Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012


Ο Αγιος Δημήτριος ο Μεγαλομάρτυς.



Ο άγιος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και έζησε κατά τους χρόνους τουΑυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Τετράρχη Γαλερίου Μαξιμιανού (284-305μ.Χ), εποχή κατά την οποίαέγινε φοβερός διωγμός κατά των χριστιανών. Ήταν επιφανέστατο μέλος της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, Δούκας της πόλης και Στρατηγός όληςτης Θεσσαλίας. Ο Δημήτριος που κατάγονταν από ευσεβή οικογένεια, δε φοβήθηκε από τα διατάγματα των αυτοκρατόρων και συνέχισε να κηρύττει τον ευαγγελικό λόγο, οδηγώντας στην πίστη πολλούςειδωλολάτρες. Όταν ο Μαξιμιανός έμαθε για την χριστιανική δράση του Δημητρίου διέταξε να συλληφθείκαι να οδηγηθεί μπροστά του. Ο Δημήτριος δε δίστασε να ομολογήσει τη χριστιανική του πίστη, παρόλο που γνώριζε τα φρικτάβασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι χριστιανοί. Αρχικά φυλακίστηκε σε ένα τόπο ακάθαρτο, σ' ένα παλαιό λουτρό στα υπογεια του οποίου χύνονταν ακάθαρτα περιττώματα. Στο βρωμερό αυτό τόπο ο άγιος παρέμεινε στερημένος τη συναναστροφή των ανθρώπων, αλλά παρηγορούμενος από το Θεό. Αυτότον καιρό διεξάγονταν αθλητικοί αγώνες στη Θεσσαλονίκη προς τιμή του αυτοκράτορα, ένας από τους συμμετέχοντες, ανθρωπος του Μαξιμιανού, που ονομάζονταν Λυαίος, κόμπαζε πως ήταν ανίκητος καιπαράλληλα χλέβαζε τους χριστιανούς καλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του. Ένας νεαρός στρατιώτηςκαι κρυφός μαθητής του Δημητρίου, που ονομάζονταν Νέστωρας επισκέφθηκε το Δημήτριο στη φυλακή και του ζήτησε να προσευχηθεί για να τον βοηθήσει ο Κύριος μας να αντιμετωπίσει τον Λυαίο. Ο άγιος αφού προσευχήθηκε και του είπε: "Ύπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ Χριστού θα μαρτυρήσεις". Ο Νέστωρας τότε παρουσιάστηκε στο στάδιο και ζήτησε να αναμετρηθεί με τον φοβερό Λυαίο. Μάταια προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Όταν ο Τετράρχης είδε πως δεν τον άκουε τον άφησε νααντιμετωπίσει τον γιγαντόσωμο Λυαίο. Αυτός πλησίασε τον Λυαίο και φωνάζοντας "Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι" του κατάφερε ένα φοβερό χτύπημα με το σπαθί στη καρδία και αυτός αμέσως σωριάστηκε νεκρός. Ο Μαξιμιανός αφού πληροφορήθηκε τα γεγονότα θεώρησε υπεύθυνο τον Δημήτριο και διέταξε νατους σκοτώσουν και τους δύο αμέσως. Έτσι ο άγιος Νέστωρας αποκεφαλίστηκε έξω από τη λεγόμενηΧρυσή Πύλη. Ο Δημήτριος που βρίσκονταν ακόμα στο λουτρό φυλακισμένος μόλις είδε τους στρατιώτεςνα έρχονται σήκωσε το δεξί του χέρι και οι στρατιώτες τον λόγχευσαν στην πλευρά, έτσι έμοιασε στονΚύριο μας, τον γλυκύτατο Ιησού που και αυτός είχε λογχευθεί στην πλευρά, ύστερα οι στρατιώτες των λόγχευσαν σε όλο του το σώμα. Έτσι τελειώθηκε ο άγιος Δημήτριος δεχόμενος το μαρτυρικό στεφάνι. Κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί ήρθαν κρυφά και ένταφίασαν το σώμα του αγίου στον ίδιο τον τόπο του μαρτυρίου, στο βρωμερό λουτρό που έμμελε πλέον να γίνει ιατρείο ψυχών και σωμάτων. Κάποιοςμάλιστα φίλος του αγίου που ονομάζονταν Λούπος και ήταν παρόν την ώρα του μαρτυρίου όταν έφυγανοι στρατιώτες, πήγε γρήγορα και έβγαλε το δαχτυλίδι και το πανωφόρι του αγίου και τα έβαψε στο αίματου. Με αυτά ενεργούσε πολλά θαύματα: αρρώστους ιάτρευε, δαιμονισμένους θεράπευε. Ο Μαξιμιανός μόλις έμαθε αυτά έστειλε στρατιώτες και τον αποκεφάλισαν σε κάποιον τόπο ονομαζόμενο Τριβουνάλιο.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 07/10/2012
Ευαγγελιστής Λουκάς ζ΄11-16.


Κείμενο:
Και εγένετο εν τω εξής επορεύετο εις πόλιν καλουμένην Ναΐν· και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς. ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αύτη ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή. και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ΄ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε· και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι. και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού. έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού.


Μετάφραση:
Ύστερα πήγε ο Ιησούς σε μια πόλη που λεγότανε Ναΐν. Μαζί του ήταν αρκετοί μαθητές του και πολύ πλήθος. Την ώρα που πλησίαζαν την πύλη της πόλης, βγάζανε ένα νεκρό, το μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ήταν χήρα. Κόσμος πολύς από την πόλη τη συνόδευε. Όταν είδε τη χήρα ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαις». Έπειτα προχώρησε, ακούμπησε τη σορό, και, αφού στο μεταξύ αυτοί που βαστούσαν το φέρετρο σταμάτησαν, είπε: «Νεαρέ, σε διατάζω να σηκωθείς». Ανακάθισε ο νεκρός κι άρχισε να μιλάει. Ο Ιησούς τότε τον παρέδωσε στη μητέρα του. Όλους τους κυρίεψε δέος και δόξασαν το Θεό λέγοντας: «Μεγάλος προφήτης εμφανίστηκε ανάμεσά μας!» και: «Ο Θεός ήρθε να σώσει το λαό του!»

Σχόλια:

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 7, 11-16)

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

«Και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς
υιός μονογενής τη μητρί αυτού»

Η ΣΚΗΝΗ ΞΕΤΥΛΙΓΕΤΑΙ έξω από τη μικρή πόλη της Γαλιλαίας Ναΐν. Δυο συνοδείες συναντώνται. Ο Κύριος με τους μαθητές Του που κατευθύνονταν προς τη μικρή πόλη, η πρώτη. Μια μάζα πονεμένων ανθρώπων που έβγαιναν από την πόλη, η δεύτερη. Προπορευόταν ένα φέρετρο. Μια πονεμένη χήρα μάνα συνόδευε το μονάκριβο παιδί της στην τελευταία του κατοικία. Και το πλήθος των ανθρώπων, βουβοί και λυπημένοι, έκλειναν τη νεκρική πομπή. Οι συνοδείες διασταυρώθηκαν. Η πρώτη με επικεφαλής τη ζωή. Η δεύτερη με κέντρο τον θάνατο. Και η δυναμική αναμέτρηση, η δραματική πάλη αρχίζει.
Ο Κύριος μας, η Ζωή και η Ανάσταση των ανθρώπων, σπλαχνίζεται την πονεμένη μάνα. Βλέπει τα μάτια της να τρέχουν βρύσες, το πρόσωπο της αυλακωμένο από τον πόνο. Γεμάτος συμπόνοια της λέει: «Μη κλείτε». Κι ευθύς ζητλα να σταματήσει η πομπή. Πλησιάζει το φέρετρο. Αγγίζει το νεκρό σώμα. Και το στόμα Του ανοίγει για ν’ απευθύνει το θεϊκό πρόσταγμα: «Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι»! Το θαύμα είναι πλέον μια πραγματικότητα. Ο νεκρός νέος ανακαθίζει και αρχίζει να ομιλεί. Ο Κύριος τον παραδίδει στη χαρούμενη μάνα και το πλήθος έκθαμβο ξεσπά σε δοξολογίες.
Η εξιστόρηση του θαύματος της σημερινής περικοπής μας φέρνει μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Η δραματική συμπλοκή του Κυρίου μαζί του , μας καλεί να σταθούμε αντιμέτωποι με το συγκλονιστικό τούτο γεγονός και να φωτίσουμε το μυστήριο που κρύβει με το φως της χριστιανικής μας πίστεως.

Θάνατος: μια τραγική πραγματικότητα

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ένα συγκλονιστικό γεγονός, μια οδυνηρή πραγματικότητα μέσα στη ζωή μας. Η παρουσία του απαρχής γέμιζε την ψυχή του ανθρώπου με φόβο και έφερνε τη σκέψη του σε απορία και αδιέξοδο. «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον…» ψάλλει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εκφράζοντας το πανανθρώπινο δέος ενώπιον του θανάτου.
Πραγματικότητα, λοιπόν, τραγική και αδιαμφισβήτητη. Φαινόμενο καθολικό. Γεγονός που μας συγκλονίζει. Γεννηθήκαμε; Ήρθαμε στον κόσμο αυτό; Τα μάτια μας αντίκρυσαν το φως του ήλιου και τις ομορφιές της γης; Μια μέρα θα πεθάνουμε οπωσδήποτε. Θα φύγουμε από τον παρόντα κόσμο. Και τα μάτια μας, που τώρα ακτινοβολούν τη δύναμη και την ομορφιά της ζωής, κάποτε θα ακινητοποιηθούν και θα κλείσουν. Κανείς, μα κανείς από τους ανθρώπους δεν διέφυγε το δόκανο του θανάτου.

Η ρίζα του θανάτου

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η προέλευση του θανάτου; Πως μπήκε στη ζωή του ανθρώπου; Ο θάνατος είναι ο πικρός καρπός και η τραγική συνέπεια της αμαρτίας, της αποστασίας και της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Η Παλαιά Διαθήκη μας βεβαιώνει ότι «φθόνω διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2, 24). Και ο απόστολος Παύλος διδάσκει: «Δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος» (Ρωμ. 5,12).
Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι έργο του Θεού, αλλά αποτέλεσμα της αποστασίας μας, της αυτονομημένης ζωής από τον ζώντα και αληθινό Θεό, που προτιμήσαμε να ζήσουμε. Όπως διδάσκει και ο Μ. Βασίλειος – και η γνώμη του εκφράζει ολόκληρη την Πατερική Παράδοση -, «ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα».

Πως αντιμετωπίζουν οι πολλοί τον θάνατο

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ κατηγορία ανθρώπων βλέπουν τον θάνατο σαν ένα φυσικό φαινόμενο και μόνο, σαν το τέρμα της ζωής και την επιστροφή στο μηδέν και στην ανυπαρξία. Δεν πιστεύουν στην μεταθανάτια ζωή. Δεν αισθάνονται μεταφυσική δίψα. Δεν υπάρχει μέσα τους ελπίδα, πόθος σωτηρίας.
Άλλοι άνθρωποι θέλουν να αγνοούν τον θάνατο. Τον αντιπαρέρχεται ηθελημένα. Σκέπτονται τα πάντα. Υπολογίζουν λεπτομέρειες. Προγραμματίζουν τη ζωή τους σχολαστικά. Μόνο τον θάνατο επιμένουν να αγοούν. Να μην τον σκέπτονται. Να μη λαμβάνουν υπόψη τους τη βίαιη έλευση του.
Και μια τρίτη κατηγορία: Είναι αυτοί που φοβούνται, που τρέμουν τον θάνατο. Στη σκέψη ότι θα πεθάνουν μια μέρα, παραλύουν από τον φόβο. Βλέπουν νεκροφόρα και στρέφουν αλλού το πρόσωπο τους. Και όταν η ανάγκη το επιβάλλει, τους είναι αδύνατο να δρασκελίσουν το κατώφλι του νεκροταφείου. Η ιδέα του θανάτου γεμίζει την ψυχή τους με απελπισία και τρόμο.

Η χριστιανική στάση

ΠΩΣ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ αντιμετωπίζουμε τον θάνατο; Πως θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε για την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο;
1. Το πρώτιστο είναι η ορθή αντίληψη περί θανάτου που οφείλουμε να έχουμε ως χριστιανοί. Ο θάνατος αποτελεί μιαν αδιαμφισβήτητη και αναπότρεπτη πραγματικότητα στη ζωή μας. Δεν είναι έργο του Θεού. Προήλθε από την αμαρτία. Είναι η τραγική συνέπεια της αποστασίας μας από τον ζώντα και αληθινό Θεό.
Όμως ο θάνατος, με τον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου μας, νικήθηκε. Έχασε τη δύναμη και την αποκρουστικότητα του. Γίνεται κατά τον Μ. Βασίλειο «ζωής αφορμή», γέφυρα με την οποία: περνάμε από τα πρόσκαιρα στα αιώνια και από τα φθαρτά στα άφθαρτα. Το φως της Αναστάσεως του Χριστού μας διαλύει τη μαυρίλα του θανάτου. Και η ελπίδα της κοινής αναστάσεως και της αιώνιας ζωής μεταβάλλει τον θάνατο σε ύπνο.
2. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η μνήμη του θανάτου. Οι χριστιανοί δεν τρέμουμε μπροστά στο θάνατο. Δεν τον φοβόμαστε. Δεν προσπαθούμε να τον απωθήσουμε από τον ορίζοντα της ζωής μας. Αντίθετα, τον σκεπτόμαστε, διατηρούμε μέσα στις καρδιές μας αυτό που οι Πατέρες μας ονομάζουν μνήμη θανάτου. «Πάσαν ώραν», διδάσκει ο Μέγας Αθανάσιος, «μνημόνευε της εξόδου σου, έχε καθ’ ημέραν προ οφθαλμών τον θάνατον».
Η εμπειρία αυτή δεν υποκρύπτει μια κάποια περιφρόνηση προς την παρούσα ζωή, αλλά μια βαθια ρεαλιστική στάση μπροστά στη ζωή και στο θάνατο. Και η θύμηση αυτή του θανάτου γίνεται ανασχετικός φραγμός που μας ανακόπτει από το να αμαρτήσουμε, να αθετήσουμε τις ζωηφόρες εντολές του Κυρίου. «Μιμνήσκου τα έσχατα σου», συμβουλεύει ο σοφός Σειράχ, «και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις» (Σοφ. Σειρ. 7, 36).
3. Οι πιστοί ακόμη προετοιμαζόμαστε για την ώρα του θανάτου μας. Η ετοιμότητα ενώπιον του θανάτου αποτελεί μια συνεχή φροντίδα. Ολόκληρη η ζωή μας, ο καθημερινός αγώνας μας, υπηρετεί αυτό το ιδανικό: να ευρεθούμε έτοιμοι κατά την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο. Και περιεχόμενο αυτής της ετοιμασίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια να ζούμε κατά το θέλημα του Θεού.

Η προετοιμασία των ετοιμοθάνατων.

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ την προετοιμασία μας ενόψει του θανάτου, είναι ανάγκη να πούμε δυο λόγια και για τον τρόπο με τον οποίο οι χριστιανοί οφείλουμε να προετοιμάζουμε τους ετοιμοθάνατους αδελφούς μας, συγγενείς ή φίλους μας.
Ασφαλώς δεν τρομοκρατούμε κανένα με την απειλή του επερχομένου θανάτου, αλλά δεν αποσιωπούμε αφελώς αυτό που μέλλει να συμβεί, αραδιάζοντας παραμύθια και ψεύτικες παρηγοριές.
Με αγάπη και τέχνη εισηγούμαστε την ανάγκη για μια καλή εξομολόγηση. Να έρθει πνευματικός ιερεύς για να εξομολογήσει τον γέροντα ή τον άρρωστο μας. Είναι εγκληματικό εμείς οι χριστιανοί να ανεχόμαστε ή – ακόμη χειρότερα – να καλλιεργούμε την ανόητη αντίληψη ότι ο ερχομός του ιερέως σημαίνει πως έφτασε η ώρα του θανάτου!
Μόνο έτσι πρέπει να προετοιμάζουμε τον άνθρωπο μας για να λάβει και τη θεία κοινωνία. Και τα δυο αυτά – εξομολόγηση και μετάληψη – πρέπει να γίνουν όταν ο γέροντας ή ο ασθενής είναι ακόμη καλά, έχει διαύγεια πνεύματος και το επιθυμεί και ο ίδιος. Όταν πλέον πνέει τα λοίσθια ή έχει περιπέσει σε κώμα είναι ανώφελο. Η Εκκλησία δεν δίνει τα μυστήρια της σε πτώματα. Και η δική μας ευθύνη γι’ αυτή την αμέλεια μας είναι πολύ μεγάλη.
Αλλά και κάτι άλλο: Συχνά γνωρίζουμε οι συγγενείς και οι φίλοι πως ο ετοιμοθάνατος βρίσκεται σε σύγκρουση ή αντιδικία με άλλους. Αποτελεί χρέος μας να τον βοηθήσουμε – έστω και την τελευταία στιγμή – να συμφιλιωθεί μαζί τους. Να δώσει και να ζητήσει συγχώρηση, ώστε να φύγει από τον κόσμο συμφιλιωμένος και ειρηνευμένος.

* * *

Αδελφοί μου,
Ας μη μας διαφεύγει η πραγματικότητα του θανάτου. Είμαστε φθαρτοί. Αργά ή γρήγορα – πότε ακριβώς μόνο ο Θεός το γνωρίζει – θα βρεθούμε όλοι μας αντιμέτωποι μα την πραγματικότητα του θανάτου. Η μεγάλη ώρα θα έρθει οπωσδήποτε και για μας. Και θα έρθει ξαφνικά και απροειδοποίητα!
Οφείλουμε να μη φοβόμαστε τον θάνατο.
Να σκεπτόμαστε καθημερινά την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο.
Να προετοιμαζόμαστε με φόβο Θεού για τη μεγάλη αυτή στιγμή.
Και να παρακαλούμε με θέρμη τον Κύριο να μας χαρίσει «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών».

Πρεσβύτερος
Δημήτριος Λ. Λάμπρου

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012


Ο άγιος Διονύσιος Ζακύνθου συγχώρεσε, εξομολόγησε και έσωσε από τους διώκτες του τον ίδιο το φονιά του αδελφού του (του Διονυσίου), από exagorefsis.blogspot.com.


Η ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ
ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου.



   Στο 13ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του, ο απόστολος Παύλος συνθέτει έναν αριστουργηματικό ύμνο προς την αρετή της αγάπης, που είναι η κυριότερη ενέργεια του Θεού προς τον άνθρωπο, συμπεριλαμβάνει τα πάντα, και χωρίς την οποία δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει το θέλημα του Θεού, να ενωθεί μαζί Του κατά χάριν και να σωθεί. Άλλωστε ο Θεός μάς αγάπησε πρώτος και έστειλε τον Υιό του, που θυσιάστηκε για να μας ελευθερώσει από τις αμαρτίες μας και να μας χαρίσει τη νέα εν πνεύματι ζωή (βλ. Α΄ Ιω. 4,9-10). «Αρχή και τέλος αρετής απάσης η αγάπη» (48,795), διδάσκει και ο χρυσός πατέρας της Εκκλησίας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος. 
Ο απόστολος των εθνών ξεκαθαρίζει ότι ακόμη κι αν κάποιος ήταν άξιος να μιλήσει όλες τις γλώσσες των ανθρώπων αλλά και των αγγέλων, γνώριζε όλες τις επιστήμες και κατείχε όλες τις γνώσεις, ήταν ο μεγαλύτερος προφήτης και έκανε μάλιστα και μοναδικά θαύματα, μοίραζε σε αγαθοεργίες όλη του την περιουσία ή έδινε τη ζωή του ως μάρτυρας της πίστεως, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΓΑΠΗ, τότε σε τίποτα δεν θα τον ωφελούσαν όλα τα προτερήματά του και οι φιλανθρωπίες του, αφού δεν θα γνώριζε ή δεν θα κατόρθωνε να εντρυφήσει στην ρίζα και πηγή όλων των αρετών, την αγάπη. Η αγάπη, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, είναι μεγαλύτερη ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα. Διότι στην αιώνια ζωή οι δύο αυτές κορυφαίες αρετές δεν θα χρειάζονται πια, αφού θα βλέπουμε το Θεό πρόσωπο με πρόσωπο και θα βιώνουμε συνεχώς την άκτιστη δόξα Του. Η αγάπη όμως θα παραμείνει ως τρόπος ζωής των αναγεννηθέντων και υιοθετηθέντων στο όνομα του Ιησού Χριστού παιδιών του ουράνιου Πατέρα.
Η αγάπη βέβαια για να είναι ολοκληρωμένη είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται στην προσωπική μας ζωή και να γίνεται πράξη. Είναι αλήθεια ότι αρχής γενομένης από την πρωτοχριστιανική ζωή, και στη συνέχεια με τους εκκλησιαστικούς Πατέρες, η Εκκλησία εφάρμοσε (και εφαρμόζει διαρκώς), για πρώτη φορά ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΑ, τα κοινωνικά συσσίτια υπέρ των αναξιοπαθούντων, των πενήτων και αναγκεμένων συνανθρώπων μας, όταν τα κράτη στερούνταν κάποτε σχετικής μέριμνας. Η πόλη της φιλανθρωπίας και της αγάπης που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος, η γνωστή ‘Βασιλειάδα’, παραμένει διαχρονικό παράδειγμα τού τι σημαίνει να είσαι πραγματικά άνθρωπος σε κατανόηση και προσφορά. Αλλά και τα ξακουστά συσσίτια του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος έτρεφε καθημερινά 5.000 ανθρώπους, φανερώνουν ότι δίνει κανείς ουσιαστικά όταν δίνει από τα βάθη της υπάρξεώς του και όταν η χάρη του Θεού τον έχει επισκεφθεί.    
Η Επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, η αγάπη και προς τους εχθρούς ως κύριο χαρακτηριστικό της ζωής των πρώτων χριστιανών, η εντολή του Χριστού «ίνα αγαπάμε αλλήλους», η υπέροχη παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, που επισημαίνει ποιος αγαπά πραγματικά και ποιος προφασίζεται ιδιοτελώς την αγάπη, τα λόγια του Χριστού πάνω στον σταυρό: «Πατέρα, συγχώρεσε τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23,34), η συγχώρεση από τον πρωτομάρτυρα Στέφανο όσων τον λιθοβολούσαν και τελικά τον φόνευσαν (Πράξ. 7,60), καθώς και η φυγάδευση από τον άγιο Διονύσιο Ζακύνθου, τέλος 16ου αι., του ίδιου του φονιά του αδελφού του, φανερώνουν ότι χωρίς αγάπη δεν υπάρχει γνήσια χριστιανική ζωή, παρά μόνο μια άσχημη ιδεολογική απομίμησή της. Όταν αγαπά κάποιος τον Θεό, οφείλει να αγαπά και την εικόνα Του, που είναι ο συνάνθρωπος. Διότι δεν  μπορεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι αγαπά τον Θεό, που άλλωστε εξωτερικά δεν τον βλέπει, και να μην δείχνει την αγάπη του στους διπλανούς του (ή πολύ χειρότερο να τους μισεί), όταν εξάλλου κάθε μέρα τους συναντά και μάλιστα συγχρωτίζεται μαζί τους (Α΄ Ιω. 4,19-21).
Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος έγινε άνθρωπος για να ευεργετήσει, να συνδράμει και να θεραπεύσει τους πάντες (Πράξ. 10,38). Αυτός είναι ο μόνος ιατρός ψυχών και σωμάτων, που με τη σταυρική του θυσία δίδαξε όχι μόνο πως η συγχωρητικότητα είναι η θύρα για τον παράδεισο και την λύτρωση του ανθρώπου, αλλά και ότι η αγάπη είναι κατεξοχήν προσφορά και θυσία και όχι μόνο λόγια και επιδερμική νουθεσία. Τέλος, αγάπη προς το Χριστό σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές και διδαχές του. Διότι όποιος μένει πιστός σε ότι δίδαξε ο Χριστός, «αυτός έχει κοινωνία και με τον Πατέρα και με τον Υιό» (Β΄ Ιω. 4-9).    


 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
3   ΙΟΥΛΙΟΥ  2012

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012




Η Εκκλησία εορτάζει την παγκόσμια ύψωση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. Η εορτή είναι αρχαιότατη και μια από τις Δεσποτικές εορτές, τις εορτές δηλαδή τις αφιερωμένες στο Δεσπότη Χριστό. Η εορτή συνδέεται με μεγάλα ιστορικά γεγονότα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, γι’ αυτό έχει πανηγυρικό χαρακτήρα. Συγχρόνως όμως αναφέρεται στη σταύρωση και το θάνατο του Κυρίου, γι’ αυτό και τιμάται με αυστηρή νηστεία, όπως η Μεγάλη Παρασκευή. Το Ευαγγέλιο, που διαβάζεται στη θεία Λειτουργία, είναι το ίδιο που διαβάζεται και τη Μεγ. Παρασκευή. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού ήταν ήμερα γενικής αργίας, αλλά μετά τον πόλεμο οι εργάσιμες ήμερες της εβδομάδος, ενώ από έξη έγιναν πέντε, η εορτή του Σταυρού είναι εργάσιμη ήμερα.
Το 326, ένα χρόνο μετά την πρώτη οικουμενική Σύνοδο, η αγία Ελένη πήγε στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσει τους αγίους τόπους και να ευχαριστήσει το Θεό, για τις νίκες και τις θριαμβευτικές επιτυχίες του παιδιού της και πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Τότε έκτισε διάφορους ναούς, όπως στο όρος των Ελαιών και στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Με διαταγή του Κωνσταντίνου ανέλαβε να κτίσει μεγάλο ναό στο λόφο του Γολγοθά, εκεί που σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός. Εκεί, πριν από διακόσια χρόνια, ο αυτοκράτορας Αδριανός, για να εμποδίσει τούς χριστιανούς να προσκυνούν τον άγιο τόπο, είχε ανεγείρει ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η αγία Ελένη κατεδάφισε τον ειδωλολατρικό ναό, ξεκαθάρισε τον τόπο, εξακρίβωσε τη θέση που σταυρώθηκε ο Κύριος και βρήκε τον τίμιο Σταυρό.
Η είδηση ότι βρέθηκε ο τίμιος Σταυρός διαδόθηκε σ’ όλο τον τότε χριστιανικό κόσμο. Έτρεξαν λοιπόν όλοι, και μάλιστα οι πιστοί της Παλαιστίνης, για να προσκυνήσουν το τίμιο ξύλο. Όταν περατώθηκε ο ναός της Αναστάσεως, που έκτισε η αγία Ελένη επάνω στο λόφο του Γολγοθά, στις 14 Σεπτεμβρίου του 336 έγιναν επίσημα και με κάθε λαμπρότητα τα εγκαίνια. Τότε ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Μακάριος, επειδή το πλήθος του λαού ήταν πολύ, για να δουν όλοι και να προσκυνήσουν, ανέβηκε στον άμβωνα, που ήταν στη μέση του ναού και ύψωσε τον τίμιο Σταυρό. Οι πιστοί προσκυνούσαν, κάνοντας το σταυρό τους κι έλεγαν «Κύριε, ελέησον». Αυτή λοιπόν την ύψωση του τιμίου Σταυρού εορτάζει σήμερα η Εκκλησία και υψώνει τον τίμιο Σταυρό στη μέση τού ναού.
Ύστερ’ από 280 περίπου χρόνια, το 614, οι Πέρσες κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα, έκαναν μεγάλες καταστροφές, πήραν αιχμάλωτο τον Πατριάρχη Ζαχαρία και μαζί τη μεγάλη ασημένια λειψανοθήκη, στην οποία η αγία Ελένη είχε φυλάξει τον τίμιο Σταυρό. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, ύστερ’ από 14 χρόνια, έκαμε εκστρατεία, έφτασε νικητής ως την πρωτεύουσα της Περσίας, ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους χριστιανούς, πήρε τον τίμιο Σταυρό και τον Πατριάρχη Ζαχαρία και γύρισε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί κατέβηκε στα Ιεροσόλυμα, έβγαλε το βασιλικό στέμμα και ανυπόδητος, σηκώνοντας το κιβώτιο με το τίμιο Ξύλο το έφερε στο Γολγοθά. Εκεί, πάλι στις 14 Σεπτεμβρίου και στο ναό της Αναστάσεως, ο Πατριάρχης Ζαχαρίας ύψωσε στον άμβωνα τον Σταυρό κι ο λαός έψαλλε «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σον,..».
Η ανεύρεση του τιμίου Σταύρου από την αγία Ελένη και η δεύτερη ύψωση του στον άμβωνα από τον Πατριάρχη Ζαχαρία συνοδεύονται με δυό θαύματα. Το πρώτο θαύμα είναι η θεραπεία μιας ετοιμοθάνατης γυναίκας. Η αγία Ελένη βρήκε τρεις σταυρούς· οι άλλοι δύο ήσαν των δύο ληστών. Γεννήθηκε λοιπόν απορία ποιος ήταν ο Σταυρός του Κυρίου. Εκεί κοντά βέβαια βρέθηκε η επιγραφή του Πιλάτου «Ιησούς ο Ναζωραίος ο Βασιλεύς των Ιουδαίων», αλλά ο Πατριάρχης Μακάριος άγγιξε την ετοιμοθάνατη γυναίκα με το τίμιο Ξύλο κι η άρρωστη αμέσως έγινε καλά. Το δεύτερο θαύμα είναι ότι, ανεβαίνοντας με το τίμιο Ξύλο προς το Γολγοθά, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος σταμάτησε και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Τότε ο Πατριάρχης Ζαχαρίας του είπε κι έβγαλε το βασιλικό στέμμα και τα υποδήματα του. Κι αμέσως ξεκίνησε.

(+ Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 267-269).

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής  9  Σεπτεμβρίου.
Ευαγγελιστής Ιωάννης γ΄13-17.


Κείμενο:
13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ.

Μετάφραση:
Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνο ο Υιός του Ανθρώπου, που κατέβηκε από τον ουρανό, και που είναι στον ουρανό. Όπως ο Μωυσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ΄ αυτόν να μη χαθεί αλλά να ζήσει αιώνια. Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο το μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ΄ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Γιατί ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι΄ αυτού.

Σχόλια:

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
(Ιω. 3, 13-17)

Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑ

«…ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν
μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον»

Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ η ανάγνωση της ευαγγελικής περικοπής που ακούσαμε κατά την σημερινή Κυριακή δεν είναι τυχαία. Η παρούσα Κυριακή φέρει το όνομα Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, την οποία ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε. Το περιεχόμενο, λοιπόν, της περικοπής αναφέρεται στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού μας, κορυφαία φάση του οποίου είναι η σταυρίκή Του θυσία.
Η περικοπή προέρχεται από τον περίφημο διάλογο που είχε κάποια νύχτα ο Κύριος με τον Νικόδημο ο οποίος, λόγω ακριβώς αυτού του νυκτερινού διαλόγου, ονομάστηκε έκτοτε νυκτερινός μαθητής του Χριστού. Είναι ο ίδιος που μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία θα πρωτοστατήσουν στον ενταφιασμό του Κυρίου.
Το πρώτο μέρος της περικοπής συνδέει τη σταύρωση του Χριστού μ’ ένα γογονός της ιερής ιστορίας: την ύψωση του χάλκινου φιδιού δια του οποίου εσώζοντο οι Ισραηλίτες από τα θανατηφόρα δήγματα των φιδιών της ερήμου. Όπως, δηλαδή, η ύψωση του χάλκινου φιδιού στην έρημο έσωζε τους Ισραηλίτες από τα θανατηφόρα δήγματα των φιδιών, έτσι και η ύψωση του Χριστού πάνω στο σταυρό σώζει από την θανατηφόρα αμαρτία και δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα της αιωνίας ζωής.
Το δεύτερο μέρος της περικοπής μας αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημα της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, τον ύψιστο σκοπό της ελεύσεως Του στον κόσμο.

Η αγάπη, κίνητρο
του απολυτρωτικού έργου του Χριστού

ΑΥΤΟ ΠΟΥ κατ’ αρχήν μας επισημαίνει με έμφαση ο Κύριος είναι το κίνητρο του απολυτρωτικού Του έργου: «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Ο Θεός αποφασίζει να σώσει τον κόσμο παρακινούμενος από την αγάπη Του και μόνο. Η αγάπη του Θεού είναι το κλειδί με το οποίο μπορούμε να ανοίξουμε και να κατανοήσουμε, στο βαθμό που μας είναι δυνατό, το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας.
Ο Θεός αγαπά τον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο. Όλους τους ανθρώπους. Και τους αγαπά με μιαν αγάπη ανέκφραστη, μια αγάπη της οποίας το μέγεθος αδυνατούμε να προσδιορίσουμε οι άνθρωποι. Αυτό ακριβώς φανερώνει η διατύπωση «ούτω γαρ ηγάπησεν». Καθώς εξηγεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «τω ειπείν Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον , πολλήν δείκνυσιν της αγάπης την επίτασιν».
Το μέγεθος της θείας αγάπης αποκαλύπτεται στην προσφορά του Θεού προς τον κόσμο. Για την σωτηρία του κόσμου ο ουράνιος Πατέρας προσφέρει τον μονογενή Υιόν Του. Η θυσία του Χριστού μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε πόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και τον κόσμο ολόκληρο. Και η συνειδητοποίηση αυτή θα πρέπει να πλημμυρίζει τις καρδιές μας από απέραντη ευγνωμοσύνη για τον Κύριο, να μας ωθεί να τον αγαπούμε κι εμείς με όλη την καρδιά μας.

Ο σκοπός της θείας Ενανθρωπήσεως

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ που υπογραμμίζει ο λόγος του Κυρίου είναι ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως. Ο Θεός παραδίδει τον Υιόν Του να πάθει και να σταυρωθεί, «ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον».
Ο Χριστός ήρθς στον κόσμο για να σώσει τον κόσμο. Σταυρώθηκε για να συντρίψει το θάνατο και να νικήσει την αμαρτία. Για να επανακτήσουμε οι άνθρωποι τη δυνατότητα να ζήσουμε αιωνίως σε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι ο σταυρός του Χριστού γίνεται η κλίμακα που οδηγεί στον ουρανό. Η γέφυρα που γεφυρώνει τη γη με τον ουρανό. Διδάσκει ο Μ. Αθανάσιος: «Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν. Και αυτός εφανέρωσεν εαυτόν δια σώματος, ίνα ημείς του αοράτου Πατρός έννοιαν λάβωμεν. Και αυτός υπέμεινε την παρ’ ανθρώπων ύβριν, ίνα ημείς αθανασίαν κληρονομήσωμεν».
Αναμφίβολα ο στίχος αυτός αποτελεί το πιο χαρμόσυνο μήνυμα. Μέσα σε λίγες λέξεις περιλαμβάνει το παν, ολόκληρο το έργο της εν Χριστώ σωτηρίας. Γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε ως «η Βίβλος εν μικρογραφία».

Η γνήσια πίστη βασική προϋπόθεση σωτηρίας

ΠΟΣΟΙ ΚΑΙ ποιοί άνθρωποι σώζονται; Όλοι. «Πάς» άνθρωπος. Εδώ βλέπουμε τον καθολικό χαρακτήρα της σωτηρίας που προσφέρει ο Χριστός μας. Σώζει ολόκληρο τον κόσμο γιατί τον αγαπά. Προσφέρει τη δωρεά της αιώνιας ζωής σε όλους τους ανθρώπους χωρίς καμιά εξαίρεση και διάκριση.
Τι απαιτείται εκ μέρους μας; Τι καλείται να συνεισφέρει ο άνθρωπος. Την πίστη στον Χριστό. Αυτό δηλώνει το «πάς ο πιστεύων εις αυτόν». Θεμελιώδης προύπόθεση για να μετάσχουμε στην αιώνια ζωή είναι να πιστέψουμε. Η σωτηρία προσφέρεται σε όλους, όμως σώζονται μόνον αυτοί που θα πιστέψουν στον Υιό του Θεού. Χωρίς την πίστη στον Χριστό δυνατότητα σωτηρίας δεν υπάρχει.
Η πίστη μας αυτή κι αν ακόμη είναι ορθή, δεν μας εγγυάται τη δυνατότητα σωτηρίας, αν δεν συνοδεύεται και από τα ανάλογα έργα, αν δεν είναι πίστη έμπρακτη, πίστη βιωμένη. Διότι αυτό που επιβεβαιώνει τη γνησιότητα και κατά συνέπεια και την αξία της πίστεως είναι ο συνεπής χριστιανικός βίος, η αρμονική συνύπαρξη στη ζωή μας πίστεως και έργων. Αλλιώτικα, ισχύει αυτό που παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Πολλοί γαρ πίστιν έχοντες ακριβή, βίον δε διεφθαρμένον, αθλιώτεροι πάντων γεγόνασιν».
* * *
Αδελφοί μου,
Ο σταυρός του Κυρίου, την ύψωση του οποίου ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε, είναι η πιο τρανή απόδειξη της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους. Ο Χριστός μας σταυρώθηκε από αγάπη για μας. Πέθανε επάνω στο σταυρό για να ζήσουμε εμείς οι άνθρωποι. Να ζήσουμε αιωνίως κοντά Του. Στη Βασιλεία Του.
Αυτή τη ζωή προσφέρει ο Θεός και στον καθένα από μας. Υπό μια προϋπόθεση: Να πιστέψουμε στον Υιό Του και να ακολουθήσουμε το Ευαγγέλιο Του. «Ο πιστεύων εις τον υιόν έχει ζωήν αιώνιον. Ο δε απειθών τω υιώ ουκ όψεται την ζωήν» (Ιω. 3,36).

                                                              Πρεσβύτερος
                                                   Δημήτριος Λ. Λάμπρου

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012






Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης, Θεέ των όλων, υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον, σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον, πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά· Εύφορον πάσι το έτος χορήγησον.


1η Σεπτεμβρίου: ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ


(δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους). Για την περίπτωση αυτή, ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά έξης: "Λέξις λατινική (indictio) όρισμόν σημαίνουσα καθ' όν κατά δεκαπενταετή περίοδον έπληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α' Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. "Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι' ανθρώπους νέε".Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.Η 1η Σεπτεμβρίου, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, αποτελεί την αρχή της Ινδίκτου. Τότε τελείται η ακολουθία της Ινδίκτου σε συνδυασμό με τη θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.Αρχικά υπήρχε η Αυτοκρατορική Ίνδικτος ή Καισαρική Ινδικτιώνα που μάλλον εισήχθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Εκαλείτο επιπλέον Κωνσταντινική ή της Κωνσταντινουπόλεως ή Ελληνική. Παράλληλα υπήρχε και η Παπική Ινδικτιώνα.Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη. Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ' αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1 η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.


Άπολυτίκιον.

Ήχος β'.

Ό πάσης Δημιουργός της κτίσεως, ό καιρούς και χρόνους εν τη Ίδία εξουσία θέμενος, ευλόγησαν τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητας σου, Κύριε, φυλάττων εν ειρήνη τους βασιλείς και την πάλιν σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012



29 Αυγούστου η Αποκεφάλισης του Τιμίου Προδρόμου.


“Τόν ἐν προφήταις μείζονα γνωρισθέντα καί Ἀποστόλων πρόκριτον γεγονότα, ὕμνοις ἐγκωμίων στεφανώσωμεν, τόν Πρόδρομον τῆς χάριτος, τήν κεφαλήν γάρ ἐτιμήθη, διά τόν νόμον Κυρίου.” (ἐξαποστειλάριον ἑορτῆς).


Περίλαμπρα τιμᾶ σήμερον ἡ Ἐκκλησία τόν Πρόδρομο Ἰωάννη καί μνημονεύει τό θλιβερό καί ἀποτρόπαιο γεγονός τῆς ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς του, δηλαδή μέ τά σημερινά δεδομένα θά λέγαμε, τῆς ἐκτελέσεως μέ ἀποκεφαλισμό ἑνός ἀθώου καί ἀδικοφυλακισμένου, τοῦ Ἰωάννη Προδρόμου.
Ὑπενθυμίζουμε ὅτι αἰτία τῆς φυλακίσεως τοῦ Προδρόμου ἀπό τόν υἱό τοῦ Ἡρώδη τοῦ Μεγάλου, τόν Ἡρώδη Ἀντίπα, ἦταν ἡ παράνομη σχέση, τήν ὁποία δημιούργησε ὁ Ἡρώδης μέ τή νύμφη του Ἡρωδιάδα. Ἡ Ἡρωδιάδα ἦταν σύζυγος τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἡρώδη, τοῦ Φιλίππου. Ὁ Φίλιππος μέ τήν Ἡρωδιάδα εἶχαν παιδί ἀπό τό γάμο τους, τή Σαλώμη. Ἕνεκα αὐτῶν τῶν καταστάσεων, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, ὁ Προφήτης καί Πρόδρομος Ἰωάννης, τούς ἔκανε δριμύτατο ἔλεγχο. Γιά τοῦτο κατάληξε στή φυλακή καί ἔπειτα γνώρισε τό θάνατο μέ ἀποκεφαλισμό.
Ὁ Ἡρώδης Ἀντίπας, ὡς ἐπιπόλαιος καί παρασυρόμενος ἀπό τήν Ἡρωδιάδα, μετά τό χορό τῆς Σαλώμης πρός τιμή του στά γενέθλιά του, τῆς ἔταξε μέχρι καί τό μισό βασίλειό του. Ἡ Ἡρωδιάδα ὅμως συμβούλευσε τή Σαλώμη σχετικά καί ἡ τελευταία ζήτησε τό κεφάλι τοῦ Προδρόμου στό πιάτο, πρᾶγμα πού ἐγένετο. Ἡ ἐξόντωση ὅμως τοῦ στόματος τῆς ἀληθείας γέννησε τέτοιες τύψεις στήν ψυχή τοῦ Ἡρώδη πού ἐκεῖνος ἀκούοντας γιά τά θαύματα τοῦ Κυρίου τά ἀπέδιδε στόν Ἰωάννη ὡς ἀναστηθέντα.
Ἡ ἀντιπνευματική καί σαρκολάτρισσα ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη βαθυτέρας μελέτης τῆς μορφῆς, τῆς ζωῆς, τοῦ κηρύγματος, τῆς προσφορᾶς καί τῆς θυσίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, στήν πλειονότητά του, ἀντιμέτωπος μέ τούς πολλούς θορύβους τῆς ζωῆς, ἀποβαίνει κωφός στά μηνύματα τοῦ οὐρανοῦ. Θαμπωμένος ἀπό τίς ἀνακαλύψεις καί τίς μηχανές νομίζει ὅτι ἔγινε Θεός καί ἔβγαλε τόν Ἀληθινό Θεό ἀπό τά σχέδια καί τήν καθημερινή του ζωή. Ἀσχολεῖται μέ τό πόσα ὑλικά ἀγαθά ἔχει, τί γνώσεις καί ψευτοδιπλώματα πῆρε καί στό πῶς νά προβληθεῖ καί νά καταξιωθεῖ σέ τοῦτο τόν κόσμο πάνω στή γῆ. Ἔχουν καί αὐτά βέβαια τή θέση τους στή ζωή μας. Δέν εἶναι ὅμως τό πᾶν.
Χρειάζεται νά προσέχουμε ὄχι μόνο τήν ὁριζόντια διάσταση τῆς ζωῆς ἀλλά νά σκεπτόμεθα παράλληλα καί τήν κάθετη καί μάλιστα σοβαρότερα. Εἶναι ἀνάγκη νά βάλουμε πιό πολύ Θεό στή ζωή, τήν καρδιά, τό νοῦ καί τό πρόγραμμά μας, ἄν θέλουμε νά πορευθοῦμε τόν ἀνάντη δρόμο, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ ἀταλάντευτα πιό κοντά στόν Πλάστη Θεό. Ἄν περιοριζώμεθα στό τί “φάγωμεν καί πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν” (Α´ Κορ. ιε´ 32), σέ τί διαφέρουμε ἀπό τά ἄλογα ζῶα; Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε γιά πιό ψηλά, γιά τά μεγάλα, τά ὡραῖα, τά οὐράνια καί θεῖα. Εἶναι ὁ ἀετός τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τό σκουλήκι τῆς γῆς. Στόχος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά εἶναι ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ καί τέρμα ἡ οὐράνια Βασιλεία. Ἀμήν!