Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 2 Μαϊου,
Ευαγγελιστής Ιωάννης κεφάλαιο δ΄
Στίχοι: 5-42 Κυριακή της Σαμαρείτιδος.




Κείμενο:
5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος ; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δ' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς; 28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν. ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου.

Μετάφραση:
Έφτασε έτσι με μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι· ήταν γύρω στο μεσημέρι. Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν΄ αγοράσουν τρόφιμα. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δωσ΄ μου να πιώ». Εκείνη του απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πως μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» - επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είν΄ αυτός που σου λέει «δωσ΄ μου να πιώ», τότε εσύ θα του ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, το΄ χεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ· ήπιε απ΄ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ΄ αυτόν;» Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ΄ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ΄ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δωσ΄ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ». «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, δεν έχω άντρα· γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης· οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ΄ αυτό το βουνό· εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ΄ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε· εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήλθε κιόλας, που οι πραγματικοί λάτρεις θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός· όταν έλθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου· μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ΄ αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακολουθούσαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του΄ φερε κανείς να φάει;» Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λέτε «τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός». Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία «άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει». Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι΄ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ΄ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους· κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότερο ακούγοντας τα λόγια του κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια· γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

Σχόλια:


(Ιω. 4, 5-42)


Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

«Έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί
προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»

ΣΕ ΚΑΘΕ ΘΡΗΣΚΕΙΑ η λατρεία προσδιορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό. Ο άνθρωπος που πιστεύει, αισθάνεται πηγαία την ανάγκη να λατρεύει το Θεό και να προσεύχεται σ’ Αυτόν. Όσο, μάλιστα, πιο δυνατή είναι η πίστη, τόσο πιο μεγάλη είναι και η ανάγκη για προσευχή. Εξάλλου η πίστη ενός ανθρώπου υποστηρίζεται και ενισχύεται από την πίστη των άλλων. Σ’ αυτό έγκειται η σημασία της λειτουργίας και της κοινής λατρείας του Θεού. Της λατρείας που, σύμφωνα με τη βιβλική αντίληψη, έχει έντονο κοινοτικό χαρακτήρα. Αποτελεί την στάση και την προσφορά του πιστεύοντος λαού προς τον ζώντα και αληθινό Θεό που αποκαλύπτεται μέσα στο χρόνο και την ιστορία.
Στη λατρεία, την προσκύνηση και την κοινή προσευχή που αναπέμπουμε προς τον Θεό, αναφέρεται και ο θαυμαστός διάλογος του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, την κατοπινή αγία και ισαπόστολο Φωτεινή. Ο Ιησούς, παίρνοντας αφορμή από το ερώτημα που του έθεσε η Σαμαρείτιδα για τον ενδεδειγμένο τόπο λατρείας του Θεού, θα προσδιορίσει με ελάχιστες λέξεις την ουσία της λατρείας και τα θεμελιώδη εκείνα γνωρίσματα της, που την καθιστούν γνήσια και ευάρεστη μπροστά στο Θεό. Έτσι κλείνει το κεφάλαιο της αρχαίας λατρείας και στη ζωή των ανθρώπων εισάγεται μια καινούργια λατρεία, πνευματική και αληθινή. «Έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»

Τι είναι η χριστιανική λατρεία;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ένωση του ανθρώπου με το Θεό «εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. 4,6). Είναι το ξεχείλισμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης μας. Ο αίνος των χειλέων και η δοξολογία της καρδιάς μας. Η εναπόθεση της υπάρξεως μας στα χέρια του Θεού, στην πρόνοια, την αγάπη και την πατρική φροντίδα Του.
Κέντρο της χριστιανικής λατρείας είναι η προσφορά της θυσίας του Χριστού για τη σωτηρία μας. «Υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Με τη θυσία του Χριστού τερματίζεται η αρχαία λατρεία του Ισραήλ, που ήταν προορισμένη να εκφράσει και να διασώσει την ταπεινή και ελπιδοφόρα προσδοκία της σωτηρίας. Η σωτηρία, χάρη στη θυσία που ο Ιησούς Χριστός προσέφερε πάνω στο θυσιαστήριο του σταυρού, είναι πλέον πραγματικότητα. Και ο άνθρωπος μπορεί να λάβει τους καρπούς αυτής της θυσίας μετέχοντες στη θεία Ευχαριστία.
Μέσα στο χρόνο, στο παρόν, πραγματώνεται η κοινωνία μας με το Θεό, η οποία μας προετοιμάζει για την αιώνια και πλήρη κοινωνία του ουρανού. Η ευχαριστιακή κοινωνία, το κέντρο της νέας λατρείας και η δίοδος για τη νέα ζωή, είναι η «εικών» και το «σημείον» της ουράνιας κοινωνίας και το μέσο για την επίτευξη της.

Τα βασικά γνωρίσματα της χριστιανικής λατρείας

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ουσιώδη γνωρίσματα της καινούργιας αυτής λατρείας που εισάγει ο Χριστός μας; Πρώτα-πρώτα ότι είναι προσκύνηση και λατρεία «εν πνεύματι». Δικαιούνται και μπορούν να την προσφέρουν μόνο οι αναγεννημένοι «εκ του Πνεύματος» (Ιω, 3,8). Όσοι έλαβαν τη σφραγίδα Του, μετέχουν στη ζωοποιό χάρη Του και ακολουθούν τους νόμους Του. Πνευματική λατρεία είναι εκείνη που δεν εξαρτάται και δεν περιορίζεται σε εξωτερικές ενέργειες και τύπους μόνο, αλλά αναβλύζει από την ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου. Προσφέρεται «δια της ψυχής και της του νου καθαρότητος», όπως ερμηνεύει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Λατρεύω τον Θεό «εν πνεύματι» σημαίνει του αφιερώνω την ύπαρξη μου, τη σκέψη μου, την καρδιά μου, τη θέληση μου. Προσηλώνομαι και ανταποκρίνομαι ολόθυμα στην αγάπη Του. Αναδεικνύω τη ύπαρξη μου θυσιαστήριο και ναό συνεχούς δοξολογίας του θεϊκού μεγαλείου Του. Επιδιώκω συνεχώς να επαναλαμβάνω μυστικά μέσα στην καρδιά μου την κραυγή του αγαπητού Υιού Του «αββά ο πατήρ» (Γαλ.4,6).
Το δεύτερο γνώρισμα της νέας λατρείας που επεσήμανε στην Σαμαρείτιδα ο Κύριος είναι το «εν αληθεία». Προσκύνηση και λατρεία του Πατρός αληθινή. Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο προσδιορισμός της χριστιανικής λατρείας; Όχι, βέβαια, ότι προέρχεται από ειλικρινή διάθεση, διότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να γίνει και στην αρχαία λατρεία. Με ειλικρινή διάθεση είχε την υποχρέωση να λατρεύει τον Θεό και ο Ιουδαίος και ο Σαμαρείτης. Λατρεία αληθινή σημαίνει πραγματική λατρεία. «Τα πρότερα», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «τύπος ήν, η περιτομή, τα ολοκαυτώματα, τα θύματα, τα θυμιάματα. Νυνί δε ουκέτι, αλλ’ αλήθεια το παν».
Η δυνατότητα να λατρεύουμε αληθινά οι άνθρωποι τον Θεό μας εξασφαλίστηκε με την ενανθρώπηση και τη θυσία του Χριστού. Ο Κύριος μας φανέρωσε το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Μας γνωστοποίησε την Οικονομία Του, το σχέδιο δηλαδή της σωτηρίας μας. Προσέφερε αυτή τη σωτηρία με τη σταυρική θυσία και την ένδοξη Ανάσταση Του. Έτσι ο ένδοξος Χριστός είναι μυστηριωδώς παρών ανάμεσα μας. Μας παρέχει τη δυνατότητα να κοινωνούμε το σώμα και το αίμα Του και να γινόμαστε με τη συμμετοχή μας αυτή όλοι ένα και μόνο σώμα, που δοξάζει τον Πατέρα «εν Χριστώ» δια του Αγίου Πνεύματος. Για τους χριστιανούς που έχουν τη δυνατότητα να λατρεύουν αληθινά το Θεό, σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «Ημείς εσμεν η περιτομή, οι Πνεύματι Θεού λατρεύοντες και καυχώμενοι εν Χριστώ Ιησού…» (Φιλ. 3,3).
Στο σημείο αυτό όμως είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε:

Εμείς ανήκουμε στους αληθινούς προσκυνητές;

ΛΑΤΡΕΥΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ «εν πνεύματι και αληθεία»; Δυστυχώς οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο προσευχόμαστε και λατρεύουμε το Θεό συχνά είναι εντελώς εξωτερικός. Τύπος χωρίς ουσία. Πράξη μηχανική. Συνήθεια και όχι προσωπική πνευματική εμπειρία. Ερχόμαστε στο ναό. Μετέχουμε στην κοινή λειτουργία. Αναπέμπουμε προσευχές. Κάνουμε τις προσφορές μας. Όλα αυτά όμως εξωτερικά, συμβατική και τυποποιημένη εκπλήρωση θρησκευτικών καθηκόντων. Χωρίς να αναγεννιέται η ύπαρξη και να μεταμορφώνεται η ψυχή μας. Εδώ ισχύει ο λόγος του Θεού που ακούμε από τον προφήτη Ησαΐα και που αναφέρεται στην εξωτερική και τυποποιημένη λατρεία: «Ο λαός τούτος με πλησιάζει με τα λόγια του στόματος του και με τιμά μόνο με τα χείλη του, ενώ η καρδιά του είναι μακριά από μένα» (29, 13).
Ο Θεός όμως θέλει λατρεία που ν’ αναβλύζει μέσα από την καρδιά μας. Ευαρεστείται στην προσευχή που προέρχεται από τα βάθη της υπάρξεως και η οποία εκφράζει τη θερμή αγάπη και την πλήρη αφοσίωση της ψυχής μας. Αξιώνει να του προσφέρουμε την ίδια την καρδιά μας. Για να γίνει ένοικος της. Και να αναδειχθεί έτσι ο πιο υπέροχος τόπος λατρείας, ο πιο περίλαμπρος ναός, όπου θα λατρεύεται και θα δοξάζεται. Ο ίδιος ο Θεός παραγγέλλει από την εποχή της Π. Δ. ακόμη: «Αγαπάν αυτόν (τον Θεό) και λατρεύειν Κυρίω τω Θεώ σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου…» (Δευ.10,12).
Ο Θεός επιζητεί ακόμη τη θέληση και τον αγώνα μας. Επαναπαύεται όχι στις υλικές προσφορές αλλά στην πιστότητα μας. Στην προσπάθεια που καταβάλλουμε για ν’ ακολουθήσουμε το θέλημα Του και να ζήσουμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο Του. Με το στόμα του προφήτου Ωσηέ μας επισημαίνει: «Έλεον θέλω και ου θυσίαν, και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα» (6, 6).

* * *
Αδελφοί μου,
Η μεγάλη ελπίδα του σημερινού ανθρώπου, που υποφέρει από μοναξιά και συμπιέζεται κάτω από την κυριαρχία της μηχανής, είναι ένα μεταφυσικό άνοιγμα στη ζωή του. Ο δρόμος της πίστεως. Η χαρά και η ανάπαυση της προσωπικής συναντήσεως με τον Θεό. Στο χώρο της Εκκλησίας. Στο κλίμα της προσευχής. Στην ατμόσφαιρα της θείας λατρείας. Μια λατρεία όμως, που, όπως ο Κύριος μας διδάσκει σήμερα, θα προσφέρουμε πάντοτε στο Θεό «εν πνεύματι και αληθεία».

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010


Βάλε φωτιά στις σκέψεις μου
και στην καρδιά μου!


του Αγίου Ιγνατίου Μπριατσανίνωφ
από το βιβλίο του «Ασκητικές Εμπειρίες», Α΄. Ι. Μ. Παρακλήτου 2008


Ξεχύνω τα λόγια της καρδιάς μου, που απαλά σκιρτά από χαρά άφθαρτη κι ανέκφραστη. Αδελφοί, αν εισχωρήσετε στα λόγια μου με καθαρό λογισμό, θα ευφρανθείτε σαν σε συμπόσιο πνευματικό! Η πίστη στο Χριστό είναι ζωή. Όποιος τρέφεται με την πίστη, γεύεται ήδη, στη διάρκεια της επίγειας πορείας του, την αιώνια ζωή, που ετοιμάστηκε για τους δικαίους στο τέλος αυτής της πορείας. Ο Κύριος είπε: «Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, αυτός έχει την αιώνια ζωή».
Με την πίστη οι άνθρωποι του Θεού υπέμειναν σκληρές δοκιμασίες. Έχοντας οικειωθεί το πλούτο και την ευφροσύνη της αιώνιας ζωής, θεώρησαν σκουπίδια τα θέλγητρα της πρόσκαιρης. Με την πίστη δέχονταν τις θλίψεις και τις στενοχώριες σαν δώρα του Τριαδικού Θεού, δώρα με τα οποία Εκείνος τους αξίωσε να γίνουν μιμητές και μέτοχοι των παθημάτων ενός από τα πανάγια Πρόσωπά Του, που έστερξε να δεχθεί τη φύση μας και να οικονομήσει τη λύ­τρωσή μας. Η απέραντη ευφροσύνη, που γεννιέται από την πίστη, καταβροχθίζει τη σκληρότητα του πόνου. Έτσι, στη διάρκεια οδυνηρών βασάνων, νιώθει κανείς μόνο τέρψη. Το ομολόγησε ο μεγαλομάρτυρας Ευστράτιος (13 Δεκεμβρίου) λίγο πριν από την τελείωσή του. Τα βασανιστήρια στα οποία με υποβάλλεις, είπε στον ηγεμόνα Αγρικόλα, είναι για μένα ευφροσύνη!.
Με την πίστη οι άγιοι βυθίστηκαν στα βάθη της ταπεινοφροσύνης. Με τα καθαρά μάτια της πίστεως είδαν πως οι ανθρώπινες θυσίες στο Θεό δεν είναι παρά τα χαρίσματα του Θεού στον άνθρωπο, χρέη του ανθρώπου στο Θεό, αχρείαστα σ’ Εκείνον αλλά απαραίτητα και σωτήρια για τον άνθρωπο. «Άκου, λαέ μου», λέει ο Θεός, «γιατί θα σου μιλήσω· άκου, Ισραήλ, γιατί θα διαμαρτυρηθώ σ’ εσένα. Ο Θεός, ο Θεός σου, είμ’ εγώ. Δεν θα σε ελέγξω για τις θυσίες σου… γιατί δική μου είναι όλη η οικουμένη και δικά μου όλα τα πλούτη της», «τί έχεις που να μην το έλαβες; Αφού, λοιπόν, το έλαβες από το Θεό, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο;». «Σ’ οποίον δόθηκαν πολλά, πολλά θα ζητηθούν απ’ αυτόν και σ’ οποίον δόθηκαν περισσότερα, περισσότερα θα ζητηθούν».
Οι άγιοι του Θεού θαυματουργούσαν, ανάσταιναν νεκρούς, προέλεγαν το μέλλον, ήταν γεμάτοι από πνευματική γλυκύτητα, αλλά συνάμα και γεμάτοι από ταπεινοφροσύνη. Με απορία, θαυμασμό και φόβο έβλεπαν ότι ο Θεός έστερξε γενναιόδωρα να προσφέρει και να εμπιστευτεί το Άγιο Πνεύμα Του στο χώμα, στη λάσπη. Μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο, ο νους κυριεύεται από φρίκη και σωπαίνει, η καρδιά πλημμυρίζει από ανείπωτη χαρά, ενώ η γλώσσα δεν έχει τη δύναμη να εκφραστεί.
Με την πίστη οι άγιοι αγάπησαν τους εχθρούς τους. Τα μάτια του νου τους, φωτισμένα από την πίστη, σταθερά έβλεπαν το Θεό μέσα στη πρόνοιά Του. Σε παραχώρηση αυτής της θείας πρόνοιας απέδιδαν οι άγιοι όλες τις επιθέσεις που δέχονταν. Έτσι ο Δαβίδ, «βλέποντας τον Κύριο παντοτινά μπροστά του», για να μη λιποψυχήσει μπροστά στις τόσες θλίψεις και δοκιμασίες του, αποκρίθηκε, όταν ο Σεμεΐ τον καταριόταν και τον πετροβολούσε: «Ο Κύριος του είπε να καταριέται τον Δαβίδ. Τί δουλειά έχετε εσείς μ’ έμενα, γιοί της Σαρουΐας», λογισμοί της οργής και της εκδικήσεως; «Αφήστε τον να με καταριέται, γιατί ο Κύριος του το είπε… Ίσως ο Κύριος, βλέποντας την ταπείνωσή μου, να μου δώσει αγαθά αντί για την κατάρα…».
Η ψυχή δέχεται τη δοκιμασία σαν θεραπεία των ασθενειών της. Ευγνωμονεί το Θεό και Του ψάλλει: «Βάλε με, Κύριε, σε δοκιμασίες, βάλε με σε πειρασμούς, βάλε φωτιά στις σκέψεις μου και στην καρδιά μου». Έτσι ας αντιμετωπίζουμε τις δοκιμασίες. Για τους ανθρώπους και τα άλλα όργανα των δοκιμασιών μας ας μη νιώθουμε καμιά κακία, καμιά εχθρότητα. Η ψυχή που δοξολογεί τον Πλάστη της, η ψυχή που ευγνωμονεί τον ουράνιο Γιατρό, πλημμυρισμένη από ανέκφραστα αισθήματα, αρχίζει να ευλογεί τα μέσα της θεραπείας της.
Και να! Ξάφνου ανάβει μέσα της η αγάπη προς τους εχθρούς। Τότε ο άνθρωπος είναι έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του για τον εχθρό του, θεωρώντας μάλιστα πως αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα θυσία αλλά υποχρέωση, υποχρέωση ανάξιου δούλου. Από τώρα ο ουρανός είναι ανοιχτός. Μπαίνουμε στην αγάπη προς τον πλησίον και μέσω αυτής στην αγάπη προς το Θεό. Βρισκόμαστε στο Θεό και ο Θεός βρίσκεται σ’ εμάς. Να τί θησαυρό περιέχει η πίστη, η μεσίτρια και χορηγήτρια της ελπίδας και της αγάπης. Αμήν.


Έρημος Άγιου Σεργίου, 1840
πηγή: http://vatopaidi.wordpress.kom

( Για τον απουσίαζοντα Συνοδοιπόρο, την ανάρτηση κάνει η
Β।Σ Φοιτήτρια Παιδαγωγικών,πνευματική θυγατέρα του Γέροντα ).

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010


Ανακοίνωση-ενημέρωση:


Ενημερώνω τους αγαπητούς εν Χριστώ αδελφούς, ότι θα απουσιάσω στο Άγιον Όρος, από 15/04 μέχρι 30/04. Μέχρι τότε, τα πνευματικά μου Τέκνα έχουν την διαχείριση του blog. Χριστός Ανέστη.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά, 11 Απριλίου.
Ευαγγελιστής Ιωάννης κ΄19-31.



Κείμενο:

19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. 30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

Μετάφραση:

Την ίδια εκείνη μέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε κι ενώ οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές, ήρθε ο Ιησούς, στέκεται στη μέση και τους λέει: «Ειρήνη σ΄ εσάς». Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Ο Ιησούς τους είπε πάλι: «Ειρήνη σ΄ εσάς! Όπως ο Πατέρας έστειλε εμένα, έτσι στέλνω κι εγώ εσάς». Έπειτα από τα λόγια αυτά, φύσηξε στα πρόσωπά τους και τους λέει: «Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες· σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι». Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω». Οχτώ μέρες αργότερα οι μαθητές ήταν πάλι μέσα στο σπίτι, μαζί τους κι ο Θωμάς. Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σ΄ εσάς». Έπειτα λέει στο Θωμά: «Φέρε εσύ το δάκτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλ΄ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις και πίστεψε». Ο Θωμάς τότε αποκρίθηκε: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πείστηκες επειδή με είδες με τα μάτια σου· μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ΄ έχουν δει!». Ο Ιησούς έκανε βέβαια και πολλά άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο. Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε δι΄ αυτού τη ζωή.

Σχόλια:

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΜΟΛΟΓΙΑ

«Ο Κύριος μου και ο Θεός μου»

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΗ του Θωμά δεν αποτελεί μόνο μια μεγαλειώδη διακήρυξη της θεότητος του Κυρίου μας από έναν μαθητή Του που προς στιγμήν – καθώς φαίνεται – κατελήφθη από τη δυσπιστία. Ούτε ακόμη μια από τις πλέον αδιάσειστες αποδείξεις της Αναστάσεως Του. Ταυτόχρονα συνιστά και μια από τις πλέον ενθουσιώδεις ομολογίες αγάπης και αφοσίωσης προς το λατρευτό πρόσωπο του αναστημένου Λυτρωτή μας.
Για τον απόστολο Θωμά ο Ιησούς Χριστός ήταν «ο Κύριος και ο Θεός του». Το ίδιο και για τους άλλους μαθητές του Ιησού. Το ίδιο και για τους χριστιανούς όλων των εποχών. Ο Ιησούς έγινε ο «Κύριος και ο Θεός» τους. «Το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος» της υπάρξεως τους κατά την ωραία έκφραση του βιβλίου της Αποκαλύψεως (21, 6).
Ό,τι ήταν για τους πρώτους μαθητές, ό,τι ήταν για τα αναρίθμητα πλήθη των χριστιανών που προηγήθηκαν, το ίδιο είναι και για μας, τους σημερινούς πιστούς. Από τη στιγμή που πιστέψαμε στο Χριστό, από την ώρα που βαπτιστήκαμε στο όνομα της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος και γίναμε μέλη της Εκκλησίας, πολίτες της θείας Βασιλείας, ο Ιησούς Χριστός είναι ο «Κύριος και Θεός» μας. Τι να σημαίνει άραγε αυτό πιο συγκεκριμένα στη καθημερινή πράξη και ζωή;

Αγαπούμε θερμά τον Χριστό

ΠΡΩΤΑ – ΠΡΩΤΑ ότι αγαπάμε τον Χριστό πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ όλα. Πάνω από οποιοδήποτε πρόσωπο και πέρα από οτιδήποτε πράγμα. Η αγάπη του Χριστού στην καρδιά του χριστιανού θα πρέπει να έχει απόλυτη προτεραιότητα. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, αυτός που αγαπά πραγματικά τον Θεό «ουδέν των όντων της του Θεού γνώσεως προτιμά».
Η αγάπη του Θεού αποτελεί θεμελιώδη εντολή της Παλαιάς Διαθήκης, την οποία επανέλαβε και επιβεβαίωσε και ο Χριστός μας: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» (Μαρκ. 12, 30 – Δευτ. 6,5). Χριστιανός που δεν αγαπά με αυτόν τον τρόπο τον Χριστό, που δεν του δίνει την πρώτη θέση στην καρδιά του, δεν μπορεί να θεωρηθεί γνήσιος μαθητής Του. Κατά τον άγιο Μάξιμο, η αγάπη προς τον Θεό είναι «το προτιμάν αυτόν (τον Θεό) του κόσμου και την ψυχήν της σαρκός». Και η αγάπη μας αυτή τότε είναι γνήσια, όταν «δι’ αυτής της αγάπης τα πάθη αποβάλλομεν».

Τηρούμε με αυταπάρνηση τις εντολές Του

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ο «Κύριος και ο Θεός» μας και όταν τον ακολουθούμε, όταν δηλαδή υπακούομε στο θέλημα Του που μας αποκάλυψε, και τηρούμε με αυταπάρνηση τις ζωηφόρες εντολές του Ευαγγελίου Του που μας παρέδωσε.
Η αγάπη του Χριστού, σύμφωνα με τα όσα Εκείνος μας διδάσκει, είναι αξεχώριστα συνδεδεμένη με την ανταπόκριση μας προς το Ευαγγέλιο Του, με την τήρηση των εντολών Του. «Εάν αγαπάτε με», παραγγέλλει, «τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιω. 14, 15). Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας διευκρινίζει: «Αύτη γαρ εστιν η αγάπη του Θεού, ίνα τας εντολάς αυτού τηρώμεν» (Α' Ιω. 5,3). Δηλαδή, αγάπη προς τον Θεό είναι να τηρούμε τις εντολές Του.
Υπακούομε, λοιπόν, στο Ευαγγέλιο. Και τηρούμε όλες τις εντολές του Χριστού, χωρίς να κάνουμε την παραμικρή διάκριση. Γράφει ο Μ. Βασίλειος, αναφερόμενος στα λόγια του Κυρίου: «Πορευθέντες γαρ, φησίν ο Κύριος, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, διδάσκοντες αυτούς ουχί τα μεν τηρείν, των δε αμελείν. Αλλά τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν». Και συνεχίζοντας παρατηρεί: «Γιατί αν δεν μας ήταν αναγκαίες για το σκοπό της σωτηρίας, ούτε θα είχα γραφεί όλες οι εντολές, ούτε θα δινόταν η παραγγελία να τις τηρούμε υποχρεωτικά όλες». Και, καθώς διδάσκει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, την τήρηση των θείων εντολών ο χριστιανός την επιδιώκει «δια την αγάπην του τεθεικότος αυτάς και μη δια φόβον ή αμοιβήν μισθού».
Χωρίς αυτή τη συγκεκριμένη στάση ζωής, την ανταπόκριση μας δηλαδή στις εντολές που μας παρέδωσε ο Χριστός, η αγάπη μας γι' αυτόν δεν είναι αληθινή. Η χριστιανική ζωή ως υπακοή στο Ευαγγέλιο και πιστή εφαρμογή των όσων μας διδάσκει, αποτελεί την μόνη και αδιαμφισβήτητη απόδειξη γνησιότητας της αγάπης μας προς τον Κύριο και Σωτήρα μας. Καθώς μάλιστα παρατηρεί ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αν δεν τηρούμε τις θείες εντολές, «ουδέν των εθνικών και απίστων διενηνόχαμεν». Δηλαδή, δεν διαφέρουμε καθόλου από τους ειδωλολάτρες και τους απίστους.

Ομολογούμε άφοβα την πίστη μας

«Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ και ο Θεός μου» ομολόγησε ο απόστολος Θωμάς. Και από τη στιγμή εκείνη έγινε ο κήρυκας της Αναστάσεως του Χριστού, ο ομολογητής του ονόματος Του, αυτός που μαζί με τους άλλους Αποστόλους ανέλαβε το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων.
Αν, λοιπόν, ο Ιησούς είναι για μας «ο Κύριος και ο Θεός» μας, αυτό οφείλουμε να το ομολογούμε. Ενώπιον των ανθρώπων. Με θάρρος και με τόλμη. Χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Χριστιανός που ντρέπεται να ομολογήσει πως είναι χριστιανός, πως πάνω απ' όλα αγαπά τον Χριστό, πως ύψιστη επιδίωξη του είναι να ζήσει την καινούργια ζωή που ο Χριστός εμπνέει, δεν είναι γνήσιος χριστιανός. Η δειλία στη χριστιανική πίστη ισοδυναμεί με προδοσία και άρνηση του Χριστού. Και οι συνέπειες κατά την ώρα της κρίσεως θα είναι τραγικές γι' αυτούς που θ' απαρνηθούν τον Χριστό από δειλία ή από ανθρωπαρέσκεια. Το υπογραμμίζει με έμφαση ο ίδιος ο Κύριος: «Όποιος ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους ότι ανήκει σε μένα, θα τον αναγνωρίσω κι εγώ για δικό μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου. Όποιος όμως με απαρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον απαρνηθώ κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου» (Ματθ. 10, 32-33).
Όλοι μας φέρουμε το τιμημένο όνομα του χριστιανού. Ομολογούμε όμως άραγε καθημερινά την πίστη μας και την αγάπη μας προς τον Χριστό; Ή η στάση που υιοθετούμε στην καθημερινή μας ζωή δείχνει σαν να τον αρνούμαστε; Πόσοι παραμείναμε το βράδυ της Αναστάσεως στην πασχαλινή Λειτουργία Ή δεν αποτελεί άρνηση του Χριστού το να εγκαταλείπουμε την πασχάλια σύναξη και το θεϊκό τραπέζι της Ευχαριστίας για χάρη της μαγειρίτσας; Πόσοι στο κοινωνικό ή στο εργασιακό περιβάλλον μας ομολογούμε, αν προκληθούμε, ότι πιστεύουμε στον Χριστό και ότι αγωνιζόμαστε να ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Κυρίου; Πόσοι, όταν άλλοι βλασφημούν τον Χριστό και ειρωνεύονται πράγματα ιερά και αξιοσέβαστα για μας, εμείς τα υπερασπιζόμαστε; Πόσοι, όταν περνούμε από ένα ναό, τολμούμε με παρρησία να κάνουμε το σημείο του σταυρού ως ομολογία πίστεως και έκφραση αγάπης προς τον Κύριο μας;

* * *
Αδελφοί μου,
Η σωτήρια ομολογία του αποστόλου Θωμά, ομολογία πίστεως και αγάπης προς τον αναστάντα Κύριο, θα πρέπει να μας συνεγείρει.
Να μας εμπνεύσει να αγαπήσουμε περισσότερο τον Κύριο και Θεό μας.
Ν' ακολουθούμε με περισσότερη αυταπάρνηση το Ευαγγέλιο Του και να τηρούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις ζωηφόρες εντολές Του.
Να τον ομολογούμε με θάρρος όπου και αν χρειάζεται. Αμήν.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010



«ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ» .

Είναι φρικτό και απαίσιο πράγμα ο θάνατος για τον άνθρωπο. Είναι το πιο κύριο και μεγάλο πρόβλημά του. Ο άνθρωπος πλάστηκε για να ζει και μάλιστα αιώνια. Ήρθε από την ανυπαρξία, αλλά προορισμός του δεν είναι να ξαναγυρίσει σ’ αυτήν. Βεβαίως ο Αδάμ δεν πλάστηκε αθάνατος ούτε βέβαια και θνητός, αλλά με τη δυνατότητα να γίνει αθάνατος ή θνητός, ανάλογα με τη συμμόρφωσή του με το θέλημα του Θεού. Ο Θεός του έβαλε ένα όρο για να παραμείνει αθάνατος· να τον υπακούει και να συνεργάζεται με τον δημιουργό του και τον προειδοποίησε για το ενδεχόμενο να πεθάνει εάν παρακούσει. Δυστυχώς ο άνθρωπος δεν τήρησε τον όρο αυτό. Και με την παρακοή του φάνηκε ότι ο όρος αυτός δεν ήταν μόνο για να μη πεθάνει αλλά και για να ζήσει ευτυχισμένος και να μη γίνει η ζωή του σκέτη κόλαση, εδώ και τώρα. Η μετέπειτα ιστορία του ανθρώπου αυτό αποκαλύπτει. Μετά την αποστασία του ανθρώπου από το Θεό ήρθε η διχοστασία του με τον αδελφό του. Μετά την απόσειση της κηδεμονίας του Θεού εμφανίζεται η τάση για την εξόντωση του αδελφού, την εξουθένωσή ή την καταδυνάστευσή του. Ο Κάιν σκοτώνει τον αδελφό του, που ήταν αθώος και δεν του έφταιγε σε τίποτα. Έτσι ο θάνατος εμφανίζεται πρόωρα και κατά τον χειρότερο τρόπο. Προτού να τελειώσει το όριο της ζωής, που υπάρχει και μετά την αποστασία του ανθρώπου, ο άνθρωπος φροντίζει να πεθάνει ο αδελφός του. Έτσι πεθαίνει όχι μόνο βιολογικά αλλά και ηθικά, πνευματικά, συναισθηματικά. Καταστρέφει το «κατ’ εικόνα» που του έδωσε ο Θεός και καθιστά αδιάβατο το δρόμο προς το «καθ’ ομοίωσιν». Αργότερα ο Λάμεχ, ένας απόγονος του Κάιν, θα προχωρήσει πιο πέρα, στον εξευτελισμό και την εξουθένωση του γυναικείου φύλλου, παίρνοντας για τον εαυτό του δύο γυναίκες την Αδά και την Σελλά, και θα επαναλάβει το αμάρτημα του Κάιν. Θα σκοτώσει κι αυτός άνθρωπο, αν και είχε δει τη φρικτό αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του Κάιν. Βέβαια σε μια στιγμή ανανήψεως θ’ αναγνωρί-σει ότι ουσιαστικά με τη πράξη του έβλαψε ανεπανόρθωτα τον ίδιο τον εαυτό του. Και η κατρακύλα του ανθρώπου θα συνεχισθεί. Ο Χαμ δεν θα συμμετέχει συναισθηματικά στο χαμό της ανθρωπότητας με τον κατακλυσμό, αλλά θα ασκεί τα συζυγικά του καθήκοντα την ώρα που όλοι χάνονται και θα γελοιοποιεί αργότερα τον αίτιο της σωτηρίας του, τον πατέρα του· ο Ησαύ θα πουλά την ευλογία του Θεού για ένα πιάτο φακή· τ’ αδέλφια του Ιωσήφ θα προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν και μετά, κρίνοντας εμπορικά το θέμα, θα τον πουλήσουν σαν δούλο! Και ο θάνατος ο πνευματικός και ηθικός θ’ αναπτύσσεται έκτοτε αφάνταστα πιο γρήγορα από τον βιολογικό. Λέμε γιατί επέτρεψε ο Θεός το θάνατο μετά την πτώση και δεν λέμε, εμείς οι ελεήμονες και φιλάνθρωποι και φιλάγαθοι δήθεν, γιατί αρχίσαμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον, προτού στείλει ο Θεός τον «φυσικό» θάνατο, που τον επέτρεψε για να μη γίνει το κακό αθάνατο και δηλητηριάσει ανεπανόρθωτα όλη τη δημιουργία. Για να μη γίνει αιώνια η κόλαση του ανθρώπου από τη πρώτη στιγμή και δεν υπάρχει πλέον ελπίδα διορθώσεως και σωτηρίας. Λέμε γιατί ο Θεός επιτρέπει το ποικίλο κακό και δεν σκεφτόμαστε γιατί εμείς το δημιουργούμε. Όλα τα φορτώνουμε στο Θεό· και εμείς, κατά το παράδειγμα των πρωτοπλάστων προγόνων μας, είμαστε τα αθώα περιστέρια που δεν φταίνε σε τίποτα. Λοιπόν εμφανίσθηκε ο θάνατος στον κόσμο, πιο γρήγορα από ότι επέτρεψε ο Θεός, και μάλιστα στην αρχική του εμφάνιση χτύπησε τον πιο αθώο και καλό. Να ο καρπός της αποστασίας μας από το Θεό· η σφαγή των αθώων και αναιτίων. Να η θέωση και η προκοπή που μας υποσχέθηκε ο διάβολος. Είδαν οι πρωτόπλαστοι και ο Κάιν τον Άβελ να παγώνει, να χάνει την ελαστικότητά του, την ομορφιά του, να μυρίζει λίγο αργότερα, και στο τέλος να σαπίζει και να γίνεται χώμα. Να το κατόρθωμα του ανθρώπου· πέτυχε να ξαναγίνει χώμα! Πόσο σπουδαίος στ’ αλήθεια ο άνθρωπος! Είναι να μη τον θαυμάζεις και να μη μιλάς για τα θαυμάσια του χουμανισμού και τις άλλες υπέροχες φιλοσοφίες και θεωρίες του;
* * *
«Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» (Ματθ. 26,39) θα κραυγάσει ο Χριστός σαν άνθρωπος στον επουράνιο πατέρα του. Η κραυγή αυτή του Χριστού δείχνει τη φρίκη του θανάτου και αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος, και μάλιστα ο αγαθός και υπάκουος στο Θεό, δεν πλάστηκε για το θάνατο, αλλά πλάστηκε για την αφθαρσία. «Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν, ουδέ τέρπεται επ’ απωλεία ζώ-ντων. Έκτισε γαρ εις το είναι τα πάντα» (Σοφ. Σολ. 1,13-14). «Έκτισε τον άνθρωπον επ’ αφθαρσία και εικόνα της ιδίας ιδιότητος εποίησεν αυτόν» (Σοφ. Σολ. 2,23). Ο θάνατος είναι το μη ον. Είναι η απουσία της ζωής. Η Ζωή ούτε καν μπορεί να τον σκεφθεί. Συνεπώς ο αναμάρτητος Ιησούς είχε κάθε λόγο να αντιδρά με απέχθεια και αφάνταστη δυσφορία στο ενδεχόμενο να γνωρίσει μία αφύσικη κατάσταση και να φορτωθεί τις αμαρτίες του κόσμου, αυτός ο αναμάρτητος. Διότι και το κακό είναι μη ον. Είναι η απουσία του αγαθού. Πως ο Θεός, πανάγαθος ων, θα το φορτωνόταν; Πλην όμως σαν άνθρωπος θα κάνει τέλεια υπακοή στον Θεό πατέρα του. Η προσευχή του ήταν ευγενική και χωρίς καμμία απαίτηση. «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστί, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο». Και η υπακοή του πλήρης και απόλυτη. «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ». Δέχτηκε την αφύσικη και μη υπάρχουσα γι’ αυτό κατάσταση του θανάτου θεληματικά, από αγάπη για μας, για να την καταστρέψει μια για πάντα· και να επαναφέρει τον άνθρωπο στη κατά Θεό ζωή και ευτυχία. «Διά τούτο ο πατήρ με αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου, ίνα πάλιν λάβω αυτήν. Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ εμαυτού· εξουσίαν έχω θείναι αυτήν και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν· ταύτην την εντολήν έλαβον παρά του πατρός μου» (Ιω. 10, 17-18). Ο Κύριος λοιπόν διά λόγους υπακοής και θεληματικά, από αγάπη για μας, απέθανε -και μάλιστα σταυρικά- και δέχθηκε το φόβο και τις οδύνες του θανάτου. Η ανάστασή του θ’ αποκαλύψει πανηγυρικά τα όσα είπε πριν σταυρωθεί και η Εκκλησία μας, εμπειρικά πλέον, θα ψάλλει ανά τους αιώνες·
«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν· και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των πατέρων Θεόν και υπερένδοξον».Αυτώ η δόξα και το κράτος και η δύναμις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
www.pmeletios.com