Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013





Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου, ( απόσπασμα ομιλίας περί Θανάτου που πραγματοποιήθηκε εις Νίκαια Αθηνών τον Μάρτιο του 2008 κατόπιν προσκλήσεως του Οικείου Μητροπολίτου εις Ιερό Ναό της Αττικής ).  


 
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ.

 

α. Πως εισήλθε

 

Ο θάνατος δεν είναι έργο του Θεού. Δεν τον έκαμε ο Θεός. «Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν», λέγει η Γραφή (Σοφ. Σολ. 1, 13). Τον άνθρωπο, ο Θεός τον έπλασε «επ’ αφθαρσία»· δηλαδή, να μένει για πάντα άφθαρτος· και να φθάσει σε θέωση.

Όμως κάποια στιγμή, στον όμορφο κόσμο του Θεού «ετρύπωσε» ο θάνατος. Αυτό δεν έγινε με θέλημα Θεού. Τον προκάλεσε θέλημα αντίθετο στο θέλημα του Θεού: το θέλημα του Εωσφόρου· του εκπεσόντος αρχαγγέλου.

Αυτός, επεθύμησε για τον εαυτό του να γίνει ίσως με τον Θεό, ή και μεγαλύτερος από Αυτόν. Αυτή όμως η επιθυμία του, τον έκαμε και αποκόπηκε από κάθε σχέση με τον Θεό· στερήθηκε την χάρη και τον φωτισμό του Θεού· και «έπεσε»· δηλ. έχασε την δόξα, τον αγιασμό και την θεία ζωή που είχε· και ξέπεσε σε μια ψυχοπαθολογική κατάσταση φιλαυτίας και φθόνου. Σε μια νοσηρή εγωπάθεια. Κα σε μια τρομακτική κακία. Εναντίον όλων· και κυρίως εναντίον του ανθρώπου.

Από φθόνο κινούμενος ο διάβολος βάλθηκε να αποπλανήσει τον Αδάμ. Και τον αποπλάνησε. Και ο Αδάμ καταπάτησε την εντολή του Θεού. Με αποτέλεσμα ότι έτσι «έπεσε» και αυτός. Και, έστω και αν σωματικά ζούσε, κατάντησε ψυχικά νεκρός. «Φθόνω διαβόλου ο θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2, 24). Γιατί ζωή είναι ο Θεός. Και όποιος φεύγει από τον Θεό, φεύγει από την ζωή· και συνεπώς πεθαίνει.

Όμως. Η αμαρτία και ο θάνατος δεν έμειναν στα στενά όρια των δυο πρώτων ενόχων. Επεκτάθηκαν. Στους αγγέλους, που ταυτίστηκαν με τον Εωσφόρο· και στους ανθρώπους, που μιμήθηκαν τον Αδάμ.

Και έτσι εξ αιτίας του ενός ανθρώπου, εμπήκε η αμαρτία σε όλο τον κόσμο. Και η αμαρτία έφερε τον θάνατο. Και ο θάνατος επέρασε σε όλους· αφού δεν έμεινε κανείς που να μην εμιμήθη, σε κάποιο βαθμό, στην αμαρτία τον Αδάμ (Ρωμ. 5, 12). Και έτσι εβασίλευσε στον κόσμο ο θάνατος (Ρωμ. 5, 14). Σε όλους. Ακόμη και σ’ εκείνους που δεν είχαν καθόλου, ή είχαν ελάχιστα, αμαρτήσει (Ρωμ. 5, 14).

 

β. Πως καταργήθηκε

 

Δεν μπορεί ποτέ η αμαρτία, να είναι πιο ισχυρή από την χάρη του Θεού.

Δεν μπορεί ποτέ έργο ανθρώπου να έχει πιο πολλή δύναμη από ό,τι έργο Θεού.

Δεν μπορεί ποτέ, η αμαρτία ενός ανθρώπου να ίσχυσε να φέρει τον θάνατο σε όλο τον κόσμο, και η χάρη και η δωρεά του Θεού, όπως την έκαμε έργο και μας την προσφέρει ο ένας θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, να μην μπορεί, πολύ περισσότερο, και να μην αρκεί και υπεραρκεί, να μας σώσει όλους από τον θάνατο και γενικά από όλα τα επακόλουθα της αμαρτίας.

Λοιπόν. Το ξαναλέω. Και το ξανατονίζω:

Αν η αμαρτία του ενός (του Αδάμ!) άρκεσε να κάμει να βασιλεύσει στον κόσμο ο θάνατος εξ αιτίας αυτού του ενός (= ενός χοϊκού ανθρώπου), πόσο πιο πολύ πρέπει να αρκεί και να υπεραρκεί ο πλούτος της χάρης που μας προσφέρει ο Ένας, ο Θεός Ιησούς Χριστός, να μας αθωώσει όλους, να μας δικαιώσει, και να μας απαλλάξει από όλα τα επακόλουθα της αμαρτίας και να κάμει, εκείνοι που την δέχονται και την παίρνουν να αποκτούν αιώνια ζωή και να βασιλεύον για πάντα χάρις στον Ιησού Χριστό;

Συμπέρασμα:

Όπως ένας έπεσε, και σε όλους επέρασε η αμαρτία και ο θάνατος, έτσι και ένας έκαμε το θέλημα του Θεού, ένας εργάσθηκε σωστά, και επέρασε σε όλον τον κόσμο το δικαίωμά του, να έχει και να διατηρεί την ζωή του.

Και ακόμη:

Όπως η παρακοή του ενός έγινε αφορμή και κατάντησαν όλοι αμαρτωλοί, κατά τον ίδιο τρόπο και η υπακοή του ενός (Ιησού Χριστού) έγινε το όπλο της δικαίωσης και της σωτηρίας όλων μας (Ρωμ. 5, 15-19).

* * *

 

Τρόπος, με τον οποίο εμείς συμμετέχομε στους καρπούς, στα ωφελήματα, που μας προσφέρει το έργο του Χριστού για μας, και εμείς το αποδεχόμαστε και το παίρνομε, είναι:

·          το βάπτισμα «εις άφεσιν αμαρτιών»·

·          η μετάνοια (=προέκταση του βαπτίσματος)·

·          η θεία κοινωνία (=εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον).

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: