Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015



Ολίγες ημέρες πνευματικής ανασυγκρότησης και,
φόρτωση των μπαταριών για το Νέο Εκκλησιαστικόν Έτος,
που υπόσχεται πολλά και διάφορα. 
Ραντεβού ξανά αν θέλει ο Θεός στις 02/09/2015. 
Μέχρι τότε Κύριε επίβλεψον την Άμπελον ταύτην...!


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015



Εαυτέ μου…πονηρέ και σκάρτε…!
Μου απλώνεις εφησυχασμούς να τροφοδοτούν αδιάφορες μέρες...
Μου δίνεις ορισμούς του εφιάλτη σου, απροστάτευτη απόγνωση σε λέξεις...
Αναγνωρίσιμο το σκοτάδι, μετρήσιμο μέγεθος ο φόβος σου...
Σε σκάρτες ζαριές μ' αφήνεις να κερδίσω ψευδαισθήσεις...
Σκέψεις παγίδες, γρίφοι με απαντήσεις γεννημένες στις σκιές...
Κάλεσμα επιστροφής στις άγονες διαδρομές τις αταξίδευτες...
Και μου λες να πάψω να ζω στον κόσμο μου...
Κι όμως...
συνειδητή απόφαση είναι...
ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΥ...
Ο Κόσμος Ο Δικός Μου ...
Με υλικά της Ψυχή Μου
χτισμένος...
Με τ' "ακριβά" μου όνειρα
με το δικό μου τίμημα πληρωμένα ...
Πλεύσεις στη δική μου θάλασσα
με το  καράβι μου
που στ' αμπάρια του φόρτωσα
μέρες της σκουριάς
κι οξειδωμένες μνήμες...
ν' ακουμπώ τα πάθη μου
να γαληνεύει η ψυχή ...
Οι φόβοι μου έχουν άρωμα
κρυμμένων ελπίδων ...
κρυφών ευχών ...
Ο Κόσμος Ο Δικός Μου...
Η χαμένη σου Ατλαντίδα
που δεν θα ξαναβρείς ποτέ
Δι΄ ευχών του  Αγίου Θεού. Του Γνήσιου και Αληθινού. Εκείνου που δεν έχει σχέση με το φύραμα το δικό μας για να μην καταντήσει όπως εμείς...
...ακαταστασίας το ανάγνωσμα...

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015





Tο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου.


Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου, είναι η μεγαλύτερη από τις θεομητορικές εορτές που καθιέρωσε η Εκκλησία μας προς τιμήν της Μητέρας του Κυρίου. Γι΄ αυτό και έχει ξεχωριστή θέση στην ορθόδοξη πνευματικότητα.
Το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, κατά την Ορθόδοξη διδασκαλία, κατέχει κεντρικό ρόλο στο έργο της «θείας οικονομίας». Η Παναγία έγινε το όργανο της «εν Χριστώ» σωτηρίας μας. Είναι το θεοδόχο χωρίο, δηλαδή το χωράφι, στο οποίο ο Θεός Πατέρας με τη θέλησή της έγινε γεωργός, σπόρος ο Λόγος του Θεού και φυτουργός το Πανάγιο Πνεύμα. Εάν το Άγιο Πνεύμα προσωποποιεί τη θεία αγιότητα, η Παναγία προσωποποιεί την ανθρώπινη αγιότητα, δηλαδή τον άνθρωπο που μπόρεσε να βαστάξει μέσα του το Θεό Λόγο. Εξάντλησε την ανθρώπινη δυνατότητα προσλήψεως της χάρης του Θεού. Στο πρόσωπό της εκπληρώνονται τα γεγραμμένα, σύμφωνα με τα οποία ο Χριστός θα είναι η «ράβδος» και το «άνθος» που θα βλαστήσει από τη ρίζα του Ιεσσαί και ο βασιλεύς που θα καθίσει στο θρόνο του Δαβίδ. Η Παναγία είναι η γυναίκα εκείνη, το σπέρμα της οποίας συνέτριψε την κεφαλή του «αρχεκάκου όφεως». Αυτή είναι η αληθινή «Κιβωτός της Διαθήκης», η «πύλη η κατά ανατολάς, η κεκλεισμένη», με μια λέξη η ανακεφαλαίωση της Ιεράς Ιστορίας, η πραγμάτωση των «τύπων» και των «σκιών» της Π. Διαθήκης. 
Γι΄ αυτό το μόνο όνομα της Θεοτόκου, Μητέρα του Θεού, περιέχει όλο το μυστήριο της οικονομίας της σωτηρίας.
Η πρώτη χαρμόσυνη αγγελία για την επανένταξη του ανθρώπου στην κοινωνία του με το Θεό δόθηκε αμέσως μετά την πτώση των πρωτοπλάστων. Σ΄ αυτό το πρωτευαγγέλιο κάπως, θα έλεγε κανείς, αόριστα μίλησε ο Θεός για Έναν απόγονο της προμήτορος, που θα συνέτριβε τον αίτιο της πτώσεως (διάβολο). Μίλησε επίσης και για τη νέα Εύα, που θα αποκαθιστούσε την ανταρσία της πρώτης και θα αποτελούσε τον συνδετικό «κρίκο» ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο.
Το πρώτο ευαγγέλιο δόθηκε στον άνθρωπο από το Θεό, για να περιμένει, όταν θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου, το Σωτήρα του και την Πρώτη μετά απ΄ Εκείνον, που θα γίνει η αιτία της χαράς του ανθρώπου της πτώσεως.
«Έγινε Μητέρα Εκείνου του οποίου άξιζε να γίνει Μητέρα» τονίζει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Έτσι το προαιώνιο απόκρυφο και άγνωστο ακόμα και στους αγγέλους σχέδιο του Θεού για την δική μας σωτηρία - θέωση φανερώθηκε στη γη χάρη στην Παναγία. Κι αυτό το μυστικό σχέδιο είναι η εκ Παρθένου σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, η ασύγχυτη ένωση της θείας Του φύσεως με την δική μας ανθρώπινη φύση γεγονός που υπομνηματίζει χριστολογικά το μυστήριο της Θεοτόκου. Όπως επίσημα δογμάτισε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (431 μ.Χ.), αυτή η ασύγχυτη ένωση πραγματοποιήθηκε την στιγμή που εκ Πνεύματος Αγίου η Παναγία συνέλαβε στην άσπορη παρθενική Της γαστέρα την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Έτσι, ο Κύριος που γεννήθηκε προαιώνια από τον Πατέρα τέλειος Θεός, γεννήθηκε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή από την Παναγία τέλειος άνθρωπος. Κι επειδή ο Υιός του Θεού που ενανθρώπησε, είναι ένα και μοναδικό πρόσωπο με δύο ασύγχυτες φύσεις και όχι δύο πρόσωπα, γι΄ αυτό η Παναγία ονομάζεται Θεοτόκος.
Η Παναγία με το να γίνει Θεοτόκος αποτελεί την γέφυρα που μας οδηγεί από την γη στον ουρανό. «Καμιά δωρεά του Θεού δεν μεταβιβάζεται στους αγγέλους και στους ανθρώπους παρά μόνο δια μέσου Αυτής» ομολογεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γι΄ αυτό κι εμείς Την προσκυνούμε τιμητικά και Την παρακαλούμε: «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», δηλαδή γίνε η (πάντοτε εισακουόμενη) Μεσίτριά μας προς τον Υιό και Θεό σου.
Δεν φθάνει όμως να Την παρακαλούμε μόνο με τα χείλη. Πρέπει όλη η ζωή μας να είναι μια «έμπρακτη παράκληση», καθώς συμβουλεύει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. «Ας κατασκευάσωμεν την ενθύμισιν και την καρδίαν μας, ταμείον και κατοικίαν των αρετών της Θεοτόκου. Πως τούτον εμπορούμεν να κάμωμεν; Παρθένος είναι η Θεοτόκος και φιλοπάρθενος και αγνή και φίλαγνος; Βέβαια και ημείς, αν έχωμεν όχι μόνον αγνόν το σώμα από κάθε σαρκικήν αμαρτίαν, αλλά και την ενθύμισίν μας καθαράν από αισχρούς και ρυπαρούς λογισμούς, θέλομεν αποκτήσει εις τον εαυτόν μας την Χάριν της υπεράγνου Παρθένου. Φευ γει αυτή κάθε αισχρόν πάθος; Τους ρυπαρούς λογισμούς αποστρέφεται; Πολεμεί την πορνείαν; Μισεί του θυμού τα κινήματα; Δεν δέχεται τον φθόνον και τας φιλονεικίας; Δια τούτο και ημείς πρέπει να μισώμεν όλα τα ανωτέρω πάθη, εάν θέλωμεν να είμεθα μιμηταί και φίλοι της Παρθένου. Και πάλιν· χαίρεται η Παρθένος εις την νηστείαν και την εγκράτειαν· ευφραίνεται εις την παρθενίαν και σωφροσύνην· αγαπά την ειρήνην και την πραότητα· εναγκαλίζεται την αγάπην και την ταπείνωσιν· δια τούτο και ημείς πρέπει να αγαπώμεν τας αρετάς ταύτας, εάν θέλωμεν να είμεθα ακόλουθοι και μιμηταί της Παρθένου· και με συντομίαν, καθώς η Παρθένος μισεί μεν κάθε κακίαν, αγαπά δε κάθε αρετήν, ούτω πρέπει να κάμνωμεν και ημείς, ίνα η Παρθένος βλέπουσα ημάς εστολισμένους με τας τοιαύτας αρετάς, επιθυμήση του κάλλους των ψυχών μας και έλθη νοερώς εις ημάς φέρουσα μαζί της, κάθε σειράν πνευματικών χαρίτων και αγαθών».
Στην αποκάλυψη, στο 7ο κεφάλαιο, περιγράφονται οι πρεσβύτεροι στον ουρανό να είναι ντυμένοι με λευκές στολές που τις έπλυναν με το αίμα του Ιησού Χριστού, τον οποίο λατρεύουν ημέρα και νύκτα, «και ο καθήμενος επί του θρόνου σκηνώσει επ΄ αυτούς». Ο Θεός θα σκηνώσει μέσα μας. Σε κάθε άνθρωπο που έπλυνε την ψυχή του με το αίμα του Χριστού, ο Τριαδικός Θεός θα κάνει την καρδιά του Άγια Αγίων και θα κατοικεί σ΄ αυτόν. Το Πανάγιο Πνεύμα, που το επικαλούμαστε λέγοντας, «ελθέ και σκήνωσον εν ημίν», έρχεται σ΄ αυτούς που έχουν διάθεση να αγωνισθούν.
Δια των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, είθε να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη, για να εισέλθουμε στη Βασιλεία του Θεού. Αμήν.

Γράφει: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΑΚΙΡΗ, θεολόγος
Πηγή: IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΣΑΜΟΥ ΙΚΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΡΣΕΩΝ www.http://www.imsamou.gr

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015






Κωστής Παλαμάς

Μυστική Παράκληση

Δέσποινα,
κανένα
φόρεμα τη γύμνια μου
δε φτάνει να σκεπάση,
η μοναξιά μου είναι σαν τ’
άδειο, σαν τ’ αλόγιστο
χυμένο προτού νάρθη η πλάση,
η αρρώστια μου
βογγάει σαν τα μεγάλα δάση
καθώς τα δέρνει η μπόρα.
Ήρθεν η ώρα η
φοβερή, ωχ! ήρθε η ώρα.
Εσύ παρθένα, εσύ μητέρα,
κι από δροσιά, κι από
κελάϊδισμα
στάλα του αιθέρα,
ήρθεν η ώρα η φοβερή, ωχ! ήρθε η ώρα.
Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα Εσένα πίστεψα
και λάτρεψα μονάχα Εσένα
από τα πρωτινά γλυκοχαράματα
κι ως τώρα μες στα αιματοστάλαχτα
μιας
ωργισμένης δύσης.

Δέσποινα, στήριξέ μ’ Εσύ και μη μ’ αφήσης.
Δέσποινα,
βήμα δεν έχω μήτε φτέρωμα,
με γονατίζει το στοιχειό της
θλίψης.
Υψώσου ποιος μου λέει; δε δύναμαι,
δύνασαι κάτου Εσύ ως εμέ να
σκύψης;
Ρίξε από πάνου σου,
στους αθανάτους τη θεόπρεπη
παράτησε
αλουργίδα του Ολύμπου,
έλα, κατέβα ολόγυμνη, βαφτίσου
στον Ιορδάνη του
δακρύου,
κι ύστερα κρύψε το τρανό κορμί το ηλιόχαρο
στη σκέπη τη γαλάζια
της Αειπάρθενης,
που ειν’ η χαρά των ασκητών και των μαρτύρων.
Δεν εισ’
Εσύ των εθνικών ηδονολάστρα η Μούσα,
της πλαστικής και της σκληρής
χαράς
δεν είσαι η Πιερίδα,
του σπλάχνους του τρανού βαθιογάλανη
φορείς Εσύ
πορφύρα
κι από του θρήνου κατεβαίνεις την πατρίδα.
Α! δείξου στο μικρό
και τον ανήμπορο,
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους ταπεινούς,
και φτάσε
καθώς φτάνει στους αμαρτωλούς,
και δείξου καθώς δείχνεται στους σκλάβους
η Αγιά Λεούσα.

Άκου, ένα-σκούσμα τον αέρα σπάραξε·
Ποιος κλαίει;
Κοίτα, βροχή από λάβα βρέχει ένας θειφότοπος·
τι κλαίει;
Έλα
κοντά, ένας ήσκιος αργοσάλεψε,
και λέει:
Του τραγουδιού σου δε γυρεύω
πια το θρίαμβο,
μηδέ τον κόσμο τον ολάκριβο, τη Λύρα,
μηδέ τη μοίρα
του δοξασμένου διαλεχτού σου, Δέσποινα!
Λυπήσου,
και πλάσε μου,
και στείλε μου έναν ύπνο ήσυχο ήσυχο,
με του παιδιού το γλυκανάσασμα,
μαζί μου.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015



Η εξομολόγηση του Νταβέλη (ένα άκουσμα για τον παπα-Νικόλα Πλανά από την έδρα της Θεολογικής του Πανεπιστημίου Αθηνών).


Την Μεγάλη Σαρακοστή του 1966 παρακολουθώ μάθημα ηθικής στην Α΄ αίθουσα της Θεολογικής Σχολής. Διδάσκων ήταν ο Ιωάννης Καρμίρης, άνδρας σοφός και πεπαιδευμένος , ωραίος για το αρρενωπό και σοφό του χαρακτήρα…
…Αυτός ο μεγάλος δάσκαλος της δογματικής και της ηθικής αναφέρθηκε σε κάποια του παράδοση στο μυστήριο της εξομολογήσεως. Μεταξύ των άλλων είπε πως την ανάγκη της εξομολογήσεως την αισθάνονται όλοι οι άνθρωποι.
- Οι τύψεις της συνειδήσεως είναι μεγάλη τυράγνια. Και οι πιο μεγάλοι ληστές και κακούργοι ψάχνουν άνθρωπο  εμπιστοσύνης , παπά ευλαβή, να εξομολογηθούνε.
Και αναφέρθηκε στον αρχιληστή της Αττικής , τον Νταβέλη,  που ίσως ήταν και ο τελευταίος λήσταρχος στον χώρο μας:

- O παπα-Νικόλας Πλανάς στην εποχή του λειτουργούσε σε δυο-τρία εκκλησάκια. Ο προφήτης Ελισσαίος στην πλαγιά του Λυκαβηττού του ήταν πολύ αγαπητό. Φαίνεται πως η τελευταία εκκλησία που έκλεινε την πόρτα , για να μείνουν μόνοι οι Άγιοι στα εικονοστάσιά τους , ήταν του προφήτη Ελισσαίου. Ο παπα- Νικόλας συντρόφευε τους Αγίους με τις προσευχές του, μέχρι να πέσει η βαθειά νύχτα. Έτσι ,ένα απόβραδο, αφού άναψε την κανδήλα της παρακαταθήκης κι ενώ ακόμη δεν είχε δρασκελίσει την βορεινή πόρτα του ιερού βήματος , βλέπει να ανοίγη η μικρή πόρτα της εκκλησιάς, να κλείνη βεβιασμένα και ο αρχιληστής Νταβέλης , αρματωμένος σαν αστακούδι, να αμπαρώνη την πόρτα με σύρτες και με μάνταλα. Ο παπάς μαρμάρωσε. Κοντανάσαινε. Και ο νους του ήρθε σε μεγάλη αμηχανία. Οι λογισμοί του είπαν: «Θα νομίζη ο καημένος πως οι άνθρωποι που με πλησιάζουν, μου αφήνουν χρήματα και ήρθε να με ληστέψη». «Κύριε, το τέλος μου εγγίζει∙ μη επιτρέψης να θορυβηθή η ψυχή μου». Ο ληστής ξαρματώθηκε. Άφησε την πανοπλία του στα στασίδια και με βαριά βήματα προχώρησε στον ξαφνιασμένο παπά.
- Παπά- Νικόλα, ήρθα να εξομολογηθώ, να ξεκριματιστώ. Φόρεσε το πετραχήλι.
Γονάτισε στο πετραχήλι ο κατάδικος και είπε κάθε αναισχυντία τη νύχτας και της μέρας ∙ τους θανάτους, τις ληστείες και τις βιαιότητες. Ο Όσιος άκουγε τον ληστή, χωρίς να αποδοκιμάζη την πώρωση της ψυχής του. Μόνον του είπε:
- Όλα αυτά θα σου τα συγχωρέση ο Θεός . Αν όμως η πολιτεία σε συλλάβη, με τους δικούς της νόμους δεν ξεύρω τι θα κάνη.
Και του διάβασε συγχωρητική ευχή.
Ο ληστής ασπάστηκε το πετραχήλι και την δεξιά του, τις άγιες εικόνες , φόρεσε τα άρματά του κι έφυγε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ο Όσιος ξημέρωσε στην εικόνα του Χριστού, ζητώντας την άφεση και την συγχώρηση του ληστού.

Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Α’ έκδοση Σεπτέμβριος 2010
Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015




ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ;

Κάθε δεσποτική εορτή της Εκκλησίας μας αποκαλύπτει στους πιστούς θεολογικές αλήθειες του μυστηρίου της θείας οικονομίας, οι οποίες είναι απαραίτητες για την σωτηρία μας. Έτσι και η εορτή της Μεταμορφώσεως μας αποκαλύπτει·

α´) Ότι ο Χριστός είναι Υιός Θεού και Θεός.

Το άκτιστο φως που βγαίνει μέσα από τον Χριστό και τον περιλούζει και λάμπει το πρόσωπό του ως ο ήλιος· η «φωτεινή νεφέλη», που είναι στην αγία Γραφή σημείο της παρουσίας του Θεού και η φωνή του Θεού πατρός που ακούγεται μέσα από τη νεφέλη να λέγει «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα· αυτού ακούετε» και (Ματθ. 17,5)· ο Μωυσής και ο Ηλίας οι θεόπτες και μεγάλοι προφήτες που τον αναγνωρίζουν ως Κύριό τους και αποκαλύπτουν ότι ο Χριστός είναι Κύριος ζώντων και νεκρών, ότι δεν είναι ένας προφήτης σαν κι αυτούς, ότι δεν είναι κάποιος που εκφράζεται αντίθετα απ’ αυτούς και εναντίον του Θεού, όπως τον παρουσίαζαν οι Ιουδαίοι, και που συζητούν μαζί του για την «έξοδο του» (Λκ. 9,32)· οι μαθητές που πέφτουν κάτω μπρούμυτα έκπληκτοι και θαμπωμένοι από τη Θεοφάνια του Χριστού, όλα αυτά αποκαλύπτουν και παρουσιάζουν παραστατικά και με μεγαλοπρέπεια τη θεία φύση του Χριστού. Τη θεία φύση που κρυβόταν θεληματικά πίσω από την ανθρώπινη. Τη θεία φύση που ο Χριστός αποκαλύπτει σε όσους τον αναζητούν και είναι καλοπροαίρετοι και χωρίς δόλο (πρβλ. Ιω. 1, 42·46·48).

β´) Τη δόξα της ανθρώπινης φύσεως.

Κατά τη μεταμόρφωση του Χριστού, το ανθρώπινο του πρόσωπο και το ανθρώπινο του σώμα –που αργότερα σταυρώθηκε και θάφτηκε– αυτό έλαμπε, αυτό ακτινοβολούσε. Ακόμη και τα ρούχα που το καλύπταν κι αυτά έλαμπαν και ακτινοβολούσαν (Λκ. 9,29). Η λάμψη του σώματος του Χριστού επεκτεινόταν και σ’ αυτά. Συνεπώς στη Μεταμόρφωση, φάνηκε εκτός από την θεότητα του και η δόξα της ανθρώπινης του φύσεως. Η δόξα του νέου Αδάμ, που δεν μολύνθηκε ποτέ από την αμαρτία.
Η ανθρώπινη του φύση ήταν μεν δοξασμένη από τα σπλάχνα της Θεοτόκου, αλλά μέχρι τότε δεν φαινόταν. Κρατούντο τα μάτια των μαθητών και δεν την έβλεπαν. Τώρα όμως, για πρώτη φορά άνοιξαν, για να δουν αυτό που είχε ο Χριστός από τη στιγμή που ενανθρώπισε. Δηλαδή στην πραγματικότητα δεν μεταμορφώθηκε ο Χριστός, αλλά μεταμορφώθηκαν τα μάτια των μαθητών του πνευματικά, ώστε να μπορούν να δουν το άκτιστο φως. Το φως το οποίο θα φωτίζει την ανέσπερη βασιλεία του Θεού (Αποκ. 22,5).
Και με την πράξη του αυτή ήταν σαν να έλεγε ο Χριστός· «Προσέξτε· έτσι όπως λάμπω τώρα, έτσι θα λάμψετε και εσείς οι άνθρωποι. Όλοι οι πιστοί και αφοσιωμένοι χριστιανοί». Αυτό που είχε πει κάποτε σ’ ένα κήρυγμα του ότι «οι δίκαιοι εκλάμψουσι ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτών» (Ματθ. 13,43), έρχεται τώρα να το πιστοποιήσει και να το αποδείξει εμπειρικά. Και θα το πιστοποιήσει και αργότερα ο Χριστός, όταν θ’ αποστείλει το Πνεύμα το Άγιο, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, και οι τότε πιστοί θα ζήσουν θείες εμπειρίες και θ’ αποκτήσουν κατά Θεό ένδοξα χαρίσματα. Και θα το πιστοποιεί συνεχώς δια του φωτισμού και της λάμψεως που εκπέμπουν οι ανά τους αιώνες άγιοί του.

γ´) Να υπακούμε στο Θεάνθρωπο Χριστό και το λόγο του.
Είναι ο Χριστός τέλειος Θεός, ο ένας της Αγίας Τριάδος, που ενσαρκώθηκε και έγινε και τέλειος άνθρωπος. Πρέπει να τον αναγνωρίζουμε ως Σωτήρα μας και να ακολουθούμε το θέλημά του. Αυτό πρέπει να είναι και το κύρια αίτημά στην προσευχή μας, όπως μας δίδαξε ο ίδιος. «Αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου» λέμε στο «Πάτερ ημών».
Όταν έτσι ζούμε και έτσι πολιτευόμαστε, απ’ αυτή τη ζωή θα ζούμε τη δόξα του και τη βασιλεία του, όπως οι προφήτες, οι απόστολοι και οι ανά τους αιώνες άγιοι. Τα υλικά αιτήματα και οι υλικές ανάγκες δεν θα είναι το πρόβλημά μας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που παρατηρούμε στην εποπτεία της Μεταμορφώσεως. Στο Θαβώρ αναστέλλονται όλες οι ανθρώπινες επιθυμίες. Δεν σκέφτονται οι απόστολοι τι θα φάνε, τι θα πιούνε, που θα μείνουνε. Σκέφτονται μόνο για τον Χριστό, τον Μωυσή και τον Ηλία, να τους κάνουνε τρεις σκηνές. Και το λένε αυτό, γιατί εκείνη τη στιγμή τα έχουνε χαμένα και δεν ξέρουν τι λένε (Μαρκ. 9,7·Λκ. 9,34). Και όχι γιατί σκέπτονται με υλική προοπτική για τον Χριστό και τους δύο προφήτες. Να συνεπώς τι είναι η βασιλεία του Θεού. Ελαχιστοποιεί και ασημαντοποιεί όλα αυτά που θεωρούμε σπουδαία, ζωτικά και αναγκαία για την ύπαρξή μας. Και γι’ αυτό ο Χριστός μας γυμνάζει με τις εντολές του να μη εξαρτώμαστε από πράγματα τα οποία δεν θα υπάρχουν στη βασιλεία του.

Τι θα γίνει αν δεν αναγνωρίσουμε τον Θεάνθρωπο Χριστό ως Σωτήρα μας και δεν υπακούσουμε στο λόγο του; Αν σκεπτόμαστε συνεχώς ανθρωποκεντρικά και πιστεύουμε «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος» (Πρωταγόρας 490-420 π. Χ.) και όχι ο Θεάνθρωπος;

Την απάντηση μας δίνει ιστορικό γεγονός που συνέβη την ίδια μέρα με την οποία γιορτάζει η Εκκλησία μας τη Μεταμόρφωση του Χριστού μας, το 1945. Στις 6 Αυγούστου του 1945 οι Αμερικανοί ρίχνουν την πρώτη ατομική βόμβα στην Χιροσίμα και την κάνουν στάχτη. Τυχαίο γεγονός ή σατανική επινόηση; Αγνοούμε. Πάντως γνωρίζουμε ότι ο φασίστας Χίτλερ όλους τους πολέμους τους άρχιζε Κυριακή και ότι οι δημοκρατικοί και πολιτισμένοι και «χριστιανοί» Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι κηρύξαν τον πόλεμο στην Σερβία το 1999 την παραμονή της 25ης Μαρτίου, ημέρας του Ευαγγελισμού, και οι Άγγλοι συνέχισαν τους βομβαρδισμούς και το Πάσχα που ακολούθησε, ρίχνοντας βόμβες με την επιγραφή «καλό Πάσχα».
Λοιπόν, αν δεν δεχθούμε ­–δια της υπακοής στον Χριστό– να μας φωτίσει και να μας αγιάσει το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως, θα έρθουν τα «φώτα» της σύγχρονης τεχνολογίας, χρησιμοποιούμενα από δαιμονικά μυαλά, να κονιορτοποιήσουν και να καταστρέψουν ολοσχερώς τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κι αυτό θα γίνει όχι μόνο με τις πολεμικές συγκρούσεις αλλά και με ατυχήματα σαν το Τσερνομπίλ και της Φουκοσίμα, στα οποία αποδείχτηκε, ότι ο άνθρωπος, αφού επένδυσε όλες τις ελπίδες του κι όλα τα όνειρά του στις προόδους της επιστήμης, για ν’ απολαμβάνει μέσω της αλόγιστης χρήσεως των επιστημονικών ανακαλύψεων μια ξέφρενη ζωή απολαύσεων και ανέσεων με το πιο χαμηλό κόστος, στο τέλος χλώμιασε από φόβο και ανασφάλεια για το μέλλον του.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015


Η Ακολουθία της Κυριακής απο τον Νεκτάριο Μαμαλούγκο. 

2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2015

† ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Μνή­μη τῆς ἀ­να­κο­μι­δῆς τοῦ ἱ­ε­ροῦ λει­ψά­νου τοῦ πρω­το­μάρ­τυ­ρος καὶ ἀ­πο­στό­λου Στε­φά­νου (428). Θε­ο­δώ­ρου νε­ο­μάρ­τυ­ρος τοῦ ἐν Δαρ­δα­νελ­λί­οις (†1690).

Ἦ­χος πλ. δ´. Ἑ­ω­θι­νὸν Θ´.

(ΤΜΕ 2 Αὐ­γού­στου §2 & 27 Ἰουλίου §§2-4).

* * * * *

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Με­τὰ τὸν Ἑ­ξά­ψαλ­μον,
Συ­να­πτὴ με­γά­λη, μεθ᾿ ἣν ἐκ­φώ­νη­σις·
Ὅ­τι πρέ­πει σοι πᾶ­σα δό­ξα...

Ἦ­χος πλ. δ´.

Θε­ὸς Κύ­ρι­ος, καὶ ἐ­πέ­φα­νεν ἡ­μῖν· εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου.
Στίχ. α´. Ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε τῷ Κυ­ρί­ῳ, ὅ­τι ἀ­γα­θός, ὅ­τι εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τὸ ἔ­λε­ος αὐ­τοῦ.
Θε­ὸς Κύ­ρι­ος, καὶ ἐ­πέ­φα­νεν ἡ­μῖν...
Στίχ. β´. Πάν­τα τὰ ἔ­θνη ἐ­κύ­κλω­σάν με, καὶ τῷ ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου ἠ­μυ­νά­μην αὐ­τούς.
Θε­ὸς Κύ­ρι­ος, καὶ ἐ­πέ­φα­νεν ἡ­μῖν...
Στίχ. γ´. Πα­ρὰ Κυ­ρί­ου ἐ­γέ­νε­το αὕ­τη, καί ἐ­στι θαυ­μα­στὴ ἐν ὀ­φθαλ­μοῖς ἡ­μῶν.
Θε­ὸς Κύ­ρι­ος, καὶ ἐ­πέ­φα­νεν ἡ­μῖν...

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ

Τὸ Ἀ­να­στά­σι­μον. Ἦ­χος πλ. δ´.

ξ ὕ­ψους κα­τῆλ­θες ὁ Εὔ­σπλαγ­χνος, τα­φὴν κα­τε­δέ­ξω τρι­ή­με­ρον, ἵ­να ἡ­μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­σῃς τῶν πα­θῶν. Ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­νά­στα­σις ἡ­μῶν, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι.

Δό­ξα. Τοῦ ἁ­γί­ου.
Ἦ­χος δ´. Τα­χὺ προ­κα­τά­λα­βε.

Βα­σί­λει­ον δι­ά­δη­μα, ἐ­στέ­φθη σὴ κο­ρυ­φή, ἐξ ἄ­θλων ὧν ὑ­πέ­μει­νας, ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ τοῦ Θε­οῦ, Μαρ­τύ­ρων πρω­τό­α­θλε Στέ­φα­νε· σὺ γὰρ τὴν Ἰ­ου­δαί­ων, ἀ­πε­λέγ­ξας μα­νί­αν, εἶ­δές σου τὸν Σω­τῆ­ρα, τοῦ Πα­τρὸς δε­ξι­ό­θεν. Αὐ­τὸν οὖν ἐκ­δυ­σώ­πει ἀ­εί, ὑ­πὲρ τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν.

Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον. Ὁ αὐ­τός.

Τὸ ἀπ᾿ αἰ­ῶ­νος ἀ­πό­κρυ­φον, καὶ Ἀγ­γέ­λοις ἄ­γνω­στον μυ­στή­ρι­ον, δι­ὰ σοῦ Θε­ο­τό­κε τοῖς ἐ­πὶ γῆς πε­φα­νέ­ρω­ται, Θε­ὸς ἐν ἀ­συγ­χύ­τῳ ἑ­νώ­σει σαρ­κού­με­νος, καὶ Σταυ­ρὸν ἑ­κου­σί­ως ὑ­πὲρ ἡ­μῶν κα­τα­δε­ξά­με­νος· δι᾿ οὗ ἀ­να­στή­σας τὸν πρω­τό­πλα­στον, ἔ­σω­σεν ἐκ θα­νά­του τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.

Συ­να­πτὴ μι­κρά, μεθ᾿ ἣν ἐκ­φώ­νη­σις·
Ὅ­τι σὸν τὸ κρά­τος...

* * *

ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ

[Τὸ Ψαλ­τή­ρι­ον καὶ ὁ Ἄ­μω­μος]

Με­τὰ τὴν α´ Στι­χο­λο­γί­αν, Κά­θι­σμα.

Ἀ­να­στά­σι­μον. Ἦ­χος πλ. δ´.

­νέ­στης ἐκ νε­κρῶν, ἡ ζω­ὴ τῶν ἁ­πάν­των, καὶ Ἄγ­γε­λος φω­τός, ταῖς γυ­ναι­ξὶν ἐ­βό­α· Παύ­σα­σθε τῶν δα­κρύ­ων, τοῖς Ἀ­πο­στό­λοις εὐ­αγ­γε­λί­σα­σθε· κρά­ξα­τε ἀ­νυ­μνοῦ­σαι· Ὅ­τι ἀ­νέ­στη Χρι­στὸς ὁ Κύ­ρι­ος, ὁ εὐ­δο­κή­σας σῶ­σαι ὡς Θε­ός, τὸ γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων.

Δό­ξα. Τὴν Σο­φί­αν καὶ Λό­γον.

­να­στὰς ἐκ τοῦ τά­φου ὡς ἀ­λη­θῶς, ταῖς ὁ­σί­αις προ­σέ­τα­ξας γυ­ναι­ξί, κη­ρῦ­ξαι τὴν ἔ­γερ­σιν, Ἀ­πο­στό­λοις ὡς γέ­γρα­πται· καὶ δρο­μαῖ­ος ὁ Πέ­τρος, ἐ­πέ­στη τῷ μνή­μα­τι, καὶ τὸ φῶς ἐν τῷ τά­φῳ, ὁ­ρῶν κα­τε­πλήτ­τε­το· ὅ­θεν καὶ κα­τεῖ­δε, τὰ ὀ­θό­νι­α μό­να, χω­ρὶς τοῦ θεί­ου σώ­μα­τος, ἐν αὐ­τῷ κα­τα­κεί­με­να· καὶ πι­στεύ­σας ἐ­βό­η­σε· Δό­ξα σοι Χρι­στὲ ὁ Θε­ός, ὅ­τι σώ­ζεις ἅ­παν­τας Σω­τὴρ ἡ­μῶν· τοῦ Πα­τρὸς γὰρ ὑ­πάρ­χεις ἀ­παύ­γα­σμα.

Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον.

δι᾿ ἡ­μᾶς γεν­νη­θεὶς ἐκ Παρ­θέ­νου, καὶ σταύ­ρω­σιν ὑ­πο­μεί­νας Ἀ­γα­θέ, ὁ θα­νά­τῳ τὸν θά­να­τον σκυ­λεύ­σας, καὶ ἔ­γερ­σιν δεί­ξας ὡς Θε­ός, μὴ πα­ρί­δῃς οὓς ἔ­πλα­σας τῇ χει­ρί σου· δεῖ­ξον τὴν φι­λαν­θρω­πί­αν σου Ἐ­λε­ῆ­μον· δέ­ξαι τὴν τε­κοῦ­σάν σε Θε­ο­τό­κον, πρε­σβεύ­ου­σαν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, καὶ σῶ­σον Σω­τὴρ ἡ­μῶν, λα­ὸν ἀ­πε­γνω­σμέ­νον.

Με­τὰ τὴν β´ Στι­χο­λο­γί­αν, Κά­θι­σμα.

Ἦ­χος πλ. δ´.

ν­θρω­ποι τὸ μνῆ­μά σου, Σω­τὴρ ἐ­σφρα­γί­σαν­το, Ἄγ­γε­λος τὸν λί­θον, ἐκ τῆς θύ­ρας ἀ­πε­κύ­λι­σε. Γυ­ναῖ­κες ἐ­θε­ά­σαν­το, ἐ­γη­γερ­μέ­νον ἐκ νε­κρῶν, καὶ αὗ­ται εὐ­ηγ­γε­λί­σαν­το, τοῖς Μα­θη­ταῖς σου ἐν Σι­ών· Ὅ­τι ἀ­νέ­στης ἡ ζω­ὴ τῶν ἁ­πάν­των, καὶ δι­ε­λύ­θη τὰ δε­σμὰ τοῦ θα­νά­του. Κύ­ρι­ε δό­ξα σοι.
Δό­ξα.
Τὰ μύ­ρα τῆς τα­φῆς, αἱ γυ­ναῖ­κες κο­μί­σα­σαι, φω­νῆς ἀγ­γε­λι­κῆς, ἐκ τοῦ τά­φου ἤ­κου­ον· Παύ­σα­σθε τῶν δα­κρύ­ων, καὶ ἀν­τὶ λύ­πης χα­ρὰν κο­μί­σα­σθε· κρά­ξα­τε ἀ­νυ­μνοῦ­σαι, ὅ­τι ἀ­νέ­στη Χρι­στὸς ὁ Κύ­ρι­ος, ὁ εὐ­δο­κή­σας σῶ­σαι ὡς Θε­ός, τὸ γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων.

Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον.

­πὶ σοὶ χαί­ρει, Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, πᾶ­σα ἡ κτί­σις, Ἀγ­γέ­λων τὸ σύ­στη­μα, καὶ ἀν­θρώ­πων τὸ γέ­νος, ἡ­γι­α­σμέ­νε να­έ, καὶ Πα­ρά­δει­σε λο­γι­κέ, παρ­θε­νι­κὸν καύ­χη­μα· ἐξ ἧς Θε­ὸς ἐ­σαρ­κώ­θη, καὶ παι­δί­ον γέ­γο­νεν, ὁ πρὸ αἰ­ώ­νων ὑ­πάρ­χων Θε­ὸς ἡ­μῶν. Τὴν γὰρ σὴν μή­τραν, θρό­νον ἐ­ποί­η­σε, καὶ τὴν σὴν γα­στέ­ρα, πλα­τυ­τέ­ραν οὐ­ρα­νῶν ἀ­πειρ­γά­σα­το. Ἐ­πὶ σοὶ χαί­ρει, Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, πᾶ­σα ἡ κτί­σις· δό­ξα σοι.

* * *

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ

[Με­τὰ τὸν Ἄ­μω­μον, τὰ Εὐ­λο­γη­τά­ρι­α]

Ἦ­χος πλ. α´.

Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε·
δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου.
Τῶν ἀγ­γέ­λων ὁ δῆ­μος * κα­τε­πλά­γη ὁ­ρῶν σε * ἐν νε­κροῖς λο­γι­σθέν­τα, * τοῦ θα­νά­του δέ, Σῶ­τερ, * τὴν ἰ­σχὺν κα­θε­λόν­τα * καὶ σὺν ἑ­αυ­τῷ * τὸν Ἀ­δὰμ ἐ­γεί­ραν­τα * καὶ ἐξ ᾅ­δου * πάν­τας ἐ­λευ­θε­ρώ­σαν­τα.
Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε·
δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου.
Τί τὰ μύ­ρα * συμ­πα­θῶς τοῖς δά­κρυ­σιν, * ὦ μα­θή­τρι­αι, κιρ­νᾶ­τε; * ὁ ἀ­στρά­πτων * ἐν τῷ τά­φῳ ἄγ­γε­λος * προ­σε­φθέγ­γε­το ταῖς μυ­ρο­φό­ροις· * Ἴ­δε­τε ὑ­μεῖς * τὸν τά­φον καὶ ἥ­σθη­τε· * ὁ Σω­τὴρ γὰρ * ἐ­ξα­νέ­στη τοῦ μνή­μα­τος.
Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε·
δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου.
Λί­αν πρω­ῒ * μυ­ρο­φό­ροι ἔ­δρα­μον * πρὸς τὸ μνῆ­μά σου θρη­νο­λο­γοῦ­σαι· * ἀλλ᾿ ἐ­πέ­στη * πρὸς αὐ­τὰς ὁ ἄγ­γε­λος καὶ εἶ­πε· * Θρή­νου ὁ και­ρὸς * πέ­παυ­ται· μὴ κλαί­ε­τε· * τὴν ἀ­νά­στα­σιν δὲ * ἀ­πο­στό­λοις εἴ­πα­τε.
Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε·
δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου.
Μυ­ρο­φό­ροι γυ­ναῖ­κες * με­τὰ μύ­ρων ἐλ­θοῦ­σαι * πρὸς τὸ μνῆ­μά σου, Σῶ­τερ, * ἐ­νη­χοῦν­το ἀγ­γέ­λου * πρὸς αὐ­τὰς φθεγ­γο­μέ­νου· * Τί με­τὰ νε­κρῶν * τὸν ζῶν­τα λο­γί­ζε­σθε; * ὡς Θε­ὸς γὰρ * ἐ­ξα­νέ­στη τοῦ μνή­μα­τος.
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ
καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι.
Προ­σκυ­νοῦ­μεν Πα­τέ­ρα * καὶ τὸν τού­του Υἱ­όν τε * καὶ τὸ ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα, * τὴν ἁ­γί­αν Τρι­ά­δα * ἐν μι­ᾷ τῇ οὐ­σί­ᾳ, * σὺν τοῖς Σε­ρα­φὶμ * κρά­ζον­τες τὸ Ἅ­γι­ος, * ἅ­γι­ος, ἅ­γι­ος εἶ, Κύ­ρι­ε.
Καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς
αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Ζω­ο­δό­την τε­κοῦ­σα, * ἐ­λυ­τρώ­σω, Παρ­θέ­νε, * τὸν Ἀ­δὰμ ἁ­μαρ­τί­ας· * χαρ­μο­νὴν δὲ τῇ Εὔ­ᾳ * ἀν­τὶ λύ­πης πα­ρέ­σχες· * ῥεύ­σαν­τα ζω­ῆς, * ἴ­θυ­νε πρὸς ταύ­την δὲ * ὁ ἐκ σοῦ σαρ­κω­θεὶς * Θε­ὸς καὶ ἄν­θρω­πος.
λ­λη­λού­ϊ­α, ἀλ­λη­λού­ϊ­α, ἀλ­λη­λού­ϊ­α· δό­ξα σοι ὁ Θε­ός. (κ γ)

Συ­να­πτὴ μι­κρά, μεθ᾿ ἣν ἐκ­φώ­νη­σις·
Ὅ­τι ηὐ­λό­γη­ταί Σου...

* * *

ΥΠΑΚΟΗ, ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΝ

Ἡ Ὑ­πα­κο­ή. Ἦ­χος πλ. δ´.

Αἱ Μυ­ρο­φό­ροι τοῦ ζω­ο­δό­του, ἐ­πι­στᾶ­σαι τῷ μνή­μα­τι, τὸν Δε­σπό­την ἐ­ζή­τουν, ἐν νε­κροῖς τὸν ἀ­θά­να­τον· καὶ χα­ρᾶς εὐ­αγ­γέ­λι­α, ἐκ τοῦ Ἀγ­γέ­λου δε­ξά­με­ναι, τοῖς Ἀ­πο­στό­λοις ἐ­μή­νυ­ον· Ὅ­τι ἀ­νέ­στη ὁ Κύ­ρι­ος, πα­ρέ­χων τῷ κό­σμῳ τὸ μέ­γα ἔ­λε­ος.

Οἱ Ἀ­να­βαθ­μοί. Ἦ­χος πλ. δ´.

Ἀν­τί­φω­νον Α´.

κ νε­ό­τη­τός μου, ὁ ἐ­χθρός με πει­ρά­ζει, ταῖς ἡ­δο­ναῖς φλέ­γει με· ἐ­γὼ δὲ πε­ποι­θώς, ἐν σοὶ Κύ­ρι­ε, τρο­ποῦ­μαι τοῦ­τον.
Οἱ μι­σοῦν­τες Σι­ών, γε­νη­θή­τω­σαν δή, πρὶν ἐκ­σπα­σθῆ­ναι ὡς χόρ­τος· συγ­κό­ψει γὰρ Χρι­στός, αὐ­χέ­νας αὐ­τῶν, το­μῇ βα­σά­νων.
Δό­ξα. Καὶ νῦν.
­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, τὸ ζῆν τὰ πάν­τα, φῶς ἐκ φω­τός, Θε­ὸς μέ­γας· σὺν Πα­τρὶ ὑ­μνοῦ­μεν αὐ­τὸ καὶ τῷ Λό­γῳ.

Ἀν­τί­φω­νον Β´.

καρ­δί­α μου, τῷ φό­βῳ σου σκε­πέ­σθω, τα­πει­νο­φρο­νοῦ­σα· μὴ ὑ­ψω­θεῖ­σα ἀ­πο­πέ­σῃ, ἐκ σοῦ Πα­νοι­κτίρ­μον.
­πὶ τὸν Κύ­ρι­ον, ὁ ἐ­σχη­κὼς ἐλ­πί­δα, οὐ δεί­σει τό­τε, ὅ­τε πυ­ρὶ τὰ πάν­τα, κρι­νεῖ καὶ κο­λά­σει.
Δό­ξα. Καὶ νῦν.
­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, πᾶς τις θεῖ­ος βλέ­πει καὶ προ­λέ­γει, τε­ρα­τουρ­γεῖ ὕ­ψι­στα, ἐν τρι­σὶν ἕ­να Θε­ὸν μέλ­πων· εἰ γὰρ καὶ τρι­λαμ­πεῖ, μο­ναρ­χεῖ τὸ θεῖ­ον.

Ἀν­τί­φω­νον Γ´.

­κέ­κρα­ξά σοι Κύ­ρι­ε, πρό­σχες, κλῖ­νόν μοι τὸ οὖς σου βο­ῶν­τι, καὶ κά­θα­ρον πρὶν ἄ­ρῃς με, ἀ­πὸ τῶν ἐν­θέν­δε.
­πὶ τὴν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ γῆν, δύ­νων πᾶς αὖ­θις ἀ­να­λύ­σει, τοῦ λα­βεῖν βα­σά­νους, ἢ γέ­ρα τῶν βε­βι­ω­μέ­νων.
Δό­ξα. Καὶ νῦν.
­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, θε­ο­λο­γί­α μο­νὰς τρι­σα­γί­α· ὁ Πα­τὴρ γὰρ ἄ­ναρ­χος, ἐξ οὗ ἔ­φυ ὁ Υἱ­ὸς ἀ­χρό­νως, καὶ τὸ Πνεῦ­μα σύμ­μορ­φον, σύν­θρο­νον, ἐκ Πα­τρὸς συ­νε­κλάμ­ψαν.

Ἀν­τί­φω­νον Δ´.

­δοὺ δὴ τί κα­λόν, ἢ τί τερ­πνόν, ἀλλ᾿ ἢ τὸ κα­τοι­κεῖν ἀ­δελ­φοὺς ἅ­μα; ἐν τού­τῳ γὰρ Κύ­ρι­ος, ἐ­πηγ­γεί­λα­το ζω­ὴν αἰ­ω­νί­αν.
Τοῦ ἐν­δύ­μα­τος αὐ­τοῦ, ὁ τὰ κρί­να τοῦ ἀ­γροῦ κο­σμῶν, κε­λεύ­ει μὴ δεῖν φρον­τί­ζειν.
Δό­ξα. Καὶ νῦν.
­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, ἑ­νο­ει­δεῖ αἰ­τί­ᾳ, πάν­τα ἔ­χε­ται εἰ­ρη­νο­βρα­βεύ­τως· Θε­ὸς τοῦ­το γάρ ἐ­στι, Πα­τρί τε καὶ Υἱ­ῷ, ὁ­μο­ού­σι­ον κυ­ρί­ως.

Προ­κεί­με­νον. Ψαλμὸς ρβ´ (102).

Bα­σι­λεύ­σει Κύ­ρι­ος εἰς τὸν αἰ­ῶ­να, ὁ Θε­ός σου Σι­ών, εἰς γε­νε­ὰν καὶ γε­νε­άν. (δίς)
Στίχ. Αἴ­νει ἡ ψυ­χή μου, τὸν Κύ­ρι­ον· αἰ­νέ­σω Κύ­ρι­ον ἐν τῇ ζω­ῇ μου, ψα­λῶ τῷ Θε­ῷ μου ἕ­ως ὑ­πάρ­χω.
Bα­σι­λεύ­σει Κύ­ρι­ος εἰς τὸν αἰ­ῶ­να...

* * *

ΤΑΞΙΣ ΕΩΘΙΝΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Ὁ δι­ά­κο­νος· Τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.
Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον.
Ὁ ἱ­ε­ρεύς· Ὅ­τι ἅ­γι­ος εἶ, ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, ...
Ἀ­μήν. Πᾶ­σα πνο­ὴ αἰ­νε­σά­τω τὸν Κύ­ρι­ον.
Πᾶ­σα πνο­ὴ αἰ­νε­σά­τω τὸν Κύ­ρι­ον.
Στίχ. Αἰ­νεῖ­τε τὸν Θε­ὸν ἐν τοῖς ἁ­γί­οις αὐ­τοῦ· αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν στε­ρε­ώ­μα­τι τῆς δυ­νά­με­ως αὐ­τοῦ.
Αἰ­νε­σά­τω πνο­ὴ… πᾶ­σα τὸν Κύ­ρι­ον.
Ὁ δι­ά­κο­νος· Καὶ ὑ­πὲρ τοῦ κα­τα­ξι­ω­θῆ­ναι ἡ­μᾶς τῆς ἀ­κρο­ά­σε­ως τοῦ ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου Κύ­ρι­ον τὸν Θε­ὸν ἡ­μῶν ἱ­κε­τεύ­σω­μεν.
Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. (γ´)
Ὁ δι­ά­κο­νος· Σο­φί­α· ὀρ­θοί· ἀ­κού­σω­μεν τοῦ ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου.
Ὁ ἱ­ε­ρεύς· Εἰ­ρή­νη πᾶ­σι.
Καὶ τῷ Πνεύ­μα­τί σου.
Ὁ ἱ­ε­ρεύς· Ἐκ τοῦ κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου τὸ ἀ­νά­γνω­σμα.
Ὁ δι­ά­κο­νος· Πρό­σχω­μεν.
Δό­ξα σοι, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι.

Ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἀ­να­γι­νώ­σκει
τὸ ἐν­δι­ά­τα­κτον ἑ­ω­θι­νὸν Εὐ­αγ­γέ­λι­ον.

Ἑ­ωθινὸν Θ´
Ἐκ τοῦ κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην (κ´ 19-31).

Οὔ­σης ὀ­ψί­ας τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ τῇ μι­ᾷ τῶν σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων ὅ­που ἦ­σαν οἱ μα­θη­ταὶ συ­νηγ­μέ­νοι δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον, καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἔ­δει­ξεν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας καὶ τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ. Ἐ­χά­ρη­σαν οὖν οἱ μα­θη­ταὶ ἰ­δόν­τες τὸν Κύ­ρι­ον. Εἶ­πεν οὖν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς πά­λιν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Κα­θὼς ἀ­πέ­σταλ­κέ με ὁ πα­τήρ, κἀ­γὼ πέμ­πω ὑ­μᾶς. Καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­νε­φύ­ση­σε καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Λά­βε­τε Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ον· ἄν τι­νων ἀ­φῆ­τε τὰς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀ­φί­εν­ται αὐ­τοῖς, ἄν τι­νων κρα­τῆ­τε, κε­κρά­την­ται. Θω­μᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώ­δε­κα, ὁ λε­γό­με­νος Δί­δυ­μος, οὐκ ἦν μετ᾿ αὐ­τῶν ὅ­τε ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­λε­γον οὖν αὐ­τῷ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­ταί· Ἑ­ω­ρά­κα­μεν τὸν Κύ­ρι­ον. Ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­ὰν μὴ ἴ­δω ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐ­τοῦ τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὸν δά­κτυ­λόν μου εἰς τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὴν χεῖ­ρά μου εἰς τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ, οὐ μὴ πι­στεύ­σω. Καὶ μεθ᾿ ἡ­μέ­ρας ὀ­κτὼ πά­λιν ἦ­σαν ἔ­σω οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ καὶ Θω­μᾶς μετ᾿ αὐ­τῶν. Ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον καὶ εἶ­πεν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Εἶ­τα λέ­γει τῷ Θω­μᾷ· Φέ­ρε τὸν δά­κτυ­λόν σου ὧ­δε καὶ ἴ­δε τὰς χεῖ­ράς μου, καὶ φέ­ρε τὴν χεῖ­ρά σου καὶ βά­λε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γί­νου ἄ­πι­στος, ἀλ­λὰ πι­στός. Καὶ ἀ­πε­κρί­θη Θω­μᾶς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ὁ Κύ­ρι­ός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Λέ­γει αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ὅ­τι ἑ­ώ­ρα­κάς με, πε­πί­στευ­κας· μα­κά­ρι­οι οἱ μὴ ἰ­δόν­τες καὶ πι­στεύ­σαν­τες. Πολ­λὰ μὲν οὖν καὶ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἐ­ποί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­νώ­πι­ον τῶν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, ἃ οὐκ ἔ­στι γε­γραμ­μέ­να ἐν τῷ βι­βλί­ῳ τού­τῳ· ταῦ­τα δὲ γέ­γρα­πται ἵ­να πι­στεύ­ση­τε ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, καὶ ἵ­να πι­στεύ­ον­τες ζω­ὴν ἔ­χη­τε ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ.
Δό­ξα σοι, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι.

Ὁ Προ­ε­στὼς ἢ ὁ Ἀ­να­γνώ­στης·

­νά­στα­σιν Χρι­στοῦ θε­α­σά­με­νοι, * προ­σκυ­νή­σω­μεν ἅ­γι­ον Κύ­ρι­ον Ἰ­η­σοῦν, * τὸν μό­νον ἀ­να­μάρ­τη­τον. * Τὸν σταυ­ρόν σου, Χρι­στέ, προ­σκυ­νοῦ­μεν * καὶ τὴν ἁ­γί­αν σου ἀ­νά­στα­σιν * ὑ­μνοῦ­μεν καὶ δο­ξά­ζο­μεν· * σὺ γὰρ εἶ Θε­ὸς ἡ­μῶν, * ἐ­κτός σου ἄλ­λον οὐκ οἴ­δα­μεν, * τὸ ὄ­νο­μά σου ὀ­νο­μά­ζο­μεν. * Δεῦ­τε πάν­τες οἱ πι­στοὶ προ­σκυ­νή­σω­μεν * τὴν τοῦ Χρι­στοῦ ἁ­γί­αν ἀ­νά­στα­σιν· * ἰ­δοὺ γὰρ ἦλ­θε δι­ὰ τοῦ Σταυ­ροῦ * χα­ρὰ ἐν ὅ­λῳ τῷ κό­σμῳ. * Δι­ὰ παν­τὸς εὐ­λο­γοῦν­τες τὸν Κύ­ρι­ον, * ὑ­μνοῦ­μεν τὴν ἀ­νά­στα­σιν αὐ­τοῦ. * Σταυ­ρὸν γὰρ ὑ­πο­μεί­νας δι᾿ ἡ­μᾶς, * θα­νά­τῳ θά­να­τον ὤ­λε­σεν.
Οἱ χο­ροὶ ψάλ­λουν ἀν­τι­φω­νι­κῶς κα­τὰ στί­χον τὸν ν´ ψαλ­μόν, προ­τάσ­σον­τες (ἐν Κυ­ρι­α­κῇ) τὴν προ­φώ­νη­σιν Ἐ­λε­ῆ­μον.

Ἦ­χος β´.

­λέ­η­σόν με, ὁ Θε­ός, κα­τὰ τὸ μέ­γα ἔ­λε­ός σου καὶ κα­τὰ τὸ πλῆ­θος τῶν οἰ­κτιρ­μῶν σου ἐ­ξά­λει­ψον τὸ ἀ­νό­μη­μά μου.
­πὶ πλεῖ­ον πλῦ­νόν με ἀ­πὸ τῆς ἀ­νο­μί­ας μου καὶ ἀ­πὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας μου κα­θά­ρι­σόν με.
­τι τὴν ἀ­νο­μί­αν μου ἐ­γὼ γι­νώ­σκω, καὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α μου ἐ­νώ­πι­όν μού ἐ­στι δι­ὰ παν­τός.
Σοὶ μό­νῳ ἥ­μαρ­τον καὶ τὸ πο­νη­ρὸν ἐ­νώ­πι­όν σου ἐ­ποί­η­σα, ὅ­πως ἂν δι­και­ω­θῇς ἐν τοῖς λό­γοις σου καὶ νι­κή­σῃς ἐν τῷ κρί­νε­σθαί σε.
Ἰ­δοὺ γὰρ ἐν ἀ­νο­μί­αις συ­νε­λή­φθην, καὶ ἐν ἁ­μαρ­τί­αις ἐ­κίσ­ση­σέ με ἡ μή­τηρ μου.
­δοὺ γὰρ ἀ­λή­θει­αν ἠ­γά­πη­σας, τὰ ἄ­δη­λα καὶ τὰ κρύ­φι­α τῆς σο­φί­ας σου ἐ­δή­λω­σάς μοι.
αν­τι­εῖς με ὑσ­σώ­πῳ, καὶ κα­θα­ρι­σθή­σο­μαι· πλυ­νεῖς με, καὶ ὑ­πὲρ χι­ό­να λευ­καν­θή­σο­μαι.
­κου­τι­εῖς μοι ἀ­γαλ­λί­α­σιν καὶ εὐ­φρο­σύ­νην· ἀ­γαλ­λι­ά­σον­ται ὀ­στέ­α τε­τα­πει­νω­μέ­να.
­πό­στρε­ψον τὸ πρό­σω­πόν σου ἀ­πὸ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου καὶ πά­σας τὰς ἀ­νο­μί­ας μου ἐ­ξά­λει­ψον.
Καρ­δί­αν κα­θα­ρὰν κτί­σον ἐν ἐ­μοί, ὁ Θε­ός, καὶ πνεῦ­μα εὐ­θὲς ἐγ­καί­νι­σον ἐν τοῖς ἐγ­κά­τοις μου.
Μὴ ἀ­πορ­ρί­ψῃς με ἀ­πὸ τοῦ προ­σώ­που σου, καὶ τὸ Πνεῦ­μά σου τὸ ἅ­γι­ον μὴ ἀν­τα­νέ­λῃς ἀπ᾿ ἐ­μοῦ.
­πό­δος μοι τὴν ἀ­γαλ­λί­α­σιν τοῦ σω­τη­ρί­ου σου, καὶ πνεύ­μα­τι ἡ­γε­μο­νι­κῷ στή­ρι­ξόν με.
Δι­δά­ξω ἀ­νό­μους τὰς ὁ­δούς σου, καὶ ἀ­σε­βεῖς ἐ­πὶ σὲ ἐ­πι­στρέ­ψου­σι.
ῦ­σαί με ἐξ αἱ­μά­των, ὁ Θε­ός, ὁ Θε­ὸς τῆς σω­τη­ρί­ας μου· ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ται ἡ γλῶσ­σά μου τὴν δι­και­ο­σύ­νην σου.
Κύ­ρι­ε, τὰ χεί­λη μου ἀ­νοί­ξεις, καὶ τὸ στό­μα μου ἀ­ναγ­γε­λεῖ τὴν αἴ­νε­σίν σου.
­τι, εἰ ἠ­θέ­λη­σας θυ­σί­αν, ἔ­δω­κα ἄν· ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα οὐκ εὐ­δο­κή­σεις.
Θυ­σί­α τῷ Θε­ῷ πνεῦ­μα συν­τε­τριμ­μέ­νον· καρ­δί­αν συν­τε­τριμ­μέ­νην καὶ τε­τα­πει­νω­μέ­νην ὁ Θε­ὸς οὐκ ἐ­ξου­δε­νώ­σει.
­γά­θυ­νον, Κύ­ρι­ε, ἐν τῇ εὐ­δο­κί­ᾳ σου τὴν Σι­ών, καὶ οἰ­κο­δο­μη­θή­τω τὰ τεί­χη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ.
Τό­τε εὐ­δο­κή­σεις θυ­σί­αν δι­και­ο­σύ­νης, ἀ­να­φο­ρὰν καὶ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα.
Τό­τε ἀ­νοί­σου­σιν ἐ­πὶ τὸ θυ­σι­α­στή­ρι­όν σου μό­σχους.
Ἐν Κυ­ρι­α­κῇ προ­στί­θε­ται εἰς τὸν τε­λευ­ταῖ­ον στί­χον τὸ ἐ­φύ­μνι­ον· Καὶ ἐ­λέ­η­σόν με, ὁ Θε­ός.
Δό­ξα.
Ταῖς τῶν Ἀ­πο­στό­λων * πρε­σβε­ί­αις, ἐ­λε­ῆ­μον, * ἐ­ξά­λει­ψον τὰ πλή­θη * τῶν ἐ­μῶν ἐγ­κλη­μά­των.
Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θε­ο­τό­κου * πρε­σβε­ί­αις, ἐ­λε­ῆ­μον, * ἐ­ξά­λει­ψον τὰ πλή­θη * τῶν ἐ­μῶν ἐγ­κλη­μά­των.

Καὶ τὸ πεν­τη­κο­στά­ρι­ον. Ἦ­χος ὁ αὐ­τός.

Στίχ. Ἐ­λέ­η­σόν με, ὁ Θε­ός, κα­τὰ τὸ μέ­γα ἔ­λε­ός σου, καὶ κα­τὰ τὸ πλῆ­θος τῶν οἰ­κτιρ­μῶν σου ἐ­ξά­λει­ψον τὸ ἀ­νό­μη­μά μου.
­να­στὰς ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πὸ τοῦ τά­φου, * κα­θὼς προ­εῖ­πεν, * ἔ­δω­κεν ἡ­μῖν * τὴν αἰ­ώ­νι­ον ζω­ὴν * καὶ μέ­γα ἔ­λε­ος.
Σῶ­σον, ὁ Θε­ός, τὸν λα­όν Σου... Κύριε, ἐ­λέ­η­σον (ιβ´). ­λέ­ει καὶ οἰ­κτιρ­μοῖς... μήν.

* * *

ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Ὁ Ἀ­να­στά­σι­μος καὶ ὁ τοῦ ἁ­γί­ου.

ᾨ­δὴ α´. Ὁ Ἀ­να­στά­σι­μος εἰς δ´.

Ἦ­χος πλ. δ´. Ὁ Εἱρ­μός.

ρ­μα­τη­λά­την Φα­ρα­ὼ ἐ­βύ­θι­σε, τε­ρα­τουρ­γοῦ­σα πο­τέ, Μω­σα­ϊ­κὴ ῥά­βδος, σταυ­ρο­τύ­πως πλή­ξα­σα, καὶ δι­ε­λοῦ­σα θά­λασ­σαν· Ἰσ­ρα­ὴλ δὲ φυ­γά­δα, πε­ζὸν ὁ­δί­την δι­έ­σω­σεν, ᾆ­σμα τῷ Θε­ῷ ἀ­να­μέλ­πον­τα.

Τρο­πά­ρι­α.

Στίχ. Δό­ξα τῇ ἁ­γί­ᾳ ἀ­να­στά­σει σου, Κύ­ρι­ε.
Τὴν παν­το­δύ­να­μον Χρι­στοῦ θε­ό­τη­τα, πῶς μὴ θαυ­μά­σω­μεν! ἐκ μὲν πα­θῶν πᾶ­σι, τοῖς πι­στοῖς ἀ­πά­θει­αν, καὶ ἀ­φθαρ­σί­αν βλύ­ζου­σαν· ἐκ πλευ­ρᾶς δὲ ἁ­γί­ας, πη­γὴν ἀ­θά­να­τον στά­ζου­σαν, καὶ ζω­ὴν ἐκ τά­φου ἀ­ΐ­δι­ον.
Στίχ. Δό­ξα τῇ ἁ­γί­ᾳ ἀ­να­στά­σει σου, Κύ­ρι­ε.
ς εὐ­πρε­πὴς ταῖς γυ­ναι­ξὶν ὁ Ἄγ­γε­λος, νῦν ἐμ­πε­φά­νι­σται, καὶ τη­λαυ­γῆ φέ­ρων, τῆς ἐμ­φύ­του σύμ­βο­λα, ἀ­ΰ­λου κα­θα­ρό­τη­τος, τῇ μορ­φῇ δὲ μη­νύ­ων, τὸ φέγ­γος τῆς ἀ­να­στά­σε­ως, κρά­ζει· Ἐ­ξη­γέρ­θη ὁ Κύ­ρι­ος.

Θε­ο­το­κί­ον.

Στίχ. Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ἡ­μᾶς.
Δε­δο­ξα­σμέ­να πε­ρὶ σοῦ λε­λά­λην­ται, ἐν γε­νε­αῖς γε­νε­ῶν, ἡ τὸν Θε­ὸν Λό­γον, ἐν γα­στρὶ χω­ρή­σα­σα, ἁ­γνὴ δὲ δι­α­μεί­να­σα, Θε­ο­τό­κε Παρ­θέ­νε· δι­ό σε πάν­τες γε­ραί­ρο­μεν, τὴν με­τὰ Θε­ὸν προ­στα­σί­αν ἡ­μῶν.

Καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου ὁ πα­ρών, οὗ ἡ ἀ­κρο­στι­χίς·  ᾌ­σμα­σι τὸν πρῶ­τον τῶν Μαρ­τύ­ρων εὖ στε­φα­νώ­σω. Θε­ο­φά­νους.

ᾨ­δὴ α´. Ἦ­χος πλ. δ´. Ἁρ­μα­τη­λά­την Φα­ρα­ώ.

Στίχ. Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν.
­κτι­νο­βό­λοις ἀ­στρα­παῖς τοῦ Πνεύ­μα­τος, κα­τα­λαμ­πό­με­νος, ὑ­περ­φυ­ῶν ἄ­θλων, καὶ στεῤ­ῥᾶς ἀ­θλή­σε­ως, τοὺς σὲ ὑ­μνοῦν­τας φώ­τι­σον, πα­ρε­στὼς τῷ Δε­σπό­τῃ, στε­φα­νη­φό­ρος πα­νόλ­βι­ε, Στέ­φα­νε Μαρ­τύ­ρων στε­φά­νω­μα.
Στίχ. Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν.
Στα­δι­ο­δρό­μων ἀ­παρ­χὴ γε­νό­με­νος, καὶ ἀ­κρο­θί­νι­ον, μαρ­τυ­ρι­κοῦ στέ­φους, κα­θο­ρᾶν ἠ­ξί­ω­σαι, τὸν ἀ­θλο­θέ­την ἔν­δο­ξε, δε­ξι­ᾷ ζω­η­φό­ρῳ, θε­ό­πλο­κόν σοι προ­τεί­νον­τα, στέ­φα­νον θε­σπέ­σι­ε Στέ­φα­νε.
Δό­ξα.
Μό­νος ὑ­πάρ­χων θη­σαυ­ρὸς χρη­στό­τη­τος, Σῶ­τερ ἀ­νέ­δει­ξας, ἐκ τῶν τῆς γῆς κόλ­πων, θη­σαυ­ρὸν πο­λύ­τι­μον, πλοῦ­τον μὴ δα­πα­νώ­με­νον, ἀ­να­φαί­ρε­τον ὄλ­βον, πε­ρι­ου­σί­αν ἀ­νώ­λε­θρον, Στέ­φα­νον τὸν σὸν Πρω­το­μάρ­τυ­ρα.
Ἀγ­γε­λο­μόρ­φῳ προ­φα­νῶς λαμ­πρό­τη­τι, κα­ταυ­γα­ζό­με­νος, ἀγ­γε­λι­κοῖς ὕ­μνοις, Πρω­το­μάρ­τυς Στέ­φα­νε, καὶ Δι­α­κό­νων Πρό­κρι­τε, κε­κρυμ­μέ­νος ὡς ὤ­φθης, ἀ­ξί­ως ὄν­τως τε­τί­μη­σαι, ἔν­δο­ξε Μαρ­τύ­ρων ἀ­γλά­ϊ­σμα.

Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον.

Σω­μα­τω­θέν­τα δι᾿ ἡ­μᾶς Πα­νά­μω­με, τὸν πρὶν ἀ­σώ­μα­τον, θε­αρ­χι­κὸν Λό­γον, τοῦ Πα­τρὸς γε­γέν­νη­κας. Ὦ παρ­θε­νί­ας σκή­νω­μα, καὶ δο­χεῖ­ον ἁ­γνεί­ας, καὶ τέ­με­νος κα­θα­ρό­τη­τος, Δέ­σποι­να τοῦ κό­σμου Θε­ό­νυμ­φε!

ᾨ­δὴ γ´. Ὁ Ἀ­να­στά­σι­μος.

Ἦ­χος πλ. δ´. Ὁ Εἱρ­μός.

στε­ρε­ώ­σας κατ᾿ ἀρ­χάς, τοὺς οὐ­ρα­νοὺς ἐν συ­νέ­σει, καὶ τὴν γῆν ἐ­πὶ ὑ­δά­των ἑ­δρά­σας, ἐν τῇ πέ­τρᾳ με Χρι­στέ, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στή­ρι­ξον, ὅ­τι οὐκ ἔ­στι πλήν σου, ἅ­γι­ος μό­νε Φι­λάν­θρω­πε.

Τρο­πά­ρι­α.

Στίχ. Δό­ξα τῇ ἁ­γί­ᾳ ἀ­να­στά­σει σου, Κύ­ρι­ε.
Κα­τα­κρι­θέν­τα τὸν Ἀ­δάμ, τῇ γεύ­σει τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, τῆς σαρ­κός σου τὸ σω­τή­ρι­ον πά­θος, ἐ­δι­καί­ω­σε Χρι­στέ· αὐ­τὸς γὰρ οὐχ ὑ­πεύ­θυ­νος, τῇ τοῦ θα­νά­του πεί­ρᾳ, πέ­φη­νας ὁ ἀ­να­μάρ­τη­τος.
Στίχ. Δό­ξα τῇ ἁ­γί­ᾳ ἀ­να­στά­σει σου, Κύ­ρι­ε.
Τῆς ἀ­να­στά­σε­ως τὸ φῶς, ἐ­ξέ­λαμ­ψε τοῖς ἐν σκό­τει, τοῦ θα­νά­του καὶ σκι­ᾷ κα­θη­μέ­νοις, ὁ Θε­ός μου Ἰ­η­σοῦς, καὶ τῇ αὑ­τοῦ θε­ό­τη­τι, τὸν ἰ­σχυ­ρὸν δε­σμεύ­σας, τού­του τὰ σκεύ­η δι­ήρ­πα­σε.

Θε­ο­το­κί­ον.

Στίχ. Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ἡ­μᾶς.
Τῶν Χε­ρου­βὶμ καὶ Σε­ρα­φίμ, ἐ­δεί­χθης ὑ­ψη­λο­τέ­ρα, Θε­ο­τό­κε· σὺ γὰρ μό­νη ἐ­δέ­ξω, τὸν ἀ­χώ­ρη­τον Θε­όν, ἐν σῇ γα­στρὶ Ἀ­μό­λυν­τε· δι­ὸ πι­στοί σε πάν­τες, ὕ­μνοις ἀ­εὶ μα­κα­ρί­ζο­μεν.

Τοῦ ἁ­γί­ου. ᾨ­δὴ γ´.
Ἦ­χος πλ. δ´. Ὁ στε­ρε­ώ­σας κατ᾿ ἀρ­χάς.

Στίχ. Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν.
­ε­ρο­λό­γος ἱ­ε­ρός, καὶ θε­ο­λό­γος ἐ­δεί­χθης, συμ­πλε­κό­με­νος Ἑ­βραί­ων τοῖς δή­μοις, δι­ε­λέγ­χων ἀ­σφα­λῶς, τὴν τού­των ἀ­θε­ό­τη­τα, καὶ θε­ο­μά­χον γνώ­μην, Στέ­φα­νε Μάρ­τυς πα­νά­ρι­στε.
Στίχ. Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν.
Τὸν Πρω­το­μάρ­τυ­ρα Χρι­στοῦ, καὶ Δι­α­κό­νων τὸν πρῶ­τον, τὸν τοῖς Μάρ­τυ­σι τοῦ δρό­μου τὴν νύσ­σαν, ὑ­πο­δεί­ξαν­τα λαμ­πρῶς, Ἀγ­γέ­λων τὸν συ­νό­μι­λον, δεῦ­τε συμ­φώ­νως πάν­τες, ὕ­μνοις ἐν­θέ­οις τι­μή­σω­μεν.
Δό­ξα.
κε­κρυμ­μέ­νος θη­σαυ­ρός, ὑ­πὸ τὴν γῆν φα­νε­ροῦ­ται, καὶ τὸν κό­σμον εὐ­ω­δί­ας ἐν­θέ­ου, καὶ πλου­σί­ων δω­ρε­ῶν, τὴν οἰ­κου­μέ­νην ἔ­πλη­σεν, ὁ τῶν Μαρ­τύ­ρων πρῶ­τος, καὶ Δι­α­κό­νων ὁ πρό­κρι­τος.
Νε­νε­κρω­μέ­νον μου τὸν νοῦν, τῇ τῆς ζω­ῆς ἐ­νερ­γεί­ᾳ, δι­ὰ σοῦ τῆς κη­ρυ­χθεί­σης ἐμ­φρό­νως, ἐ­ξα­νά­στη­σον ὑ­μνεῖν, τὴν σὴν σε­πτὴν πα­νή­γυ­ριν, καὶ σοῦ κατ᾿ ἴ­χνος βαί­νειν, Στέ­φα­νε μά­καρ ἀ­ξί­ω­σον.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Πύ­λη ἐ­δεί­χθης νο­η­τή, ἀ­να­το­λῆς τῆς ἐξ ὕ­ψους, τῆς ἐν γῇ φα­νε­ρω­θεί­σης Παρ­θέ­νε· δι­ὰ σοῦ γὰρ πρὸς ἡ­μᾶς, ὁ Λό­γος εἰ­σε­λή­λυ­θεν, ἐ­πὶ τὸ σῶ­σαι πάν­τας, τῆς ἀ­λο­γί­ας πα­νά­χραν­τε.

Συ­να­πτὴ μι­κρά, μεθ᾿ ἣν ἐκ­φώ­νη­σις·
Ὅ­τι σὺ εἶ ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν...

* * *

ΜΕΣΩΔΙΑ ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ

Με­σῴ­δι­ον Κά­θι­σμα τοῦ Μη­ναί­ου.

Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Τῇ τοῦ Πνεύ­μα­τος αἴ­γλῃ κα­τα­λαμ­πό­με­νος, καὶ τῇ ὄν­τως σο­φί­ᾳ συ­να­νυ­ψού­με­νος, τῶν Ἰ­ου­δαί­ων τὴν ἀ­χλὺν ἀ­πη­μαύ­ρω­σας, καὶ ἐν στα­δί­ῳ τὸν ἐ­χθρόν, ἀ­θλη­τι­κῶς κα­τα­βα­λών, Μαρ­τύ­ρων στέ­φα­νος ὤ­φθης. Ἀλ­λὰ πρέ­σβευ­ε τῷ Κυ­ρί­ῳ, ἐ­λε­η­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.

Δό­ξα. Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον.

θερ­μὴ προ­στα­σί­α καὶ ἀ­προ­σμά­χη­τος, ἡ ἐλ­πὶς ἡ βε­βαί­α καὶ ἀ­κα­ταί­σχυν­τος, τεῖ­χος καὶ σκέ­πη καὶ λι­μὴν τῶν προ­στρε­χόν­των σοι, ἀ­ει­πάρ­θε­νε Ἁ­γνή, τὸν Υἱ­όν σου καὶ Θε­όν, ἱ­κέ­τευ­ε σὺν Ἀγ­γέ­λοις, εἰ­ρή­νην δοῦ­ναι τῷ κό­σμῳ, καὶ σω­τη­ρί­αν καὶ μέ­γα ἔ­λε­ος.

Συ­να­πτὴ μι­κρά, μεθ᾿ ἣν ἐκ­φώ­νη­σις·
Σὺ γὰρ εἶ ὁ Βα­σι­λεύς...

* * *

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ, ΟΙΚΟΣ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ

Κον­τά­κι­ον καὶ Οἶ­κος τὰ Ἀ­να­στά­σι­μα.

Κον­τά­κι­ον.
Ἦ­χος πλ. δ´. Ὡς ἀ­παρ­χὰς τῆς φύ­σε­ως.

­ξα­να­στὰς τοῦ μνή­μα­τος, τοὺς τε­θνε­ῶ­τας ἤ­γει­ρας, καὶ τὸν Ἀ­δὰμ ἀ­νέ­στη­σας· καὶ ἡ Εὔ­α χο­ρεύ­ει, ἐν τῇ σῇ ἀ­να­στά­σει, καὶ κό­σμου τὰ πέ­ρα­τα πα­νη­γυ­ρί­ζου­σι, τῇ ἐκ νε­κρῶν ἐ­γέρ­σει σου Πο­λυ­έ­λε­ε.

Ὁ Οἶ­κος.

Τὰ τοῦ ᾅ­δου σκυ­λεύ­σας βα­σί­λει­α, καὶ νε­κροὺς ἀ­να­στή­σας Μα­κρό­θυ­με, γυ­ναι­ξὶ Μυ­ρο­φό­ροις συ­νήν­τη­σας, ἀν­τὶ λύ­πης χα­ρὰν κο­μι­σά­με­νος· καὶ Ἀ­πο­στό­λοις σου ἐ­μή­νυ­σας, τὰ τῆς νί­κης σύμ­βο­λα, Σω­τήρ μου ζω­ο­δό­τα, καὶ τὴν κτί­σιν ἐ­φώ­τι­σας Φι­λάν­θρω­πε· δι­ὰ τοῦ­το καὶ κό­σμος συγ­χαί­ρει, τῇ ἐκ νε­κρῶν ἐ­γέρ­σει σου Πο­λυ­έ­λε­ε.

Συ­να­ξά­ρι­ον.

Τῇ Β´ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός,, μνή­μη τῆς Ἀ­να­κο­μι­δῆς τοῦ Λει­ψά­νου τοῦ ἁ­γί­ου Πρω­το­μάρ­τυ­ρος καὶ Ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου.
Στίχ. Ἔ­χεις, Σι­ών, πάμ­πολ­λα θεῖ­α καὶ ξέ­να·
Νε­κρὸν Στε­φά­νου δὸς πό­λει Κων­σταν­τί­νου.
Δευ­τε­ρί­ῃ νέ­κυ­ος Στε­φά­νου γέ­νετ᾿ Ἀ­να­κο­μι­δή.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῆς Εὑ­ρέ­σε­ως τῶν Λει­ψά­νων τῶν ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων Μα­ξί­μου, Δά­δα καὶ Κυν­τι­λι­α­νοῦ.
Στίχ. Τρεῖς ἐκ­φέ­ρου­σα γῆ νε­κροὺς ζω­η­φό­ρους,
Πό­λῳ λέ­γειν ἔ­οι­κε· Σὺ κρύ­ψας ἔ­χε.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῶν Ἐγ­και­νί­ων τοῦ θεί­ου Να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου καὶ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, πλη­σί­ον τῆς Ἁ­γι­ω­τά­της με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας.
Στίχ. Σὸν Να­ὸν σῇ χά­ρι­τι κα­θι­ε­ροῦ­μεν,
Ἰ­ω­άν­νη πάν­σο­φε ἠ­γα­πη­μέ­νε.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Φω­κᾶ καὶ τοῦ ἐν εὐ­σε­βεῖ τῇ μνή­μῃ γε­νο­μέ­νου βα­σι­λέ­ως Ἰ­ου­στι­νι­α­νοῦ ἐν τοῖς Ἁ­γί­οις Ἀ­πο­στό­λοις.
Στίχ. Φω­κᾶς ὁ Μάρ­τυς ἐ­κλι­πὼν γῆς χω­ρί­ον,
Νῦν ἐγ­κα­τοι­κεῖ τῆς τρυ­φῆς τῷ χω­ρί­ῳ.
Οὐκ ἐκ­πο­δών σοι σκῆ­πτρον ὤ­φθη, ὦ ἄ­ναξ,
Σὺ γὰρ κα­τοι­κεῖς Βα­σι­λεί­αν τὴν ἄ­νω.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τῆς Ὁ­σί­ας Μη­τρὸς ἡ­μῶν Φω­τει­νῆς, ἢ Φω­τοῦς, τῆς ἐκ Ῥι­ζο­καρ­πά­σου Κύ­πρου.
Στίχ. Ἡ Φω­τει­νὴ φαί­νου­σα ἐν γῇ αὐ­γά­ζει,
Οὐ­ρα­νοῖς ἐν­δη­μοῦ­σα κα­θι­στα­μέ­νη.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Θε­ο­δώ­ρου, τοῦ ἐν Δαρ­δα­νελ­λί­οις.
Στίχ. Θε­ῷ δω­ρεῖ­σαι νε­ό­τη­τα καὶ κάλ­λος,
Ἀ­θλή­σας, Θε­ό­δω­ρε, ἐ­λέγ­χῳ πλά­νης.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καὶ πε­ρι­δό­ξου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λεί­ου τοῦ δι­ὰ Χρι­στὸν Σα­λοῦ τοῦ ἐν Μό­σχᾳ. (†1557)
Στίχ. Ὁ Βα­σί­λει­ος σα­λό­τη­τι βι­ώ­σας,
Βα­σι­λι­κὴν προ­φύ­ραν ἐ­πε­νε­δύ­θη.
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λεί­ου τῆς λί­μνης Κουρ­μπένσκ. (†1472)
Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Μάρ­κου τοῦ Μπε­λα­βίνσκ, ἐν Βο­λογ­κτᾷ. (†1492)

*

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, πρώ­τῃ Κυ­ρι­α­κῇ τοῦ Αὐ­γού­στου, Σύ­να­ξιν ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν πάν­των τῶν προ­στα­τῶν, ἐ­φό­ρων καὶ φρυ­κτω­ρῶν Ἁ­γί­ων τῆς θε­ο­φρου­ρή­του Ἀ­κρι­τι­κῆς καὶ Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Νή­σου Σά­μου.
Στίχ. Τοὺς ὀ­κτὼ εὐ­κλε­εῖς προ­στά­τας Σά­μου
Καὶ ᾧδ᾿ ὁ­μοῦ σύμ­παν­τας εὐ­φη­μεῖν θέ­μις.
Ταῖς τῶν ἁ­γί­ων σου πρε­σβεί­αις, ὁ Θε­ός, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Ἀ­μήν.

* * *

ΚΑΤΑΒΑΣΙΑΙ

Τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως

Ψάλ­λον­ται ἀ­πὸ τῆς 27ης Ἰ­ου­λί­ου μέ­χρι τῆς 5ης Αὐ­γού­στου πλὴν τῆς 1ης Αὐ­γού­στου.

ᾨ­δὴ α´. Ἦ­χος δ´.

Χο­ροὶ Ἰσ­ρα­ὴλ ἀ­νί­κμοις πο­σὶ * πόν­τον Ἐ­ρυ­θρὸν * καὶ ὑ­γρὸν βυ­θὸν δι­ε­λά­σαν­τες, * ἀ­να­βά­τας τρι­στά­τας * δυ­σμε­νεῖς ὁ­ρῶν­τες * ἐν αὐ­τῷ ὑ­πο­βρυ­χί­ους, * ἐν ἀ­γαλ­λι­ά­σει ἔ­μελ­πον· * ᾌ­σω­μεν τῷ Θε­ῷ ἡ­μῶν, * ὅ­τι δε­δό­ξα­σται.

ᾨ­δὴ γ´.

Τό­ξον δυ­να­τῶν ἠ­σθέ­νη­σε * καὶ οἱ ἀ­σθε­νοῦν­τες * πε­ρι­ε­ζώ­σαν­το δύ­να­μιν· * δι­ὰ τοῦ­το ἐ­στε­ρε­ώ­θη * ἐν Κυ­ρί­ῳ ἡ καρ­δί­α μου.

ᾨ­δὴ δ´.

Εἰ­σα­κή­κο­α τὴν ἔν­δο­ξον * οἰ­κο­νο­μί­αν σου, Χρι­στὲ ὁ Θε­ός· * ὅ­τι ἐ­τέ­χθης ἐκ τῆς Παρ­θέ­νου, * ἵ­να ἐκ πλά­νης ῥύ­σῃ τοὺς κραυ­γά­ζον­τας· * Δό­ξα τῇ δυ­νά­μει σου, Κύ­ρι­ε.

ᾨ­δὴ ε´.

τοῦ φω­τὸς δι­α­τμή­ξας * τὸ πρω­τό­γο­νον χά­ος, * ὡς ἐν φω­τὶ τὰ ἔρ­γα * ὑ­μνεῖ σε, Χρι­στέ, * τὸν δη­μι­ουρ­γόν, * ἐν τῷ φω­τί σου * τὰς ὁ­δοὺς ἡ­μῶν εὔ­θυ­νον.

ᾨ­δὴ στ´.

ν τῷ θλί­βε­σθαί με * ἐ­βό­η­σα πρὸς Κύ­ρι­ον, * καὶ ἐ­πή­κου­σέ μου * ὁ Θε­ὸς τῆς σω­τη­ρί­ας μου.

ᾨ­δὴ ζ´.

­βρα­μι­αῖ­οί πο­τε * ἐν Βα­βυ­λῶ­νι παῖ­δες * κα­μί­νου φλό­γα κα­τε­πά­τη­σαν * ἐν ὕ­μνοις κραυ­γά­ζον­τες· * Ὁ τῶν πα­τέ­ρων * Θε­ός, εὐ­λο­γη­τὸς εἶ.

ᾨ­δὴ η´.

Αἰ­νοῦ­μεν, εὐ­λο­γοῦ­μεν, προ­σκυ­νοῦ­μεν
τὸν Κύ­ρι­ον, * ὑ­μνοῦν­τες καὶ ὑ­πε­ρυ­ψοῦν­τες αὐ­τὸν εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας.
Οἱ ἐν Βα­βυ­λῶ­νι παῖ­δες * τῷ θεί­ῳ πυρ­πο­λού­με­νοι ζή­λῳ, * τυ­ράν­νου καὶ φλο­γὸς ἀ­πει­λὴν * ἀν­δρεί­ως κα­τε­πά­τη­σαν· * καὶ μέ­σον πυ­ρὸς * ἐμ­βλη­θέν­τες, δρο­σι­ζό­με­νοι ἔ­ψαλ­λον· * Εὐ­λο­γεῖ­τε, πάν­τα τὰ ἔρ­γα * Κυ­ρί­ου, τὸν Κύ­ρι­ον.

* * *

Ὁ δι­ά­κο­νος· Τὴν Θε­ο­τό­κον καὶ μη­τέ­ρα τοῦ φω­τός, ἐν ὕ­μνοις τι­μῶν­τες με­γα­λύ­νο­μεν.

Η ῼΔΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στίχ. α´. Με­γα­λύ­νει ἡ ψυ­χή μου τὸν Κύ­ρι­ον, καὶ ἠ­γαλ­λί­α­σε τὸ πνεῦ­μά μου ἐ­πὶ τῷ Θε­ῷ τῷ σω­τῆ­ρί μου.
Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βὶμ * καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν * ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φίμ, * τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, * τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον, * σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.
Στίχ. β´. Ὅ­τι ἐ­πέ­βλε­ψεν ἐ­πὶ τὴν τα­πεί­νω­σιν τῆς δού­λης αὐ­τοῦ· ἰ­δοὺ γὰρ ἀ­πὸ τοῦ νῦν μα­κα­ρι­οῦ­σί με πᾶ­σαι αἱ γε­νε­αί.
Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βίμ...
Στίχ. γ´. Ὅ­τι ἐ­ποί­η­σέ μοι με­γα­λεῖ­α ὁ δυ­να­τός, καὶ ἅ­γι­ον τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ· καὶ τὸ ἔ­λε­ος αὐ­τοῦ εἰς γε­νε­ὰν καὶ γε­νε­ὰν τοῖς φο­βου­μέ­νοις αὐ­τόν.
Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βίμ...
Στίχ. δ´. Ἐ­ποί­η­σε κρά­τος ἐν βρα­χί­ο­νι αὐ­τοῦ, δι­ε­σκόρ­πι­σεν ὑ­πε­ρη­φά­νους δι­α­νοί­ᾳ καρ­δί­ας αὐ­τῶν.
Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βίμ...
Στίχ. ε.´ Κα­θεῖ­λε δυ­νά­στας ἀ­πὸ θρό­νων καὶ ὕ­ψω­σε τα­πει­νούς· πει­νῶν­τας ἐ­νέ­πλη­σεν ἀ­γα­θῶν καὶ πλου­τοῦν­τας ἐ­ξα­πέ­στει­λε κε­νούς.
Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βίμ...
Στίχ. Ϛ´. Ἀν­τε­λά­βε­το Ἰσ­ρα­ὴλ παι­δὸς αὐ­τοῦ μνη­σθῆ­ναι ἐ­λέ­ους, κα­θὼς ἐ­λά­λη­σε πρὸς τοὺς πα­τέ­ρας ἡ­μῶν, τῷ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τῷ σπέρ­μα­τι αὐ­τοῦ ἕ­ως αἰ­ῶ­νος.
Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βίμ...

Κα­τα­βα­σί­α. ᾨ­δὴ θ´.

τό­κος σου ἄ­φθο­ρος ἐ­δεί­χθη· * Θε­ὸς ἐκ λα­γό­νων σου προ­ῆλ­θε * σαρ­κο­φό­ρος, ὃς ὤ­φθη * ἐ­πὶ γῆς καὶ τοῖς ἀν­θρώ­ποις συ­να­νε­στρά­φη· * σέ, Θε­ο­τό­κε, * δι­ὸ πάν­τες με­γα­λύ­νο­μεν.

Συ­να­πτὴ μι­κρά, μεθ᾿ ἣν ἐκ­φώ­νη­σις·
Ὅ­τι σὲ αἰ­νοῦ­σι πᾶ­σαι αἱ δυ­νά­μεις...

* * *

ΤΑ ΕΞΑΠΟΣΤΕΙΛΑΡΙΑ

Ἦ­χος β´.

­γι­ος Κύ­ρι­ος ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν.
­γι­ος Κύ­ρι­ος ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν.
­γι­ος Κύ­ρι­ος ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν. ­ψοῦ­τε Κύ­ρι­ον τὸν Θε­ὸν ἡ­μῶν καὶ προ­σκυ­νεῖ­τε τῷ ὑ­πο­πο­δί­ῳ τῶν πο­δῶν αὐ­τοῦ, … ­τι ἅ­γι­ός ἐ­στιν.

Ἀ­να­στά­σι­μον Ἐ­ξα­πο­στει­λά­ρι­ον Θ´.

Συγ­κε­κλει­σμέ­νων Δέ­σπο­τα, τῶν θυ­ρῶν ὡς εἰ­σῆλ­θες, τοὺς Ἀ­πο­στό­λους ἔ­πλη­σας, Πνεύ­μα­τος πα­να­γί­ου, εἰ­ρη­νι­κῶς ἐμ­φυ­σή­σας, οἷς δε­σμεῖν τε καὶ λύ­ειν, τὰς ἁ­μαρ­τί­ας εἴ­ρη­κας· καὶ ὀ­κτὼ μεθ᾿ ἡ­μέ­ρας, τὴν σὴν πλευ­ράν, τῷ Θω­μᾷ ὑ­πέ­δει­ξας καὶ τὰς χεῖ­ρας, μεθ᾿ οὗ βο­ῶ­μεν· Κύ­ρι­ος, καὶ Θε­ὸς σὺ ὑ­πάρ­χεις.

Τοῦ ἁ­γί­ου. Τῶν Μα­θη­τῶν συ­νέλ­θω­μεν.

πρῶ­τος τῶν Μαρ­τύ­ρων τρί­βον ἀ­νύ­σας, καὶ Δι­α­κό­νων πρό­κρι­τος χρη­μα­τί­σας, Στέ­φα­νος ὁ χά­ρι­τος πε­πλη­σμέ­νος, ἰ­δοὺ ἀ­να­κο­μί­ζε­ται, πρὸς τὴν Βα­σί­λει­ον πό­λιν, θαυ­μά­των βρύ­ων τὴν χά­ριν.

Θε­ο­το­κί­ον.

ν περ αἱ ἄ­νω τά­ξεις πολ­λῷ σὺν τρό­μῳ, πα­ρί­σταν­ται μὴ φέ­ρου­σαι κα­το­πτεῦ­σαι, αἴ­γλην τῆς ἀῤ­ῥή­του αὐ­τοῦ οὐ­σί­ας, Χρι­στὸν γα­στρὶ ἐ­χώ­ρη­σας, λα­βόν­τα σάρ­κα Παρ­θέ­νε, ἐκ σῶν τι­μί­ων αἱ­μά­των.

* * *

ΑΙΝΟΙ

Ἦ­χος πλ. δ´.

Πᾶ­σα πνο­ὴ αἰ­νε­σά­τω τὸν Κύ­ρι­ον. Αἰ­νεῖ­τε τὸν Κύ­ρι­ον ἐκ τῶν οὐ­ρα­νῶν, αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν τοῖς ὑ­ψί­στοις. Σοὶ πρέ­πει ὕ­μνος τῷ Θε­ῷ.
Αἰ­νεῖ­τε αὐ­τόν, πάν­τες οἱ ἄγ­γε­λοι αὐ­τοῦ· αἰ­νεῖ­τε αὐ­τόν, πᾶ­σαι αἱ δυ­νά­μεις αὐ­τοῦ. Σοὶ πρέ­πει ὕ­μνος τῷ Θε­ῷ.

Ἡ Στι­χο­λο­γί­α (Ψαλ­μοὶ ρμη´, ρμθ´) καί·

Στι­χη­ρὰ Ἀ­να­στά­σι­μα. Ἦ­χος πλ. δ´.

Στίχ. α. Τοῦ ποι­ῆ­σαι ἐν αὐ­τοῖς κρῖ­μα ἔγ­γρα­πτον· δό­ξα αὕ­τη ἔ­σται πᾶ­σι τοῖς ὁ­σί­οις αὐ­τοῦ.
Κύ­ρι­ε, εἰ καὶ κρι­τη­ρί­ῳ πα­ρέ­στης, ὑ­πὸ Πι­λά­του κρι­νό­με­νος, ἀλλ᾿ οὐκ ἀ­πε­λεί­φθης τοῦ θρό­νου, τῷ Πα­τρὶ συγ­κα­θε­ζό­με­νος· καὶ ἀ­να­στὰς ἐκ νε­κρῶν, τὸν κό­σμον ἠ­λευ­θέ­ρω­σας, ἐκ τῆς δου­λεί­ας τοῦ ἀλ­λο­τρί­ου, ὡς οἰ­κτίρ­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος.
Στίχ. β. Αἰ­νεῖ­τε τὸν Θε­ὸν ἐν τοῖς ἁ­γί­οις αὐ­τοῦ· αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν στε­ρε­ώ­μα­τι τῆς δυ­νά­με­ως αὐ­τοῦ.
Κύ­ρι­ε, εἰ καὶ ὡς θνη­τὸν ἐν μνη­μεί­ῳ, Ἰ­ου­δαῖ­οί σε κα­τέ­θεν­το, ἀλλ᾿ ὡς βα­σι­λέ­α ὑ­πνοῦν­τα στρα­τι­ῶ­ταί σε ἐ­φύ­λατ­τον, καὶ ὡς ζω­ῆς θη­σαυ­ρόν, σφρα­γί­δι ἐ­σφρα­γί­σαν­το· ἀλ­λὰ ἀ­νέ­στης καὶ πα­ρέ­σχες, ἀ­φθαρ­σί­αν ταῖς ψυ­χαῖς ἡ­μῶν.
Στίχ. γ. Αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐ­πὶ ταῖς δυ­να­στεί­αις αὐ­τοῦ· αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν κα­τὰ τὸ πλῆ­θος τῆς με­γα­λω­σύ­νης αὐ­τοῦ.
Κύ­ρι­ε, ὅ­πλον κα­τὰ τοῦ δι­α­βό­λου, τὸν Σταυ­ρόν σου ἡ­μῖν δέ­δω­κας· φρίτ­τει γὰρ καὶ τρέ­μει, μὴ φέ­ρων κα­θο­ρᾶν αὐ­τοῦ τὴν δύ­να­μιν, ὅ­τι νε­κροὺς ἀ­νι­στᾷ, καὶ θά­να­τον κα­τήρ­γη­σε· δι­ὰ τοῦ­το προ­σκυ­νοῦ­μεν, τὴν τα­φήν σου καὶ τὴν ἔ­γερ­σιν.
Στίχ. δ. Αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν ἤ­χῳ σάλ­πιγ­γος· αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν ψαλ­τη­ρί­ῳ καὶ κι­θά­ρᾳ.
Ἄγ­γε­λός σου Κύ­ρι­ε, ὁ τὴν ἀ­νά­στα­σιν κη­ρύ­ξας, τοὺς μὲν φύ­λα­κας ἐ­φό­βη­σε, τὰ δὲ γύ­ναι­α ἐ­φώ­νη­σε λέ­γων· Τί ζη­τεῖ­τε τὸν ζῶν­τα με­τὰ τῶν νε­κρῶν; ἀ­νέ­στη Θε­ὸς ὤν, καὶ τῇ οἰ­κου­μέ­νῃ ζω­ὴν ἐ­δω­ρή­σα­το.

Καὶ τοῦ ἁ­γί­ου, Στι­χη­ρὰ Προ­σό­μοι­α γ´ εἰς δ´.

Ἦ­χος δ´. Ἔ­δω­κας ση­μεί­ω­σιν.

Στίχ. ε. Αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν τυμ­πά­νῳ καὶ χο­ρῷ· αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν χορ­δαῖς καὶ ὀρ­γά­νῳ.
γ­γε­λος ἐ­πί­γει­ος, ὁ Πρω­το­μάρ­τυς γε­νό­με­νος, πρὸς οὐ­ρα­νοὺς ἀ­νερ­χό­με­νος, ἐ­πήρ­θη με­τάρ­σι­ος, καὶ τὴν θεί­αν εἶ­δεν, ὡς ἐ­χώ­ρει δό­ξαν, τῆς ἀ­προ­σί­του μυ­η­θείς, καὶ ὑ­πὲρ νοῦν Τρι­ά­δος μυ­στή­ρι­α· δι­ὸ τὴν ἀ­κα­τά­λη­πτον, ἀ­να­κη­ρύτ­τει σου δύ­να­μιν, Ἰ­η­σοῦ παν­το­δύ­να­με, ὁ Σω­τὴρ τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν.
Στίχ. Ϛ. Αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν κυμ­βά­λοις εὐ­ή­χοις· αἰ­νεῖ­τε αὐ­τὸν ἐν κυμ­βά­λοις ἀ­λα­λαγ­μοῦ. Πᾶ­σα πνο­ὴ αἰ­νε­σά­τω τὸν Κύ­ρι­ον.
γ­γε­λος ἐ­πί­γει­ος, ...
Στίχ. ζ´. Δί­και­ος ὡς φοῖ­νιξ ἀν­θή­σει καὶ ὡ­σεὶ κέ­δρος ἡ ἐν τῷ Λι­βά­νῳ πλη­θυν­θή­σε­ται.
­ραῖ­ος ἐ­πέ­φα­νας, τῇ ἐ­πα­νό­δῳ σου Στέ­φα­νε, Πρω­το­μάρ­τυς πα­νέν­δο­ξε, ἀ­κτῖ­σι κο­σμού­με­νος, χα­ρι­σμά­των θεί­ων, καὶ τῶν ἰ­α­μά­των· δι­ὸ καὶ πάν­τας τοὺς πι­στούς, κα­τα­φαι­δρύ­νεις τοῖς θαυ­μα­σί­οις σου, ἐν πί­στει τὸν φι­λάν­θρω­πον, ὑ­μνο­λο­γοῦν­τας καὶ λέ­γον­τας· Ἰ­η­σοῦ παν­το­δύ­να­με, ὁ Σω­τὴρ τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν.
Στίχ. η´. Πε­φυ­τευ­μέ­νος ἐν τῷ οἴ­κῳ Κυ­ρί­ου, ἐν ταῖς αὐ­λαῖς τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν ἐ­ξαν­θή­σει.
Κά­λα­μος ὑ­πέρ­τι­μος, ὀ­ξυ­γρα­φῶν τὴν εὐ­σέ­βει­αν, ἀ­νε­δεί­χθη ἡ γλῶσ­σά σου, δι᾿ ἧς κα­τε­φώ­τι­σας, Πρω­το­μάρ­τυς πάν­τας, ταῖς δι­δα­σκα­λί­αις, καὶ ἐ­πα­νή­γα­γες ἡ­μᾶς, ἐξ ἀ­γνω­σί­ας πρὸς τὴν εὐ­σέ­βει­αν· δι­ό σου τὴν ἐ­τή­σι­ον, ἐ­πι­τε­λοῦν­τες πα­νή­γυ­ριν, ἀ­νυ­μνοῦ­μεν γε­ραί­ρον­τες, τοὺς ἀ­γῶ­νάς σου Στέ­φα­νε.

Δό­ξα. Ἑ­ωθινὸν Θ´. Ἦ­χος πλ. α´.

ς ἐπ᾿ ἐ­σχά­των τῶν χρό­νων, οὔ­σης ὀ­ψί­ας Σαβ­βά­των, ἐ­φί­στα­σαι τοῖς φί­λοις Χρι­στέ, καὶ θαύ­μα­τι θαῦ­μα βε­βαι­οῖς, τῇ κε­κλει­σμέ­νῃ εἰ­σό­δῳ τῶν θυ­ρῶν, τὴν ἐκ νε­κρῶν σου ἀ­νά­στα­σιν· ἀλλ᾿ ἔ­πλη­σας χα­ρᾶς τοὺς Μα­θη­τάς, καὶ Πνεύ­μα­τος ἁ­γί­ου με­τέ­δω­κας αὐ­τοῖς, καὶ ἐ­ξου­σί­αν ἔ­νει­μας ἀ­φέ­σε­ως ἁ­μαρ­τι­ῶν, καὶ τὸν Θω­μᾶν οὐ κα­τέ­λι­πες, τῷ τῆς ἀ­πι­στί­ας κα­τα­βα­πτί­ζε­σθαι κλύ­δω­νι. Δι­ὸ πα­ρά­σχου καὶ ἡ­μῖν, γνῶ­σιν ἀ­λη­θῆ, καὶ ἄ­φε­σιν πται­σμά­των, εὔ­σπλαγ­χνε Κύ­ρι­ε.

Καὶ νῦν. Θε­ο­το­κί­ον.

­πε­ρευ­λο­γη­μέ­νη ὑ­πάρ­χεις, * Θε­ο­τό­κε Παρ­θέ­νε· * δι­ὰ γὰρ τοῦ ἐκ σοῦ σαρ­κω­θέν­τος, * ὁ ᾅ­δης ᾐχ­μα­λώ­τι­σται, * ὁ Ἀ­δὰμ ἀ­να­κέ­κλη­ται, * ἡ κα­τά­ρα νε­νέ­κρω­ται, * ἡ Εὔ­α ἠ­λευ­θέ­ρω­ται, * ὁ θά­να­τος τε­θα­νά­τω­ται, * καὶ ἡ­μεῖς ἐ­ζω­ο­ποι­ή­θη­μεν· * δι­ὸ ἀ­νυ­μνοῦν­τες βο­ῶ­μεν· * Εὐ­λο­γη­τὸς Χρι­στὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, * ὁ οὕ­τως εὐ­δο­κή­σας, δό­ξα σοι.

* * *

Καὶ εὐ­θὺς ψάλ­λε­ται
εἰς τὸν ἦ­χον τῆς Κυ­ρι­α­κῆς

Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ

Δό­ξα σοι τῷ δεί­ξαν­τι τὸ φῶς. * Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ * καὶ ἐ­πὶ γῆς εἰ­ρή­νη, * ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κί­α.
­μνοῦ­μέν σε, * εὐ­λο­γοῦ­μέν σε, * προ­σκυ­νοῦ­μέν σε, * δο­ξο­λο­γοῦ­μέν σε, * εὐ­χα­ρι­στοῦ­μέν σοι * δι­ὰ τὴν με­γά­λην σου δό­ξαν.
Κύ­ρι­ε βα­σι­λεῦ, * ἐ­που­ρά­νι­ε Θε­έ, * Πά­τερ παν­το­κρά­τορ· * Κύ­ρι­ε Υἱ­ὲ μο­νο­γε­νές, * Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, * καὶ ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα.
Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ός, * ὁ ἀ­μνὸς τοῦ Θε­οῦ, * ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Πα­τρός, * ὁ αἴ­ρων τὴν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου, * ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς, * ὁ αἴ­ρων τὰς ἁ­μαρ­τί­ας τοῦ κό­σμου.
Πρόσ­δε­ξαι τὴν δέ­η­σιν ἡ­μῶν, * ὁ κα­θή­με­νος ἐν δε­ξι­ᾷ τοῦ Πα­τρός, * καὶ ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς.
­τι σὺ εἶ μό­νος ἅ­γι­ος, * σὺ εἶ μό­νος Κύ­ρι­ος, * Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, * εἰς δό­ξαν Θε­οῦ Πα­τρός. Ἀ­μήν.
Καθ᾿ ἑ­κά­στην ἡ­μέ­ραν εὐ­λο­γή­σω σε * καὶ αἰ­νέ­σω τὸ ὄ­νο­μά σου εἰς τὸν αἰ­ῶ­να * καὶ εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τοῦ αἰ­ῶ­νος.
Κα­τα­ξί­ω­σον, Κύ­ρι­ε, * ἐν τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ταύ­τῃ * ἀ­να­μαρ­τή­τους φυ­λα­χθῆ­ναι ἡ­μᾶς.
Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε, * ὁ Θε­ὸς τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, * καὶ αἰ­νε­τὸν καὶ δε­δο­ξα­σμέ­νον τὸ ὄ­νο­μά σου * εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μήν.
Γέ­νοι­το, Κύ­ρι­ε, * τὸ ἔ­λε­ός σου ἐφ᾿ ἡ­μᾶς, * κα­θά­περ ἠλ­πί­σα­μεν ἐ­πὶ σέ.
Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε· * δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου. (ἐκ γ´)
Κύ­ρι­ε, * κα­τα­φυ­γὴ ἐ­γε­νή­θης ἡ­μῖν * ἐν γε­νε­ᾷ καὶ γε­νε­ᾷ. * Ἐ­γὼ εἶ­πα· * Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σόν με· * ἴ­α­σαι τὴν ψυ­χήν μου, * ὅ­τι ἥ­μαρ­τόν σοι.
Κύ­ρι­ε, πρὸς σὲ κα­τέ­φυ­γον· * δί­δα­ξόν με τοῦ ποι­εῖν τὸ θέ­λη­μά σου, * ὅ­τι σὺ εἶ ὁ Θε­ός μου.
­τι πα­ρὰ σοὶ πη­γὴ ζω­ῆς· * ἐν τῷ φω­τί σου ὀ­ψό­με­θα φῶς.
Πα­ρά­τει­νον τὸ ἔ­λε­ός σου * τοῖς γι­νώ­σκου­σί σε.
­γι­ος ὁ Θε­ός, * ἅ­γι­ος ἰ­σχυ­ρός, * ἅ­γι­ος ἀ­θά­να­τος· * ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. (ἐκ γ´)
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι.
Καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
­γι­ος ἀ­θά­να­τος· * ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς.

Καὶ πά­λιν ἰ­σχυ­ρο­τέ­ρᾳ φω­νῇ·

­γι­ος ὁ Θε­ός, * ­γι­ος ἰ­σχυ­ρός, * ­γι­ος ἀ­θά­να­τος· * ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς.

Καὶ τὸ ἀ­να­στά­σι­μον τρο­πά­ρι­ον. Ἦ­χος πλ. δ´.

­να­στὰς ἐκ τοῦ μνή­μα­τος * καὶ τὰ δε­σμὰ δι­αρ­ρή­ξας τοῦ ᾅ­δου, * ἔ­λυ­σας τὸ κα­τά­κρι­μα τοῦ θα­νά­του, Κύ­ρι­ε, * πάν­τας ἐκ τῶν πα­γί­δων τοῦ ἐ­χθροῦ ῥυ­σά­με­νος· * ἐμ­φα­νί­σας σε­αυ­τὸν τοῖς ἀ­πο­στό­λοις σου * ἐ­ξα­πέ­στει­λας αὐ­τοὺς ἐ­πὶ τὸ κή­ρυγ­μα * καὶ δι᾿ αὐ­τῶν τὴν εἰ­ρή­νην * πα­ρέ­σχες τῇ οἰ­κου­μέ­νῃ, * μό­νε πο­λυ­έ­λε­ε.

* * * * *

ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Ὁ δι­ά­κο­νος τὰ εἰ­ρη­νι­κὰ
καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς τὴν ἐκ­φώ­νη­σιν·
Ὅ­τι πρέ­πει σοι πᾶ­σα δό­ξα…

Τὰ τυ­πι­κά, οἱ μα­κα­ρι­σμοὶ τοῦ ἤ­χου εἰς δ´
καὶ δ´ ἐκ τῆς Ϛ´ ᾠ­δῆς τοῦ κα­νό­νος τοῦ ἁ­γί­ου.

Εἰ δὲ μή, τὰ Ἀν­τί­φω­να.

Ἀν­τί­φω­νον Α´. Ἦ­χος β´. Ψαλ­μὸς ρβ´ (102).

Στίχ. α´. Εὐ­λό­γει ἡ ψυ­χή μου, τὸν Κύ­ρι­ον, καὶ πάν­τα τὰ ἐν­τός μου τὸ ὄ­νο­μα τὸ ἅ­γι­ον αὐ­τοῦ.
Ταῖς πρε­σβεί­αις τῆς Θε­ο­τό­κου, * Σῶ­τερ, σῶ­σον ἡ­μᾶς.
Στίχ. β´. Εὐ­λό­γει, ἡ ψυ­χή μου, τὸν Κύ­ρι­ον, καὶ μὴ ἐ­πι­λαν­θά­νου πά­σας τὰς ἀν­τα­πο­δό­σεις αὐ­τοῦ.
Ταῖς πρε­σβεί­αις τῆς Θε­ο­τό­κου...
Στίχ. γ´. Κύ­ρι­ος ἐν τῷ οὐ­ρα­νῷ ἡ­τοί­μα­σε τὸν θρό­νον αὐ­τοῦ, καὶ ἡ βα­σι­λεί­α αὐ­τοῦ πάν­των δε­σπό­ζει.
Ταῖς πρε­σβεί­αις τῆς Θε­ο­τό­κου...
Στίχ. δ´. Εὐ­λο­γεῖ­τε τὸν Κύ­ρι­ον, πάν­τα τὰ ἔρ­γα αὐ­τοῦ, ἐν παν­τὶ τό­πῳ τῆς δε­σπο­τεί­ας αὐ­τοῦ.
Ταῖς πρε­σβεί­αις τῆς Θε­ο­τό­κου...
Δό­ξα. Καὶ νῦν.
Ταῖς πρε­σβεί­αις τῆς Θε­ο­τό­κου...

Ὁ δι­ά­κο­νος τὴν μι­κρὰν συ­να­πτὴν
καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς τὴν ἐκ­φώ­νη­σιν·
Ὅ­τι σὸν τὸ κρά­τος...

Ἀν­τί­φω­νον Β´. Ἦ­χος β´. Ψαλ­μὸς ρμε´ (145).

Στίχ. α´. Αἴ­νει, ἡ ψυ­χή μου, τὸν Κύ­ρι­ον· αἰ­νέ­σω Κύ­ρι­ον ἐν τῇ ζω­ῇ μου· ψα­λῷ τῷ Θε­ῷ μου ἕ­ως ὑ­πάρ­χω.
Σῶ­σον ἡ­μᾶς, Υἱ­ὲ Θε­οῦ, * ὁ ἀ­να­στὰς ἐκ νε­κρῶν, * ψάλ­λον­τάς σοι, Ἀλ­λη­λού­ϊ­α.
Στίχ. β´. Μα­κά­ρι­ος, οὗ ὁ Θε­ὸς Ἰ­α­κὼβ βο­η­θὸς αὐ­τοῦ, ἡ ἐλ­πὶς αὐ­τοῦ ἐ­πὶ Κύ­ρι­ον τὸν Θε­ὸν αὐ­τοῦ.
Σῶ­σον ἡ­μᾶς, Υἱ­ὲ Θε­οῦ, ὁ ἀ­να­στὰς ...
Στίχ. γ´. Τὸν ποι­ή­σαν­τα τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν θά­λασ­σαν καὶ πάν­τα τὰ ἐν αὐ­τοῖς.
Σῶ­σον ἡ­μᾶς, Υἱ­ὲ Θε­οῦ, ὁ ἀ­να­στὰς ...
Στίχ. δ´. Βα­σι­λεύ­σει Κύ­ρι­ος εἰς τὸν αἰ­ῶ­να, ὁ Θε­ός σου, Σι­ών, εἰς γε­νε­ὰν καὶ γε­νε­άν.
Σῶ­σον ἡ­μᾶς, Υἱ­ὲ Θε­οῦ, ὁ ἀ­να­στὰς ...
Δό­ξα. Καὶ νῦν.
μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, * ἀ­θά­να­τος ὑ­πάρ­χων * καὶ κα­τα­δε­ξά­με­νος * δι­ὰ τὴν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν * σαρ­κω­θῆ­ναι ἐκ τῆς ἁ­γί­ας Θε­ο­τό­κου * καὶ ἀ­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας, * ἀ­τρέ­πτως ἐ­ναν­θρω­πή­σας, * σταυ­ρω­θείς τε, Χρι­στὲ ὁ Θε­ός, * θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας, * εἷς ὢν τῆς ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, * συν­δο­ξα­ζό­με­νος τῷ Πα­τρὶ * καὶ τῷ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, * σῶ­σον ἡ­μᾶς.

Ὁ δι­ά­κο­νος τὴν μι­κρὰν συ­να­πτὴν
καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς τὴν ἐκ­φώ­νη­σιν·
Ὅ­τι ἀ­γα­θὸς καὶ φι­λάν­θρω­πος...

Ἀν­τί­φω­νον Γ´. Ἦ­χος ὁ τυ­χών. Ψ. ριζ´ (117).

Στίχ. α´. Ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε τῷ Κυ­ρί­ῳ, ὅ­τι ἀ­γα­θός, ὅ­τι εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τὸ ἔ­λε­ος αὐ­τοῦ.

Τὸ ἀ­να­στά­σι­μον ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον τοῦ ἤ­χου.

Στίχ. β´. Εἰ­πά­τω­σαν δὴ πάν­τες οἱ φο­βού­με­νοι τὸν Κύ­ρι­ον, ὅ­τι ἀ­γα­θός, ὅ­τι εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τὸ ἔ­λε­ος αὐ­τοῦ.

Τὸ ἀ­να­στά­σι­μον ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον.

Στίχ. γ´. Αὕ­τη ἡ ἡ­μέ­ρα, ἣν ἐ­ποί­η­σεν ὁ Κύ­ρι­ος· ἀ­γαλ­λι­α­σώ­με­θα καὶ εὐ­φραν­θῶ­μεν ἐν αὐ­τῇ.

Τὸ ἀ­να­στά­σι­μον ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον.

* * *

ΜΙΚΡΑ ΕΙΣΟΔΟΣ

Εἰ­σο­δι­κόν. Ἦ­χος β´.
(Ἐ­ὰν εἰ­σο­δεύ­ουν πολ­λοὶ ἱ­ε­ρεῖς, ψάλ­λουν αὐ­τοὶ τὸ εἰ­σο­δι­κόν).

Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν Χρι­στῷ. Σῶ­σον ἡ­μᾶς Υἱ­ὲ Θε­οῦ, ὁ ἀ­να­στὰς ἐκ νε­κρῶν, ψάλ­λον­τάς σοι, Ἀλ­λη­λού­ϊ­α.

* * *

Τὸ ἀ­να­στά­σι­μον ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον.
(ψάλ­λε­ται ὑ­πὸ τῶν ἱ­ε­ρέ­ων, ἐ­ὰν τε­λεῖ­ται συλ­λεί­τουρ­γον)

Τὸ ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον τοῦ πρω­το­μάρ­τυ­ρος.

Εἶ­τα τὸ Ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον τοῦ Ἁ­γί­ου τοῦ Να­οῦ.

Κον­τά­κι­ον τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως.
(Ψάλ­λε­ται ἀ­πὸ κζ´ Ἰ­ου­λί­ου ἕ­ως ιγ ´ Αὐ­γού­στου
πλὴν τῆς α´ καὶ ε´ Αὐ­γού­στου).

Ἦ­χος βα­ρύς. Αὐ­τό­με­λον.

­πὶ τοῦ ὄ­ρους * με­τε­μορ­φώ­θης, * καί, ὡς ἐ­χώ­ρουν, * οἱ μα­θη­ταί σου * τὴν δό­ξαν σου, Χρι­στὲ ὁ Θε­ός,* ἐ­θε­ά­σαν­το· * ἵ­να, ὅ­ταν σε ἴ­δω­σι σταυ­ρού­με­νον, * τὸ μὲν πά­θος νο­ή­σω­σιν ἑ­κού­σι­ον, * τῷ δὲ κό­σμῳ κη­ρύ­ξω­σιν, * ὅ­τι σὺ ὑ­πάρ­χεις ἀ­λη­θῶς * τοῦ Πα­τρὸς τὸ ἀ­παύ­γα­σμα.

* * *

ΤΡΙΣΑΓΙΟΣ ΥΜΝΟΣ

* * *

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Κυ­ρι­α­κῆς Θ´ ἑ­βδο­μά­δος ἐ­πι­στο­λῶν.

Προ­κεί­με­νον καὶ Ἀλ­λη­λού­ϊ­α τοῦ ἤ­χου.

Προ­κεί­με­νον. Ἦ­χος πλ. δ´. (Ψαλ­μὸς οε´).

Εὔ­ξα­σθε καὶ ἀ­πό­δο­τε Κυ­ρί­ῳ τῷ Θε­ῷ ἡ­μῶν.
Στίχ. Γνω­στὸς ἐν τῇ Ἰ­ου­δαί­ᾳ ὁ Θε­ός, ἐν τῷ Ἰσ­ρα­ὴλ μέ­γα τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ.
Πρὸς Κο­ριν­θί­ους Α´ Ἐ­πι­στο­λῆς Παύ­λου τὸ Ἀ­νά­γνω­σμα.

(γ´ 9-17)

­δελ­φοί, Θε­οῦ ἐ­σμεν συ­νερ­γοί· Θε­οῦ γε­ώρ­γι­ον, Θε­οῦ οἰ­κο­δο­μή ἐ­στε. Κα­τὰ τὴν χά­ριν τοῦ Θε­οῦ τὴν δο­θεῖ­σάν μοι ὡς σο­φὸς ἀρ­χι­τέ­κτων θε­μέ­λι­ον τέ­θει­κα, ἄλ­λος δὲ ἐ­ποι­κο­δο­μεῖ· ἕ­κα­στος δὲ βλε­πέ­τω πῶς ἐ­ποι­κο­δο­μεῖ· θε­μέ­λι­ον γὰρ ἄλ­λον οὐ­δεὶς δύ­να­ται θεῖ­ναι πα­ρὰ τὸν κεί­με­νον, ὅς ἐ­στιν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Εἰ δέ τις ἐ­ποι­κο­δο­μεῖ ἐ­πὶ τὸν θε­μέ­λι­ον τοῦ­τον χρυ­σόν, ἄρ­γυ­ρον, λί­θους τι­μί­ους, ξύ­λα, χόρ­τον, κα­λά­μην, ἑ­κά­στου τὸ ἔρ­γον φα­νε­ρὸν γε­νή­σε­ται· ἡ γὰρ ἡ­μέ­ρα δη­λώ­σει· ὅ­τι ἐν πυ­ρὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται· καὶ ἑ­κά­στου τὸ ἔρ­γον ὁ­ποῖ­όν ἐ­στι τὸ πῦρ δο­κι­μά­σει. Εἴ τι­νος τὸ ἔρ­γον με­νεῖ ὃ ἐ­πῳ­κο­δό­μη­σε, μι­σθὸν λή­ψε­ται· εἴ τι­νος τὸ ἔρ­γον κα­τα­κα­ή­σε­ται, ζη­μι­ω­θή­σε­ται, αὐ­τὸς δὲ σω­θή­σε­ται, οὕ­τως δὲ ὡς δι­ὰ πυ­ρός. Οὐκ οἴ­δα­τε ὅ­τι να­ὸς Θε­οῦ ἐ­στε καὶ τὸ Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ οἰ­κεῖ ἐν ὑ­μῖν; Εἴ τις τὸν να­ὸν τοῦ Θε­οῦ φθεί­ρει, φθε­ρεῖ τοῦ­τον ὁ Θε­ός· ὁ γὰρ να­ὸς τοῦ Θε­οῦ ἅ­γι­ός ἐ­στιν, οἵ­τι­νές ἐ­στε ὑ­μεῖς.

Ἀλ­λη­λού­ϊ­α (γ´). Ἦ­χος πλ. δ´. (Ψαλ­μὸς δ´).

Στίχ. Δεῦ­τε ἀ­γαλ­λι­α­σώ­με­θα τῷ Κυ­ρί­ῳ, ἀ­λα­λά­ξω­μεν τῷ Θε­ῷ τῷ σω­τῆ­ρι ἡ­μῶν.
Προ­φθά­σω­μεν τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ἐν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει καὶ ἐν ψαλ­μοῖς ἀ­λα­λά­ξω­μεν αὐ­τῷ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Κυ­ρι­α­κῆς Θ´ Ματ­θαί­ου

Ἐκ τοῦ κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον (ιδ´ 22-34).

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ ἠ­νάγ­κα­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς τοὺς μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ ἐμ­βῆ­ναι εἰς τὸ πλοῖ­ον καὶ προ­ά­γειν αὐ­τὸν εἰς τὸ πέ­ραν, ἕ­ως οὗ ἀ­πο­λύ­σῃ τοὺς ὄ­χλους. Καὶ ἀ­πο­λύ­σας τοὺς ὄ­χλους ἀ­νέ­βη εἰς τὸ ὄ­ρος κατ᾿ ἰ­δί­αν προ­σεύ­ξα­σθαι. ὀ­ψί­ας δὲ γε­νο­μέ­νης μό­νος ἦν ἐ­κεῖ. Τὸ δὲ πλοῖ­ον ἤ­δη μέ­σον τῆς θα­λάσ­σης ἦν, βα­σα­νι­ζό­με­νον ὑ­πὸ τῶν κυ­μά­των· ἦν γὰρ ἐ­ναν­τί­ος ὁ ἄ­νε­μος. Τε­τάρ­τῃ δὲ φυ­λα­κῇ τῆς νυ­κτὸς ἀ­πῆλ­θε πρὸς αὐ­τοὺς ὁ Ἰ­η­σοῦς πε­ρι­πα­τῶν ἐ­πὶ τῆς θα­λάσ­σης. Καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν οἱ μα­θη­ταὶ ἐ­πὶ τὴν θά­λασ­σαν πε­ρι­πα­τοῦν­τα ἐ­τα­ρά­χθη­σαν λέ­γον­τες ὅ­τι φάν­τα­σμά ἐ­στι, καὶ ἀ­πὸ τοῦ φό­βου ἔ­κρα­ξαν. Εὐ­θέ­ως δὲ ἐ­λά­λη­σεν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Θαρ­σεῖ­τε, ἐ­γώ εἰ­μι· μὴ φο­βεῖ­σθε. Ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ αὐ­τῷ ὁ Πέ­τρος εἶ­πε· Κύ­ρι­ε, εἰ σὺ εἶ, κέ­λευ­σόν με πρὸς σὲ ἐλ­θεῖν ἐ­πὶ τὰ ὕ­δα­τα· Ὁ δὲ εἶ­πεν· Ἐλ­θέ. Καὶ κα­τα­βὰς ἀ­πὸ τοῦ πλοί­ου ὁ Πέ­τρος πε­ρι­ε­πά­τη­σεν ἐ­πὶ τὰ ὕ­δα­τα ἐλ­θεῖν πρὸς τὸν Ἰ­η­σοῦν. Βλέ­πων δὲ τὸν ἄ­νε­μον ἰ­σχυ­ρὸν ἐ­φο­βή­θη, καὶ ἀρ­ξά­με­νος κα­τα­πον­τί­ζε­σθαι ἔ­κρα­ξε λέ­γων· Κύ­ρι­ε, σῶ­σόν με. Εὐ­θέ­ως δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­κτεί­νας τὴν χεῖ­ρα ἐ­πε­λά­βε­το αὐ­τοῦ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ· Ὀ­λι­γό­πι­στε! εἰς τί ἐ­δί­στα­σας; Καὶ ἐμ­βάν­των αὐ­τῶν εἰς τὸ πλοῖ­ον ἐ­κό­πα­σεν ὁ ἄ­νε­μος. Οἱ δὲ ἐν τῷ πλοί­ῳ ἐλ­θόν­τες προ­σε­κύ­νη­σαν αὐ­τῷ λέ­γον­τες· Ἀ­λη­θῶς Θε­οῦ υἱ­ὸς εἶ. Καὶ δι­α­πε­ρά­σαν­τες ἦλ­θον εἰς τὴν γῆν Γεν­νη­σα­ρέτ.
Δό­ξα σοι, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι.

Καὶ γί­νε­ται τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ θεί­ου λό­γου.

* * *

Καὶ κα­θε­ξῆς ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α
τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Χρυ­σο­στό­μου.

* * *

Εἰς τό· Ἐ­ξαι­ρέ­τω­ς τῆς Πα­να­γί­ας…

­ξι­όν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς * μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­ο­τό­κον, * τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ πα­να­μώ­μη­τον * καὶ μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν. * Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βὶμ * καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν * ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φίμ, * τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως * Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, * τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον, * σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

* * *

Κοι­νω­νι­κόν.

Αἰ­νεῖ­τε τὸν Κύ­ρι­ον ἐκ τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἀλ­λη­λού­ϊ­α.

Με­τὰ τὴν με­τά­δο­σιν. Ἦ­χος β´.

Εἴ­δο­μεν τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, * ἐ­λά­βο­μεν Πνεῦ­μα ἐ­που­ρά­νι­ον, * εὕ­ρο­μεν πί­στιν ἀ­λη­θῆ, * ἀ­δι­αί­ρε­τον Τρι­ά­δα προ­σκυ­νοῦν­τες· * αὕ­τη γὰρ ἡ­μᾶς ἔ­σω­σεν.

Εἰς τό· Πάν­το­τε, νῦν καὶ ἀ­εί…

Ἦ­χος β´.

Πλη­ρω­θή­τω τὸ στό­μα ἡ­μῶν * αἰ­νέ­σε­ώς σου, Κύ­ρι­ε, * ὅ­πως ἀ­νυ­μνή­σω­μεν τὴν δό­ξαν σου, * ὅ­τι ἠ­ξί­ω­σας ἡ­μᾶς * τῶν ἁ­γί­ων σου με­τα­σχεῖν μυ­στη­ρί­ων· * τή­ρη­σον ἡ­μᾶς ἐν τῷ σῷ ἁ­γι­α­σμῷ, * ὅ­λην τὴν ἡ­μέ­ραν * με­λε­τῶν­τας τὴν δι­και­ο­σύ­νην σου. * Ἀλ­λη­λού­ϊ­α, ἀλ­λη­λού­ϊ­α, ἀλ­λη­λού­ϊ­α.

Με­τὰ τὴν ὀ­πι­σθάμ­βω­νον εὐ­χήν. Ἦ­χος β´.

Εἴ­η τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον * ἀ­πὸ τοῦ νῦν καὶ ἕ­ως τοῦ αἰ­ῶ­νος. (ἐκ γ´)
Ἀ­πό­λυ­σις· Ὁ ἀ­να­στὰς ἐκ νε­κρῶν...
Δι᾿ εὐ­χῶν... ­μήν.