Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009


ΜΟΡΦΗΝ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΩΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΝ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕΣ

(Αναφορά στη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού.

Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου δεν είναι κάποιο αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, ούτε κάποια μυθοπλασία κάποιου ευφάνταστου μυθογράφου, αλλά πραγματικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο (Γαλ.4:4). Η μεγάλη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου μας υπενθυμίζει αυτή την μεγάλη αλήθεια και τονίζει ιδιαίτερα την πραγματική ανθρώπινη φύση, την οποία εκών ενδύθηκε, για χάρη της δικής μας σωτηρίας.
Η καθιέρωση του εορτασμού της Περιτομής του Κυρίου από την Εκκλησία, συνέτεινε αναμφίβολα η δράση κάποιων αιρετικών κύκλων της αρχαίας Εκκλησίας, οι οποίοι αρνούνταν την πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και δίδασκαν την μη πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Τέτοιοι υπήρξαν οι αιρετικοί δοκήτες, οι οποίοι δίδασκαν την κακοδοξία ότι δήθεν η ενανθρώπηση του Χριστού έγινε φαινομενικά, «κατά δόκησιν», όπως τόνιζαν. Αυτοί μαζί με τους μαρκιωνίτες, τους μανιχαίους και άλλους αιρετικούς, όλοι τους πρόδρομοι των αιρετικών Μονοφυσιτών του 5ου αιώνα, επιχείρησαν να νοθεύσουν την αλήθεια της Εκκλησίας μας.
Η Εκκλησία μας μεταχειρίστηκε κάθε μέσον να προασπίσει την άπαξ αποκαλυφθείσα και παραδοθείσα αλήθεια (Ιουδ.3). Ακόμα και εορτές καθιέρωσε για να περιχαρακώσει τις ύψιστες και σωτήριες αλήθειές Της. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως οι εορτές των Χριστουγέννων, της Περιτομής και των Θεοφανείων καθιερώθηκαν από την ανάγκη του αντιαιρετικού αγώνα της Εκκλησίας μας και κατόπιν έλαβαν εορταστικό χαρακτήρα, όπως εμείς τις βιώνουμε σήμερα.
Η περιτομή ήταν μια πρακτική συνηθισμένη σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως πρώτοι που έκαναν περιτομή στα άρρενα τέκνα τους ήταν οι Αιθίοπες και οι Αιγύπτιοι, κυρίως για λόγους υγιεινής (Ηροδ.Ιστ.Β΄,104). Ιστορικά ίσως οι Εβραίοι πήραν την συνήθεια αυτή από τους Αιγυπτίους. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη όμως την περιτομή θέσπισε ο Ίδιος ο Θεός κατά παραγγελία Του στον πιστό Αβραάμ, ως μια πράξη διαφοροποιήσεως των απογόνων του από τους άλλους λαούς, ώστε μέσω αυτών να υλοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. «Αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών΄ περιτμηθήσεται υμών παν αρσενικόν, και περιτμηθήσεθε την σάρκαν της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών. Και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν» (Γεν.17:12).
Η περιτομή όλων των αρένων νηπίων γινόταν από τον πατέρες τους ή από ειδικούς στην περιτομή που ονομάζονταν mohel, την ογδόη ημέρα από τη γέννησή τους, όπως είχε διατάξει ο Θεός. Γινόταν στα σπίτια των νηπίων ή συχνότερα στις συναγωγές ενώπιον συγγενών και φίλων. Η τελετουργία της περιτομής ήταν για τους Ιουδαίους της εποχής εκείνης μεγάλης σπουδαιότητας γεγονός. Το παιδί που περιτέμνονταν θεωρούνταν πια μέλος του λαού του Θεού, τηρητής της διαθήκης, η οποία συνήφθη μεταξύ του Θεού και του Αβραάμ (Γεν,17:12). Ο περιτμημένος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί τις διατάξεις του Νόμου και είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να εορτάζει το Πάσχα, σε αντίθεση με τους απερίτμητους, οι οποίοι δεν είχαν αυτό το δικαίωμα.
Μαζί με την περιτομή γινόταν και η ονοματοδοσία. Η τελετουργία της περιτομής ήταν κάτι σαν το χριστιανικό βάπτισμα, του οποίου υπήρξε τύπος. Όπως ο περιτμημένος γινόταν μέλος του λαού της Διαθήκης, ξεχωριστός από τους μη περιτμημένους, έτσι και ο βαπτισμένος αναγεννιέται και γίνεται άγιος, ξεχωριστός, μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, προορισμένος να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού (Ρωμ.6:4).
Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του Κυρίου, ο Ιωσήφ και η Μαρία τήρησαν τη μωσαϊκή εντολή της περιτομής. Με λακωνικό τρόπο ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει πως «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του περιτεμείν το παιδίον, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το κληθέν υπό του αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία» (Λουκ.2:21). Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος αναφέρει την πληροφορία ότι την περιτομή του Κυρίου έκαμε ο μνήστωρ Ιωσήφ. Επίσης ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου αναφέρει πως η περιτομή έγινε στο Σπήλαιο της Γεννήσεως. Βεβαίως ο ιερός ευαγγελιστής αποσιωπά κάθε λεπτομέρεια από την τελετή αυτή, διότι προφανώς δεν έχουν να μας προσφέρει, σύμφωνα με τους Πατέρες, όφελος για τη σωτηρία μας.
Την Εκκλησία μας δεν ενδιέφερε αυτή καθ' εαυτή η εκπλήρωση αυτής της νομικής διάταξης του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο. Την ενδιέφερε κυρίως να τονισθεί, δια της περιτομής Του, και να αποδειχθεί, η πραγματική ανθρώπινη φύση Του, την οποία αρνούνταν οι αιρετικοί. Ο θεόπνευστος ευαγγελιστής συμπεριέλαβε στο ευαγγέλιό του και το γεγονός της περιτομής για να μπορεί η Εκκλησία να αποκρούει κάθε δοκητική, μανιχαϊστική και μονοφυσιτική κακοδοξία.
Η μη παραδοχή της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας μας, περί της αληθινούς ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, εκθεμελιώνει κυριολεκτικά ολόκληρο το οικοδόμημα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Αν δεν έγινε πραγματικά η σάρκωση του Λυτρωτή δεν έχουμε πραγματική σωτηρία, ο Χριστός δεν είναι πραγματικός σωτήρας, αλλά ένας από τους πολλούς ιδρυτές θρησκειών της ανθρωπότητας. Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε έντονα την Εκκλησία τον 5ο αιώνα, όταν ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής από την Κωνσταντινούπολη αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Για το λόγο αυτό συγκλήθηκε η Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος, το 451.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο φυσικός Υιός του Θεού, απόρροια της δικής Του φύσεως. Γεννήθηκε προπάντων των αιώνων από τον Πατέρα, όπως μας βεβαιώνει ξεκάθαρα η αγία Γραφή. «Υιός μου ει συ εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Εβρ.1:5) είπε, δια του Ψαλμωδού ο Θεός Πατέρας, στο Θεό Υιό. Η προαιώνια βουλή του Θεού αποφάσισε να αποστείλει τον Λόγο στον κόσμο ως σωτήρα του από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου. Έτσι, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ.4:4), ο Λόγος, δια της Παρθένου Μαρίας, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και αφού την καθάρισε από τους ρίπους της αμαρτίας, την αναδημιούργησε και την επανέφερε στην προπτωτική της κατάσταση, την έκαμε δική Του φύση, χωρίς να αφήσει ούτε στιγμή τη θεία φύση Του. Ένωσε ασύγχυτα και αρμονικά τις δύο φύσεις στο θεανδρικό Του πρόσωπο. Έγινε ο Θεάνθρωπος. Η ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Λυτρωτή σημαίνει αντικειμενική πραγμάτωση της σωτηρίας μας.
Η ενανθρώπηση του Λόγου όμως είναι γεγονός ασύλληπτης αυτοταπείνωσής Του. «Εν μορφή Θεού υπάρχων ... εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπόκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2:7). Εάν δεν δούμε το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως υπό το πρίσμα της άμετρης αγάπης του Θεού για το πλάσμα Του τον άνθρωπο, αποτελεί αυτό το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών. Το αρχαιοελληνικό αξίωμα «Θεός, ανθρώποις ου μείγνηται», πολλώ δε μάλλον η ανθρωποποίηση Θεού αποτελεί ορθολογικά τη χειρότερη μωρία της ιστορίας. Όμως η αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού υπερέβη όλα τα διαχωριστικά με την ανθρωπότητα. Έκαμε τη μεγάλη κίνηση και ταπείνωσε τον Υιό Του και τον έκαμε άνθρωπο, προκείμενου να σωθεί το ανθρώπινο γένος. Κατέβηκε Αυτός στα ανθρώπινα πλαίσια, μέχρι και της κατάστασης του θανάτου για να αναστήσει τον άνθρωπο από την κατάσταση της πνευματικής νεκρώσεως και να τον ανεβάσει τον άνθρωπο στα ουράνια του θρόνου Του.
Όσο καιρό ο σαρκωμένος Λόγος βρισκόταν στη γη, ταυτόχρονα ως Θεός βρισκόταν και στον ουρανό. Βρισκόταν παντού, ως πανταχού παρών, διότι με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως δεν αποποιήθηκε τη θεία φύση Του. Σε αυτήν Του την διπλή ιδιότητα, ως αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου, έγκειται και το γεγονός του αληθινού σωτήρα. Σώζει ως αληθινός Θεός με το ότι έγινε αληθινός άνθρωπος, καθ' ότι προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση και την έσωσε στο πρόσωπό Του. Κάθε παρέκκλιση από αυτή την αλήθεια αποτελεί αίρεση για την Εκκλησία μας. Ο Νεστοριανισμός είχε αρνηθεί τη θεία φύση του Χριστού και ο Μονοφυσιτισμός είχε αρνηθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και οι δυο αυτές δογματικές παρεκτροπές καταδικάστηκαν από την Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ως εκτροπή από την αλήθεια και ως έχοντες σοβαρότατες σωτηριολογικές συνέπειες. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης τόνισε ιδιαίτερα πως «οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί΄ ούτος εστιν ο πλάνος και ο αντίχριστος» (Β΄Ιωάν.7).
Αξίζει να αναφέρουμε δύο αποσπάσματα από τους δογματικούς όρους των αναφερόμενων αγίων Συνόδων, για να δούμε τη θεολογική σαφήνεια της Εκκλησίας μας για το μεγάλη αυτή αλήθεια: «... Ομολογούμεν τοιγαρούν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον εκ ψυχής λογικής και σώματος ... ομοούσιον τω Πατρί τον αυτόν κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα. Δύο γαρ φύσεων ένωσις γέγονεν΄ δι' ο ένα Χριστόν, ένα υιόν, ένα κύριον ομολογούμεν» (Γ΄ Οικουμ.Σύνοδος, Έκθεσις Πίστεως των Διαλλαγών). Και «Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις Πατράσιν ένα και τον αυτόν ομολογούμεν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα ... ένα και τον αυτόν Χριστόν, υιόν, κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωρίζομεν, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν, σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις εν πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ' ένα και τον αυτόν υιόν, μονογενή, Θεόν, Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν...» (Όρος Δ΄Οικ. Συνόδου, παρά Ι. Καρμίρη, τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία, Αθήναι 1952, σελ.165).
Το γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως πρέπει να αποτελεί για κάθε πιστό χριστιανό τη βάση της πίστεώς του. Να μην έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι «επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», για να μας λυτρώσει από τη δουλεία της αμαρτίας και τη φθορά του θανάτου. Σύμφωνα με την θεσπέσια υμνολογία της εορτής, «Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ τω γένει των ανθρώπων κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν΄ ουκ εβδελύξατο σαρκός την περιτομήν ο οκταήμερος κατά την Μητέρα και άναρχος κατά τον Πατέρα» για την ημών σωτηρία. Αυτός έκαμε τη μεγάλη κίνηση, περιμένοντας από τον άνθρωπο να κάνει τη δική του μικρή κίνηση, να Του δώσει το χέρι του, για να τον σώσει, να τον δοξάσει και να τον κάνει υιό και κληρονόμο της ατέρμονης βασιλείας Του. Είναι ανάγκη να ξεφύγουμε από τα νοητά δεσμά του αμαρτωλού κόσμου και να ανεβάσουμε το νου μας στα ουράνια. Μόνο έτσι θα επωφεληθούμε από τις δωρεές της θείας συγκαταβάσεως.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 27 Δεκεμβρίου 2009.
Ματθαίος β΄ 13-23.

Κείμενο:


Ματθ. 2,13 Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό.

Ματθ. 2,14 Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον,
Ματθ. 2,15 καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου.
Ματθ. 2,16 Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων.
Ματθ. 2,17 τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·

Ματθ. 2,18 Φωνὴ ἐν Ῥαμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.
Ματθ. 2,19 Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ
Ματθ. 2,20 λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.
Ματθ. 2,21 ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ.
Ματθ. 2,22 ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας,
Ματθ. 2,23 καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.

Ερμηνεία:


ταν ἀναχώρησαν οἱ μάγοι, ἔνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ παρουσιάστηκε στόν Ἰωσήφ στό ὄνειρό του καί τοῦ εἶπε:
- Σήκω ἀμέσως, πάρε τό παιδί καί τή μητέρα του καί φύγε στήν Αἴγυπτο καί μεῖνε ἐκεῖ ὡσότου σοῦ πῶ. Γιατί ὁ Ἡρώδης πρόκειται νά ἀναζητήσει νά βρεῖ τό παιδί, γιά νά τό θανατώσει.
Ὁ Ἰωσήφ σηκώθηκε ἀμέσως, πῆρε τό παιδί καί τή μητέρα του καί μέσα στή νύχτα ἔφυγε στήν Αἴγυπτο· ἐκεῖ ἔμεινε ὥσπου πέθανε ὁ Ἡρώδης. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου πού εἶχε πεῖ ὁ προφήτης: Ἀπό τήν Αἴγυπτο κάλεσα τόν υἱό μου. Ὅταν κατάλαβε ὁ Ἡρώδης πώς οἱ μάγοι τόν ἐξαπάτησαν, ὀργίστηκε πάρα πολύ. Ἔστειλε τότε στρατιῶτες καί σκότωσαν στή Βηθλεέμ καί στά περίχωρα της ὅλα τά παιδιά ἀπό δύο χρονῶν καί κάτω, σύμφωνα μέ τόν χρόνο πού ἐξακρίβωσε ἀπό τούς μάγους. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, πού εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Ἱερεμίας: Ἀκούστηκε στή Ραμά κραυγή, θρῆνος, κλάματα καί ὁδυρμός μεγάλος· Ἡ Ραχήλ ἔκλαιε τά τέκνα της καί δέν ἤθελε νά παρηγορηθεῖ γιατί δέν ὑπῆρχαν πιά στή ζωή. Ὅταν, λοιπόν, πέθανε ὁ Ἡρώδης, ἕνας ἄγγελος σταλμένος ἀπό τόν Κύριο ἐμφανίστηκε στόν Ἰωσήφ σέ ὄνειρο στήν Αἴγυπτο, καί τοῦ εἶπε: «Σήκω, πάρε τό παιδί καί τή μη­τέρα του καί πήγαινε στή χώρα τοῦ Ἰσραήλ, γιατί πέθαναν ὅσοι ἤθελαν νά θανατώσουν τό παιδί». Τότε ὁ Ἰωσήφ σηκώθηκε, πῆρε τό παιδί καί τή μητέρα του καί γύρισε πάλι στή χώρα τοῦ Ἰσραήλ. Ὅταν ὄμως ἔμαθε πώς βασιλιάς τῆς Ἰουδαίας εἶναι ὁ Ἀρχέλαος, στή θέση τοῦ πατέρα του, τοῦ Ἡρώδη, φοβήθηκε νά ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ. Μέ θεϊκή ἐντολή ὅμως, πού τοῦ δόθηκε στό ὄνειρό του, ἀναχώρησε γιά τήν περιοχή τῆς Γαλιλαίας. Ἦρθε, λοιπόν, κι ἐγκαταστάθηκε στήν πόλη Ναζαρέτ. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε γιά τόν Χριστό ἐκεῖνο πού εἶπαν οἱ προφῆτες ὅτι θά ὀνομαστεῖ Ναζωραῖος.-

Σχόλια:

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΩΓΜΟ ΣΤΟ ΘΡΙΑΜΒΟ

«Μέλλει γαρ Ηρώδης ζητείν
το παιδίον του απολέσαι αυτό»

ΠΟΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ πρόσωπα που συνδέθηκαν άρρηκτα με τη γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το κοσμοσωτήριο γεγονός που τις μέρες αυτές εορτάζουμε. Το πρώτο και μεγαλύτερο, η Παρθένος Μαρία, η μητέρα του Κυρίου, το εκλεκτό όργανο που υπηρέτησε το υπερφυές μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Ο μνήστορας Ιωσήφ. Το όνομα του συνδέθηκε στενά με τα γεγονότα της γεννήσεως και αναφέρεται στα ιερά ευαγγέλια με βαθιά τιμή. Οι άγγελοι, που τη νύχτα της γεννήσεως ύμνησαν τον νεογέννητο Χριστό. Οι ποιμένες της Βηθλεέμ, που έγιναν οι αψευδείς μάρτυρες της θείας γεννήσεως. Εκείνοι πρώτοι άκουσαν τη χαρμόσυνη είδηση από τον άγγελο και έτρεξαν να προσκυνήσουν στο σπήλαιο το θείο Βρέφος. Ακόμη, οι μάγοι από ανατολών. Ήρθαν από τα βάθη της ανατολής να προσκυνήσουν τον γεννηθέντα Ιησού και να του προσφέρουν τα δώρα της αγάπης τους, «χρυσόν και λίβανον και σμύρναν».

Ηρώδης, ο πρώτος διώκτης του Ιησού

ΜΕ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ τουΧριστού συνέδεσε το όνομα του και μια σκοτεινή μορφή, ο βασιλιάς της Ιουδαίας Ηρώδης. Υπήρξε άνθρώπος ραδιούργος, φιλόδοξος, ακόλαστος, θηριώδης και αδίστακτος. Αναδείχθηκε βασιλιάς της Ιουδαίας επί Αντωνίνου γύρω στο 37 π.Χ. Προκειμένου να εξασφαλίσει την εξουσία του δεν δίστασε να σκοτώσει τη γυναίκα του Μαριάμ και τρεις γιούς του, καθώς και πλήθος άλλων αθώων ανθρώπων. Τόση ήταν η σκληρότητα του ώστε τις παραμονές του θανάτου αποφάσισε να φυλακίσει στην Ιεριχώ τους πιο επιφανείς άνδρες του βασιλείου του κι έδωσε στην αδελφή του την εντολή να τους θανατώσε ευθύς μετά τον δικό του θάνατο, γιατί – όπως έλεγε – ήθελε να χυθούν στο θάνατο του πολλά δάκρυα. Τερμάτισε την άθλια ζωή του μετά από φρικτή και οδυνηρότατη αρρώστια.
Στα χρόνια του αιμοσταγούς αυτού τυράννου γεννήθηκε ο Κύριος μας. Είναι εκείνος που ταράχτηκε από την είδηση των μάγων της ανατολής ότι γεννήθηκε ο Χριστός, ο βασιλεύς των Ιουδαίων. Εκείνος που επιχείρησε να τους εξαπατήσει με σκοπό να σκοτώσει τον νεογέννητο Ιησού, επειδή φοβήθηκε μήπως σταθεί αντίζηλος του θρόνου του και εμπόδιο στην εξουσία του. Εκείνος που εξαγριώθηκε , όταν οι μάγοι δεν ξαναπέρασαν από τα ανάκτορα του για να τον πληροφορήσουν με ακρίβεια που είχε γεννηθεί ο Χριστός. Είναι, τέλος, εκείνος που για να του φύγει ο φόβος για την τύχη του θρόνου του δεν δίστασε να διατάξει τον θάνατο όλων των νηπίων της Βηθλεέμ και των περιχώρων της, ηλικίας δύο ετών και κάτω.
Ο Ιησούς όμως διασώθηκε από την μανία του Ηρώδη. Η αγία οικογένεια, κατ’ εντολή του αγγέλου προς τον Ιωσήφ, αναχώρησε στην Αίγυπτο για να επιστρέψει όταν πια είχε πεθάνει ο αιμοσταγής τύραννος. Άγγελος πάλι εμφανίζεται στον Ιωσήφ και του παραγγέλλει: «Εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ. Τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου».

Ο διωγμός του Ιησού συηεχίζεται
επί 2.000 χρόνια

ΗΡΩΔΗΣ, ΛΟΙΠΟΝ, ο αιμοσταγής τύραννος! Ο καταχθόνιος διώκτης του Ιησού. Ο σφαγέας των ακάκων και αθώων νηπίων. Ο Ηρώδης όμως είναι ακόμη το σύμβολο της άθεης εξουσίας του κόσμου τούτου που από τότε, τη γέννηση δηλαδή του θείου Βρέφους, μέχρι σήμερα πολεμά και καταδιώκει τον Ιησού. Μέσα στη δισχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας του Χριστού μια μακρά σειρά από Ηρώδες στάθηκαν γεμάτοι κακότητα και μοχθηρία απέναντι στον Χριστό και το Ευαγγέλιο Του. Ο Ιησούς μέσα στην ιστορία υπήρξε «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 34). Στόχος εχθρικός. Πολεμήθηκε όσο κανείς άλλος. Διώχθηκε ο ίδιος. Διώχθηκε η αλήθεια που αποκάλυψε. Διώχθηκε η Εκκλησία που ίδρυσε. Διώχθηκαν όσοι τον πίστεψαν καιτον λάτρεψαν.
Και το πράγμα δεν αποτελεί έκπληξη, απροσδόκητο γεγονός, διότι ο ίδιος ο Χριστός έχει προειδοποιήσει: «Μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5, 11). Και ο κορυφαίος απόστολος Του, ο Παύλος, στη συνέχεια έχει επισημάνει: «Πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζειν εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β’ Τιμ. 3, 12).

Μια ατέλειωτη σειρά διωκτών

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ μάτια μας την ώρα τούτη περνούν όλοι αυτοί οι Ηρώδες, παλαιοί και νέοι και σημερινοί, «οι ζητούντες το Παιδίον του απολέσαι αυτό»!
Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, το Ιουδαϊκό θρησκευτικό κατεστημένο. Καταδίωξαν και πολέμησαν σκληρά τον Ιησού. Ζητούσαν να τον φονεύσουν στην Ιουδαία (Ιω. 7,1). Άλλοτε θέλησαν να τον λιθοβολήσουν (Ιω. 8, 59). Τον συκοφαντούσαν. Διέστρεφαν τη διδασκαλία Του. Διέβαλαν τα θαύματα Του. Και τελικά ο φθόνος τους θριάμβευσε. Ο Ιησούς σταυρώθηκε.
Οι Νέρωνες, οι Διοκλητιανοί και τόσοι άλλοι εκπρόσωποι της αντίχριστης εξουσίας του κόσμου. Εξουσία του σκότους. Δυνάμεις αντίθεες. Καταδίωξαν με λύσσα τον Ιησού. Εξαπέλυσαν φοβερούς διωγμούς εναντίον της Εκκλησίας Του. Οδήγησαν στο μαρτύριο εκατομμύρια χριστιανών. Πίστεψαν, μέσα στην αφροσύνη τους, ότι το ξίφος και η φωτιά θα αφάνιζε το Ευαγγέλιο και θα ξερίζωνε την πίστη.
Οι Κέλσοι, οι Βολταίροι, οι Ρενάν και τόσοι άλλοι ποτυ ξόδεψαν ανυπολόγιστους τόννους χαρτί και μελάνι για να πολεμήσουν τον Ιησού. Να διαβάλλουν την πίστη. Να ανατρέψουν το Ευαγγέλιο. Να γκρεμίσουν την Εκκλησία.
Οι είρωνες, οι συκοφάντες, οι πλαστογράφοι της ιστορίας, οι καπηλευτές της επιστήμης. Μια ατέλειωτη σειρά ανθρώπων που έθεσαν σαν στόχο να εξαφανίσουν το όνομα του Ιησού. Να κλονίσουν την πίστη. Να πείσουν τους ανθρώπους ότι έχει τελειώσει η αποστολή του χριστιανισμού στον κόσμο και ότι χρεωκόπησε η Εκκλησία και γι’ αυτό καλά θα κάνει να αποσυρθεί από το προσκήνιο της ιστορίας.

Ο Ιησούς τελικά νικά και θριαμβεύει

ΚΑΙ ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ, αγαπητοί αναγνώστες; Ποιος επικράτησε; Ποιος νίκησε; «Τεθνήκασιν οι ζητούντες την ψυχήν του Παιδίου» φωνάζει ο άγγελος προς τον Ιωσήφ. Ο αιμοσταγής τύραννος της Ιουδαίας πέθανε. Πέθανε με θάνατο φριχτό. Εκείνος που εξουσίαζε. Που διέθετε όπλα. Που κυβερνούσε στρατούς. Και νίκησε ο Ιησούς, το Βρέφος της Βηθλεέμ.
«Τεθνήκασιν οι ζητούντες την ψυχήν του Παιδίου» αντηχεί και η ιστορία. Ο Ιησούς είναι ο θριαμβευτής. Ο μεγάλος νικητής. «εξ΄ξλθε νικών και ίνα νικήση» (Αποκ. 6,2). Νίκησε Γραμματείς και Φαρισαίους. Εκείνοι τον σταύρωσαν. Ο Ιησούς όμως αναστήθηκε. Νίκησε Νέρωνες και Διοκλητιανούς. Εκείνων τα ονόματα και τα ανόσια έργα η ανθρωπότητα τα θυμάται με φρίκη. Τον Ιησού, απεναντίας, αγαπούν και λατρεύουν επί δυο χιλιάδες χρόνια αναρίθμητες ανθρώπινες καρδιές. Νίκησε Κέλσους και Βολταίρους και Ρενάν. Έγραψαν χιλιάδες τόμους για να πολεμήσουν το Ευαγγέλιο του Ιησού. Ελάχιστοι όμως τους γνωρίζουν. Ξεχάστηκαν. Και τα έργα τους τα χαίρονται τα ράφια των βιβλιοθηκών και τα καλύπτει η σκόνη. Αντίθετα, το Ευαγγέλιο βρίσκεται σε δισεκατομμύρια χέρια κι είναι το πρώτο βιβλίο του κόσμου.
Ο Ιησούς και η Εκκλησία Του νίκησε κι εξακολουθεί να νικά και όλους εκείνους που την ειρωνεύονται. Που την περιφρονούν. Που την συκοφαντούν. Ας θυμηθούμε τα αθάνατα λόγια του ιερού Χρυσοστόμου: «Πόσοι επολέμησαν την Εκκλησίαν και οι πολεμήσαντες απώλοντο; Αύτη δε υπέρ τον ουρανόν αναβέβηκε. Τοιούτον έχει μέγεθος η Εκκλησία. Πολεμούμενη νικά, επιβουλευομένη περιγίνεται, υβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται. Δέχεται τραύματα και ου καταπίπτει υπό των ελκών, κλυδωνίζεται αλλ’ ου καταποντίζεται, χειμάζεται αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει, παλαίει αλλ’ ουχ ηττάται, πυκτεύει αλλ’ ου νικάται».

* * *
Αδελφοί μου,
Οι Ηρώδες δεν έλειψαν ποτέ ούτε και θα λείψουν. Όπως κατά το παρελθόν έτσι και στο μέλλον οι διώκτες του Χριστού, οι πολέμιοι του Ευαγγελίου Του, οι συκοφάντες της Εκκλησίας Του θα εξακολουθήσουν να επιδίδονται με ποικίλους τρόπους στο ανόσιο έργο τους. Άλλοτε κατά μέτωπον και άλλοτε ύπουλα και καμουφλαρισμένα. Άλλοτε με το ξίφος και άλλοτε με τη γραφίδα. Άλλοτε απροσχημάτιστα και άλλοτε χρησιμοποιώντας για όπλα τα λάθη των χριστιανών και τις ατέλειες των λειτουργών της Εκκλησίας.
Η δική μας θέση είναι πάντοτε κοντά στον Ιησού και μέσα στην Εκκλησία. Τοποθέτηση συνειδητή, στάση υπεύθυνη, θέση αγωνιστική. Η καρδιά μας πλημμυρισμένη από την αγάπη του Ιησού. Η ζωή μας λουσμένη στο φως του Χριστού. Η πορεία μας εμπνεόμενη από την αλήθεια του Ευαγγελίου. Η ελπίδα μέσα μας σταθερή ότι τελικά ο μεγάλος νικητής είναι πάντοτε ο Ιησούς, ότι καμιά απολύτως δύναμη δεν μπορεί να ανακόψει την λυτρωτική πορεία της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Το ξίφος της εξουσίας, η γραφίδα των αθέων, η αντιθρησκευτική προπαγάνδα, η βία και η αστυνόμευση, όλοι αυτοί οι παλαιοί και σύγχρονοι Ηρώδες, θα είναι οι αιώνια ηττημένοι. Ο Ιησούς και η Εκκλησία Του θα νικήσουν και θα θριαμβεύσουν.


Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ.
Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ:


Πότε και πού οι Μάγοι βρήκαν τον γεννηθέντα Χριστό;

«Πού εστίν ο βασιλεύς των Ιουδαί­ων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ». (Ματθ. Κεφ. 2, 2).

Ο ερχομός του «ουράνιου αν­θρώπου», του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού στον κόσμο και η Γέννησή Του μέσα σε ένα στάβλο αλόγων ζώων είναι ένα γεγονός ιστορικά ε­ξακριβωμένο. Και μόνον η συνάντη­ση και συζήτηση του βασιλιά Η­ρώδη με το Εβραϊκόν ιερατείο, σε θρησκευτικο-ιστορική βάση, απο­δεικνύουν του λόγου του αληθές. «Και συναγαγών (ο Ηρώδης) πάντας τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού επυνθάνετο, που ο Χριστός γεννάται. Οι δε είπον αυτώ· εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας· ούτω γαρ γέγραπται…» (Ματθ. Κεφ. 2, 5-6).
Εκεί λοιπόν γεννήθηκε ο Χριστός, στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, και οι πρώτοι που τον επισκέφτηκαν «εν τη φάτνη των αλόγων» ήσαν οι ποιμένες, όπως ακριβώς τους είχε πληροφορήσει ο άγγελος Κυρίου· «και ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή… φυλάσσοντες την ποίμνην αυτών. Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς… και είπεν… ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην… ότι ετέχθη υμίν σήμε­ρον σωτήρ, ος εστί Χριστός Κύριος… και τούτο το σημείον· ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον κείμενον εν φάτνη… (και) οι ποιμένες είπον προς αλλήλους· διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο… και ήλθον σπεύσαντες και ανεύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη» (Λου­κά, κεφ. 2, 8-18).
Οι ποιμένες λοιπόν αυθημερόν, τις πρώτες ώρες της γέννησης, πήγαν και είδαν πρώτοι τον σπαργανωμένο Χριστό στην φάτνη των αλόγων ζώων, όπως τους ενημέρωσε ο άγγελος Κυρίου και το ερώτημα που γεννάται είναι τούτο:
Πότε και που οι «εξ ανατολών Μάγοι (= αστρονόμοι, ειδωλολάτρες)» βρήκαν και προσκύνησαν τον Χριστό; Κατά τα λεγόμενα της Γραφής, μάλλον, θα πρέπει να τον βρήκαν με τη βοήθεια του «φαινομένου αστέρος» πάνω από έξι μήνες και ολιγότερον του ενός έτους μετά την γέννησή Του σε κάποιο σπίτι της Βηθλεέμ.
Για να δούμε πώς ακριβώς έχουν τα ιστορικά γεγονότα και κατά πόσον τα λεγό­μενά μας αυτά ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
1. Η απόσταση μεταξύ Βαβυλώνας και Ιερουσαλήμ είναι 900 μίλια συν την απόσταση Ιερουσαλήμ – Βηθλεέμ. Την απόσταση αυτή ο διακεκριμένος Ιουδαίος ιε­ρέας και μεγάλης υπόληψης γραμματέας βασιλικής Περσικής αυλής Έσδρας, οοποίος οδήγησε τους Ισραηλίτες από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ, την κάλυψεσε χρόνο πέραν των πέντε μηνών (Μάρτιος – Αύγουστος)· «Εν μία του μηνός τουπρώτου (Μάρτιος), αυτός εθεμελίωσε την ανάβασιν την από Βαβυλώνος, εν δε τηπρώτη του μηνός του πέμπτου ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ»· (Β΄ Έσδρας κεφ. 7, 9).
2. Οι Μάγοι, οι οποίοι ξεκίνησαν μετά τον «φανέντα αστέρα» και ύστερα απόκάποια οπωσδήποτε καθυστέρηση λόγω συνεννόησης και προετοιμασίας για τοταξίδι, κάλυψαν την ίδια απόσταση σε χρονικό διάστημα πέραν των έξι μηνών. Τούτο εξάγεται και από τα εξής λεγόμενα της Γραφής σχετικά με την προσκύνηση των Μάγων:
α) Όταν ερώτησαν οι Μάγοι, που έφτασαν στην Ιερουσαλήμ, πού εγεννήθη «ο βασιλεύς των Ιουδαίων», ο βασιλιάς Ηρώδης, πέραν από την ταραχή του και την ακριβή πληροφόρηση περί του τόπου της γέννησης του Χριστού, σε όλως τυπική και ίσως σκηνοθετημένη όπως φαίνεται πράξη, κάλεσε κρυφά τους Μάγους σε τιμητική δήθεν δεξίωση, όπου και εξακρίβωσε τον χρόνο που φάνηκε το αστέρι· «Τότε ο Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους ηκρίβωσε παρ’ αυτών τον χρόνο του φαινομένου αστέρος, και πέμψας αυτούς εις Βηθλεέμ είπε· πορευθέντες ακρι­βώς εξετάσετε περί του παιδιού, επάν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως κ’ αγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ» (Ματθ. Κεφ. 2, 7-9) και ο χρόνος αυτός, σύμφωνα με τα ως άνω δεδομένα, δεν πρέπει να υπολογίστηκε από τον Ηρώδη πέραν του έτους.
β) Ο Ηρώδης όταν διαπίστωσε πως εξαπατήθηκε από τους Μάγους, οι οποίοι «χρηματισθέντες κατ’ όναρ μη ανακάμψαι προς Ηρώδην δι’ άλλης οδού ανεχώρησαν», πήρε την απόφαση να φονεύσει όλα τα παιδιά και πέραν ακόμη από τα όρια της Βηθλεέμ· «Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων» (Ματθ. Κεφ. 2, 16).
Δηλαδή, συνοψίζοντας τα ως άνω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι Μάγοι βρήκαν και προσκύνησαν το Χριστό σε λιγό­τερο από ένα χρόνο και τούτο είναι αληθές από τον ακριβή χρόνο που ορίζει ο βασιλιάς Ηρώδης για την θανάτωση των νηπίων «από διετούς και κατωτέρω» γνωστού όντως, ότι ο αιμοβόρος Ηρώδης συγχρόνως με τον διπλασιασμό των τοπι­κών ορίων της Βηθλεέμ όπου γεννήθηκε ο Χριστός, διπλασίασε και τον χρόνο της γέννησής Του, ώστε να είναι βέβαιος, ότι και σε χώρο, αλλά και σε χρόνο θα εξασφάλιζε, οπωσδήποτε, τον βέβαιο θάνατο του γεννηθέντος Χριστού.
Ύστερα από τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω η απάντηση στην ερώτησή μας, «πότε και πού οι Μάγοι βρήκαν και προσκύνησαν τον Ιησού Χριστό», είναι προφανής. Τον βρήκαν προς το τέλος του έτους από τη γέννησή Του και βεβαίως όχι στη «φάτνη των αλόγων ζώων», αλλά σε κάποιο σπίτι της Βηθλεέμ, γιατί μετά την ευλογία του Ιησού Χριστού από τον Συμεών την όγδοη ημέρα στον ναό του Σολομώντος, επέστρεψαν πάλι στη Βηθλεέμ και είτε ο Ιωσήφ βρήκε σπίτι, είτε εφιλοξενούντο σε κάποιο σπίτι. Η Γραφή στο σημείον αυτό είναι λίαν σαφής· «Και ιδού ο αστήρ, ον είδον εν τη ανατολή, προήγεν αυτούς, (τους Μάγους), έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον… Και ελθόντες (οι Μάγοι) εις την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού». Ο Ιωσήφ ίσως, για την κάλυψη κάποιας οικογε­νειακής ανάγκης, να απουσίαζε εκείνες τις ώρες (Ματθ. Κεφ. 2, 9-10).
Επομένως, Ορθόδοξες εικόνες με επιλόχεια αντικείμενα και τους Μάγους να παρουσιάζονται στη φάτνη της γέννησης, αλλά και εορταστικές ακόμη παραστά­σεις που παρουσιάζουν την προσκύνηση των Μάγων στη φάτνη αλόγων ζώων, ουδόλως ανταποκρίνονται στην αγιογραφική ιστορική αλήθεια. Εκεί, στην φάτνη των αλόγων ζώων μόνον οι τσοπάνηδες πήγαν και από Ορθοδόξου πλευράς μόνον αυτοί πρέπει να παρουσιάζονται, και μάλιστα χωρίς κανένα απολύτως δώρον.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2004
Πρεσβ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
Εκπρόσωπος του Δ.Σ. του Ι.Σ.Κ.Ε.
επί Νομο-Κανονικών θεμάτων
Περιοδικό Ενορία 20/12/04
Αριθμός φύλλου 983

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009


Δ. Έτσι θα νοιώσουμε τη χαρά των Χριστουγέννων…

Αλλ’ ας κάνουμε τα πράγματα πιο συγκεκρι­μένα. Κι’ ας σταθούμε και πάλι στον γνωστότατο ύμνο (καταβασία) των Χριστου­γέννων στον όποιο βρίσκεται όλο το μυστικό, γιατί τονίζει θεσπέσια:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε.
Χριστός εξ’ ουρανών, απαντήσατε.
Χριστός επί γης, υψώθητε.
Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη
και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε λαοί
ότι δεδόξασται».

Ένας ύμνος σφόδρα δοξολογικός, χαρούμε­νος και ενθουσιαστικός, ευχαριστιακός, οικου­μενικός και σωτηριολογικός. Που ταυτόχρονα μας καλεί να κάνουμε πράξη συγκεκριμένα πράγματα, μέσα από τα όποια νοιώθουμε χαρά και ευφροσύνη, γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ, γινό­μαστε ένα μ’ Εκείνον που ήρθε να μας συναντή­σει! Εκείνον ο όποιος «εφάπαξ κατά σάρκα γεν­νηθείς, αεί γεννάται» κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Δηλαδή Εκείνον που ενώ για μια και μόνο φορά γεννήθηκε με σάρκα, πάντοτε, σε κάθε ώρα και στιγμή, σε κάθε ψυχή γεννιέται, επομένως και σε κάθε εορτή των Χριστου­γέννων, αρκεί αυτή η ψυχή να το θελήσει!
Ναι, είναι δύο οι Γεννήσεις του Χρίστου. Η πρώτη είναι το ίδιο το ιστορικό γεγονός και η δεύτερη είναι αυτή η μυστική, που ασύλληπτα διενεργείται στην ψυχή κάθε ανθρώπου, σ’ εκείνον που πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά και τον ακολουθεί πιστά ως Σωτήρα και Λυτρωτή του.
Όπως τα πρώτα Χριστούγεννα ήταν μοναδι­κά, έτσι είναι και τα δεύτερα. Υπό την έννοια ότι απευθύνονται κάθε φορά στον καθένα μας ξεχωριστά, στον καθένα μας προσωπικά, έτοιμα να μας μεταμορφώσουν. Να μας υψώσουν στα ουράνια. Να μας αγιάσουν. Είναι μοναδικά, γιατί είναι ανυψωτικά και αγιαστικά. Οπότε δεν μπορούν να έρχονται κι εμείς να χάνουμε την ευκαιρία. Κι αν σκεφθούμε πως ο ερχομός τους είναι λίγο πριν από τη νέα χρονιά, στο λυκαυγές της, τότε είναι μοναδική ευκαιρία για νέα ζωή, στο νέο χρόνο, στην καμπή του χρόνου της ζωής μας.
Ας είμαστε ρεαλιστές! Όπως και να το κάνουμε, όλα τα κακά της ζωής μας, προέρχο­νται από την αμαρτία, η οποία είναι η χειρότερη και η μεγαλύτερη μάστιγά μας. Η ζωή των ανθρώπων προ του Χρίστου ήταν τραγική, γιατί ζούσαν και πέθαιναν υπό το κράτος της αμαρ­τίας, τελείως ανίκανοι να απαλλαγούν απ’ αυτήν! Το μόνο που έκαναν ήταν να ποθούν όσο τίποτ’ άλλο τη λύτρωση και βέβαια τον Λυτρωτή. Με τίποτα όμως δεν μπορούσαν να νοιώσουν τη χαρά της λύτρωσης, αφού δεν την γνώριζαν, δεν είχε έλθει ο Λυτρωτής.
Είναι ακριβώς το ίδιο αίσθημα που αισθάνο­νται και οι σημερινοί άνθρωποι, που ενώ έχει έλθει ο Λυτρωτής, εκείνοι δεν Τον πλησιάζουν και δεν Τον δέχονται ακόμη, αν κι’ Εκείνος «έστηκεν επί την θύραν και κρούει». Είναι έξω από την πόρτα τους και τους χτυπάει για να Του ανοίξουν, όπως και τούτα τα Χριστούγεννα ας πούμε… Όποτε ζουν όπως οι αρχαίοι εκείνοι ειδωλολάτρες υπό την αμαρτία! Και τότε, ποια χαρά να νοιώσουν και μάλιστα μ’ έναν αμαρτω­λό (υλιστικό, μαγικό, ειδωλολατρικό, τοτεμικό κ.λπ.) εορτασμό;
Αλλά στο σημείο αυτό, είναι καλύτερο να ακούσουμε τι μας λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο όποιος αναφέρει Θεόπνευστα:
[1]


«Ας εορτάζουμε επομένως όχι με δημόσι­ους πανηγυρισμούς, αλλά κατά τρόπο Θεϊκό.
Όχι κατά τρόπο κοσμικό, αλλά κατά τρόπο υπερκόσμιο.
Όχι τα δικά μας, αλλά περισσότερο τα του Κυρίου.
Όχι τα σχετικά με την ασθένεια, αλλά τα σχετικά με την θεραπεία.
Όχι τα της δημιουργίας, αλλά τα της αναδη­μιουργίας».

Πώς θα γίνει αυτό;
Να τι απαντά ο ίδιος:
«Μην στολίσουμε τις εισόδους, μην δημι­ουργήσουμε χορούς, μην στολίσουμε τους δρόμους, μην χορτάσουμε τα μάτια μας, μην τέρψουμε την ακοή μας με μελωδίες, μην κάνουμε θηλυπρεπή την όσφρησή μας, μην δια­φθείρουμε τη γεύση μας, μην επιτρέψουμε στην αφή να ευχαριστηθεί, δηλαδή στις εύκολες αυτές εισόδους της αμαρτίας.
Ας μη δείξουμε αδυναμία σε ένδυμα μαλακό και πλούσιο, Ας μην φορτωθούμε με πολύτι­μους λίθους και αστραφτερό χρυσάφι, Ας μην μεταχειριστούμε βαψίματα, τα όποια κάνουν ψεύτικο το φυσικό κάλλος και τα όποια έχουν εφευρεθεί για να καταστρέφουν την εικόνα.
Ας μην παραδιδόμαστε σε γλέντια και οινο­ποσίες, με τις όποιες γνωρίζω ότι είναι συνυφα­σμένα και σαρκικά όργια, επειδή τα κακά μαθή­ματα προέρχονται από τους κακούς δασκάλους ή καλύτερα, από κακό σπόρο κακός βλαστός θα φυτρώσει…
Ας μην προσπαθούμε να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο στην ακολασία. Διότι ακολασία για μένα είναι κάθε τι περιττό και παραπανίσιο απ’ ό,τι χρειαζόμαστε. Κι’ αυτά να συμβαίνουν όταν άλλοι, οι οποίοι προέρχονται από τον ίδιο πηλό με μας και από την ίδια ένωση, πεινούν κι έχουν ανάγκη.
Αλλά αυτά ας τα αφήσουμε στους ειδωλο­λάτρες, και στους ειδωλολατρικούς κομπα­σμούς και στα ειδωλολατρικά πανηγύρια. Αυτοί αποκαλούν θεούς όντα τα οποία ευφραίνονται από την τσίκνα των σφαγίων κατά τις θυσίες, και εν συνεχεία λατρεύουν τους θεούς αυτούς μα φαγοπότια, επειδή είναι πονηροί δημιουργοί και ιερείς και πιστοί πονηρών δαιμόνων.
Εμείς δε που προσκυνούμε τον Λόγο, ακόμη και αν θα πρέπει να απολαύσουμε κάτι, ας το απολαύσουμε με τη λογική και τον Θείο νόμο και με αφηγήσεις που θα αναφέρονται στη σημερινή εορτή, για να είναι αρμόζουσα η απόλαυση και για να μην απομακρυνθούμε από Εκείνον που μας έχει συγκεντρώσει να εορτά­σουμε».
Αυτός είναι ο εορτασμός των Χριστουγέν­νων. Το ξέκομα, όσο γίνεται, από την ύλη και το δόσιμο στο πνευματικό μέρος της εορτής. Πάνω σ’ αυτή τη βάση ήταν στηριγμένος και ο παραδοσιακός εορτασμός του λαού μας, που δυστυχώς κάποιοι θέλουν να εκλείψει. Δηλαδή νηστεία (40 ήμερων), μετάνοια, εξομολόγηση, κάλαντα την παραμονή, συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία αλλά και την Θεία Κοινωνία, οικογε­νειακό τραπέζι. Τίποτ’ άλλο!
Τα άλλα, το μπούχτισμά μας με την ύλη, τα παγανιστικά στολίδια, τα ειδωλολατρικά έθιμα, οι εξαλλοσύνες, της παγκοσμιοποίησης και της «Ν. Εποχής» είναι, αυτών που με όχημα τον καταναλωτισμό και την εμπορευματοποίηση όλων όσων αφορούν την εορτή, θέλουν να ξεφύγουμε από το βαθύτατο νόημά της, οπότε να χάσουμε τη γαλήνη, την ψυχική μας ομορ­φιά, την ειρήνη και τη χαρά μας. Της αμαρτίας όλα τους…


Λοιπόν, εορτάσαμε όπως πρέπει τα Χριστού­γεννα; Θα νοιώσαμε και τον Χριστό γεννημένο μέσα μας! Νοιώσαμε τον Χριστό γεννημένο μέσα μας; Ώ πόσο μεγάλη είναι τότε η χαρά μας!…
[1] Λόγος 38ος «Εις τα Θεοφάνια, δηλαδή την Γέννησιν του Σωτήρος», 4-6, ΕΠΕ. Σημειώνεται ότι ο ύμνος των Χριστουγέννων που αναφέραμε στην αρχή, προέρχεται από την εισαγωγή στον λόγο του αυτό.

Γ. Τι ακριβώς γιόρταζαν οι ειδωλολάτρες την 25η Δεκεμβρίου;

Όλες σχεδόν οι ειδωλολατρικές θρησκείες του κόσμου, γιόρταζαν με πολύ έντονο τρόπο τον μήνα Δεκέμβριο διάφορες εορτές, που ουσιαστικά είχαν να κάνουν με το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 ή 22 Δεκεμβρίου!
Κατά το θερινό ηλιοστάσιο η ήμερα είναι η μεγαλύτερη του έτους (21 ή 22 Ιουνίου) και ση­ματοδοτεί την αρχή του καλοκαιριού, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο δε, η ημέρα είναι η μικρό­τερη του έτους και σηματοδοτεί την έναρξη του χειμώνα.
Τότε ο πρωτόγονος άνθρωπος φοβόταν ότι ο ευεργετικός και ζωοδότης ήλιος, που κάθε σού­ρουπο χανόταν όλο και πιο νωρίς στο καταχεί­μωνο αυξάνοντας απειλητικά τη νύχτα, θα «σβηστεί» για πάντα, οπότε και ο ίδιος θα βυθι­ζόταν σ’ ένα αιώνιο σκοτάδι και μάλιστα με αφόρητο κρύο! Μετά δε το χειμερινό ηλιοστά­σιο, γιόρταζαν την αναμενόμενη επαναφορά του ηλίου, πολλές δε αντιλήψεις για τη ζωή και τον θάνατο ή την αναγέννηση, είχαν συνδεθεί με αυτό! Όργανα δεν είχαν για να προσδιορί­σουν ακριβώς πότε γινόταν αυτό, υπολόγιζαν όμως ότι ο ήλιος άρχιζε να παίρνει τη θέση του στον ουρανό λίγες μέρες μετά, πιθανόν στις 25 Δεκεμβρίου.
Ακριβώς στο σημείο αυτό, πλάστηκαν μύθοι, θρύλοι και παραδόσεις, δημιουργήθηκε πλήθος από προλήψεις και δεισιδαιμονίες, όλα τους με μεγάλη θρησκευτική (δηλ. ειδωλολατρική) ση­μασία!
Και τούτο γιατί ο πρωτόγονος άνθρωπος αισθανόταν ότι έπρεπε να βοηθήσει τον κύκλο αυτό, να βοηθήσει ακόμη και τον ήλιο για να ξαναρχίσει να ανεβαίνει και μ’ αυτόν ολάκερη τη φύση, που νεκρή και παγωμένη περιμένει μια δύναμη για να ξαναγεννηθεί, να γονιμοποιηθεί και να καρποφορήσει! Γιατί πίστευε πως, αν οι θεότητες του κάκου υπερίσχυαν στην αιώνια πάλη τους με το καλό, τότε ήταν πολύ πιθανόν ο ήλιος και η γη να μην ξαναγεννηθούν και μαζί τους να χαθούν για πάντα όλες οι σοδειές που εξασφάλιζαν τη ζωή σε ανθρώπους και ζώα!!
Αυτός ήταν και ο λόγος που κατέφευγε σε διάφορες μαγικές ή μυστικιστικές πράξεις και τελετές, ηλιολατρικού περιεχομένου, προκει­μένου να αποτρέψει το χάος και τις δαιμονικές δυνάμεις που πίστευε ότι ξεχύνονταν απ’ αυτό! Γιατί κατά την παχυλή του αντίληψη, μόνο με εορτασμούς κι εκδηλώσεις λατρείας μπορούσε να αποτρέψει το κακό!!
Τις τελετουργίες αυτές τις τελούσαν ντυμέ­νοι με δέρματα και κεφάλια ζώων, άναβαν φωτιές όλη τη νύχτα για να απομακρύνουν το σκοτάδι, χόρευαν και τραγουδούσαν γύρω από τις φωτιές, στόλιζαν τα σπίτια τους με τα λιγο­στά φυτά που επιβίωναν τον χειμώνα όπως γκί, ού, κισσό και κλαδιά δέντρων, ψιθύριζαν ξόρ­κια, ζωγράφιζαν μαγικά σύμβολα με αίμα ζώων στις πόρτες και τα ρούχα τους, τέτοια…
Λέγεται πως στους λόφους της Σκωτίας και της Ιρλανδίας, στα βουνά της Γαλλίας και της Γερμανίας, στα παλάτια των Νορβηγών βασιλιά­δων κ.λπ. οι φωτιές δεν έσβηναν όλο τον χει­μώνα, ενώ στις χώρες του Νότου την φωτιά που έδιωχνε τα υποχθόνια πνεύματα, είχαν αντικα­ταστήσει με τα κεριά!
Έτσι η περίοδος του χειμερινού ηλιοστασί­ου (που αργότερα έγινε Δωδεκαήμερο) είχε ιδιαίτερα συμβολική-μαγική σημασία κι έπαιζε σημαντικό ρόλο, τόσο στις ειδωλολατρικές τελετουργίες της γονιμότητας, όσο και του εξορκισμού των δαιμόνων και «η γέννηση του φωτός» συνδέθηκε πια με «την γέννηση του θεού» που την συμβολίζει.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να τονιστεί και το εξής σημαντικό. Υπάρχει διαφορά στους θρύ­λους και την αντιμετώπιση αυτής της κατάστα­σης στις χώρες του Βορρά από τις χώρες του Νότου. Στον περισσότερο σκοτεινό αλλά και παγωμένο Βορρά, οι θρύλοι είναι γεμάτοι από τρομακτικά πλάσματα, φαντάσματα νεκρών και υποχθόνιες θεότητες, που τα αντιμετώπιζαν περισσότερο με τελετουργίες! Αντίθετα στο Νότο, την Ιταλία και την Ελλάδα, που ο χειμώ­νας ήταν διαφορετικός, το βάρος έπεφτε στο γλέντι και την οργιαστική διασκέδαση, γιατί αυτά από μόνα τους ήταν ικανά να εξορκίσουν, λέει, ακόμη και τα πλέον τρομακτικά πλάσμα­τα!!!
Και μόνον αυτά αρκούν για να δείξουν από τι φοβερό σκοτάδι μας απάλλαξε το Θείο Βρέφος της Βηθλεέμ! Κι είναι το ίδιο σκοτάδι στο οποίο η εωσφορική «Ν. Εποχή» θέλει να μας οδηγή­σει πάλι. Θεέ μου!!
Ακριβώς πάνω σ’ αυτή τη λογική οι αρχαίοι ειδωλολάτρες, εκεί στις 25 Δεκεμβρίου, γιόρταζαν:
Ø Την γέννηση πολλών ηλιακών θεοτήτων, όπως των: Όσιρη, Βάαλ, Διονύσου, Άδωνι, Άττι, του Περσικού Μίθρα που εκείνη την εποχή είχε μεγάλη απήχηση στη Ρώμη και στις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, του σκανδιναβού Μπάλντουρ κ.λπ. και ένεκα αυτού,
Ø Είχαν καθιερώσει διάφορες σχετικές εορτές. Για παράδειγμα οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τα Κρόνια, τα Διονύσια και τα Επιφάνεια του ηλιακού θεού Φοίβου-Απόλλωνα. Οι Ρωμαίοι γιόρταζαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία τους τα Βρουμάλια (από 24 Νοεμβρίου μέχρι 17 Δεκεμβρίου) και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια (από 18 έως 24 Δεκεμβρίου). Την 1η Ιανουαρίου γιόρταζαν τις Καλένδες, στις 3 Ιανουαρίου τα Βότα (δηλαδή οι ευχές – vota) και στις 4 τα Λαρεντάλια ενώ στις 7 Ιανουαρίου τελείωνε η περίοδος των εορτών αυτών! Οι Αιγύπτιοι, εκτός από τον Όσιρη και τον Σάραπη είχαν και την ηλιακή εορτή των Φαραώ Οπέτ, που ήταν μια σύν­θετη και ιδιαίτερα διαδεδομένη εορτή της αναγέννησης του ηλίου (Άμμων-Ρά) και στην εποχή των Πτολεμαίων ονομαζόταν «Επιφάνεια». Για τους Κέλτες ο χειμώνας ξεκινούσε την 1η Νοεμβρίου με την εορτή Samain, όπως και για τους Νορβηγούς με την εορτή Yule κ.λπ.
Ας σημειωθεί ότι ο αυτοκράτορας Αυριλιανός (270 ή 275 μ.Χ.) συνένωσε μια σειρά τέτοι­ων παγανιστικών εορτασμών του χειμερινού ηλιοστασίου που είχαν σχέση με τον θεό ήλιο σε μια, σε ένα είδος «φεστιβάλ» θα λέγαμε σήμερα, που το ονόμασε «Γενέθλια του Αήττητου Ηλίου» (με την έννοια ότι ο ήλιος δεν νικιέται από τίποτα, ούτε και από το σκοτά­δι) με ήμερα εορτασμού την 25η Δεκεμβρίου!
Έκτοτε η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως ημέρα γέννησης του ηλίου κι επομένως ως ημέρα εορτασμού όλων των παγανιστικών θρησκειών!!!

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009


Β. Πως καθιερώθηκε η εορτή των Χριστουγέννων;

Είναι και αυτό πολύ σημαντικό να το δούμε. Για να κατανοηθεί τι επικρατούσε την εποχή εκείνη, τι καταργήθηκε με την καθιέρωση της εορτής και που ακριβώς έχουν τη ρίζα τους πολλά (παγανιστικά) στοιχεία που αναβιώνουν σήμερα.
Λοιπόν, είναι αλήθεια, πως δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την ακριβή ημέρα της Γέννησης του Χριστού, αφού δεν γίνεται σχετι­κή αναφορά στα Ευαγγέλια. Οι Χριστιανοί φέρεται να γιόρταζαν τα Χριστούγεννα σε διά­φορες ημερομηνίες, ενδεχομένως και ως κινη­τή εορτή, όχι όμως στις 25 Δεκεμβρίου. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι αυτά εορτάζονταν ως και τα μέσα του 4ου αιώνα στις 6 Ιανουαρίου, μαζί με τα Θεοφάνια.
[1]
Ο Άγ. Γρηγόριος Θεολόγος σε ομιλία του για την 6η Ιανουαρίου τονίζει ότι οι Χριστιανοί εορτάζουν τα Θεοφάνια διότι ο Θεός εφάνη ως άνθρωπος, αλλά και τα Χριστούγεννα διότι ο Χριστός γεννήθηκε ως άνθρωπος. Ο Απ. Παύλος παραβάλει τον Ιησού προς τον Αδάμ. Κι επειδή ο πρώτος άνθρωπος, ο χοϊκός, πλά­στηκε την 6η ήμερα της δημιουργίας, οι Χριστιανοί καθόρισαν την εορτή των Χριστου­γέννων την 6η Ιανουαρίου, δηλαδή την 6η ήμερα από την πρωτοχρονιά, προς ανάμνηση της επί γης παρουσίας του Σωτήρα.
Η μεγάλη, όμως, εξάπλωση του Χριστια­νισμού στη Δυτική Ευρώπη έφερνε μεγάλα προβλήματα στην κατήχηση των πιστών, γιατί εκεί λατρευόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα και πλήθος από παγανιστικές τελετές λίγο μετά τη χειμερινή Ισημερία, και συγκεκριμένα στις 25 Δεκεμβρίου, ο «θεός ήλιος», όπως πιο κάτω θα αναφέρουμε!
Τότε, η Εκκλησία της Ρώμης θέτει την ανάγκη ορισμού ειδικής εορτής για την Γέννηση του Χριστού. Το δε έτος 350 μ.Χ. ο Επίσκοπος της Ρώμης Ιούλιος Α΄, επέλεξε την 25η Δεκεμβρίου ως ήμερα εορτής των Χριστουγέννων, που συνέπιπτε με προαναφερ­θείσες παγανιστικές τελετές, προκειμένου να αντικατασταθούν αυτές με τα Χριστούγεννα και να αρθούν τα εμπόδια διάδοσης της Χριστιανικής Πίστης.
[2]
Κύριος υποστηρικτής για την εφαρμογή της νέας εορτής στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, φαίνεται δε να εορτάσθηκαν εκεί για πρώτη φορά το 379 ή 380 μ.Χ. Ο Μ. Βασίλειος την εισήγαγε το 379 μ.Χ. στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, το δε 386 μ.Χ. ο Άγ. Ιω. Χρυσό­στομος συγγράφει για την εορτή αυτή η οποία, όπως επισημαίνει, ήταν γνωστή επί δεκαετίες στην Αντιόχεια και με πολλά επιχειρήματα αναφέρει ότι ο Χριστός γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί το έξης πολύ σημαντικό γεγονός. Για την καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων την 25η Δε­κεμβρίου, πέραν από την Εκκλησία της Ρώμης (Δύση) και στην Εκκλησία της Κωνσταντινού­πολης (Ανατολή), συνετέλεσε κατά πολύ (ίσως και καταλυτικά) ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και τα σχέδιά του!
Αυτός, αφού είχε επαναφέρει την ειδωλολα­τρία ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας(!), καθόρισε με διάταγμά του να εορτάζε­ται την 25η Δεκεμβρίου ο «θεός ήλιος», όπως ακριβώς συνέβαινε την ειδωλολατρική εποχή!!! Πέραν της εορτής αυτής, με άλλο διάταγμά του, έδωσε εντολή να εορτάζεται προς… τιμή του ηλίου πάλι(!) και η 1η Ιανουαρίου, καθ’ όσον αυτή ήταν η 1η ήμερα του έτους της αυτοκρατορίας!
Τότε η Εκκλησία διαπίστωσε ότι, αυτές οι κρατικές εορτές που γίνονταν κατά διαταγή του Ιουλιανού με κάθε μεγαλοπρέπεια και ήταν μάλιστα και αργίες, παρέσυραν τους Χριστια­νούς να τις παρακολουθούν, με αποτέλεσμα να παρασύρονται τελικά και σε ειδωλολατρικές λατρευτικές εκδηλώσεις! Έτσι, η Εκκλησία αποφάσισε να μεταφέρει την εορτή των Χριστουγέννων και της Γεννήσεως του νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης
[3] από την 6η Ιανουαρίου στην 25η Δεκεμβρίου και να εορτάζεται μαζί με την ειδωλολατρική εορτή του φυσικού ηλίου των ειδωλολατρών!!! Οι Πατέρες της Εκκλη­σίας (όπως ο Άγ. Αυγουστίνος) αναφέρουν ότι την ήμερα αυτή δεν γιορτάζουμε τον ήλιο, όπως οι ειδωλολάτρες, αλλά Εκείνον ο οποίος δημιούργησε εκ του μηδενός τον ήλιο!
Αποτέλεσμα αυτού ήταν, οι Χριστιανοί να πηγαίνουν στους ναούς και να εορτάζουν μεγα­λοπρεπώς την Γέννηση του Χριστού και να μην παρασύρονται πλέον στην παρακολούθηση των ειδωλολατρικών εορτών.
Επιπλέον, αφού η Γέννηση μετατέθηκε για την 25η Δεκεμβρίου, για την 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε η εορτή της Περιτομής του Χριστού, τότε που οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν για δεύτερη φορά τον… ήλιο!
Αργότερα (τον 6ο αιώνα μ.Χ.) ο Ιουστινια­νός, επιδιώκοντας την ενοποίηση της αυτοκρα­τορίας μέσω μιας ενιαίας θρησκείας, όχι μόνο καθιέρωσε την 25η Δεκεμβρίου ως ήμερα εορτής των Χριστουγέννων, αλλά προσδιόρισε αυτή να είναι και αργία, επιπλέον δε, εξέδωσε και διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η 25η Δεκεμβρίου του έτους 754 της Ρωμαϊκής επο­χής θα εθεωρείτο το έτος 1 μιας νέας περιόδου κι ενός νέου τρόπου χρονολόγησης που θα εχρησιμοποιείτο σε όλη την επικράτεια. Έκτοτε έχουμε τη χρονολόγηση της προ Χρίστου και μετά Χριστόν εποχής.
Ωστόσο, είτε ο Χριστός γεννήθηκε πράγμα­τι την 25η Δεκεμβρίου, είτε η ήμερα αυτή επιλέχθηκε για την αντιμετώπιση ή και την κα­τάργηση των παγανιστικών τελετών που γίνο­νταν την ήμερα αυτή, το βέβαιο είναι ότι ο Χριστός ήρθε να καταργήσει τα είδωλα και τον διάβολο που τα δημιούργησε και τα εμπνέει, γι’ αυτό και ως εορτή έχει ιδιαίτερη σημασία για όλους μας. Δεν είναι δε καθόλου τυχαίο το γεγονός που, πολύ γρήγορα, τα Χριστούγεννα κατέκτησαν τις ψυχές όλων.

[1] Κατάλοιπο της κοινής εορτής Χριστουγέννων και Θεοφανίων είναι και ο εορτασμός στην Ισπανία και σε χώρες με τις Ισπανικές συνήθειες (όπως το Μεξικό και πολλές χώρες της Ν. Αμερικής) την 6η Ιανουαρίου.


[2] Κατά παράδοση του 8ου αιώνα ο επίσκοπος Ιεροσο­λύμων έγραψε προς τον επίσκοπο της Ρώμης Ιούλιο: «Μέγας κόπος και στέρησις γίνεται εις τάς μεγάλας και λαμπράς εορτάς (της Γεννήσεως και του Βαπτίσματος), ότι τελούνται εν μία ήμερα… Προσταξάτω ούν η αγιωσύνη σου ερευνήσαι πάντα τα συγγράμματα των Ιουδαίων, άτινα, σκυλεύσας ο Καίσαρ Τίτος, απήγαγεν από Ιεροσαλήμ εις Ρώμην…». Τότε ο Ιούλιος Ρώμης συγκέ­ντρωσε και μελέτησε με ειδικούς όλα τα συγγράμματα των Ιουδαίων, που είχαν αρπαχθεί και μεταφερθεί στη Ρώμη και βρήκε σύγγραμμα του Ιστορικού Ιωσήπου ότι την 9η του Σαπέτ, 25η Δεκεμβρίου, έγινε η γέννηση του Χριστού, οπότε και ορίστηκε να εορτάζεται τότε η εορτή. Απ’ αυτόν, λοιπόν, άρχισε η εορτή με αγαλλίαση στην Εκκλησία της Ρώμης και από εκεί σε όλες τις Χριστιανικές Εκκλησίες (βλ. PG 96, 1441 και «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ»).


[3] Λέγει ο γνωστός ύμνος των Χριστουγέννων: «...Σε προσκυνείν, τον Ήλιον της Δικαιοσύνης, και Σε γιγνώσκειν εξ ύψους Ανατολήν...». Το ίδιο αναφέρει και η λαϊκή σοφία: «Χριστός γεννιέται, σαν ήλιος λάμπει / σαν ήλιος λάμπει, σα νιο φεγγάρι...».

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009


A. Τα Χριστούγεννα είναι πνευματική εορτή.

Ασφαλώς τα Χριστούγεννα έχουν νόημα βαθύτατα πνευματικό, άγιο και σωτήριο. Γιατί με αυτά δεν εορτάζουμε ένα οποιοδή­ποτε γεγονός, ως και εθνικό ακόμη, αλλά την ίδια την εμφάνιση, με σάρκα και οστά του Θεού στη γη κι ανάμεσά μας. Μας τίμησε ιδιαίτερα με την επίσκεψή Του αυτή, υπέροχα, ανυπέρβλη­τα, μοναδικά, καθώς ένωσε την δική μας ανθρώπινη φύση με τη δική Του τη Θεϊκή.
Έτσι έχουμε την εμφάνιση του Θεανθρώπου στην ιστορία. Την ένωση του κτιστού πλάσμα­τος, με τον ίδιο τον Άκτιστο Πλάστη και Θεό.
Σκοπός δε αυτής της Θείας παρέμβασης, είναι η Θέωση του ανθρώπου. «Αυτός ενηνθρώπησε, ίνα ημείς Θεοποιηθώμεν», λέγει ο Μ. Αθανάσιος. «Άνθρωπος εγένετο ο Θεός και Θε­ός ο άνθρωπος», τονίζει ο Άγ. Ιω. Χρυσό­στομος. «Άνθρωπος γίνεται ο Θεός, ίνα τον Αδάμ απεργάσηται», ψάλλουμε σε τροπάριο των Χριστουγέννων.
Όποτε με τα Χριστούγεννα δεν κάνουμε τίποτ’ άλλο τελικά, απ’ το να ζούμε την ανα­δημιουργία μας, την ανάπλασή μας απ’ το κατάντημα στο όποιο μας οδήγησε η αμαρτία, ώστε να επανέλθουμε πάλι στην πρότερα μας κατάσταση.
Αυτή δε η ενανθρώπηση του Θεού, είναι και η κορυφαία έκφραση της αγάπης Του προς τον άνθρωπο. Το επιστέγασμα της εφαρμογής του Θείου σχεδίου για την σωτηρία μας. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Κύριος μας τονίζει: «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. γ΄, 15). Αλλά και ο Θεόπνευστος Απ. Παύλος γράφει πως ο Πατέρας «του ιδίου του Υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν» (Ρωμ. η΄, 32).
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν μπορούσε να γίνει με κανέναν άλλο τρόπο, και μάλιστα τόσο αποτελεσματικό, γιατί ολόκληρη η δημιουργία ήταν υποκείμενη στην πτώση.
Μην ξεχνούμε πως και οι δυο μεγάλες πτώ­σεις, η πρώτη μερίδας των αγγέλων και η δεύ­τερη των ανθρώπων, έφεραν όχι απλά αναστά­τωση στην κτίση του Θεού, αλλά εισήγαγαν σ’ αυτήν το κακό ως μόνιμη κατάσταση, ως αντί­θεση στο πρόσωπο και το έργο του απόλυτα αγαθού Θεού.
Απ’ αυτές τις πτώσεις δε, προήλθε και όλο το γνωστό ανθρώπινο δράμα. Ένα δράμα που με τίποτα δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν οι ειδωλολατρικές θρησκείες, οι φιλοσοφίες, οι ιδεολογίες, η όποια σοφία των ανθρώπων, τα όποια πρόσωπα (όσο σοφά και μεγάλα κι αν ήταν) και τα όποια πράγματα!
Να γιατί το μήνυμα των Χριστουγέννων, της Βηθλεέμ το μήνυμα, είναι το πλέον χαρμόσυνο και τόσο ελπιδοφόρο άγγελμα της ιστορίας. Και δεν είναι άλλο, απ’ αυτό του αγγέλου κατά τη Γέννηση του Χριστού προς τους ποιμένες: «Ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τώ λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ός εστί Χριστός Κύριος, εν πάλει Δαυίδ». (Λουκ. β΄, 11). Δηλαδή, σας αναγγέλλω χαρά μεγάλη, η οποία θα είναι για όλο τον λαό, ότι γεννήθηκε σήμερα για σας στην πόλη του Δαυίδ, σωτήρας, ο οποίος είναι ο Χριστός ο Κύριος.
Αυτό δε το όλο νόημα της εορτής ενυπάρχει και στον γνωστότατο ύμνο (καταβασία) των Χριστουγέννων, που μας το υπενθυμίζει με τον πλέον υπέροχο και μοναδικό τρόπο, ως έξης:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε
Χριστός επί γης, υψώθητε...»

Να δε και τα αποτελέσματα αυτής της Θείας παρέμβασης, όπως τα αναπτύσσει με τον δικό του υπέροχο τρόπο, ο Άγ. Ιω. Χρυσόστομος:

«Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά.
Ο διάβολος καταντροπιάσθηκε.
Οι δαίμονες δραπέτευσαν.
Ο θάνατος καταργήθηκε.
Ο Παράδεισος ανοίχθηκε.
Η κατάρα εξαφανίστηκε.
Η αμαρτία διώχθηκε.
Η πλάνη απομακρύνθηκε.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε.
Το κήρυγμα της ευσέβειας ξεχύθηκε και δια­δόθηκε παντού.
Η Βασιλεία των Ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη.
Οι άγγελοι συνομιλούν με τους ανθρώπους.
Όλα έγιναν ένα»

Και πιο κάτω το ίδιο υπέροχα τονίζει:
«Κατέβηκε ο Θεός στη γη κι ο άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς!
Κατέβηκε ο Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον ουρανό!
Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος είναι στη γη!
Έγινε άνθρωπος κι είναι Θεός!
Είναι Θεός κι έλαβε σάρκα!
Κρατιέται σε παρθενική αγκαλιά, και στα χέρια Του κρατεί την οικουμένη!»

Οπότε η γέννηση του Χριστού δεν είναι βέβαια με τίποτα ένα κοινό γεγονός, αλλά ένα γεγονός μοναδικό στην ιστορία, διεθνούς αντί­κτυπου, παγκοσμίων αποτελεσμάτων. Είναι σαφώς παγκόσμιο γεγονός. Εξάλλου και ο Σωτήρας Χριστός ήταν και είναι «προσδοκία εθνών» (Γεν. 49, 10). Όλων των εθνών. Όλων μας.
Δεν είναι τυχαίο που με την σάρκωσή Του η Ιστορία χωρίστηκε στα δύο, στις περιόδους πριν και μετά τον Χριστό, στην περίοδο δηλαδή της άγνοιας και στην περίοδο της γνώσης του Θεού, όπως γίνεται και στον καθένα μας προ­σωπικά όταν Τον γνωρίσουμε πραγματικά. Ένα προ Χριστού κι ένα μετά Χριστό γίνεται η ζωή μας.
Λοιπόν, όπως τονίζουν οι Πατέρες της Εκ­κλησίας, «τούτο εορτάζομεν σήμερον. Επιδημίαν του Θεού προς τους ανθρώπους, ίνα προς τον Θεό ενδημήσωμεν ή επανέλθωμεν».
Το προσέξαμε αυτό το τελευταίο;


Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 20 Δεκεμβρίου 2009.
Ευαγγελιστής Ματθαίος κεφάλαιο Α΄ Στίχοι: 1-25


Κείμενο:


Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού, υιού Δαυΐδ υιού Αβραάμ. Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού, Ιούδας δε εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά εκ της Θάμαρ, Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ, Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασών, Ναασών δε εγέννησε τον Σαλμών, Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ εκ της Ραχάβ, Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ εκ της Ρούθ, Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί, Ιεσσαί δε εγέννησε τον Δαυΐδ τον βασιλέα. Δαυΐδ δε ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα εκ της του Ουρίου, Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, Ροβαάμ δε εγέννησε τον Αβιά, Αβιά δε εγέννησε τον Ασά, Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν, Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Άχαζ, Άχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν, Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν, Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού επί της μετοικεσίας Βαβυλώνος. Μετά δε την μετοικεσίαν Βαβυλώνος Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, Σαλαθιήλ δε εγέννησε τον Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ, Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ, Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας, εξ ης εγεννήθη Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός. Πάσαι ουν αι γενεαί από Αβραάμ έως Δαυΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, και από Δαυίδ έως της μετοικεσίας Βαβυλώνος γενεαί δεκατέσσαρες, και από της μετοικεσίας Βαβυλώνος έως του Χριστού γενεαί δεκατέσσαρες. Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν η συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου. Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν. Ταύτα δε αυτού ενθυμηθέντος ιδού άγγελος Κυρίου κατ΄ όναρ εφάνη αυτώ λέγων· Ιωσήφ υιός Δαυΐδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου· το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου· τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος· ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενον μεθ΄ ημών ο Θεός. Διεγερθείς δε ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού, και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν.


Μετάφραση:


Γενεαλογικός κατάλογος του Ιησού Χριστού απογόνου του Δαβίδ, ο οποίος ήταν απόγονος του Αβραάμ. Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ, ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδα και τους αδερφούς του. Ο Ιούδας εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά με τη Θάμαρ. Ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ και ο Εσρώμ τον Αράμ. Ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ τον Ναασών και ο Ναασών τον Σαλμών. Ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ με τη Ραχάβ, ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ με τη Ρουθ· ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί κι ο Ιεσσαί γέννησε τον Δαβίδ το βασιλιά. Ο βασιλιάς Δαβίδ εγέννησε τον Σολομώντα με τη γυναίκα του Ουρία· ο Σολομών εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ τον Αβιά, ο Αβιά τον Ασά· ο Ασά εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ τον Ιωράμ, ο Ιωράμ τον Οζία· ο Οζίας εγέννησε τον Ιωάθαν, ο Ιωάθαμ τον Άχαζ, ο Άχαζ τον Εζεκία· ο Εζεκίας εγέννησε τον Μανασσή, ο Μανασσής τον Αμών, ο Αμών τον Ιωσία· ο Ιωσίας εγέννησε τον Ιεχονία και τους αδερφούς του την εποχή της αιχμαλωσίας στη Βαβυλώνα. Μετά την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα, ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ και ο Σαλαθιήλ το Ζοροβάβελ· ο Ζοροβάβελ εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ τον Ελιακίμ, ο Ελιακίμ τον Αζώρ· ο Αζώρ εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ τον Αχίμ και ο Αχίμ τον Ελιούδ· ο Ελιούδ εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ τον Ματθάν, ο Ματθάν τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας. Από τη Μαρία γεννήθηκε ο Ιησούς, ο λεγόμενος Χριστός. Από τον Αβραάμ ως τον Δαβίδ μεσολαβούν δεκατέσσερις γενιές· το ίδιο κι από τον Δαβίδ ως την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα, καθώς κι από την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα ως το Χριστό. Η γέννηση του Ιησού Χριστού έγινε ως εξής: Η μητέρα του, η Μαρία, αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ. Προτού όμως συνευρεθούν, έμεινε έγκυος με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Ο μνηστήρας της ο Ιωσήφ, επειδή ήταν ευσεβής και δεν ήθελε να τη διαπομπεύσει, αποφάσισε να διαλύσει τον αρραβώνα, χωρίς την επίσημη διαδικασία. Όταν όμως κατέληξε σ΄ αυτή τη σκέψη, του εμφανίστηκε στον ύπνο του ένας άγγελος σταλμένος από το Θεό και του είπε: «Ιωσήφ, απόγονε του Δαβίδ, μη διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, τη γυναίκα σου, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει γιο, και θα του δώσεις το όνομα Ιησούς, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους». Με όλα αυτά που έγιναν, εκπληρώθηκε ο λόγος του Κυρίου, που είχε πει ο προφήτης: Να, η παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει γιο, και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ, που σημαίνει, ο Θεός είναι μαζί μας. Όταν ξύπνησε ο Ιωσήφ, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Κυρίου και πήρε στο σπίτι του τη Μαρία τη γυναίκα του. Και δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της· ωσότου γέννησε το γιό της τον πρωτότοκο και του έδωσε το όνομα Ιησούς.


Σχόλια:

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

«Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν»

ΙΗΣΟΥΣ! ΤΟ ΓΛΥΚΥΤΕΟ, το πιο όμορφο, το πιο αγαπημένο όνομα! Μέσα στο διάβα των αιώνων ηλέκτρισε, χαροποίησε, παρηγόρησε αναρίθμητες ανθρώπινες καρδιές.
Ιησούς! Το αγιώτερο πρόσωπο της ιστορίας. Η πιο μεγάλη και πιο ιερή μορφή όλων των αιώνων και όλων των εποχών. Η παρουσία Του πάνω στο πρόσωπο της γης στάθηκε το μεγαλύτερο ορόσημο. Η ώρα της γεννήσεως Του διαίρεσε στα δυο την ανθρώπινη ιστορία.
Ιησούς! Ο Χριστός. Ο Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου. Ο Λυτρωτής του γένους των ανθρώπων.
Τη γέννηση του Ιησού ετοιμάζεται να εορτάσει για μια ακόμη φορά η Εκκλησία Του, ο χριστιανικός κόσμος. Σ’ αυτό το μεγάλο γεγονός αναφέρεται στη σημερινή περικοπή ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Μας ιστορεί το γενεαλογικό δένδρο του Ιησού και εκθέτει τα γεγονότα που προηγήθηκαν τηε γεννήσεως Του.
Άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον μνήστορα Ιωσήφ. Διαλύει τις ανθρώπινες αμφιβολίες που τον βασάνιζαν. Εξηγεί το υπερφυές γεγονός της συλλήψεως ως έργο του Αγίου Πνεύματος. «Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστιν Αγίου». Και, τέλος, αναγγέλλει το όνομα που έπρεπε να δοθεί στο θείο βρέφος: «Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν». Δηλαδή, θα γεννήσει γιο και συ, που σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο αναγνωρίζεται προστάτης και πατέρας Του, θα τον ονομάσεις Ιησού.

Ιησούς
το όνομα του απεσταλμένου Λυτρωτή

ΙΗΣΟΥΣ, ΛΟΙΠΟΝ, το όνομα του θείου βρέφους. Με το όνομα τούτο περνά μέσα στην ιστορία ο Κύριος, ο Υιός και Λόγος του Θεού. Είναι όνομα θεοδώρητο. Δεντο προσέφεραν άνθρωπο αλλά ο ίδιος ο Θεός. Είναι όνομα άγιο και ιερό. Το αγιώτερο και το γλυκύτερο όλων των ονομάτων. Ο απόστολος Παύλος μας λέει ότι «ο Θεός εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ πάν όνομα» (Φιλ. 2, 9). Είναι όνομα προσκυνητό και λατρευτό. «Εν τω ονόματι Ιησού πάν γόνυ κα΄μψει επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων» (Φιλ.2, 10).
Το όνομα του Ιησού έγινε η χαρά των πονεμένων. Το στήριγμα των αδυνάτων. Το καταφύγιο των αδικημένων. Το φως όλων εκείνων που πορεύονται στα δύσβατα μονοπάτια της ζωής. Το όνομα του Ιησού έγινε η ειρήνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Η αγάπη και η ευδοκία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Στο όνομα του Ιησού τα πλάσματα της γης και οι αιώνες απέθεσαν τις ελπίδες τους. Για τον Ιησού προφήτευσε ο Ησαΐας: «Τω ονόματι αυτού έθνη ελπιούσι» (Ησ. 42, 4).

Το όνομα του Ιησού
σημαίνει την αποστολή Του

ΤΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ άραγε Ιησούς, όνομα και λέξη εβραϊκή Ιησούς σημαίνει σωτήρ. Το όνομα του Κυρίου εκφράζει το έργο που ήρθε στον κόσμο να επιτελέσει, το σκοπό της θείας ενανθρωπήσεως. Ο άγγελος του Θεού αναγγέλλοντας στον μνήστορα Ιωσήφ το όνομα του Ιησού, που όφειλε να δώσει στο θείο βρέφος, έδινε παράλληλα και την εξήγηση αυτής της ονοματοδοσίας: «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (στιχ. 21).
Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μας, ο Λυτρωτής του κόσμου. Υπήρξε η προσδοκία των εθνών. Η γλυκιά απαντοχή των ανθρώπων. Η ελπίδα του περιουσίου λαού. Το όραμα των πατριαρχών. Το κήρυγμα των προφητών. Ο αναμενόμενος Μεσσίας. Ήρθε για να μας λυτρώσει. Να μας απαλλάξει από την κυριαρχία του διαβόλου. Να μας ελευθερώσει από τα δεσμά της αμαρτίας. Να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ουρανού κα γης. Να μας ξαναδώσει τη χαμένη δυνατότητα κοινωνίας με τον Θεό. Να θεραπεύσει την άρρωστη φύση μας και έτσι να μπορέσουμε να ζήσουμε μια καινούργια ζωή, τη δική Του ζωή. Την αλήθεια αυτή ακούμε να διακηρύσσει ο απόστολος Πέτρος ενώπιον του Ιουδαϊκού Συνεδρίου: «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστον έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ώ δει σωθήναι ημάς» (Πραξ. 4, 12).
Ο Ιησούς είναι ο αιώνιος Λυτρωτής. Σωτήρας όλων των ανθρώπων, όλων των αιώνων, όλων των εποχών. Ήρθε στον κόσμο από ανέκφραστη αγάπη. Και ενανθρώπησε για χάρη όλων των ανθρώπων. «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως μας. Εκείνος μας χάρισε «παράκλησιν αιωνίαν» (Β’ Θεσ. 2, 16). Προσκάλεσε κάθε λανθρωπο «εις την αιώνιον αυτού δόξαν» (Β’ Τιμ. 2, 10). Και καθώς διακηρύττει ο απόστολος Παύλος, «εγένετο αίτιος σωτηρίας αιωνίου» (Εβρ, 5, 9).
Τα αποχριστιανισμένα Χριστούγεννα

ΓΙ’ ΑΥΤΟ, αν θέλουμε να γιορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, να κατανοήσουμε τη σημασία του μεγάλου γεγονότος, να νιώσουμε το μήνυμα που κρύβει η εορτή, οφείλουμε να αναζητήσουμε τον Ιησού. Ο Κϋριος και η Εκκλησία Του να γίνουν το κέντρο και ο άξονας του εορτασμού.
Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού στα χείλη μας. Το όνομα, το υπέρ πάν όνομα του αγαπημένου Κυρίου μας, στα χείλη όλων των χριστιανών. Να το δοξάζουμε. Να το υμνούμε, να το ομολογούμε με τόλμη και θάρρος, με πίστη και λαχτάρα. Γράφει ο απόστολος Παύλος προς τους χριστιανούς της Ρώμης: «Εάν ομολογήσης εν τω στόματι σου Κύριον Ιησούν και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών σωθήση» (Ρωμ. 10, 9). Καιο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναρωτιέται: «Τι ούν μακαριώτερον; Τι ευδαιμονέστερον; Ή τι γλυκύτερον άλλο είναι ή το να μελετά τις πάντοτε το ένδοξον, το τερπνόν και πολυπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού… Ποία δε έννοια και ενθύμησις είναι χαριεστέρα από της εννοίας και ενθυμήσεως του σωτηρίου και θεοπρεπούς και φοβερού ονόματος του Ιησού Χριστού και Υιού του Θεού;». Ο ίδιος ο Κύριος μας έχει διαβεβαιώσει: «Ό,τι αν αιτήσετε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω» (Ιω. 14, 13). Σε όλους εμάς που ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα ο προφήτης Ησαΐας παραγγέλλει: «Βοάτε το όνομα αυτού. Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα αυτού. Μιμνήσκεσθε, ότι υψώθη το όνομα αυτού. Υμνήσατε το όνομα Κυρίου» (Ησ. 12, 4-5).
Το γλυκύτατο πρόσωπο του Ιησού στην καρδιά μας. Ο μεγάλος ένοικος. Ο υψηλός επισκέπτης. Η πρώτη μας αγάπη. Ο κορυφαίος μας πόθος. Ο αληθινός έρωτας μας. Ό,τι πιο ιερό, ο Ιησούς να ενοικήσει στην καρδιά μας. Ό,τι πιο μεγάλο, η καρδιά μας να φλέγεται από την αγάπη Του. Ο Παύλος, μια καρδιά που αγάπησε βαθιά τον Ιησού, έγραψε γι’ αυτήν την αγάπη: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. 8, 35).
Ο Ιησούς, τέλος, στη ζωή μας. Στην οικογένεια μας. Στην εργασία μας. Στο γραφείο μας. Στην ψυχαγωγία μας. Παντού και πάντοτε. Οδηγός και κυβερνήτης. Ο Ιησούς είναι ο ελευθερωτής. Ας τον καλέσουμε να μας λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας, να μας ελευθερώσει από τα πάθη μας. Είναι το φως. Ας τον ικετεύσουμε να έρθει για να φωτίσει τα σκοτάδια μας. Είναι η αλήθεια. Ας τον γνωρίσουμε. Είναι η χαρά. Ας τον παρακαλέσουμε να διώξεο τον πόνο και τις θλίψεις μας. Είναι η δικαιοσύνη. Ας του ζητήσουμε να εμπνεύσει τη σκέψη μας, να κατευθύνει τις πράξεις μας, να κυβερνήσει τον άδικο κόσμο μας. Είναι η ειρήνη. Ας προσευχηθούμε εκείνος να ειρηνεύσει τις καρδιές μας και τον ταραγμένο πλανήτη μας. Είναι η αγάπη. Ας τον προσκαλέσουμε να διώξει τα μίση και τις κακίες και να μαλακώσει με το βάλσαμο της αγάπης τις καρδιές μας.

* * *
Αδελφοί μου,
Είθε τα εφετινά Χριστούγεννα να τα γιορτάσουμε μαζί και κοντά στον Ιησού.
Τα χείλη μας ας υμνήσουν το γλυκύτατο όνομα Του.
Η καρδιά μας ας ετοιμαστεί να τον υποδεχθεί. Επισκέπτη και ένοικο. Λυτρωτή και Σωτήρα.
Και στην πορεία της ζωής μας Εκείνος ας είναι ο οδηγός και ο κυβερνήτης.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009


«ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ,
ή
«Μια ευχή για να κοινωνήσω»

Παρουσιάζονται κατά διαστήματα στους Πνευ­ματικούς άνθρωποι μεγάλης συνήθως ηλικίας, σε σπάνιες περιπτώσεις στις πόλεις, αλλά πολύ συχνό­τερα στα χωριά και ζητούν να τους διαβάσουν (οι Εξομολόγοι) μια ευχή για να κοινωνήσουν. Είναι προφανώς προκατειλημμένοι από μακροχρόνια επικρατούσα συνήθεια, η οποία εμφανίζεται μάλι­στα και ως «παράδοση»!
Από αμνημονεύτων χρόνων, και μάλλον από της τουρκοκρατίας, λόγω απαιδευσίας κλήρου και λα­ού, διέφυγε το στοιχείο της εξομολογήσεως από το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως και ο λαός συνήθισε να «εξομολογείται» χωρίς να εξαγορεύει τα αμαρτήματά του, δηλ. στην ουσία χωρίς να εξομολογείται.
Προσέρχονταν στον Ιερέα και αυτός, χωρίς να τους συστήνει την εξομολόγηση, τους διάβαζε τη συγχωρητική ευχή, ή ατομικώς ή και ομαδικώς. Με­τά κοινωνούσαν έχοντας προφανώς και ήρεμη τη συνείδησή τους! Και επειδή οι άνθρωποι πάντοτε ρέπουν προς τα εύκολα, θέλουν δηλαδή λύση των προβλημάτων τους και στην προκειμένη περίπτωση των αμαρτημάτων τους, χωρίς μετάνοια και εξομο­λόγηση, χωρίς κόπο και θυσία, όσοι είναι αυτής της νοοτροπίας, συνεχίζουν την… «παράδοση»!
Αυτή η άγνοια και παρεξήγηση πρέπει να εκλεί­ψει. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι, διάγο­ντες τον 21ον αιώνα, δεν είναι επιτρεπτό και τιμητι­κό οι Ιερείς να δέχονται και οι «πιστοί» να ζητούν εξομολόγηση χωρίς εξαγόρευση των αμαρτιών. Αυτός που θέλει να κοινωνήσει, πρέπει να υποδε­χτεί τον Χριστό στο καθαρό «σαλόνι» της ψυχής του· και η κάθαρση της ψυχής, γίνεται με την εξομο­λόγηση.
Για να υποδεχτούμε στην ονομαστική μας γιορτή τους επισκέπτες μας, καθαρίζουμε μέρες το σπίτι μας και στολίζουμε ιδιαίτερα το σαλόνι μας. Εάν αυτά τα προσέχουμε για τους ανθρώπους, πώς θα υποδεχτούμε τον Χριστό με τη Θ. Κοινωνία στην καρδιά μας, χωρίς να την καθαρίσουμε από τις ποι­κίλες αμαρτίες που καθημερινά κάνουμε, χωρίς να εξομολογηθούμε; Γίνεται να βάλουμε τον επισκέ­πτη μας να καθίσει σε κάθισμα λερωμένο; Όταν δεν συμμετέχουμε σωστά στο μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως μοιάζει σαν να μη νοιώθου­με πού βάζουμε να «καθίσει» ο Χριστός.
Έκτος αυτών πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εξαγό­ρευση των αμαρτιών μας είναι τελείως απαραίτητη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι (η εξαγό­ρευση) αποτελεί ένα από τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου και χωρίς αυτό δεν υπάρχει Μυστήριο. Δεύτερον, διότι ο Εξομολόγος όταν διαβάζει τη σχετική ευχή μετά την εξομολόγηση του εξομολογουμένου, λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες που ήδη έχει πει ο εξομολογούμενος (και όχι αυτές που δεν είπε).

Επομένως, ποτέ ξανά να μη πει κανείς:
«Μια ευχή για να κοινωνήσω».
Αλλά

Όταν θέλω να κοινωνήσω προετοιμάζομαι για την εξομολόγησή μου με τη βοήθεια κάποιου βοη­θήματος και πάω να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου μετανοιωμένος και αποφασισμένος να διορθωθώ.
Δεν εξομολογούμαι από φόβο ή από συνήθεια, ούτε για να φύγει το βάρος που έχω μέσα μου. Δεν εξομολογούμαι δύο – τρεις μόνο αμαρτίες για να αναπαύσω τη συνείδησή μου ή για να απαλλαγώ από τις ενοχές που με βαραίνουν.
Εξομολογούμαι γνωρίζοντας ότι, όποιες αμαρ­τίες μου αποκρύπτω η «τις ξεχνώ», όποιες παρου­σιάζω συγκεκαλυμμένες για να μη φανεί το μέγεθος ή το είδος της αμαρτίας μου και όποιες ωραιοποιώ από ντροπή, μένουν αθεράπευτες και οι πληγές των αμαρτιών μου με μολύνουν. Στη Θεία Κοινωνία που ακολουθεί, η Θεία χάρη μένει ανενέργητη, διότι ο Χριστός δεν αναπαύεται μέσα μου, επειδή είμαι «ακάθαρτος».
ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΜΑΙ διότι αμάρτησα· προς τον Θεό, προς τον πλησίον μου (τον οποιονδήποτε) και προς τον εαυτό μου.
Εξομολογούμαι διότι ανακαλύπτω και αναγνω­ρίζω ΟΛΕΣ τις αμαρτίες που έκανα, διότι μετανοιώνω γι’ αυτές και τις καταθέτω χωρίς ντροπή στον Πνευματικό μου. (Όσες τυχόν τις ξέχασα και τις θυμήθηκα καθυστερημένα τις σημειώνω, για να μη τις ξεχάσω πάλι και τις λέω στην επόμενη εξομολό­γησή μου).
Εξομολογούμαι., διότι θέλω να λάβω τη συγχώ­ρηση και την ευλογία του Θεού, ώστε να ζήσω από δω και μπρος, όπως θέλει ο Θεός εν μετάνοια και υπακοή στο νόμο Του.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 13 Δεκεμβρίου 2009.

Κατά Λουκά κεφάλαιο ιδ στίχοι 16-24

Κείμενο:


Ο δε είπεν αυτώ· ανθρωπός τις εποίησε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς· και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου ειπείν τοις κεκλημένοις· έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμα εστί πάντα και ήρξαντο από μιας παραιτείσθαι πάντες. ο πρώτος είπεν αυτώ· αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν· ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. και έτερος είπε· ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε, και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά· ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. και έτερος είπε· γυναίκα έγημα, και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν. και παραγενόμενος ο δούλος εκείνος απήγγειλε τω κυρίω αυτού ταύτα. τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης είπε τω δούλω αυτού· έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε. και είπεν ο δούλος· κύριε, γέγονεν ως επέταξας, και έτι τόπος εστί. και είπεν ο κύριος προς τον δούλον· έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμισθή ο οίκος μου. λέγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου.


Μετάφραση:

Κι ο Ιησούς του είπε: «Κάποιος άνθρωπος ετοίμασε ένα μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς. Όταν ήρθε η ώρα του δείπνου, έστειλε το δούλο του να πει στους καλεσμένους: ελάτε, όλα είναι πια έτοιμα. Τότε άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να βρίσκουν δικαιολογίες: Ο πρώτος του είπε: έχω αγοράσει ένα χωράφι και πρέπει να πάω να το δω· σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένον. Άλλος του είπε: έχω αγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια και πάω να τα δοκιμάσω· σε παρακαλώ, δικαιολόγησέ με. Κι ένας άλλος του είπε: είμαι νιόπαντρος και γι΄ αυτό δεν μπορώ να έρθω. Γύρισε ο δούλος εκείνος και τα είπε αυτά στον κύριό του. Τότε ο οικοδεσπότης οργισμένος είπε στο δούλο του: πήγαινε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης και φέρε μέσα τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους κουτσούς και τους τυφλούς. Όταν γύρισε ο δούλος του είπε: κύριε, αυτό που πρόσταξες έγινε και υπάρχει ακόμη χώρος. Είπε πάλι ο κύριος στο δούλο: πήγαινε έξω από την πόλη στους δρόμους και στα μονοπάτια κι ανάγκασέ τους να έρθουν, για να γεμίσει το σπίτι μου· γιατί σας βεβαιώνω πως κανένας από κείνους που κάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου».


Σχόλια:


ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

«Άνθρωπος τις εποίησε δείπνον μέγα»

ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΗ μέσα στη ζωή μας η πρόσκληση, το προσκλητήριο. Οι άνθρωποι αισθανόμαστε την ανάγκη σε κορυφαία γεγονότα της ζωής μας ή ακόμη σε τακτές ημέρες που ορίζουμε, να καλέσουμε και άλλους ανθρώπους. Για να συμμετάσχουν σ’ αυτά. Να συμμεριστούν τη χαρά μας κι εμείς τη ζεστασιά της παρουσίας τους. Να παρακαθίσουν στο τραπέζι μας και με τον τρόπο αυτό να βρεθούμε ο ένας πλησιέστερα στον άλλον. Η λήψη μιας τέτοιας πρόσκλησης συνήθως μας γεμίζει χαρά. Όσο μάλιστα πιο σημαντικό είναι το πρόσωπο που μας καλεί, μια προσωπικότητα εξέχουσα, τόσο μεγαλύτερη τιμή και χαρά αισθανόμαστε. Και τότε σπεύδουμε ν’ ανταποκριθούμε στην πρόσκληση. Να παραστούμε εκεί όπου μας καλούν και να συμπεριφερθούμε σύμφωνα με όλους τους τύπους που υπαγορεύει η καλή συμπεριφορά και απαιτεί η επισημότητα της στιγμής.
Σ’ ένα επίσημο και μεγάλο δείπνο και μια βαθιά τιμητική πρόσκληση αναφέρεται και η ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα. Δείπνο όχι ανθρώπινο αλλά ουράνιο και θείο. Και πρόσκληση που δεν διατυπώνει και δεν αποστέλλει άνθρωπος αλλά ο ίδιος ο Θεός.

Ποιο ακριβώς είναι το μέγα δείπνο;

ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ του Θεού. Σ’ αυτήν καλεί ο Θεός όλους τους ανθρώπους δια του Μονογενούς Υιού Του. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ήρθε κοντά μας, ενανθρώπησε, για να συναγάγει «εις έν» τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού (Ιω. 11, 52). Εκείνος μας έσωσε, γράφει ο απόστολος Παύλος, και μας καλεί με μια «άγια κλήση» (Β’ Τιμ. 1, 9) «εις την εαυτού βασιλείαν και δόξαν» (Α’ Θεσσ. 2, 19). Εκείνος μας υποσχέθηκε το δικαίωμα να τρώμε και να πίνουμε στο τραπέζι Του στη βασιλεία Του (Λουκ. 22, 29). «Δείπνον ούν εικότως», ορίζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «η εν Χριστώ κλήσις ωνόμασται».
Η είσοδος μας στη βασιλεία του Θεού προϋποθέτει την ένταξη μας στο σώμα της Εκκλησίας, που είναι η οικογένεια των λυτρωμένων, η ίδια η βασιλεία του Θεού παρούσα μέσα στον κόσμο. Η πίστη στον Ιησού Χριστό και το Βάπτισμα που λαμβάνουμε μας εντάσσει στο σώμα της Εκκλησίας και μας δίνει το δικαίωμα εισόδου και στην ουράνια βασιλεία, το δικαίωμα συμμετοχής «εις το δείπνον του γάμου του αρνίου», καθώς γράφει η Αποκάλυψη (19, 9).
Ως μέλη της Εκκλησίας μπορούμε να συμμετέχουμε στο τραπέζι της θείας Ευχαριστίας. Να κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Χριστού. Να λαμβάνουμε μέσα μας «τον ζώντα άρτον, τον καταβάντα εκ του ουρανού» (Ιω. 6, 51). Η θεία Ευχαριστία αποτελεί το «Κυριακόν δείπνον» (Α’ Κορ. 11, 20). Και εικονίζει επί της γης «το μέγα δείπνον», στο οποίο θα παρακαθίσουμε κατά την ανέσπερη ημέρα της βασιλείας του Κυρίου. Κοινωνώντας, λοιπόν, το σώμα και το άιμα του Χριστού, συμμετέχουμε ήση από την παρούσα ζωή στο «μέγα δείπνον», προγευόμαστε τα «μέλλοντα αγαθά» της ουράνιας Βασιλείας (Εβρ. 9, 11).

Γιατί άραγε ο Κϋριος το ονομάζει «μέγα»;

ΔΙΟΤΙ ΜΕΓΑΣ είναι αυτός που το ετοίμασε και το προσφέρει. «Εστιάτωρ» του μεγάλου δείπνου είναι ο ίδιος ο Κύριος. Ο Υιός και Λόγος του Θεού. Εκείνος «ποιεί» το δείπνο. Η θεία Ευχαριστία είναι το δείπνο της Βασιλείας. Είναι το μυστικό Δείπνο που συνεχίζεται. «Πιστέψτε με», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ότι και τώρα είναι εκείνο το Δείπνο στο οποίο παρακαθόταν και Αυτός. Γιατί σε τίποτε δεν διαφέρει εκείνο το μυστικό δείπνο από τούτο το Μυστήριο. Επειδή δεν το κάνει αυτό ο άνθρωπος, κι εκείνο ο Χριστός. Αλλά και τούτο κι εκείνο Αυτός το προσφέρει». Όπου και αν τελείται το μυστήριο της Ευχαριστίας παρίσταται ο Χριστός. Εκείνος είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος. «Πάρεστιν ο Χριστός και νυν, εκείνος ο την τράπεζαν διακοσμήσας εκείνην, ούτος και ταύτην διακοσμεί νυν».
Είναι μέγα το δείπνο του Κυρίου, διότι είναι μέγα, τρισμέγιστο, αυτό που παρατίθεται, αυτό που μας προσφέρεται. Είναι το πανάγιο σώμα και το τίμιο αίμα του αμώμου και ασπίλου Ιησού. «Ου γαρ ως κοινόν άρτον, ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν», γράφει ο άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοσφος και μάρτυς. Ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας μετά τη μεταβολή που ενεργεί το Άγιο Πνεύμα, «του σαρκοποιηθλέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι».
Και ο Κύριος προσφέρει το σώμα κα ιτο αίμα Του για να ζήσει ο κόσμος. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 54). Με τη συμμετοχή μας στη θεία Κοινωνία ενωνόμαστε με τον Χριστό. Μετέχουμε στη θεία ζωή. Ανατέλλει στις ψυχές μας η μέλλουσα Βασιλεία. Το «μέγα δείπνον» της Βασιλείας δεν είναι τίποτε περισσότερο από το Ευχαριστιακό δείπνο. «Δια τούτο ο Κύριος», γράφει ο Νικόλαος Καβάσιλας, «την εν τω μέλλοντι των αγίων απόλαυσιν δείπνον εκάλεσεν, ίνα δείξη ταύτης της τραπέζης μηδέν εκεί πλέον είναι».
Ακόμη ονομάζεται μέγα το θεϊκό δείπνο, διότι είναι «πολλοί» οι προσκεκλημένοι του. Ο Κύριος προσκαλεί όλους μας στο τραπέζι της Ευχαριστίας. Προσφέρεται για την ανθρωπότητα ολόκληρη. «Υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Κανέναν δεν εξαιρεί. Κανέναν δεν αποκλείει. «Πίετε εξ αυτού πάντες» (Ματθ. 26, 27). Μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, λευκοί και μαύροι, οι πάντες είναι καλεσμένοι στο θεϊκό δείπνο.

Η αχαρακτήριστη συμπεριφορά
των προσκεκλημένων

ΤΙ ΚΡΙΜΑ ΟΜΩΣ! Ο Κύριος να μας καλεί στο μεγάλο τούτο δείπνο κι εμείς οι άνθρωποι να μην ανταποκρινόμαστε. Να περιφρονούμε τη μεγάλη τιμή που μας γίνεται, να παρακαθίσουμε στο θεϊκό τραπέζι. Όπως οι καλεσμένοι της παραβολής, έτσι κι εμείς να επιστρατεύουμε διάφορες δικαιολογίες προκειμένου να μην αποδεχθούμε το προσκλητήριο που μας απευθύνει.
Ο πρώτος προφασίστηκε: «Αγρόν ηγόρασα και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν. Ερωτώ σε, έχε με παρητημένον». Δικαιολογία για την απόρριψη του θεϊκού προσκλητηρίου οι αγροτικές ασχολίες. Όπως τότε, στην εποχή του Κυρίου, έτσι και σήμερα πολλοί αδελφοί μας που ζουν στην ύπαιθρο, που ασχολούνται με την γη, απορροφώνται από την φροντίδα των αγροτικών ασχολιών τους: την καλλιέργεια της γης, το φύτεμα, το πότισμα, το σκάλισμα, τη συγκομιδή των καρπών, την προώθηση τους στο εμπόριο. Και όλα αυτά όχι μόνο τις καθημερινές αλλά και τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές. Ο Θεός τους καλεί κοντά Του, στο ναό, συνδαιτημόνες στο τραπέζι της Ευχαριστίας. Κι αυτοί, αδιαφορώντας για την πρόσκληση του Θεού, παίρνουν τον δρόμο για τα κτήματα. Πάνω από την αγάπη του Θεού, η αγάπη για την περιουσία! Πάνω από τη σωτηρία, η ύλη και ο πλουτισμός! «Ερωτώ σε, έχε με παρητημένον»!
Ο δεύτερος απάντησε: «Ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά». Στην παρούσα κατηγορία ανήκουν οι άνθρωπο που καταγίνονται με εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αποτελεί αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι το χρήμα και το κέρδος αιχμαλωτίζει εύκολα τον άνθρωπο. Και η πλεονεξία τον απογυμνώνει από κάθε άλλο και μάλιστα πνευματικό ενδιαφέρον. Η ψυχή κηρύσσεται σε ανυπαρξία. Και το Σαββατοκύριακο, αν δεν το απορροφήσουν κι αυτό οι επαγγελματικές δραστηριότητες, το διεκδικούν το ξενύχτι, η διασκέδαση, η κραιπάλη. Η Κυριακή για πολλούς, δυστυχώς, δεν είναι πλέον για τον Θεό αλλά για τα πάθη κα ιτα ζωώδη ένστικτα μας. Το Σαββατόβραδο θα ξενυχτίσουμε. Θα διασκεδάσουμε. Θα παραδοθούμε στο στρόβιλο του αισθησιασμού. Εξαντλημένοι και αποδιοργανωμένοι θα γυρίσουμε στο σπίτι τα χαράματα. Κι όταν οι καμπάνες θα ηχούν καλώντας μας στο θεϊκό τραπέζι της Ευχαριστίας, εμείς θα αδυνατούμε και να τις ακούσουμε. Τι κρίμα! Μια Κυριακή προδομένη! Ο Χριστός εγκαταλελειμμένος κα ιπεριφρονημένος από αυτούς που φέρουν το όνομα Του! Μια πρόσκληση τόσο τιμητική χωρίς ανταπόκριση!
«Και έτερος είπε. Γυναίκα έγημα, και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν». Εμπόδιο για τον τρίτο ο γάμος. Η δημιουργία οικογένειας. Η φροντίδα των παιδιών. Η τακτοποίηση του σπιτιού. Η περιποίηση του κήπου. Η μετάβαση στο εξοχικό. «Μια Κυριακή μας μένει». «Να κοιμηθούνε λίγο και τα παιδιά». Αυτά και άλλα πολλά ισχυρίζονται οι άνθρωποι της τρίτης κατηγορίας. Όμως είναι προφανές ότι αποτελούν προφάσεις. Και φανερώνουν πόσο λίγη αγάπη υπάρχει στην καρδιά μας για τον Χριστό. Όλα χωρούν, όλα προσπαθούμε να τα προγραμματίσουμε στο εικοσιτετράωρο της Κυριακής. Μόνο ο Χριστός δεν έχει θέση! Έτσι η πρόσκληση του Θεού στο μεγάλο δείπνο Του πέφτει στο κενό! Ένα πλήθος ανθρώπων επαναλαμβάνουν το «έχε με παρητημένον», αφού αραδιάσουν μιαν ατέλειωτη σειρά προφάσεων.

* * *

Αδελφοί μου,
Αιώνες τώρα στρώνεται το θεϊκό τραπέζι. Ακατάπαυστα ο οικοδεσπότης του ουρανού και της γης παραθέτει το δείπνο το μέγα και μυστικό. Και μας απαυθύνει την τιμητική πρόσκληση Του να μετάσχουμε σ’ αυτό. «Έρχεσθε ότι ήδη έτοιμα εστι πάντα».
Μακάριοι όσοι ξεπερνούν δυσκολίες, όσοι παραμερίζουν εμπόδια, όσοι κατανικούν πειρασμούς και θέλγητρα πρόσκαιρα και απατηλά, και απαντούν μ’ ένα ολόκληρο ΝΑΙ.
Κύριε, έρχομαι! Δέξου με! Και αξίωνε με πάντοτε να πλησιάζω το άχραντο τραπέζι Σου με ακλόνητη πίστη. Με φλογερή αγάπη. Με καθαρή καρδιά. Να γεύομαι την ουράνια τροφή. Τον άρτον των αγγέλων. Κύριε, το σώμα και το αίμα Σου. Αμήν.

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009


ΠΟΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ,

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΓΝΑΤΙΟ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ.


Ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας στα συγγράμματά του ασχολείται εκτεταμένα με το επισκοπικό αξίωμα και με τον εκάστοτε φορέα του, ποιος πρέπει να είναι, ώστε να κατέχει επάξια το αξίωμα του επισκόπου. Ας δούμε τις απόψεις του όπως παρουσιάζονται στις επιστολές του προς διάφορες Εκκλησίες της εποχής του.

Α΄. Να μη αποκτήσει το επισκοπικό αξίωμα με προσωπικές του ενέργειες, ούτε με ανθρώπινα μέσα και προσπάθειες ούτε έχοντας κίνητρο την κενοδοξία αλλά μέσα από την αγάπη του Θεού. (Προς Φιλαδελφείς § I).

Β΄. Δεν επιβαρύνει κανένα κρυφά ή φανερά, λίγο ή πολύ (Φιλαδελφείς § VI). Ας θυμηθούμε εδώ τα όσα λέγει ο Παύλος σχετικά με το θέμα αυτό (Β΄ Θεσ. 3,8-10). «Ουδέ δωρεάν άρτον εφάγομεν παρά τινος, αλλ’ εν κόπω και μόχθω, νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι προς το μη επιβαρήσαί τινα υμών· ουχ ότι ουκ έχομεν εξουσίαν, αλλ’ ίνα εαυτούς τύπον δώμεν υμίν εις το μιμείσθαι ημάς».

Γ΄. Θα πρέπει να είναι τόση η αρετή του, που και «ενώ σιωπά κατορθώνει περισσότερα απ’ αυτούς που μιλούν μάταια. Είναι εναρμονισμένος στις εντολές του Θεού όπως η κιθάρα στις χορδές της» (Προς Φιλαδελφείς § I). Όταν ενώ είναι τόσο ενάρετος δεν κάνει επίδειξη δυνάμεως, τότε ισχύει αυτό που λέγεται στην προς Εφεσίους § VI. «Και όσον βλέπει τις σιγώντα επίσκοπον πλειόνως αυτόν φοβείσθω».
«Είναι καλύτερο να σιωπά κανείς και να είναι, παρά να μιλά και να μην είναι. Καλή η διδασκαλία, αν εκείνος που διδάσκει πράττει. Ένας λοιπόν ο διδάσκαλος· αυτός που είπε και εγένετο. Και όσα σιγώντας έκανε είναι άξια του πατρός. Όποιος κατέχει τον λόγο του Ιησού μπορεί και την ησυχία του ν’ ακούει, ώστε να είναι τέλειος. Ώστε να πράττει όσα λέγει και απ’ όσα παρασιωπά ν’ αναγνωρίζεται» (Ένθ’ ανωτ. § XV).
Ο επίσκοπος σιωπά και από διάκριση· «Μήπως δεν μπορώ να σας γράψω για τα επουράνια, αλλά τρέμω μήπως νήπιοι καθώς είσθε σας βλάψω. Λοιπόν κάνετέ μου τη χάρη να σιωπήσω, μήπως καθώς δεν μπορείτε να εννοήσετε, βάλετε θηλιά στο λαιμό σας» (Προς Tραλλιανούς § V).

Δ΄. Ο επίσκοπος πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του μαθητή. «Δεν σας προστάζω σαν να είμαι κάποιος. Αν και δέθηκα χάριν του ονόματος (του Χριστού) τώρα αρχίζω να μαθητεύω και σας απευθύνω τον λόγον σαν να είμαι κι εγώ στα ίδια θρανία» (Προς Εφεσίους § III).
Αλλά ο άγιος Ιγνάτιος δεν θεωρεί τον εαυτό του ούτε και μαθητή τέλειο. Νοιώθει ελλιπής ακόμη και σ’ αυτό. «Αλλά τάχα κι εγώ, επειδή είμαι δεμένος και μπορώ να νοιώθω τα επουράνια και τους τόπους τους αγγελικούς και τις τάξεις των ασωμάτων δυνάμεων, ορατά και αόρατα, είμαι τάχα γι’ αυτό καλός μαθητής; Πολλά μας λείπουν, για να μη υπολειπόμαστε στα του Θεού» (Προς Τραλλιανούς § V).
Ο επίσκοπος πρέπει να είναι λοιπόν ταπεινός, στοιχών το παράδειγμα του αγίου Ιγνατίου, ο οποίος λέγει· «Θα αξιωθώ να είμαι μαθητής του Χριστού, όταν αξιωθώ ν’ αντιμετωπίσω τα θηρία» (Προς Εφεσίους § I). Δεν λέγει ότι επειδή είναι επίσκοπος είναι άξιος να είναι μαθητής του Χριστού, αλλά όταν αξιωθεί ν’ αντιμετωπίσει τα θηρία τότε θα γίνει. Δηλαδή όταν αντιμετωπίσει το μαρτύριο στην κορύφωσή του. Εδώ συνάγεται και κάτι άλλο· ότι το ανώτερο αξίωμα στην ορθοδοξία, το ανώτερο χάρισμα και το ανώτερο έπαθλο είναι το μαρτύριο. «Τίποτα δεν θα με ωφελήσουν τα πέρατα του κόσμου, ούτε οι βασιλείες του αιώνος τούτου. Είναι καλύτερα για μένα να πεθάνω για τον Χριστό, παρά να βασιλεύω στα πέρατα της γης (Προς Ρωμαίους § VI).
Αλλά η ταπείνωση του αγίου Ιγνατίου δεν έχει τέλος. «Κι αυτά σας τα γράφω αγαπητοί μου, όχι γιατί ξέρω ότι μερικοί από σας έτσι κάνετε, (δηλαδή ιουδαΐζετε) αλλά σαν μικρότερός σας θέλω να σας προφυλάξω για να μη πέσετε στ’ αγκί-στρια της κενοδοξίας (των αιρετικών ιουδαϊζόντων) (Προς Μαγνησιείς § XI). Και αλλού λέγει· «Δεν με πήρε η υπερηφάνεια, ώστε να είμαι κατάκριτος να σας αραδιάζω υποδείξεις ως απόστολος (Προς Τραλλιανούς § III). Και συμπληρώνει· «Πολλά σκέπτομαι και αισθάνομαι μέσα στο Θεό, αλλά θέτω χαλινάρι στον εαυτό μου, για να μη καταποντισθώ μέσα στην καύχηση. Και τώρα πρέπει περισσότερο να φοβούμαι και να μη προσέχω σ’ εκείνους που με σπρώχνουν στη περηφάνεια. Τα λόγια τους μαστιγώνουν την ψυχή μου. Καίομαι βέβαια από τον πόθο του μαρτυρίου, αλλά δεν ξέρω αν είμαι άξιος. Ο ζήλος είναι καλός για άλλους, αλλά εγώ τον υποπτεύομαι για τον εαυτό μου» (ενθ’ ανωτ. § IV).
Εξαρτά τα πάντα από τις προσευχές των χριστιανών. «Είθε ν’ αναστηθώ με τις προσευχές σας, που είθε πάντα να τις απολαμβάνω, ώστε στη μερίδα των Εφεσίων χριστιανών να ευρεθώ» (Προς Εφεσίους § XI). Εύχεται ο Θεοφόρος Ιγνάτιος, αυτός που προκρίνει το μαρτύριο από του να βασιλεύει στα πέρατα της γης να βρεθεί με την μερίδα των Εφεσίων! Αν αυτό δεν είναι ταπείνωση τότε τι είναι;
Και η υπερβολή της ταπεινώσεως του· «Είμαι σκουπίδι σας και το παράδειγμά σας με εξαγνίζει, της εκκλησίας των Εφεσίων που είναι περιβόητη στους αιώνες» (ενθ’ ανωτ. § VIII).

Ε΄. Ο επίσκοπος πρέπει να είναι σύμφωνος με τη γνώμη του Χριστού. Τη σκέψη, το σχέδιο, το φρόνημα, την εντολή. «Οι επίσκοποι οι κατά τα πέρατα ορισθέντες εν Ιησού γνώμη εισίν» (ενθ’ ανωτ. § ΙΙΙ). Γι’ αυτό οι πιστοί πρέπει να βαδίζουν σύμφωνα με τη γνώμη του επισκόπου. «Όθεν πρέπει υμίν συντρέχειν τη του επισκόπου γνώμη» (ενθ’ ανωτ. § IV). Γιατί προφανώς είναι γνώμη Χριστού.
Όταν ο επίσκοπος έχει αυτά τα χαρακτηριστικά τότε ισχύει το «όπου αν φανή ο επίσκοπος, εκεί το πλήθος έστω, ώσπερ όπου αν η Ιησούς Χριστός, εκεί η καθολική εκκλησία» (Προς Σμυρναίους § VIII). Και «ο τιμών επίσκοπον υπό Θεού τετίμηται· ο λάθρα επισκόπου τι πράσσων τω διαβόλω λατρεύει» (ένθ’ ανωτ. § IX).

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
http://www.pmeletios.com/

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου 2009.

Λουκάς, κεφάλαιο ιγ΄ στίχοι:10-17

Κείμενο:


Ην δε διδάσκων εν μια των συναγωγών εν τοις σάββασι. Και ιδού γυνή ην πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ, και ην συγκύπτουσα και μη δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές. Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς προσεφώνησε και είπεν αυτή· γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου· και επέθηκεν αυτή τας χείρας· και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν. Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι τω σαββάτω εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε τω όχλω· εξ ημέραι εισίν εν αις δει εργάζεσθαι· εν ταύταις ουν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου. Απεκρίθη ουν αυτώ ο Κυριος και είπεν· υποκριτά, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει τον βουν αυτού η τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει; Ταύτην δε, θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, ην έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου; Και ταύτα λέγοντος αυτού κατησχύνοντο πάντες οι αντικείμενοι αυτώ, και πας ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ΄ αυτού.


Μετάφραση:


Κάποιο Σάββατο δίδασκε ο Ιησούς σε μια συναγωγή. Εκεί βρισκόταν και μια γυναίκα, δεκαοχτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Όταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε και της είπε: «Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου». Έβαλε πάνω της τα χέρια του κι αμέσως εκείνη ορθώθηκε και δόξαζε το Θεό. Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο, γύρισε στο πλήθος και είπε: «Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς· μέσα σ΄ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε, και όχι το Σάββατο». Ο Κύριος του απάντησε: «Υποκριτή! Ο καθένας σας δε λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ΄ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;» Με τα λόγια του αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοί του κι ο κόσμος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Ιησούς.


Σχόλια:

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

«Υποκριτά, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει βουν αυτού
ή τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει;»

ΑΝ ΓΕΝΙΚΑ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ στη συμπεριφορά και στις σχέσεις των ανθρώπων είναι αποκρουστικό και απαράδεκτο φαινόμενο, στα πλαίσια της χριστιανικής ζωής που διδάσκει το Ευαγγέλιο, αποτελεί σοβαρή πνευματική αρρώστια. Η υποκρισία όταν καταλάβει την ψυχή του χριστιανού, αλλοιώνει το φρόνημα του. Αφανίζει την αξία κάθε καλού έργου. Ανατρέπει τον ίδιο τον σκοπό της εν Χριστώ ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος ήλεγξε με μεγάλη αυστηρότητα την υποκρισία των συγχρόνων Του Γραμματέων και Φαρισαίων, της ηγετικής αυτής θρησκευτικής τάξεως μέσα στην τότε Ιουδαϊκή κοινωνία.
Το ίδιο βλέπουμε να κάνει και σήμερα στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε. Με παρρησία ελέγχει την υποκριτική στάση ενός αρχισυναγώγου, του προϊσταμένου δηλαδή μιας συναγωγής – ενός ναού, θα λέγαμε, όπου συναθροίζονταν οι Ιουδαίοι για να λατρεύσουν τον Θεό και να παρακολουθήσουν τη θρησκευτική διδασκαλία. Ο έλεγχος αυτής της υποκρισίας που ασκεί σήμερα ο Ιησούς, μας δίνει την ευκαιρία για μια βαθύτερη εξέταση του κατακριτέου αυτού φαινομένου.

Η υποκρισία του αρχισυναγώγου

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΒΡΕΘΗΚΕ ένα Σάββατο σε μια συναγωγή για να προσευχηθεί και να διδάξει το συναγμένο πλήθος. Ανάμεσα σ’ αυτούς που παρευρίσκονταν ήταν και μια γυναίκα «πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ». Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια ήταν άρρωστη από συνέργεια πονηρού πνεύματος. Το σώμα της είχε τόσο κυρτώσει ώστε της ήταν αδύνατο να σηκώσει όρθιο το κεφάλι της. Ο Χριστός την εντόπισε γρήγορα μέσα στο πλήθος. Διέκρινε την ευσέβεια που είχε. Και χωρίς η ίδια να το ζητήσει, έσπευσε να τη θεραπεύσει: «Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου». Επέθεσε επάνω της τα ευλογημένα χέρια Του και η γυναίκα «παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν».
Το θαύμα προκαλεί το φθόνο του αρχισυναγώγου. Κι ενώ βλέπει τη δύναμη του Θεού να θαυματουργεί και μια δυστυχισμένη γυναίκα να θεραπεύεται μετά από δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια αφάνταστης ταλαιπωρίας, εκείνος αγανακτεί. Αγανακτεί υποκριτικά για την καταπάτηση δήθεν της αργίας του Σαββάτου. Η φθονερή αγανάκτηση του είναι σκόπιμη. Γι’ αυτό και δεν τολμά να ελέγξει κατ’ ευθείαν τον Ιησού, παρ’ ότι όσα λέει εμμέσως αναφέρονται στο πρόσωπο Του. Απευθύνεται στο συναγμένο πλήθος. Ελέγχει τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαν καμιά σχέση με το θαύμα που είχε γίνει.
Ο Κύριος βλέπει την απροκάλυπτη υποκρισία του αρχισυναγώγου. Το φθόνο της καρδιάς του, που προσπαθούσε να κρύψει κάτω από το πρόσχημα της ευσέβειας, του σεβασμού τάχα προς τον νόμο του Θεού. Γι’ αυτό και τον ελέγχει αυστηρά. Τον ονομάζει υποκριτή και τον κατηγορεί ανοιχτά ότι παρερμηνεύει το νόμο. «Καθένας από σας δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί από αυτά τα δεσμά το Σάββατο;».

Τι είναι υποκρισία

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ του αρχισυναγώγου είναι χαρακτηριστικό. Και μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε τη φύση και τα συμπτώματα της υποκρισίας, όπως αυτά εκδηλώνονται και σε χριστιανικό έδαφος. Στα πλαίσια της χριστιανικής ζωής.
Τι ακριβώς είναι η υποκρισία; Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας δίνει έναν θαυμάσιο ορισμό: «Υποκρισία είναι η προσποίηση φιλίας ή μίσος που έχει καλυφθεί εξωτερικά με το σχήμα της φιλίας. Ή εχθρότητα που ενεργεί με το προσωπείο της συμπάθειας. Ή φθόνος που μιμείται τα χαρακτηριστικά της αγάπης. Ή βίος που δείχνει να στολίζεται από ψεύτικη και όχι πραγματική αρετή». Ανάλογος είναι και ο ορισμός της υποκρισίας που συναντούμε στον Μ. Βασίλειο: «Υποκριτής είναι αυτός που στο θέατρο υποδύεται διαφορετικό πρόσωπο…Έτσι και σε τούτη τη ζωή πολλοί ενεργούν όπως οι θεατρίνοι. Άλλα έχουν μέσα στην καρδιά τους και άλλα δείχνουν εξωτερικά προς τους ανθρώπους».
Η υποκρισία συνιστά αμάρτημα. Αρρώστια βαριά της ψυχής. Και αποτελεί συμπεριφορά διαβολική, αφού πρώτος ο διάβολος υποκρίθηκε, «όφεως υποκριτής γεγονώς». Ο υποκριτής άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα συμπεριφέρεται ψεύτικα. Αλλιώτικος είναι στην πραγματικότητα και διαφορετικός επιδιώκει να φαίνεται. Άλλα έχει στην καρδιά του και άλλα βγάζει προς τα έξω. Υποκρίνεται τον ευσεβή χωρίς να είναι στην πραγματικότητα. Ό,τι κάνει, ό,τι λέει, ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί, δεν είναι έκφραση του περιεχομένου της καρδιάς του αλλά εξωτερικό προσωπείο, προσποιητή συμπεριφορά με την οποία επιδιώκει να επιδειχθεί και να εντυπωσιάσει τους άλλους. Γι’ αυτό και ο Κύριος ελέγχοντας αυστηρά την υποκριτική συμπεριφορά των Γραμματέων και των Φαρισαίων τους παρομοιάζει με «ασβεστωμένους τάφους», που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι κόκαλα νεκρών και κάθε λογής ακαθαρσία (Μάτθ. 23, 27).

Η αιτία της υποκριτικής συμπεριφοράς

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ που γεννά την υποκρισία; «Η γαρ υπόκρισις», διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εξ οιήσεως γεννάται». Ένας άλλος πνευματικός διδάσκαλος, ο όσιος Θαλάσσιος, παρατηρεί ότι η υποκρισία είναι «ίδιον της κενοδοξίας», ενώ ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, πέρα από την κενοδοξία, ως αιτία της υποκρισίας θεωρεί και τη φιλαργυρία.
Πραγματικά, τα όσα διδάσκουν οι Πατέρες μας επιβεβαιώνονται με ακρίβεια και στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό που μας παρωθεί να υποκρινόμαστε είναι ο εγωισμός μας. Και υποκρινόμενοι τους ευσεβείς επιδιώκουμε να επιδειχθούμε, να εντυπωσιάσουμε τους άλλους. Να τους κάνουμε να μας προσέξουν. Να σχηματίσουν καλή γνώμη για μας. Να μας επαινέσουν. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί γνήσια ευσέβεια, ειλικρινής χριστιανική ζωή. Διότι δεν πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό. Δεν εκπορεύεται από πραγματικό σεβασμό προς το Ευαγγέλιο Του. Δεν αποβλέπει στη δόξα του Κυρίου, αλλά στην ικανοποίηση του πάθους της κενοδοξίας που βασανίζει την ψυχή μας και το οποίο μας εξωθεί να γινόμαστε υποκριτές και ανθρωπάρεσκοι.

Η ζημιά που προκαλεί η υποκρισία

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ καταστρέφει την ενότητα της προσωπικότητας μας. Μας διχάζει εσωτερικά. Και μας εκθέτει στα μάτια των ανθρώπων, όταν – αργά ή γρήγορα – πέφτει το προσωπείο που φορούμε και αποκαλύπτεται πόσο διαφορετικοί είμαστε από αυτό που φαινόμαστε και πόσο προσποιητή είναι η συμπεριφορά που δείχνουμε προς τους άλλους. «Υποκριτήν», διαβάζουμε στη Φιλοκαλία, «ελέγχουσιν οι λόγοι και τα έργα». Εκτιθέμεθα όταν άλλα είναι τα κίνητρα, οι σκοποί, οι εσωτερικές μας διαθέσεις, και αλλιώτικη η εξωτερική συμπεριφορά και οι ενέργειες μας.
Η υποκρισία διαστρέφει την ουσία της θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος Ιησούς μίλησε πολύ αυστηρά γι’ αυτήν και άσκησε δριμύ έλεγχο προς τους υποκριτές. Στην επί Όρους ομιλία Του (Ματθ. 6, 1-6, 16-18) υποδεικνύει πόσο διαφορετικός από αυτόν των υποκριτών θα πρέπει να είναι ο τρόπος με τον οποίο οι χριστιανοί οφείλουμε να ασκούμε την ελεημοσύνη, την προσευχή και τη νηστεία. Και σε άλλη περίσταση – αντιμετωπίζοντας την πονηρία και την κενοδοξία των Γραμματέων και των Φαρισαίων – εν δίστασε να τους αποκαλέσει «υποκριτάς» και να εξαπολύσει εναντίον τους τα φοβερά εκείνα «ουαί» (Ματθ. 23, 13-36).
Το κακό που προξενεί η υποκρισία φαίνεται και στην περίπτωση του αρχισυναγώγου του σημερινού Ευαγγελίου. Βλέπει το θαύμα της θεραπείας και αντί να δοξάσει τον Θεό φθονεί. Και ο φθόνος τον κάνει να παρερμηνεύει ηθελημένα την εντολή του Θεού. Και ενώ φροντίζει – από ιδιοτέλεια βέβαια – για τα άλογα ζώα κατά την ημέρα του Σαββάτου, κόπτεται υποκριτικά για την καταπάτηση της αργίας από τη θεραπεία της συγκύπτουσας, την οποία εξισώνει με την εργασία! – πράγμα που όντως απαγόρευε ο Μωσαϊκός νόμος.

* * *

Αδελφοί μου,
Οφείλουμε να το κατανοήσουμε καλώς: Η υποκρισία συνιστά σοβαρότατο κίνδυνο για την χριστιανική μας ζωή. Ευτελίζει το ευαγγελικό ήθος. Ακυρώνει ό,τι καλό με κόπο κατορθώνουμε. Σκανδαλίζει τους αδελφούς μας. Μας εκθέτει στα μάτια των ανθρώπων.
Γι’ αυτό ας είμαστε πάντοτε ειλικρινείς και έντιμοι. Απροσποίητη η συμπεριφορά μας. Αυστηροί στον εαυτό μας και επιεικείς στους άλλους. Ό,τι κάνουμε να το κάνουμε όχι χάριν της κενοδοξίας αλλά για την δόξα του Θεού και το καλό των αδελφών μας. Ανυπόκριτη η πίστη μας προς τον Θεό (Α’ Τιμ. 1, 5 –Β’ Τιμ. 1,15), ανυπόκριτη και η αγάπη προς τους αδελφούς μας (Ρωμ. 12, 9 – Β’ Κορ. 6, 6).