Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009



ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Α΄. Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΕΟ


Το πρώτο γνώρισμα της Ορθοδοξίας, το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό της είναι η πίστη στο Θεό. Ποιο Θεό όμως; Το θεό του Ισλάμ, το θεό του Ισραήλ, το θεό των Μασόνων, το θεό των διαφόρων θρησκειών, το θεό όπως τον φαντάζεται ο κάθε άνθρωπος και λέγει υπάρχει το θείο, υπάρχει κάτι, υπάρχει μια ανώτερη δύναμη; Όχι. Ο Θεός της Ορθοδοξίας είναι ο Τριαδικός Θεός, ο αληθινός Θεός, ο μόνος που λυτρώνει τον άνθρωπο. Πατήρ-Υιός-Άγιο Πνεύμα. Και ο Υιός, ο ένας της Τριάδος, μας αποκαλύπτει η Γραφή και μας παραδίδει η ιστορία, ενσαρκώθηκε, προσέλαβε το ημέτερο φύραμα, το θεράπευσε και το ζωοποίησε εις τον αιώνα, αφού «το απρόσληπτον αθεράπευτον» λένε οι πατέρες της Εκκλησίας μας. Ο Υιός είναι ο Μεσσίας ή Χριστός, αυτός δηλαδή που έχει το χρίσμα και την αποστολή να ενανθρωπήσει, να καταστεί Θεάνθρωπος και να σώσει τον άνθρωπο. Είναι με την ενανθρώπησή του ο απόγονος της Εύας, που θα συντρίψει τον σατανά. Είναι, ως άνθρωπος, ο νέος Αδάμ, που με την υπακοή του θα ξαναδείξει το δρόμο της σωτηρίας προς τον άνθρωπο.«Και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομα έστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,12) μας αποκαλύπτει ο θεόπνευστος απόστολος Πέτρος. Κανείς άλλος εκτός του Χριστού δεν μπορεί να οδηγήσει στη θεογνωσία, στην αληθινή ένωση του ανθρώπου με το Θεό, του κτιστού μετά του Ακτίστου. Καμμία λοιπόν σχέση δεν έχει ο Θεός της Ορθοδοξίας με το θεό των άλλων θρησκειών, ακόμη και αυτών των μονοθεϊστικών. Κανένα κοινό σημείο, κανένα σημείο επαφής. Οι άλλες θρησκείες αρνούνται την Τριαδικότητα του Θεού, την ενανθρώπηση του Υιού, το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Σωτήρος μας. Ματαιοπονούν όσοι κάνουν συνέδρια με τις άλλες μονοθεϊστικές και άλλες θρησκείες. Τα είδωλα των εθνών και των διαφόρων ανθρώπων είναι δαιμόνια σύμφωνα με τη Γραφή ή δημιουργήματα του πεπτωκότος ανθρώπου.Η πίστη η αληθινή είναι αποκάλυψη του αληθινού Θεού στον άνθρωπο και όχι ανακάλυψη του πεπτωκότος ανθρώπου. Ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό του και το θέλημά του μέσω των εμφανίσεών του σε εκλεκτούς ανθρώπους και μέσω των θείων Γραφών. Ήταν αδύνατο ο άνθρωπος ν’ ανακαλύψει το Θεό· ν’ ανακαλύψει το κτίσμα τον Κτίστη του. Τώρα οι άνθρωποι, που δεν δέχθηκαν την αποκάλυψη του Θεού, ούτε τους απεσταλμένους του, ούτε τις Γραφές του, δημιούργησαν τις διάφορες θρησκείες. Τι σχέση μπορεί να έχει η πίστη μας μ’ αυτές;Λοιπόν ο Θεός παρέδωσε την αλήθεια του στους ανθρώπους και αυτή η παράδοση είναι ορθή δόξα περί του Θεού. «Οι προφήται ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν…» λέγει το Συνοδικό της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό Ορθοδοξία και Παράδοση αλληλοπεριχωρούνται και αλληλοεξαρτώνται. Ορθοδοξία είναι η Εκκλησία της Παραδόσεως. Έτσι η παράδοση είναι το βασικό και πρωταρχικό και θεμελιώδες γνώρισμα της Ορθοδοξίας.


Β΄. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Ορθοδοξία είναι η αρχική παράδοση. Ορθοδοξία θα πη ορθόδοξη πίστη. Αυτή όμως η ορθή πίστη παρεδόθη, όπως προαναφέραμε, από το Θεό στους προφήτες και τους αποστόλους. Λέγει χαρακτηριστικά ο Παύλος· «Εγώ παρέλαβον από του Κυρίου ό και παρέδωκα υμίν» (Α΄ Κορ.11,23). Και άλλού πάλι λέγει «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον» (Α΄ Κορ.15,3). Και μετά οι απόστολοι την «άπαξ παραδοθείσαν πίστιν» (Ιουδ. 3) όπως την ονομάζει ο Ιούδας ο αδελφόθεος, την παρέδωσαν στους μαθητές τους. Έτσι ο Λουκάς στο προοίμιο του ευαγγελίου του λέγει ότι φροντίδα αυτών που γράφουν τα ευαγγέλια ήταν να γράφουν «καθώς παρέδοσαν υμίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του λόγου» (Λκ. 1,2). Και οι μαθητές στους αποστολικούς πατέρες κ.ο.κ. Γι’ αυτό ο Μ. Αθανάσιος προσδιορίζει ως ορθή πίστη, «ήν μεν Κύριος έδωκεν, οι δε απόστολοι εκήρυξαν, και οι πατέρες εφύλαξαν»1. Έτσι αυτός που μένει πιστός στην παράδοση παραμένει εντός της Ορθοδοξίας· αυτός όμως που απομακρύνεται από την παράδοση καθίσταται αυτόχρημα αιρετικός. Ο Πέτρος γράφει ότι το θανάσιμο παράπτωμα των αιρετικών ήταν ότι απομακρύνθηκαν «εκ της παραδοθείσης αυτοίς αγίας εντολής» (Α΄ Πετρ. 2,21).Ορθόδοξο, λοιπόν, αυτό που παραδόθηκε αρχικά άπαξ δια παντός. Οι μετέπειτα αιώνες δεν προσέθεσαν τίποτα στην αρχική πίστι της Εκκλησίας. Αύτη υπήρξε αυτάρκης εξ αρχής. Τέλεια και αιώνια. Κι αυτές οι οικουμενικές σύνοδοι και οι μεγάλοι πατέρες δεν δημιούργησαν, αλλ’ ερμήνευσαν την ιερά παράδοση. Γι’ αυτό στο περίφημο Συνοδικό2 της Ζ΄ οικουμενικής συνόδου διαβάζουμε· «Οι προφήται ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν…». Στον δε «όρον της πίστεως»3 της ίδιας συνόδου οι πατέρες προσδιορίζουν το έργο της Ζ΄ Οικ. Συνόδου ως εξής· «… Όπως η ένθεος παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας κοινή ψήφω απελάβη το κύρος. Μετά πάσης τοίνων ακριβείας ερευνήσαντές τε και διασκεψάμενοι, και τω σκοπώ της αληθείας ακολουθήσαντες, ουδέν αφαιρούμεν, ουδέν προστίθεμεν, αλλά πάντα τα της Καθολικής Εκκλησίας αμείωτα διαφυλάττομεν…». Επίσης στην δ΄ συνεδρίαση της ιδίας συνόδου διατυπούνται τα εξής· «Ημείς δε κατά πάντα των αυτών Θεοφόρων πατέρων υμών τα δόγματα και πράγματα κρατούντες, κηρύσσομεν εν ενί στόματι και μια καρδιά μηδέν προστιθέντες, μηδέν αφαιρούντες των εξ αυτών παραδοθέντων ημίν· αλλά τούτοις βεβαιούμεθα τούτοις στηριζόμεθα· ούτως ομολογούμεν, ούτως διδάσκομεν καθώς αι άγιαι και οικουμενικαί εξ σύνοδοι ώρισαν και εβεβαίωσαν»4. Και η υμνογραφία της εορτής συμπληρώνει: «θεσμούς Εκκλησίας πατρικούς διαφυλάττοντες, εικόνας γράφομεν και ασπαζόμεθα στόμασι και καρδία και θελήματι…»5. Οι παπικοί στο διάβα των αιώνων προσέθεσαν νέα δόγματα όπως του παπικού πρωτείου και αλαθήτου, του Filioque, της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου, τα οποία δεν έχουν κανένα έρεισμα στην αρχαία παράδοση. Οι προτεστάντες μη δεχόμενοι καμμία ανωτέρα αυθεντία εκτός από τον ορθό λόγο, έφθασαν ν’ αρνηθούν αρχαία δόγματα όπως της αειπαρθενίας της Θεοτόκου και μερικοί θεολόγοι τους καταντήσαν να κηρύττουν το ψευδές δήθεν της αναστάσεως του Χριστού ή ακόμη και το θάνατο του Θεού. Ενώ η ορθοδοξία καυχάται ότι κράτησε αμετάβλητο το δόγμα. Όχι μόνο δεν έχει complex απέναντι στον ορθολογισμό, αλλ’ αντιθέτως σεμνύνεται γιατί η πίστη της αναπληρώνει το χώρο εκείνο στον οποίο ο ορθός λόγος δεν μπορεί να εισχωρήσει. Η πίστη της αγγίζει τα μυστήρια και τα θαυμάσια του Θεού που δεν μπορεί η ανθρώπινη γνώση να πλησιάσει. Αυτά «εσφράγισται τοις ερευνώσι· πεφανέρωται δε τα θαύματα τοις προσκυνούσιν εν πίστει το μυστήριον»7.Αυτή τη στάση κρατώντας η Ορθοδοξία είναι κολλημένη σαν στρείδι πάνω στην «άπαξ παραδοθείσαν τοίς αγίοις πίστιν». Λέγει ξένος θεολόγος· «Εάν επιθυμούμε να βρούμε δογματική πίστη και συντηρητική παράδοση στην πιο τέλεια έκφραση, οφείλουμε να μεταβούμε όχι στην εκκλησία που αυτοκαλείται καθολική χωρίς να είναι, αλλ’ στην Εκκλησία που θα προτιμούσε να πεθάνει μάλλον, παρά να υποχωρήσει ποτέ, ακόμη και στο ελάχιστο σημείο που παράλαβε από τη Γραφή και τις συνόδους8. Και συμπληρώνει ο πολυγραφώτατος και γλαφυρώτατος πρωτοπρεσβύτερος Κ. Καλλίνικος στο γνωστό του ύφος· «Επιθυμείτε να ενοήσετε την στοργήν, μεθ’ ής είνε προσκεκολλημένη αύτη είς την άπαξ παραδοθείσαν τοίς αγίοις πίστιν; Ο Τούρκος έκρουσε τας πύλας της βασιλίδος των πόλεων. Ο Πάπας αγέρωχος προσεκάλει από την Δύσιν είς υποταγήν τους ημετέρους. Ας συλλειτουργηθούν Λατίνοι και Ανατολικοί εν τη αγία Σοφία, ας μνημονευθή ο Πάπας ως υπέρτατος ποντίφηξ και απόλυτος του Χριστού βικάριος, ας γείνουν δεκταί υπό της Ανατολής, όλαι αι καινοτομίαι της καταστρηνιασάσης Ρώμης, και τότε ο Πάπας θα συγκατανεύση να πέμψη στρατιωτικήν βοήθειαν, διά να μη υποδουλωθή από την ημισέληνον ο Σταυρός. Αλλά τι πανταχόθεν των ρυμών της λιποψυχούσης πόλεως ακούεται; «Κρειττότερον φακιόλιον τουρκικόν παρά τιάρα λατινική». Τόσον απηχθάνοντο οι προπάτορές μας την νόθευσιν της Ορθοδοξίας ως και του Τουρκικού ζυγού απαισιωτέραν!»9.


Γ΄. Η ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΕΟ


Γνώρισμα λοιπόν της Ορθοδοξίας ο αληθινός Θεός, ο μόνος Θεός. Αλλά δεν αρκεί η θεωρητική μόνο παραδοχή και πίστη σ’ αυτόν, «αφού και τας δαιμόνια πιστεύουσιν και φρίσσουσιν» (Ιακ. 2,19), αλλά χρειάζεται και η υποταγή στο θέλημά του, στο φρόνημά του, σ’ ό,τι αυτός αποκαλύπτει στον άνθρωπο. Θα δούμε σε τι συνίσταται το θέλημα του Θεού σε τρεις ενότητες.α΄) Η «εθελοθρησκεία».Ο απόστολος Παύλος μας μιλά για κάποιους ανθρώπους, που έχουν μία εντελώς προσωπική θρησκεία, την εθελοθρησκεία (Κολ. 2,23). Είναι η θρησκεία του θελήματός τους, του πιστεύω τους, των προσωπικών δοξασιών τους και παθών τους. Αυτή η θρησκεία είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Ο Αδάμ και η Εύα σ’ αυτή τη θρησκεία πίστευαν. Τους είπε ο Θεός· «Από όλα τα δένδρα του παραδείσου μπορείτε να φάτε. Από το δένδρο της γνώσεως όμως απαγορεύεται. Εάν φάτε να ξέρετε θα πεθάνετε». Τους έβαλε ένα γύμνασμα ο Θεός, για να τους εξασκήσει στην υπακοή, την εγκράτεια, την πίστη. Γιατί το έκανε αυτό, αφού προγνώριζε ότι θα ήταν η αιτία της πτώσεως τους; Λένε οι πατέρες της Εκκλησίας ότι, αν ο Θεός δεν έβαζε κάποια άσκηση στον άνθρωπο, αυτός θα σάπιζε· θα εξαχρειωνόταν. Δεν θα έφθανε στη θέωση. Συνεπώς ορθά έπραξε ο Θεός πού έθεσε την εντολή. Εκείνοι που δεν έπραξαν σωστά ήταν οι πρωτόπλαστοι, ο Αδάμ και η Εύα. Να λοιπόν η αξία της υπακοής στο θέλημα του αληθινού Θεού. Να τι ζητά ο αληθινός Θεός από εμάς.Μετά την πτώση, ο Θεός, θέλοντας να χτυπήσει το φαινόμενο της εθελοθρησκείας -τη τάση δηλαδή του ανθρώπου να νομίζει ότι θα βρει την ευτυχία μόνος του, κάνοντας του κεφαλιού του-, τους εξορίζει από τον παράδεισο, τους αφήνει να γευθούν το θάνατο και το ποικίλο φυσικό κακό και θέτει αμέτρητες εντολές, ζητώντας πολύ περισσότερη υπακοή. Το κάνει αυτό για ν’ αντιληφθούμε· 1ον) ότι πρέπει να δρούμε θεοκεντρικά και όχι ανθρωποκεντρικά 2ον) για να εκτιμήσουμε τι μεγάλος θησαυρός είναι η θέωση, η κατά Θεό και αιώνια ευτυχία, την οποία δεν προσέξαμε καθόλου όταν βρισκόμασταν στον παράδεισο και 3ον) ότι τώρα, μετά την έξοδο από τον παράδεισο, χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη άσκηση, για να μη σαπίσει εντελώς και αιωνίως ο άνθρωπος από την αμαρτία. Οι εντολές λοιπόν είναι ό,τι το πιο σπουδαίο και πολύτιμο για τον άνθρωπο. Είναι ό,τι οι φτερούγες για τα πουλιά, το έρμα για τα πλοία, οι σιδηροτροχιές για τα τρένα, τα φανάρια της τροχαίας για την κυκλοφορία. Χρειάζονται και για να ξανακερδίσουμε τον χαμένο παράδεισο, αλλά και για να μη γίνει η επίγεια ζωή μας πέρα για πέρα κόλαση. Αν σήμερα οι κοινωνία μας κοντεύει να διαλυθεί εντελώς, είναι, διότι επικρατεί η άποψη για μια εντελώς άναρχη προσωπική ελευθερία. Για μια ασυδοσία, θα λέγαμε, χωρίς κανένα φραγμό, όπου ο καθένας κάνει ό,τι του κατέβει. Το πόσο σπουδαίες είναι οι εντολές και πόσο μεγάλο πράγμα η υπακοή σ’ αυτές, φαίνεται στο ότι ο Θεός την υπακοή στις εντολές του τη θεωρεί ως τη μεγαλύτερη και ανώτερη θυσία προς αυτόν. Ως το καλύτερο είδος λατρείας.Δυστυχώς το φαινόμενο της «εθελοθρησκείας» παρατηρείται και σε πολλούς Χριστιανούς. Τους ακούς να λένε·
«Εγώ δεν πάω στην Εκκλησία, αλλά πάω και ανάβω το κεράκι μου σ’ ένα εκκλησάκι»· ή «περνώ ανάβω το κερί μου και φεύγω».«Εκκλησιάζομαι αλλά δεν κοινωνώ». «Δεν χρειάζεται να εξομολογηθώ. Θα τα πω στην εικόνα». «Για μένα δεν έχει καμμιά αξία η νηστεία. Το φαγητό δεν είναι αμαρτία».«Είναι θέμα δικό μου αν θα κάνω πολιτικό ή θρησκευτικό γάμο».
Και άλλα παρόμοια που καταργούν ό,τι πιο πολύτιμο έχει η Ορθοδοξία.Κι όμως ο Θεός απαιτεί απόλυτη και τυφλή υποταγή σε όλα.1ον) Ζητά να του αφιερώσουμε τους πιο ωραίους και ακατηγόρητους πόθους μας. Ας θυμηθούμε τη θυσία του Αβραάμ όπου ο Θεός ζητά να του θυσιάσει ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Το μονογενή του υιό που τον απόκτησε μετά από 25 χρόνια προσευχής και αναμονής!2ον) Απαιτεί υπακοή στις οδηγίες του και στις οδηγίες των ανθρώπων του, άσχετα αν λογικά εμείς θεωρούμε κάτι άλλο ως σωστό. Ας θυμηθούμε τον Μωυσή που τον εξέλεξε ενώ ήταν ισχνόφωνος για αρχηγό του Ισραήλ. Ας θυμηθούμε τον Σύρο αρχιστράτηγο Ναιμάν που ήταν λεπρός και ο Ελισαίος του ζήτησε να λουσθεί επτά φορές στον Ιορδάνη για να θεραπευθεί, ενώ η Συρία είχε τα ποτάμια Αβανά και Φαρφάρ, που ήταν μεγαλύτερα και πιο σπουδαία (Δ΄ Βασ. Ε΄ κεφ.).3ον) Λέγει· χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα.Αν δεν φυλάξει ο Κύριος τη πόλη μάταια αγρυπνούν οι φύλακες. Αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει οίκο μάταια κοπιάζουν αυτοί που οικοδομούν. Όλα που θέλετε να τα πραγματοποιήσετε στη ζωή σας θα τα κάνετε με την ευλογία μου και την βοήθειά μου. Μη ξανακάνετε το λάθος του Αδάμ και της Εύας, που θέλησαν να ευτυχίσουν και να φθάσουν στη θέωση μόνοι τους. Θέλετε π.χ. να παντρευτείτε; Τότε θα έρθετε στην Εκκλησία, να πάρετε την ευλογία μου και να ζητήσετε τη συνδρομή μου, για να πετύχετε στο δύσκολο άθλημα της δια βίου εγγάμου συμβιώσεως. Είναι άθλημα ο γάμος, για να γίνετε άγιοι. Δεν είναι για να ικανοποιήσουμε απλώς το γενετήσιο ένστικτο· δεν είναι μόνο για ν’ αποκτήσουμε απογόνους· δεν είναι απλώς για να έχουμε παρέα. Είναι ένα μαρτύριο, μη φοβηθείτε τη λέξη, μέσα από το οποίο φθάνετε στο Θαβώρ. Ας θυμηθούμε την εικόνα της μεταμορφώσεως. Ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στον Μωυσή που είναι έγγαμος και τον Ηλία που είναι άγαμος. Και οι δύο υπήρξαν θεόπτες, θαυματουργοί, μεγάλοι νηστευτές, άνθρωποι του Θεού με όλη τη σημασία της λέξεως. Να τι είναι η αγαμία και ο γάμος εν Χριστώ. Είναι δύο δρόμοι που οδηγούν στο Θαβώρ. Γι’ αυτό ο Χριστιανός δεν μπορεί να καταφεύγει στον πολιτικό γάμο ή στον συμβολαιογραφικό που πάει να θεσπισθεί τελευταία. Αυτά είναι ανθρωποκεντρικά τερτίπια, γι’ αυτούς που δεν έχουν καμμία σχέση με την Εκκλησία. Αν προχωρήσετε σε πολιτικό ή συμβολαιογραφικό γάμο τότε δεν μπορείτε να μετέχετε του μυστηρίου της Εκκλησίας, τη θεία κοινωνία.Θέλετε να έχετε ενότητα και ομόνοια; Δεν θα τη βρείτε μέσα στην παγκοσμιοποίηση που επιδιώκουν τα διεθνή συμφέροντα ούτε στη σχετικοποίηση και στο μινιμαλισμό του δόγματος που επιδιώκει ο οικουμενισμός. Η ενότητα είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος (πρβλ Γαλ. 5,22), δώρο της ορθοδοξίας και της ορθοπραξίας των πιστών. Δεν είναι κάτι το ανθρωποκεντρικό αλλά κάτι απόλυτα θεοκεντρικό. Αληθινός δε Θεός είναι ένας και όχι πολλοί και αληθινή πίστη είναι μία ενώ οι άλλες είναι ψεύτικες. Φωνάζετε για ισότητα και αδελφωσύνη και για να το πετύχετε μιλάτε όλο για τα δικαιώματά σας και προσπαθείτε με κάθε μέσο, ακόμη και το πιο απάνθρωπο και τρομοκρατικό, να τα ικανοποιήσετε. Και ξεχνάτε ότι για να έχουμε αδελφωσύνη πρέπει να υποβαθμίζουμε και να σχετικοποιούμε τα δικαιώματά μας, διότι η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής». Έπειτα η Γραφή μας λέγει· «Ευλογητός ει Κύριε δίδαξόν με τα δικαιώματά σου» και όχι τα δικαιώματά μου. Τις μέρες που γιορτάζει η Εκκλησία μας τη μνήμη του αγίου Διονυσίου Αιγίνης (17 Δεκεμβρίου), ο οποίος συγχώρησε, έκρυψε και φυγάδευσε το φονιά του αδελφού του, εμείς κοντέψαμε (το 2008) να καταστρέψουμε ολόκληρη την πατρίδα μας για τον άδικο φόνο ενός νεαρού παιδιού. Και ενώ είμαστε Χριστιανοί και υποσχεθήκαμε στο βάπτισμα ότι συντασσόμαστε με τον Χριστό δεν συγχωρούμε τους εχθρούς μας όπως Εκείνος.β΄) Η ορθή λατρεία. Ρώτησε κάποτε ο Νικόλαος Λούβαρις (1885-1961), καθηγητής της θεολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών και υπουργός παιδείας (1936 και 1943-1944), ένα μοναχό αγιορείτη -τον Αβακούμ τον ανυπόδητο- ο οποίος ήξερε όλη την αγία Γραφή απέξω, που η Βίβλος μιλά για πρώτη φορά για την ορθοδοξία και φυσικά για την ορθοπραξία. Και ο Αβακούμ τον απάντησε· «στη θυσία του Κάιν, όταν ο Θεός του λέγει «εάν δεν προσφέρεις ορθά στο Θεό τότε αμαρτάνεις» (Γεν. 4,7). Από την πρώτη στιγμή, λοιπόν, της ανθρώπινης μεταπτωτικής ιστορίας εμφανίζεται το νόημα της λέξεως ορθοδοξία. Συνδέεται με την λατρεία του ανθρώπου. Εάν δεν προσφέρεις σωστά τα δώρα σου, εάν δεν έχεις ορθή λατρεία όπως τη θέλει ο Θεός, δεν σε δέχεται ο Θεός και σένα και τη λατρεία σου. Ο Θεός ζητά να του δώσουμε όλη τη καρδιά μας, τη σκέψη μας, τη θέλησή μας. Δεν αρκείται στο κεράκι μας και στη τυχόν επίσκεψη σε εκκλησάκι. Ο Θεός ζητά συμμετοχή στο κύριο μυστήριο της Εκκλησίας, στη Θεία Κοινωνία. Αν δε το κάνουμε αυτό δεν σωζόμαστε. Ο Θεός προσέχει και ζητά πλήρη συμμόρφωση ακόμη και σε λεπτομέρειες της λατρείας. Στην Παλαιά Διαθήκη καθορίζει τη συνταγή που θα κάνουν το μύρο και το θυμίαμα (Εξ. 30,22-38). Απαιτεί πλήρη συμμόρφωση με τις οδηγίες του και απαγορεύει να χρησιμοποιήσουν οι Ιουδαίοι το μύρο αυτό και το θυμίαμα για προσωπική τους χρήση. Να η σημασία του ορθού δόγματος και της ορθής λατρείας. Να, το ότι όλες θρησκείες δεν οδηγούν στο Θεό ούτε ότι ο Θεός δέχεται τη λατρεία όλων των θρησκειών. Κι αυτό, διότι οι άλλες θρησκείες είναι επινοήσεις του ανθρώπου, κατά τα γούστα του και τα καπρίτσια του· κατά τις φαντασίες του ή τις δαιμονικές επιδράσεις που υφίσταται. Υπήρχαν έτσι οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων που έτρωγαν, έπιναν, παντρευόταν, εξαπατούσαν ο ένας τον άλλον, τσακωνόταν, μοίχευαν, ζηλοτυπούσαν και γενικά είχαν όλα τα πάθη των ανθρώπων και ήταν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή τους. Υπήρχαν οι ανθρωποθυσίες, οι οποίες διασώζονται και σήμερα στη σατανολατρεία και αποτελούν καθαρά δαιμονική επίδραση. Όλα αυτά αντί να εξυψώνουν τον άνθρωπο τον εξαθλίωναν και τον αποκτηνώνανε όλο και περισσότερο. Συνεπώς, όλα αυτά που λέγονται στις μέρες μας περί ορθότητας και αποδοχής όλων των θρησκειών a priori είναι ατόπημα και δεν προσφέρει τίποτα στην πρόοδο του πολιτισμού μας και της ευημερίας μας.γ΄) Η ορθή ζωή.Ορθοδοξία λοιπόν η ορθή λατρεία του αληθινού Θεού αλλά και η ορθή ζωή, ή πνευματική ζωή όπως λένε οι πατέρες. Είναι αλληλένδετα και αλληλοπεριχωρούμενα αυτά τα δύο. Αν τα χωρίσεις και κρατήσεις μόνο το ένα, τότε οδηγείσαι στην αίρεση και ο Θεός σε απορρίπτει. «Ίδε αληθώς Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι» (Ιω. 1,48) είπε ο Χριστός για τον Ναθαναήλ. Δηλαδή αληθινός και σωστός Ισραηλίτης δεν είναι μόνο αυτός που πιστεύει κατά τον Μωυσή και τους προφήτες, αλλά κι αυτός που δεν έχει δόλο. Αυτός που είναι άκακος, απονήρευτος, αγαθός και χαριτωμένος. Μόνο αυτός μπορεί να έχει εμπειρία του αληθινού Θεού. Λέγει ο Ησαΐας· «Ακούστε το λόγο του Κυρίου οι άρχοντες των Σοδόμων· προσέξτε το νόμο του Θεού ο λαός της Γομμόρας. Τι να το κάνω το πλήθος των θυσιών σας; Είμαι γεμάτος από τα ολοκαυτώματα κριαριών και δεν θέλω το λίπος των αρνιών ούτε το αίμα των ταύρων και των τράγων. Ούτε θέλω να έρχεσθε και να με βλέπετε. Ποιος σας ζήτησε τέτοια πράγματα; Δεν θα σας επιτρέψω να έρχεσθε στο ναό μου. Μάταιο είναι να μου προσφέρετε, για τον τύπο μόνο, θυσία σεμιγδαλιού· σιχαίνομαι δε το θυμίαμά σας. Δεν θα ανεχθώ πλέον τις πρωτομηνιές σας, ούτε τα Σάββατά σας, ούτε τις άλλες γιορτές σας. Τις νηστείες σας και τις αργίες σας και τις πρωτομηνιές σας και τις εορτές σας τα μισεί η ψυχή μου. Σας μπούχτισα· δεν θ’ ανεχθώ πλέον τις αμαρτίες σας. Όταν σηκώνετε τα χέρια σας προς εμένα, θα πάρω τα μάτια μου από σας και εάν πληθύνετε την προσευχή σας δεν πρόκειται να σας ακούσω· διότι τα χέρια σας είναι γεμάτα από αίμα (Ησ. 1, 10-15).Ας θυμηθούμε και τον Φαρισαίο της γνωστής περικοπής που κι αυτός προσεύχεται στο Θεό μέσα στο ναό των Ιεροσολύμων και αντί να δικαιωθεί και να ευλογηθεί κατακρίνεται και πάει στη κόλαση, γιατί ακριβώς δεν κάνει τη σωστή προσευχή, δεν έχει επίγνωση της αδυναμίας του και είναι γεμάτος εμπάθεια απέναντι στον τελώνη. Αντί να υμνεί το Θεό και να ζητά το έλεος του γι’ αυτόν και για όλους τους ανθρώπους, ακόμη και για τον τελώνη που παρευρίσκεται εκεί, αυτός υμνεί τον εαυτό του, κομπάζει, και επιτίθεται με κακία και περιφρόνηση προς τον τελώνη. Ο τελώνης, χωρίς ν’ αγανακτήσει για τη συμπεριφορά του Φαρισαίου, με υπομονή και ταπείνωση δέεται να τον λυπηθεί ο Θεός. Και ο Θεός δικαιώνει τον αμαρτωλό τελώνη και καταδικάζει τον ενάρετο Φαρισαίο. Να τι σημαίνει ορθό δόγμα αλλά και ορθή ζωή· ορθοδοξία και ορθοπραξία.


Δ΄. Η ΟΡΘΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ


Ένα τέταρτο σημείο που θα θέλαμε να τονίσουμε είναι ότι η Ορθοδοξία είναι η σωστή θεραπεία. Ο άνθρωπος, λόγω των αμαρτιών των προγόνων του και των προσωπικών του αμαρτιών, είναι άρρωστος. Η Ορθοδοξία του αποκαλύπτει την αρρώστια του και του υποδεικνύει θεραπεία. Είναι ιατρείο η Εκκλησία· δεν διώχνει κανένα, δεν μισεί κανένα, αλλά αποκαλύπτει τα νοσήματα που μας κατατρύχουν και μας δίνει τα φάρμακα. Τελευταία όμως, ο άνθρωπος, εν ονόματι της ελευθερίας και δήθεν της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της καταργήσεως των περιθωριοποιήσεων, αρχίζει να θεωρεί ως υγεία ότι είναι αρρώστια και θέλει να το προβάλλει ως κάτι το κοινωνικά, πολιτικά και λογικά ορθό. Κι όποιος δεν συμφωνεί μ’ αυτές τις ιδέες θεωρείται ρατσιστής. Έτσι ζητούν κάποιοι να μη θεωρεί κανείς ότι η ομοφυλοφιλία, π.χ., δεν είναι κάτι το μη σωστό· αντίθετα πιστεύουν ότι είναι μία προσωπική επιλογή και ιδιαιτερότητα και οφείλει το κράτος να προχωρήσει στη νομοθέτηση του «γάμου» των ομοφυλοφίλων και τη δυνατότητα υιοθεσίας παιδιών απ’ αυτούς. Οι πολιτικοί, δια λόγους λαϊκισμού και ψηφοθηρίας, το θεωρούν πολιτικά ορθό το αίτημα και αρχίζουν να το στηρίζουν, για να γίνει και κοινωνικά αποδεκτό. Αυτό όμως είναι τόσο παράλογο όσο αν το κράτος έδινε πιστοποιητικό υγείας σ’ ένα καρκινοπαθή ή σ’ ένα που πάσχει από ανίατη νόσο. Αν συνεχίσει αυτή η μόδα το κράτος πρέπει να θεωρήσει σωστό τη νεκροφιλία, την παιδοφιλία, την αιμομιξία, την κλεπτομανία, τη χρήση ναρκωτικών κ.ο.κ. Επιτέλους ας συνέλθουμε. Ας δούμε τα θέματα αυτά με νηφαλιότητα αλλά και ευθύνη. Με σύνεση αλλά και ορθότητα. Ας πούμε με παρρησία, χωρίς φόβο ή πάθος, αλλά με «ήρεμο θάρρος» τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.


Ε΄. Η ΟΡΘΗ ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ


«Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι Εκκλησία της ασκήσεως. Το ασκητικό στοιχείο είναι πολύ έντονο στη παράδοσή της. Δεν είναι τυχαίο το ότι κι αυτή η ονομαστική εορτή της είναι εντεταγμένη -αν και χαρμόσυνη- στην περίοδο της Μ. Σαρακοστής, στην Α΄ Κυριακή των Νηστειών. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 11 Μαρτίου του 843, Α΄ Κυριακή των νηστειών και τότε, η ενδημούσα σύνοδος της Κων/πόλεως αναστήλωσε τις εικόνες, δίδοντας έτσι τέλος στην πολιτικοθρησκευτική αναστάτωση της εικονομαχίας (726-843) και οριστικοποιώντας τη νίκη της Ορθοδοξίας εναντίον πασών των αιρέσεων. »Δεν είναι τυχαίο ότι ο μοναχισμός και ο αναχωρητισμός αποτελεί κατά την μακραίωνη ιστορία της Ορθοδοξίας τα ιδεώδες, του ορθοδόξου. Το ιδεώδες το οποίο διαδέχθηκε το ιδεώδες του μαρτυρίου. Ο μοναχός θεωρείται από την Ορθόδοξη παράδοση ‘τη του πρωτομάρτυρος στρατεία βαδίζων’11, η δε μοναχική πολιτεία θεωρείται ως το φως του κόσμου10. Στα συναξάρια και στην υμνολογία, μετά τους μάρτυρες, τιμώνται οι μοναχοί. Σε πλείστους τόνους υμνείται το ιδεώδες της ασκήσεως, του πολέμου κατά της σαρκός, του πλούτου, της φιληδονίας και της ματαιοδοξίας του κόσμου. »Αλλά και στη ζωή της Εκκλησίας μας φαίνεται το ασκητικό φρόνημα της. Μεγάλες νηστείες, μακρές ακολουθίες, ορθοστασία, (παλαιότερα καθίσματα δεν υπήρχαν στους ναούς, τα δε ελάχιστα στασίδια ήταν για τους γέρους και τους αρρώστους και δεν έδιδαν, ως γνωστό, τη δυνατότητα αναπαυτικού καθίσματος), αυστηρά επιτίμια. Είναι αδιανόητο για ένα Δυτικό Χριστιανό να νηστεύσει ή να μείνει στην Εκκλησία τρεις ή πέντε ώρες όπως μένουν οι ορθόδοξοι ιδίως κατά τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος. Είναι αντιθέτως σύνηθες στους διαμαρτυρομένους να κοινωνούν, αφού προηγουμένως έχουν φάγει το πλούσιο πρωινό τους. Οι ρωμαιοκαθολικοί κατήργησαν τελευταία στην Αμερική κι αυτή τη σκιώδη νηστεία της Παρασκευής»12.Το ασκητικό αυτό όμως πνεύμα συνδυάζεται με το εσχατολογικό πνεύμα της αναμονής, αλλά και της προγεύσεως της χαράς της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστιανός ασκείται και απέχει από τις χαρές του κόσμου, όχι γιατί τον σιχαίνεται ή τον θεωρεί κακό, αλλά γιατί ζη και προσμένει με λαχτάρα τον ερχομό του Χριστού. Τα ξεχνά όλα χάριν του μεγάλου επισκέπτου. Ο σωστός ορθόδοξος Χριστιανός δεν έχει νοσηρό φόβο ούτε παραλύει από την αγωνία, όταν σκέφτεται, συζητά, ή εντρυφά για τον ερχομό του Χριστού και την Β΄ Παρουσία του. Ακούει την υπόσχεση του Χριστού «ναι έρχομαι ταχύ» και απαντά «ναι έρχου Κύριε Ιησού».Το συνδυασμό αυτόν του ασκητικού και του εσχατολογικού ιδεώδους τον παρουσιάζει πολύ ωραία ένα κείμενο του β΄ αιώνος ή προς Διόγνητον Επιστολή. Οι Χριστιανοί λέγει· «πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ’ ως πάροικοι· μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πανθ’ υπομένουσιν ως ξένοι· πάσα ξένη πατρίς αυτών και πάσα πατρίς ξένη… Εν σαρκί τυγχάνουσιν, αλλ’ ού κατά σάρκα ζώσιν. Επί γης διατρίβουσιν, αλλ’ έν ουρανώ πολιτεύονται»13.


ΣΤ΄. Η ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ, Η ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ.


Γνωρίζοντας τα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας μας, θα πρέπει ν’ αναρωτηθούμε, εμείς οι σημερινοί απόγονοι και διάδοχοι των προ ημών αγίων και μαρτυρικών πατέρων και αδελφών μας, αν τα βιώνουμε, αν τα τηρούμε, και αν έχουμε την μέχρι θανάτου και μαρτυρίου απόφαση να υπερασπισθούμε το θησαυρό της Ορθοδοξίας μας. Είναι εύκολο να εκφωνούμε πανηγυρικούς και να διοργανώνουμε εορταστικές εκδηλώσεις για την Ορθοδοξία, όσοι δεν απορροφηθήκαμε ακόμη στη χοάνη του οικουμενισμού και του συγκρητισμού. Είναι εύκολο να τιμούμε και να γεραίρουμε αγίους όπως ο Μάξιμος ο ομολογητής, ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, που αγωνίσθηκαν -σκληρά και επώδυνα γι’ αυτούς- εναντίον των αιρετικών, αλλά και εναντίον των εκκλησιαστικών προϊσταμένων τους, που ήταν αλληλέγγυοι ή χλιαροί έναντι των αιρετικών, φθάνοντας μέχρι και διακοπής του μνημοσύνου τους, χωρίς εμείς ν’ αγωνιζόμαστε και να διαμαρτυρόμαστε αναλόγως. Δεν μας στοιχίζει τίποτα το να διακηρύττουμε έτσι ακίνδυνα και ανώδυνα, εν πλήρη ανέσει και ησυχία και ασφαλεία, την ορθόδοξη πίστη μας. Είναι όμως δύσκολο και μαρτυρικό να έχουμε και ορθοπραξία· να έχουμε ανένδοτο και ασταμάτητο αγώνα εναντίον αυτών που προδίδουν την Ορθοδοξία· να έχουμε απόλυτη υπακοή στο θέλημα του αληθινού Θεού· να συντασσόμαστε συνεχώς με το Χριστό και ν’ αποτασσόμαστε συνεχώς από το σατανά· να μη λησμονούμε το ασκητικό και εσχατολογικό ιδεώδες της ορθόδοξης Εκκλησίας μας· να έχουμε ιεραποστολική ανησυχία και να ενισχύουμε, και εκ του υστερήματός μας ακόμη, την εσωτερική και εξωτερική ιεραποστολή· να ποθούμε το μαρτύριο χάριν της Ορθοδοξίας μας. Αυτά όλα ας τα σκεπτόμαστε συνεχώς· ας κάνουμε συνεχή έλεγχο αν τα βιώνουμε ή αν αγωνιζόμαστε σκληρά και με θυσίες να τα πετύχουμε. Η αυτοκριτική, η αυτομεμψία, και η μετάνοια για τις ελλείψεις μας και τις αδυναμίες μας ας είναι η καθημερινή μας σπουδή και ενασχόληση.


1. Μ. Αθανασίου έργα, Ε.Π.Ε. 4,164

2. Τριώδιο, εκδ. «Φως», σελ. 157

3. Ι. Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθ. Καθ. Εκκλησίας, τόμος 1, Αθήναι 19602, σελ. 239

4. Ενθ. ανωτ. σελ. 242

5. α΄ τροπάριον της η΄ ωδής του όρθρου της εορτής

6. Κων/νου Ν. Καλλινίκου, Τα θεμέλια της πίστεως, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 1976, σελ. 325.

7. α΄ στιχηρό των αίνων, ήχος πλάγιος α΄.

8. Α. Ρ. Stanley, παρά κ. Καλλινίκου μνημ. έργ., σσ. 330 – 331.

9. Ενθ. αν. σσ. 326-327.

10. Ιωάννου Κλίμακος, Λόγος Δ΄ κεφ. ζ΄.

11. Ενθ. ανωτ., Λόγος ΚΣΤ΄, Κ΄ κεφ. γ΄.

12. Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Θέματα Εκκλησιολογίας και ποιμαντικής εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσ/νίκη 1975, σελ. 85.

13. Αποστολικοί πατέρες, εκδ. Αστέρος, σελ. 256.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009


ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ Δ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ .

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ .


Ἡ ἐν Χριστῷ ἄσκηση.


Μέσα στό Μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας, στό ὁποῖο κτυπᾶ ἡ καρδιά τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποκαλύπτεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τιμᾶμε καί γεραίρουμε πάντοτε τήν ἱερά μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, γιά νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν αἰωνόβια πεῖρα του περί τοῦ ὄντως Ὄντος Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά εἰσέλθουμε στό βάθος τῆς μεγαλουργίας τοῦ Θεοῦ, πού σοφά τόν ἐνέπνευσε γιά τήν οὐσιαστική ἀξία τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκήσεως.


Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως.


Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ταυτίζεται καί ἐκφράζεται μέ τήν ὀρθόδοξη ἄσκηση. Γιατί ἡ ἄσκηση μέσα στή χάρη, πού μεταμορφώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο γιά νά ἀρχίσει συνομιλία μέ τό Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί του, εἶναι ἡ πιό γνήσια καί αὐθεντική καί ἀδιάφθορη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἤ γιατί ἡ αὐθεντική ἐσωτερική ζωή δέν εἶναι κάποια παθητική-ψυχολογική κατάσταση, ἀλλά πρόοδος πνευματική καί ἀγώνας γιά τήν ἐργασία ὅλων τῶν θεανθρώπινων ἀρετῶν.
Ἡ πίστη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελοῦν τό μοναδικό νόημα καί σκοπό τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως. Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ φανερή προσπάθεια καί ὁ ἐλεύθερος συνειδητός ἀγώνας γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἐν Χριστῷ τελειότητος. Ἐπειδή ἡ τελειότης δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινο καί δέν μπορεῖ νά ἀναπτυχθῆ καί νά ἀποκτηθῆ μόνον ἀπό τίς προσπάθειες τῶν φυσικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς ἐκ τούτου ἡ ἄσκηση καθ' ἑαυτήν ποτέ δέν ἀποβαίνει σκοπός, ἀλλά μόνο μέσον πρός ἀπόκτηση τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ.
Ἡ χριστιανική ζωή εἶναι ἡ δυνατότητα νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση καί τή χάρη τῶν μυστηρίων, τόν ἑαυτό του καί τόν προορισμό του, νά γίνει δηλαδή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅλος ὁ χριστιανισμός σάν ὀρθόδοξο δόγμα καί ἦθος εἶναι ἕνα στάδιο ἀσκήσεως. Τό δόγμα καί τό ἦθος εἶναι ἡ κλίση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἄσκηση τῆς νέας ζωῆς ἐν Χριστῷ, πού ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα αὐτό πού καλοῦμε Ἠθική, δέν εἶναι ἔκθεση τῶν ἀντικειμενικῶν ἠθικῶν ἀρχῶν καί κανόνων, σύμφωνα μέ τούς ὁποίους πρέπει νά πράττει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἀσκητική ἐργασία, φύλαξη τῶν ἐντολῶν καί ἄσκηση τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά σημαίνουν ὅτι ἡ ἄσκηση τῶν Χριστιανῶν δέ νοεῖται σάν ἕνα κλειστό τεχνικό σύστημα αὐξήσεως τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων, ἀλλά εἶναι προσπάθεια μεταμορφώσεως καί αὐξήσεως τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, κατά τό μέτρο τῆς δωρεᾶς, πού ὁ Θεός χάρισε στούς ἀνθρώπους. Μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση ἐπιστρέφουμε στήν πληρότητα τῆς Θεανθρώπινης ζωῆς καί χάρης, στή θεόνομη καί χαριτωμένη ζωή, στό πλήρωμα τῆς θείας ἀγάπης καί ἐλεημοσύνης, στήν εὐαγγελική κλήση καί ἐργασία μας, γεγονός πού ἀπαιτεῖ ἀπό μέρους μας αὐτογνωσία καί ἐπίγνωση, ἐλευθερία καί εὐθύνη. Πρόκειται γιά μιά ἐπίπονη καί μακρυνή πορεία, στήν ὁποία καί μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνει καί ἐλευθερώνει πραγματικά τόν ἑαυτό του.
Ἡ ἄσκηση στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μιά στείρα καθηκοντολογία, μιά πιστή τήρηση ἑνός ἄκαμπτου τυπικοῦ, ἕνας τακτικός καθωσπρεπισμός, μιά ὑποκριτική εὐσεβοφάνεια. Ἄσκηση εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἄσκηση εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄσκηση σημαίνει ὑπακοή στήνἘκκλησία.


Ἄσκηση καί αὐτόνομη ἠθική.


Ἡ καθολικότητα τῆς ἀσκήσεως ἀποκλείει κάθε ταύτισή της μέ τήν ἠθικολογία ἤ ἀρετολογία τῆς αὐτόνομης ἠθικῆς. Ἡ ἄσκηση ὅπως ὁρίζεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἀρετῶν ἤ μία ἠθική φιλοσοφία. Ἡ ἄσκηση δέν ἀποβλέπει σέ ἠθικά πρότυπα, δηλαδή σέ ἀντικειμενικά πιστοποιημένες ἀρετές, πού μπορεῖ νά εἶναι μόνο φυσικά προτερήματα. Ἀποβλέπει στήν δοκιμασία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας πού ἐπιμένει νά στρέφεται πρός τό Θεό παρά τήν ἐπαναστατημένη ἀντίπραξη τῆς ἴδιας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἄσκηση εἶναι ἕνα προσωπικό γεγονός, ὅπως ἰδιαίτερα ἐκφράζεται στήν πάλη μέ τίς δαιμονικές δυνάμεις καί στόν ἀγώνα γιά τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα ἄθλημα πού δέ σχετίζεται μέ κάποιο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν καί μαρτυρεῖ τόν ἀνθρώπινο δυναμισμό, πού κινητοποιεῖται ἀπό τή φιλάνθρωπη παρουσία τοῦ Θεοῦ.


Ἡ σημασία της ἀσκήσεως στήν ἐποχή μας.


Εἶναι γεγονός πώς οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τό νόημα τῆς ἀσκήσεως στή ζωή μας. Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅλος σῶμα, ὑποδουλωμένος σέ ἰδεολογήματα καί προκατασκευασμένες θεωρίες. Τίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς γιά καταναλωτική πεῖρα, πού περιώρισε στό ἐλάχιστο τήν ἄσκηση τοῦ ἀνθρώπου, ἐγκλώβισε τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου στήν φυλακή τῆς αἰσθητικῆς ζωῆς, καί δημιούργησε μιά κατ' ὄνομα ὀρθόδοξη ζωή, ἡ ὁποία δέν πληροφορεῖ τόν ἄνθρωπο περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καί στόν μοναχικό βίο παρατηροῦνται φαινόμενα πού ἀποκαλύπτουν τήν βασική ἀπόκλιση τῆς νεωτέρας πνευματικῆς ἐκπτώσεως: τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τό ἀσκητικό ἦθος.
Γι' αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία πολύ σοφά μέσα στόν χρόνο προβάλλει καί τά ἀθλήματα τῶν Ἁγίων Της καί ὁρίζει τρόπους ἀσκήσεως πού παιδαγωγοῦν τίς θελήσεις τῶν ἀνθρώπων, τῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν, τῶν Λαϊκῶν καί τίς μεταστρέφουν ἀπό τά χείρονα στά κρείττονα καί μᾶς ἐνισχύουν, σήμερα πού καθημερινά δοκιμά-ζεται ἡ ἐλευθερία μας, νά διασώζουμε τήν αὐτογνωσία μας καί τήν αὐτογνωσία τῆς μοναχικῆς μας κλήσης.
Τό ἔργο δέν εἶναι εὔκολο. Ἀπαιτεῖ πόνο καί αἷμα. Ἄρση τοῦ Σταυροῦμας μέσα στήν ἔμπονη καθημερινή μας πορεία. Ὅμως ὑπάρχει ὁ Χριστός "Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ... ὅτι ὁ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι" (Ματθ. 11, 30). Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου σημαίνει τόν ἀνθρώπινο δυναμισμό κινητοποιημένο ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Δέν πρόκειται γιά κανένα ἀξιόμισθο ἔργο. "Οὐκ ἔστι μισθός ἔργων ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά χάρις Δεσπότου πιστοῖς δούλοις ἡτοιμασμένη" (Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἐρημίτης, P.G. 65, 929).
Ἡ ἄσκηση, μέ τήν ποικιλία τῶν μορφῶν καί τῶν κανόνων της, εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἴδια τή ζωή καί τίς ἱστορικές συνθῆκες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή στή βαθύτερή της ἔννοια εἶναι ἄσκηση, καί ἡ ἄσκηση στή δυναμική της ἔκφραση ζωή. Ἄν χωρίσουμε τή ζωή ἀπό τήν ἄσκηση, τότε ἡ ζωή ἐκπίπτει σ' ἕνα καθαρά βιολογικό ἤ ἐνστικτῶδες ἤ στατικό φαινόμενο. Καί ἄν χωρίσουμε τήν ἄσκηση ἀπό τήν ζωή τότε ἡ ἄσκηση καταντᾶ ἕνας καθαρά ἀντικειμενικός ἤ τυραννικός κανόνας, ἕνας ἐξωτερικός ἤ νεκρός τύπος.


Ἡ χριστιανική ἄσκηση δέν ἀρνεῖται τή ζωή, ἀλλά τή μεταμορφώνει καί τήν ὁλοκληρώνει μέσα στή χάρη τοῦ Θεοῦ.


Στό Γεροντικό διασώζεται ἡ μαρτυρία ὅτι ὁ ἀββᾶς Σισώης, ἐνῶ βρισκόταν στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του, δέν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμη τό ἔργο τῆς ἀσκήσεως καί γιά τοῦτο καί παρακαλοῦσε νά μείνει μόνος, ἔστω γιά ἕνα σύντομο ἀναστεναγμό. Πρόκειται γιά τήν μόνιμη ἐμπειρία τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ἄσκησης: "Ἀπέρχομαι πρός τόν Θεόν, ὡς μηδέ ἀρξάμενος Θεῷ δουλεύειν".

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009



Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ
ΣΑΝ ΜΗΝΥΜΑ ΛΥΤΡΏΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.


Κατά τον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ, όπως μας διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς, στάλθηκε και πάλι ο άγγελος Γαβριήλ, αυτός που πριν πεντακόσια χρόνια περίπου είχε αποκαλύψει στον Δανιήλ το χρόνο της ελεύσεως του Χριστού και πριν από έξι μήνες είχε αναγγείλει στον Ζαχαρία τη γέννηση του Προδρόμου, αυτός ό ίδιος, απεστάλη και στη παρθένο Μαρία κομίζοντας ένα μήνυμα χαρμόσυνο, μια είδηση χαρούμενη, ένα ευαγγέλιο όπως θα λέγαμε στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Το ευαγγέλιο ότι η Μαρία, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, θα συλλάβει εν Πνεύματι αγίω και θα γεννήσει ένα γιό και θα τον ονομάσει Ιησού. «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν» παρουσιάζει λακωνικότατα και απλά- απλά ο ευαγγελιστής Λουκάς αυτό το μήνυμα του αγγέλου.Κι όμως, μέσα σ’ αυτή τη λακωνικότητα και την ξερή λιτότητα κρύβεται μια μεγάλη αλήθεια της πίστεως μας. Η αλήθεια ότι ο Σωτήρας που ανέμενε χρόνια και χρόνια τώρα η ανθρωπότητα να την λυτρώσει από το κράτος της αμαρτίας και του διαβόλου, στον οποίο υποτάχθηκε μετά την παρακοή και ανταρσία των πρωτοπλάστων, ήρθε η ώρα επί τέλους να γεννηθεί και να σώσει το λαό του. Γιατί αυτό σημαίνει το όνομα Ιησούς, που καλείται να δώσει στο παιδί που θα γεννηθεί η παρθένος Μαρία. Σημαίνει Σωτήρ του κόσμου ή ότι αυτός θα σώσει το λαό του.Και το τι σημαίνει Σωτήρ και το πόσο γλυκά ακουγότανε αυτό το όνομα το καταλαβαίνουμε πολύ καλά, αν σκεφθούμε σε τι κατάσταση βρισκόταν ο άνθρωπος προ της πτώσεως και σε τι κατάσταση βρέθηκε μετά. Προ της πτώσεως βρισκόταν μέσα στον παράδεισο, ο οποίος -κατά την διδασκαλία της αγίας Γραφής- ήταν αισθητός για να ικανοποιεί τον υλικό άνθρωπο και πνευματικός για να ικανοποιεί τον πνευματικό άνθρωπο. Το πρώτο επιτυγχανόταν με τα υλικά αγαθά του παραδείσου, το δεύτερο με τη συντροφιά του Θεού. ο Θεός ήταν πατέρας και οι άνθρωποι τα παιδιά του. Τέλεια οικογένεια και τρισευτυχισμένη. Αυτή την οικογένεια διέσπασε ο φθόνος του διαβόλου και η επιθυμία του ανθρώπου ν’ αυτονομηθεί και να κόψει κάθε σχέση με τον δημιουργό του, ξεχνώντας ποια ήταν η πηγή της ζωής και της ευτυχίας του. Κι εδώ αρχίζει το δράμα του ανθρώπου, που έγινε η αρχή και η αφετηρία όλης της μετέπειτα δυστυχίας του. Τον πνευματικό θάνατο, τον χωρισμό δηλαδή του ανθρώπου από τον Θεό, ακολούθησε ο σωματικός, ο οποίος ήρθε αργότερα, και που ήταν ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Την καταστροφή συμπλήρωσε η υποταγή του σ’ αυτόν που τον απάτησε και του υποσχέθηκε την ελευθερία, για να τον ρίξει στη χειρότερη σκλαβιά.Έτσι ο άνθρωπος βρέθηκε μετά την πτώση στο κέντρο ενός κύκλου, την περιφέρεια του οποίου διατρέχουν η αμαρτία, ο διάβολος και ο θάνατος εμποδίζοντας την κοινωνία του με το Θεό. Κι αυτός μόνος, ολομόναχος, δέχεται τη συγχρονισμένη επίθεση των τριών αυτών εχθρών του, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα, εκτός από του να δέχεται τα πλήγματά τους. Η κατάσταση του είναι φρικτή και η προσπάθειά του να ελευθερωθεί μόνος του δεν ωφελεί σε τίποτα. Ο πολιτισμός του δεν έχει τη λυτρωτική δύναμη που νομίζει. Οι προσπάθειές του, όσο κι αξιέπαινες κι αν είναι δεν μπορούν να τον βγάλουν από τον αόρατο ιστό του θανάτου και της φθοράς, υλικής και πνευματικής. Αιώνες τώρα τα ανθρωποκεντρικά επιτεύγματα του δεν αποτρέπουν ούτε τον βιολογικό του θάνατο ούτε θεραπεύουν την πνευματική του κατάσταση. Συνεχώς βλέπουμε να πραγματοποιείται αυτό που διαπίστωσαν οι αρχαίοι Λατίνοι· «Homo homini lupus est». Κι αυτό συμβαίνει, γιατί θέλει ν’ απελευθερωθεί από το παρελθόν του που τον δεσμεύει, παραμένοντας όμως σταθερά στο ίδιο παρελθόν. Έτσι απογοητευμένος εντελώς και απηυδισμένος κραυγάζει· «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος· τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου» (Ρωμ. 7,24).Κι εδώ ακριβώς παρεμβαίνει μία δύναμη· μια δύναμη απ’ έξω. Πιο ισχυρή από τη φθορά και το θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο. Είναι η δύναμη του Θεού ενσαρκωμένη στο πρόσωπο του Χριστού Σωτήρος, ο οποίος είναι απαλλαγμένος από κάθε αμαρτία, γιατί είναι η απαρχή της καινής κτίσεως. Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα της εκ παρθένου γεννήσεώς του. Όπως ο πρώτος Αδάμ έτσι και ο νέος δημιουργείται με μία απ’ ευθείας πράξη του Θεού. Ενώ όμως ο πρώτος ο Αδάμ με την ύβρη του έναντι του Θεού εξέπεσε της χάριτος και έγινε δούλος του διαβόλου, ο οποίος ως μισθό του έδωσε τον θάνατο, ο νέος Αδάμ, ο Ιησούς Χριστός, συνέχισε μέχρι τέλους το νικηφόρο αγώνα του, προσφέροντας σε μας σαν χάρη τη σωτηρία μας.Δημιούργημα μιας νέας ζωής, βρισκόμενος σε σωστή σχέση με τον πατέρα του, θα παρουσιασθεί αργότερα, στη πρώτη και τελευταία ομιλία του στην πατρίδα του την Ναζαρέτ και, μιλώντας πάνω στην προφητεία του Ησαΐα (61,1) θα εμφανισθεί στην ανθρωπότητα λέγοντας ότι ήρθε «κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν» (Λουκ. 4,18). Εδώ άφεση είναι η απελευθέρωση. Με άλλα λόγια ο Κύριος έρχεται και αυτοσυστήνεται στους ανθρώπους ως ελευθερωτής. Είναι σαν να τους λέγει· Άνθρωποι το δράμα σας πήρε τέλος· η δουλεία σας στο διάβολο και το θάνατο έληξε· είστε ελεύθεροι αρκεί να το θελήσετε. «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω.14,6).Να η λύτρωση· να το μήνυμα του ευαγγελισμού. Μήνυμα λυτρώσεως και ελευθερίας. Ελευθερίας από το αμαρτωλό παρελθόν που καθορίζει βασανιστικά και επιτακτικά το παρόν του ανθρώπου. Μα η λύτρωση δεν σταματά εδώ στην ελευθερία του ανθρώπου μόνο από το παρελθόν. Προχωρεί και πιο πέρα στο μέλλον· στη δυνατότητα για μια νέα ζωή που παρέχεται με την ανακαίνιση του ανθρώπου. Και η ανακαίνιση του ανθρώπου επιτυγχάνεται ως γνωστόν με τη συμμετοχή του ανθρώπου στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού που παρέχεται με το βάπτισμα. «Όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν εις το θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν…ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός…ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν (Ρωμ.6,3-4) θα πει ο Παύλος λίγα χρόνια μετά την πραγματοποίηση του μηνύματος του αγγέλου Γαβριήλ.Η μεταμόρφωση που επιτελείται με το βάπτισμα είναι ριζική. Είναι απέκδυση και θάνατος του παλαιού ανθρώπου. Είναι νέα δημιουργία κατ’ εικόνα Θεού· είναι καινός τρόπος λοχείας· είναι παράδοξος τρόπος δημιουργίας εκ νέου του ανθρώπου. «Στη πρώτη δημιουργία του ανθρώπου χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά νερό και χώμα. Στην δεύτερη χρησιμοποιούνται νερό και Άγιο Πνεύμα (Ε.Π.Ε. 13,114·131). Με το Άγιο Πνεύμα πλάθεται, μ’ αυτό δημιουργείται, όπως ακριβώς ο Χριστός στη μήτρα της παρθένου (Ε.Π.Ε. 22,204). Χωρίς συνουσία, χωρίς φυσική σπορά, όπως συνέβη και με τη γέννηση του Χριστού» αναφωνεί γεμάτος ενθουσιασμό ο άγιος Χρυσόστομος και συνεχίζει· «η γέννηση που συντελείται με το βάπτισμα αποτελεί επανάληψη και συνέχιση της δι’ Αγίου Πνεύματος γεννήσεως του Χριστού». Η ανακαίνιση που παρέχεται με το βάπτισμα ολοκληρώνεται με τη θεία ευχαριστία. Με το βάπτισμα γεννιέται ο καινούργιος άνθρωπος, με τη θεία ευχαριστία τρέφεται, όπως ακριβώς το νιογέννητο μωρό με το γάλα της μητέρας του. Στη θεία ευχαριστία δεν έχουμε απλή εν τη πίστει κοινωνία του σώματος του Χριστού αλλά πραγματική αυτού μετοχή. Ο πιστός αναμιγνύεται προς το σώμα του Χριστού, συμπλέκεται, συνυφαίνεται, συνοσιούται, ανακράται, μιγνύεται, ενώνεται, θεούται (πρβλ. Ε.Π.Ε. 23,404). Συνεχίζεται έτσι στη θεία ευχαριστία το μυστήριο της ενσαρκώσεως του Χριστού. Όπως ακριβώς ενώθηκε ο Χριστός με την ανθρώπινη φύση στη μήτρα της παρθένου, έτσι με τον άρτο της θείας ευχαριστίας ενώνεται κάθε πιστός μ’ αυτόν (πρβλ. Ε.Π.Ε. 18Α,86). Συγχρόνως δημιουργείται νέος δεσμός συγγενείας του ανθρώπου που υπερβάλλει κάθε άλλον. Όλοι οι πιστοί, ενωμένοι με τον Χριστό, δεν αποτελούν χωριστά σώματα αλλά ένα. Να η επανασύνδεση της κατακερματισμένης οικογένειας του παραδείσου. Να η ενοποίηση του ανθρωπίνου γένους.Προσοχή όμως. Η ενοποίηση έγινε και υπάρχει εν Χριστώ Ιησού. Κάθε άλλη προσπάθεια ενώσεως που δεν βασίζεται στο Χριστό και στο έργο του αλλά στην αγάπη, τον αγαπισμό, στην ανάγκη για ειρήνη και αλληλοβοήθεια είναι ευθύς εξ αρχής αποτυχημένη. Και μη ξεχνάμε ότι η αγάπη, η αληθινή αγάπη, είναι φυτό αληθοχαρές. Δεν ευδοκιμεί έξω από τα κλίματα της Ορθοδοξίας· ούτε καν υπάρχει έξω απ’ αυτήν. Όπως ο Θεός έχει ορισμένα αποκλειστικά γνωρίσματα, τα λεγόμενα ιδιώματα, έτσι και η αγάπη είναι ιδίωμα της Ορθοδοξίας· ανήκει αποκλειστικά σ’ αυτήν. Έξω απ’ αυτήν η αγάπη είναι απάτη και τίποτα άλλο.Απολύτρωση σαν απελευθέρωση από την αμαρτία, το διάβολο, και το θάνατο· απολύτρωση σαν ανακαίνιση με τα μυστήρια του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας· και τέλος απολύτρωση σαν συμφιλίωση με το Θεό και σαν ενοποίηση του ανθρώπινου γένους με το Θεό είναι το μήνυμα του αρχαγγέλου Γαβριήλ προς την εποχή μας.Σ’ ένα κόσμο που εναγώνια ζητεί τη λύτρωση, μα που ψάχνει να τη βρει σε λάθος κατεύθυνση· που διψά τη χαρά, την αλλαγή, την ανανέωση, μα που μένει συνεχώς παλαιός· που προσπαθεί να θεραπεύει τα συμπτώματα του κακού, χωρίς να κτυπά αυτό το ίδιο το κακό, τον αμαρτωλό εαυτό μας, τι καλύτερο θα είχε να προσφέρει κανείς απ’ τη ζωντανή και έντονη παρουσίαση αυτού του μηνύματος. Δεν μένει παρά να ευχηθούμε, αλλά και να προσπαθήσουμε, ώστε και οι σημερινοί άνθρωποι ν’ ακούσουν και να νοιώσουν ότι· «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας (Β΄ Κορ.6,2). Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά τα πάντα (Β΄ Κορ. 5,17)».

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009



Γ’ Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως).


Σήμερα, αγαπητοί αδελφοί, καθώς έχουμε μπροστά μας το Σταυρό του Κυρίου μας, επάνω στον oποίον έχυσε το αίμα Του και παρεδόθη «εις θάνατον Σταύρου» ο Κύριός μας, ήθελα να πω λίγες σκέψεις στην αγάπη σας γι' αυτό το θέμα, δηλαδή για το σταυρικό θάνατο του Κυρίου.Ολα τα ανθρώπινα έργα τα δημιουργούν κάποιοι άνθρωποι, είναι οι εμπνευσταί τους, και εφ' όσον αυτοί ζουν, το έργο που δημιούργησαν προάγεται και αυξάνεται. Οταν αυτοί θα παύσουν να ζουν, όταν φεύγουν απ' αυτόν τον κόσμο και πεθαίνουν, συνήθως το έργο το οποίον έφτιαξαν παρακμάζει, χάνει τη λαμπρότητά του σιγά-σιγά, εξασθενίζει και φθίνει.Με το Χριστιανισμό όμως και με την πίστη στην αλή­θεια του Χριστού μας συμβαίνει κάτι το αντίστροφο, το οποίον ανθρωπίνως είναι παράδοξο. Ο Χριστιανισμός, η πίστη του Χριστού μας, είναι ένας καινούργιος τρόπος ζωής, τον οποίον μας τον δίδαξε Αυτός ο Υιός του Θεού. Αυτή η πίστη η χριστιανική, αυτός ο τρόπος της ζωής που μας δίδαξε ο Κύριός μας στηρίζεται και αυξάνει με το Σταυρικό θάνατο του Κυρίου μας. Η Εκκλησία αυξάνει στηριζομένη πάνω σ' αυτό το θάνατο.Εμείς, οι πιστοί άνθρωποι, δεχόμεθα τη λύτρωση, δεχόμεθα τη σωτηρία, δεχόμεθα τη βεβαιότητα ότι, όταν φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο, μπαίνουμε σ' έναν και­νούργιο κόσμο. Η Εκκλησία ιδρύεται και μας παρέχει τα Μυστήρια. Ολα αυτά, όλο αυτό το πλαίσιο το χριστιανι­κό στηρίζεται επάνω ακριβώς στο σταυρικό θάνατο του Κυρίου μας. Δεν στηρίζεται στο ότι ήρθε ο Χριστός στον κόσμο ως Θεάνθρωπος ούτε στηρίζεται στη διδασκαλία Του ή στα θαύματά Του, αλλά στηρίζεται προπάντων στο σταυρικό θάνατο του Χριστού. Αυτή είναι η βάση της πίστεώς μας. Αυτό δεν είναι αυθαίρετο, το διδάσκει ο ίδιος ο Κύριός μας και το διδάσκει και το δέχεται η Εκκλησία μας. Είδατε τι ψάλαμε σήμερα;«Ο Σταυρός Σου, Κύριε, ζωή και Ανάστασις υπάρχει τω λαώ σου».Οταν λέμε «Ο Σταυρός σου», δεν εννοούμε μόνον το σύμβολο του Σταυρού, το αντικείμενο, αλλά κατά συνεκδοχή εννοούμε το σταυρικό θάνατο του Χριστού μας. Ο σταυρικός Σου, λοιπόν, θάνατος, Κύριέ μου, «ζωή και Ανάστασις υπάρχει τω λαώ σου».«Σταυρός ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης».Οχι ο Σταυρός μόνον ως σύμβολο, αλλά ο σταυρικός θάνατος του Κυρίου μας επάνω στο ξύλο του Σταύρου είναι «ο φύλακας πάσης της Οικουμένης». Και ο σταυρι­κός θάνατος του Χριστού μας είναι αυτό το οποίον λέμε:«Ιδού, γαρ, ήλθεν δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω».Τα τροπάρια αυτά δεν είναι φιλολογία, δεν είναι ποιή­ματα που τα έγραψαν απλώς οι υμνογράφοι της Εκκλη­σίας μας. Είναι μία πραγματικότητα. Θα μπορούσαμε δηλαδή να συνοψίσουμε όλο το μήνυμα του Ευαγγελίου, αδελφοί μου, στη φράση εκείνη την οποία είπε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, όταν είδε τον Κύριό μας να έρχεται στον Ιορδάνη:«Ιδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».Αυτό έχει πολύ μεγάλο βάθος. Δεν είναι της ώρας να το αναπτύξουμε, αλλά σας λέω ότι αυτό σημαίνει το σταυρι­κό θάνατο του Κυρίου μας. Το μήνυμα, λοιπόν, του Ευαγγελίου θα μπορούσαμε να το συγκεφαλαιώσουμε μέσα σ' αυτές τις λέξεις.Με βάση αυτά τώρα θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε ορισμένα παράδοξα πράγματα. Οι Ευαγγελισταί έχουν γράψει τη ζωή του Κυρίου. Ο Κύριός μας έζησε τριάντα τρία χρόνια πάνω σ' αυτή τη γη. Κοιτάξτε τώρα ένα παράδοξο πράγμα. Το ένα τέταρτο της ευαγγελικής διδα­σκαλίας, του ευαγγελικού περιεχομένου, αναφέρεται στις τρεις τελευταίες μέρες της ζωής του Χριστού μας επί της γης, δηλαδή στο θάνατό Του το σταυρικό και στην Ανά­στασή Του. Εάν φυλλομετρήσετε τα Ευαγγέλια, θα δείτε ότι από τις σαράντα σελίδες π.χ. οι δέκα σελίδες περιέχουν και περιγράφουν τα γεγονότα των τριών τελευταίων ημερών της ζωής Του, δηλαδή το σταυρικό Του θάνατο και την Ανάσταση. Οι υπόλοιπες τριάντα σελίδες αναφέ­ρονται στα τριάντα τρία χρόνια, τα οποία έζησε επί της γης. Αυτό είναι μία φοβερή δυσαναλογία. Αλλά τί σημαί­νει αυτό; Σημαίνει ότι οι συγγραφείς, οι Ιεροί Ευαγγελι­σταί, κατάλαβαν ότι αυτό είναι εκείνο, επάνω στο οποίο θα στηριχθεί η αλήθεια η ευαγγελική. Γι' αυτό διαθέτουν το ένα τέταρτο της ευαγγελικής διδασκαλίας για να μας περιγράψουν το σταυρικό θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου.Αλλά οι Ευαγγελισταί αυτό το διδάχτηκαν από τον Κύριο. Διότι συμβαίνει το εξής πάλι. Αμα κοιτάξετε τη διδασκαλία του Κυρίου μας από την ώρα που εμφανίστη­κε και άρχισε να διδάσκει, θα δείτε ότι από την πρώτη στιγμή ο Κύριος, ενώ λέει πολλά άλλα πράγματα, υπογραμμίζει εντόνως και ιδιαιτέρως το γεγονός του σταυρικού Του θανάτου. Οταν κουβέντιασε το βράδυ με το Νικόδημο - αυτή είναι μία κεφαλαιώδης συνομιλία - του υπογραμμίζει αυτό το πράγμα και του λέει:«... και καθώς Μωϋσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον υιόν του ανθρώπου».Θα υψωθεί ο υιός του ανθρώπου, θα ανεβεί δηλαδή επάνω στο Σταυρό. Κατόπιν, τον πρώτο χρόνο της διδα­σκαλίας, πήγε στο ιερό και εκεί βρήκε τα ζώα, πήρε το μαστίγιο και τα έβγαλε όλα έξω. Απόρησαν όλοι οι Ιου­δαίοι και του λένε: Με ποιά εξουσία τα κάνεις αυτά; Ποιό σημείο θα μας δώσεις ότι συ είσαι ο εξουσιαστής, ότι είσαι ο Μεσσίας; Και λέει: Θέλετε σημείο; Θα σας δώσω.«Λύσατε τον ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν».Λύσατε τον ναόν τούτον, το σώμα μου, παραδώστε εις θάνατον αυτό, δηλαδή την ανθρώπινη ύπαρξή μου, την ανθρώπινη φύση μου, και αυτό θα είναι το σημείο, ο σταυ­ρικός μου θάνατος. Δηλαδή θα είναι το σημείο της παρου­σίας μου ως Μεσσίου επάνω στη γη.Σε άλλα πάλι σημεία, όπως όταν έκανε το θαύμα με τους άρτους και μιλούσε στην Καπερναούμ, λέει:«Ο άρτος ον εγώ δώσω, η σαρξ μου εστίν, ην εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής».Αυτό σημαίνει το σταυρικό Του θάνατο και την προ­σφορά του σώματός Του και του αίματός Του για να ζει ο κόσμος.«Εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός. Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων».Θα θυσιάσω εγώ τη ζωή μου υπέρ των προβάτων. Εάν, λοιπόν, στεκόμαστε και αν είμαστε Εκκλησία, εάν υπάρχει Χριστιανισμός, υπάρχει, διότι «ο ποιμήν ο καλός τίθησι», θυσιάζει την ψυχή Του για τα πρόβατά του και δίδει τη σάρκα του για να τρέφονται.«Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης», όταν ανεβώ πάνω στο Σταυρό, όταν θα επέλθει ο σταυρικός μου θάνατος, «πάντας ελκύσω προς εμαυτόν».Οταν γίνει ο σταυρικός μου θάνατος, τότε θα τους ελκύσω όλους και θα τους φέρω κοντά μου.Ολα αυτά, αδελφοί μου, καθώς επίσης και τα τελευ­ταία λόγια που έλεγε τις τελευταίες μέρες στους μαθητάς Του, θα τα ακούσουμε την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ. Αυτά υπογραμμίζουν εντόνως το γεγονός του σταυρικού Του θανάτου:«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο υιός του άνθρωπου», και «ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι», και «λάβετε φάγετε· τούτο μου εστί το σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον».Ολα αυτά φανερώνουν το σταυρικό θάνατο του Χρι­στού μας.Βλέπετε, λοιπόν, πως ο ίδιος ο Κύριος εντόνως υπογράμμισε αυτό το γεγονός του σταυρικού του θανά­του, ωσάν βάση και ωσάν θεμέλιο επάνω στο οποίο θα στηριχθεί η χριστιανική πίστη, η χριστιανική Εκκλησία, η χριστιανική ζωή ενός εκάστου από τους χριστιανούς.Αυτό το κατάλαβαν οι Απόστολοι, γι' αυτό βλέπετε μετά την Πεντηκοστή, όταν ο Πέτρος μιλεί επανειλημμέ­να μπροστά στους Εβραίους, εκείνο το οποίον υπογραμ­μίζει (διαβάστε τις Πράξεις των Αποστόλων να δείτε τις ομιλίες αυτές του Πέτρου) είναι ότι εσείς, λέει στους Εβραίους, αυτόν το Χριστό τον σταυρώσατε και τον θανατώσατε· και από κει και πέρα, συνεχίζει, ότι ήρθε το Αγιον Πνεύμα και ιδρύθηκε η Εκκλησία. Ο δε απόστο­λος Παύλος είναι ακόμα πιο σαφής: «Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Χριστού».Για μένα δεν υπάρχει κανένα άλλο καύχημα, καμμία άλλη χαρά, τίποτε άλλο πιο πολύτιμο πράγμα παρά ο Σταυρός του Χριστού. Οχι μόνο σαν σύμβολο αλλά σαν θυσία σταυρική του Χριστού μας.«Ημείς δε», λέει ο Παύλος, «κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον».Οχι Ιησούν διδάσκαλο, Ιησούν θαυματουργό. Οχι. Ιησούν εσταυρωμένον. Δηλαδή τη σταυρική θυσία του Κυρίου.«Ο λόγος γαρ του Σταυρού... δύναμις Θεού εστί».Η διδασκαλία για το σταυρικό θάνατο του Κυρίου μας είναι η ζωή, η δύναμη και η σωτηρία μας.Ακόμα και τούτο του Αποστόλου Παύλου:«Οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε», οσάκις γίνεται η Θεία Ευχαριστία, οσάκις κοινωνείτε, «τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλ­λετε».Αυτό σκεφτείτε το. Θα το επαναλάβω. Οταν κοινωνούμε, όταν τελούμε τη θεία Λειτουργία, τί κάνουμε; Καταγγέλλουμε, φανερώνουμε, βασιζόμαστε πού; Στο θάνατο του Κυρίου, στο σταυρικό θάνατο του Κυρίου.Ετσι, λοιπόν, αδελφοί μου, ο Σταυρός έγινε σύμβολο από τους πρώτους αποστολικούς χρόνους. Μάλιστα οι ειδωλολάτραι το είχαν καταλάβει αυτό. Δηλαδή είχαν καταλάβει ότι για τους Χριστιανούς εκείνο που έχει σημασία είναι ο σταυρικός θάνατος του Ιησού. Κοιτάξτε, έχουμε μια αρνητική μαρτυρία. Στις κατακόμβες στη Ρώμη έμπαιναν μέσα οι ειδωλολάτραι, οι διώκται, για να πιάσουν τους Χριστιανούς. Σε μια κατακόμβη έχουν επάνω στον τοίχο ζωγραφίσει το εξής: Εχουν φτιάξει ένα Σταυρό κι επάνω στο Σταυρό έχουν ένα κεφάλι όνου. Είναι, δηλαδή, ο Εσταυρωμένος που παρουσιάζεται με ένα κεφάλι όνου. Από κάτω είναι ένα παιδάκι με γραμμές χαραγμένο και γράφει με ελληνικά γράμματα «Αλεξάμενος σέβεται Θεόν». Αυτό είναι ειρωνικό. Κοροϊδεύουν οι ειδωλολάτραι. Τί κοροϊδεύουν; Κοροϊδεύουν το σταυρι­κό θάνατο του Κυρίου μας. Γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί έχουν καταλάβει ότι η βάση της πίστεως των Χριστιανών, τους οποίους διώκουν, είναι ο Σταυρός, ο σταυρικός θάνα­τος του Κυρίου και Σωτήρος μας.Λοιπόν, αδελφοί μου, σήμερα που έχουμε το Σταυρό του Κυρίου μπροστά μας, θα ήθελα να κλείσουμε με μια φράση του αποστόλου Παύλου, την οποία θέλω ιδιαιτέρως να προσέξετε. Λέει λοιπόν:«Παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ο και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών».Εγώ, λέει ο Παύλος, δεν ήμουνα μαθητής του Χριστού, δεν ήμουνα μέσα στους δώδεκα. Εγώ ήμουνα διώ­κτης. Εγώ, λοιπόν, παρέδωσα σ' εσάς, όταν ήρθα εδώ στην Κόρινθο, «εν πρώτοις», πρώτα απ’ όλα, «ο και παρέλαβον», αυτό το οποίον παρέλαβα, που εγώ διδάχθηκα. Δεν ήμουν μεταξύ των μαθητών, από άλλους διδάχθηκα εγώ. Τί διδάχθηκα; Τί παρέλαβα; Εκείνο το οποίον «εν πρώτοις» σας «παρέδωκα». Ποιό είναι αυτό που «εν πρώ­τοις» σας «παρέδωκα»; «Οτι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών». Αυτό είναι το πρώτο πράγμα. Αυτό κι εγώ σας είπα. Αυτό παρέλαβα πρώτα απ' όλα. «Οτι Χρι­στός απέθανεν». Οχι ότι εγεννήθη, ούτε ότι εδίδαξε, ούτε ότι εθαυματούργησε. Οτι απέθανεν. Γιατί; «Υπέρ των αμαρτιών ημών». Εδώ, αδελφοί μου, πρέπει να στα­θούμε.Αν ζούσε τώρα ο απόστολος Παύλος, θά 'λεγε το ίδιο πράγμα. «Οτι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών». Για τις δικές μας αμαρτίες. Για τις δικές μου και για τις δικές σου, ενός εκάστου. Δηλαδή τον Κύριό μας δεν τον παρέδωσε επάνω στο Σταυρό ο Πιλάτος, ούτε ο Ιού­δας, ούτε ο Ηρώδης, ούτε οι Αρχιερείς και Γραμματείς. Τον Κύριό μας τον παραδώσαμε και τον παραδίνουμε και εμείς. Με τί πράγμα; Με τις δικές μου και με τις δικές σου αμαρτίες. Και εγώ και εσύ σταυρώνουμε το Χριστό μας και τον παραδίνουμε στο Σταυρό. Δεν το λέω εγώ αυτό, ο Παύλος το λέει: «Υπέρ των αμαρτιών ημών», τον παραδίδουμε στο Σταυρό εξ αιτίας των αμαρτιών μας.Λοιπόν πώς στεκόμαστε μπροστά στο Θεό; Πέστε μου. Πώς στεκόμαστε; Πώς τον βλέπουμε το Σταυρό; Τον βλέπουμε έτσι σαν ένα αντικείμενο που συμβολίζει την πίστη μας; Τον βλέπουμε σαν ένα φυλαχτάρι; Καλό είναι νά 'χουμε κι ένα σταυρουδάκι επάνω μας. Μας φυλάει από κινδύνους. Ετσι τον βλέπουμε το Σταυρό; Ως σύμβολο της πίστεως μόνο; Ως σταυρουδάκι για να μας φυλάει, γι' αυτό βάζουμε κι ένα Σταυρό στο λαιμό; Το Σταυρό πρέπει να τον βλέπουμε με συμμετοχή. Είμαστε κι εμείς από αυτούς που σταυρώσαμε το Χριστό. Κι έχουμε κι εμείς συμμετοχή στο σταυρικό θάνατο του Κυρίου μας. Κι όταν κοιτάμε το Σταυρό, πρέπει εντόνως να μας διακατέχει η βεβαιότητα ότι Αυτός με το Σταυρό Του σώζει και εμένα και εσένα, τον καθένα από τις αμαρτίες μας.Τελειώνω με το εξής συγκινητικό περιστατικό. Εχετε ακούσει για τον Αβραάμ Λίνκολν; Αυτός ήταν ο 16ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτός ελευθέρωσε τους δούλους. Στην Αμερική, ιδίως στις Νότιες Πολιτείες, είχαν δούλους, αραπάδες, τους οποίους θεωρούσαν ότι είναι ζώα. Αυτή ήταν η αντίληψη των ανθρώπων μέχρι το 1865. Ο Αβραάμ Λίνκολν αγωνίστηκε σ' όλη του τη ζωή να φέρει ισότητα, να κάνει τους Αμερικανούς να καταλάβουν ότι οι μαύροι είναι ό,τι είναι και οι άσπροι κι ότι δεν είναι δούλοι. Κατά τη διάρκεια του αγώνα του, όταν έγινε Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, κι ενώ γινόταν πόλεμος μεταξύ των Βορείων και των Νοτίων Πολιτειών, υπέγραψε το Διάταγμα της ελευθερίας των δούλων και το πλήρωσε με το αίμα του. Κατά τη διάρκεια της επισκέψεώς του σε ένα θέατρο πήγε ένας Νότιος και τον σκότωσε, διότι οι Νότιοι, προπάντων, ήθελαν τους δούλους. Υπέγραψε με το αίμα του, έχυσε το αίμα του δηλαδή, για να δώσει στους μαύρους ισότητα και ελευθερία.Τότε, λοιπόν, έγινε το εξής: Στην Ουάσινγκτον, όταν γινόταν η κηδεία του και είχε βγει ο κόσμος στους δρό­μους και πέρναγε η νεκρική πομπή, μια αραπίνα, μια νέγρα, είχε ένα παιδάκι. Το πήρε και το σήκωσε ψηλά-ψηλά και τό 'βαλε επάνω στον ώμο της να πατήσει. Του λέει: Κοίταξε, γιε μου, όση ώρα μπορείς. Κοίταξέ τον αυτόν που είναι νεκρός. Αυτός είναι ο άνθρωπος που τον σκότωσαν για σένα, για να σου δώσει εσένα ελευθερία.Αδελφοί μου, να κοιτάμε το Σταυρό και να βλέπουμε το Θεάνθρωπο επάνω στο Σταυρό και να ξέρουμε και να νοιώθουμε και να πιστεύουμε ότι Αυτός απέθανε για μένα και για σένα. Για να μην είμαι εγώ κι εσύ βυθισμένος μέσα στην αμαρτία. Για να μπορώ εγώ και να μπορείς κι εσύ, κι ο κάθε ένας αμαρτωλός από μας, να πάμε τώρα να κοι­νωνήσουμε και να πάρουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας, που είναι η βάση της σωτηρίας μας και της λυτρώσεώς μας.Μην το ξεχνάμε, λοιπόν, αυτό. Αυτός πέθανε για μας. Αμήν.


(Από το βιβλίο του † Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου, «Η Συγκατάβαση του Θεού και η Ευθύνη του Ανθρώπου», Εκδόσεις «ΤΑΩΣ» 2008)

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009




ΠΕΡΙ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ:

Ομιλία Βασιλείου του Μεγάλου, στο χωρίο του Ευαγγελίου "Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω" (Λουκά 12, 18), και για την πλεονεξία,

σε νεοελληνική απόδοση.


1. Υπάρχουν δύο ειδών πειρασμοί.

Δηλαδή, ή οι θλίψεις βασανίζουν τις καρδιές όπως το χρυσάφι στο καμίνι, και δοκιμάζουν την υπο­μονή και την ανθεκτικότητά τους ή, πολλές φο­ρές, οι ευλογίες και τα πλούτη της ζωής αυτής γίνονται δοκιμαστήριο και πειρασμός για τους περισσότερους. Πράγματι, είναι εξίσου δυσκατόρθωτο να μη χάσει τη δύναμή της η ψυχή στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής, αλλά και να μην υπερηφανευθεί στις ευτυχείς καταστάσεις.Παράδειγμα για το πρώτο είδος των πει­ρασμών είναι ο μέγας Ιώβ. Αυτός ο ακατα­μάχητος αθλητής, σήκωσε με ακατάβλητο ψυ­χικό σθένος και ακλόνητη γενναιότητα καρ­διάς όλη τη χειμαρρώδη διαβολική επιθετικότητα και βία εναντίον του, και αναδείχθηκε τό­σο ανώτερος από τους πειρασμούς, όσο ήταν μεγάλα και ανυπέρβλητα τα παλαίσματα που του παρουσίασε ο εχθρός.Παραδείγματα τώρα για τους πειρασμούς, που προέρχονται από την ευημερία, υπάρχουν πολλά. Ένα απ' αυτά είναι και ο άφρονας πλούσιος της παραβολής του Ευαγγελίου που μόλις τώρα αναγνώσαμε.Ο πλούσιος αυτός, ενώ είχε πολλά πλού­τη στα χέρια του, επιθυμούσε να αποκτήσει περισσότερα. Και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν τον καταδίκασε από την αρχή για την αγνώ­μονα συμπεριφορά του, αλλά πάντοτε στον υπάρχοντα πλούτο του πρόσθετε και άλλον, μήπως τυχόν κάποτε επερχόταν κόρος στην ψυχή του και οδηγείτο στην ημερότητα και στην ανθρωπιά.Ας δούμε όμως τι μας λέει το χωρίο αυτό: «Ενός ανθρώπου πλούσιου τα χωράφια είχαν μεγάλη σοδειά. Και αυτός έπεσε τότε σε αγχώ­δη συλλογή και έλεγε: Τί να κάνω; Πού να συ­γκεντρώσω και να αποθηκεύσω τα εισοδήματά μου;». Και, ύστερα από μεγάλο ταλανισμό και συλλογή, είπε: «Αυτό θα κάνω: Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω μεγαλύτερες και εκεί θα συγκεντρώσω όλα τα γεννήματα και τα αγαθά μου».Γιατί όμως να έχουν τόση μεγάλη σοδειά τα χωράφια ενός ανθρώπου που δεν επρόκει­το να κάνει κανένα καλό από τα αγαθά που θα μάζευε;Αυτό έγινε, για να φανεί καθαρότερα η μακροθυμία του Θεού και να γίνει ξεκάθαρο μέ­χρι ποιο σημείο εκτείνεται η αγαθότητά Του. Διότι ο Κύριος «βρέχει και για τους δίκαιους και για τους άδικους και ανατέλλει τον ζωογόνο ήλιο Του και για τους πονηρούς και για τους αγαθούς».Η αγαθότητα όμως αυτή του Θεού επισω­ρεύει μεγαλύτερη κόλαση για τους πονηρούς. Τί έκανε ο Θεός στην περίπτωση του άφρονα πλούσιου; Εριξε τις βροχές στη γη που καλ­λιέργησαν τα χέρια του πλεονέκτη. Εδωσε τον ήλιο, για να βλαστήσουν οι σπόροι και να πολλαπλασιαστούν οι καρποί με την ευφο­ρία.Όλα λοιπόν όσα προέρχονται από τον Θεό είναι πάρα πολύ καλά. Διότι ο Θεός προσφέ­ρει κατάλληλη γη, εύκρατες καταστάσεις αέ­ρων, άφθονα σπέρματα, τη συνεργία των βο­διών για το όργωμα των χωραφιών και όλα τα άλλα, τα οποία συντελούν στο να ακμάζει η γε­ωργία.Τί στάση κράτησε όμως ο πλούσιος αυτός άνθρωπος απέναντι σ' όλα αυτά; Μεμψιμοι­ρία, μισανθρωπία, ανελεημοσύνη, άρνηση κά­θε προσφοράς προς τον συνάνθρωπο. Αυτά αντιπαρέθεσε προς εκείνα που του παραχώ­ρησε ο Ευεργέτης του. Δεν σκέφτηκε ότι θά 'τανε καλό να διαμοιράσει το πλεόνασμα στους φτωχούς αδελφούς του. Δεν λογάριασε καθό­λου την εντολή που λέει: «Μην αρνηθείς να βοηθήσεις τον φτωχό»· και «το έλεος και η καλή διάθεση προς τους ενδεείς, ας μη σε εγκαταλείπουν». Επίσης λησμόνησε την προ­τροπή που λέει: «Να μοιράζεις το ψωμί σου μ' αυτόν που πεινάει».Ετσι, αν και όλοι οι Προφήτες και οι διδά­σκαλοι το διαλαλούν, όμως δεν εισακούονταν από τον Πλούσιο. Αλλά, ενώ οι αποθήκες έσπα­ζαν από τα αποθηκευμένα αγαθά, η άπληστη καρδιά του δεν χόρταινε. Διότι, με το να προ­σθέτει πάντοτε τα νέα εισοδήματα στα παλαιά και με το να αυξάνει με τις ετήσιες συγκομι­δές τον πλούτο του, έφθασε στο αδιέξοδο και έπεσε σε άγχος και αμηχανία. Η πλεονεξία δη­λαδή δεν του επέτρεπε να θυσιάσει κάτι από τα παλαιά εισοδήματα και έτσι δεν είχε πια τη δυνατότητα να διευθετήσει τα νέα, λόγω του μεγάλου πληθωρισμού και της παραγωγής. Γι' αυτό τα σχέδιά του ήταν ανεφάρμοστα και οι φροντίδες ανυπέρβλητες.«Τί να κάνω;». Ποιός δεν θα ελεούσε αυτόν τον ταλαίπωρο, που είχε πέσει σε τέτοια μέ­ριμνα και σκλαβιά; Δύστυχος και ταλαίπωρος μπροστά στη μεγάλη σοδειά. Ελεεινός μπρο­στά στα αγαθά του παρόντος κόσμου. Ακό­μη πιο ελεεινός όμως μπροστά στα προσδοκώ­μενα.Η γη δεν αποδίδει για τον πλούσιο εισο­δήματα. Αναβλαστάνει γι' αυτόν στεναγμούς. Δεν του συγκεντρώνει ευφορία καρπών, αλλά μέριμνες, στενοχώριες και φοβερό άγχος. Θρη­νεί και οδύρεται παρόμοια μ' αυτούς που είναι φτωχοί.Μήπως και αυτός που πιέζεται από τη φτώ­χεια δεν βγάζει απ' την καρδιά του την ίδια κραυγή; «Τί να κάνω; Πού να βρω τροφές; Πού να βρω ενδύματα;».Τα ίδια λέει και ο πλούσιος. Οδύνη έχει στην καρδιά του. Τον κατατρώει η μέριμνα. Αυτό που ευφραίνει τους άλλους, αυτό λιώ­νει τον πλεονέκτη. Διότι δεν χαίρεται που το σπίτι του είναι γεμάτο απ' όλα, αλλά κεντά την ψυχή του ο πλούτος που ξεχειλίζει και ξεχύνεται άφθονος. Η έννοια του είναι τι θα τα κάνει όλα αυτά τα αγαθά. Ο τρόμος του είναι μήπως, καθώς ξεχειλίζει ο πλούτος του, χυθεί προς τους έξω και γίνει αφορμή να ελε­ηθεί κάποιος φτωχός.


2. Στ' αλήθεια, μου φαίνεται πως το πάθος του μοιάζει με το πάθος των γαστριμάργων, που προτιμούν να σκάσουν καλύτερα, παρά να δώσουν κάτι από όσα τους περισσεύουν στους φτωχούς.Άνθρωπε, έλα στον εαυτό σου και σκέψου Εκείνον που σου χορηγεί όλα αυτά τα αγα­θά. Σκέψου ποιος είσαι. Αναλογίσου σε πό­σα πράγματα σε κατέστησε οικονόμο ο Θεός. Από Ποιόν τα έλαβες. Γιατί προτίμησε εσένα μέσα σε τόσους ανθρώπους. Είσαι υπηρέτης αγαθού και φιλάνθρωπου Θεού. Είσαι οικο­νόμος των συνανθρώπων σου. Μη θεωρείς ότι όλα αυτά δόθηκαν για τη δική σου γαστέρα. Γι' αυτά που κρατάς στα χέρια σου, να σκέ­πτεσαι σαν να είναι ξένα. Σε ευφραίνουν για λίγο χρόνο, έπειτα διαλύονται και χάνονται. Γι' αυτά όλα όμως θα σου ζητηθεί λόγος με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Παραταύτα, εσύ όλα αυτά τα έχεις αμπαρώσει με θύρες και κλει­δαριές. Τα ασφάλισες καλά και επαγρυπνείς και μεριμνάς και φροντίζεις και σκέπτεσαι, έχοντας ως ασύνετο σύμβουλο τον εαυτό σου· «τί θα κάνω;».Ήταν πολύ εύκολο να απαντήσει ο πλεονέκτης αυτός πλούσιος στον εαυτό του και να του πει: Θα χορτάσω τις ψυχές αυτών που πει­νούν. Θα ανοίξω τις αποθήκες και θα προσκα­λέσω όλους τους φτωχούς. Θα μιμηθώ τον Ιωσήφ στη φιλανθρωπία. Θα κάνω γενναιόδω­ρες προτάσεις στους αναγκεμένους: «Όσοι δεν έχετε ψωμί και πεινάτε, ελάτε σε μένα. Ο καθένας να πάρει από την άφθονη δωρεά που μου παραχώρησε ο Θεός· σαν από κοινή πη­γή, να πάρει όσο του χρειάζεται και του είναι αρκετό».Αλλά εσύ, πλεονέκτη πλούσιε, δεν είσαι τέ­τοιος. Που να τα βρεις εσύ αυτά τα λόγια; Εσύ φθονείς τους ανθρώπους, αν τους δεις κάτι να απολαμβάνουν. Εσύ σκέφτεσαι πονηρά στο βάθος της ψυχής σου και φροντίζεις, όχι πως θα δώσεις στους άλλους τα αναγκαία, αλλά πως θα τα αποθηκεύσεις και θα τα στερήσεις απ' αυτούς.Βρίσκονταν μπροστά του αυτοί που θα έ­παιρναν την ψυχή του και αυτός συζητούσε με τον εαυτό του για τα υλικά αγαθά. Τη νύ­κτα αυτή θα παραλάμβαναν την ψυχή του και αυτός είχε την ψευδαίσθηση πως θα ζήσει πολ­λά χρόνια και θα απολαμβάνει. Του δόθηκε χρόνος να σκεφθεί το καθετί και να δεχθεί την απόφαση που άξιζε στην προαίρεσή του.


3. Αυτό να μην το κάνεις εσύ, αδελφέ. Γι' αυτό το λόγο το αναφέρει η Αγία Γραφή, για να αποφύγουμε να μοιάσουμε στον άφρονα Πλούσιο. Να μιμηθείς τη γη, αγαπητέ μου. Να καρποφορήσεις όπως εκείνη. Να μη φανείς κατώτερος από την άψυχη γη.Η γη εκτρέφει τους καρπούς της, όχι για τη δική της απόλαυση, αλλά για τη δική σου εξυπηρέτηση. Εσύ όμως, αν κάνεις κάποιο καλό έργο, αν δείξεις αγάπη σ' αυτόν που έχει ανάγκη, η Χάρη δεν θα δοθεί σε κάποιον άλλον, αλλά εσένα θα επισκιάσει. Διότι πρέπει να ξέ­ρεις ότι, για κάθε φιλόστοργη και ελεήμονα κίνησή μας προς τον πλησίον μας, λαμβάνου­με Χάρη, λόγω του ότι ανοιγόμαστε προς τον αδελφό και του δείχνουμε αγάπη. Δίνεις λ. χ. σ' αυτόν που πεινά. Εσύ κερδίζεις μ' αυτό που δίνεις, διότι παίρνεις πολλή Χάρη. Είναι όπως ο σπόρος του σιταριού που, όταν πέσει στη γη, πολλαπλασιάζεται και γίνεται πηγή πλου­τισμού για τον σπορέα. Ετσι και το ψωμί που δόθηκε στον φτωχό, φέρνει εκ των υστέρων πλούσια την ωφέλεια σ' αυτόν που το πρόσφε­ρε, στον ελεήμονα. Ας είναι λοιπόν για σένα η συγκομιδή της γεωργικής σου εργασίας, αρχή της επουράνιας σποράς. Διότι και η Γραφή λέ­ει: «Σπείρετε για τον εαυτό σας δικαιοσύνη».Γιατί λοιπόν αδημονείς και άγχεσαι; Για­τί πιέζεις και τσακίζεις τον εαυτό σου, προσπα­θώντας να περικλείσεις τον πλούτο σου με πη­λό και πλίνθους; «Είναι προτιμότερο το κα­λό όνομα από τα μεγάλα πλούτη».Αν όμως θαυμάζεις και καμαρώνεις για τα χρήματα, επειδή λαμβάνεις τιμές απ' αυτά, σκέ­ψου πόσο μεγαλύτερη δόξα σου επιφέρει το να ονομάζεσαι πατέρας μύριων παιδιών, πα­ρά να έχεις στο βαλάντιό σου μύριους στατήρες. Τα χρήματα βέβαια, και χωρίς να το θέλεις, θα τα αφήσεις εδώ, σ' αυτή τη γη, την υπόληψη όμως για τα καλά σου έργα, θα την αποκομίσεις στον Δεσπότη, όταν ολόκληρος λαός θα σταθεί μπροστά στον κοινό Κριτή και θα σε ονομάσει τροφέα του, ευεργέτη και φιλάν­θρωπο.Δεν βλέπεις μέσα στα θέατρα, αυτούς που δωρίζουν τον πλούτο τους στους αθλητές, στους ηθοποιούς, στους πυγμάχους, στους θηριομάχους, — ανθρώπους που πολλές φορές πονά­ει κανείς και μόνο που τους βλέπει για το κατά­ντημά τους— πώς το κάνουν για μια στιγμιαία τιμή, επειδή τους ζητοκραυγάζει και τους χειροκροτεί ο λαός; Και συ που πρόκειται να απολαύσεις τόσο μεγάλη δόξα, είσαι τόσο μικροπρεπής και σφιχτός στο να προσφέρεις κάτι από τα αγαθά σου;Ο Θεός είναι αυτός που αποδέχεται τις προσφορές σου. Άγγελοι είναι αυτοί που θα σε επευφημούν. Όλοι οι άνθρωποι, από κτί­σεως κόσμου, θα σε μακαρίζουν. Δόξα αιώνια, στεφάνι δικαιοσύνης, ουράνια Βασιλεία θα είναι τα έπαθλα της καλής διαχειρίσεως των υλικών και φθαρτών τούτων πραγμάτων. Αλλά εσύ για κανένα απ' αυτά δεν φροντίζεις. Σε έχει απορροφήσει η φροντίδα για τα παρόντα και περιφρονείς τα ουράνια αγαθά, τα οποία ελπίζουμε ότι θα λάβουμε.Ελα λοιπόν, άρχισε να διαθέτεις κάποια από τα πολλά σου αγαθά, όπου υπάρχει ανά­γκη. Γίνε φιλότιμος και ανοικτός προς όσους τα χρειάζονται. Ας πούνε και για σένα: «Σκόρ­πισε ελεύθερα, έδωσε στους αναγκεμένους, η αρετή του θα μείνει αξέχαστη στους αιώνες».Πρόσεχε, να μην είσαι πολυδάπανος και να μη βγάζεις συνεχώς καινούργιες ανάγκες. Να μην περιμένεις να πέσει έλλειψη σιταριού, για να ανοίξεις τις αποθήκες σου και να το που­λήσεις πανάκριβα. Διότι «αυτός που υπερτιμά το σιτάρι, είναι λαοκατάρατος». Μην περιμένεις να έλθει πείνα, για να κερδίσεις εσύ χρυσάφι. Ούτε να χαίρεσαι για τη φτώχεια που πέφτει στο λαό, επειδή γίνεται αφορμή, για να πλουτίσεις εσύ. Μη γίνεσαι έμπορος των ανθρώπινων συμφορών. Μην εκμεταλλευ­θείς τον καιρό που ο Θεός παιδαγωγεί τον κό­σμο με τη στέρηση των αγαθών, για να απο­κτήσεις χρηματική περιουσία. Μην ερεθίζεις τα τραύματα αυτών που χτυπήθηκαν από τις δυσκολίες της ζωής, με το μαστίγιο της συμ­φοράς.Αλλά εσύ αποβλέπεις στο χρήμα, δεν σε ενδιαφέρει ο αδελφός. Ξέρεις να διακρίνεις τα νομίσματα και το χαρακτηριστικό τους χά­ραγμα, που τα κάνουν να ξεχωρίζουν από τα κάλπικα, αλλά όμως δεν μπορείς να διακρίνεις καθόλου και να εντοπίσεις τον αδελφό σου που βρίσκεται μέσα στις συμφορές.


4. Και η στιλπνάδα του χρυσού σε υπερευχαριστεί, δεν σκέπτεσαι όμως ούτε λογαριά­ζεις πόσο μεγάλος είναι ο στεναγμός του φτω­χού που σε κατατρέχει. Πώς να σου δώσω να καταλάβεις τα βάσανα του φτωχού;Ο φτωχός που δεν έχει τίποτα, ψάχνει γύ­ρω, παρατηρεί τα πράγματα του σπιτιού του.Βλέπει ότι ούτε χρυσός υπάρχει στο σπίτι του, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Η οικοσκευή του και τα ρούχα του είναι τέτοια, που όλα-όλα αξίζουν λίγους οβολούς. Τί να κάνει; Πού να βρει κάτι για να ζήσει; Στρέφει το βλέμμα του στα παιδιά του. Σκέπτεται να τα οδηγή­σει στην αγορά, για να τα πουλήσει! Ισως έ­τσι να βρει κάποια παρηγοριά από τον βέβαιο θάνατο (*).

Σκέψου εδώ, εσύ πλούσιε πλεονέκτη, τον αγώνα που έχει αυτός ο πατέρας, τον αγώνα που του επιβάλλει από τη μια η πείνα και από την άλλη η πατρική αγάπη και στοργή. Από τη μια η πείνα τον απειλεί και φέρνει στα μά­τια του τον πιο οικτρό θάνατο και από την άλλη η φυσική αγάπη του γονιού προς τα παι­διά του αντιστέκεται και του ζητά να πεθάνει μαζί με τα τέκνα του από την πείνα, παρά να τα πουλήσει στην αγορά για ένα κομμάτι ψω­μί. Αυτό τον αγώνα τον πέρασε ο πατέρας αυ­τός χίλιες δυο φορές, όρμησε να το κάνει πρά­ξη και οπισθοχώρησε άλλες τόσες. Τελικώς υπέκυψε από τη βία της ανάγκης και την αμείληκτη στέρηση ακόμη και του επιούσιου.Και τί σκεφτόταν ο πατέρας αυτός άραγε μέσα σ' αυτή τη σκληρή στιγμή; Ποιό παιδί μου να πουλήσω πρώτα, έλεγε. Ποιό θα δει με ευχα­ρίστηση ο σιτοπώλης; Να δώσω το μεγαλύτε­ρο; Ντρέπομαι όμως για τα χρόνια του. Να δώ­σω το μικρότερο; Αλλά το πονάω για την τρυ­φερή ηλικία του, γιατί είναι ακόμη ανέμελο και δεν έχει συνειδητοποιήσει τις συμφορές. Ποιό να δώσω απ' τα παιδιά μου; Τούτο μου μοιά­ζει καταπληκτικά. Εκείνο είναι πανέξυπνο και είναι ο πρώτος μαθητής. Αχ! Τι συμφορά! Τι αδιέξοδο! Τί να κάνω; Με ποιό παιδί μου να έλθω σε διαμάχη, σε ποιό να φερθώ τόσο σκλη­ρά; Πώς να λησμονήσω τη φύση μου;Αν όμως πάλι, λόγω της απέραντης φτώ­χειας μου, δω όλα μου τα παιδιά να πεθαί­νουν από την πείνα; Αλλά, κι αν πουλήσω το ένα, με τί μάτια θα αντικρύσω τα υπόλοιπα; Στα μάτια τους και στην ψυχή τους θα έχω γίνει ύποπτος και δεν θα μου έχουν πια εμπι­στοσύνη. Μα, κι αν τα πουλήσω όλα, πώς θα γυρίσω να μείνω στο σπίτι μου άτεκνος; Πώς θα καθίσω να φάω στο τραπέζι, το οποίο θα έχει όλα τα αγαθά, αλλά αυτά θα έχουν αντίκρυσμα τα παιδιά μου που τα πούλησα;Και αυτός ο πατέρας έρχεται σε σένα, με­τά απ' όλη αυτή την ψυχική ταλαιπωρία, να πουλήσει, με πολλά δάκρυα, το πιο αγαπητό από τα παιδιά του. Κι εσύ, πλεονέκτη πλού­σιε , δεν λυγίζεις από τη συμφορά του ανθρώπου αυτού! Δεν σκέφτεσαι καθόλου πόσο αδύ­νατη είναι η ανθρώπινη φύση. Η πείνα συν­θλίβει τον ταλαίπωρο αυτόν άνθρωπο και συ αναβάλλεις και ειρωνεύεσαι και του μεγαλώ­νεις τη συμφορά. Αυτός δίνει το σπλάγχνο του ως τίμημα, για να αποκτήσει λίγη τροφή, και το δικό σου χέρι, όχι μόνο δεν μένει ξερό που δέχεται τέτοιου είδους κέρδη, αλλά αγωνίζε­σαι για το πλεόνασμα και φιλονικείς και πα­ζαρεύεις πως θα λάβεις περισσότερα, για να δώσεις λιγότερα, επιβαρύνοντας με κάθε τρό­πο αυτόν τον δύστυχο. Δεν σε μαλακώνουν ούτε τα πατρικά δάκρυα, ούτε οι αναστεναγ­μοί της καρδιάς, αλλά παραμένεις άκαμπτος και αλύγιστος. Το καθετί το βλέπεις ως χρυ­σό και παντού χρυσό φαντάζεσαι. Ο χρυσός σου έχει γίνει όνειρο όταν κοιμάσαι· και όταν είσαι ξύπνιος, αυτή είναι η έγνοια σου. Όπως δηλαδή, όσοι έχουν κυριευθεί από κάποιο πά­θος, δεν βλέπουν τα πράγματα, αλλά φαντάζονται αυτά που τους υπαγορεύει το πάθος, έτσι κι εσένα η ψυχή σου έχει καταληφθεί από τη φιλοχρηματία και παντού χρυσό και ασή­μι βλέπει. Στ' αλήθεια, με περισσότερη ευχα­ρίστηση θα έβλεπες τον χρυσό παρά τον ήλιο. Εύχεσαι όλα να μεταβληθούν και να γίνουν χρυσός και όσο μπορείς το επινοείς, με κάθε τρόπο θεμιτό και αθέμιτο.


5. Τί δεν μηχανεύεσαι, στ' αλήθεια, για να αποκτήσεις χρυσάφι; Το σιτάρι σου γίνεται χρυσός. Το κρασί μετατρέπεται σε χρυσό. Το μαλλί των προβάτων σου δίνει χρυσό. Κάθε εμπορική δουλειά, κάθε εφεύρεση σου επιδαψιλεύει χρυσό. Ο ίδιος ο χρυσός σου γεννάει χρυσό, με το να πολλαπλασιάζεται με τα δανείσματα και τους τόκους που επιβάλλεις. Παραταύτα, δεν επέρχεται σε σένα κορεσμός και η επιθυμία σου δεν έχει τέλος.Στα λαίμαργα παιδιά, πολλές φορές, απλό­χερα τους δίνουμε ό,τι ζητούν και τους επι­τρέπουμε να παραχορτάσουν με όσα εκείνα ορέγονται, ώστε με τον υπερβολικό κορεσμό να τα βοηθήσουμε να αποστραφούν και να σιχαθούν εκείνο που επιθυμούν. Στον πλεονέκτη δεν συμβαίνει το ίδιο. Αλλά όσο πιο πολλά έχει, τόσο περισσότερα επιθυμεί.«Αν ο πλούτος ρέει και αυξάνει, μην αφήνετε την καρδιά σας να προσκολληθεί σ' αυ­τόν», λέει ο Ψαλμωδός. Εσύ όμως, πλούσιε πλεονέκτη, κατέχεις τον πλούτο που συνεχώς αυξάνει, και βάζεις αμπάρες και κλείνεις τις πόρτες και δεν δίνεις πουθενά τίποτε.Αλλά με το να τον κρατά ο πλούσιος τον πλούτο και να τον αφήνει να λιμνάζει, δες τι του δημιουργεί. Ξεχειλίζει η συγκομιδή, σπά­ει τα εμπόδια και, πρόσεξε να δεις τη συνέ­χεια. Παρακολούθησε τι θα του δημιουργή­σει, με το να αμπαρώνει τα αγαθά και να τα αφήνει να αυξάνουν και να λιμνάζουν, παρα­μένοντας στάσιμα. Θα γίνουν αιτία να γκρε­μιστούν οι αποθήκες του, να διαρραγούν τα ταμεία του, σαν να μπήκε κάποιος κλέφτης και εχθρός και να τα αφάνισε.Θα μου πεις όμως ότι θα κτίσει ο πλούσιος μεγαλύτερες αποθήκες και θα τα αποθηκεύ­σει. Αυτό δεν είναι σίγουρο. Φοβάμαι μήπως τις παραδώσει γκρεμισμένες στον κληρονόμο του. Διότι πολύ πιο γρήγορα θα πεθάνει αυτός, παρά θα κτισθούν οι αποθήκες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις τής πλεονεξίας.Ο πλούσιος βέβαια του Ευαγγελίου είχε για τα σχέδιά του το γνωστό τέλος. Αλλά εσείς, αν πεισθείτε σε όσα σας λέω, ανοίξτε τις αποθήκες σας και δώστε διέξοδο στον πλούτο σας. Και όπως το μεγάλο ποτάμι έχει πολυάριθμα κανάλια και διοχετεύει το νερό του στην πολύ­καρπη γη, έτσι κι εσείς να οικονομήσετε τα αγαθά σας, ώστε να φθάσουν στα σπίτια των φτωχών, διασχίζοντας διάφορους δρόμους. Μ' αυτά που λέω, εννοώ να επινοήσετε ποικίλους τρόπους προσφοράς.Όταν αντλείται το νερό από τα πηγάδια, το νερό γίνεται πιο άφθονο. Ενώ, όταν τα εγκα­ταλείπουμε, βρωμίζουν και στερεύουν. Και ο πλούτος όταν μένει στάσιμος, είναι άχρηστος. Όταν όμως κινείται και δίδεται στους συναν­θρώπους μας, βοηθάει το σύνολο των ανθρώ­πων και αποβαίνει καρποφόρος.Αλήθεια, πόσο συγκινητικά είναι τα λόγια που βγαίνουν από την καρδιά του ανθρώπου που ευεργετήσαμε! Μην τον περιφρονήσεις. Και πόσο μεγάλη θα είναι η Χάρη που θα λά­βουμε από τον δίκαιο Κριτή, τον Κύριο! Εμπιστεύσου λοιπόν τους λόγους του Κυρίου και μην απιστείς σ' Αυτόν.Πάντοτε και παντού να έχεις μπροστά στα μάτια σου το παράδειγμα του Πλούσιου που καταδικάζεται απ' όλους για τη συμπεριφο­ρά του. Γιατί αυτός φύλαγε τα παρόντα υλι­κά αγαθά, αγωνιούσε για τις επερχόμενες σο­δειές και, ενώ δεν γνώριζε αν θα ξημερώσει η αυριανή ήμερα, αμάρτανε εκ των προτέρων. Εχανε το σήμερα για το αύριο. Δεν είχε έλθει ο φτωχός να του ζητήσει κάτι, και αυτός προ­καταβολικά εκδήλωνε την άρνηση και την αγριότητά του. Ακόμη δεν είχε μαζέψει τους καρπούς απ’ τα χωράφια του και είχε το κατάκριμα της πλεονεξίας. Η γη του πρόσφερε τα προϊόντα της άφθονα. Του έδειχνε ήδη μέ­σα στην οργωμένη γη το άφθονο σιτάρι. Παρουσίαζε πλούσια τα σταφύλια πάνω στα κλή­ματα, τις ελιές να είναι κατάφορτες και γενι­κά υποσχόταν στον πλούσιο κάθε τρυφή από τα καρποφόρα δένδρα. Ο πλούσιος όμως ή­ταν τσιγγούνης και άκαρπος. Ακόμη δεν είχε αποκτήσει τα αγαθά και τον έτρωγε το σα­ράκι, μήπως του ζητήσουν κάτι οι φτωχοί και οι αναγκεμένοι.Και όμως πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν για σέ­να, πλεονέκτη πλούσιε, μέχρι να φθάσουν οι καλλιέργειές σου στη συγκομιδή των καρπών; Διότι και χαλάζι μπορεί να πέσει και να τα καταστρέψει όλα και ο καύσωνας μπορεί να τ' αρπάξει μέσα από τα χέρια σου και η απρό­σμενη βροχή μπορεί να καταστρέψει τους καρ­πούς.Δεν προσεύχεσαι λοιπόν στον Κύριο να δώ­σει τη Χάρη του, ώστε να ολοκληρωθεί η δω­ρεά; Αλλά εσύ τρέχεις για να βρεις τρόπο να μαζέψεις και να ασφαλίσεις τα αγαθά και έτσι καθιστάς τον εαυτό σου ανάξιο να λάβει όλα όσα ήδη σου έχει στείλει ο Θεός.


6. Και συ μεν ζεις με τους λογισμούς σου και κρυφά συνομιλείς με τον εαυτό σου, τα λόγια σου όμως αυτά κρίνονται στον Ουρα­νό. Γι' αυτό και οι απαντήσεις σου έρχονται από εκεί.Ποιά είναι όμως αυτά που συζητάει με τον εαυτό του ο πλεονέκτης πλούσιος; «Ψυχή μου», λέει, «έχεις πολλά αγαθά. Έχεις πλούτη για αμέτρητα χρόνια. Τρώγε, πίνε και διασκέδαζε καθημερινά».Ω Θεέ μου, τι παραλογισμός είναι αυτός! Αλήθεια, πλούσιε, αν είχες ψυχή χοίρου, τί άλλο καλύτερο θα μπορούσες να της πεις; Τόσο κτη­νώδης είσαι, τόσο ασύνετος και αδιάφορος για την ψυχική σου καλλιέργεια, ώστε να τρέφεις την ψυχή σου με τα βρώματα που είναι για τη σάρκα; Αυτά που καταλήγουν στον αφεδρώνα, εσύ τα ετοιμάζεις για την ψυχή σου;Διότι αν, ασύνετε πλούσιε, διέθετες αρετή, αν η ζωή σου ήταν γεμάτη από αγαθά έργα, αν είχες ενωθεί με τον Θεό, θα είχες πολλά όντως αγαθά και τότε ας ευφραινόσουν με τα ψυχικά αυτά χαρίσματα. Επειδή όμως εσύ σκέφτεσαι εντελώς γήινα και έχεις Θεό σου την κοιλιά σου και είσαι εντελώς σαρκικός άνθρωπος, υποδουλωμένος και αιχμάλωτος στα πάθη, άκου την προσφώνηση που σου αρ­μόζει, την οποία δεν σου την απηύθυνε κά­ποιος άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος: «Ανό­ητε, τούτη τη νύκτα οι άγγελοι θα ζητήσουν να πάρουν την ψυχή σου. Όλα αυτά που ετοί­μασες και φυλάς, ποιός θα τα πάρει;».Χειρότερο από την αιώνια κόλαση είναι το γέλιο και η ευτυχία που προέρχονται από α­γκύλωση στα υλικά αγαθά. Αλήθεια, αυτός που σε λίγο πρόκειται να τον αρπάξουν απ' αυτή τη ζωή οι άγγελοι, τί σκέπτεται; «Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω με­γαλύτερες»!Πολύ καλά θα κάνεις, θα του έλεγα εγώ. Διότι τα ταμεία της αδικίας πρέπει να αφα­νισθούν. Κατεδάφισε με τα ίδια σου τα χέρια εκείνα που έκτισες με άδικο και αμαρτωλό τρόπο. Σπάσε τα αμπάρια του σιταριού, από τα οποία κανείς δεν έλαβε παρηγοριά. Εξα­φάνισε κάθε οίκημα που φιλοξενούσε την πλε­ονεξία. Βγάλε τη στέγη. Γκρέμισε τους τοί­χους. Αφησε να δει ο ήλιος το μουχλιασμένο σιτάρι. Βγάλε από τη φυλακή τον φυλακισμένο πλούτο σου. Σύντριψε τα σκοτεινά κατα­γώγια του Μαμμωνά.«Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτί­σω μεγαλύτερες»!Αν, ανόητε πλούσιε, γεμίσεις και τις μεγα­λύτερες αποθήκες που θα κατασκευάσεις, τί άλλο θα σκεφτείς μετά να κάνεις; Ή μήπως πάλι θα τις γκρεμίσεις και πάλι θα τις ξανακτίσεις; Και τί είναι πιο ανόητο απ’ αυτή σου τη δραστηριότητα, να κοπιάζεις εφ' όρου ζωής να κτίζεις με άγχος και βιασύνη και να γκρε­μίζεις με την ίδια ψυχική κατάσταση; Αν θέ­λεις αποθήκες, έχεις τα σπίτια των φτωχών. «Θησαύρισε για τον εαυτό σου θησαυρούς που αποθηκεύονται στους ουρανούς». «Όσα κα­τατίθενται εκεί ούτε ο σκόρος τα τρώει, ούτε σαπίζουν, ούτε ληστεύονται».Αλλά τότε θα δώσω, στους αναγκεμένους, μας υπογραμμίζει ο πλεονέκτης πλούσιος, ό­ταν γεμίσω τις δεύτερες αποθήκες μου.Βλέπω πως έχεις προδιαγράψει ότι η ζωή σου σ' αυτή τη γη θα είναι μακροχρόνια. Κύτταξε να μη σε προλάβει Εκείνος που προσδιο­ρίζει τη ζωή του καθενός και θέτει τις ημερο­μηνίες λήξεως. Και φυσικά η υπόσχεσή σου αυτή δεν είναι απόδειξη της αγαθότητας της καρδιάς σου, αλλά της πονηρίας σου. Διότι υπόσχεσαι, όχι για να δώσεις στους άλλους από τα αγαθά σου, αν θα κτίσεις μεγαλύτε­ρες αποθήκες, αλλά για να αποφύγεις το πα­ρόν. Τί σε εμποδίζει λοιπόν να δώσεις τώρα κάτι από τα πολλά σου αγαθά; Δεν υπάρχουν φτωχοί έξω από την πόρτα σου; Δεν είναι γε­μάτες οι αποθήκες σου; Δεν είναι επηγγελμένη η ανταπόδοση και η Χάρη που θα λάβεις; Δεν είναι ξεκάθαρη η υπόσχεση του Κυρίου;Ο πεινασμένος σβήνει από την πείνα. Ο γυμνός ξεπαγιάζει από το κρύο. Ο οφειλέτης πεθαίνει από το άγχος και συ αναβάλλεις για αύριο τη συμπαράστασή σου προς αυτούς;Ακου τον προφήτη Σολομώντα που λέει: «Μην πεις στον φτωχό, πήγαινε τώρα και έλα αύριο και τότε θα σου δώσω». Διότι «δεν γνωρίζεις τι τέξεται η επιούσα».Αδελφέ μου, ποιά παραγγέλματα κατα­φρονείς, με το να κλείνεις τ' αυτιά σου, εξαι­τίας τής φιλαργυρίας και της πλεονεξίας; Πό­ση μεγάλη χάρη κι ευγνωμοσύνη έπρεπε να χρωστάς στον Ευεργέτη σου! Πόσο έπρεπε να είσαι χαρούμενος και ευχαριστημένος που δεν βρίσκεσαι στη θέση να χτυπάς τις πόρτες άλ­λων, αλλά οι άλλοι χτυπούν τη δική σου για βοήθεια. Παραταύτα, είσαι κατσούφης και απλησίαστος, αποφεύγεις τις συναντήσεις μή­πως και αναγκασθείς να δώσεις κάτι με τα χέ­ρια σου. Μία λέξη ξέρεις: Δεν έχω. Δεν δίνω. Είμαι φτωχός!Πραγματικά είσαι φτωχός και ενδεής από κά­θε αγαθό. Είσαι φτωχός από αγάπη. Φτωχός από φιλανθρωπία. Φτωχός από πίστη και εμπιστο­σύνη στον Θεό. Φτωχός από ελπίδα αιώνια.Κάνε συμμέτοχους τους αδελφούς σου στα σιτηρά σου. Αυτό που αύριο σαπίζει, δώσ' το σήμερα σ' αυτόν που τό ‘χει ανάγκη. Η χει­ρότερη μορφή πλεονεξίας είναι το να μη δίνει κανείς στους αναγκεμένους ούτε αυτά που ούτως ή άλλως φθείρονται.7. Και ποιόν αδικώ, λέει ο πλεονέκτης πλού­σιος, με το να ενδιαφέρομαι για την περιου­σία μου;Αλήθεια; Αλλά πές μου, ποιά είναι η περι­ουσία σου, ποιά είναι τα δικά σου; Από πού τα έλαβες και τα έφερες στη ζωή; Πραγματι­κά, συμπεριφέρονται πολλές φορές οι πλού­σιοι όπως κάποιος που πιάνει θέση στο θέα­τρο, για να έχει καλή θέα, και έπειτα εμποδί­ζει τους μετέπειτα εισερχόμενους να βρουν κι αυτοί κάποια θέση, δικαίωμα που είναι κοι­νό για όλους. Δηλαδή καταλαμβάνουν οι πλούσιοι τα κοινά αγαθά, τα ιδιοποιούνται, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να έλθουν στα χέρια τους πριν από τους άλλους.Είναι αληθινό πως, αν ο καθένας κρατούσε αυτό που του χρειαζόταν, για να ικανοποιή­σει τις ανάγκες του, και το περίσσευμα το έδι­νε σε όσους το είχαν ανάγκη, τότε δεν θα υ­πήρχε κανένας φτωχός.Δεν βγήκες γυμνός από την κοιλιά τής μη­τέρας σου; Δεν θα επιστρέψεις πάλι γυμνός στη γη; Κι αυτά που έχεις τώρα από πού τα έχεις; Αν μου πεις ότι τα έχεις από την τύχη, είσαι άθεος, διότι δεν αναγνωρίζεις τον Δημιουργό , ούτε ευχαριστείς τον Δωρεοδότη. Αν όμως παραδέχεσαι ότι τα έλαβες από τον Θεό, πες μου το λόγο για τον οποίο τα έλαβες. Μή­πως ο Θεός είναι άδικος και μοιράζει σε μας άνισα όσα χρειαζόμαστε σ' αυτή τη ζωή; Για­τί εσύ να είσαι πλούσιος και εκείνος να είναι φτωχός; Για κανένα άλλο λόγο, παρά για να αποδειχθείς εσύ καλός οικονόμος και να λά­βεις τη Χάρη και τον μισθό τής καλής διαχειρήσεως και της πονετικής καρδιάς σου προς τους αδελφούς. Και εκείνος, ο φτωχός, για να τιμηθεί με τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής που θα καταθέσει, λόγω της έλλειψης των αναγκαίων.Εσύ όμως τα περιέλαβες όλα τα αγαθά στους ακόρεστους κόλπους της πλεονεξίας και νομίζεις ότι κανέναν δεν αδικείς, ενώ τό­σους και τόσους αποστερείς και δεν δίνεις τί­ποτα σε κανέναν.Ποιός θεωρείται πως είναι πλεονέκτης; Αυ­τός που δεν μπορεί να παραμείνει στην αυτάρ­κεια.Ποιός είναι ο άρπαγας; Αυτός που αφαι­ρεί από τον καθένα εκείνα που του ανήκουν.Δεν είσαι λοιπόν εσύ ο πλεονέκτης; Δεν εί­σαι εσύ ο άρπαγας, όταν οικειοποιείσαι όλα τα πλούτη που σου δόθηκαν, με σκοπό να τα διαχειρισθείς και να τα οικονομήσεις με πνεύ­μα αγάπης; Ή αυτόν που απογυμνώνει τον ντυμένο, ο οποίος φοράει πλούσια ρούχα, θα τον ονομάσουμε λωποδύτη, ενώ εκείνον που δεν ντύνει τον γυμνό, ενώ μπορεί να το κάνει, θα του δώσουμε άλλο όνομα;Το ψωμί που κρατάς εσύ στα χέρια σου και το αποθηκεύεις, ανήκει σ' αυτόν που πεινά. Τα ρούχα που φυλάς στις ντουλάπες και στις ιματιοθήκες, είναι εκείνου που είναι γυμνός. Τα παπούτσια τα περίσσια είναι του ξυπόλυτου. Τα χρήματα που τα συγκεντρώνεις και τα κρύβεις στα βάθη της γης, είναι αυτού που τα χρειάζεται. Επομένως τόσους αδικείς, ό­σους μπορούσες να ευεργετήσεις!8. Καλά είναι τα λόγια, λέει ο πλούσιος, αλλά καλύτερος είναι ο χρυσός!Αδελφοί μου, μοιάζει σαν να μιλάω στο κε­νό. Αισθάνομαι σαν κι αυτούς που κάνουν δια­λέξεις περί εγκράτειας στους πόρνους και στους ακόλαστους. Διότι αυτοί, όταν, στις ομι­λίες αυτές, διαβάλλεται και κατηγορείται μια πόρνη, φέρνουν στη μνήμη τους τις σχέσεις που είχαν μαζί της και φλέγονται από την επι­θυμία.Πώς να σου καταστήσω γνωστά τα βάσα­να του φτωχού, για να καταλάβεις επιτέλους από πόσους μεγάλους και αβάσταχτους πό­νους θησαυρίζεις μόνο και μόνο για τον εαυ­τό σου;Αλήθεια, πόσο μεγάλος και σπουδαίος θα σου φανεί την ημέρα της Κρίσεως ο λόγος του Κυρίου που λέει: «Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη Βασιλεία, η ο­ποία είναι ετοιμασμένη για σας από καταβολής κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσα­τε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, γυμνός ήμουνα και με ντύσατε». Και πόσο μεγάλη φρίκη και ιδρώτας και σκοτάδι θα σε περιβάλει όταν ακούσεις την καταδικαστική απόφαση και προτροπή: «Φύγετε μακριά από μένα καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φω­τιά, που έχει ετοιμασθεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Διότι πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν με ποτίσατε, γυμνός ήμουνα και δεν μου δώσατε ένα ρούχο να ντυθώ». Διότι εκεί, στη Βασιλεία του Θεού, δεν εγκαλείται μόνο ο άρπαγας, αλλά καταδικάζεται και εκείνος που δεν έσκυψε να δει τις ανάγκες του πλησίον και αδελφού του.Εγώ λοιπόν σου είπα όσα νόμιζα ότι συμ­φέρουν την ψυχή σου. Εσύ, αν όλα αυτά τα εγκολπωθείς και τα πιστέψεις, είναι ολοφάνε­ρες οι ευλογίες και οι χάριτες που θα λάβεις. Αν πάλι παρακούσεις, αναφέρεται στην Αγία Γρα­φή και η εξέλιξη και το κατάντημα που θα έχεις.Εύχομαι να αποφύγεις αυτή την απειλητι­κή εμπειρία. Και θα την αποφύγεις, αν πά­ρεις καλές αποφάσεις. Έτσι, ο ίδιος ο πλούτος θα σου γίνει λύτρο και θα λάβεις τα ουράνια αγαθά που έχουν ετοιμασθεί για σένα, με τη Χάρη Εκείνου που όλους μας κάλεσε στη Βα­σιλεία Του, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους απέραντους αιώνες. Αμήν.



(*) Αναφέρεται εδώ ο Αγιος στο απάνθρωπο δουλεμπόριο που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Φέρνει στο λόγο του αυτό το ανατριχιαστικό παράδειγμα του πατέρα που, λόγω φοβερής φτώχειας, αναγκάζεται να πουλήσει τα σπλάγχνα του, τα παι­διά του, στους πλούσιους της εποχής του, οι οποίοι δεν αντιλαμ­βάνονται τι συμβαίνει στο σπίτι και στην καρδιά του φτωχού. Και το κάνει αυτό ο Αγιος, μόνο και μόνο για να δείξει πόση σκληρότητα, θηριωδία και αναλγησία δημιουργεί στην ψυχή μας η πλεονεξία. Είναι, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος «χαλεπόν το πάθος και δεινόν το νόσημα» (Ρ.G. 60, 523). Πραγ­ματικά, η πλεονεξία παραδίδει την ψυχή μας στον διάβολο. Θεωρείται και είναι «η ακρόπολη των παθών» (Λέοντος Σο­φού: Εγκώμιον εις τον Αγ. Ιωάννην Χρυσόστομον Ρ. G. 107, 252).

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009


ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


π. Ἰουστίνου Πόποβιτς.


Ἡ (νηστεία εἶναι) ὁδός, μέ τήν ὁποία ἐσύ καί ἐγώ βαδίζουμε πρός τήν Ἀνάστασι. Τήν ἀνάστασι τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Ναί. Καί ἐσύ καί ἐγώ. Γι’ αὐτό ἡ νηστεία εἶναι θαυμαστή. Γιατί εἶναι ἕνας δρόμος. Γιά ποῦ; Γιά τήν Ἀνάστασι. Καί λοιπόν, αὐτό τί σημαίνει; Σημαίνει Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ θανάτου· Ἀνάστασι – νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας· Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Αὐτό εἶναι ἡ νηστεία!
Σέ ἕνα θαυμάσιο στιχηρό αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ψάλλαμε καί προσευχηθήκαμε: «Ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι, τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Πέμπτη Α΄ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, Ἀπόστιχα Ἑσπερινοῦ).
Νηστεία – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Νά ἡ καλή εἴδησι, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε. Θέλεις νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας; Θέλεις νίκη κατά τοῦ ἐφευρέτου τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ ἰδίου τοῦ διαβόλου; Ὁρίστε, ἡ νηστεία –λέγει ὁ Σωτήρ.
Ναί, μέ τήν νηστεία ἐσύ γίνεσαι ὁ μεγαλύτερος νικητής σέ αὐτόν τόν κόσμο. Ποιός νίκησε τόν διάβολο, ποιός, ἐκτός ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Κανένας ἄλλος. Γι’ αὐτό, Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, διότι μόνο Αὐτός εἶναι Θεός, πιό ἰσχυρός ἀπό τόν διάβολο. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι πιό ἀνίσχυρα ἀπό αὐτόν. Καί ἐμεῖς, ἀκολουθώντας Τον, στήν πραγματικότητα ἀκολουθοῦμε τόν Νικητή πού μᾶς δίνει πάντοτε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου, κατά τοῦ κάθε διαβόλου πού μᾶς ἐπιτίθεται γιά νά μᾶς νικήσῃ καί νά μᾶς ρίξῃ στήν ἁμαρτία. Σέ τί, δηλαδή; Στόν θάνατο.
* * *
Ὕπαρξις ἀθάνατη. Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος ἦλθε στόν γήινο κόσμο μας, γιά νά νικήσῃ τήν ἁμαρτία μας· γιά νά μᾶς δώσῃ τήν δύναμι, τά μέσα, νά κάνουμε καί ἐμεῖς τό ἴδιο, νά κάνουμε τό ἴδιο μαζί Του, ὁδηγούμενοι ἀπό Αὐτόν, ἀκολουθώντας Τον.
Τί εἶναι οἱ ἀνθρώπινες νίκες; Τίποτε. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες νίκες, ἄν δέν νικοῦν τόν θάνατο, εἶναι ἧττες. Τί εἶναι ὅλες οἱ νίκες, τίς ὁποῖες πολλοί βασιλιάδες καί ἰσχυροί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐπέτυχαν καί ἐπιτυγχάνουν; Τί εἶναι οἱ εὐρωπαϊκοί πόλεμοι: πρῶτος, δεύτερος, τρίτος, δέκατος καί πεντηκοστός; Τί εἶναι; Εἶναι ἧττες, ἧττα μετά τήν ἧττα. Δέν εἶναι νίκες. Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν, ἐπενόησαν τόν πόλεμο καί τούς φόνους σάν μέσο, γιά νά νικήσουν τό κακό σ’ αὐτόν τόν κόσμο.
Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά νικήσουν τό κακό σέ αὐτόν τόν κόσμο. Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά νικήσουν τόν δημιουργό κάθε κακοῦ καί κάθε ἁμαρτίας, τόν διάβολο. Ὁ Θεός ἔδωσε αὐτές τίς θεῖες δυνάμεις σέ κάθε ἕναν ἀπό ἐμᾶς, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς σάν λογικά ἀνθρώπινα ὄντα, σάν λογικά ὄντα τοῦ Θεοῦ, τό κακό· νά νικᾶμε τόν διάβολο μέ τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ.
Ἰδού ἡ ἁγία νηστεία, ἰδού ἡ ἁγία προσευχή. Τί εἶναι αὐτές; Αὐτές εἶναι οἱ θεῖες δυνάμεις, τίς ὁποῖες ὁ Κύριος ἄφησε καί ἔδωσε στήν Ἐκκλησία Του, ὥστε ἐμεῖς, κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς, νά νικοῦμε τόν διάβολο ἐπιγράφοντας σέ ἐμᾶς τούς ἴδιους τήν νίκη, νά νικοῦμε γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους. Νά νικοῦμε τήν ἁμαρτία ὄχι χάριν τοῦ ἄλλου, ἀλλά χάριν ἡμῶν τῶν ἰδίων. Διότι, νά ξέρῃς, ἡ κάθε ἁμαρτία σου εἶναι πολεμιστής τοῦ διαβόλου. Κάθε ἁμαρτία πού ἐσύ ἀγαπᾶς, πού κρατᾶς μέσα σου –φανερά ἤ κρυφά, τό ἴδιο κάνει– εἶναι τό δόρυ τοῦ διαβόλου, ἀήττητο φοβερό ὅπλο. Ἀήττητο βέβαια ὅσο δέν ἀποτραβιέσαι ἀπό αὐτήν καί ὅσο δέν νοιώθεις ὅτι ἡ ἁμαρτία πού κάνεις, στήν πραγματικότητα σέ θανατώνει, σέ κάνει νά αὐτοκτονῇς, ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ ἁμαρτία. Τό μίσος π.χ., σέ κάνει νά αὐτοκτονῇς. Ὁ θυμός, ἡ σκληροκαρδία, ἡ φιλαργυρία, ὅλα αὐτά εἶναι ὅπλα, φοβερά ὅπλα τοῦ διαβόλου, τά ὁποῖα σοῦ δίνει στά χέρια καί ἐσύ σκοτώνεις τόν ἑαυτό σου.
Ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά ἀναγκάσῃ κανέναν ἀπό ἐμᾶς νά ἁμαρτήσῃ. Μπορεῖ μόνο νά προτείνῃ τήν ἁμαρτία. Μπορεῖ νά σοῦ προσφέρῃ τό ξίφος γιά νά σκοτώσῃς τόν ἑαυτό σου. Ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ὁ Θεός δέν τοῦ δίνει αὐτή τήν δύναμι. Ἀλλά, ἄν ἐσύ δεχθῇς ἀπό αὐτόν τό ξίφος, ἄν δεχθῇς π.χ. τήν φιλαργυρία ἤ τόν θυμό ἤ τήν ζήλεια ἤ τήν πονηριά, τήν καταλαλιά, τήν κλοπή, νά!, τότε πῆρες στά χέρια σου τό ξίφος καί τό καρφώνεις στήν καρδιά σου. Ὁ διάβολος δέν ἔχει ἐξουσία νά ἀναγκάσῃ τόν ἄνθρωπο νά ἁμαρτήσῃ· ἔχει μόνο τήν ἐξουσία νά προτείνῃ τήν ἁμαρτία στόν ἄνθρωπο. Αὐτός προτείνει τήν ἁμαρτία σέ σένα καί σέ μένα. Καί ἐγώ καί ἐσύ (τί κάνουμε); Ἐγώ καί ἐσύ, ἤ ἀποδεχόμαστε τήν ἁμαρτία ἤ τήν διώχνουμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἤ σκοτώνουμε τόν ἑαυτό μας, χωρίζουμε τήν ψυχή μας ἀπό τόν Θεό, ἤ διώχνοντας τήν ἁμαρτία βαδίζουμε ὁλοταχῶς πρός τήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρός τήν νίκη, τήν ὁριστική καί τελεία νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ θανάτου, κατά τοῦ διαβόλου.
Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, ὁ Κύριος ἦλθε σέ αὐτόν τόν κόσμο. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τά πάντα. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τήν ἁγία νηστεία. Γι’ αὐτό μᾶς ἄφησε τήν ἁγία προσευχή. Γιά νά νικᾶμε τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Τί κάνει κάθε ἁμαρτία σέ μένα καί σέ σένα; Μᾶς σκοτίζει. Ἡ ἁμαρτία εἶναι σκότος. Βγάζει ἀπό μέσα της σκοτάδι, καί τό σκοτάδι κατακλύζει καί τήν δική σου καί τήν δική μου ψυχή, κατακλύζει τήν συνείδησί μας, κατακλύζει τίς αἰσθήσεις μας. Καί ἐμεῖς σάν νά εἴμαστε σέ παραμιλητό, σέ παραλήρημα, νυχτωμένοι, στό σκοτάδι. Δέν ξέρουμε τί κάνουμε. Αὐτό εἶναι ἡ ἁμαρτία. Κάθε ἁμαρτία εἶναι γιά τήν ψυχή μία παραζάλη.
Ὅμως ὁ Κύριος ἦλθε σέ αὐτόν τόν κόσμο ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Γιά νά μᾶς δώσῃ τό φῶς, νά μᾶς δώσῃ τήν ἀναμμένη δᾶδα, νά μᾶς δώσῃ τά φῶτα, γιά νά ἀποδιώξουμε ἐκεῖνο τό σκότος. Νά, αὐτό εἶναι ἡ ἁγία νηστεία! Εἶναι ἕνας τεράστιος προβολέας, ὁ ὁποῖος στέκεται στόν δρόμο τῆς ζωῆς μας. Ἡ νηστεία κατεβάζει ἀπό τόν οὐρανό στήν ψυχή σου τό οὐράνιο φῶς. Ἄν βέβαια εἶναι ἀληθινή νηστεία. Ἡ ἀληθινή νηστεία εἶναι ἐγκράτεια σέ κάθε κακό, ἐγκράτεια στήν τροφή, ἀλλά καί ἐγκράτεια σέ κάθε κακό καί ἁμαρτία.
* * *
Ἡ προσευχή τί κάνει σέ σένα; Σέ ἀνεβάζει στόν οὐρανό, καί τότε ἀπό τόν οὐρανό κατεβάζει στήν ψυχή σου τό θεῖο φῶς. Ποιοί εἴμαστε, τί εἴμαστε, ποῦ πορευόμαστε; Ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν οἱ μέρες καί οἱ νύχτες μας; Ποῦ τρέχουμε; Εἴτε θέλεις εἴτε δέν θέλεις, εἴτε θέλω εἴτε δέν θέλω, δέν μποροῦμε νά σταματήσουμε τήν μέρα νά κυλήσῃ. Σέ παίρνει, σέ παίρνει. Ποῦ;
Νά, ἡ ἁγία νηστεία εἶναι μπροστά μας. Καί ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι αὐτή ἡ ἁγία ὁδός φέρει στήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἰδού Φῶς πάνω ἀπό κάθε φῶς! Διότι μέ τήν Ἀνάστασί Του ὁ Κύριος κατηύγασε ὅλους τούς κόσμους μέ τό θεῖο Του φῶς. Κατηύγασε ὅλη τήν κτίσι, κατηύγασε ὅλα τά ὄντα, κατηύγασε τούς ἀνθρώπους, κατηύγασε τίς ψυχές μας, κατηύγασε τά ἄστρα, τούς οὐρανούς, τά πουλιά, τά φυτά, τά ζῶα. Ὅλους τούς κόσμους κατηύγασε, καί ἔδειξε τί; Μέ τήν Ἀνάστασί Του ὁ Κύριος φανέρωσε τό τελευταῖο καί τελικό μυστήριο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἔδειξε τί πρέπει κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς νά γνωρίζῃ καί νά κάνῃ. Αὐτό εἶναι τό μόνο πού μᾶς μένει. Ὅλα τά ἄλλα μᾶς τά κλέβει καί τά ἁρπάζει ὁ θάνατος. Ὅλα. Ἐνῶ αὐτό ὁ Κύριος τό προσφέρει σέ ὅλους.
Ἡ κάθε ἁμαρτία εἶναι σκοτισμός τῆς ψυχῆς, ἐνῶ κάθε ἀρετή εἶναι μεταμόρφωσις τῆς ψυχῆς.
Ὑπερηφάνεια, –αὐτό εἶναι φρίκη!
Σκληροκαρδία, –ἄν φωλιάσῃ στήν ψυχή μου καί στήν ψυχή σου, ὤ! μοιάζει μέ τό πιό βαθύ σκοτάδι, γιά τό ὁποῖο ὁ Σωτήρας μιλάει στό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του. Κόλασι!
Σκληροκαρδία, οἴησις, φιλαυτία, –νά ξέρῃς, ἀδελφέ καί ἀδελφή, ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι ἡ δική σου μικρή κόλασις. Κουβαλᾶς μέσα σου τήν κόλασι.
* * *
Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τό φάρμακο. Τό φάρμακο γιά τήν ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου μπροστά στόν Κύριο, ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου μπροστά στούς ἀδελφούς, καί νά! ἡ θεία δύναμις τῆς ταπεινοφροσύνης θά ἁπλώσῃ πάνω στήν ψυχή σου τό θεῖο φῶς καί θά ἀποδιώξῃ καί θά φυγαδεύσῃ ὅλο τό σκοτάδι τῆς ὑπερηφανείας, τῆς σκληρότητος καί τῆς οἰήσεως τῆς ψυχῆς σου.
Ὁ φιλάργυρος ἄνθρωπος δέν βλέπει τίποτε ἄλλο ἀπό ἕνα σορό χρημάτων. Φιλάργυρος δέν εἶναι (μόνο) ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τά χρήματα καί τά κτήματα. Φιλάργυρος εἶναι, γιά παράδειγμα, καί ὁ ἐπιστήμονας πού μένει πάνω σέ ἕνα βιβλίο ὅλη του τήν ζωή, βρῆκε ἀπασχόλησι καί ξέχασε τόν Θεό. Αὐτό εἶναι φιλαργυρία, αὐτό εἶναι ἕνα ψεύτικο εἴδωλο, αὐτό εἶναι ἕνας ψεύτικος θεός. Ὅλα ὅσα ὁ ἄνθρωπος βάζει σ’ αὐτόν τόν κόσμο ὡς σκοπό τῆς ζωῆς του, ὡς θεό ἀντί τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι φιλαργυρία. Νά τοποθετῇ κανείς ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἀντί τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι φιλαργυρία. Τό βλέπουμε αὐτό.
Νά! εἶσαι φιλάργυρος. Δέν γνωρίζεις λοιπόν τόν δρόμο τῆς ζωῆς. Σκοτάδι, νύχτα, πλάκωσε τήν συνείδησί σου, ἔπεσε στά μάτια τῆς ψυχῆς σου. Καί ἐσύ δέν βλέπεις τόν σωστό δρόμο. Δέν βλέπεις τό νόημα τῆς ἐπιγείου ζωῆς σου. Δέν βλέπεις ὅτι τό μόνο φάρμακο πού θά θεραπεύσῃ τόν θάνατό σου, τήν κόλασί σου, εἶναι ἡ μετάνοια. Μάλιστα! Στήν περίπτωσι τῆς φιλαργυρίας ἡ μετάνοια εἶναι τό μοναδικό φάρμακο μπροστά στόν Κύριο.
Ἡ ἁμαρτία! Εἶναι σκοτισμός τῆς ψυχῆς καί τῆς συνειδήσεώς μας.
Ἐνῶ ἡ ἀρετή! Αὐτή εἶναι μεταμόρφωσις τῆς ψυχῆς.
Ἡ νηστεία εἶναι σταδιακή μεταμόρφωσις τῆς ψυχῆς. Μέ τήν νηστεία ἡ ψυχή καθαρίζεται ἀπό κάθε ἀκαθαρσία, καθαρίζεται ἀπό κάθε ἁμαρτία, καθαρίζεται ἀπό κάθε πάθος. Ἡ νηστεία, ὅταν γίνεται μέ προσευχή καί μέ ὅλες τίς ἄλλες ἀσκήσεις, ξεριζώνει ἀποτελεσματικά, ξεριζώνει ἀπό τήν ψυχή ὅλα τά κακά μας στοιχεῖα, ὅλες τίς κακές συνήθειες. Ἄν ἐσύ πρίν τήν νηστεία ἐπέτρεπες στόν ἑαυτό σου ἡ γλῶσσα σου νά λέγῃ ἀνόητα λόγια ἤ ψέμματα, ἡ νηστεία γι’ αὐτό εἶναι ἐδῶ, γιά νά μεταμορφωθῇ ἡ γλῶσσα σου, νά βάλῃς φρονημάδα στήν γλῶσσα σου. Τό ἴδιο κάνε μέ τά μάτια σου, μέ τά αὐτιά, μέ ὅλο τό εἶναι σου. Σταμάτα τήν ἁμαρτία! Αὐτό εἶναι νηστεία. Αὐτό εἶναι ἀληθινή νηστεία. Ἄν καταλαλοῦσες, μή καταλαλῇς πλέον. Ἄν ἔκλεβες, μή κλέβῃς πλέον. Ἄν τσακώθηκες, νά συμφιλιωθῇς τό γρηγορότερο, ὅσο εἶσαι ἐν ζωῇ, μήπως καί σέ εὕρῃ ὁ θάνατος αὐτή τήν νύχτα, ἐνῶ ἐσύ θά εἶσαι μαλωμένος μέ τούς γείτονές σου. Ἀλοίμονό σου! Αὐτός ὁ τσακωμός εἶναι γιά σένα μιά θηλιά, μιά θηλιά πού σέ τραβάει κατευθεῖαν στό βασίλειο τῆς φιλονεικίας, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου, τήν κόλασι. Εἴθε ὁ Ἀγαθός Κύριος νά μοῦ δώσῃ ὅλα τά μέσα, γιά νά διώξω κάθε ἁμαρτία ἀπό τήν ψυχή μου.
* * *
Φθόνος. Τί εἶναι ὁ φθόνος; Ὁ φθόνος εἶναι πάθος τόσο μεγάλο, ὥστε πρόδωσε ἀκόμα καί τόν Θεό, τόν Χριστό. Οἱ Ἑβραῖοι ἀπό φθόνο πρόδωσαν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό φθόνο! Μή λές ὅτι αὐτό εἶναι μικρή ἁμαρτία. Ὁ διάβολος, ὁ διάβολος ξεγέλασε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα ἀπό φθόνο. Φθόνησε τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, τά θεόμορφα δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, τόν πρῶτο ἄνδρα καί τήν πρώτη γυναῖκα, καί ἀπό φθόνο τούς ἔρριξε στήν ἁμαρτία, τούς εἰσηγήθηκε τήν φρικτή ἁμαρτία. Σήμερα θά φθονήσω, αὔριο θά φθονήσω, καί ἔτσι ὁ φθόνος θά ριζώσῃ μέσα μου. Ἀλλά νά ξέρῃς, μέσα σου ἔμεινε ὁ φονέας σου, μέσα σου ἔμεινε ἡ κόλασίς σου, μέσα σου ἔμεινε ὁ διάβολός σου διά τοῦ φθόνου. Διότι, ποτέ ἡ ἁμαρτία δέν ἔρχεται μόνη της. Ὁ Κύριος λέγει ὅτι πίσω ἀπό κάθε ἁμαρτία ἀκολουθεῖ ὁ διάβολος. Καί ὅταν ἐσύ ἀφήσῃς τήν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία στήν ψυχή σου, ὅταν κάνῃς τήν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία, νά ξέρῃς ὅτι ὁ διάβολος ἔχει ἔρθῃ στήν ψυχή σου. Δέν εἶσαι μόνος σου, ἐκεῖνος σέ ὁδηγεῖ. Ποῦ; Στόν θάνατο, στόν θάνατο. Ποῦ; Στήν κόλασι, στά αἰώνια βάσανα.
Ἡ νηστεία, ἡ ἁγία νηστεία· ἡ προσευχή, ἡ ἁγία προσευχή· ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν στήν Ἀνάστασι, στήν νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ διαβόλου, κατά τοῦ θανάτου.
* * *
Καί ἐμεῖς σήμερα, αὐτή τήν Β΄ Κυριακή τῆς ἁγίας νηστείας, ἑορτάζουμε ἕναν ἀπό τούς μεγάλους νικητές. Ἑορτάζουμε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τόν μεγάλο ἀσκητή τοῦ Θεοῦ, τόν μεγάλο ὑπέρμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Φωτός τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι πού σέ ὅλη του τήν ζωή ἀκολουθοῦσε τόν Σωτῆρα μας μέ τήν νηστεία, τήν προσευχή καί ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές, πού νικοῦσε ὅλους τούς δαίμονες, ὅλες τίς ἁμαρτίες, ὅλα τά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί πού φώτιζε ὅλες τίς ψυχές πού ἦσαν γύρω του. Καί πού σήμερα ζῆ διά τῶν ἱερῶν συγγραμμάτων του.
Ἔτσι εἶναι καί κάθε ἅγιος. Κάθε ἅγιος τί εἶναι; Τίποτε ἄλλο παρά κάποιος πού ἀδιάκοπα σέ αὐτόν τόν κόσμο τηρεῖ μέ ζῆλο τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, κάποιος πού ἐκπληρώνει ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Καί βέβαια κάθε ἀρετή κατεβάζει στήν ψυχή τό Οὐράνιο Θεῖο Φῶς.
Οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού μέ τίς ἅγιες ἀρετές ἔδιωξαν ἀπό μέσα τους κάθε σκοτάδι ἁμαρτίας, κάθε ζόφο, κάθε δαιμονικό σκότος καί κάθε κόλασι. Γι’ αὐτό κάθε Ἅγιος ζωγραφίζεται ἔτσι, ὥστε νά βγαίνῃ ἀπό μέσα του φῶς καί γύρω ἀπό τό κεφάλι του νά ἔχῃ φωτοστέφανο. Ὅλα μέσα του λάμπουν. Σκέψεις ἅγιες καί λαμπρές. Φῶς ἐκπέμπεται ἀπό τό κεφάλι του καί ἀπό ὅλο τό εἶναι του. Καθάρισε τό σῶμα του καί τήν ψυχή του ἀπό τά πάθη, ἀπό τό σκότος, ἀπό τήν ἀχλύ, καί γι’ αὐτό φῶς ἐκχέεται ἀπό αὐτόν.
Τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, τέτοιοι εἶναι ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀπό τόν πρῶτο μέχρι τόν τελευταῖο. Καί ὅλοι αὐτοί εἶναι ἐδῶ, μαζί μας, στήν ’Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ ζῶντες παιδαγωγοί μας, σύγχρονοί μας. Οἱ Ἅγιοι δέν πεθαίνουν. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν πεθαίνει ἀπό τότε πού ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Καί τό σῶμα μας θά ἀναστηθῇ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ὅλοι αὐτοί εἶναι ζῶντες, σύγχρονοί μας. Μᾶς βοηθοῦν. Ὅλοι ἐμεῖς ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα ἐν Χριστῷ, τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καί οἱ Ἅγιοι μᾶς βοηθοῦν καί μᾶς ὁδηγοῦν στίς ὁδούς τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν.
Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ μεγάλος ἀσκητής, γιά νά μᾶς ὁδηγῇ στήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά μᾶς ὁδηγῇ πρός ὅλες τίς νίκες κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ θανάτου, κατά τοῦ διαβόλου. Ἔχει τήν ἱκανότητα, ἔχει τήν δύναμι. Τήν ἔλαβε καί τήν λαμβάνει ἀπό τόν Κύριο. Καί τήν μοιράζει σέ ὅλους μας, ὥστε ὁ καθένας μας νά ἀσκῇ τήν ἀληθινή νηστεία. Ἡ ἀληθινή νηστεία εἶναι ἐγκράτεια ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἐγκράτεια στό φαγητό γιά νά μήν ὑπερηφανεύεται τό σῶμα, γιά νά μή ξεσηκώνονται τά πάθη, ἀλλά μέ πίστι, στερούμενο τό φαγητό, νά βιάζεται στήν ἐγκράτεια ἀπό κάθε κακό.
Ἐμεῖς, ὁ κάθε ἕνας μας, ἄς παραστήσουμε σεσωσμένες τίς ψυχές μας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος μᾶς παρέδωσε τήν νηστεία σάν νίκη κατά τοῦ διαβόλου, ὥστε μέ χαρά στήν ψυχή μας νά φθάσουμε στήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄς ἀναστηθοῦμε μαζί Του ἀπό κάθε θάνατο, ἄς νικήσουμε ὁριστικά καί γιά πάντα κάθε ἁμαρτία μέσα μας, κάθε πάθος, κάθε διάβολο, ὥστε νά μπορέσουμε σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις νά Τόν δοξάσουμε στήν γῆ καί στόν οὐρανό, αὐτόν τόν Θαυμαστό καί Ἀναντικατάστατο Θεό καί Κύριο, τόν Ἰησοῦ
Χριστό, τόν μοναδικό Σωτῆρα τῶν ἀνθρώπων σέ ὅλους τούς κόσμους. Ἀμήν.