Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου 2010.
Β΄ Κυριακή των Νηστειών.
Ευαγγελιστής Μάρκος κεφάλαιο β΄ στίχοι: 1-12





Κείμενο:
1 Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι' ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. 2 καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοὶ, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. 3 καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον ἐφ' ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. 5 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 Τί οὗτος οὕτως λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 10 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας - λέγει τῷ παραλυτικῷ· 11 Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 12 καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι, οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.

Μετάφραση:
Ύστερα από λίγες μέρες μπήκε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ και διαδόθηκε ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι. Αμέσως συγκεντρώθηκαν πολλοί, ώστε δεν υπήρχε χώρος ούτε κι έξω από την πόρτα· και τους κήρυττε το μήνυμά του. Έρχονται τότε μερικοί προς αυτόν, φέροντας έναν παράλυτο, που τον βάσταζαν τέσσερα άτομα. Κι επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν κοντά στον Ιησού εξαιτίας του πλήθους, έβγαλαν τη στέγη πάνω από ΄κει που ήταν ο Ιησούς, έκαναν ένα άνοιγμα και κατέβασαν το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Κάθονταν όμως εκεί μερικοί γραμματείς και συλλογίζονταν μέσα τους: «Μα πως μιλάει αυτός έτσι, προσβάλλοντας το Θεό; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Μόνον ένας, ο Θεός». Αμέσως κατάλαβε ο Ιησούς ότι αυτά σκέφτονται και τους λέει: «Γιατί κάνετε αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σας; Τι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: "σου συγχωρούνται οι αμαρτίες" ή να του πω, "σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα"; Για να μάθετε λοιπόν ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί πάνω στη γη αμαρτίες» - λέει στον παράλυτο: «Σ΄ εσένα το λέω, σήκω πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και μπροστά σ΄ όλους βγήκε έξω, έτσι που όλοι θαύμαζαν και δόξαζαν το Θεό: «Τέτοια πράγματα», έλεγαν, «ποτέ μέχρι τώρα δεν έχουμε δει!»

Σχόλια:

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

"Και έρχονται προς αυτόν παραλυτικόν φέροντες,
αιρόμενον υπό τεσσάρων"

ΠΟΛΛΑ ΕΙΝΑΙ τα πρόσωπα που προβάλλουν στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Εν πρώτοις ο Κύριος μας, διδάσκαλος για μια ακόμη φορά της θείας αλήθειας και παράλληλα φιλάνθρωπος ιατρός μιας δυστυχισμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Έπειτα ο παραλυτικός, οι Γραμματείς, το συναγμένο πλήθος. Τέλος, οι τέσσερις μεταφορείς του παραλυτικού, αυτοί που με αγάπη και αποφασιστικότητα τον μετέφεραν κοντά στον Ιησού και συνείργησαν έτσι στη θαυμαστή θεραπεία του.
Αφήνοντας σήμερα άλλες πλευρές της ευαγγελικής διηγήσεως, ας εστιάσουμε την προσοχή μας στα πρόσωπα των τεσσάρων αυτών ανδρών, των αχθοφόρων της αγάπης, που σήκωσαν και οδήγησαν κοντά στο Χριστό τον παραλυτικό της Καπερναούμ. Το Ευαγγέλιο δεν μας παρέδωσε τα ονόματα τους. Τι μ' αυτό όμως; Πολύ μεγαλύτερη σημασία από το να γνωρίζαμε τα ονόματα τους έχει η πράξη τους, η συμπεριφορά που επέδειξαν και που κατέγραψε με ακρίβεια ο ιερός Μάρκος.

Όταν εμπνέει η αγάπη...

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ παρατηρούμε στους τέσσερις αυτούς άνδρες είναι η αγάπη που τους εμπνέει. Η γεμάτη στοργή στάση τους στο πλευρό του παράλυτου συνανθρώπου τους. Η πρόθυμη συμπαράσταση τους στον ανθρώπινο πόνο. Αγόγγυστα αφήνουν τις ασχολίες τους και τρέχουν με χαρά να βοηθήσουν έναν συνάνθρωπο τους. Πρέπει να τον σηκώσουν επάνω σ' ένα φορείο και να τον μεταφέρουν κοντά στον Χριστό. Και το κάνουν πρόθυμα, χωρίς να το θεωρούν ταπεινωτικό και να ντρέπονται.
Πόσο συγκινητική και αξιοθαύμαστη υπήρξε η πράξη τους φαίνεται αν τη συγκρίνουμε με τη στάση των άλλων. Του μεγάλου πλήθους. Ενώ, καθώς δείχνουν, διψούν να ακούσουν τη διδασκαλία του Χριστού. και γι' αυτό έτρεξαν και συνωστίζονταν στο σπίτι που βρισκόταν και δίδασκε ο Κύριος, απέναντι στον πόνο και τη δυστυχία του συνανθρώπου τους στέκονται ψυχροί και αδιάφοροι. Το θέαμα του παραλύτου που μετέφεραν οι τέσσερις άνδρες δεν τους συγκινεί. Κρατούν όλοι καλά τη θέση που έχουν καταλάβει και δεν θέλουν να παραμερίσουν για να φθάσει ο άρρωστος κοντά στο Χριστό.

Η γνήσια αγάπη γίνεται εφευρετική

ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΑΣΠΛΑΧΝΙΑ των πολλών, του πλήθους, υπερνικά ο ζήλος και το θερμό ενδιαφέρον των τεσσάρων. Συνάντησαν εμπόδια. Η προσπάθεια τους να φέρουν τον άρρωστο κοντά στον Ιησού φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδύνατη. Και όμως δεν απογοητεύτηκαν. Δεν παραιτήθηκαν από το σκοπό τους. Επιμένουν και αρχίζουν να σκέπτονται τι θα μπορούσε να γίνει. Η αγάπη όταν είναι γνήσια και θερμή γίνεται εφευρετική. Επινοεί τρόπους για να υπερπηδά τα εμπόδια και να παρακάμπτει τις δυσκολίες. "Και επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν κοντά στον Ιησού εξαιτίας του πλήθους, έβγαλαν τη στέγη πάνω από κει που ήταν ο Ιησούς, έκαναν ένα άνοιγμα και κατέβασαν το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος".
Εδώ ακριβώς έγκειται το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη στάση των τεσσάρων μεταφορέων: η τόλμη της αγάπης και η εφευρετικότητα του ενδιαφέροντος τους. Είναι αυτό που επισημαίνει ο απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο: "Ου γαρ έδωκεν υμίν ο Θεός πνεύμα δειλίας αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού" (Β' Τιμ. 1, 7).

Η ζωντανή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της αγάπης

ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ και ένα τρίτο στοιχείο που αποτελεί, θα λέγαμε, το θεμέλιο και των δυο άλλων. Και αυτό είναι η πίστη των τεσσάρων ανδρών. Μια πίστη που λάμπει και φανερώνεται όχι μόνο στα μάτια του παντογνώστη Κυρίου αλλά και όλων των συγκεντρωμένων. Πίστη δυνατή, που τους έκανε να ελπίζουν ακλόνητα ότι ο Κύριος είχε τη δύναμη και την αγαθότητα να ανορθώσει το ζωντανό εκείνο πτώμα και να το κάνει άνθρωπο υγιή. Πίστη ταπεινή, διότι, ενώ ο ασθενής ήταν παράλυτος και ανίκανος να μετακινηθεί, αυτοί δεν ζήτησαν να τον επισκεφτεί ο Χριστός για να τον θεραπεύσει, αλλά έφεραν αυτοί τον ασθενή στον Χριστό υπερνικώντας εμπόδια.
Και την πίστη αυτή βλέποντας ο Κύριος χαρίζει την ίαση και την άφεση αμαρτιών στον παράλυτο. Ο ίδιος άλλωστε επισημαίνει σε άλλη περίσταση πόση δύναμη κρύβει η ζωντανή πίστη. Τι εκπληκτικά πράγματα μπορεί να επιτελέσει. «Εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε…καν τω όρει τούτω είπητε, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, γενήσεται» (Ματθ. 21,21).

Οι ανάγκες της εποχής και το δικό μας χρέος

Η ΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ των τεσσάρων άγνωστων ανδρών που εμπνέει η πίστη και καθοδηγεί η αγάπη, ανταποκρίνεται σ’ ένα υπαρκτό πρόβλημα. Καλύπτει μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Παρόμοια προβλήματα και ανάλογες ανάγκες εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα ανάμεσα μας. Στις συγκεκριμένες κοινωνίες και στις σύγχρονες συνθήκες στις οποίες ζούμε κι εμείς. Ας μνημονεύσουμε μερικές περιπτώσεις.
* Ξεχασμένοι άρρωστοι σε νοσοκομεία ή παρατημένοι τρόφιμοι σε διάφορα ιδρύματα. Άνθρωποι, που πέρα από τον πόνο που τους βασανίζει, αντιμετωπίζουν και την πικρία της μοναξιάς. Αισθάνονται εγκατελειμμένοι. Τους λείπει η ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας. Το χαμόγελο και το ενδιαφέρον κάποιου που θα τους επισκεφτεί. Αισθάνονται – ιδιαίτερα όταν και η πίστη τους δεν είναι ζωντανή – ότι τους έχουν ξεχάσει οι πάντες, ο Θεός και οι άνθρωποι.
* Άνθρωποι ανήμποροι ή ανάπηροι, που περνούν μια ζωή ολόκληρη πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι ή κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Θέλουν να εκκλησιαστούν. Έχουν κι αυτοί ανάγκη ενός περιπάτου στην όμορφη φύση. Όμως κάποιοι θα πρέπει να τους φροντίσουν. Χρειάζονται, όπως όλοι μας, να κάνουν μερικές προμήθειες. Αλλά κάποιοι θα πρέπει να διαθέσουν τον απαιτούμενο χρόνο για να τους εξυπηρετήσουν.
* Άλλοι που είναι κατάκοιτοι και μόνοι, χωρίς κανένα στον κόσμο, έχουν ανάγκη από περιποίηση ή λίγη συντροφιά. Θέλουν να κουβεντιάσουν με κάποιον. Να πουν τον πόνο τους. Να επικοινωνήσουν κι αυτοί ως άνθρωποι μ’ έναν συνάνθρωπο τους.
* Απέναντι όλων αυτών των αδελφών μας έχουμε χρέος να σταθούμε με αγάπη. Να τους αναζητήσουμε όπου υπάρχουν. Να τους πλησιάσουμε με ενδιαφέρον. Να τους ακούσουμε με προσοχή. Στο όνομα του Χριστού ν’ απλώσουμε το χέρι μας και να τους συμπαρασταθούμε αδελφικά.
Ας μας εμπνέει στην άσκηση του ιερού αυτού χρέους το συγκινητικό παράδειγμα των τεσσάρων μεταφορέων του παραλύτου που είδαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο. Είναι ο δρόμος της ζωντανής και έμπρακτης αγάπης. Είναι ο δρόμος του Θεού. «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει» (Α’ Ιω. 4, 16).

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
Alexander Schmemann
ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Πορεία προς το Πάσχα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Ανάμεσα σʹ όλες τις προσευχές και τους ύμνους της Μεγάλης Σαρακοστής μια σύντομη προσευχή μπορεί να oνομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σ' έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον γιο Εφραίμ το Σύρο. Να τα κείμενο της προσευχής:
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως.
Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισε μοι τω σω δούλω.
Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου˙ ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Τούτη η προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας της Μεγάλης Σαρακοστής από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή (δεν τη λέμε το Σάββατο και την Κυριακή, όπως θα δούμε και πιο κάτω, γιατί οι ακολουθίες αυτές τις δύο μέρες δεν έχουν το τυπικό της Σαρακοστής). Την πρώτη φορά λέγοντας την προσευχή κάνουμε μια μετάνοια σε κάθε αίτηση. Έπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «ελέησαν με τον αμαρτωλόν». Ολόκληρη η προσευχή επαναλαμβάνεται με μια τελική μετάνοια στο τέλος της προσευχής.
Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μʹ ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ' όλα στην απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό.
Η βασική ασθένεια είναι η αργία. Είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και η παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξής μας που πάντα μας σπρώχνει προς τα «κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι δυνατό νʹ αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή. Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματική πρόκληση απαντάει με το «γιατί;» και καταντάει τη ζωή μας μια απέραντη πνευματική φθορά. Αυτή είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα στην πιο βαθιά της πηγή.
Το αποτέλεσμα της «αργίας», είναι η λιποψυχία. Είναι μια κατάσταση δειλίας που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο της ψυχής. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να βλέπει καθετί καλό ή θετικό! Είναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και στην απαισιοδοξία. Είναι στʹ αλήθεια μια δαιμονική δύναμη μέσα μας γιατί ο Σατανάς είναι βασικά ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό και για τον κόσμο˙ γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι η αυτοκτονία της ψυχής, γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται απ' αυτή είναι εντελώς ανίκανος να δει το φως και να τα επιθυμήσει.
Πνεύμα φιλαρχίας! φαίνεται παράξενο πως η αργία και η λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντας την άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν νʹ αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα. Αν η ζωή μου δεν είναι προσανατολισμένη προς το Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι γίνονται τα μέσα για τη δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω να εκτιμώ καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις. Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους «άλλους». Μπορεί επίσης να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος, φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με τη «λιποψυχία» που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους. Έτσι συμπληρώνεται η πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία.
Τέλος είναι η αργολογία. Απ' όλα γενικά τα δημιουργήματα μόνον ο άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σʹ αυτό το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της Θείας εικόνας στον άνθρωπο γιατί ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφτηκε σαν Λόγος (Ιωάν. 1,1). Αλλά όντας ο λόγος το ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρίαρχη έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο λόγο, είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει, ο λόγος εμπνέει και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι το μέσο της Αλήθειας αλλά είναι και μέσο για το δαιμονικό ψέμα. Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη Θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του γίνεται αργολογία. Ενισχύει την αργία, τη λιποψυχία και τη φιλαρχία και μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας.
Αυτά τα τέσσερα σημεία είναι οι αρνητικοί «στόχοι» της μετάνοιας. Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα μετακινήσει. Ακριβώς γιʹ αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής είναι μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου ανθρώπου. Στη συνέχεια η προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετάνοιας που πάλι είναι τέσσερις.
Σωφροσύνη! Αν δεν περιορίσουμε - πράγμα που συχνά και πολύ λαθεμένα γίνεται - την έννοια της λέξης «σωφροσύνη» μόνο στη σαρκική σημασία της, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν τα θετικό αντίστοιχο της λέξης «αργία». «Αργία» πρώτα απ' όλα, είναι η αδράνεια, το σπάσιμο της διορατικότητας και της ενεργητικότητας μας, η ανικανότητα να βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτή η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την αδράνεια. Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την αντίθετη από τη σαρκική διαφθορά είναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενά άλλου δεν φαίνεται καλύτερα παρά στη σαρκική επιθυμία, που είναι αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτά αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των άξιων, με το να μας οδηγεί πίσω στο Θεό.
Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη. Ήδη έχουμε μιλήσει γιʹ αυτή. Πάνω απ' όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο συνήθως ζούμε. Μόνη η ταπεινοφροσύνη είναι άξια της αλήθειας∙ μόνο μʹ αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και να δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την καλοσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
Μετά τη σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο, ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκώς» άνθρωπος είναι ανυπόμονος, γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του, και βιαστικός στο να κρίνει και να καταδικάσει τους άλλους. Με διασπασμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του εκτός από τον εαυτό του, θέλει η ζωή του να είναι πετυχημένη τώρα, αυτή τη στιγμή. Υπομονή, βέβαια, είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι «συγκαταβατικός» αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η εσωτερική πραγματικότητα τους, την οποία εμείς με την τυφλότητα μας δεν μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σʹ Αυτόν. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτή την απέραντη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού.
Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπός όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει, μπορεί να δοθεί μόνο από το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό για κάθε πνευματική προετοιμασία και άσκηση.
Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου Εφραίμ με την οποία ζητάμε: «...δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου...». Εδώ τελικά δεν υπάρχει παρά μόνο ένας κίνδυνος: η υπερηφάνεια. Υπερηφάνεια είναι η πηγή του κάκου και όλο το κακό είναι η υπερηφάνεια. Παρʹ όλα αυτά δεν είναι αρκετό για μένα να βλέπω τα «εμά πταίσματα» γιατί ακόμα και αυτή η φαινομενική αρετή μπορεί να μετατραπεί σε υπερηφάνεια. Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από προειδοποιήσεις για την ύπουλη μορφή ψευτοευσέβειας η οποία στην πραγματικότητα με το κάλυμμα της ταπεινοφροσύνης και της αυτομεμψίας μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά δαιμονική υπερηφάνεια. Αλλά όταν βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, όταν με άλλα λόγια, η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη γίνονται ένα σε μας, τότε και μόνο τότε ο αιώνιος εχθρός - η υπερηφάνεια - θʹ αφανιστεί μέσα μας.
Μετά από κάθε αίτηση στην προσευχή τούτη κάνουμε μια μετάνοια (γονυκλισία). Οι μετάνοιες δεν περιορίζονται στην προσευχή του Αγίου Εφραίμ αλλά αποτελούν ένα από τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά ολόκληρης της λατρείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Εδώ πάντως το νόημά τους αποκαλύπτεται περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού.
Στη συνεχή και δύσκολη προσπάθεια της πνευματικής ανάρρωσης, η Εκκλησία δεν ξεχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Ο όλος άνθρωπος απομακρύνθηκε από το Θεό∙ ο όλος άνθρωπος πρέπει να ανορθωθεί, ο όλος άνθρωπος πρέπει να γυρίσει. Η καταστροφή της αμαρτίας υπάρχει όταν νικάει η σάρκα - το ζωώδες, το παράλογο, η σαρκική επιθυμία μέσα μας - τα πνευματικό και το θείο. Αλλά τα σώμα είναι δοξασμένο, το σώμα είναι άγιο, τόσο άγιο που ο ίδιος ο Θεός «σαρξ εγένετο». Η σωτηρία και η μετάνοια, επομένως, δεν είναι η περιφρόνηση του σώματος ούτε η παραμέλησή του, αλλά είναι αποκατάσταση του σώματος στην πραγματική του λειτουργικότητα που είναι η έκφραση και η ζωή του πνεύματος, ο ναός της ανεκτίμητης ανθρώπινης ψυχής. Η χριστιανική ασκητική είναι αγώνας όχι κατά αλλά υπέρ του σώματος. Γιʹ αυτό το λόγο ο όλος άνθρωπος - ψυχή και σώμα - μετανοεί. Το σώμα παίρνει μέρος στην προσευχή της ψυχής καθώς αυτή προσεύχεται μέσα στο σώμα και δια του σώματος. Έτσι οι γονυκλισίες, τα «ψυχοσωματικά» δείγματα της μετάνοιας, της ταπεινοφροσύνης, της λατρείας και της υπακοής, είναι μια ιεροτελεστία κατʹ εξοχήν της Μεγάλης Σαρακοστής.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Φεβρουαρίου, Α΄ Κυριακή των Νηστειών, της Ορθοδοξίας.

Ευαγγελιστής Ιωάννης κεφάλαιο α΄ στίχοι: 44-52


Κείμενο:
44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Μετάφραση:
Την άλλη μέρα ο Ιησούς αποφάσισε να πάει στη Γαλιλαία. Βρίσκει τότε το Φίλιππο και του λέει: «Έλα μαζί μου». Ο Φίλιππος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Βρίσκει ο Φίλιππος το Ναθαναήλ και του λέει: «Αυτόν που προανήγγειλε ο Μωυσής στο νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε· είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ». «Μπορεί από τη Ναζαρέτ να βγει τίποτα καλό;» τον ρώτησε ο Ναθαναήλ. «Έλα να δεις μόνος σου», του λέει ο Φίλιππος. Ο Ιησούς είδε το Ναθαναήλ να πλησιάζει και λέει γι΄ αυτόν: «Να ένας γνήσιος Ισραηλίτης, χωρίς δόλο μέσα του». «Από πού με ξέρεις;» τον ρωτάει ο Ναθαναήλ. Κι ο Ιησούς του απάντησε: «Προτού σου πει ο Φίλιππος να΄ ρθείς, σε είδα που ήσουν κάτω απ΄ τη συκιά». Τότε ο Ναθαναήλ του είπε: «Διδάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά, γι΄ αυτό πιστεύεις; Θα δεις μεγαλύτερα πράγματα απ΄ αυτά». Και του λέει: «Σας βεβαιώνω ότι σύντομα θα δείτε να έχει ανοίξει ο ουρανός, και οι άγγελοι του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν πάνω στον Υιό του Ανθρώπου».

Σχόλια:
ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ
ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

«Όν έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται,
ευρήκαμεν Ιησούν...τον από Ναζαρέτ»

ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ του Θεού, γι’ αυτό και μέσα μας υπάρχει έντονη η επιθυμία να τον γνωρίσουμε. Ο άνθρωπος ποθεί βαθιά να συναντήσει το Θεό προσωπικά και να τον γνωρίσει συνειδητά. Ο προφήτης Δαβίδ παρομοιάζει τον πόθο αυτό με τη δίψα του ελαφιού: «Όν τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός» (Ψαλμ. 41, 2). Ο ιερός Αυγουστίνος κάνει λόγο για ανησυχία και αναζήτηση, που συγκλονίζει την ανθρώπινη ύπαρξη: «Η ψυχή μας είναι ανήσυχος, έως ότου εύρη ανάπαυσιν εν σοι, ω Θεέ».
Ο πόθος αυτός φαίνεται συγκλόνιζε και την καρδιά του Φιλίππου, του κατοπινού αποστόλου, όπως μας πληροφορεί το σημερινό ευαγγέλιο. Αναζητούσε τον Θεό. Περίμενε να έλθει ο Μεσσίας. Μελετούσε την Μωσαϊκή Πεντάτευχο. Ερευνούσε τους Προφήτες. Και σήμερα βλέπουμε ότι αξιώνεται να τον γνωρίσει, να τον συναντήσει προσωπικά στα μέρη της Γαλιλαίας, κοντά στην ακρογιαλιά της Τιβεριάδας. Και αυτή τη μεγάλη ανακάλυψη που τον συγκλόνισε και τον γέμισε χαρά, τρέχει να την καταστήσει γνωστή και στον φίλο του Ναθαναήλ: «Όν έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν...τον από Ναζαρέτ».
Ασφαλώς κι εμείς θέλουμε να γνωρίσουμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Ας είμαστε χριστιανοί. Ας έχουμε βαπτιστεί. Η γνωριμία με τον Χριστό δεν επιτυγχάνεται απλώς και μόνο με το βάπτισμα μας, το οποίο μάλιστα λάβαμε σε μιαν ηλικία που δεν μας εξασφάλιζε την απαιτούμενη συναίσθηση. Το ότι φέρουμε το τιμημένο όνομα του χριστιανού δεν σημαίνει απαραίτητα και ότι τον έχουμε γνωρίσει συνειδητά. Ότι είμαστε ενωμένοι μαζί Του. Ότι ζούμε τη ζωή του Χριστού στην έκταση και το βάθος, στην πληρότητα και τη γνησιότητα που πρέπει.
Πως, λοιπόν, μπορούμε να γνωρίσουμε αληθινά και να συναντήσουμε προσωπικά τον Χριστό; Πρώτον, τον Χριστό γνωρίζουμε

μέσα στην Εκκλησία

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ο ιδρυτής της Εκκλησίας. Είναι ο αρχηγός και η κεφαλή της. Όποιος θέλει να πλησιάσει και να γνωρίσει τον αρχηγό, πρέπει να καταταγεί στο στράτευμα Του. Να γίνει οπλίτης «παρατάξεως Κυρίου». Όποιος θέλει να είναι ενωμένος με την κεφαλή, οφείλει να είναι οργανικά ενταγμένος στο σώμα Του. Και «παράταξις Κυρίου» και «σώμα Χριστού» είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι η μεγάλη οικογένεια των παιδιών του Θεού. Το θαυμαστό εργαστήρι της αγιότητος. Η κιβωτός της σωτηρίας. Η Εκκλησία, όπως διδάσκει ο άγιος Αυγουστίνος, είναι «ο Χριστός μεθ’ ημών ών και εις τους αιώνας παρατεινόμενος». Μακριά από την Εκκλησία δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Χριστό. έξω από την Εκκλησία σωτηρία δεν υπάρχει. Καθώς παρατηρεί ένας αρχαίος εκκλησιαστικός διδάσκαλος, "κανείς δεν μπορεί να έχει τον Θεό Πατέρα, αν δεν έχει την Εκκλησία μητέρα".
Τι σημαίνει άραγε ότι είμαι μέλος της Εκκλησίας; Σημαίνει ότι έχω βαπτιστεί. Είμαι ο λυτρωμένος άνθρωπος. Ύπαρξη αναγεννημένη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Παιδί του Θεού αγαπημένο. Το βάπτισμα είναι όρος και προϋπόθεση σωτηρίας, όπως διδάσκει ο ίδιος ο Κύριος. "Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται..." (Μαρκ. 16, 16). Με το βάπτισμα που λαμβάνει ο άνθρωπος αναδεικνύεται μέλος της Εκκλησίας. Πολιτογραφείται ως πολίτης της Βασιλείας του Θεού.
Είμαι μέλος της Εκκλησίας σημαίνει έχω την πίστη της Εκκλησίας. Πιστεύω απλά και ταπεινά, όπως πιστεύει και διδάσκει η Εκκλησία. Μέσα μου καίει η κανδήλα της πίστεως, της μιας πίστεως που η Εκκλησία διαφύλαξε καθαρή και ανόθευτη διαμέσου των αιώνων. Γι' αυτήν την πίστη, που σήμερα γιορτάζουμε τη νίκη και το θρίαμβο της, ακούμε στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας: "Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξε".
Είμαι μέλος της Εκκλησίας σημαίνει ακόμη ζω τη ζωή της Εκκλησίας. Αναπνέω μέσα στην Εκκλησία. Προσεύχομαι όπως προσεύχεται η Εκκλησία. Εκκλησιάζομαι και λατρεύω τον Θεό μαζί με τους άλλους αδελφούς μου χριστιανούς. Λαμβάνω την χάρη και τον αγιασμό που μεταδίδεται με τα μυστήρια της Εκκλησίας. Χριστιανός αλειτούργητος, που δεν εξομολογείται, που δεν κοινωνεί το σώμα και το αίμα του Χριστού συχνά, στην ουσία είναι αποκομμένος από την Εκκλησία.
Δεύτερον, τον Χριστό γνωρίζουμε

μελετώντας το λόγο του Θεού

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ είναι το βιβλίο του Θεού. Μέσα από τις ιερές σελίδες της ο Θεός αποκαλύπτει στους ανθρώπους το αληθινό πρόσωπο Του. Φανερώνει την αλήθεια για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Εξαγγέλλει τον αιώνιο και ακατάληπτο ηθικό νόμο Του. Επομένως για να γνωρίσουμε τον Χριστό, θα πρέπει να σκύψουμε να μελετήσουμε το ιερό τούτο βιβλίο της πίστεως μας. Την Παλαιά Διαθήκη που προφητεύει για τον Χριστό. Που προετοιμάζει τους ανθρώπους για να υποδεχτούν την εν Χριστώ σωτηρία. Και την Καινή Διαθήκη που ιστορεί την θεία Ενανθρώπιση, τα θαύματα και τη διδασκαλία, το σταυρικό Πάθος και την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου.
Αγνοούμε, δυστυχώς, οι πολλοί τον Χριστό, γιατί δεν μελετούμε το έργο Του. Βρισκόμαστε σε πηχτά σκοτάδια επειδή δεν επιδιώκουμε το φως της Αγίας Γραφής να φωτίσει την καρδιά μας. Απογοητευόμαστε εύκολα ή και αμαρτάνουμε ακόμη, διότι αγνοούμε το θέλημα του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνοντας την αξία της μελέτης των Γραφών τονίζει: "Μεγάλη ασφάλεια προς το μη αμαρτάνειν των Γραφών η ανάγνωσις. Μέγας κρημνός και βάραθρον βαθύ των Γραφών η άγνοια. Μεγάλη προδοσία σωτηρίας το μηδένα από των θείων Γραφών ειδέναι νόμον".
Τρίτον, τον Χριστό γνωρίζουμε

ακολουθώντας το δρόμο της αγάπης

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ φως που φωτίζει την καρδιά του ανθρώπου και διανοίγει τα μάτια της ψυχής του για να δει τον Θεό. Διδάσκει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: "Όποιος αγαπά έχει γεννηθεί από τον Θεό και γνωρίζει τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά δεν γνώρισε τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη" (Α' Ιω. 4, 8).
Το δρόμο αυτόν της αγάπης μας έδειξε ο ίδιος ο Κύριος μας. Η ανέκφραστη αγάπη Του τον έφερε κοντά μας. Έγινε άνθρωπος για χάρη μας. Και η αγάπη Του αυτή τον ανέβασε πάνω στο σταυρό. Από το ύψος του σταυρού, λοιπόν, μας καλεί να αγαπήσουμε τους άλλους. "Ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν" (Α' Ιω. 4, 11). Στα πρόσωπα των άλλων, των συνανθρώπων μας, οφείλουμε να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό. Και να τους αγαπούμε με την πεποίθηση ότι έτσι αγαπούμε τον ίδιο τον Κύριο: "Εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε" (Ματθ. 25, 40).
Σημάδι και απόδειξη του ότι γνωρίζουμε τον Κύριο και Θεό μας και ότι είμαστε ενωμένοι μαζί Του, είναι να έχουμε στην καρδιά μας αγάπη. Αγάπη γνήσια και αληθινή. Αγάπη των έργων και όχι των λόγων. Αυτή η αγάπη μας φέρνει κοντά στο Θεό και τον Θεό μέσα στην καρδιά μας. "Ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ" (Α' Ιω. 4, 16).

Οι υποχρεώσεις αυτών που γνώρισαν τον Χριστό

ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ αναζητήσουμε ειλικρινά και γνωρίσουμε πραγματικά τον Χριστό καταξιώνεται η ζωή μας. Μόνον η συνάντηση και η προσωπική σχέση με τον Κύριο Ιησού ειρηνεύει το πνεύμα και αναπαύει την ύπαρξη μας. Μας βεβαιώνει γι' αυτό σήμερα ο απόστολος Φίλιππος. Μας βεβαιώνουν τα νέφη των μαρτύρων και των οσίων, των Πατέρων και των διδασκάλων, που αγωνίστηκαν μέχρις αίματος για την ορθόδοξη πίστη και που σήμερα - Κυριακή της Ορθοδοξίας - μακαρίζουμε τη μνήμη και τιμούμε τα κατορθώματα τους.
Ο σημερινός εορτασμός του θριάμβου της ορθής πίστεως μας υπενθυμίζει και το χρέος που έχουμε ως ορθόδοξοι χριστιανοί να υπηρετήσουμε όλοι μας και με όλες τις δυνάμεις μας την εξάπλωση του Ευαγγελίου. Εμείς αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε και να πιστέψουμε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αποτελεί ιερή υποχρέωση μας να εργασθούμε έτσι ώστε να τον γνωρίσουν και να τον πιστέψουν και οι άλλοι άνθρωποι, όπου γης και αν βρίσκονται, και οι οποίοι μέχρι σήμερα τον αγνοούν και εξακολουθούν να πιστεύουν και να λατρεύουν "θεούς αλλοτρίους".
Οφείλουμε:
* Να προσευχόμαστε θερμά για όσους εργάζονται στο χώρο της Ιεραποστολής. Στην Αφρική, στην Κορέα, στις Ινδίες και όπου αλλού ορθόδοξοι αδελφοί μας αγωνίζονται να μεταδώσουν το Ευαγγέλιο.
* Να προσευχόμαστε ο Κύριος να αναδείξει και άλλους εργάτες στο δύσκολο τούτο έργο.
* Να ενισχύσουμε με όποιον τρόπο μπορούμε, τις ιεραποστολικές προσπάθειες της Εκκλησίας μας.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010


Ιστορική αναδρομή ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ

του Αναστασίου Φιλιππίδη.


Λίγες εκκλησιαστικές ακολουθίες παραμένουν τόσο βαθιά εντυπωμένες στους Ορθόδοξους Έλληνες όσο η ακολουθία των Χαιρετισμών. Συνυφασμένη με τον ερχομό της άνοιξης, το ευωδιαστό αεράκι από κάποιον γειτονικό κήπο, την αξεπέραστη μελωδία των ύμνων η οποία επηρέασε και την κοσμική ελληνική μουσική, η ακολουθία των Χαιρετισμών έρχεται να συνδέση την προσωπική χαρά για τη δυνατότητα της σωτηρίας με το συλλογικό ευχαριστήριο προς την Θεοτόκο. Η προσωπική χαρά για την ανάκληση του πεσόντος Αδάμ, την οποία ευαγγελίζεται ο αρχάγγελος Γαβριήλ, συνοδεύεται από την θερμή ευχαριστία για την βοήθεια της Παναγίας στην πιο κρίσιμη στιγμή της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, όταν όλα έδειχναν πως το τέλος είναι αναπόφευκτο. Με αφορμή τον Ακάθιστο Ύμνο, θα θυμηθούμε στο σημερινό άρθρο εκείνες τις δύσκολες αλλά και ένδοξες ημέρες του έβδομου αιώνα, κατά τις οποίες το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού παίχτηκε στα τείχη της Βασιλεύουσας.Στις αρχές του έβδομου αιώνα, ο ελληνορωμαϊκός κόσμος βρέθηκε για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με τον προαιώνιο εχθρό, τους Πέρσες, κι αυτή έμελλε να είναι η τελική αναμέτρηση. Μετά τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, μετά την Ισσό και τα Γαυγάμηλα, μετά τους πολέμους του Ιουλιανού και του Ιουστινιανού, η υπερχιλιετής σύγκρουση πήρε πλέον την μορφή ολοκληρωτικού πολέμου. Όταν μάλιστα, το Μάιο του 614, ο βασιλιάς των Περσών Χοσρόης μπήκε στα Ιεροσόλυμα και σύλησε την Αγία Πόλη, αρπάζοντας το ιερότερο κειμήλιο της Χριστιανοσύνης, τον Τίμιο Σταυρό, ο πόλεμος άγγιξε το βαθύτατο θρησκευτικό συναίσθημα των Ρωμαίων. Στις φοβερές σφαγές που ακολούθησαν την κατάληψη της Ιερουσαλήμ έχασαν τη ζωή τους 66.500 Χριστιανοί, σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Αντίοχο Στρατηγό (βλ. F.Conybeare, “Antiochus Strategos’ Account of the Sack of Jerusalem in A.D. 614”, The English Historical Review, July 1910, p.516), ενώ καταστράφηκαν 300 εκκλησίες, μοναστήρια και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα. Άλλοι 35.000 άνθρωποι, μαζί με τον πατριάρχη Ζαχαρία, μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Περσία. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού προφανώς δεν είχε ιδιαίτερη αξία για τους ειδωλολάτρες Πέρσες. Επειδή, όμως, μια σύζυγος και διάφοροι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Χοσρόη ήταν νεστοριανοί Χριστιανοί, δεν αποκλείεται να υποκίνησαν αυτή την ενέργεια, ώστε να χρησιμοποιήσουν το σημαντικότερο σύμβολο της Χριστιανοσύνης για τη νομιμοποίηση του δικού τους δόγματος.
Το 616 υποδουλώθηκε και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας, η Αλεξάνδρεια και στην συνέχεια όλη η Αίγυπτος και η Καρχηδόνα, όπου ζούσε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος πριν ανέλθη στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ταυτόχρονα, άλλη περσική στρατιά εισέβαλε στη Μικρά Ασία και έφτασε ως την Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να πάη ο ίδιος στην Χαλκηδόνα και να προσφέρη πλούσια δώρα με αντάλλαγμα την προσωρινή ειρήνη.
Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε το κράτος, η Εκκλησία διέθεσε στο κρατικό νομισματοκοπείο όλους τους θησαυρούς της σε χρυσό και αργυρά σκεύη. Ο Ηράκλειος προχώρησε σε μια εσπευσμένη ανασυγκρότηση του στρατού και ήταν έτοιμος για την απελευθερωτική εκστρατεία το 622. Στις 4 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, με την στολή του απλού στρατιώτη κοινώνησε δημόσια. Την επόμενη μέρα προσευχήθηκε στην Αγια-Σοφιά, πήρε την Αχειροποίητη εικόνα του Χριστού, κατέβηκε στην παραλία και επιβιβάστηκε στα πλοία. Την φύλαξη της πόλης την ανέθεσε σε μια μικρή φρουρά – ουσιαστικά μόνο στην Παναγία. Τα αποχαιρετιστήρια λόγια του προς τον Πατριάρχη Σέργιο ήταν: «Εις χείρας της Θεομήτορος αφίημι την πόλιν ταύτην και τον υιόν μου». (Γεώργιος Μοναχός, «Σύντομο Χρονικό», 110.829.23). Πριν αρχίση τις εχθροπραξίες έστειλε πρέσβεις ζητώντας ειρήνη από τον Πέρση βασιλιά. Ο Χοσρόης απάντησε: «Ει αρνήσεται ο βασιλεύς υμών τον εσταυρωμένον και προσκυνήσει τω ηλίω, ποιώ ειρήνην» (Γεώργιος Μοναχός, «Σύντομο Χρονικό», 110.832.1). Ο πόλεμος δεν ήταν πια μόνο για την ελευθερία της πατρίδας, αλλά και για την πίστη του Χριστού.
Τα επόμενα τέσσερα χρόνια διεξήχθησαν αδυσώπητες συγκρούσεις στα βάθη της Μικράς Ασίας, στη Λαζική, στην Αρμενία. Τον Απρίλιο του 626 ο Ηράκλειος με όλο τον στρατό βρισκόταν στη Σεβάστεια. Και τότε, ξαφνικά, πραγματοποιήθηκε ο χειρότερος εφιάλτης της βυζαντινής εξωτερικής πολιτικής, αυτό που πάντα προσπαθούσε να αποφύγη με απειλές, με συμμαχίες, με κατευνασμoύς, με δωροδοκίες. Για πρώτη, και τελευταία, φορά της επιτέθηκαν συγχρόνως ο εχθρός από το Βορρά και ο εχθρός από την Ανατολή. Στις 29 Ιουλίου, κι ενώ ο ρωμαϊκός στρατός βρισκόταν περίπου 800 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, εμφανίστηκε μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης ένα τεράστιο πλήθος Αβάρων (100.000 με 150.000). Τα μονόξυλα πλοία τους, «πλήθος άπειρον» κατά τον Θεοφάνη, κάλυψαν όλο τον Κεράτιο Κόλπο, «τον κόλπον του Κέρατος επλήρωσαν». Ταυτόχρονα, στην απέναντι ακτή του Βοσπόρου, στη Χαλκηδόνα, έφτασε ο περσικός στρατός, έτοιμος να επιτεθή από τη θάλασσα.
Η κατάσταση ήταν απελπιστική για τους πολιορκούμενους και αυτό το γνώριζε και ο χαγάνος, ο βασιλιάς των Αβάρων. Απέρριψε όλες τις προτάσεις εκεχειρίας, που περιλάμβαναν την πληρωμή τεράστιων ετήσιων ποσών σε χρυσό καθώς και μεγάλη εφάπαξ πληρωμή, λέγοντας χαρακτηριστικά πως δεν είχαν ελπίδα σωτηρίας εκτός κι αν γίνονταν ψάρια για να διαφύγουν κολυμπώντας η πουλιά για να πετάξουν στον ουρανό («άλλως γαρ υμάς ουκ ένι σωθήναι, μη ιχθύες έχετε γενέσθαι και δια θαλάσσης απελθείν η πτερωτοί και εις τον ουρανόν ανελθείν» σημειώνει το «Πασχάλιο Χρονικό», πηγή σύγχρονη με τα γεγονότα).
Στις 6 Αυγούστου οι Άβαροι κατέλαβαν με έφοδο την εκκλησία των Βλαχερνών στο ευάλωτο βορειοανατολικό άκρο της πόλης και ετοιμάστηκαν για την τελική επίθεση σε συνεννόηση με τους Πέρσες. Έδωσαν εντολή στα μονόξυλα να επιτεθούν όταν δουν φωτιές στο ακραίο σημείο των θαλάσσιων τειχών, ώστε να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στον ρωμαϊκό στόλο και να μεταφερθούν με ασφάλεια οι Πέρσες με τα υπόλοιπα πλοία.
Εκείνη την δραματική νύχτα, καθώς ο πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη με την εικόνα της Παναγίας για να ενθαρρύνη τους υπερασπιστές και οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας ανέπεμπαν δεήσεις στην Υπεραγία Θεοτόκο, η ρωμαϊκή κατασκοπεία κατάφερε να υποκλέψη το σύνθημα των εχθρών. Νωρίς τα ξημερώματα οι αμυνόμενοι άναψαν φωτιές στην άκρη των θαλάσσιων τειχών, προκαλώντας την άκαιρη επίθεση των μονόξυλων. Ο ρωμαϊκός στόλος περίμενε και τα εξολόθρευσε. Στην συνέχεια οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν στα υπόλοιπα πλοία που είχαν αρχίσει να μεταφέρουν Πέρσες από την Χαλκηδόνα και τα βύθισαν όλα. Μέσα στον πανικό που ακολούθησε, απέτυχε και η χερσαία επίθεση των Αβάρων εκείνη την ημέρα, αφήνοντας χιλιάδες νεκρούς. Ο εμβρόντητος χαγάνος διέταξε τα υπολείμματα του στρατού του να αποχωρήσουν. Την επόμενη μέρα, 8 Αυγούστου, έφτασε στον Βόσπορο, μετά από πορεία 800 χιλιομέτρων, ο αδερφός του αυτοκράτορα, Θεόδωρος, επικεφαλής μεγάλης ρωμαϊκής στρατιάς. Η Βασιλεύουσα είχε σωθεί οριστικά από την χειρότερη δοκιμασία της μέχρι τότε ιστορίας της.
Οι κάτοικοι της Πόλης δεν είχαν καμιά αμφιβολία για το ποιός τους είχε σώσει: «μόνην γαρ οίμαι την Τεκούσαν ασπόρως τα τόξα τείναι και βαλείν την ασπίδα, και ταις αδήλοις συμπλοκαίς μεμιγμένην βάλλειν, τιτρώσκειν, αντιπέμπειν το ξίφος, ανατρέπειν τε και καλύπτειν τα σκάφη δούναί τε πάσι τον βυθόν κατοικίαν», έγραφε ο Γεώργιος Πισίδης που παραβρέθηκε στα γεγονότα («Εις την γενομένην έφοδον των βαρβάρων και εις την αυτών αστοχίαν», στ. 451-456). «Τη του θεού δυνάμει και συνεργία και ταις πρεσβείαις της αχράντου και θεομήτορος παρθένου ηττήθησαν» σημείωνε ο Θεοφάνης. Άλλωστε ο ίδιος ο χαγάνος ομολογούσε κατάπληκτος στη διάρκεια της μάχης ότι «εγώ θεωρώ γυναίκα σεμνοφορούσαν περιτρέχουσαν εις το τείχος μόνην ούσαν» (Πασχάλιο Χρονικό, 725). Όλος ο λαός, με επικεφαλής τον πατριάρχη Σέργιο, έτρεξε στην εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών για να ευχαριστήση την Παναγία. Εκείνο το βράδυ της 8ης Αυγούστου 626, όρθιοι έψαλαν τον ύμνο που από τότε ονομάστηκε «Ακάθιστος», δοξολογώντας και αποδίδοντας την σωτηρία «τη υπερμάχω στρατηγώ», γνωρίζοντας ότι αυτή αποδείχθηκε «της βασιλείας το απόρθητον τείχος».
Δυό χρόνια αργότερα, ο Ηράκλειος εισήλθε θριαμβευτικά στην περσική πρωτεύουσα, την Κτησιφώντα, και υπέταξε οριστικά τον αιώνιο αντίπαλο. Βρήκε τον Τίμιο Σταυρό και τον ύψωσε πανηγυρικά και πάλι στα Ιεροσόλυμα. Ήταν πλέον ο αληθινός πλανητάρχης, τα κατορθώματα του οποίου υμνήθηκαν επί αιώνες σε Ανατολή και Δύση, όπως φαίνεται από το έργο του Άραβα ιστορικού Ίμπν Καθίρ (14ος αιώνας), το Φραγκικό «Χρονικό του Φρεντεγκάρ» (7ος αιώνας), την τοιχογραφία του καθεδρικού ναού του Μπράουνσβαϊγκ (12ος αιώνας) και την τοιχογραφία της Σάντα Κρότσε της Φλωρεντίας (14ος αιώνας).
Στις 15 Μαΐου, Κυριακή της Πεντηκοστής, από τον άμβωνα της Αγια-Σοφιάς αναγνώστηκε το νικητήριο διάγγελμα του αυτοκράτορα, το οποίο διασώζεται στο «Πασχάλιο Χρονικό». Η αρχή του είναι ενδεικτική του πνεύματος των προγόνων μας, ανεξαρτήτως θέσης και εξουσίας: «Αλαλάξατε τω θεώ πάσα η γη, δουλεύσατε τω κυρίω εν ευφροσύνη, εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει, και γνώτε ότι κύριος αυτός εστιν ο θεός. αυτός εποίησεν ημάς και ουχ ημείς. ημείς δε λαός αυτού εσμεν και πρόβατα νομής αυτού». Και συνεχίζει λίγο παρακάτω, δηλώνοντας ότι η ήττα του Χοσρόη δεν οφείλεται στην εγκόσμια υπεροπλία των Ρωμαίων, αλλά στην ασέβειά του προς τον μόνον αληθινό Θεό: «ευφρανθήτωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη και τερφθήτω η θάλασσα και πάντα τα εν αυτοίς. και πάντες οι χριστιανοί αινούντες και δοξολογούντες ευχαριστήσωμεν τω μόνω θεώ, χαίροντες επί τω αγίω αυτού ονόματι χαράν μεγάλην. έπεσεν γαρ ο υπερήφανος και θεομάχος Χοσρόης. έπεσεν και επτωματίσθη εις τα καταχθόνια, και εξωλοθρεύθη εκ γης το μνημόσυνον αυτού ο υπεραιρόμενος και λαλήσας αδικίαν εν υπερηφανία και εξουδενώσει κατά του κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού θεού και της αχράντου μητρός αυτού της ευλογημένης δεσποίνης ημών θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, απώλετο ο ασεβής μετ’ ηχούς» (Πασχάλιο Χρονικό, 727-728).
Αυτά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα μας φέρνει στη μνήμη κάθε χρόνο η ακολουθία των Χαιρετισμών. Θυμίζοντας σε όλους μας ότι στις πιο απελπισμένες στιγμές, όταν δεν υπάρχη καμιά ανθρώπινη βοήθεια, δεν μας ξεχνάει ο Θεός. Αρκεί να πιστέψουμε σε Αυτόν. Γι’ αυτό και ο ελληνικός λαός που γνώρισε αυτοκράτορες σαν τον Ηράκλειο εύχεται οι ηγέτες του να δείχνουν την ίδια ευσέβεια όπως εκείνος…



Πηγή: www.parembasis.gr

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010


ΤΡΟΠΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ.


Το στάδιον των αρετών ηνέωκται” οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε, αναζωσάμενοι τον καλόν της Νηστείας αγώνα’ οι γάρ νομίμως αθλούντες, δικαίως στεφανούνται, και αναλαβόντες την πανοπλίαν του Σταυρού, τω εχθρώ αντιμαχησώμεθα. Ως τείχος άρρηκτον κατέχοντες την Πίστιν, και ως θώρακα την προσευχήν, και περικεφαλαίαν την ελεημοσύνην, αντί μαχαίρας την νηστείαν, ήτις εκτέμνει από καρδίας πάσαν κακίαν. Ο ποιών ταύτα, τον αληθινόν κομίζεται στέφανον, παρά του Παμβασιλέως Χριστού, εν τη ημέρα της Κρίσεως.

Εχει πια ανοιχθεί το στάδιο των αρετών. Οσοι θέλουν να αγωνισθούν είναι καιρός να εισέλθουν ς’ αυτό, αφού ζωσθούν καλά στη μέση τους τον καλό αγώνα της νηστείας, διότι όσοι αγωνίζονται σύμφωνα με τον νόμο του Θεού, θα λάβουν δίκαια τον στέφανο της νίκης. Και αφού σηκώσουμε πάνω μας τηνπανοπλία του Σταυρού, ας αντιμετωπίσουμε με ανδρεία τον εχθρό. Θα έχουμε σαν τείχος, που δεν καταρρίπτεται την πίστη και σαν θώρακα την προσευχή και σαν περικεφαλαία την ελεημοσύνη και σαν μαχαίρι την νηστεία, η οποία κόβει από την καρδιά κάθε κακία. Οποιος θα κατορθώσει αυτά, θα λάβει σαν βραβείο τον αληθινό στέφανο της νίκης από τον Βασιλέα των πάντων Χριστό, κατά την ημέρα της κρίσεως.


Δοξαστικόν των αίνων. Ήχος Πλ. Β.


Έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή” η κατά των δαιμόνων νίκη, η πάνοπλος εγκράτεια, η των Αγγέλων ευπρέπεια, η πρός Θεόν παρρησία’ δι’ αυτής γάρ Μωϋσής, γέγονε τω Κτίστη συνόμιλος, και φωνήν αοράτως, εν ταις ακοαίς υπεδέξατο. Κύριε, δι’ αυτής αξίωσον και ημάς, προσκυνήσαί σου τά Πάθη και την αγίαν Ανάστασιν, ως φιλάνθρωπος.


Εφθασε πια ο καιρός για την αρχή των πνευματικών αγώνων. Αυτή είναι η νίκη εναντίον των δαιμόνων, η πάνοπλη εγκράτεια, η ωραιότητα και η ευπρέπεια των αγγέλων, που χαρίζει το θάρρος μπροστά στον Θεό. Με αυτήν ο Μωυσής έγινε συνομιλητής του Κτίστη και Θεού, όταν υποδέχθηκε στα αυτιά του αοράτως την φωνή Του. Κύριε, με την άσκηση αυτής αξίωσε και εμάς ναπροσκυνήσουμε τα πάθη Σου και την αγία Σου Ανάσταση, επειδή είσαι φιλάνθρωπος.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Φεβρουαρίου.

Της Τυρινής, Ματθαίος ς΄ 14-21.

Κείμενο:
14 Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· 15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. 16 Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 17 σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· 21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.

Μετάφραση:
Είπε ο Κύριος: Αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε κι ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα. Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές, που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις· και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά. Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας.

Σχόλια:
«Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών εκεί έσται και η καρδία υμών»
Από το Ευαγγέλιο της Κυριακής αυτής μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο σημεία.Το πρώτο αφορά την επιείκεια, τη συγνώμη, την μακροθυμία. Εάν λέγει ο Χριστός, είστε επιεικείς, ανεκτικοί, εάν προσπαθείτε να δικαιολογείτε τα παραπτώματα των αδελφών σας και τα συγχωρείτε, τότε και ο Πατέρας ο Ουράνιος θα συγχωρήσει τα δικά σας. Και αντιθέτως εάν καταδικάζετε τους αδελφούς σας για τα ελαττώματα και τα σφάλματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας. Πρέπει να προσέξουμε αυτή την προειδοποίηση, αγαπητοί μου. Σκεφθείτε εάν ένας δικός σας, ο πατέρας σας ή η μητέρα σας ή ο άντρας ή η γυναίκα ή ο αδελφός σας, σας προσβάλλει, σας πικράνει, μπορεί την πρώτη στιγμή να θυμώσετε αλλά γρήγορα θα τον συγχωρήσετε και θα ξεχάσετε. Αυτό θα πει πως η αγάπη που αισθάνεστε γι’ αυτούς δεν σας αφήνει να τους κρατήσετε κακία. Αυτό ακριβώς, ζητάει ο Κύριος. Να αγαπούμε τον πλησίον μας τόσο ώστε να μπορούμε να μακροθυμούμε, να συγχωρούμε τα παραπτώματά του, τα παραπτώματά του. Για τον ίδιο λόγο και ο Πατέρας μας ο ουράνιος μακροθυμεί στις δικές μας αμαρτίες διότι μας αγαπά. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όταν, γέρος πια, δεν μπορούσε να κηρύξει, το μόνο που επαναλάμβανε ήταν «τεκνία, αγαπάτε αλλήλους», γιατί ήξερε ότι από την αγάπη ξεκινούν οι αρετές. Σε μια καρδιά που αγαπά δεν χωράει ούτε φθόνος ούτε συκοφαντία, ούτε οργή, ούτε μίσος.Σ’ αυτήν έχει θέση η ανεξικακία, η κατανόηση, η ανοχή, η συγνώμη. Ας καλλιεργούμε λοιπόν περισσότερο από κάθε τι άλλο την αγάπη. Το δεύτερο σημείο που θα μας απασχολήσει είναι της σεμνότητας. Όταν νηστεύουμε, λέει ο Χριστός, μη φροντίζετε να σας βλέπει ο κόσμος ατημέλητους, αχτένιστους, απεριποίητους, για να σας εκτιμά που νηστεύετε, διότι έτσι παίρνετε ήδη την αμοιβή σας, τον θαυμασμό και την αναγνώριση των ανθρώπων. Περισσότερο πρέπει να σας ενδιαφέρει να γνωρίζει ο Θεός ότι τηρείτε τις εντολές Του. Ας θυμηθούμε τους Φαρισαίους, όπως μας τους παρουσιάζει η Γραφή, να επιδεικνύουν την θρησκευτικότητά τους προσευχόμενοι ενώπιον όλων, δίνοντας ελεημοσύνη μόνο όταν τους έβλεπε ο κόσμος, διατυμπανίζοντας ότι τηρούν τις νηστείες και όλους τους τύπους του Μωσαϊκού Νόμου. Αυτούς καυτηρίασε αποκαλών αυτούς υποκριτές. Κάθε τι που γίνεται με σκοπό την επίδειξη με την υστεροβουλία να προκαλέσει τον σεβασμό και στον εαυτό μας και τους άλλους. Ο προορισμός μας είναι η τελειοποίση της ψυχής μας και τίποτε δεν πρέπει να μας απομακρύνει απ’ αυτόν τον σκοπό, διότι «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών». Αν μας απορροφήσει ένα άλλο πάθος, μια άλλη λατρεία, δεν θα μπορούμε να καλλιεργούμε την αγάπη για όλους τους γύρω μας και είπαμε πως το θεμέλιο κάθε καλού είναι η αγάπη προς όλους τους συνανθρώπους μας. Απώτερος σκοπός, ή επιδίωξή μας, ας είναι να μένουμε κοντά στον Θεό. Τότε τίποτα δεν θα είναι ικανό να μας αποσπάσει από τον δρόμο που οδηγεί σε Αυτόν. Αυτός, λοιπόν, ο θησαυρός μας, σ’ Αυτόν και η καρδιά μας!
Σκέψη: Παροιμίες ε΄25: Μετά πάσης φυλάξεως, φύλαττε την καρδιά σου` διότι εκ ταύτης προέρχονται οι εκβάσεις της ζωής.

Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ
«Όταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε
ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί»

ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση. Χωρίς, δηλαδή, την προσπάθεια εκείνη που αναλαμβάνουμε οι πιστοί, εμπνεόμενοι από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ν’ απαλλαγούμε από τον ζυγό της αμαρτίας. Ν’ αποτινάξουμε την κυριαρχία των παθών. Να ακολουθήσουμε με αυταπάρνηση το θέλημα του Κυρίου. Να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού ως ζωντανά μέλη του σώματος Του, που είναι η Εκκλησία. Στην ασκητική αυτή προσπάθεια ιδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει και η νηστεία.
Δυστυχώς η αποκοπή πολλών σημερινών χριστιανών από τις εκκλησιαστικές τους ρίζες, η αλλοίωση του φρονήματος και η εκκοσμίκευση του τρόπου ζωής τους κάνουν να υποτιμούν ή ακόμη και να αρνούνται το θεσμό της νηστείας. Αλλά και όσοι από τους χριστιανούς τηρούν τη νηστεία ως ένα βαθμό, συχνά το κάνουν εντελώς συμβατικά. Χωρίς να συναισθάνονται την πνευματική σημασία που έχει και το σκοπό προς τον οποίο αποβλέπει. Έτσι η τήρηση της νηστείας εκπίπτει σε μια τυπική πράξη που δεν ανταποκρίνεται στο βαθύτερο περιεχόμενο της, αυτό που της προσέδωσε η πίστη και η εμπειρία της Εκκλησίας.
Ένα από τα θέματα στα οποία αναφέρεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι και η νηστεία. Η περικοπή ανήκει στη λεγόμενη επί του Όρους ομιλία του Κυρίου. Ο Ιησούς με τα όσα διδάσκει μας καθορίζει τον θεάρεστο και όχι υποκριτικό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να νηστεύουμε. Έτσι η νηστεία μας προφυλάσσεται από τον κίνδυνο να εκπέσει σε ένα φαρισαϊκό τύπο και ως πράξη θυσίας και έκφραση μετάνοιας γίνεται δεκτή από τον Θεό.

Η αρχαιότητα της νηστείας

Η ΝΗΣΤΕΙΑ δεν είναι εφεύρημα των ανθρώπων, αλλά σαφής διδασκαλία που πηγάζει από την Αγία Γραφή. Και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ο Μ. Βασίλειος εξαίροντας την αρχαιότητα της νηστείας διδάσκει ότι αυτή νομοθετήθηκε στον ίδιο τον παράδεισο με την απαγορευτική εντολή που είχε δώσει ο Θεός στους πρωτοπλάστους να μη φάνε «από του ξύλου του γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν» (Γεν. 2, 17). Γράφει ο ιερός διδάσκαλος: «Συνηλικιώτις εστι της ανθρωπότητος. Νηστεία εν τω παραδείσω ενομοθετήθη». Η Παλαιά Διαθήκη είναι διάσπαρτη από αναφορές στη νηστεία, στην οποία υποβάλλονταν οι ευσεβείς Ισραηλίτες. Ιδιαίτερα δε οι Προφήτες υπογραμμίζουν με έμφαση το αληθινό νόημα της νηστείας, τη νηστεία που αποδέχεται ο Θεός και η οποία έχει τη δύναμη να εξαλείφει τις αμαρτίες (Ησαΐας 1, 13-17 & 58, 6-11).
Στη νηστεία αναφέρεται και ο Κύριος μας. Τονίζει την αξία της. Απορρίπτει την υποκριτική άσκηση της. Υποδεικνύει τον ορθό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να νηστεύουμε. Και τα όσα δίδαξε με το λόγο Του τα επισφράγισε και με το παράδειγμα Του, «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα» (Ματθ. 4, 2), προτού αρχίσει το δημόσιο έργο Του.
Με βάση τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής η Εκκλησία μας όρισε για τους χριστιανούς της ημέρες και περιόδους νηστείας και προσδιόρισε το σκοπό που αποβλέπει και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ασκείται. Αλάθητο κριτήριο που οδήγησε την Εκκλησία στις αποφάσεις της ήταν η διδασκαλία περί νηστείας του αρχηγού της πίστεως μας Ιησού Χριστού. Και άξονας γύρω από τον οποίο διαμορφώθηκαν οι εκκλησιαστικές νηστείες υπήρξαν οι κορυφαίοι σταθμοί της επί γης ζωής του Κυρίου μας. Η νηστεία μας πλέον αποβλέπει στην ωφέλεια της ψυχής. Γίνεται για την αγάπη του Χριστού και όχι για να προκαλέσει τον θαυμασμό και τον έπαινο των ανθρώπων. Και την χαρακτηρίζει όχι η κατήφεια αλλά η ιλαρότητα και η χαρά.

Τι επιδιώκουμε με τη νηστεία

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ σκοπός της νηστείας είναι η κάθαρση και ο εξαγιασμός μας, της ψυχής μας και του σώματος μας. Ενώ η γαστριμαργία εξάπτει το σαρκικό φρόνημα και διεγείρει τις ορμές, η νηστεία, αντίθετα, μαραίνει τις σαρκικές επιθυμίες και καταπολεμά τα διάφορα πάθη της ψυχής. Γι’ αυτό και οι θεοφόροι Πατέρες μας την ονομάζουν «παθοκτόνο» και «φάρμακον παθών καθαρτήριον».
Η νηστεία διακρίνεται σε σωματική και πνευματική. Η σωματική νηστεία συνίσταται στην αποχή από ορισμένες τροφές και στη λήψη άλλων, των λεγόμενων νηστήσιμων. Με την αποφυγή αυτών των τροφών και τη λιτή διατροφή αποβλέπουμε στην περιστολή των ορμών και στην εκρίζωση των σαρκικών επιθυμιών. Είναι αυτό που ο απόστολος Παύλος ονομάζει «νέκρωση» και «σταύρωση» του σαρκικού φρονήματος και των εμπαθών επιθυμιών (Κολ. 3, 5 – Γαλ.5, 24).
Η πνευματική νηστεία είναι η νηστεία της ψυχής, του έσω ανθρώπου. Συνίσταται στην «αλλοτρίωση των κακών» και αποτελεί την «αληθινή νηστεία», τη νηστεία που είναι ευάρεστη στο Θεό. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Μη μέντοι εν τη αποχή μόνη των βρωμάτων το εκ της νηστείας αγαθόν ορίζου. Νηστεία γαρ αληθής η των κακών αλλοτρίωσις». Και «αλλοτρίωση των κακών» σημαίνει αποφυγή της αμαρτίας σε όλες τις εκφράσεις της: εφάμαρτες πράξεις, κακοί λόγοι, εμπαθείς επιθυμίες, ακάθαρτοι λογισμοί! Έτσι η νηστεία γίνεται έργο του όλου ανθρώπου, κοινό αγώνισμα της ψυχής και του σώματος του.

Η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής

Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ, μεγαλύτερη και αυστηρότερη εκκλησιαστική νηστεία είναι αυτή της Μ. Τεσσαρακοστής που αρχίζει από αύριο. Που αποσκοπεί; Να μας προετοιμάσει πνευματικά για τη συμμετοχή μας στην εορτή του Πάσχα: να προσκυνήσουμε αξίως το σταυρό του Κυρίου και να γίνουμε κοινωνοί της αναστάσιμης χαράς Του.
Η φιληδονία που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία της εποχής μας δεν επιτρέπει να αισθανθούμε την πνευματική σημασία που έχει η εγκράτεια. Και η καταναλωτική μανία από την οποία κυριαρχούμαστε οι σύγχρονοι άνθρωποι – χριστιανοί κατά τα άλλα στο όνομα! -, μας κάνει να βλέπουμε τη νηστεία σαν ξεπερασμένη υπόθεση. Να την αντιμετωπίζουμε ακόμη και στις συζητήσεις μας με συγκατάβαση και περισσή ειρωνεία. Αυτό που μετρά για τους πολλούς είναι η έξοδος του τριημέρου, η μέθη της ταχύτητας, το αλόγιστο φαγοπότι, το αποκριάτικο ξεφάντωμα! Όλα αυτά εκφράζουν την εσωτερική μας γυμνότητα και αποδεικνύουν την τραγική αποχριστιάνιση της νοοτροπίας και της καθημερινής συμπεριφοράς μας.
Για την Εκκλησία του Χριστού όμως η σημερινή ημέρα αποτελεί την αφετηρία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αναγγέλλει την έναρξη μιας ιερής περιόδου με κύρια χαρακτηριστικά την άσκηση, τη μετάνοια και την προσευχή. Σηματοδοτεί την απαρχή της ευλογημένης νηστείας. «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται!»! Και «οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα».
Ευλογημένοι όσοι θα θελήσουν να εισέλθουν στον πνευματικό αυτό στίβο! Ευλογημένοι όσοι θα αναλάβουν, με τη δύναμη του Χριστού μας, τον καλό αγώνα της νηστείας. Ευλογημένοι όσοι θα νηστέψουν «σωματικώς» και «πνευματικώς». Αυτοί θα γευτούν τη λυτρωτική χαρά του Σταυρού. Σ’ αυτούς ανήκει το πλήρωμα της αναστάσιμης χαράς.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010



ΑΝ ΔΕΝ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ …


Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος (958-1036 μ. Χ. κατά τον καθηγητή Π. Κ. Χρήστου) γράφει κάπου ότι «αν δεν δεις τον Θεό σ’ αυτή τη ζωή δεν πρόκειται να τον δεις ούτε και στην άλλη». Είναι φοβερά τα λόγια του Συμεών και πρέπει όλους μας να μας εμβάλλουν σε σκέψεις.
Πράγματι στην αγία Γραφή βλέπουμε όλοι οι άνθρωποι του Θεού να βλέπουν το Θεό· ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Μωυσής, ο προφήτης Ηλίας, ο Ησαΐας, οι απόστολοι στη Μεταμόρφωση του Χριστού και άλλοι πολλοί. Βέβαια πρέπει να προσέξουμε ότι η θεοπτία αυτή δεν μας εγγυάται ότι θα είμαστε αχώριστα δεμένοι με τον Χριστό ούτε ότι θα μας προξενεί αγαλλίαση και ευφροσύνη. Ο Αδάμ και η Εύα βλέπανε το Θεό και συζητούσαν μαζί του, πλην όμως λόγω της παρακοής χάσανε τον σύνδεσμο με το Θεό και η παρουσία του Θεού, αντί να τους χαροποιεί, τους προξενούσε φόβο και ενοχή. Ο δε Παύλος όταν είδε το Θεό, ενώ βάδιζε προς την Δαμασκό για να συλλάβει χριστιανούς, επειδή ήταν διώκτης της Εκκλησίας τυφλώθηκε και χρειάσθηκε ο Ανανίας να βάλει τα χέρια του επάνω του για να θεραπευθεί.
Η θεοπτία αυτή που έχουν οι άγιοι γίνεται συνήθως με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. Προκαλεί δέος, έκπληξη, συγκλονίζει και εντυπωσιάζει. Ας θυμηθούμε την εμφάνιση του Θεού στο Σινά με βροντές, αστραπές, σαλπίσματα, γνόφο και καπνό· ή την εμφάνιση του Θεού στον Ησαΐα πάνω σε θρόνο δόξης και δορυφορούμενο από τα κατάπληκτα και κρύβοντα τους οφθαλμούς τους Σεραφίμ, διότι αν και άγγελοι δεν άντεχαν ν’ ατενίζουν τη θεία δόξα· ή την ήρεμη αλλά απαστράπτουσα από ακτινοβολία και λάμψη του Χριστού στο Θαβώρ.
Πάντως από τη στιγμή που ενσαρκώθηκε ο Χριστός μας έχουμε εμφανίσεις του ως Θεανθρώπου, που είναι ταπεινές και απαρατήρητες από τους πολλούς. Ας θυμηθούμε την εμφάνιση του στους βοσκούς, στους μάγους, στον Συμεών το Θεοδόχο. Ας θυμηθούμε την εμφάνιση του πάνω στον σταυρό, που όλοι τον βλασφημούσανε, τον κοροϊδεύανε και τον περιγελούσανε χωρίς να αντιλαμβάνονται ούτε καν να υποψιάζονται ποιος είναι· κι όμως ο εκ δεξιών του ληστής, όταν είδε την άνευ προηγουμένου αγάπη και συγχωρητικότητά του, που κραύγασε «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λκ. 23,34) και που δέχθηκε αδιαμαρτύρητα την άδικη σταύρωση του, ενώ ήταν εντελώς αθώος, αντελήφθη ότι μόνο ο Θεός μπορούσε να φερθεί έτσι και κραύγασε γεμάτος πίστη, αγάπη και θαυμασμό «μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου. Τον ομολόγησε ως Θεό τη στιγμή που πάντες τον απέρριπταν και οι μαθητές του -εκτός του Ιωάννου του Θεολόγου- τον είχαν εγκαταλείψει. Ας θυμηθούμε την Χαναναία, τον εκατόνταρχο με τον άρρωστο υπηρέτη, την αιμορροούσα, τον τυφλό της Ιεριχώ, τον τυφλό εκ γενετής και τόσους άλλους που αντιλαμβάνονται τον αφανή και ταπεινό και περιφρονημένο από την άρχουσα θρησκευτική και πολιτική τάξη Θεάνθρωπο.
Για ένα εντελώς ιδιαίτερο είδος θεοπτίας μας μιλά η περικοπή της κρίσεως (Ματθ.25,31-46).
Όταν βλέπεις πεινασμένο και διψασμένο ουσιαστικά βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Εν αντιθέσει με τους ειδωλολάτρες προγόνους μας που φανταζόταν τους θεούς να γλεντάνε στο Όλυμπο έχοντας τα πάντα, η Καινή διαθήκη μας παρουσιάζει ένα Θεό πεινασμένο και διψασμένο· ένα Θεό ενδεή και έχοντα ανάγκη της βοηθείας του ανθρώπου! Ένα Θεό που κρύβεται πίσω από κάθε ενδεή και αδύνατο. Πόση η κένωσή σου Κύριε και Θεέ μας! Πόσο κρύβεις την δόξα σου και παρουσιάζεσαι με ευτέλεια και ταπείνωση! Με πόση αγάπη και ενδιαφέρον πρέπει να αντιμετωπίζουμε αυτούς τους ενδεείς αδελφούς μας.
Όταν βλέπεις ξένο και μοναχικό και εγκαταλειμμένο άνθρωπο βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Σήμερα έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η θεοπτία, διότι εμείς οι Ευρωπαίοι έχουμε το πλήθος των οικονομικών μεταναστών. Επίσημα ή λαθραία κατακλύζουν την Ευρώπη η οποία μαστίζεται από την υπογεννητικότητα, την βιολογική γήρανση και την ψυχική εξαχρείωση. Οι μετανάστες αυτοί πολλές φορές μας δημιουργούν προβλήματα ή είναι αθλίου χαρακτήρος. Πρέπει όμως ν’ αναγνωρίσουμε ότι χρόνια η Ευρώπη στράγγιζε την Ασία και την Αφρική χωρίς να δίδει τ’ ανάλογα ανταλλάγματα. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικόλα Σαρκοζί ομολογεί ότι αν δεν αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα του τρίτου κόσμου τότε θα έχουμε τεράστιο πρόβλημα στην Ευρώπη. «Δεν έχουμε την δυνατότητα να παραμείνουμε μια σταθερή ήπειρος, αν δεν έχουμε τη σοφία να βοηθήσουμε στη μαζική και επείγουσα ανάπτυξη της Αφρικής». Φυσικά και των χωρών της Ασίας.
Αυτά από υλικής πλευράς. Θα πρέπει όμως η Εκκλησία να ενδιαφερθεί και για την πνευματική στήριξη των ανθρώπων αυτών. Είναι παράλογο και ανόητο να στέλνουμε ιεραποστόλους στην Αφρική και την Ασία και να αδιαφορούμε για την ιεραποστολή στους οικονομικούς μετανάστες. Είναι οι ζωντανές εικόνες του Θεανθρώπου και η ζωντανή παρουσία του ανάμεσά μας.
Όταν βλέπεις γυμνό -υλικά αλλά και πνευματικά- βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Το ίδιο όταν βλέπεις κάποιο γυμνό από υγεία.
Και το αποκορύφωμα· όταν βλέπεις ένα φυλακισμένο βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Πολύ περίεργο και παράξενο αυτό. Να βλέπεις τον Θεάνθρωπο στον πεινασμένο και διψασμένο, στον ξένο και τον γυμνό ή και τον ασθενή είναι κατανοητό. Αλλά και στον φυλακισμένο; Στην φυλακή δεν πάνε άγγελοι –εκτός περιπτώσεων αθώων που καταδικάστηκαν εσκεμμένα ή και άδικα- αλλά τα περιτρίμματα της κοινωνίας. Κι όμως «εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου, ει και στίγματα φέρω πταισμάτων»· ψάλλουμε στον νεκρώσιμο κανόνα.
* * *
Αδελφοί, αν δεν έχουμε την ευλογία να δούμε τον Θεό εν δόξει και μεγαλοπρεπεία, εν τούτοις, όλοι μας έχουμε τη δυνατότητα να τον δούμε εν ενδεία, ασθενεία και εξουθενώσει ή ακόμη και εν ατιμώσει. Ας δράξουμε τις ευκαιρίες διότι ο Συμεών ο νέος Θεολόγος το ξεκαθαρίζει· «αν δεν δεις τον Θεό σ’ αυτή τη ζωή δεν πρόκειται να τον δεις ούτε και στην άλλη».

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Φεβρουαρίου.
Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, η παραβολή της Μελλούσης Κρίσεως.


Ματθαίος κεφάλαιο, κε΄ στίχοι, 31-46




Κείμενο:
Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ' ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· 35 ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· 42 ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Mετάφραση:
Είπε ο Κύριος: «Όταν θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου με όλη του τη μεγαλοπρέπεια και θα τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοι, θα καθίσει στο βασιλικό θρόνο του. Τότε θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια. Τα πρόβατα θα τα τοποθετήσει στα δεξιά του και τα κατσίκια στ΄ αριστερά του. Θα πει τότε ο βασιλιάς σ΄ αυτούς που βρίσκονται δεξιά του: «ελάτε, οι ευλογημένοι απ΄ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί απ΄ την αρχή του κόσμου. Γιατί, πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ΄ επισκεφθήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε». Τότε θα του απαντήσουν οι άνθρωποι του Θεού: «Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιείς; Πότε σε είδαμε ξένον και σε περιμαζέψαμε ή γυμνόν και σε ντύσαμε; Πότε σε είδαμε άρρωστον ή φυλακισμένον κι ήλθαμε να σε επισκεφθούμε;» Τότε θα τους απαντήσει ο βασιλιάς: «σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδερφούς μου, τα κάνατε για μένα». Ύστερα θα πει και σ΄ αυτούς που βρίσκονται αριστερά του: «φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι· πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του. Γιατί, πείνασα και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα και δε μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και δε με περιμαζέψατε, γυμνός και δε με ντύσατε, άρρωστος και φυλακισμένος και δεν ήρθατε να με δείτε». Τότε θα του απαντήσουν κι αυτοί: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον ή διψασμένον ή ξένον ή γυμνόν ή άρρωστον ή φυλακισμένον και δε σε υπηρετήσαμε;» Και θα τους απαντήσει: «σας βεβαιώνω πως αφού δεν κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους άσημους αδερφούς μου, δεν τα κάνατε ούτε για μένα». Αυτοί λοιπόν θα πάνε στην αιώνια τιμωρία, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή».

Σχόλια:

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

«’Οταν έλθη ο υιός του ανθρώπου
εν τη δόξη αυτού...»

ΕΡΩΤΗΜΑ κεφαλαιώδους σημασίας: Ή είναι αλήθεια το Ευαγγέλιο ή δεν είναι. Ή είναι ο λόγος του Θεού που δίνει απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα μας – ποιοί είμαστε, από που προερχόμαστε, για που κατευθυνόμαστε – ή δεν είναι, οπότε μένουμε στο σκοτάδι και την αβεβαιότητα. Ή δεχόμαστε ολόκληρο το Ευαγγέλιο – όλη την αλήθεια του Χριστού – ή το αρνούμαστε και το απορρίπτουμε. Στο χώρο της χριστιανικής πίστεως το «διαλέγουμε και παίρνουμε» δεν έχει θέση. Το «άλλα δέχομαι και άλλα απορρίπτω» συνιστά βαριά πλάνη. Το «με όσα συμφωνώ, τ’ ακολουθώ, με όσα διαφωνώ τα αγνοώ» αποτελεί φρικτή αίρεση. Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί τελικά στην ανατροπή ολόκληρου του Ευαγγελίου.
Το παραπάνω ερώτημα δεν αποτελεί ρητορικό σχήμα, αλλά πρόβλημα που το αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί χριστιανοί που υιοθετούν μια τέτοια στάση. Δέχονται και θαυμάζουν το Ευαγγέλιο για τη διδασκαλία του που αφορά την επίγεια ζωή μας και απορρίπτουν την εσχατολογική διδασκαλία του. Ισχυρίζονται πως είναι χριστιανοί. Όμως στην ουσία είναι υλιστές, αφού πιστεύουν πως όλα σταματούν στην ταφόπετρα του νεκροταφείου. Ακούνε για ουράνια Βασιλεία και μεταθανάτια ζωή; Αποφαίνονται ειρωνικά: «Παραμύθια!». Γίνεται λόγος για κόλαση και παράδεισο; Χαμογελούν με συγκατάβαση και απαντούν: «Εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος. Πέθανες ; Ξόφλησες!».
Τι, σε όλα αυτά, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε; Απάντηση μας δίνει ο ίδιος ο Κύριος. Το σημερινό ευαγγέλιο της κρίσεως.

Η δίψα του ανθρώπου για δικαιοσύνη

Ο ΚΥΡΙΟΣ αναφέρεται στα έσχατα. Στα τέλη του κόσμου και της ιστορίας. Στη μεγάλη και επιφανή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του πάνω στο πρόσωπο της γης. Ο Χριστός ήρθε την πρώτη φορά απλά και ταπεινά. Ήρθε για να μας αποκαλύψει την αλήθεια του Θεού και να απολυτρώσει το γένος μας με τη σταυρική Του θυσία. Όμως θα έλθει και πάλι, για δεύτερη φορά. Και τη φορά αυτή «εν δόξη», ως δίκαιος κριτής για να αποδώσει δικαιοσύνη και ν’ αποκαταστήσει την ηθική τάξη. Για να ανταμείψει τους πιστούς τηρητές των εντολών Του και να κατακρίνει εκείνους που τις περιφρόνησαν κι έζησαν αμετανόητα μακριά από το άγιο θέλημα Του.
Ο Κύριος, λοιπόν, θα έλθει και πάλι ως κριτής όλων μας, διότι είναι δίψα κι απαίτηση της ανθρώπινης ψυχής. Η ψυχή του ανθρώπου είναι ζυμωμένη με το αίσθημα της δικαιοσύνης. Ποθεί να βασιλεύει η δικαιοσύνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Ανάμεσα στους ανθρώπους. Μεταξύ των λαών.
Ο πόθος αυτός γίνεται εντονότερος, όσο βλέπουμε να μην υπάρχει γύρω μας δικαιοσύνη. Και δεν υπάρχει, διότι πολλοί από τους ανθρώπους δεν θέλουν να αποδώσουν δικαιοσύνη. Διότι πολλοί – άτομα και έθνη – καταπατούν ενενδοίαστα το δίκαιο, καταπιέζουν τους αδυνάτους και σφετερίζονται τα δικαιώματα των φτωχών και των μικρών λαών. Έτσι ο αδικούμενος στρέφεται προς τον Θεό και με σπαραγμό ψυχής ερωτά: «Έως πότε ο Δεσπότης ο άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκ. 6, 10).

Αίτημα και της δικαιοσύνης του Θεού

Η ΗΜΕΡΑ της κρίσεως θα έλθει όχι μόνο διότι το ποθεί η ανθρώπινη ψυχή, αλλά διότι το ζητά και η δικαιοσύνη του Θεού. Μας το αποκαλύπτει ο Κύριος στο σημερινό ευαγγέλιο κατά τρόπο συγκλονιστικό, που δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Στην ένδοξη παρουσία Του όμως ο Χριστός αναφέρθηκε και άλλες φορές. Άλλοτε με παραβολές και άλλοτε ανοιχτά. Ας θυμηθούμε τα όσα σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης και τα οποία ακούμε στην ευαγγελική περικοπή της νεκρώσιμης Ακολουθίας: «Έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού, και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5, 28-29).
Ο Θεός είναι ο αιώνιος και υπέρτατος Νομοθέτης. Είναι ο φύλακας και ο επόπτης της ηθικής τάξεως μέσα στον κόσμο. Κάποτε, λοιπόν, θα ζητήσει λόγο για το πως ζήσαμε. Θα μας κρίνει για τα όσα πράξαμε είτε αγαθά είτε κακά. Διδάσκει ο απόστολος Παύλος: «Πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκαστος τα δια του σώματος προς ά έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν» (Β’ Κορ. 5, 10).
Ο φυσικός θάνατος δεν είναι το τέλος του ανθρώπου. Είναι το τέρμα της επίγειας ζωής και της πνευματικής τελειώσεως, μετά από το οποίο είναι λογικό και δίκαιο να επακολουθήσει, όπως για όλους τους αγώνες, η κρίση και η αμοιβή. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9, 27). Στη μέλλουσα κρίση με μεγαλειώδη τρόπο αναφέρεται και ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη του. «Και έδωκεν η θάλασσα τους νεκρούς τους εν αυτή και ο θάνατος και ο Άδης έδωκαν τους νεκρούς τους εν αυτή, και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών» (Αποκ. 20, 13).

Διακηρυγμένη πίστη της Εκκλησίας

Ο ΘΕΟΣ, ΛΟΙΠΟΝ, «έστησεν ημέραν, εν ή μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη» (Πραξ. 17, 31). Πάνω στην ολοφάνερη αυτή διδασκαλία της Αγίας Γραφής στήριξε την πίστη και το κήρυγμα της η Εκκλησία. Όλοι οι χριστιανοί πιστεύουμε και ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως μας ότι ο Κύριος θα έλθει εκ νέου με δόξα θεϊκή για να κρίνει ζώντας και νεκρούς: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Όλοι προσδοκούμε ότι μια μέρα θα αναστηθούμε. Το τελευταίο άρθρο του ιερού Συμβόλου διδάσκει: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Δεν υπάρχουν ως εκ τούτου περιθώρια να αμφιβάλλει κανείς ή να αρνηθεί την ένδοξη παρουσία του Κυρίου και τη γενική κρίση που θα ακολουθήσει. Για κείνους που αρνούνται τη θεμελιώδη αυτή διδασκαλία της πίστεως ο άγιος Πολύκαρπος γράφει: «Ός αν μεθοδεύη τα λόγια του Κυρίου προς τας ιδίας επιθυμίας και λέγη μήτε ανάστασιν μήτε κρίσιν, ούτος πρωτότοκος εστί του σατανά».

Το χρέος των πιστών

Ο ΥΙΟΣ του ανθρώπου, λοιπόν, θα έλθει οπωσδήποτε «εν τη δόξη αυτού» για να κρίνει τον κόσμο. Ποιό άραγε είναι το δικό μας χρέος ως χριστιανών απέναντι στη θεμελιώδη αυτή αλήθεια του Ευαγγελίου;
Πρώτον, η ακλόνητη πίστη και η σταθερή ελπίδα. Αν είναι το ευαγγέλιο η σώζουσα αλήθεια του Θεού, αλήθεια είναι ολόκληρο. Κάθε διδασκαλία του. Επομένως και τα όσα διδάσκει για το τέλος του κόσμου, την ένδοξη παρουσία του Χριστού μας, τη γενική κρίση και τη δικαιοσύνη του Θεού που θα λάμψει και θα επιβληθεί. Οφείλουμε, λοιπόν, να πιστεύουμε ακλόνητα και να ελπίζουμε σταθερά ότι η μέρα εκείνη θα έλθει.
Δεύτερον, η μετάνοια και η ετοιμασία. Η φοβερή εκείνη μέρα πρέπει να μας βρει έτοιμους. Ο Κύριος θα εμφανιστεί αιφνίδια. Θα έλθει απροειδοποίητα. Γι’ αυτό οφείλουμε να ζούμε εν μετανοία και να είμαστε πάντοτε έτοιμοι. «Γρηγορείτε – μας λέγει ο Κύριος -, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. 24, 42). Βασική υποχρέωση μας η τήρηση του νόμου της αγάπης στα πρόσωπα των ελαχίστων αδελφών του Κυρίου.
Είθε η ώρα εκείνη να μας βρει έτοιμους. Και να ακούσουμε όλοι από τα χείλη του Κυρίου τον χαρμόσυνο λόγο: «Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου».

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ.


Υμνολογική εκλογή.


ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΕΣΠΕΡΑΣ.


Δοξαστικόν της λιτής, ιδιόμελον

Ήχος βαρύς


Τας του Κυρίου γνόντες εντολάς ούτω πολιτευθώμεν. πεινώντας διαθρέψωμεν, διψώντας ποτίσωμεν, γυμνούς περιβαλώμεθα, ξένους συνεισαγάγωμεν, ασθενούντας και τους εν φυλακή επισκεψώμεθα, ίνα είπη και πρός ημάς, ο μέλλων κρίναι πάσαν την γήν” Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε, την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν.


Γνωρίζοντας τις εντολές του Κυρίου, σύμφωνα με αυτές ας ζήσουμε στη γη” ας θρέψουμε τους πεινασμένοι, ας δώσουμε νερό στους διψασμένους, ας ντύσουμε τους γυμνούς, ας φιλοξενήσουμε τους ξένους, ας επισκεφθούμε τους ασθενείς και τους φυλακισμένους, για να πεί και σε μας Αυτός που πρόκειται να κρίνει όλη την γη: Ορίστε, ελάτε σεις, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, να κληρονομήσετε την Βασιλεία που είναι ετοιμασμένοι για σας.


Δοξαστικόν των αποστίχων, ήχος πλ. δ’.


Οίμοι μέλαινα ψυχή! έως πότε των κακών ουκ εκκόπτεις; Έως πότε τη ραθυμία κατάκεισαι; τί ουκ ενθυμή την φοβεράν ώραν του θανάτου; τί ου τρέμεις όλη το φρικτόν Βήμα του Σωτήρος; άρα τί απολογήση, ή τί αποκριθήση; Τα έργα σου παρίστανται προς έλεγχόν σου, αι πράξεις σου ελέγχουσι κατηγορούσαι. Λοιπόν ώ ψυχή, ο χρόνος εφέστηκε, δράμε, πρόφθασον, πίστει βόησον. Ήμαρτον Κύριε, ήμαρτόν σοι, αλλ’ οίδα φιλάνθρωπε το εύσπλαγχνόν Σου” ο ποιμήν ο καλός, μή χωρίσης με, της εκ δεξιών σου παραστάσεως, διά το μέγα Σου έλεος.


Αλλοίμονό σου κατάμαυρη ψυχή! Εως πότε δεν αποφασίζεις να κόψεις τα κακά σου? Εως πότε θα βρίσκεσαι ξαπλωμένη από την τεμπελιά σου? Γιατί δεν ενθυμείσαι την φοβερή ημέρα του θανάτου? Γιατί δεν τρέμις ολόκληρη απ’ το φρικτό βήμα του Σωτήρος? Αραγε τι θα απολογηθείς ή τι θα αποκριθείς? Τα έργα σου είναι μπροστά σου για να σε ελέγξουν, οι πράξεις σου στέκονται και σε κατηγορούν. Λοιπόν, ψυχή, ο χρόνος έφθασε, τρέξε, φθάσε γρήγορα πριν το τέλος και φώναξε δυνατά με πίστη: Αμάρτησα, αμάρτησα, αλλά γνωρίζω, Κύριε και την ευσπλαγχνία Σου, φιλάνθρωπε, μη με χωρίσεις καλέ ποιμένα από τα δεξιά Σου χάρη στο μέγα Σου έλεος.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010


Η Υπαπαντή του Κυρίου.


Σαράντα μέρες μετά τα Χριστούγεννα, οι ενορίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιορτάζουν την Υπαπαντή του Κυρίου. Όμως επειδή συνήθως η γιορτή πέφτει σε εργάσιμη μέρα, έχει σχεδόν μισοξεχαστεί. Παρ’ όλα αυτά έρχεται όταν η Εκκλησία ολοκληρώνει «το χρόνο των Χριστουγέννων», αποκαλύπτοντας και συγκεφαλαιώνοντας το νόημα των Χριστουγέννων σ’ ένα ρεύμα καθαρής και βαθιάς χαράς. Η εορτή αναφέρεται σ’ ένα γεγονός που καταγράφεται στο ευαγγέλιο του αποστόλου Λουκά. Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού στη Βηθλεέμ, ο Ιωσήφ και η Μαρία, ακολουθώντας τη θρησκευτική συνήθεια της εποχής, «ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου…» (Λουκ. Β΄ 22-23). Πόσο εκπληκτική και όμορφη είναι η εικόνα, ο πρεσβύτερος να κρατά στην αγκαλιά του το βρέφος, και πόσο παράξενα τα λόγια του: «ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου…». Συλλογισμένοι αυτά τα λόγια, αρχίζουμε να εκτιμούμε το βάθος αυτού του γεγονότος και τη σχέση που έχει με μας, με μένα, με την πίστη μας. Υπάρχει στον κόσμο κάτι πιο χαρούμενο από μια συνάντηση, μια «υπαπαντή» με κάποιον που αγαπάς; Είναι αλήθεια πως το να ζεις σημαίνει να περιμένεις, να αποβλέπεις σε μια συνάντηση. Δεν είναι άραγε η υπερβολική και όμορφη προσδοκία του Συμεών το σύμβολό της; Δεν είναι η πολύχρονη ζωή του σύμβολο της προσδοκίας, αυτός ο «πρεσβύτης» που περνά ολόκληρη τη ζωή του περιμένοντας το φως που φωτίζει τους πάντες και τη χαρά που πληρώνει τα πάντα; Πόσο δε απροσδόκητο, πόσο άρρητα όμορφο είναι το ότι το πολυαναμενόμενο φως και η χαρά έρχεται στον πρεσβύτη Συμεών με ένα παιδί! Φανταστείτε τα τρεμάμενα χέρια του γέροντα Συμεών καθώς παίρνει στην αγκαλιά του το σαρανταήμερο βρέφος τόσο τρυφερά και προσεκτικά, ατενίζοντας το μικρό πλάσμα, και πλημμυρίζοντας από δοξολογία: «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ∙ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».Ο Συμεών περίμενε. Περίμενε σε ολόκληρη τη ζωή του, και είναι βέβαιο πως στοχαζόταν, προσευχόταν και βάθαινε καθώς περίμενε έτσι, ώστε στο τέλος ολόκληρη η ζωή του να είναι μια συνεχής «παραμονή» της χαρούμενης συνάντησης.Δεν είναι καιρός να αναρωτηθούμε τι περιμένουμε; Τι επιμένει η καρδιά μας να μας υπενθυμίζει συνεχώς; Μεταμορφώνεται βαθμιαία η ζωή μας σε μια αναμονή, καθώς περιμένουμε να συναντηθούμε με τα ουσιώδη; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει η Υπαπαντή. Εδώ, σ’ αυτή τη γιορτή η ζωή του ανθρώπου αποκαλύπτεται ως ανυπέρβλητη ομορφιά μιας ώριμης ψυχής, που έχει απελευθερωθεί, βαθύνει και καθαριστεί από καθετί το μικρόψυχο, το ανόητο και τυχαίο. Ακόμη και τα γηρατειά και ο θάνατος, η γήινη μοίρα που όλοι μας μοιραζόμαστε, παρουσιάζονται εδώ τόσο απλά και πειστικά ως ανάπτυξη και άνοδος προς εκείνη τη στιγμή, όταν με όλη μου την καρδιά, στην πληρότητα της ευχαριστίας, θα πω: «νυν απολύεις». Είδα το φως να διαπερνά τον κόσμο. Είδα το «Παιδίον», που φέρνει στον κόσμο τόση θεϊκή αγάπη, και που παραδίδεται σε μένα. Τίποτε δεν προκαλεί φόβο, τίποτε δεν είναι άγνωστο, όλα τώρα είναι ειρήνη, ευχαριστία, αγάπη.Αυτά φέρνει η Υπαπαντή του Κυρίου. Εορτάζει τη συνάντηση της ψυχής με την Αγάπη, τη συνάντηση μ’ Αυτόν που μας έδωσε τη ζωή, και που μου έδωσε το κουράγιο να τη μεταμορφώσω σε αναμονή.

(π. Αλεξάνδρου Σμέμαν,«Εορτολόγιο» σελ. 85-88).