Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010




Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης, Θεέ των όλων, υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον, σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον, πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά· Εύφορον πάσι το έτος χορήγησον.


1η Σεπτεμβρίου: ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ


(δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους). Για την περίπτωση αυτή, ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά έξης: "Λέξις λατινική (indictio) όρισμόν σημαίνουσα καθ' όν κατά δεκαπενταετή περίοδον έπληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α' Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. "Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι' ανθρώπους νέε".Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.Η 1η Σεπτεμβρίου, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, αποτελεί την αρχή της Ινδίκτου. Τότε τελείται η ακολουθία της Ινδίκτου σε συνδυασμό με τη θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.Αρχικά υπήρχε η Αυτοκρατορική Ίνδικτος ή Καισαρική Ινδικτιώνα που μάλλον εισήχθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Εκαλείτο επιπλέον Κωνσταντινική ή της Κωνσταντινουπόλεως ή Ελληνική. Παράλληλα υπήρχε και η Παπική Ινδικτιώνα.Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη. Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ' αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1 η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.


Άπολυτίκιον.

Ήχος β'.

Ό πάσης Δημιουργός της κτίσεως, ό καιρούς και χρόνους εν τη Ίδία εξουσία θέμενος, ευλόγησαν τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητας σου, Κύριε, φυλάττων εν ειρήνη τους βασιλείς και την πάλιν σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010


29 Αυγούστου η Αποκεφάλισης του Τιμίου Προδρόμου.


“Τόν ἐν προφήταις μείζονα γνωρισθέντα καί Ἀποστόλων πρόκριτον γεγονότα, ὕμνοις ἐγκωμίων στεφανώσωμεν, τόν Πρόδρομον τῆς χάριτος, τήν κεφαλήν γάρ ἐτιμήθη, διά τόν νόμον Κυρίου.” (ἐξαποστειλάριον ἑορτῆς).


Περίλαμπρα τιμᾶ σήμερον ἡ Ἐκκλησία τόν Πρόδρομο Ἰωάννη καί μνημονεύει τό θλιβερό καί ἀποτρόπαιο γεγονός τῆς ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς του, δηλαδή μέ τά σημερινά δεδομένα θά λέγαμε, τῆς ἐκτελέσεως μέ ἀποκεφαλισμό ἑνός ἀθώου καί ἀδικοφυλακισμένου, τοῦ Ἰωάννη Προδρόμου.
Ὑπενθυμίζουμε ὅτι αἰτία τῆς φυλακίσεως τοῦ Προδρόμου ἀπό τόν υἱό τοῦ Ἡρώδη τοῦ Μεγάλου, τόν Ἡρώδη Ἀντίπα, ἦταν ἡ παράνομη σχέση, τήν ὁποία δημιούργησε ὁ Ἡρώδης μέ τή νύμφη του Ἡρωδιάδα. Ἡ Ἡρωδιάδα ἦταν σύζυγος τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἡρώδη, τοῦ Φιλίππου. Ὁ Φίλιππος μέ τήν Ἡρωδιάδα εἶχαν παιδί ἀπό τό γάμο τους, τή Σαλώμη. Ἕνεκα αὐτῶν τῶν καταστάσεων, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, ὁ Προφήτης καί Πρόδρομος Ἰωάννης, τούς ἔκανε δριμύτατο ἔλεγχο. Γιά τοῦτο κατάληξε στή φυλακή καί ἔπειτα γνώρισε τό θάνατο μέ ἀποκεφαλισμό.
Ὁ Ἡρώδης Ἀντίπας, ὡς ἐπιπόλαιος καί παρασυρόμενος ἀπό τήν Ἡρωδιάδα, μετά τό χορό τῆς Σαλώμης πρός τιμή του στά γενέθλιά του, τῆς ἔταξε μέχρι καί τό μισό βασίλειό του. Ἡ Ἡρωδιάδα ὅμως συμβούλευσε τή Σαλώμη σχετικά καί ἡ τελευταία ζήτησε τό κεφάλι τοῦ Προδρόμου στό πιάτο, πρᾶγμα πού ἐγένετο. Ἡ ἐξόντωση ὅμως τοῦ στόματος τῆς ἀληθείας γέννησε τέτοιες τύψεις στήν ψυχή τοῦ Ἡρώδη πού ἐκεῖνος ἀκούοντας γιά τά θαύματα τοῦ Κυρίου τά ἀπέδιδε στόν Ἰωάννη ὡς ἀναστηθέντα.
Ἡ ἀντιπνευματική καί σαρκολάτρισσα ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη βαθυτέρας μελέτης τῆς μορφῆς, τῆς ζωῆς, τοῦ κηρύγματος, τῆς προσφορᾶς καί τῆς θυσίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, στήν πλειονότητά του, ἀντιμέτωπος μέ τούς πολλούς θορύβους τῆς ζωῆς, ἀποβαίνει κωφός στά μηνύματα τοῦ οὐρανοῦ. Θαμπωμένος ἀπό τίς ἀνακαλύψεις καί τίς μηχανές νομίζει ὅτι ἔγινε Θεός καί ἔβγαλε τόν Ἀληθινό Θεό ἀπό τά σχέδια καί τήν καθημερινή του ζωή. Ἀσχολεῖται μέ τό πόσα ὑλικά ἀγαθά ἔχει, τί γνώσεις καί ψευτοδιπλώματα πῆρε καί στό πῶς νά προβληθεῖ καί νά καταξιωθεῖ σέ τοῦτο τόν κόσμο πάνω στή γῆ. Ἔχουν καί αὐτά βέβαια τή θέση τους στή ζωή μας. Δέν εἶναι ὅμως τό πᾶν.
Χρειάζεται νά προσέχουμε ὄχι μόνο τήν ὁριζόντια διάσταση τῆς ζωῆς ἀλλά νά σκεπτόμεθα παράλληλα καί τήν κάθετη καί μάλιστα σοβαρότερα. Εἶναι ἀνάγκη νά βάλουμε πιό πολύ Θεό στή ζωή, τήν καρδιά, τό νοῦ καί τό πρόγραμμά μας, ἄν θέλουμε νά πορευθοῦμε τόν ἀνάντη δρόμο, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ ἀταλάντευτα πιό κοντά στόν Πλάστη Θεό. Ἄν περιοριζώμεθα στό τί “φάγωμεν καί πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν” (Α´ Κορ. ιε´ 32), σέ τί διαφέρουμε ἀπό τά ἄλογα ζῶα; Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε γιά πιό ψηλά, γιά τά μεγάλα, τά ὡραῖα, τά οὐράνια καί θεῖα. Εἶναι ὁ ἀετός τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τό σκουλήκι τῆς γῆς. Στόχος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά εἶναι ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ καί τέρμα ἡ οὐράνια Βασιλεία. Ἀμήν!

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010


Ο χρόνος στη ζωή του ανθρώπου

Ο βίος του ανθρώπου είναι αγώνισμα και ο χρόνος της επίγειας ζωής του είναι στάδιο. Η πρώτη δωρεά του Θεού στον άνθρωπο είναι ο χρόνος του βίου του, η επίγεια ζωή του. Αν μετρήσουμε το χρόνο αυτό του βίου μας με φυσικό μέτρο, είναι μηδαμινός, μια ελάχιστη διάρκεια μέσα στην ηλικία των φυσικών όντων.Αν τον συναρτήσουμε με τον πνευματικό κόσμο, είναι η αιωνιότης. Πάντως μεγάλη δωρεά και πολύτιμο αγαθό στη ζωή αυτό που ονομάζεται χρόνος, κεφάλαιο, που άλλοι το μεταλλεύουν και άλλοι το σκορπίζουν. Οι Χριστιανοί «εξαγοράζονται τον καιρόν». Ο χρόνος είναι μια διάσταση –η τέταρτη διάσταση, που λαμβάνει την αρχή και την ύπαρξή της συγχρόνως με την αρχή και τη δημιουργία του κόσμου. Η Θεία Γραφή λέγει: «εν αρχή εποιήσεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Αυτό ως προς το χρόνο φανερώνει, όπως ερμηνεύει ο Μέγας Βασίλειος, ότι «συμφυής άρα τω κόσμω... ή του χρόνου διέξοδος υπέστη». Τα ίδια πρεσβεύουν και διδάσκουν και ο Αναξαγόρας και ο Πλάτων.
Ως προς την αξία και σημασία του, οι αρχαίοι ονόμαζαν το χρόνο «πολυτελέστατον ανάλωμα» και έλεγαν ότι «ο χρόνος εστί δάνος», δηλαδή ο χρόνος είναι δάνειο, που δίδεται στους ανθρώπους για να τον χρησιμοποιήσουν.
Μέσα στο χρόνο και το χώρο δημιουργεί ο άνθρωπος την ιστορία του, που είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας, του αγώνα και της εμπειρίας των γενεών, και που προχωρεί και κατευθύνεται προς ένα τελικό σκοπό κατά το σχέδιο και την πρόνοια του Θεού. Τίποτε δεν έδωσε ο Θεός έτοιμο στον άνθρωπο, τον έπλασε «κατ’ εικόνα» και εζήτησε απ’ αυτόν το «καθ’ όμοίωσιν». Του έδωσε τους όρους και τις δυνατότητες να αυξηθεί και να κατακυριεύσει τη γη, όλη τη φυσική δημιουργία.
Αλλά προορισμός του ανθρώπου δεν είναι μόνο να κατακτήσει τη γη, να υποτάξει την υλική δημιουργία. Είναι ακόμη, μάλιστα δε πρώτο, να κατακτήσει τον εαυτό του, να καλλιεργηθεί εσωτερικά και να εξημερωθεί ηθικά, με ένα λόγο, να ομοιωθεί προς τον Θεό. Γιατί ο άνθρωπος είναι μεν εντός αλλ’ είναι και υπεράνω της ιστορίας. Ως βιολογικός οργανισμός, ο άνθρωπος είναι «υπό τα στοιχεία του κόσμου τούτου» μέσα στο χώρο και το χρόνο του φυσικού κόσμου, αλλά σε ό,τι αφορά στο σκοπό και τον προορισμό της ζωής του, είναι έξω των διαστάσεων της φυσικής εμπειρίας. Ο χώρος και ο χρόνος του βίου είναι το στάδιο της ηθικής τελειώσεώς μας, ο δρόμος τον οποίο πρέπει να περάσουμε, για να φθάσουμε στον κόσμο εκείνο που είναι εκτός των συνθηκών της υλικής κτίσεως, εκτός τόπου και χρόνου.
«Πιστεύομεν διό και λαλούμεν», που σημαίνει ότι κηρύττουμε καθώς πιστεύουμε και απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που πιστεύουν, αν και δεν αγνοούμε ότι υπάρχουν πολλοί στον καιρό μας που πιστεύουν διαφορετικά. Αλλ’ εμείς ως Χριστιανοί μάθαμε από την Εκκλησία, από τον Λόγο του Θεού να συνδέουμε το φυσικό χρόνο με την αιωνιότητα, επειδή πιστεύουμε ότι πέραν του κόσμου τούτου υπάρχει ο μεγάλος προορισμός του ανθρώπου, και γι’ αυτό τρέχουμε το δρόμου του βίου «διώκοντες κατά σκοπόν», όπως γράφει ο Απόστολος, έχουμε δηλαδή αντικειμενικό σημείο και τέρμα προς το οποίο κατευθυνόμαστε. Αν δεν είναι αυτή η αλήθεια, τότε είμαστε τραγικοί άνθρωποι στη ζωή.
Κινούμαστε από μια αόρταη και παντοδύναμη αιτία προς τα εμπρός, προς το θάνατο, χωρίς να μπορούμε να προβάλουμε αντίσταση. Ένα ρεύμα μάς παρασύρει διαρκώς, θέλουμε να απλώσουμε τα χέρια, να κρατηθούμε από κάπου, να σταθούμε στην όχθη του ποταμού, να δούμε το ρεύμα να φεύγει εμπρός κι εμείς να μένουμε πίσω. Μάταια όμως! Η δύναμη που μάς παρασύρει, είναι εντός μας, δεν είναι δυνατόν να της ξεφύγουμε. Είναι ο νόμος της αενάου και διαρκούς αλλαγής του φυσικού κόσμου.
Συμβατικά, λέμε ότι εισερχόμαστε σε νέο έτος. Τούτο απλώς είναι ένα σχήμα λόγου, γιατί και ο χρόνος καθ’ εαυτόν και η διαίρεση του χρόνου σε εβδομάδες και μήνες και έτη και αιώνες, είναι λογικές κατασκευές, που σαν μόνη πραγματική βάση έχουν το φυσικό γεγονός του ημερονυκτίου. Εισερχόμαστε λοιπόν σε νέο πολιτικό έτος και πάντοτε με πολύ κοινό τρόπο μοιράζομε τυπικές ευχές. «Αίσιο και ευτυχές το νέο έτος» είναι η συνηθισμένη και στερεότυπη ευχή. Άλλο τώρα πως φαντάζεται, πως εννοεί και πως θέλει ο καθένας την ευτυχία. Αίσιο και ευτυχές ευχόμαστε και εμείς το νέο έτος σε όλους τους ανθρώπους και μάλιστα στους «οικείους της πίστεως». Με την έννοια ότι η ευτυχία είναι η εσωτερική ικανοποίηση από την εκτέλεση του θείου θελήματος, και με την πίστη ότι η ευτυχία αυτή δεν είναι δώρο της ανύπαρκτης τύχης, αλλά αποτέλεσμα της συνεργασίας της Θείας Χάριτος και της ανθρώπινης θελήσεως.
Είπε κάποιος από τους αρχαίους ότι «η μεν γαρ εμπειρία τέχνην εποίησεν, η δ’ απειρία τύχην». Η πίστη στην τύχη είναι γνώρισμα των απείρων και των οκνηρών. Αλλά ο Θεός δίνει σ’ εκείνους που έχουν, σ’ εκείνους που ξέρουν το χρόνο της ζωής τους με εμπειρία, σ’ εκείνους που έμαθαν να δεσμεύουν, να αξιοποιούν το χρόνο του βίου τους κατά το θέλημα του Θεού. «Ου στερήσει Κύριος τα αγαθά τοις πορευομένοις εν ακακία».

Γράφει: Σεβ. Μητροπολίτης Καρπενησίου κ. Νικόλαος
Πηγή: Από το περιοδικό «Τόλμη» Τευχ. Φεβρουάριος 2005 .

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010


Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.


«Τὴ ΙΕ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς πανσέπτου Μεταστάσεως τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας».


Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο σπίτι του, όπου διέμεινε μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, συγγενή της Θεοτόκου.
Όταν δεν ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πιο πριν ότι πρόκειται να γίνει η μετάστασή της από τη γη στον ουρανό.
Πήγε τότε ο Άγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη».
Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, χάρηκε πολύ και από τον πολύ πόθο της να μεταβεί στον μονογενή Υιό της, ανέβηκε με βιασύνη και προθυμία στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος. Τότε ακολούθησε θαύμα παράδοξο. Όταν ανέβηκε εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφή τους τα δέντρα, σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και την προσκύνησαν και έτσι έδειξαν το σεβασμό τους και τίμησαν την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου.
Αφού προσευχήθηκε αρκετά η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Άναψε φώτα πολλά, ευχαρίστησε τον Θεό και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες. Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Άγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Άγγελος, ένα κλαδί φοίνικα.
Οι καλεσμένες γυναίκες, μόλις άκουσαν αυτό το λυπηρό μήνυμα, άρχισαν τους θρήνους και έπειτα παρακαλούσαν την Παναγία να μη τις αφήσει ορφανές. Και η Θεοτόκος τις βεβαίωσε ότι, αφού μετασταθεί στους ουρανούς, θα φυλάει όχι μόνον αυτές αλλά και όλο τον κόσμο. Με τέτοια παρηγορητικά λόγια στάματησε την υπερβολική λύπη τους.
Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της.
Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες. Όλοι αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία για την οποία συνάχθηκαν αιφνιδίως και παραδόξως, έλεγαν στην Θεοτόκο: «όσο σε βλέπαμε, Δέσποινα, να ζεις και να μένεις στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου. Επειδή όμως τώρα με τη βουλή του Υιού σου και Θεού μεταβαίνεις στα ουράνια, γι’ αυτό καθώς βλέπεις θρηνούμε και δακρύζουμε, αν και από την άλλη χαιρόμαστε για όσα θαυμαστά σου έγιναν». Τότε η Θεοτόκος τους αποκρίθηκε: «Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου».
Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».
Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της.
Τότε ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος άρχισε να λέει στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια, ενώ οι άλλοι Απόστολοι σήκωσαν το νεκροκρέβατο. Άλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας λαμπάδες και ψάλλοντας ύμνους και άλλοι ακολουθούσαν ως το τάφο το σώμα της Θεομήτορος. Ακούγονταν και Άγγελοι από τον ουρανό που έψαλλαν και γέμιζαν τον αέρα οι μελωδίες τους.
Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει.
Έπειτα οι έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεσθημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων.
Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής».
Η υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πραγματικός οδηγός, για όσους θέλουν ν’ ανυψώνονται προς τον Θεό. Έργο της είναι να πρεσβεύει στον Τριαδικό Θεό για όλους τους ανθρώπους. Για μας τους ορθοδόξους η Θεοτόκος είναι η «ακαταίσχυντος προστασία και η αμετάθετος προς τον ποιητή μεσιτεία».
Δίκαια μπορούμε να αποθέσουμε τις ελπίδες μας προς την υπεραγία Θεοτόκο αφού, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «κανένα άλλο κτίσμα στον κόσμο δεν αγάπησε ποτέ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, ούτε συμμορφώθηκε τόσο στο θέλημά Του όσο η Παναγία Μητέρα του».Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τιμή προς την Παναγία ανάγεται στον Υιό της, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.

«ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΣΧΑ»
«…Ο Χριστιανός φεύγει από τον κόσμο αυτό, πλαισιωμένος από τη Στρατευομένη Εκκλησία ενώ στην αντίπερα όχθη τον υποδέχεται η Θριαμβεύουσα Εκκλησία. Αν η έξοδος ενός απλού μέλους της Εκκλησίας από τον κόσμο τούτο είναι εκκλησιαστικό γεγονός, η Έξοδος της Πρώτης μέσα στην Εκκλησία, της Θεοτόκου, ήταν κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικό γεγονός. Απήχησις της αλήθειας αυτής είναι ο πάνδημος εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η γιορτή αυτή στην Ορθοδοξία αποτελεί ένα δεύτερο Πάσχα…»

Επιμέλεια-παρουσίαση: Πρεσβύτερος Δημήτριος Λ. Λάμπρου.

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010


Όταν εξομολογείται ο άνθρωπος, η χάρις τον ελευθερώνει από τα ψυχικά τραύματα.


"Δεν ευθύνεται μονάχα ο άνθρωπος για τα παραπτώματά του. Τα λάθη, οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι μόνο προσωπικά βιώματα του εξομολογούμενου
Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει μέσα του και τα βιώματα των γονέων του και ειδικά της μητέρας, δηλαδή το πώς ζούσε η μητέρα, όταν τον κυοφορούσε, αν στενοχωριόταν, τι έκανε, αν κουραζόταν το νευρικό της σύστημα, αν είχε χαρά, αν είχε θλίψη, αν είχε μελαγχολία. Έ, όλο το νευρικό σύστημα το δικό της επηρέασε το νευρικό σύστημα του εμβρύου της. Οπότε, όταν γεννηθεί το παιδί και μεγαλώσει, παίρνει μέσα του και τα βιώματα της μητέρας του, δηλαδή άλλου ανθρώπου. Δημιουργείται μια κατάσταση στην ψυχή του ανθρώπου εξαιτίας των γονέων του, που την παίρνει μαζί του σ΄ όλη του τη ζωή, αφήνει ίχνη μέσα του και πολλά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή του είναι απόρροια της καταστάσεως αυτής. Τα φερσίματά του έχουν άμεση σχέση με την κατάσταση των γονέων του. Μεγαλώνει, μορφώνεται, αλλά δεν διορθώνεται. Εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος από την ευθύνη για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Υπάρχει, όμως, ένα μυστικό. Υπάρχει κάποιος τρόπος ν΄ απαλλαγεί ο άνθρωπος απ΄ αυτό το κακό. Ο τρόπος αυτός είναι η γενική εξομολόγηση, η οποία γίνεται με την χάρι του Θεού. Μπορεί, δηλαδή, να σου πει ο πνευματικός: - Πώς θα ήθελα να ήμασταν σ΄ ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου απ΄ την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου, όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν τη ζωή σου. Πολλές φορές έχω μεταχειριστεί αυτή την γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ΄ αυτό. Την ώρα που τα λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει απ΄ όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές, διότι, την ώρα που τα λες, ο εξομολόγος εύχεται θερμά στον Κύριο για την απαλλαγή σου. Είχε έλθει σ΄ εμένα προ καιρού μια κυρία, που έκανε αυτού του είδους την εξομολόγηση και βρήκε μεγάλη ωφέλεια. Βελτιώθηκε η ψυχολογική της κατάσταση, διότι τήνε βασάνιζε κάτι. Έστειλε, λοιπόν, αυτή μια φίλη της και πήγαμε έξω στο βράχο, στα Καλλίσια. Καθίσαμε και άρχισε κι εκείνη να μου μιλάει. Της λέω: - Να μου πεις ό,τι αισθάνεσαι. Αν σε ρωτήσω εγώ για κάτι, να μου πεις. Αν δεν σε ρωτήσω, να συνεχίσεις να τα λέεις, όπως τα αισθάνεσαι. Όλ' αυτά που μου έλεγε, τα παρακολουθούσα όχι απλώς με προσοχή, αλλά "έβλεπα" μέσα στον ψυχικό της κόσμο την επίδραση της προσευχής. Την παρακολουθούσα μέσα στην ψυχή της κι "έβλεπα" ότι πήγαινε χάρις μέσα της, όπως τήνε κοίταζα εγώ. Διότι στον πνευματικό υπάρχει χάρις και στον παπά υπάρχει χάρις. Το καταλαβαίνετε; Δηλαδή, ενώ εξομολογείται ο άνθρωπος, ο ιερέας προσεύχεται γι αυτόν. Συγχρόνως έρχεται η χάρις και τον ελευθερώνει απ΄ τα ψυχικά τραύματα, που για χρόνια τον βασανίζουν, χωρίς να γνωρίζει την αιτία τους. Ω, αυτά τα πιστεύω πολύ! Στον εξομολόγο μπορείς να μιλήσεις όπως αισθάνεσαι, αλλά δεν είναι αυτό τόσο σημαντικό, όσο είναι το ότι κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου προσευχόμενος ο παπάς και βλέπει πώς είσαι και σου μεταδίδει την χάρι του Θεού. Έχει αποδειχθεί ότι αυτό το κοίταγμα είναι πνευματικές "ακτίνες" που σε ξαλαφρώνουν και σε θεραπεύουν, μη νομίσετε ότι είναι ακτίνες φυσικές. Είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα. Και με τον Χριστό τι έγινε; Έπιασε το χέρι της αιμορροούσης και είπε: "Εγώ γάρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ΄εμού". Θα πεις: "Ναι, μα ήταν Θεός". Ο Χριστός βέβαια ήταν Θεός, αλλά μήπως και οι Απόστολοι δεν κάνανε το ίδιο; Όλοι οι πνευματικοί, οι εξομολόγοι, έχουν αυτήν την χάρι κι όταν εύχονται, την εκπέμπουν ως αγωγοί. Για παράδειγμα, θέλουμε ν΄ ανάψουμε εδώ πέρα μια θερμάστρα και βάζουμε ένα καλώδιο, αλλά δεν μπορεί να κάνει επαφή, διότι το καλώδιο δεν είναι στην πρίζα. Αν, όμως, το καλώδιο μπει στην πρίζα, μόλις κάνει την επαφή, έρχεται το ρεύμα μέσω αυτού του αγωγού. Είναι πνευματικά πράγματα της θρησκείας μας αυτά. Μπορεί να λέμε για καλώδιο, αλλά στην πραγματικότητα αυτή είναι "η θεία ψυχανάλυση".


Γέροντας Πορφύριος

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010



Η Μεταμόρφωση του Χριστού.

Η Μεταμόρφωση του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ έγινε λίγο προ του Πάθους Του, και συγκεκριμένα σαράντα ημέρες πριν πάθει και σταυρωθεί. Άλλωστε, ο σκοπός της Μεταμορφώσεως ήταν να στηριχθούν οι Μαθητές στην πίστη ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού και να μη κλονισθούν για όσα θα έβλεπαν τις ημέρες εκείνες. Στα τροπάρια της Εκκλησίας φαίνεται αυτή η αλήθεια.Σε ένα ψάλλουμε: «Προ του τιμίου σταυρού σου και του πάθους, λαβών ους προέκρινας των ιερών μαθητών προς το Θαβώριον Δέσποτα, ανήλθες όρος». Και στο Κοντάκιο της εορτής λέγεται: «...ίνα όταν σε ίδωσιν σταυρούμενον το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα».
Επομένως, κανονικά η Μεταμόρφωση του Χριστού έπρεπε να εορτάζεται τον μήνα Μάρτιο, ανάλογα με το πότε εορτάζεται κάθε χρόνο το Πάσχα. Επειδή, όμως, ο χρόνος αυτός συμπίπτει με την περίοδο της Τεσσαρακοστής και δεν θα μπορούσε να εορτασθεί πανηγυρικά, γι' αυτό η εορτή μεταφέρθηκε την 6ην Αυγούστου. Η ημερομηνία αυτή δεν είναι τυχαία, αφού προηγείται σαράντα ημέρες από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβίου), η οποία είναι σαν την Μ. Παρασκευή.
Τα γεγονότα της εορτής διασώζονται και από τους τρεις λεγομένους συνοπτικούς Ευαγγελιστές, γιατί η Μεταμόρφωση αποτελεί κεντρικό γεγονός στην ζωή του Χριστού και περικλείει πολλά θεολογικά μηνύματα. (Ματθ. ιζ', 1-8, Μαρκ. θ', 2-8, Λουκ. θ', 28-36).[...]

Η λέξη μεταμόρφωση δηλώνει την αλλαγή της μορφής. Δηλαδή σε μια συγκεκριμένη στιγμή ο Χριστός αποκάλυψε αυτό που κρυπτόταν, φανέρωσε την δόξα της θεότητος, με την οποία ήταν ενωμένη η ανθρώπινη φύση από την στιγμή της συλλήψεως στην κοιλία της Θεοτόκου. Ο Χριστός με την μεγάλη Του φιλανθρωπία κάλυπτε αυτό που είχε πάντοτε, ώστε να μη «καούν» οι Μαθητές, λόγω της ακαταλληλότητός τους, επειδή δεν είχαν ακόμη προετοιμασθεί.
Ο Χριστός εκείνη την ώρα μεταμορφώθηκε, «ουχ ο ουκ ην προσλαβόμενος, ουδέ εις όπερ ουκ ην μεταβαλόμενος, αλλ' όπερ ην τοις οικείους μαθηταίς εκφαινόμενος» (αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε κάτι που δεν είχε, ούτε μεταβλήθηκε σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανέρωσε στους Μαθητές Του αυτό που ήταν. Ουσιαστικά όταν κάνουμε λόγο για Μεταμόρφωση εννοούμε ότι έδειξε την δόξα της θεότητός Του, που την κρατούσε αφανή στο φαινόμενο σώμα, επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να την αντικρύσουν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει ότι ο Χριστός δεν έδειξε ολόκληρη την θεότητα, αλλά μια μικρή ενέργειά της. Και αυτό ο έκανε αφ' ενός μεν για να πληροφορήσει για το ποια είναι η θεϊκή δόξα της Βασιλείας, αφ' ετέρου δε από φιλανθρωπία, ώστε να μη χάσουν και την ζωή τους ακόμη, βλέποντας ολόκληρη την δόξα της θεότητος. Γι' αυτό, το μυστήριο της Μεταμορφώσεως είναι και αποκάλυψη της Βασιλείας, αλλά και έκφραση της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.
Γίνεται λόγος στα λειτουργικά κείμενα ότι κατά την Μεταμόρφωση ο Χριστός θεούργησε την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε. Αυτό, όμως, λέγεται με μια ορισμένη έννοια και δεν σημαίνει ότι τότε μόνο θεουργήθηκε η ανθρώπινη φύση. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η ανθρώπινη φύση θεουργήθηκε, δηλαδή θεώθηκε, από την υποστατική ένωση και κοινωνία με τον Θεό Λόγο, που έγινε από την στιγμή της συλλήψεώς Του στην κοιλία της Θεοτόκου, την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε, η θεότητα θέωσε την ανθρώπινη φύση, ενώ η ανθρώπινη φύση θεώθηκε (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού φανερώθηκε στους Μαθητάς αυτή η θεουργηθείσα ανθρώπινη φύση από την πρόσληψή της από τον Θεό Λόγο. Προηγουμένως ήταν άγνωστη, τώρα έγινε φανερά. Με αυτήν την έννοια γίνεται λόγος σε μερικά τροπάρια για θεουργία της ανθρώπινης φύσεως κατά την Μεταμόρφωση.
Αυτό ακριβώς το γεγονός μάς οδηγεί στην άποψη ότι στο Θαβώρ δεν έχουμε μόνο Μεταμόρφωση, αποκάλυψη του Χριστού, αφού πραγματικά τότε έδειξε μερικές ακτίνες της θεότητός Του, αλλά και μεταμόρφωση των Μαθητών. Οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την θεουργία της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, ακριβώς γιατί μεταμορφώθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Οι Πατέρες κάνουν λόγο για εναλλαγή των Μαθητών. «Ενηλλάγησαν ουν και ούτω την την εναλλαγήν είδον» (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει εναλλαγή, Μεταμόρφωση του Χριστού, αλλά αυτό έγινε γνωστό, γιατί υπήρξε και εναλλαγή, μεταμόρφωση των Μαθητών.
Η μεταμόρφωση των Μαθητών έγινε σε όλη τους την ψυχοσωματική ύπαρξη. Οι Μαθητές δεν είδαν το θειό φως μόνο με τον νου τους, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με αυτές τις σωματικές αισθήσεις, οι οποίες όμως προηγουμένως δυναμώθηκαν από την άκτιστη ενέργεια του Θεού και μεταμορφώθηκαν για να τον δουν. Οι σωματικοί οφθαλμοί είναι τυφλοί ως προς το φως του Θεού, επειδή οι οφθαλμοί του ανθρώπου είναι κτιστοί και δεν μπορούν ναδουν το άκτιστο Φως. Γι' αυτό και αλλοιώθηκαν από την ενέργεια του Θεού και αξιώθηκαν να δουν την δόξα του Θεού (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου .


Επιμέλεια-παρουσίαση: Πρεσβύτερος Δημήτριος Λ. Λάμπρου.