Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 02/10/2011.
Λουκάς ς΄31-36

Κείμενο:
Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως. Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. Και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί.


Μετάφραση:
Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να τους συμπεριφέρεστε κι εσείς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Κι αν κάνετε καλό σ΄ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ΄ όλους ελπίζετε να σας τα επιστέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν΄ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτε. Κι έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας.


Σχόλια:


ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΛΟΥΚΑ.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ

«Και έσεσθε υιοί του Υψίστου»

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ πλάσματα του Θεού. Δημιουργήματα της αγάπης Του. Έκφραση της αγάπης του Θεού, που φανερώθηκε κατά τη δημιουργία μας, είναι ένα μεγάλο δώρο που μας έδωσε και ένας υψηλός σκοπός που μέσα στη ζωή μας έθεσε. Το δώρο είναι ότι μας έπλασε «κατ’ εικόνα» δική Του, όντα λογικά και ελεύθερα με αθάνατη ψυχή. Ο μεγάλος σκοπός που έθεσε μέσα στη ζωή μας είναι το «καθ’ ομοίωσιν». Να μπορούμε, δηλαδή, με την καλή χρήση της ελευθερίας μας, με τον προσωπικό μας αγώνα, να προχωρούμε στην αρετή, να φτάσουμε στην τελειότητα, να μοιάσουμε στον ίδιο τον Θεό. Όπως διδάσκει και ο Μ. Βασίλειος, ο άνθρωπος έχει το «κατ’ εικόνα» «εκ του λογικός είναι». Και γίνεται «καθ’ ομοίωσιν» «εκ του χρηστότητα αναλαβείν».
Όμως ο άνθρωπος έπεσε. Αμαύρωσε μέσα του την εικόνα του Θεού. Έχασε την δυνατότητα να επιτύχει την τελείωση του. Διέφθειρε την πατρική δωρεά και πλανήθηκε στη χώρα της αποστασίας και της αμαρτίας.
Από την πτώση αυτή μας ανέστησε ο Κύριος μας. Θεράπαευσε την άρρωστη φύση μας. Άνοιξε την κεκλεισμένη πύλη της Βασιλείας Του. Και μας προσκάλεσε στο δρόμο της τελειότητας, χαρίζοντας μας τη θεία υιοθεσία. Δηλαδή, τη δυνατότητα να γίνουμε παιδιά Του ζώντας κατά το θέλημα Του, τηρώντας τις ζωηφόρες εντολές Του.
Αυτό τον υψηλό σκοπό που έχουμε στη ζωή μας υπενθυμίζει στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Κύριος. «Και έσεσθε υιοί του Υψίστου» λέει. Θα γίνετε παιδιά του Θεού. Πως όμως άραγε; Με ποιο τρόπο; Η περικοπή που ακούσαμε υποδεικνύει και τους τρόπους. Καθορίζει τα πλαίσια μέσα στα οποία κινούμενος ο άνθρωπος θα μπορέσει να επιτύχει τον ιερότερο σκοπό της επί γης ζωής του.

Η κλιμακωτή ανάβαση του χριστιανού

ΚΛΙΜΑΚΩΤΗ ΜΑΣ παρουσιάζει ο Ιησούς Χριστός την ανάβαση προς την τελειότητα. Τα ύψη ποτέ δεν τα κατακτά κανείς με μιας. Ξεκινά από χαμηλά και αγωνίζεται με ζήλο και υπομονή για να φτάσει ψηλά. Αυτό γίνεται παντού. Βλέπουμε τον αετό με πόση τέχνη εκπαιδεύει τους αετιδείς του. Ξεκινά από τα χαμηλά και σιγά-σιγά τους ανεβάζει ψηλότερα. Βλέπουμε τα αεροπλάνα. Και αυτά όχι μονομιάς, αλλά προοδευτικά κερδίζουν ύψος.
Το ίδιο ισχύει και για το πνευματικό ανέβασμα. Η κατάκτηση της αρετής μοιάζει με ανάβαση σε ψηλό βουνό. Ξεκινούμε από χανηλά, τους πρόποδες του, και προχωρούμε για να φτάσουμε στις ολοκάθαρες κορφές του. Η χριστιανική ζωή είναι μια πνευματική κλίμακα που καλείται να ανέβει ο χριστιανός, ο οποίος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, να γίνει παιδί του Υψίστου Θεού. Τα σκαλοπάτια αυτής της κλίμακας είναι οι εντολές του Θεού που οφείλουμε να τηρήσουμε. Αυτής της πνευματικής κλίμακας ο Κύριος σήμερα παρουσιάζει τρεις βαθμίδες.

Πρώτη βαθμίδα: η δικαιοσύνη

«ΚΑΘΩΣ ΘΕΛΕΤΕ ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Δηλαδή, όπως θέλετε να συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σε σας, κι εσείς να κάνετε σ’ αυτούς τα ίδια. Λόγια αθάνατα. Χρυσό κανόνα της Καινής Διαθήκης τα ονόμασαν οι ερμηνευτές. Εκφράζουν τον ασίγαστο πόθο κάθε ανθρώπινης ψυχής να βασιλεύει γύρω μας δικαιοσύνη. Φανερώνουν την μοναδική αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας,τα ιερά της δικαιώματα, που θα πρέπει να γίνονται καθολικά σεβαστά. Η Παλαιά Διαθήκη την εντολή αυτή του Θεού μας την παραδίδει με αρνητική διατύπωση: «Ό μισείς, μηδενί ποιήσης» (Τωβ. 4, 15). Εδώ ο Κύριος τη διατυπώνει θετικά, όπως θετική θα πρέπει να είναι και η στάση μας ως χριστιανών μέσα στη ζωή.
Θέλουμε οι άλλοι να μας σέβονται; Οφείλουμε κι εμείς να τους σεβόμαστε.
Θέλουμε οι συνάνθρωποι μας να μην μας αδικούν; Κι εμείς δεν πρέπει να αδικούμε τους άλλους.
Θέλουμε να μας μιλούν με ειλικρίνεια, να μας λένε πάντα την αλήθεια; Το ίδιο χεωστολυμε να κάνουμε κι εμείς.
Θέλουμε να είναι συνεπείς στα λόγια και τις υποσχέσεις τους, έντιμοι στις συμφωνίες τους; Συνεπείς οφείλουμε να είμαστε κι εμείς. Η εντιμότητα να διακρίνει και το δικό μας χαρακτήρα.

Δεύτερη βαθμίδα: η ανεξικακία και η αγάπη

ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ θα πρέπει να αγκαλιάζει και τους εχθρούς μας. Εκείνους που μας έβλαψαν, που μας πίκραναν, που μας αδίκησαν. «Πλν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε…». Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του χριστιανισμού και η μεγάλη διαφορά που έχει η χριστιανική αρετή από εκείνη του κόσμου. Ο χριστιανός οφείλει να κάνει το καθήκον του χωρίς καμιά σκοπιμότητα και υστεροβουλία. Να είναι ο άνθρωπος της αγάπης, μιας αγάπης χωρίς όρους και όρια. Αγάπης που στο βάθος της θα φτάνει μέχρι τη θυσία, και το πλάτος της θα περιλαμάνει ακόμη και αυτούς τους εχθρούς μας. Αλλά για να μπορέσουμε μα αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, θα πρέπει να διαθέτουμε μιαν ανεξίκακη καρδιά. Αληθινή αγάπη χωρίς ανεξικακία δεν είναι δυνατόν να υπάρξει.
Την αγάπη αυτή δεν την έχουμε ως κήρυγμα, ως «καινή εντολή» μόνο (Ιω. 13,34). Την έχουμε και ζωντανή, ενσαρκωμένη στο θεανθρώπινο πρόσωπο και το άγιο παράδειγμα του Κυρίου. Ο Χριστός αγαπά όλους. Διψά την σωτηρία όλων. «Θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι…» (Α’ Τιμ. 2, 4). Είναι «χρηστός», ευεργετικός και ωφέλιμος δηλαδή, και προς τους αχάριστους και προς τους κακούς. «Ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 5,45). Ή, όπως αναφέρει το βιβλίο των Πράξεων, «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου» (Πραξ. 10, 38). Και στο όνομα της αγάπης συγχωρεί τους ίδιους τους σταυρωτές Του, την ώρα μάλιστα που δοκίμαζε την άφατη οδύνη του σταυρικού θανάτου.

Τρίτη βαθμίδα: το έλεος και οι οικτιρμοί

«ΓΙΝΕΣΘΕ ΟΥΝ οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί». Τι είναι το έλεος; Αγάπη επιτεταμένη. «Εάν κάποιος εξετάσει», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «το ιδίωμα του ελέους, θα βρει ότι είναι η επίταση της αγαπητικής διαθέσεως». Και τι είναι οι οικτιρμοί; Η συμπάθεια και η ευσπλαχνία, ο πόνος για τον άλλον, τον πονεμένο αδελφό του Χριστού, που είναι και δικός μας αδελφός. Η καρδιά μας, δηλαδή, να γεμίζει από συμπάθεια κι ευσπλαχνία για τον πόνο και τη δυστυχία, την ταλαιπωρία και την ανάγκη των άλλων. Και το μέτρο του ελέους και της συμπάθειας, που οφείλουμε να επιδεικνύουμε προς τους άλλους, είναι το έλεος και η φιλανθρωπία του ουρανίου Πατέρα μας.
«Αυτό με το οποίο μπορούμε (κάπως)», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «να εξισωθούμε με τον Θεό, είναι το ελεείν και οικτίρειν». Και συνεχίζει: «Δεν είπε, εάν νηστεύετε θα γίνετε όμοιοι με τον Πατέρα σας. Δεν είπε, εάν ασκείτε παρθενία. Ούτε είπε, εάν προσεύχεσθε θα γίνετε όμοιοι με τον Πατέρα σας…. Αλλά τι είπε; Γίνεσθε οικτίρμονες».

* * *
Αδελφοί μου,
Ζούμε σε μια εποχή με κραυγαλέες αντιφάσεις. Και οικοδομούμε έναν πολιστισμό που είναι ολοφάνερα ανάπηρος. Η τεχνολογία έφτασε σε απίθανα ύψη. Οι άνθρωποι όμως έχουμε αποθηριωθεί. Πήγαμε στη Σελήνη, ηθικά όμως έχουμε ξεπέσει, ως οντότητες πνευματικές οπισθοδρομήσαμε. Η απληστία μας παραμερίζει κάθε έννοια ισότητας και δικαιοσύνης. Η φιλαυτία μας σκοτώνει την αγάπη. Ο ατομισμός μας μάς καθιστά σκληρούς και ανάλγητους μπροστά στον πόνο κα τη δυστυχία των άλλων.
Τι χρειαζόμαστε λοιπόν; Ένα γενναίο αναπροσανατολισμό. Ν’ ανακαλύψουμε τον θεμελιώδη σκοπό της ζωής. Να συνειδητοποιήσουμε το βαθύτερο νόημα της υπάρξεως μας. Αυτό ακριβώς που μας διαμηνύει ο λόγος του Κυρίου που ακούσαμε σήμερα: «Και έσεσθε υιοί του Υψίστου».




Πρεσβύτερος

Δημήτριος Λ. Λάμπρου.

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011




Αμηχανία, αγώνας και ελπίδα
του π. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη.


α) "Πιεζόμαστε από παντού, αλλά δεν φτάνουμε σε αδιέξοδο. Βρισκόμαστε σε αμηχανία, όμως δεν απελπιζόμαστε. Μας καταδιώκουν, ο Θεός όμως δε μας εγκαταλείπει. Μας ρίχνουν κάτω, αλλά δε χάνουμε τον αγώνα". Οι παραπάνω λόγοι ανήκουν στον απόστολο Παύλο και περιέχονται στη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή και ειδικότερα στο αποστολικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Β΄ Κορ. 4, 6-15). Και οι λόγοι αυτοί έχουν διαχρονική αξία και δύναμη, αφού σε κάθε εποχή τόσο το έργο της διδαχής όσο και ο αγώνας βίωσης του ευαγγελίου της αγάπης συναντούν πλείστους κινδύνους και παγίδες του πονηρού. Αναλογικά όμως συνδέονται και με τον καθημερινό αγώνα της ζωής των ανθρώπων.
β) Ο θείος Απόστολος είχε κοπιάσει για την ίδρυση της Εκκλησίας της Κορίνθου, γι' αυτό και με κάθε ευκαιρία ζητούσε να πληροφορηθεί για την πνευματική της πρόοδο. Όταν έμαθε ότι μετά την επίσκεψή του ξέσπασαν διαμάχες μεταξύ των μελών της και αμφισβητήσεις του αποστολικού του κύρους, τους γράφει από τη Μακεδονία με ζωντανό, πηγαίο και προσωπικό τόνο, προκειμένου να τους ειρηνεύσει. Και αυτά που γράφει δεν είναι ιδέες ευσεβούς στοχασμού, αλλά η αποθησαυρισμένη εμπειρία του ανθρώπου που ακολουθεί το δρόμο του Θεού.
γ) Κατεξοχήν άνθρωπος του Θεού είναι εκείνος που φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, εκείνος που αντιφεγγίζει το φως του Χριστού, εκείνος που γίνεται ακηλίδωτος καθρέπτης και αντανακλά το θείο φως. Και το φως αυτό φωτίζει τον ίδιο και όσους βρίσκονται γύρω από αυτόν. Ο θησαυρός της θεογνωσίας και του θείου φωτισμού διασώζεται και μεταδίδεται με "οστράκινα σκεύη", ανθρώπους ασθενείς και ατελείς, οι οποίοι βέβαια δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Στέκονται όμως με δέος και σεβασμό μπροστά στον αδαπάνητο πλούτο, τον οποίο τους εμπιστεύτηκε ο Θεός.
δ) Οι εξωτερικές πιέσεις και δυσκολίες του πνευματικού αγώνα εξοστρακίζονται από τη δύναμη του εσωτερικού φωτισμού αλλά και τη σχετικότητα των πραγμάτων του παρόντος κόσμου. Είναι ενδεικτικό ότι ο Απόστολος Παύλος στην προηγούμενη επιστολή, την Α΄ προς Κορινθίους, τόνισε τον εσχατολογικό χαρακτήρα του πνευματικού αγώνα. Όπως ο αθλητής προπονείται, προετοιμάζεται και αγωνίζεται τίμια έχοντας το μυαλό του στον τερματισμό, έτσι και ο χριστιανός αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του παρόντος βίου μέσα από την προοπτική της αιωνιότητας και θείας μακαριότητας.
ε) Ως εξής περιγράφει τη δική του ουρανόδρομη πορεία: "Εγώ, λοιπόν, έτσι τρέχω, με τα μάτια στηλωμένα στο τέρμα· έτσι πυγμαχώ, όχι σαν κάποιον που δίνει γροθιές στον αέρα. Με σκληρές ασκήσεις ταλαιπωρώ το σώμα μου και το δουλαγωγώ, από φόβο μήπως, ενώ θα έχω κηρύξει στους άλλους, εγώ ο ίδιος κριθώ ακατάλληλος" (βλ. Α΄Κορ. 2, 24-25). Ο Απόστολος του Θεού δεν επαίρεται και δεν καυχιέται για την αξιοσύνη και τα προτερήματά του. Ό,τι καλό έχει, το αποδίδει στη θεία χάρη. Κατά τον ίδιο τρόπο στο σημερινό κείμενο γράφει: Έχουμε το θησαυρό σε "οστράκινα σκεύη", σε πήλινα δοχεία, ώστε να γίνεται φανερό πως η υπερβολική δύναμη ανήκει στο Θεό και δεν προέρχεται από μας.
στ) Οι δυσχέρειες που συναντά ο Απόστολος στο ιεραποστολικό του έργο είναι ποικίλες και συνδέονται αφενός με τον ιουδαϊκό νομικισμό και αφετέρου με τη θρησκεία των ειδώλων. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις μέρες μας. Όσοι θέλουν να ζήσουν με πιστότητα και συνέπεια τη χριστιανική ζωή, έχουν να αντιμετωπίσουν από τη μια μεριά τον ευσεβισμό και την προσκόλληση σε εξωτερικούς τύπους ορισμένων εριστικών ανθρώπων που κρίνουν τους πάντες και τα πάντα χωρίς αγάπη. Ενώ από την άλλη, έρχονται αντιμέτωποι με το πνεύμα του κόσμου, το οποίο είναι τόσο αλλοτριωτικό που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, για να σταθεί κάποιος πνευματικά όρθιος.
ζ) Έτσι ο χριστιανός βρίσκεται εξαρχής σε ένα διαρκή αγώνα, ο οποίος αποτελεί την καλύτερη προπόνηση για τον αγώνα της ζωής. Και εδώ βρίσκεται το λεπτό σημείο σύνδεσης της πνευματικής ζωής με τις άλλες εκδηλώσεις του ανθρώπινου βίου. Εάν η μαρτυρία των χριστιανών εκφρασθεί ως βιωμένη αγάπη για τον "άλλο", διαρκές ενδιαφέρον για τον πλησίον, ανοχή στη διαφορετική αντίληψη, σεβασμός και έγνοια για κάθε πλάσμα του Μεγαλοδύναμου, τιμιότητα στην εργασία και τις διαπροσωπικές σχέσεις, τότε δεν "ρίχνονται γροθιές στον αέρα" και δεν μετατρέπεται η πίστη σε ιδεολόγημα. Εμπνέονται οι άνθρωποι από τη χριστιανική ελπίδα, αντιμετωπίζουν με θάρρος και τόλμη τις δύσκολες συγκυρίες, δίνουν νόημα στη ζωή τους και δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να περάσει από την αμηχανία στην απόγνωση.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 18 Σεπτεμβρίου.
Ευαγγελιστής Μάρκος η΄34- θ΄1.

Κείμενο:
Και προσκαλεσάμενος τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς· όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ΄ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς· αμήν λέγω υμίν ότι εισί τίνες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει.


Μετάφραση:


Ο Ιησούς κάλεσε τότε τον κόσμο μαζί με τους μαθητές και τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, ζώντας μέσα σ΄ αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι΄ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Τους έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ΄ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού

Σχόλια:

ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ

«Ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι,
απολέσει αυτήν. Ός δ’ αν απολάση την εαυτού ψυχήν
ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν»

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ της ανθρώπινης ψυχής, που προσβάλλει ιδιαίτερα τους ανθρώπους της εποχής μας, είναι κα ιη φιλαυτία. Και φιλαυτία σημαίνει μια υπερβολική, μια αρρωστημένη αγάπη του εαυτού μας και πιο συγκεκριμένα του σώματος μας. Οι Πατέρες και οι πευματικοί διδάκαλοι μας θεωρούν την φιλαυτία αρχή, μητέρα και τροφό όλων των κακών και των παθών. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι η φιλαυτία είναι «η προς το σώμα εμπαθής και άλογος φιλία», στην οποία «αντίκειται αγάπη και εγκράτεια». Ο ίδιος μας επισημαίνει ακόμη ότι «ο έχων την φιλαυτίαν, έχει πάντα τα πάθη» και ότι η φιλαυτία «πάντων των εμπαθών λογισμών αιτία καθίσταται».
Στους αντίποδες της φιλαυτίας βρίσκεται η αυταπάρνηση, ο αγώνας να υπερβούμε τον εαυτό μας, να σπάσουμε τον κλοιό του ευχάριστου και του φιλήδονου και να επιδιώξουμε το ωφέλιμο και το φιλόθεο. Αυτό ακριβώς το νόημα έχουν και τα λογια του Χριστού μας που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή: «Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, αυτός θα τη χάσει. Όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα την σώσει».
Αλλά ας προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στα λόγια του Κυρίου.

Παρούσα και μέλλουσα ζωή

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ οφείλουμε να προσέξουμε είναι η διπλή σημασία της λέξεως ψυχή στον παρόντα στίχο. Όταν ο Κύριος λέει: «Ός αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι», και «ός δ’ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου», εννοεί την φυσική ζωή, τη ζωή των αισθήσεων. Αντίθετα, όταν λέει στο πρώτο ημιστίχιο «απολέσει αυτήν», και στο δεύτερο «ούτος σώσει αυτήν», εννοεί την αιώνια και αληθινή ζωή.
Θεμελιώδης σκοπός του χριστιανού είναι η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού. Να εισέλθει στην ουράνια Βασιλεία. Να αναδειχθεί κοινωνός της θείας ζωής, της αληθινής και αιώνιας. Η παρούσα ζωή έχει αξία όχι αυτή καθ’ εαυτήν, από μόνη της. Αλλά σε συνάρτηση με την αιώνια ζωή. Διότι μας προετοιμάζει για να συμμετάσχουμε σ’ αυτήν.
Επομένως δεν αυτονομείται η παρούσα ζωή. Και δεν αυτοκαταξιώνεται. Αποκτά αξία και παίρνει νόημα όταν συνδέεται στενά με τη βασική επιδίωξη του χριστιανού, που είναι να ζει τη ζωή του Χριστού και να ακολουθεί το θέλημα του Θεού.

Το πάθος της φιλαυτίας

ΧΑΡΙΝ ΑΥΤΗΣ της επιδιώξεως οι χριστιανοί δεν διστάζουμε να θυσιάσουμε πολλά από τα ευχάριστα της παρούσης ζωής. Πολλά που άλλοι άνθρωποι, όχι απλώς επιζητούν, αλλά πιστεύουν ότι με αυτά και μόνο οι άνθρωποι ζουν ευτυχισμένα. Και αυτό ακριβώς το κυνήγι όλων εκείνων που προκαλούν ευχαρίστηση και κολακεύουν τις αισθήσεις γεννά και αυξάνει στην ψυχή το πάθος της φιλαυτίας.
Οι χριστιανοί δεν μπορεί να είναι φίλαυτοι. Η φιλαυτία αποτελεί πάθος, πάθος που αν δεν καταπολεμηθεί, γεννά μέσα μας την εμπάθεια και τελικά μας εξωθεί στην αμαρτία. Και καθώς γράφει ο απόστολος Παύλος, κατά τους «χαλεπούς καιρούς» των «εσχάτων ημερών» οι άνθρωποι, κοντά στα άλλα, θα είναι «φίλαυτοι» και «φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι» (Β’ Τιμ. 3, 1-4).
Η φιλαυτία μας κάνει να λησμονούμε τον Θεό και δεν μας αφήνει να αγαπούμε με ειλικρίνεια τους άλλους. Ο φίλαυτος ειδωλοποιεί τον εαυτό του, τα ένστικτα και τις επιθυμίες του, και ζει με αποκλειστικό σκοπό την ικανοποίηση τους. «Παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών» (Α’ Ιω.2, 16) γίνεται γι’ αυτόν σκοπός ζωής. Καθημερινή επιδίωξη. Έτσι ο νους του φίλαυτου σκοτίζεται. Η συνείδηση του διαστρέφεται. Οι ηθικές αντιστάσεις του πέφτουν. Και πλανώμενος φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι η ζωή των ενστίκτων και των αλόγων επιθυμιών – η ζωή δηλαδή του «παλαιού ανθρώπου» που φθείρεται και διαφθείρεται στην προσπάθεια του να ικανοποιήσει «τις επιθυμίες της απάτης» (Εφ. 2,22) – αποτελεί το πλήρωμα της αληθινής ευτυχίας!

Η αυταπάρνηση,
θεμελιώδες γνώρισμα της εν Χριστώ ζωής

ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ της φιλαυτίας είναι η αυταπάρνηση, το πνεύμα της θυσίας και της κακοπάθειας. Είναι αυτό που ο Κύριος σήμερα στο Ευαγγέλιο Του ονομάζει «απώλεια» της ζωής «ένεκεν αυτού και του ευαγγελίου». Ο χριστιανός δεν ζει για τον εαυτό του, ζει για τον Χριστό και είναι αφοσιωμένος στο Ευαγγέλιο Του. Ζει την εσταυρωμένη ζωή που εκφράζει ο σταυρός του Κυρίου. Και επαναλαμβάνει κι αυτός καθημερινά μαζί με τον Απόστολο: «Εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6, 14) και "Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).
Η ζωή του Χριστού προσδιορίζεται από το θέλημα του Θεού. Τα κριτήρια ζωής είναι αυτά που ορίζει η ευαγγελική διδασκαλία. Επιθυμίες, επιδιώξεις, όνειρα, τα πάντα υποτάσσει στο νόμο του Θεού. Όλα τα εντάσσει στα πλαίσια της θεμελιώδους επιδιώξεως του που είναι η είσοδος του στη Βασιλεία του Θεού, η συμμετοχή του στην αιώνια και αληθινή ζωή. "Ηγείται τα πάντα σκύβαλα", θεωρεί τα πάντα σκουπίδια, όπως γράφει ο Παύλος προς τους χριστιανούς των Φιλίππων, «ίνα Χριστόν κερδήση» (Φιλ. 3,8). Η αγάπη του Χριστού και ο πόθος της Βασιλείας Του δίνει τόση δύναμη στον Χριστιανισμό, ώστε να μπορεί να πολεμά τη φιλαυτία και να εγκολπώνεται το πνεύμα της αυταπάρνησης και της εκούσιας κακοπάθειας.

* * *
Αδελφοί μου,
Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Χριστός είναι απαιτητικός από μας τους μαθητές Του. Το Ευαγγέλιο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η χριστιανική ζωή απαιτεί να υπερνικήσουμε τη φιλαυτία μας και να ενστερνιστούμε το πνεύμα της αυταπάρνησης.
Ακόμη έχουμε χρέος να μη λησμονούμε ότι δεν ζούμε αποκλειστικά για το σήμερα του παρόντος κόσμου αλλά κυρίως για το αύριο της θείας Βασιλείας, το αύριο της αιώνιας κοινωνίας μας με τον ζώντα και αληθινό Θεό. Και για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι να υποβληθούμε σε οποιαδήποτε θυσία.

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011



Η έλλειψη της μετάνοιας.

Είναι μεγάλος κίνδυνος να επαναπαυόμαστε στην ευσέβειά μας. Κάτι τέτοιο εκτρέφει το φαρισαϊσμό. «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων» ( Λκ. ιη΄,11 ) . Αυτή η πεποίθηση μας κάνει εγωιστές και σκληρούς προς τους άλλους.Η έλλειψη της μετάνοιας ως βιώματος διάρκειας δημιουργεί τη θρησκευτική ισχυρογνωμοσύνη και το φανατισμό. Προωθεί την τάση να ελέγχουμε εύκολα τους άλλους και να δείχνουμε σκληρότητα. Μας κάνει να ταμπουρωνόμαστε στις ιδέες, τις γνώμες και τις αντιλήψεις μας. Μας δημιουργεί μία ζωή υποκειμενικής ευσέβειας με τις θλιβερές της συνέπειες. Μας καλλιεργεί μία ζωή ευσέβειας του γούστου μας, συνυφασμένης με τον εαυτούλη μας και τις προσωπικές μας προτιμήσεις.Υποφέρει πολύ η Εκκλησία σήμερα από παρόμοιες αρρωστημένες μορφές ευσέβειας, από μονόχνωτους και μονοκόμματους αυτοτιτλοφορούμενους ζηλωτές «ορθοδόξους». Λείπει από πολλούς θρησκευτικούς το βίωμα της συνεχούς μετάνοιας. Πρόκειται γι’ αυτούς που εύκολα πιστεύουν τους εαυτούς των ως αγίους και τιμητές των άλλων. Όποιον τολμήσει να αντιταχτεί στην «αλάθητη» γνώμη τους , τον θεωρούν και τον βρίζουν ως προδότη της ορθοδοξίας. Είναι φοβερό πράγμα η πνευματική αρτηριοσκλήρωση. Φάρμακο είναι η μετάνοια ως βίωμα , που ανοίγει τα μάτια, μαλακώνει την καρδιά, εκδιώκει τη σκληρότητα και τη δήθεν ευσέβεια.Η αληθινή αυτογνωσία και η εσωτερική συναίσθηση των δικών μας ελλείψεων είναι η πιο ευπρόσδεκτη θυσία στον Θεό. «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον ∙ καρδία συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» ( Ψαλμ. Ν΄,19 ), ψάλλει ο πολύπειρος Δαβίδ. Η συναίσθηση των σφαλμάτων μας και η καλλιέργεια του βιώματος της διαρκούς μετανοίας καλλιεργεί μέσα μας το πνεύμα της ταπεινοφροσύνης , που είναι σωτήριο για την πνευματική ζωή. Δε μας αφήνει να σηκώνουμε πολύ το κεφάλι και να βλέπουμε τους άλλους ως αμαρτωλούς . Μας κάνει συγκαταβατικούς και επιεικείς προς τους αδελφούς μας. Έπεσε ο άλλος; Μπορεί κι εγώ να πέσω. Έχω κι εγώ ανάγκη του ελέους του Θεού , όπως έχει κι εκείνος.Είναι φάρμακο για την ορθή πορεία στην «εν Χριστώ» ζωή η βίωση του βιώματος της διαρκούς μετανοίας . Αυτή μαλακώνει την καρδιά και την κάνει πιο επιδεκτική της Θείας Χάριτος. Η μετάνοια κάνει τον άνθρωπο καλοσυνάτο και καταδεκτικό. Τον κάνει αληθινά χαριτωμένο και αξιαγάπητο. Οι Άγιοι , καθώς ως τώρα σημειώσαμε, ζούσαν με συνεχή μετάνοια και ταπείνωση. Λέγουν ότι, όταν πέθαινε ο Μέγας Αντώνιος, παρουσιάστηκε ο σατανάς και του είπε: «Αντώνιε, ό,τι κάνεις εσύ το κάνω κι εγώ: νηστεύεις εσύ; Και εγώ δεν τρώω. Παρθενεύεις εσύ; Και εγώ τα ίδια. Ένα δεν μπορώ να κάνω που κάνεις εσύ. Δεν μπορώ να ταπεινωθώ». Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή πνευματική ζωή χωρίς ταπείνωση χωρίς εσωτερική συναίσθηση των σφαλμάτων μας και συνεχή μετάνοια.Αυτός που καλλιεργεί τη μετάνοια συνεχώς, είναι αυστηρός στον εαυτό του και επιεικής στους άλλους. Μισεί την αμαρτία, όχι τον αμαρτωλό. Τον αμαρτωλό τον λυπάται, θέλει τη μετάνοιά του και δεν τον κεραυνοβολεί.Η βίωση της διαρκούς μετάνοιας είναι φάρμακο που ειρηνεύει την καρδιά. Κάθε παράπτωμα, έστω και μικρό, δημιουργεί για τον πνευματικό άνθρωπο μία εσωτερική αναταραχή. Τότε η συνείδησή του διαμαρτύρεται και τον κάνει να χάνει την καλή του διάθεση. Φάρμακο ειρήνευσης για τις στιγμές αυτές είναι να μετανοήσουμε, να ζητήσουμε με ταπείνωση και συντριβή το έλεος του Θεού και να Τον παρακαλέσουμε να μας συγχωρήσει για να ειρηνεύσει η καρδιά μας. Έτσι επιτυγχάνουμε μία διαρκή ειρήνη στηριζόμενη στη Χάρη και το έλεος του Θεού. Τα καθημερινά μικροσφάλματα , που φαρμακώνουν τη ζωή και αναστατώνουν τη συνείδηση, είτε πολύ είτε ολίγο, με τη συνεχή και άμεση μετάνοια τα διορθώνουμε και ειρηνεύουμε στην καρδιά. Είναι ένα ξεσκόνισμα της ψυχής μετά από κάθε σκόνισμα. Είναι μία αποτοξίνωση από τα δηλητήρια των καθημερινών μικροπτώσεων. Έσφαλες αδελφέ σε κάτι; Αμέσως μετανόησε και ζήτησε συγνώμη από το Θεό και ειρήνευσε. Τα μικροσφάλματα τα καθημερινά, που δυστυχώς είναι αναπόφευκτα στη ζωή και των πιο πνευματικά προηγμένων ,συγχωρούνται με τη μετάνοια και την εκζήτηση του ελέους του Θεού. Μόνο εάν το σφάλμα είναι βαρύ, τότε τρέξε αμέσως στον πνευματικό και εξομολογήσου. Για τα μικροσφάλματα φτάνει η μετάνοια, η συντριβή κι η ταπεινή προσευχή προς τον Θεό. Γι’ αυτό μας δίδαξε ο Κύριος στο «Πάτερ ημών» να λέμε: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών» ( Ματθ. στ΄ 12 ) .Βέβαια στον πνευματικό του ο πιστός –γιατί δε νοείται πνευματική ζωή εάν δεν έχει κανείς τον πνευματικό του-θα αναφέρει συγκεντρωτικά τα καθημερινά μικροσφάλματά του στην κατά 3-4 φορές τον χρόνο εξομολόγησή του.


Από το βιβλίο: “Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς,

Καλλινίκου Καρούσου Η «εν Χριστώ» Πνευματική ζωή Εκδόσεις Χρυσοπηγή Αθήνα 2010.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου 2011.
Ματθαίου ιθ' 16-26.

Κείμενο:
Και ιδού εις προσελθών είπεν αυτώ· διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον; Ο δε είπεν αυτώ· τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός. ει δε θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς. Λέγει αυτώ· ποίας; Ο δε Ιησούς είπε· το ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις, ου ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και την μητέρα, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Λέγει αυτώ ο νεανίσκος· πάντα ταύτα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου· τι έτι υστερώ; Έφη αυτώ ο Ιησούς· ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος· ην γαρ έχων κτήματα πολλά. Ο δε Ιησούς είπε τοις μαθηταίς αυτού· αμήν λέγω υμίν ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών. Πάλιν δε λέγω υμίν, ευκοπώτερόν εστι κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Ακούσαντες δε οι μαθηταί αυτού εξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· τις άρα δύναται σωθήναι; Εμβλέψας δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς· παρά ανθρώποις τούτο αδύνατόν εστί, παρά δε Θεώ πάντα δυνατά εστί.




Μετάφραση:
Πλησίασε κάποιος τον Ιησού και τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι καλό να κάνω για ν΄ αποκτήσω αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του είπε: «Γιατί με ονομάζεις αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Αν θέλεις πάντως να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». «Ποιες;» του λέει. Κι ο Ιησούς είπε: «Το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». «Όλα αυτά τα τηρώ από πολύ μικρός», του λέει ο νεαρός. «Σε τι ακόμα υστερώ;» Ο Ιησούς του απάντησε: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό· κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις άκουσε την απάντηση ο νεαρός, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία. Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. Και σας το επαναλαμβάνω: Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όταν τ΄ άκουσαν οι μαθητές του, ένιωσαν μεγάλη κατάπληξη κι έλεγαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Ο Ιησούς τους κοίταξε και είπε: «Αυτό είναι αδύνατο για τους ανθρώπους· για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».




Σχόλια:

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

«Δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται
εις την βασιλείαν των ουρανών»

ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΟΙΝΟ ΤΟΠΟ ότι η εποχή στην οποία ζούμε είναι μια κατ’ εξοχήν υλιστική και πλουτοκρατική εποχή. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους διακατέχονται από τη δίψα του πλούτου και κυριαρχούνται από μια ακατανίκητη φορά προς τα υλικά αγαθά. Παντού προβάλλει και κυριαρχεί ο λεγόμενος οικονομικός τύπος του ανθρώπου – homo oeconomicus. Όλοι μας – άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο – δεχόμαστε τη φθοροποιό επίδραση της υλιστικής νοοτροπίας που δεσπόζει μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες.
Στην εποχή μας, λοιπόν, και προς τους σύγχρονους ανθρώπους απευθύνεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή, που περιγράφει τη συνάντηση και τον διάλογο του Κυρίου μας με έναν πλούσιο Ιουδαίο νέο. Είναι εμφανή τα πνευματικά ενδιαφέροντα που τον οδηγούν κοντά στον Ιησού. «Διδάσκαλε αγαθέ, τι καλό πρέπει να κάνω για να έχω την αιώνια ζωή;» είναι το ερώτημα που διατυπώνει προς τον Χριστό. Κι Εκείνος του υποδεικνύει τον δρόμο της τηρήσεως των εντολών του Θεού. Ο νέος θα τον διαβεβαιώσει ότι από τα πρώτα χρόνια της νεότητας του τηρούσε τις εντολές του Μωσαϊκού νόμου. Και τότε ο Κύριος θα τον καλέσει να βαδίσει το δρόμο της τελειότητας. «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντα σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς, και τότε ακολούθησε με».
Τα λόγια αυτά του Κυρίου αναστάτωσαν και λύπησαν τον νέο. Έκανε μεταβολή κι έφυγε λυπημένος. «Ήν γαρ έχων κτήματα πολλά», σημειώνει ο Ευαγγελιστής. Ήταν πολύ πλούσιος. Και η καρδιά του ήταν προσκολλημένη στον πλούτο και τα πολλά αγαθά του. Τότε ο Κύριος στράφηκε προς τους μαθητές Του και είπε: «Αμήν λέγω υμίν ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών». Δηλαδή, σας διαβεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στην ουράνια βασιλεία. Γιατί άραγε; Ποιους κινδύνους εγκυμονεί ο πλούτος;

Η φύση του πλούτου

ΕΝ ΠΡΩΤΟΙΣ οφείλουμε να τονίσουμε ότι από μόνος του ο πλούτος δεν είναι κάτι το κακό. Ούτε και τα υλικά αγαθά, τα οποία άλλωστε δημιούργησε ο Θεός. Εννοείται βέβαια, όταν έχουν αποκτηθεί με έντιμο τρόπο και μέσα θεμιτά – πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο. Αυτό όμως που ενέχει βασική σημασία από χριστιανικής πλευράς είναι η στάση που υιοθετεί ο άνθρωπος απέναντι στον πλούτο και ο τρόπος με τον οποίον τον χρησιμοποιεί.
Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει η χριστιανική μας παράδοση. Ο Μ. Αθανάσιος γράφει ότι «ο πλούτος τω ιδίω λόγω ουδέ αγαθός ουδέ φαύλος τυγχάνει, αλλά τη προαιρέσει των χρωμένων εις εκάτερα κρίνεται». Ανάλογη είναι και η γνώμη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Η πενία και ο πλούτος είναι όπλα που το καθένα οδηγεί, αν θέλουμε, προς την αρετή…Διότι ούτε ο πλούτος είναι κάτι το κακό, ούτε και η πενία, αλλά και τα δυο αυτά γίνονται (κακά) ανάλογα με την προαίρεση αυτών που τα χρησιμοποιούν». Ο ίδιος διδάσκαλος αλλού τονίζει ότι «ουδέν ο πλούτος αγαθόν, ουδέν η πενία κακόν, αλλ’ αδιάφορα εστι πράγματα». Ο πλούτος, λοιπόν, από μέσο και όπλο και «αδιάφορο» ηθικά πράγμα, αρχίζει να γίνεται κακός και επικίνδυνος όταν γίνεται σκοπός ζωής. Όταν για χάρη του ο άνθρωπος θυσιάζει τα πάντα, όταν δεν χρησιμοποιείται όπως θέλει ο Θεός.

Ο πλούτος συχνά διαφθείρει τη συνείδηση

ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ που παρατηρούμε είναι ότι η καρδιά εκείνου που επιθυμεί τον πλούτο εύκολα αιχμαλωτίζεται από την πλεονεξία και την φιλαργυρία. Ο άνθρωπος γίνεται δούλος. Η συνείδηση του διαστρεβλώνεται. Αδιαφορεί για τα μέσα που χρησιμοποιεί, τους τρόπους στους οποίους καταφεύγει. Είναι πρόθυμος να θυσιάσει τις αρχές του. καταπιέζει και αδικεί όσους εξαρτώνται από τον ίδιο. Παρανομεί εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Καταστρατηγεί νόμους. Ψεύδεται ασύστολα. Καταφεύγει στην απάτη.
Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος, έχοντας όλα αυτά υπόψη του, θα γράψει στον μαθητή του Τιμόθεο: «Οι βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν» (Α’ Τιμ. 6, 9-10). Εξίσου αυστηρός απέναντι στην πλεονεξία είναι και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Τίποτε δεν κάνει κάποιον να υποκύπτει τόσο στο διάβολο, όσο το να επιθυμεί περισσότερα και να αγαπά μανιωδώς την πλεονεξία».

Ο πλούτος συνήθως αιχμαλωτίζει την καρδιά
και σκοτίζει τον νου

ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ που βλέπουμε είναι ότι η καρδιά του πλουσίου συνήθως προσηλώνεται στα γήινα και τα φθαρτά. Ο νους απορροφάται από την αγωνιώδη μέριμνα της διατήρησης και της αύξησης του πλούτου. Ο πλούσιος δεν θέλει να υψώσει τα μάτια του προς τον ουρανό. Πεθαίνει γι’ αυτόν ο Θεός. Δεν υπάρχει. Δεν αισθάνεται την παρουσία Του. Υπάρχουν μόνο τα πλούτη και τα αγαθά του που τα βλέπει, τα μετρά, τα καταθέτει και τα επενδύει.
Αλλά και ο νους του σκοτίζεται τόσο, ώστε να ξεγελιέται για το τι είναι ο άνθρωπος. Πόσο πρόσκαιρη και σύντομη είναι η ανθρώπινη ζωή και πόσο ανασφαλή και άδηλα τα πλούτη. Ο πλούτος, τονίζει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «ως άνθος χόρτου παρελεύσεται. Ανέτειλε γαρ ο ήλιος συν τω καύσωνι και εξήρανε τον χόρτον, και το άνθος αυτού εξέπεσε, και η ευπρέπεια του προσώπου αυτού απώλετο, ούτω και ο πλούσιος εν ταις πορείαις αυτού μαρανθήσεται» (Ιακ. 1, 10-11).

Ο πλούτος πολλές φορές καθιστά
τον άνθρωπο ανάλγητο

ΟΜΩΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ να αναφέρουμε κι έναν τρίτο, πολύ συνηθισμένο κίνδυνο. Ο πλούτος συχνά κλείνει την καρδιά του πλουσίου και την αναισθητοποιεί στον πόνο και τις ανάγκες των άλλων, των συνανθρώπων μας. Τ’ αυτιά των πλουσίων ακούνε μόνο τους χτύπους των κερμάτων και όχι τα βογκητά των πονεμένων και των αρρώστων. Τα μάτια του μαγνωτίζονται από τη λάμψη του χρυσού και δεν βλέπουν κορμιά σκελετωμένα και μάτια βουρκωμένα. Γίνεται ατομιστής, σκληρός, ακατάδεχτος, γυμνός από αγάπη και καλοσύνη. Είναι πολύ εύστοχη η παρατήρηση του ιερού Χρυσοστόμου: «Πλούτος τοις μη προσέχουσι πονηρίας εστίν υπηρέτης».
Αναφερόμενοι στην αναλγησία που προκαλεί ο πλούτος, ας μην πηγαίνει ο νους μας στους σημερινούς Κροίσους και τους μεγιστάνες του πλούτου, διότι συνήθως εκεί πηγαίνει. Ας εξετάσουμε και τους εαυτούς μας, αν ό,τι έχουμε κι εμείς το κυβερνά η αγάπη, μια και είναι βέβαιο ότι υπάρχουν πολύ πιο φτωχοί από μας, συνάνθρωποι μας που αντιμετωπίζουν διάφορες και σοβαρότατες ανάγκες.

* * *

Αδελφοί μου,
Ο πλούσιος νέος του σημερινού Ευαγγελίου έχασε την δυνατότητα της αληθινής ζωής και της τελειότητας. Εμπόδιο στον δρόμο τούτο του Θεού στάθηκε ο πλούτος του. Η προσκόλληση της καρδιάς του στα υλικά αγαθά του.
Οφείλουμε κι εμείς να επιδείξουμε πολλή προσοχή! Και να συνειδητοποιήσουμε τους κινδύνους που εγκυμονεί η μανία του πολιτισμού. Να μην πέσουμε στην φοβερή παγίδα της πλεονεξίας και της φιλαργυρίας. Να μη μας κυριεύει η απάτη του πλούτου και για χάρη του λησμονήσουμε τον Θεό, αδιαφορήσουμε για τους ανθρώπους και αμελήσουμε τον ιερό σκοπό της ζωής, την αιώνια ζωή και σωτηρία μας.


Πρεσβύτερος

Δημήτριος Λ. Λάμπρου.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011



«ΚΑΘ’ ΕΚΑΣΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΑΠΟΘΝΗΣΚΩ».

Ο Παύλος τόσο σκληρά και επικίνδυνα περνούσε τη ζωή του, που έφθανε στο σημείο, όπως ομολογεί και ο ίδιος (Α´Κορ. 15, 31), να πεθαίνει καθημερινά. Αυτό που ούτε η φύση δέχεται, διότι ένα θάνατο γνωρίζει, αυτό το πάθαινε ο άγιος απόστολος Παύλος, λόγω της φιλοτιμίας της διαθέσεώς του. Πέθαινε καθημερινά από την κούραση, το μόχθο, την αγρύπνια, την μέριμνα των εκκλησιών, το διηνεκές μαρτύριο, τον κατατρεγμό τη συκοφαντία από τους ψευδαδέλφους, την πείνα και την δίψα.
Όταν κατηγόρησαν τον Παύλο κάποιοι ψευδάδελφοι και σούπερ Ιουδαίοι ότι δήθεν δεν είναι γνήσιος απόστολος, δεν είναι αυθεντικός και αληθινός όπως αυτοί, τότε ο Παύλος αναγκάσθηκε να μιλήσει για τον εαυτό του και να παραθέσει τις περγαμηνές και τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είναι αληθινός απόστολος.
Επιπλέον όμως αναγκάσθηκε να παρουσιάσει τα ουσιαστικά παράσημά του· αυτά που στοιχίζουν και δεν μπορείς να τα έχεις με το αζημίωτο. «Είναι Εβραίοι (αυτοί που τον κατηγορούσαν); Κι εγώ είμαι. Είναι Ισραηλίτες; Και εγώ είμαι. Είναι από το σπέρμα του Αβραάμ; Κι εγώ το ίδιο. Είναι διάκονοι Χριστού; Θα μιλήσω σαν παράφρονας, εγώ είμαι παραπανω απ’ αυτούς. Σε κόπους περισσότερο, σε πληγές περισσότερο, σε φυλακίσεις περισσότερο, σε θανάτους περισσότερο. Από τους Ιουδαίους μαστιγώθηκα πέντε φορές, με σαράντα παρά μία μαστιγώσεις κάθε φορά. Τρεις φορές με ράβδισαν, μια με λιθοβόλησαν, τρεις φορές ναυάγησα, ένα ημερονύκτιο πάλευα στο πέλαγος. (Υπηρέτησα τον Κύριο και το ευαγγέλιο) πολλές φορές με οδοιπορίες, με κινδύνους από ποταμούς, με κινδύνους από ληστές, με κινδύνους από τους ομοεθνείς μου, με κινδύνους από ψευδαδέλφους. Με κόπο και με μόχθο, με αγρυπνίες, με πείνα και δίψα, με νηστείες, με ψύχος και χωρίς ρούχα. Και εκτός από αυτά, αντιμετοπίζοντας κάθε μέρα συνεχείς πιέσεις και φροντίζοντας για τις ανάγκες ων εκκλησιών. Ποιός ασθενεί και δεν ασθενώ κι εγώ μαζί του; Ποιος σκοντάφτει και πέφτει και δεν υποφέρω κι εγώ; Εάν πρέπει να καυχηθώ κι εγώ (όπως κάνουν οι εχθροί μου), εγώ δεν θα καυχηθώ για επίγειους τίτλους ευγενείας και για σωματικά και φυλετικά χαρακτηριστικά αλλά μόνο για τα παθήματά μου και τις θλίψεις μου» (Β´Κορ.11,22-30).
Διαβάζοντας το κείμενο που παραθέσαμε, καταλαβαίνουμε γιατί ο Παύλος έλεγε ότι πεθαίνει κάθε μέρα, αλλά και γιατί έλεγε «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιπ. 1,21). Ο οριστικός θάνατος, αν ερχότανε, θα ήτανε μία λύτρωση γι’ αυτόν. Ο άγιος Χρυσόστομος λέγει σε κάποια ομιλία του ότι φοβόμαστε το θάνατο, γιατί έχουμε αμαρτίες και γιατί ζούμε μια πλαδαρή και μαλθακή ζωή γεμάτη ανέσεις και ευκολίες. Ζούμε για να τρώμε και δεν τρώμε για να ζούμε. Καθημερινώς επιζητούμε την πάσης φύσεως ηδονή, την καλοπέραση, την τρυφή, την ραστώνη. Αντίθετα από εμάς ο Παύλος που αξιώθηκε τόσων δωρεών και που ζούσε τόσο μαρτυρικά, επειδή φοβάται την πλαδαρή και μαλθακή ζωή μήπως τον επηρρεάσει και τον αχρηστέψει διακηρύττει «σκληραγωγώ το σώμα μου και το μεταχειρίζομαι σαν υπηρέτη, από φόβο μήπως και συμβεί εγώ που κηρύττω σε άλλους και τους κατηχώ, γίνω ακατάλληλος για να κερδίσω την βασιλεία των ουρανών» (Α´Κορ. 9,27). Αν ο Παύλος που είχε τόσα χαρίσματα και συγχρόνως ζούσε τόσο μαρτυρικά φερότανε έτσι τι πρέπει να κάνουμε εμείς που στερούμαστε όλα τα θεία αγαθά και επιπλέον έχουμε πλήθος αμαρτημάτων.

Και για να έρθουμε στα χαρίσματα που είχε ο Παύλος, στο 12ο κεφάλαιο της Β´προς Κορινθίους επιστολής, αποκαλύπτει ότι είχε και προσόντα για τα οποία τρελλαίνονται οι ανά τους αιώνες επιπόλαιοι και ρηχοί χριστιανοί, χωρίς όμως να ποθούν παρόμοια το χάρισμα των χαρισμάτων το μαρτύριο. Είχε ο Παύλος οπτασίες και αποκαλύψεις. Είχε ουράνιες αναβάσεις. Επισκέφθηκε τον παράδεισο απ’ αυτή τη ζωή. Βάδισε στον τρίτο ουρανό, όπως βαδίζει στη γη. Έκανε ουράνιες πορείες και άκουσε «άρρητα ρήματα» τα οποία δεν μπορεί να τα αποκαλύψει. Και για να μη νιώσει περηφάνια, σαν άνθρωπος που ήταν, του έδωσε ο Θεός «σκόλοπα τη σαρκί» δηλαδή ένα αγκάθι που τον κεντούσε συνεχώς. Κι ενώ προσευχήθηκε στον Κύριο τρεις φορές (πολλές φορές σημαίνει αυτό), εκείνος αρνήθηκε να τον ελευθερώσει λέγοντάς του ότι του είναι αρκετό που έχει συνεχώς τη χάρη και την ευλογία του Θεού. Και ο Παύλος προτίμησε να έχει τη χάρη του Θεού κι ας έχει πειρασμούς και θλίψεις. «Όταν γαρ ασθενώ, τότε δυνατός εμί» (Β´Κορ. 12,10).
Ο πατήρ Εμμανουήλ Μυτιληναίος (1900-1960), ένας ικανός, πολυμαθής και χαλκέντερος κληρικός, που υπηρέτησε σε νευραλγικές και επιτελικές θέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και ένας κληρικός που γεύθηκε κατά κόρο τον πόνο και το μαρτύριο λέγει σε κάποιο κήρυγμά του· «Με τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν μας αγαπά και ότι πραγματικά δεν μας ευλογεί. Ίσα-ίσα τότε μας αγαπά και μας ευλογεί περισσότερο. Μόνο που πρέπει εμείς να είμαστε ικανοί και έτοιμοι ν’ αρπάξουμε την ευλογία. Η ευλογία κυριολεκτικά χύνεται σαν ποταμός μπροστά σου, μόνο που πρέπει εσύ να την αρπάξεις και να μη την αφήσεις να φύγει ανεκμετάλευτη. Τότε θα είσαι το άλας της γης, που τη σώζει από τη σήψη και την φθορά...».
Και αλλού λέγει· «Μαρτύριο καθημερινό είναι ο χριστιανισμός, η ζωή του χριστιανού. Καθημερινά καλούμεθα να ομολογήσουμε την πίστη μας όχι απλώς με τους λόγους μας αλλά και με τα έργα μας. Κάθε φορά που η κακία παρουσιάζεται θελκτική και γοητευτική, κάθε φορά που γύρω μας, μας κυνηγούν τα βέλη του πονηρού τα πεπυρωμένα, κάθε φορά εμείς γινόμαστε αναίμακτοι μάρτυρες, εάν υποφέρουμε αυτά τα βέλη χωρίς να πέσουμε...» (Αθανασίου Κοτταδάκη, Ιερωσύνη ανοιχτής διακονίας, πρωτοπρεσβύτερος Εμ. Μυτιληναίος (1900-1960), Αθήνα 1997, σελ.285).
Συνεπώς ακόμη κι αν θλιβόμαστε, ακόμη κι αν πεθαίνουμε καθημερινώς σαν τον Παύλο, ας μη τα χάνουμε ούτε ν’ απελπιζόμαστε. Μόνο ας δράττουμε την ευκαιρία ν’ αρπάζουμε την ευλογία, που πληθωρικά παραθέτει μπροστά μας ο Κύριος και Θεός μας.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
http://www.pmeletios.com/

Σάββατο 27 Αυγούστου 2011



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Αυγούστου.
IA΄Ματθαίου: Ματθαίος ιη΄23-35.

Κείμενο :
Δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού. αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι. πεσών ουν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων· κύριε, μακροθύμησον επ΄ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι ει τι οφείλεις. πεσών ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ΄ εμοί και αποδώσω σοι. ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γενόμενα. τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ· δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με· ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεναυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ. Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.




Μετάφραση:
«Γι΄ αυτό η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ΄ ένα βασιλιά, που θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι του. Μόλις άρχισε να κάνει το λογαριασμό, του φέρανε κάποιον που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριός του διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο, τη γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό από την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα δώσω όλα τα χρέη μου πίσω. Τον λυπήθηκε λοιπόν ο κύριός του εκείνον το δούλο και τον άφησε να φύγει· του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας έξω ο ίδιος δούλος, βρήκε έναν από τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια· τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει λέγοντάς του: ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς. Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω. Εκείνος όμως δε δεχόταν, αλλά πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ώσπου να ξεπληρώσει ότι του χρωστούσε. Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, και πήγαν και διηγήθηκαν στον κύριό τους όλα όσα έγιναν. Τότε ο κύριος τον κάλεσε και του λέει: κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρακάλεσες· δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς το σύνδουλό σου, όπως κι εγώ σπλαχνίστηκα εσένα; Και οργισμένος τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όσα του χρωστούσε. Έτσι θα κάνει και σ΄ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δε συγχωρεί τα παραπτώματα του αδερφού του μ΄ όλη του την καρδιά».

Σχόλια:

ΑΝΕΞΙΚΑΚΟΙ !

«Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλον σου,
ως και εγώ σε ηλέησα;»

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ της παραβολής που ακούσαμε σήμερα, ο Κύριος έκρυψε μια από τις μεγαλύτερες αρετές, την ανεξικακία. Τι σημαίνει ανεξικακία; Μακροθυμία και ανοχή των κακών που μας προξενούν οι άλλοι, οι συνάνθρωποι μας. Ακόμη, διάθεση ειλικρινής και πηγαία όχι μόνο να μη θυμόμαστε τα κακά αυτά που μας προξένησαν και να μη θέλουμε να αντεκδικηθούμε, αλλά και να συγχωρούμε εκείνους που μας έβλαψαν και να ανταποδίδουμε καλό αντί του κακού που μας έκαναν.
Στο πρόσωπο του βασιλιά της παραβολής, που είναι ο ίδιος ο Θεός, βλέπουμε την ευσπλαχνία και τη συγγνώμη. Στο πρόσωπο του δούλου την ασπλαχνία και την κακότητα. Ενώ ο ίδιος συγχωρείται, ενώ του παραγράφεται το τεράστιο χρέος του εκείνος αρνείται να συγχωρήσει τον σύνδουλο του και να μακροθυμήσει για λίγο, ώστε να μπορέσει ο δυστυχής συνάδελφος του να του εξοφλήσει το μικρό χρέος. Γι’ αυτό και το ερώτημα που θα του θέσει ο βασιλιάς μετά από την καταγγελία των άλλων δούλων θα είναι αμείλικτο: «Πονηρέ δούλε, διότι με παρακάλεσες, σου άφησα όλο εκείνο το τεράστιο χρέος. Δεν έπρεπε, λοιπόν, όπως εγώ σε λυθήθηκα, να λυπηθείς και συ τον σύνδουλο σου;»
Και ο Κύριος κλείνει την παραβολή μ’ ένα ιδιαίτερης σημασίας συμπέρασμα: «Έτσι θα κάνει και σε σας ο επουράνιος Πατέρας μου, προς τον οποίο είστε οφειλέτες ανεξόφλητου χρέους λόγω των αμαρτιών σας, αν δεν συγχωρήσετε ο καθένας τον αδελφό του και όχι μόνο με το στόμα σας, αλλά από την καρδιά σας». Πολύ εύλογα, λοιπόν, γεννιέται το ερώτημα: Που έγκειται η σημασία της ανεξικακίας; Γιατί πρέπει να είμαστε ανεξίκακοι;
Πρώτον, διότι

είναι εντολή του Κυρίου μας.

ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ την επί όρους ομιλία Του: «Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεστε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. 5, 43-44). Εντολή, λοιπόν, Κυρίου. Εντολή καινούργια. Άγνωστη στους αρχαίους. Τη θέσπισε πρώτος ο Κύριος. Και μ’ αυτή μας ζητά να αγαπούμε εκείνους που θέλουν το κακό μας και μας καταδιώκουν. Που μας μισούν και μας αδικούν. Με μια λέξη: που είναι εχθροί μας. Και όχι μόνο να τους αγαπούμε, αλλά και να τους ευεργετούμε και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς.
Στην καρδιά του χριστιανού δεν είναι νοητό να υπάρχει απέχθεια και μίσος. Για κανένα λόγο. Μισούμε και αποστρεφόμαστε την αμαρτία και την κακία. Ποτέ τα πρόσωπα που αμαρτάνουν ή δείχνουν κακότητα. Κάθε άνθρωπος, παρ’ όλη ίσως την κακότητα του, παραμένει πλάσμα και εικόνα του Θεού και σαν τέτοιο έχει δικαιώματα στην αγάπη μας.
Το γνώρισμα μας ως χριστιανών είναι η αγάπη. Να ξέρουμε να συγχωρούμε. Το να κάνουμε το καλό στο καλό είναι ανθρώπινο. Το να κάνουμε, όμως, το καλό στο κακό, αυτό είναι ηρωισμός. Είναι το γνήσιο χριστιανικό ήθος. Τότε πράγματι βρισκόμαστε κοντά στο Θεό, όταν απαντούμε στο κακό με το καλό, στο μίσος με την αγάπη, στην αχαριστία και την ευεργεσία και όταν ειλικρινά συγχωρούμε αυτούς που μας εχθρεύονται και μας βλάπτουν.
Δεύτερον, διότι

είμαστε παιδιά του Θεού.

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ είμαστε παιδιά του Θεού. Αν θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε γνήσια και αληθινά παιδιά Του, οφείλουμε να ακολουθούμε το παράδειγμα Του. Τι έκανε για μας ο Θεός; Μας συγχώρησε όλα τα παραπτώματα μας. «Εχαρίσατο ημίν πάντα τα παραπτώματα, εξαλείψας το καθ’ ημών χειρόγραφον...., και αυτό ήρεν εκ του μέσου προσηλώσας αυτό τω σταυρώ» (Κολ. 2, 13-14). Και αφού μας συγχώρησε, μας υιοθέτησε. Μας έκανε παιδιά του αγαπημένα. Ως παιδιά, λοιπόν, του Θεού, ας μιμούμαστε το παράδειγμα του Πατέρα μας. «Γίνεσθε ούν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. 6,36).
Στην Κυριακή προσευχή ονομάζουμε τον Θεό πατέρα μας. Αλλά πως μπορούμε να τον επικαλούμαστε, αν δεν συμφωνούμε με το παράδειγμα Του και δεν συμμορφωνόμαστε με την εντολή Του;
Τρίτον, οφείλουμε να είμαστε ανεξίκακοι απέναντι των άλλων,

για να φανεί ανεξίκακος ο Θεός και σε μας.

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ μακρόθυμος και πολυέλεος. Αν μετανοούμε ειλικρινά για τα σφάλματα μας και προστρέχουμε κοντά Του, είναι πάντοτε πρόθυμος να μας συγχωρήσει. Υπό μια, όμως, απαράβατη προϋπόθεση: Ότι κι εμείς θα συγχωρούμε όσους μας αδικούν και μας βλάπτουν. «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος. Εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. 6, 14-15).
Τα λόγια του Κυρίου είναι σαφή και καθαρά. Κατά το μέτρο της δικής μας συγγνώμης και ανεξικακίας απέναντι των άλλων, θα φανεί ίλεως και ανεξίκακος και σε μας ο Θεός. «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλον σου, ως και εγώ σε ελέησα;», θα πει και σε μας ο Θεός, αν δεν συγχωρούμε τον πλησίον μας.
Τέταρτον,
για να εισακούσει ο Θεός τις προσευχές μας

ΩΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΝ θέλουμε ν’ ακούει ο Θεός τις προσευχές μας, χρεωστούμε να είμαστε συμφιλιωμένοι με τους αδελφούς μας. Διότι αν μέσα μας φωλιάζει εχθρότης, μνησικακία και αντιπάθεια, τότε ούτε μας συγχωρεί ούτε ακούει την προσευχή μας. Η εντολή του Κυρίου είναι ολοκάθαρη: «Εάν, όταν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, τότε άφησε το δώρο σου μπρος στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου, και τότε έλα να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5, 23-24).
Ο Θεός δεν θέλει τόσο τα δώρα μας, όσο την καρδιά μας. Δεν ενδιαφέρεται για την εξωτερική συμπεριφορά μας, όσο για τις εσωτερικές διαθέσεις μας. Δεν προσέχει στα όσα προφέρουν τα χείλη, όσο στα όσα κρύβονται στο βάθος της καρδιάς. Και αυτό που ζητά για να υπάρξει ουσιαστική κοινωνία μαζί Του, είναι η παρουσία μέσα μας της συγγνώμης και της ανεξικακίας.

Ανεξίκακοι διότι δεν είμαστε αναμάρτητοι

ΚΙ ΕΝΑ τελευταίο: Οφείλουμε να είμαστε ανεξίκακοι, διότι απλούστατα δεν είμαστε αναμάρτητοι. Είναι βέβαιο ότι κι εμείς σφάλλουμε. Κι εμείς πικραίνουμε. Κι εμείς αδικούμε. Κι εμείς ανοίγουμε το στόμα μας και κατακρίνουμε και κακολογούμε. Ωστόσο θέλουμε οι άλλοι να μας συγχωρούν. Να μη μας κρατούν κακία. Το ίδιο, λοιπόν, ας κάνουμε κι εμείς, εφόσον κι εμείς έχουμε ανάγκη από τη συγγνώμη και την επιείκεια των άλλων.

* * *

Αδελφοί μου,
Με την παραβολή που ακούσαμε σήμερα ο Κύριος μας ζητά να είμαστε άνθρωποι της αγάπης και της συγγνώμης. Μας προτρέπει να ακολουθούμε πάντοτε τον ευλογημένο δρόμο της ανεξικακίας. Είναι δρόμος σωτηρίας. Έτσι θα σωθούμε. Είναι δρόμος μεγαλείου και δόξας. Έτσι θα δοξαστούμε στην ουράνια Βασιλεία Του. Είναι ο δικός Του δρόμος. Αυτόν περπάτησε κι Εκείνος. Πάνω από το ύψος του σταυρού με τα λόγια Του «Πάτερ άφες αυτοίς...» (Λουκ. 23, 34) μας άφησε αιώνιο υπόδειγμα ανεξικακίας. Είναι ο δρόμος των Αγίων του Θεού. Ας θυμηθούμε τον πρωτομάρτυρα Στέφανο: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πραξ. 7,60). Λόγια που αποκαλύπτουν ανέκφραστο βάθος ανεξικακίας. Ας θυμηθούμε ακόμη και τους αγίους Αποστόλους: «Λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν...» (Α’ Κορ. 4, 12-13).
Τον δρόμο αυτό ας ακολουθήσουμε κι εμείς, αδελφοί μου. Αποτελεί ιερό χρέος. Είναι βαθιά ανάγκη. Για να είμαστε αληθινοί άνθρωποι, εικόνες και παιδιά του Θεού. Για να γίνουν ανθρωπινότερες οι κοινωνίες μας. Για να έχουμε δικαιώματα στο έλεος και την ανεξικακία του Θεού. Και τώρα και κατά την ημέρα της κρίσεως.