εξομολόγος εύχεται θερμά για την απαλλαγή σου.
Ας μη γυρίζουμε πίσω στις αμαρτίες που έχουμε εξομολογηθεί. Η ανάμνηση των αμαρτιών κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ο Θεός όλα τα συγχωρεί με την εξομολόγηση. Κι εγώ σκέπτομαι ότι αμαρτάνω. Δεν βαδίζω καλά. Ό,τι όμως με στενοχωρεί, το κάνω προσευχή, δεν το κλείνω μέσα μου, πάω στο πνευματικό, το εξομολογούμαι, τελείωσε! Να μη γυρίζομε πίσω και να λέμε τι δεν κάναμε. Σημασία έχει τι θα κάνομε τώρα, απ’ αυτή τη στιγμή και έπειτα.
Η απελπισία και η απογοήτευση είναι το χειρότερο πράγμα. Είναι παγίδα του σατανά, για να κάνει τον άνθρωπο να χάσει την προθυμία του στα πνευματικά και να τον φέρει σε απελπισία.
Όλες σχεδόν οι αρρώστιες προέρχονται από έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό και αυτό δημιουργεί άγχος. Το άγχος το δημιουργεί η κατάργηση του θρησκευτικού αισθήματος. Αν δεν έχετε έρωτα για τον Χριστό, αν δεν ασχολείσθε με άγια πράγματα, σίγουρα θα γεμίσετε με μελαγχολία και κακό.
Ένα πράγμα που μπορεί να βοηθήσει τον καταθλιπτικό είναι και η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή. Ο κήπος, τα φυτά, τα λουλούδια, τα δέντρα, η εξοχή, ο περίπατος στην ύπαιθρο, η πορεία, όλ’ αυτά βγάζουν τον άνθρωπο απ’ την αδράνεια και του δημιουργούν άλλα ενδιαφέροντα. Επιδρούν σαν φάρμακα. Η ασχολία με την τέχνη, τη μουσική κ.λπ. κάνει πολύ καλό. Σ’ εκείνο, όμως, που δίδω τη μεγαλύτερη σημασία είναι το ενδιαφέρον για την Εκκλησία, για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, για τις ακολουθίες. Μελετώντας τα λόγια του Θεού, θεραπεύεται κανείς χωρίς να το καταλάβει.
Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά και εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή η άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά να μπαίνετε, στο βάθος, στην ψυχή της. Ίσως να είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να εκλύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα. Σκεφθείτε να γνωρίσει αυτή τον Χριστό. Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα τη στρέψει στον Χριστό. Θα κάνει το παν, για να ελκύσει τη χάρη του Θεού. Θα γίνει αγία.
Πολλές φορές με την αγωνία μας και τους φόβους μας και την άσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρίς να το θέλομε και χωρίς να το καταλαβαίνομε, κάνομε κακό στον άλλον, έστω κι αν τον αγαπάμε πάρα πολύ, όπως, για παραδείγματος χάριν, η μάνα το παιδί της. Η μάνα μεταδίδει στο παιδί όλο το άγχος της για τη ζωή του, για την υγεία του, για την πρόοδό του, έστω κι αν δεν του μιλάει, έστω κι αν δεν εκδηλώνει αυτό που έχει μέσα της. Αυτή η αγάπη, η φυσική αγάπη, μπορεί κάποτε να βλάψει. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την αγάπη του Χριστού, που συνδυάζεται με την προσευχή και με την αγιότητα του βίου. Η αγάπη αυτή κάνει άγιο τον άνθρωπο, τον ειρηνεύει, διότι αγάπη είναι ο Θεός.

Βίος και Λόγοι, έκδ. Ιεράς Μονή Χρυσοπηγής Χανίων 2003

Γράφει: Γέροντας Πορφύριος
Πηγή: www.agiazoni.gr

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010


Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού"
"Το ιστορικό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού"

Η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού από την βασιλομήτωρ Ελένη αναφέρεται από πολλούς ιστορικούς της πρωτοβυζαντινής περιόδου (Σωκράτης, Σωζόμενος Θεοδώρητος, Ρουφίνος και Αμβρόσιος). Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, ο αυτοκράτωρ Αδριανός είχε οικοδομήσει επί του τάφου του Ιησού Χριστού ειδωλολατρικό ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η Αγία Ελένη γνωρίζοντας αυτήν την παράδοση κατεδάφισε τον ναό και κάτω από τα θεμέλιά του βρήκε τρεις σταυρούς. Προκειμένου να διαπιστωθεί ποιός σταυρός ήταν εκείνος του Ιησού Χριστού ο επίσκοπος Ιεροσολύμων ακούμπησε το σώμα μίας ευσεβέστατης νεκρής γυναίκας διαδοχικά και με τους τρεις σταυρούς. Μόλις το νεκρό σώμα της γυναίκας ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό αναστήθηκε. Την επομένη, την 14η Σεπτεμβρίου του 335 έγινε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εντός του ναού και σε περιφανές μέρος για να μπορούν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι οι περιχαρείς πιστοί. Τρεις αιώνες μετά, ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος ύψωσε για δεύτερη φορά τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο επανέφερε στα χέρια των Ορθοδόξων μετά από 14 χρόνια κατοχής του από τους Πέρσες.

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 12 Σεπτεμβρίου.
Ευαγγελιστής Ιωάννης γ΄13-17.


Κείμενο:
13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ.

Μετάφραση:
Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνο ο Υιός του Ανθρώπου, που κατέβηκε από τον ουρανό, και που είναι στον ουρανό. Όπως ο Μωυσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ΄ αυτόν να μη χαθεί αλλά να ζήσει αιώνια. Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο το μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ΄ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Γιατί ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι΄ αυτού.

Σχόλια:

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
(Ιω. 3, 13-17)

Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑ

«…ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν
μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον»

Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ η ανάγνωση της ευαγγελικής περικοπής που ακούσαμε κατά την σημερινή Κυριακή δεν είναι τυχαία. Η παρούσα Κυριακή φέρει το όνομα Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, την οποία ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε. Το περιεχόμενο, λοιπόν, της περικοπής αναφέρεται στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού μας, κορυφαία φάση του οποίου είναι η σταυρίκή Του θυσία.
Η περικοπή προέρχεται από τον περίφημο διάλογο που είχε κάποια νύχτα ο Κύριος με τον Νικόδημο ο οποίος, λόγω ακριβώς αυτού του νυκτερινού διαλόγου, ονομάστηκε έκτοτε νυκτερινός μαθητής του Χριστού. Είναι ο ίδιος που μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία θα πρωτοστατήσουν στον ενταφιασμό του Κυρίου.
Το πρώτο μέρος της περικοπής συνδέει τη σταύρωση του Χριστού μ’ ένα γογονός της ιερής ιστορίας: την ύψωση του χάλκινου φιδιού δια του οποίου εσώζοντο οι Ισραηλίτες από τα θανατηφόρα δήγματα των φιδιών της ερήμου. Όπως, δηλαδή, η ύψωση του χάλκινου φιδιού στην έρημο έσωζε τους Ισραηλίτες από τα θανατηφόρα δήγματα των φιδιών, έτσι και η ύψωση του Χριστού πάνω στο σταυρό σώζει από την θανατηφόρα αμαρτία και δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα της αιωνίας ζωής.
Το δεύτερο μέρος της περικοπής μας αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημα της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, τον ύψιστο σκοπό της ελεύσεως Του στον κόσμο.

Η αγάπη, κίνητρο
του απολυτρωτικού έργου του Χριστού

ΑΥΤΟ ΠΟΥ κατ’ αρχήν μας επισημαίνει με έμφαση ο Κύριος είναι το κίνητρο του απολυτρωτικού Του έργου: «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Ο Θεός αποφασίζει να σώσει τον κόσμο παρακινούμενος από την αγάπη Του και μόνο. Η αγάπη του Θεού είναι το κλειδί με το οποίο μπορούμε να ανοίξουμε και να κατανοήσουμε, στο βαθμό που μας είναι δυνατό, το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας.
Ο Θεός αγαπά τον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο. Όλους τους ανθρώπους. Και τους αγαπά με μιαν αγάπη ανέκφραστη, μια αγάπη της οποίας το μέγεθος αδυνατούμε να προσδιορίσουμε οι άνθρωποι. Αυτό ακριβώς φανερώνει η διατύπωση «ούτω γαρ ηγάπησεν». Καθώς εξηγεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «τω ειπείν Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον , πολλήν δείκνυσιν της αγάπης την επίτασιν».
Το μέγεθος της θείας αγάπης αποκαλύπτεται στην προσφορά του Θεού προς τον κόσμο. Για την σωτηρία του κόσμου ο ουράνιος Πατέρας προσφέρει τον μονογενή Υιόν Του. Η θυσία του Χριστού μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε πόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και τον κόσμο ολόκληρο. Και η συνειδητοποίηση αυτή θα πρέπει να πλημμυρίζει τις καρδιές μας από απέραντη ευγνωμοσύνη για τον Κύριο, να μας ωθεί να τον αγαπούμε κι εμείς με όλη την καρδιά μας.

Ο σκοπός της θείας Ενανθρωπήσεως

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ που υπογραμμίζει ο λόγος του Κυρίου είναι ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως. Ο Θεός παραδίδει τον Υιόν Του να πάθει και να σταυρωθεί, «ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον».
Ο Χριστός ήρθς στον κόσμο για να σώσει τον κόσμο. Σταυρώθηκε για να συντρίψει το θάνατο και να νικήσει την αμαρτία. Για να επανακτήσουμε οι άνθρωποι τη δυνατότητα να ζήσουμε αιωνίως σε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι ο σταυρός του Χριστού γίνεται η κλίμακα που οδηγεί στον ουρανό. Η γέφυρα που γεφυρώνει τη γη με τον ουρανό. Διδάσκει ο Μ. Αθανάσιος: «Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν. Και αυτός εφανέρωσεν εαυτόν δια σώματος, ίνα ημείς του αοράτου Πατρός έννοιαν λάβωμεν. Και αυτός υπέμεινε την παρ’ ανθρώπων ύβριν, ίνα ημείς αθανασίαν κληρονομήσωμεν».
Αναμφίβολα ο στίχος αυτός αποτελεί το πιο χαρμόσυνο μήνυμα. Μέσα σε λίγες λέξεις περιλαμβάνει το παν, ολόκληρο το έργο της εν Χριστώ σωτηρίας. Γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε ως «η Βίβλος εν μικρογραφία».

Η γνήσια πίστη βασική προϋπόθεση σωτηρίας

ΠΟΣΟΙ ΚΑΙ ποιοί άνθρωποι σώζονται; Όλοι. «Πάς» άνθρωπος. Εδώ βλέπουμε τον καθολικό χαρακτήρα της σωτηρίας που προσφέρει ο Χριστός μας. Σώζει ολόκληρο τον κόσμο γιατί τον αγαπά. Προσφέρει τη δωρεά της αιώνιας ζωής σε όλους τους ανθρώπους χωρίς καμιά εξαίρεση και διάκριση.
Τι απαιτείται εκ μέρους μας; Τι καλείται να συνεισφέρει ο άνθρωπος. Την πίστη στον Χριστό. Αυτό δηλώνει το «πάς ο πιστεύων εις αυτόν». Θεμελιώδης προύπόθεση για να μετάσχουμε στην αιώνια ζωή είναι να πιστέψουμε. Η σωτηρία προσφέρεται σε όλους, όμως σώζονται μόνον αυτοί που θα πιστέψουν στον Υιό του Θεού. Χωρίς την πίστη στον Χριστό δυνατότητα σωτηρίας δεν υπάρχει.
Η πίστη μας αυτή κι αν ακόμη είναι ορθή, δεν μας εγγυάται τη δυνατότητα σωτηρίας, αν δεν συνοδεύεται και από τα ανάλογα έργα, αν δεν είναι πίστη έμπρακτη, πίστη βιωμένη. Διότι αυτό που επιβεβαιώνει τη γνησιότητα και κατά συνέπεια και την αξία της πίστεως είναι ο συνεπής χριστιανικός βίος, η αρμονική συνύπαρξη στη ζωή μας πίστεως και έργων. Αλλιώτικα, ισχύει αυτό που παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Πολλοί γαρ πίστιν έχοντες ακριβή, βίον δε διεφθαρμένον, αθλιώτεροι πάντων γεγόνασιν».
* * *
Αδελφοί μου,
Ο σταυρός του Κυρίου, την ύψωση του οποίου ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε, είναι η πιο τρανή απόδειξη της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους. Ο Χριστός μας σταυρώθηκε από αγάπη για μας. Πέθανε επάνω στο σταυρό για να ζήσουμε εμείς οι άνθρωποι. Να ζήσουμε αιωνίως κοντά Του. Στη Βασιλεία Του.
Αυτή τη ζωή προσφέρει ο Θεός και στον καθένα από μας. Υπό μια προϋπόθεση: Να πιστέψουμε στον Υιό Του και να ακολουθήσουμε το Ευαγγέλιο Του. «Ο πιστεύων εις τον υιόν έχει ζωήν αιώνιον. Ο δε απειθών τω υιώ ουκ όψεται την ζωήν» (Ιω. 3,36).

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010


Η Γέννηση της Θεοτόκου.



Η ζω­ή της Πα­να­γί­ας μας σκι­α­γρα­φεί­ται α­πό τους Ευ­αγ­γε­λι­στές, τα λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας (συ­να­ξά­ρια και τρο­πά­ρια των Θε­ο­μη­το­ρι­κών ε­ορ­τών) και τους λό­γους των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων. Η Θε­ο­τό­κος ή­ταν κό­ρη του πλού­σιου κτη­νο­τρό­φου Ι­ω­α­κείμ και της Άν­νας, που κα­τα­γό­ταν α­πό το βα­σι­λι­κό γέ­νος του Δαυ­ίδ.
Ε­πει­δή ο Ι­ω­α­κείμ και η Άν­να ή­ταν ά­τε­κνοι (η Άν­να ή­ταν στεί­ρα), πα­ρα­κα­λού­σαν για πολ­λά χρό­νια το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί, με την υ­πό­σχε­ση ό­τι το παι­δί που θα γεν­νη­θεί, θα το α­φι­ε­ρώ­σουν σ' Αυ­τόν. Πρέ­πει να ση­μει­ω­θεί ό­τι η α­τε­κνί­α την ε­πο­χή ε­κεί­νη ή­ταν ντρο­πή-κα­τά­ρα για έ­να αν­δρό­γυ­νο και ό­λοι τους πε­ρι­φρο­νού­σαν μέ­σα στην κοι­νω­νί­α. Α­κό­μα και οι ι­ε­ρείς δεν δέ­χον­ταν τα δώ­ρα που πρό­σφε­ραν στο να­ό του Θε­ού, λό­γω της α­τε­κνί­ας τους. Εξ αι­τί­ας αυ­τού η μεν Άν­να πή­γε μέ­σα στον κή­πο τους, ο δε Ι­ω­α­κείμ α­νέ­βη­κε στο βου­νό και ε­κεί με δά­κρυ­α πα­ρα­κα­λού­σαν το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί και να λύ­σει την α­τε­κνί­α τους. Και ο Θε­ός τους προ­μή­νυ­σε με τον αρ­χάγ­γε­λό Του Γα­βρι­ήλ ό­τι θα συλ­λά­βει η πρώ­ην ά­γο­νος και στεί­ρα Άν­να και θα γεν­νή­σει παι­δί ά­γιο.
Πράγ­μα­τι η Άν­να συ­νέ­λα­βε, και γέν­νη­σε τη Βα­σί­λισ­σα του κό­σμου. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό της συλ­λή­ψε­ως στις 9 Δε­κεμ­βρί­ου: «η σύλ­λη­ψις της Α­γί­ας Άν­νης, μη­τρός της Υ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου».

Έ­τσι λοι­πόν συ­νε­λή­φθη και γεν­νή­θη­κε η α­γί­α Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α· ό­χι βέ­βαι­α χω­ρίς σαρ­κι­κή συ­νά­φεια των γο­νέ­ων της. Γεν­νή­θη­κε σε εν­νέ­α μή­νες και, ναι μεν ή­ταν καρ­πός της υ­πο­σχέ­σε­ως του Θε­ού, αλ­λά έ­γι­νε με σπέρ­μα αν­δρός με τη συ­νεύ­ρε­ση των γο­νέ­ων της. Μό­νο ο Κύ­ριός μας Ι­η­σούς Χρι­στός γεν­νή­θη­κε α­πό την α­γί­α Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α με τρό­πο α­νέκ­φρα­στο και α­νερ­μή­νευ­το, ό­πως Ε­κεί­νος Μό­νος γνω­ρί­ζει, χω­ρίς να υ­πάρ­χει το σαρ­κι­κό θέ­λη­μα.
Σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, η Πα­να­γί­α γεν­νή­θη­κε στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ. Μά­λι­στα οι πα­τέ­ρες της α­γι­ο­τα­φι­κής α­δελ­φό­τη­τας δεί­χνουν στους προ­σκυ­νη­τές τον τό­πο γέν­νη­σης της Θε­ο­τό­κου, που βρί­σκε­ται κον­τά στην προ­βα­τι­κή κο­λυμ­βή­θρα. Ο­νο­μά­στη­κε Μα­ριάμ (Μα­ρί­α ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νο) που ση­μαί­νει Κυ­ρί­α, Ελ­πί­δα.

Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τη γέν­νη­ση της Θε­ο­τό­κου στις 8 Σε­πτεμ­βρί­ου: «το Γε­νέ­θλιον της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».