Τρίτη 12 Μαΐου 2009


Του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά.


Εφήβων ερωτήματα:


Ερώτ: Ποιός ο ρόλος της πίστης για τους νέους;


Για τον ρόλο της πίστης, τί να πώ; Δεν ορίζεται αυτός ο ρόλος, ανακαλύπτεται και γίνεται γνωστός μόνο εμπειρικά. Ποιός είναι ο ρόλος της μουσικής για τους νέους, ή της φιλίας, ή του έρωτα; Μόνο από τη γεύση των καρπών μπορούμε να αποτιμήσουμε αξίες. Η πίστη μπορεί να είναι μιά τυφλή στράτευση, μιά καταφυγή αδυναμίας. Μπορεί όμως να είναι και μιά ερωτική εμπιστοσύνη και αυτοπαράδοση, που δίνει νόημα στον καθημερινό βίο και μεταμορφώνει το παράλογο σε λόγο και το αδιέξοδο σε ελπίδα.


Ερώτ: Πραγματώνεται σήμερα ο ρόλος της πίστης και οι νέοι κοινωνούν τη ζωή τους ως αγάπη; Αν όχι, για ποιο λόγο;


Αν μου ζητάτε διαπιστώσεις, δεν έχω να σας προσφέρω. Και τα φαινόμενα είναι απατηλά. Τό μόνο σίγουρο είναι πως ζούμε σε μιά εποχή και σε ένα πολιτισμό που δεν ευνοεί ούτε την πίστη ούτε την αγάπη. Ποτιζόμαστε, από παιδιά, με μιά λογική κυριαρχίας, υποτάσσουμε τα πάντα στην ατομική μας κρίση και προτίμηση. Δεν ξέρουμε να εμπιστευόμαστε, να χαρίζουμε τον εαυτό μας-δεν μας το έμαθε κανείς. Για να το μάθουμε, πρέπει να αμφισβητήσουμε ριζικά την λογική που μας δυναστεύει, να ανακαλύψουμε πόσο γόνιμο είναι, μέσα στις σημερινές συνθήκες, να είσαι ουσιαστικά (και όχι επιδεικτικά) περιθωριακός, αναρχικός-να κολυμπάς κόντρα στο ρεύμα. Η Εκκλησία, ο έρωτας, η αληθινή τέχνη προϋποθέτουν ανθρώπους αναρχικούς, ανυπότακτους στην κατεστημένη λογική, στη λατρεία της «επιστήμης» στη δουλειά των ιδεολογιών, της μόδας, της κατανάλωσης. Μιλάω για μιά εσωτερική-προσωπική ανταρσία-όχι για εξωτερικά καμώματα.


Ερώτ: Αν δεχθούμε ότι από τον γαλλικό διαφωτισμό ως σήμερα υπάρχει ένας συνεχής αποχριστιανισμός και μιά απομάκρυνση από τα κοινωνικά πιστεύω, μήπως έτσι δημιουργείται μιά πίστη περισσότερο καθαρμένη, μιά αποδοχή της ιδέας του Θεού δίχως στοιχεία θρησκοληψίας;


Ο διαφωτισμός ήταν μιά δικαιολογημένη αντίδραση σε ένα χριστιανισμό που τον κάνανε «θρησκεία» για να τον υποτάξουν σε κοινωνικές σκοπιμότητες συντήρησης και σκοταδισμού. Όμως η αντίδραση πήρε λάθος δρόμο. Αρνήθηκε τον τυραννικό Θεό που αστυνομεύει τη ζωή, αλλά υπόταξε τον άνθρωπο στην τυραννία μιά ς μηχανιστικής λογικής. Έτσι δημιούργησε ο διαφωτισμός τον «μονοδιάστατο άνθρωπο» της εποχής μας, τον εγκεφαλικό και ανέραστο. Δεν πιστεύω ότι είναι περισσότερο «καθαρμένη» η θρησκευτική πίστη του διαφωτισμού. Να δέχεσαι ότι υπάρχει κάποιο «ανώτατο Όν», είναι κάτι που μπορεί να συμπληρώνει τη στεγανή εγωκεντρική αυτάρκεια των πεποιθήσεών σου-δίπλα στην πίστη σου στο πυθαγόρειο θεώρημα ή στο πρώτο θερμοδυναμικό αξίωμα. Δεν σου λύνει όμως κανένα πρόβλημα ζωής. Μπροστά στο θάνατο είσαι τόσο ανίσχυρος όσο και το σκυλί σου. Ενώ ο Θεός της Εκλλησίας δεν είναι «ιδέα», είναι ένας προσωπικός έρωτας που καταλύει το χρόνο και τη φθορά, είναι ο Νυμφίος, ο εραστής που σε συναρπάζει.


Ερώτ: Ακούμε και διαβάζουμε για το «νεορθόδοξο ρεύμα» σήμερα. Τί εκπροσωπεί, ποιες ανάγκες το δημιούργησαν, ποιός ο στόχος του;


Δεν νομίζω ότι είναι σωστός ο όρος «νεορθόδοξο ρεύμα», όμως επισημαίνει μιά πραγματικότητα που γίνεται όλο και περισσότερο αισθητή. Πρόκειται για νέους κυρίως ανθρώπους που κατορθώνουν να ανακαλύψουν την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση του τόπου μας και τη σημασία της για τη σημερινή ζωή. Λέω ότι κατορθώνουν αυτή την ανακάλυψη, γιατί πρέπει να ξεπεράσουν χίλιες-δυό προκαταλήψεις που δημιουργεί η φορμαλιστική θρησκευτική κατήχηση στα σχολειά και η συστηματικά μεθοδευμένη κοινωνική αντίληψη για την ηθική χρεωκοπία των κληρικών. Τα παιδιά λοιπόν αυτά, κυρίως φοιτητές, ή κάποιοι επώνυμοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, τολμάνε να προχωρήσουν πέρα από τις εντυπώσεις της επιφάνειας. Έτσι συναντάνε την εκκλησιαστική Ορθοδοξία ως πράξη ζωής-λατρεία, τραγούδι, Εικόνα, ελευθερία μέσα από την άσκηση. Πράξη που δίνει νόημα στην καθημερινότητα, εμπνέει μιά δυναμική στάση προσωπικού βίου, όπως και κριτήρια για μιά ελευθερωμένη από συμβατικότητες θεώρηση της πολιτικής, της τέχνης, των ανθρώπινων σχέσεων. Τί καρπούς θα δώσει αύριο αυτή η ανακάλυψη, κανένας δεν μπορεί να προδιαγράψει. Πάντως, αυτό που κιόλας εμφανίζεται δημιουργώντας ένα καινούργιο «κλίμα» στον ελληνικό χώρο, είναι μιά ανανεωμένη δυναμική αντίληψη για την ευχαριστιακή κοινότητα του λαού, την ενορία, μιά απαίτηση για ανακοπή του πολιτιστικού μεταπρατισμού που μαστίζει τον τόπο, ένας γονιμότατος χλευασμός της στράτευσης σε ξενόφερτες δογματικές ιδεολογίες-οποιασδήποτε απόχρωσης.

Σάββατο 9 Μαΐου 2009




Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας. Κατά Ιωάννην Ε. 1 – 15.


ΜΕΤΑ ταύτα ήν η εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα. έστι δέ εν τοις Ιεροσολύμοις επι τη προβατική κολυμβήθρα, η επιλεγομένη εβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς έχουσα. εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν. άγγελος γάρ κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα, και εταράσσετο το ύδωρ, ο ούν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος, υγιής εγίνετο ώ δήποτε κατείχετο νοσήματι. ήν δέ τις άνθρωπος εκεί τριάκοντα και οκτώ έτη έχων εν τη ασθενεία αυτού. τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και γνούς ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ, θέλεις υγιής γενέσθαι? απεκρίθη αυτώ ο ασθενών, Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν. Εν ώ δέ έρχομαι εγώ, άλλος πρό εμού καταβαίνει. λέγει αυτώ ο Ιησούς, έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράβαττον αυτού και περιεπάτει. ήν δέ σάββατον εν εκείνη τη ημέρα. έλεγον ούν οι Ιουδαίοι τω τεθεραπευμένω, σάββατόν εστιν, ουκ έξεστί σοι άραι τον κράβαττον. απεκρίθη αυτοίς, ο ποιήσας με υγιή, εκείνός μοι είπεν, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. ηρώτησαν ούν αυτόν, τίς εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει? ο δέ ιαθείς ουκ ήδει τίς εστιν, ο γάρ Ιησούς εξένευσεν όχλου όντος εν τω τόπω. μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ και είπεν αυτώ, ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μή χείρόν σοί τι γένηται. απήλθεν ο άνθρωπος και ανήγγειλε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτόν υγιή.


Ερμηνευτική απόδοσις υπό Παναγιώτου Τρεμπέλα.
Μετά ταύτα ήτο η εορτή των Ιουδαίων, πιθανότατα η εορτή των Πουρίμ, πού συνέπιπτεν ένα περίπου μήνα προ του Πάσχα. και κατά την εορτήν αυτήν, ανέβη ο Ιη¬σούς εις τα Ιεροσόλυμα.Υπάρχει δε εις τα Ιεροσόλυμα πλησίον της προβατικής πύ¬λης του τείχους της πόλεως, κάποια λίμνη, εις την οποίαν εκολυμβούσαν, και η οποία εϊχεν ως πρόσθετον όνομα εις την Εβραϊκήν γλώσσαν Βηθεσδά. Είχε δε τριγύρω της η κολυμβήθρα αυτή πέντε θολωτά υπόστεγα.εις αυτά τα θολωτά υπόστεγα ευρίσκοντο ξαπλωμένοι πλή¬θος πολύ αρρώστων, τυφλών, κουτσών, ανθρώπων με κάποιο μέλος πιασμένον και αναίσθητον ή ατροφικόν, και όλοι αυτοί επερίμεναν να κινηθή το νερό της κολυμβήθρας.Επερίμεναν δε την κίνησιν του νερού, διότι άγγελος κατέβαινεν από καιρού εις καιρόν εις την κολυμβήθραν και ετάρασσε το νερό. Εκείνος λοιπόν, πού θα έμβαινε πρώτος εις αυ¬τήν μετά την ταραχήν του νερού, εγίνετο υγιής, από οποιονδή¬ποτε νόσημα και αν κατείχετο.Υπήρχε δε εκεί μεταξύ του πλήθους των ασθενών και κάποιος άνθρωπος, πού ήτο άρρωστος επί τριάκοντα και οκτώ χρόνια.Αυτόν τον ασθενή όταν τον είδε ο Ιησούς να είναι ξαπλωμέ¬νος κάτω, και με το θεϊον του βλέμμα διέκρινεν, ότι από πολύν καιρόν είχε την ασθένειάν του, είπε προς αυτόν. Θέλεις να γίνης υγιής; Δια της ερωτήσεως δε ταύτης ο Κύριος έδιδεν αφορμήν εις τον παραλυτικόν να ζητήση την βοήθειάν του.Πράγματι δε ο ασθενής απεκρίθη εις αυτόν. Κύριε, δεν έχω άνθρωπον να με ρίψη εις την κολυμβήθραν, αμέσως όταν ταραχθή το νερό. Ενώ δε προσπαθώ να έλθω εγώ, προλαμβάνει άλλος και καταβαίνει αυτός προτήτερα από εμέ.Λέγει εις αυτόν ο Ιησούς. Σήκω επάνω, πάρε το κρεββάτι σου εις τον ώμον σου και περιπάτει.και αμέσως έγινεν υγιής ο άνθρωπος, και επήρε το κρεββάτι του και επεριπάτει ελεύθερα. Ήτο όμως Σάββατον κατ’ εκείνην την ημέραν.Ως εκ τούτου λοιπόν έλεγαν οι πρόκριτοι Ιουδαίοι εις τον ιατρευμένον. Σήμερον είναι Σάββατον. Δεν σου επιτρέπεται να σηκώσης και να μεταφέρης το κρεββάτι.Απεκρίθη εις αυτούς. Εκείνος, που με έκαμεν υγιή, δια θαύματος και θείας δυνάμεως, αυτός μου εϊπε. Πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει.Κατόπιν λοιπόν της απαντήσεως αυτής, τον ηρώτησαν εκεί¬νοι, Ποίος είναι ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος σου είπε. Πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;ο θεραπευθείς όμως παράλυτος δεν ήξευρε, ποίος είναι ¬διότι ο Ιησούς απεμακρύνθη και εξηφανίσθη. Ήτο δε εύκολον να εξαφανισθή, διότι υπήρχε πολύς λαός εις τον τόπον, πού έγινε το θαύμα.Ύστερα από κάμποσον καιρόν ηδρεν αυτόν ο Ιησούς εις το Ιερόν, και του εϊπεν. Ιδού τώρα έχεις γίνει υγιής. Πρόσεξε λοιπόν να μην αμαρτάνης πλέον, δια να μη σου συμβή τίποτε χειρότερον από την ασθένειάν πού εϊχες, και η οποία σου συν¬έβη εξ αμαρτιών σου. Πρόσεξε μήπως και εις συμφοράν του σώματος χειροτέραν εμπέσης, συγχρόνως δε και την ψυχήν σου μετά του σώματος χάσης.Έφυγε τότε ο άνθρωπος από το ιερόν, και αφού συνήντησε τους Ιουδαίους, ανήγγειλεν εις αυτούς, ότι αυτός, πού με έκαμεν υγιή, εϊναι ο Ιησούς.


Ψυχική παραλυσία
ΑΚΟύΣΑΤΕ, αγαπητοί αδελφοί, το ιερό και άγιο ευαγγέλιο; Η σημερινή ευαγγελική περικοπή περιέχει ένα θαύμα του Κυρίου. Αλλά για να καταλάβουμε καλύτερατο θαύμα αυτό, πρέπει να γίνει ατομικό, να το κάνουμε προσωπικό, να το μεταφέρουμε στον εαυτό μας. Πρέπει δηλαδή να επαναληφθεί και σ’ εμάς. Πώς θα γίνειαυτό; Για να επαναληφθεί το θαύμα, πρέπει η δύναμις του Χριστού να ενεργήσει επάνω μας. Τότε δεν θα χρειάζεσαι άλλη βεβαίωση για να πιστεύεις. Θα έχειςακράδαντη βεβαιότητα. Μεγαλύτερη απόδειξης της δυνάμεως του Χριστού θα είσαι συ ο ίδιος.
Τι λέει, λοιπόν, το Ιερό Ευαγγέλιο; Στα Ιεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη, την πύλη δηλαδή άπ’ όπου περνούσαν τα πρόβατα πού επρόκειτο να θυσιαστούνστο ναό, υπήρχε μία δεξαμενή πού λεγόταν Βηθεσδά. Το νερό αυτής της δεξαμενής είχε μία θαυματουργική ιδιότητα. Τι ιδιότητα; Κατά αραιά χρονικά διαστήματα,κατέβαινε εκεί άγγελος Κυρίου και τάραζε το νερό. Τότε το νερό αποκτούσε, προσωρινώς, Ιαματική Ιδιότητα. Αυτό διαρκούσε πολύ λίγο’ αμέσωςκατόπιν το νερό επανερχόταν στην προηγουμένη φυσική κατάσταση, ήταν πάλι απλό νερό όπως όλων των άλλων πηγών. Όποιος λοιπόν αμέσως μετά την κάθοδο τουαγγέλου, προλάβαινε να πέση πρώτος μέσα στο ταραγμένο νερό, γινόταν υγιής, οποιαδήποτε και αν ήτο η ασθένεια από την οποία έπασχε. Αυτό έδινε ελπίδα σε όλους όσοι είχαν απελπισθεί από τους γιατρούς. Έτσι γύρω από το χείλος της κολυμβήθρας, ήταν συγκεντρωμένο ένα πλήθος ασθενών, που έμεναν εκεί ξαπλωμένοι σε κρεβάτια ή φορεία. Είτε κρύο έκανε Είτε ζέστη, όλοι αυτοί οι ταλαίπωροι άνθρωποι δεν απομακρύνονταν από ‘κει. Για να προστατεύονται δε από τη βροχή και τον ήλιο, είχαν χτιστή γύρω άπ’ τη δεξαμενή πέντε στοές, πέντε υπόστεγα, όπου παρέμεναν οι ασθενείς και όσοι τους συνόδευαν.
Ανάμεσα στο πλήθος των ασθενών, που περίμεναν να βρουν τη θεραπεία τους, ήταν και ένας παράλυτος. Γιατρειά δεν είδε από άνθρωπο. Αλλ’ ούτε και στη θαυματουργόκολυμβήθρα τόσον καιρό είχε βρει τη θεραπεία του. Τριάντα-οχτώ χρόνια περίμενε εκεί με υπομονή. Στο μακρό αυτό διάστημα πολλούς συνασθενείς είδε να πέφτουνστο ταραγμένο νερό, να βγαίνουν και να φεύγουν για τα σπίτια τους θεραπευμένοι. Αυτός λόγω της παθήσεως του, δεν ήταν ευκίνητος. Πάντα κάποιος άλλος τονπρολάβαινε. Ήταν μόνος και αβοήθητος. Έτσι το μαρτύριο του συνεχιζόταν. Μετά από τόσα χρόνια αποτυχιών, Τι ελπίδα υπήρχε πλέον; Μάλλον έπρεπε να το πάρει απόφαση, ότι εκεί θα τον βρει ο θάνατος, και τότε από την κολυμβήθρα, θα μετακομίση στο κοιμητήριο. Κι αντί να μπει στο ιαματικό νερό, θα τον βάλουν στο μαύρο χώμα. Εν τούτοις εξακολουθούσε να ελπίζει, να υπομένει, να παραμένει εκεί. Σαν κάποιον να περίμενε! Κάποιο μυστήριο έκρυβε ή ταλαιπωρία του.
Και ήρθε επί τέλους ή στιγμή να λυθεί το δράμα του, και να φωτιστή το μυστήριο. Μετά από αγόγγυστη υπομονή τόσων ετών, ήρθε κοντά του ο μέγας ιατρός, τοάριστο φάρμακο, και τότε βραβεύθηκε η αρετή του. Ήρθε κοντά του ο Χριστός, ο παντοδύναμος και πάνσοφος ευεργέτης, του είπε ένα μόνο λόγο, και μ’ εκείνοτο λόγο ο παράλυτος αμέσως έγινε καλά. Μέγα το θαύμα! Ένας ζωντανός νεκρός στάθηκε όρθιος, και αυτός πού δε μπορούσε να σηκώση ούτε ένα κουτάλι, πήρε δύναμηκαι σήκωσε ολόκληρο κρεβάτι.Ο παραλυτικός αυτός έμεινε εκεί τόσα χρόνια, για να γίνη διδάσκαλος μας. Τριάντα οχτώ χρόνια δε ‘γόγγυσε, ούτε βλαστήμησε όπως θα έκαναν άλλοι πού, όχιτόσο αλλά πολύ λιγότερο χρόνο έχουν στο κρεβάτι, και τα Βάζουν με το Θεό. ο παραλυτικός είναι παράδειγμα υπομονής. Για αυτό ήρθε κοντά του όχι άνθρωπος,αλλά ο ίδιος ο Χριστός, διότι τον σπλαχνίστηκε.
Έπειτα ο παραλυτικός αυτός, όταν γιατρεύτηκε, δεν πήγε στο σπιτάκι του, αλλά που πήγε; Στό ναό. Και όχιμόνο αυτό, αλλά έγινε και ιεροκήρυκας, σαλπιγκτής των θαυμάτων του Κυρίου.Αλλά τώρα δεν θέλω να μιλήσω για τον παραλυτικό του ευαγγελίου. Θέλω να μιλήσω για τους σημερινούς παραλύτους.
—Μα υπάρχουν και σήμερα παράλυτοι;Υπάρχουν. και δεν εννοώ μόνο τους σωματικώς παραλύτους. Εννοώ κυρίως τους ψυχικώς παραλύτους. Αυτοί είναι περισσότερο αξιολύπητοι. Διότι πάνω από τη σωματικήασθένεια υπάρχει ή ψυχική ασθένεια, και πάνω από τη σωματική παραλυσία υπάρχει η ψυχική παραλυσία.Τι είναι ψυχική παραλυσία; Μπορούμε να πούμε, ότι είναι η πλέον συχνή και η πλέον διαδεδομένη νόσος. Από πού ν’ αρχίσω και που να τελειώσω; Μερικές φωτογραφίεςτων σημερινών ψυχικώς παραλύτων θα σας παρουσιάσω, και θα τελειώσω.
Πρώτο παράδειγμα. ο παράλυτος πού ιάτρευσε ο Κύριος τριανταοχτώ χρόνια είχε να πάει στο ναό του Θεού. Πήγε μικρό παιδί, και ξαναπήγε τώρα, μετά τη θεραπείατου, με άσπρα πλέον τα μαλλιά. Αλλ’ εκείνος δικαιολογείται, ήταν ασθενής, δεν είχε πόδια, και παρέμενε ακίνητος εκεί παρά το χείλος της κολυμβήθρας. Οισημερινοί όμως ψυχικώς παράλυτοι, ενώ σωματικώς είναι υγιέστατοι και κινούνται και τρέχουν δεξιά κι αριστερά, όμως έχουν σαράντα και πενήντα χρόνια να πατήσουν το πόδι τους στο σπίτι του Θεού. Ήρθαν νήπια, όταν τους έφερε η μάνα να βαπτισθούν, και θα έρθουν άλλη μια φορά, όταν σηκωτούς θα τους φέρουν να τους κηδεύσουν. Στην εκκλησία τώρα δεν έρχονται. Αλλού πηγαίνουν ευχαρίστως. Πες τους για κινηματογράφο, πες τους για θέατρο, να δεις πώς τρέχουν. Λησμονούν το Θεό, που μας δίνει όλα τα αγαθά, και την υγεία και την αρτιμέλεια, και δεν έρχονται να του πουν ένα ευχαριστώ. Λησμονούν, ότι τα πόδια μας δόθηκαν για το Χριστό και όχι για το διάβολο.
Θέλετε άλλο παράδειγμα ψυχικώς παραλύτου; Οι προηγούμενοι έχουν παράλυτα τα πόδια, αυτοί έχουν παράλυτα τα χέρια για το Θεό. Πέστε λ.χ. στον άλλο, το φιλάργυροκαι ιδιοτελή, να ελεήσει. Αδύνατον. Αυτός, όταν πρόκειται να δώσει κάτι σε φτωχό, αισθάνεται παράλυτο το χέρι. Τον παραλύει ο δαίμων της φιλαργυρίας. Προτιμότερονα του κόψουν το χέρι, παρά να δώσει μια δραχμή. Ή πέστε στο δειλό και κρυπτοχριστιανό να ομολογήσει την πίστη του όταν χτυπά η καμπάνα η όταν περνά έξωαπό μια εκκλησία. Ντρέπεται, φοβάται και τον ίσκιο του, και σταυρό δεν κάνει. “Ε, σας ερωτώ• αυτοί δεν έχουν τα χέρια τους παράλυτα; Λησμονούν, ότι ταχέρια δόθηκαν για να βοηθούν τον πλησίον, να ελεούν, να εργάζονται το αγαθό, και όχι να μουντζώνουν και να πληγώνουν. Λησμονούν, ότι τα χέρια δόθηκαν γιανα ομολογούν την πίστη, για να δοξάζουν το Θεό, και όχι να τον αρνούνται με την δειλία, την ιδιοτέλεια και τις τόσες άνομες πράξεις, και απρεπείς χειρονομίες.τα χέρια δόθηκαν για να εργάζονται τις θείες εντολές, και όχι να τις καταργούν, Είτε κλέβοντας, Είτε παλαμίζοντας το ιερό Ευαγγέλιο με τους όρκους.
Άλλο ένα παράδειγμα ψυχικώς παραλύτων. είναι αυτοί που έχουν παράλυτη τη γλώσσα. η γλώσσα του ανθρώπου είναι τέλειο όργανο. Όχι μόνο ως μέλος και όργανοτου σώματος, αλλά και ως μέσο επικοινωνίας. Λένε, ότι ανατομικός, ο ουραγκοτάγκος έχει καλύτερη γλώσσα από τον άνθρωπο. Αλλά Τι να την κάνης; η γλώσσα τουδέν μπορεί ν’ αρθρώση λέξη. Ενώ ο άνθρωπος με τη γλώσσα του ομιλεί, συνεννοείται, εκφράζει τα συναισθήματα και τίς σκέψεις του. Πόσα λόγια λέει την ημέρα;100, 300, 500, 1.000, 2.000, 10.000, 20.000, 30.000 λέξεις. Ψάχνω όμως μέσα στις τόσες αυτές λέξεις, να βρω διαμάντι, και δέ’ βρίσκω. Χαλίκια και κοπριά.Ακούγονται βλαστήμιες, αισχρολογίες, βωμολοχίες, λόγια βρωμερά, - μόνο λόγια του Θεού δεν ακούγονται. Γιατί, άνθρωπε, ο Θεός σου έδωσε τη γλώσσα; Σου τηνέδωσε να τον δοξολογείς, να διαλαλείς τα θαύματα του, να λες τον καλό λόγο στον πλησίον σου. Όταν εσύ τη χρησιμοποιείς για το διάβολο, δεν είσαι παράλυτοςστο καλό;
Αδελφοί μου, πριν τελειώσω, συνιστώ• Γόνατα και πόδια παραλελυμένα, ανορθωθείτε (πρ6λ. η σ. 35,3). Χέρια νεκρά και καρδιές παγωμένες, θερμανθείτε. Γλώσσεςκαι στόματα, καθαριστείτε, πάρτε φωνή, αινείτε τον Κύριον πέστε «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. αμήν»(Φιλ.2,η και θ. Λευίτ.).


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία η οποία έγινε στον ιερό Ναό Τριών Ιεραρχών Πετραλώνων – Αθηνών την 30-04-1961. καταγραφή και διόρθωση 22-05-2005.
ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΗΡΥΓΜΑ του επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου
ΠΗΓΗ http://www.pigizois.net


Υμνολογική εκλογή.
Κοντάκιον Ήχος γ’Η Παρθένος σήμερον
Τήν ψυχήν μου Κύριε, εν αμαρτίαις παντοίαις, καί ατόποις πράξεσι, δεινώς παραλελυμένην, έγειρον τή θεϊκή σου επιστασία, ως περ καί τόν Παράλυτον, ήγειρας πάλαι, ίνα κράζω σεσωσμένος, Οικτίρμον δόξα, Χριστέ, τώ κράτει σου.


Απόδοση.
Κύριε, την ψυχή μου που είναι φοβερά παράλιτη από κάθε είδους αμαρτία και άτοπες ππράξεις, σήκωσέ την με τη θεική Σου δύναμη, όπως τότε σήκωσες τον παράλυτο, για να Σου φωνάζω σωσμένος: Κύριε, που είσαι γεμάτος συμπάθεια και οικτιρμούς για τον άνθρωπο, δόξα στη δύνα μη Σου.
Ο Οίκος


Ο χειρί σου δρακί περικρατών τά πέρατα, Ιησού ο Θεός, ο τώ Πατρί συνάναρχος, καί Πνεύματι αγίω συνδεσπόζων απάντων, σαρκί εφάνης, νόσους ιώμενος, καί πάθη απήλασας, τυφλούς εφώτισας, καί τόν Παράλυτον λόγω θεϊκώ σύ εξανέστησας, περιπατείν αθρόως προστάξας, καί τήν βαστάσασαν αυτόν κλίνην επί τών ώμων άραι’ όθεν πάντες σύν τούτω ανυμνούμεν καί εκβοώμεν, Οικτίρμον δόξα, Χριστέ τώ κράτει σου.


Απόδοση.
Κύριε, Εσύ που μέσα στην παλάμη Σου χωράς και κρατάς τα πέρατα του κόσμου, Εσύ που είσαι μαζί με τον Θεό Πατέρα Σου συνάναρχός, και κυβερνάς τα παντα μαζί με το Πανάγιό Σου Πνεύμα, φανερώθηκες στον κόσμο με ανθρώπινο σώμα, και θεράπευες τις ασθένειες των ανθρώπων, και τους απήλλασσες από τα πάθη,έδωκες το φως στους τυφλούς, ενώ τον παράλυτομε τον θεικό Σου λόγο σήκωσες από το κρεβάτι του, και τον διέταξες να περπατά χωρίς καμία δυσκολία, σηκώνοντας στους ώμους του το κρεβάτι, που τόσα χρόνια τον βάσταζε. Γι’ αυτό όλοι μαζί με τον παράλυτο φωνάζουμε: Δόξα σε Σένα, Κύριε, που είσαι γεμάτος οικτιρμούς για μας τους ανθρώπους.


Συναξάριον
Τή αυτή ημέρα, Κυριακή τετάρτη από τού Πάσχα, τού Παραλύτου μνείαν ποιούμεθα, καί ως εικός τό τοιούτον εορτάζομεν θαύμα.
Κατά αυτή την ημέρα, δηλαδή την τέταρτη Κυριακή από το Πάσχα, ενθυμούμαστε τον παράλυτο, και όπως είναι φυσικό το σχετικό με αυτόν εορτάζουμε θαύμα.
Στίχοι
• Τό ρήμα Χριστού σφίγμα τώ παρειμένω.• Ούτως ίαμα τούτο ρήμα καί μόνον.
Ο λόγος του Χριστού ήταν για τον παράλυτο η σύσφιξη του σώμάτός του.Ετσι ο λόγος του Χρισττού μόνος, είναι θεραπεία.
Τώ απείρω ελέει σου, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.
Με το άπειρο έλεός Σου, χρις΄τέ ο Θεός, ελέηςε και σώσε μας.Αμήν.


Εξαποστειλάριον τού Παραλύτου Γυναίκες ακουτίσθητε.


Επέστη ο φιλάνθρωπος, καί πανοικτίρμων Κύριος, Προβατική κολυμβήθρα, τού θεραπεύσαι τάς νόσους, εύρε δέ κατακείμενον, άνθρωπον πλείστοις έτεσι, καί πρός αυτόν εβόησεν, Άρον τόν κράββατον, ίθι, πρός τάς οδούς τάς ευθείας.


Απόδοση.
Εφθασε ο φιλάνθρωπος και γεμάτος οικτιρμούς Κύριος στην Προβατική κολυμβήθρα, για να θεραπεύσει τις ασθένειες. Εκεί συνάντησε έναν άνθρωπο, που βρισκόταν ξαπλωμένος επί πολλά χρονια, και του είπε: Σήκωσε το κρεβάτι σου και να προχωρείς πλέον στους σωστούς και ευθείς δρόμους και όχι στην αμαρτία.


Δόξα, των αίνων. Ήχος πλ. Δ
Κύριε, τόν Παράλυτον ουχ η κολυμβήθρα εθεράπευσεν, αλλ’ ο σός λόγος ανεκαίνισε, καί ουδέ η πολυχρόνιος αυτώ ενεπόδισε νόσος, ότι τής φωνής σου οξυτέρα η ενέργεια εδείχθη, καί τό δυσβάστακτον βάρος απέρριψε, καί τό φορτίον τής κλίνης εβάστασεν, εις μαρτύριον τού πλήθους τών οικτιρμών σου, δόξα σοι.


Απόδοση.
Κύριε, τον παράλυτο δεν τον εθεράπευσε η προβατική κολυμβήθρα, αλλά ο δικός Σου λόγος τον έκανε καινουριο στη σκέψη και στη ζωή του. Και η πολυχρόνια ασθένειά του δεν τον εμπόδισε, γιατί αποδείχθηκε μεγαλύτερη η ενέργεια της φωνής Σου, και απομάκρυνε το δυσβάστακτο βάρος της αρρώστιας και σήκωσε το κρεβάτι του, για να είναι ζωντανή μαρτυρία των πολλών Σου οικτιρμών. Δόξα σε Σένα, Κύριε

.
Στιχηρόν του εσπερινού… Ήχος α’
Ο τή παλάμη τή αχράντω πλαστουργήσας τόν άνθρωπον, ήλθες εύσπλαγχνε, τούς νοσούντας ιάσασθαι Χριστέ, τόν Παράλυτον εν τή Προβατική κολυμβήθρα, διά τού λόγου σου ανέστησας, Αιμόρρου δέ τό άλγος εθεράπευσας, τής Χαναναίας τήν παίδα ενοχλουμένην ήλέησας, καί τήν αίτησιν τού Εκατοντάρχου ου παρείδες, Διά τούτο κράζομεν, Παντοδύναμε Κύριε, δόξα σοι.


Απόδοση.
Κύριε, Εσύ που με την άχραντη παλάμη Σου έπλασες τον άνθρωπο, ήλθες, εύσπλαχνε, να θεραπεύσεις τους ασθενείς. Τον παράλυτο στην προβατική κολυμβήθρα με τον λόγο Σου μόνο τον εθεράπευσες σηκώνοντάς τον όρθιο, την αιμοροούσα την εθεράπευσες από την αρρώστια της, και την κόρη της Χαναναίας, που βασανιζόταν από το δαιμονιο, συμπόνεσες και έσωσες ενώ την παράκληση του εκατοντάρχου για τον δούλο του δεν την παρέβλεψες. Γι’ αυτό Σου κράζουμε: Παντοδύναμε, Κύριε, δόξα σε Σένα.


Απόδοση, Ιωάννης Τρίτος.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009


Γιατί οι Αυτοκράτορες, οι Βασιλείς και οι Κυβερνήτες έδωσαν στην εποχή τους προνόμια στην Εκκλησία
και περιουσίες στα Μοναστήρια;

του Αρχιμ. Νεκτάριου Μουλατσιώτη
από την ιστοσελίδα «romfea» 24.10.08

Μετά τον σάλο που τα τηλεοπτικά κανάλια και οι εφημερίδες δημιούργησαν γύρω από την Εκκλησία για τα προνόμια που έχει, αλλά και γύρω από την κτηματική περιουσία που παλαιά και ιστορικά μοναστήρια κατέχουν, θεωρώ αναγκαίο να ακούσουν, όσοι έχουν αυτιά για ν᾽ ακούν, και λίγα λόγια που εκφράζουν την άλλη πλευρά που δεν ακούστηκε στα ΜΜΕ.
Κατ᾽ αρχήν δηλώνουμε ότι το δικό μας μοναστήρι είναι νέο και δεν έχει καμία περιουσία, οπότε ο,τι θα γράψουμε δεν έχει ιδιοτελές κίνητρο. Το δικό μας μοναστήρι για να ζήσει όλα αυτά τα χρόνια, είναι σε όλους εσάς γνωστόν, ότι ζητιανεύουμε και εκλιπαρούμε κάθε φορά την αγάπη των πιστών για να το χτίσουμε.
Ουδέποτε η Διοίκηση της Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος, Επίσκοπος, παπάς η καλόγερος ζήτησε να τοποθετηθεί ως επικεφαλίδα του Συντάγματός μας οι λέξεις “Εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”.
Ουδέποτε εκκλησιαστικός παράγων η ρασοφόρος μεγάλος η μικρός, ζήτησε από τους κυβερνήτες μας να δώσουν προνόμια στην Εκκλησία. Ουδέποτε ζήτησε κανείς να γίνει αναφορά στο πρώτο, στο δεύτερο η στο τρίτο άρθρο του Συντάγματος για την Εκκλησία μας και για το τι σχέσεις θα έχει με το Κράτος.
Ουδέποτε ζήτησε κανένας κληρικός στα άρθρα του Συντάγματος που αναφέρονται στην Εκκλησία μας, να γραφτούν όσα έχουν γραφτεί και να δοθούν τα προνόμια που δόθηκαν.
Ουδέποτε ζήτησε κανείς και από κανέναν, να δοθούν περιουσίες στις Ιερές Μονές και στις Ιερές Μητροπόλεις μας.
Αλλά οι πρόγονοί μας Έλληνες (γονείς, παπούδες και γιαγιάδες μας) και σύσσωμος ο ελληνικός λαός, επειδή οι ίδιοι πίστευαν πάρα πολύ στο Θεό -και τούτη την αλήθεια δεν την λέγω εγώ, αλλά την μαρτυρεί η ιστορία μας, η οποία γράφει ότι οι Έλληνες ακόμη και όταν ξεκίνησαν τον απελευθερωτικό αγώνα του Έθνους μας είπαν “αγωνιζόμεθα πρώτα υπέρ της πίστεώς μας και ύστερα υπέρ πατρίδος”,- βλέποντας την μεγάλη προσφορά και θυσία των καλογήρων και της Εκκλησίας γενικότερα για την επιβίωση του έθνους στα 400 χρόνια σκλαβιάς στους Τούρκους και έχοντας από μόνοι τους αυτή την τεράστια πίστη και ευλάβεια στο Θεό, έθεσαν στην προμετωπίδα του Συντάγματός τους, από ευγνωμοσύνη, σεβασμό και αγάπη, την αναφορά στην Εκκλησία τους, στην Πίστη τους και στον Θεό.
Σήμερα όμως που η πίστη των σύγχρονων Ελλήνων μειώθηκε απέναντι στο Θεό και στην Εκκλησία Του, ζητούν να φύγει από τη δημόσια ζωή του Κράτους ο,τι θυμίζει το Θεό και την Εκκλησία.
Οι πατέρες μας πίστευαν και είχαν ευλάβεια προς τον Θεό και την Εκκλησία και δι᾽ αυτό τους έδωσαν την πρώτη θέση μέσα στο έθνος μας. Σήμερα εμείς δεν πιστεύουμε, δι᾽ αυτό και τα καταργούμε. Αυτή είναι η αλήθεια.
Οι πατέρες μας είχαν ευλάβεια και πίστη στο Θεό, δι᾽ αυτό και ήθελαν τα Μοναστήρια μας να έχουν περιουσία, ώστε να μπορούν αφ᾽ ενός μεν να συντηρούν τα μεγάλα τους κτίρια για να μην πέσουν και καταστραφούν, αφ᾽ ετέρου δε, να μπορούν να συντηρούνται οι μοναχοί ώστε να παραμένουν αμέριμνοι για τις βιοτικές τους ανάγκες.
Δηλαδή να μην είναι αναγκασμένοι οι μοναχοί η οι ηγούμενοι να διακόπτουν την προσευχή και τα πνευματικά τους καθήκοντα, εξερχόμενοι των Ιερών Μονών τους και γενόμενοι “ζητιάνοι”, προκειμένου να κτίσουν η να συντηρήσουν τις Ιερές Μονές και τους μοναχούς τους.
Την ίδια ευλάβεια προς τον Θεό επίσης είχαν και πολλοί αυτοκράτορες, βασιλείς και κυβερνήτες την εποχή του Βυζαντίου και μετέπειτα. Δι᾽ αυτό και εξέδοσαν τα λεγόμενα χρυσόβουλα η αργυρόβουλα, τα οποία είναι συμβόλαια κανονικά της εποχής εκείνης, που έδιδαν προνόμια η περιουσία χρηματική η κτηματική προς τις Ιερές Μονές και τις Μητροπόλεις για να εκτελούν αμέριμνα οι Μοναχοί το έργο της προσευχής. Ακόμη και όταν ήλθαν οι Οθωμανοί Τούρκοι ως κατακτητές στη χώρα μας, σεβάστηκαν αυτήν την πίστη του ελληνικού λαού και με νέα συμβόλαια (φιρμάνια) επικύρωσαν τις περιουσίες των Μονών αναγνωρίζοντας την αξία των αυτοκρατορικών χρυσοβούλων.

Σήμερα δυστυχώς χάθηκε αυτή η ευλάβεια από τους σύγχρονους Έλληνες, δι᾽ αυτό και δεν μας ενδιαφέρουν πλέον τα Μοναστήρια και η Εκκλησία. Όποια δε περιουσία πρόσφεραν οι πρόγονοί μας, τα τελευταία χρόνια φροντίζει το σύγχρονο Κράτος με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις να την πάρει πίσω, ο δε λαός δυστυχώς συνηγορεί σε αυτήν την ασέβεια, διότι έπαψε να είναι ευλαβής όπως οι πρόγονοί του.
Πρέπει επίσης να θυμίσουμε σε όλους ότι, μέχρι το 1912 οι Τούρκοι ήταν στην Ελλάδα. Ακόμη δε, παραμένουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε άλλα ελληνικά εδάφη που υπάρχουν ελληνικές περιουσίες. Όλες αυτές οι περιουσίες των Ελλήνων κατοχυρώνονται και μάλιστα από ευρωπαϊκά δικαστήρια, βάσει των αυτοκρατορικών χρυσοβούλων και τουρκικών φιρμανιών.
Αν εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες τα ακυρώσουμε, ας γνωρίζουμε τότε ότι ακυρώνουμε όλα τα προνόμια των Ελλήνων που ευρίσκονται κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό και όχι μόνον. Αναρωτηθήκαμε ποτέ, εάν αμβισβητηθεί η προσωπική περιουσία του καθενός μας, πως θα αποδείξουμε σε βάθος χρόνου ότι είναι δική μας; Υποχρεωτικά τότε θα φθάσουμε 100, 200 και 300 χρόνια πιο πριν.
Δηλαδή θα βρούμε τα συμβόλαιά μας ως τούρκικα φιρμάνια στην εποχή της τουρκοκρατίας. Αλλά και οι Έλληνες που ζουν από την εποχή του Βυζαντίου στην Πόλη, στον Πόντο, στη Σμύρνη, στα Ιεροσόλυμα, στην Αλεξάνδρεια κτλ. θα χάσουν ξαφνικά τις περιουσίες τους. Διότι τα συμβόλαιά τους είναι από διάφορα χρυσόβουλα αυτοκρατόρων, τα οποία αναγνωρίζονται από όλα τα κράτη.
Πρέπει να γνωρίζουμε επίσης ότι το ελληνικό Κράτος για να αποδείξει ότι ένα νησί μας είναι ελληνικό σε διεθνή δικαστήρια, αναγκάζεται να καταφεύγει στο συμβολαιογραφείο της Άγκυρας μέσα στην Τουρκία, αναζητώντας χρυσόβουλα και τούρκικα φιρμάνια που μαρτυρούν την ελληνικότητα των νησιών μας.
Είναι λοιπόν η δεν είναι ανόητο, όταν κάποιοι δημοσιογράφοι στην προσπάθειά τους να χτυπήσουν την Εκκλησία και τον Μοναχισμό, ζητούν να καταργηθούν τα χρυσόβουλα και τα τούρκικα φιρμάνια; Γιατί οι πολιτικοί όλων των κομμάτων δεν λέγουν την αλήθεια;
Η σημερινή στάση των σύγχρονων ελλήνων δυστυχώς μαρτυρεί ασέβεια προς τον Θεό και προς τους προγόνους μας και επιπλέον δείχνει και την απομάκρυνση του λαού μας από τον Θεό, η οποία εκδηλώνεται σήμερα με την εχθρική συμπεριφορά κάποιων απέναντι στις Ιερές Μονές και την Εκκλησία μας.
Τα Μοναστήρια και η Εκκλησία έστω και ζητιανεύοντας θα ζήσουν, όπως ζει ζητιανεύοντας η Ιερά Μονή μας, γιατί υπάρχει Θεός και υπάρχουν ακόμη ευλαβείς χριστιανοί, κληρικοί και μοναχοί που θα αγωνίζονται και θα συνεχίσουν να αγωνίζονται για την δόξα του Χριστού και τον θρίαμβό Του, έως συντελείας του αιώνος. Δε γνωρίζω εάν το Κράτος μας μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό.
Με ευχές για ειλικρινή μετάνοια όλων μας

Σάββατο 2 Μαΐου 2009




Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.


Κατά Μάρκον, ΙΕ. 43 – Ιστ. 8.


Τω καιρώ εκείνω, ελθών Ιωσήφ ο απο Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ός και αυτός ήν προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον, και ητήσατο το σώμα του Ιησού. ο δέ Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε. Και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πάλαι απέθανε, και γνούς απο του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. και αγοράσας σινδόνα, και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι, και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ήν λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επι την θύραν του μνημείου. η δέ Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή, εθεώρουν πού τίθεται.
ΚΑΙ διαγενομένου του σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν. και λίαν πρωϊ της μιάς σαββάτων, έρχονται επι το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου. και έλεγον προς εαυτάς, τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου? και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος, ήν γάρ μέγας σφόδρα. και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν. ο δέ λέγει αυταίς, μή εκθαμβείσθε, Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον, ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν. αλλ’ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω, ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν. και εξελθούσαι έφυγον απο του μνημείου, είχε δέ αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον, εφοβούντο γάρ.


Ερμηνευτική απόδοσις υπο Παναγιώτου Τρεμπέλα.


ηλθεν ο Ιωσήφ, πού κατήγετο από την Αριμαθαίαν, σεβαστόν και επίσημον μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου, πού και αυτός είχε πιστεύσει εις το περί βασιλείας του θεού κήρυ¬γμα του Ιησού και επερίμενε την βασιλείαν αυτήν, χωρίς να κλονισθή η ελπίς του αυτή από τον θάνατον του Ιησού. και έ¬λαβε την τόλμην και παρουσιάσθη εις τον Πιλατον και εζήτησε το σώμα του Ιησού.ο Πιλάτος δε εξεπλάγη και ηπόρησεν, εάν τόσον γρήγορα απέθανεν ο Ιησούς. και αφού επροσκάλεσε τον εκατόνταρχον, τον ηρώτησεν, εάν εϊχεν ώραν πολλήν πού απέθανε.Και όταν έμαθεν από τον εκατόνταρχον, ότι πράγματι απέθανεν, εχάρισεν εις τον Ιωσήφ το σώμα.και εκείνος αφού ηγόρασε σινδόνα καινουργή και αμεταχείριστον, και τον εκατέβασεν από τον σταυρόν, ετύλιξε το σώ¬μα εις την σινδόνα και τον έβαλε χάμω εις μνημείον, πού ήτο σκαλισμένον μέσα εις τον βράχον’ και εκύλισε λιθον βαρύν ε¬πάνω εις το στόμιον του μνημείου.η Μαγδαληνή δε Μαρία και η Μαρία του Ιωσή, παρετήρουν προσεκτικά και με πολύ ενδιαφέρον που ετέθη το σώμα.
Και αφού επέρασε το Σάββατον, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη ηγόρασαν το βράδυ του Σαββάτου αρώματα, δια να έλθουν το πρωί εις τον τάφον και αλείψουν τον Ιησούν.και πολύ πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, έρχονται εις το μνημεϊον την ώραν, πού ο υποκάτω από τον ορίζοντα ανατέλλων ήλιος ήρχισε να διαλύη το πρωινό σκοτάδι.και έλεγαν αναμεταξύ τους Ποιός θα μας αποκυλίση την μεγάλην πέτραν από την είσοδον του μνημείου;και μόλις εσήκωσαν τα μάτια τους, είδαν, ότι είχε κυλισθή μακράν από το μνημείον η πέτρα. και έλεγαν μεταξύ τους αυτά, διότι η πέτρα αυτή ήτο πολύ μεγάλη και δεν ήτο εύκολον να αποκυλισθή.και αφού εμβήκαν εις το μνημείον, εϊδαν Ένα νέον, πού εκάθητο εις τα δεξιά του μνημείου, και ήταν ενδεδυμένος με στολήν λευκήν και τας κατέλαβε μεγάλος φόβος και κατάπληξις.Αυτός δε τους είπε’ Μη εκπλήττεσθε και μή φοβεϊσθε. Ηξεύρω ποίον ζητάτε. Ζητάτε τον Ιησούν τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Ανεστήθη. Δεν είναι εδώ. Ιδού, είναι Αδειανό το μέρος, όπου τον έβαλαν.Αλλά πηγαίνετε, είπατε εις τους μαθητάς του και ιδιαιτέρως εις τον Πέτρον, πού έχει ανάγκην παρηγοριάς και βεβαιώσεως, ότι συνεχωρήθη δια την άρνησίν του, ότι πηγαίνει προτήτερα από σας εις την Γαλιλαίαν. Εκεί θα τον ίδήτε, καθώς σας εϊπε, προτού να σταυρωθή.και εκείναι, αφού εβγήκαν, έφυγαν από το μνημείον. Τας κατείχε δε τρόμος και ήσαν εκστατικοί. και δεν εϊπαν τίποτε εις κανένα, διότι εφοβούντο.


ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


Ομιλία εις την Κυριακήν των Μυροφόρων
Η ανάστασις του Κυρίου είναι ανανέωσης της ανθρωπινής φύσεως. Και για τον πρώτο Αδάμ, πού λόγω της αμαρτίας καταπόθηκε από τον θάνατο και δια του θανάτουεπέστρεψε στην γη, από οπού πλάσθηκε, είναι αναζώωσις και ανάπλασης και επάνοδος προς την αθάνατη ζωή.
Εκείνον λοιπόν στην αρχή κανένας άνθρωπος δεν τον είδε να πλάθεται και να παίρνει ζωή (αφού κανένας άνθρωπος δεν υπήρχε ακόμη εκείνη την ώρα).Όταν όμως έλαβε την πνοή της ζωής με το θείο εμφύσημα, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μια γυναίκα (διότι ή Εύα στάθηκε ό πρώτος άνθρωπος μετά απόεκείνον).
Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν και τον δεύτερο Αδάμ, δηλαδή τον Κύριο, όταν ανίστατο από τους νεκρούς, κανένας άνθρωπος δεν τον είδε (αφού κανείς δικός του δενπαρευρισκόταν εκεί και οι στρατιώτες πού φύλαγαν το μνήμα, ταραγμένοι από τον φόβο, είχαν γίνει ώσει νεκροί).
Μετά την ανάσταση όμως, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μία γυναίκα, όπως ακούσαμε να μας ευαγγελίζεται σήμερα ό Μάρκος.
Διότι λέγει: αναστάς ο Ιησούς πρωί πρώτη Σαββάτου εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή.Βέβαια ό Ευαγγελιστής φαίνεται σαν να δήλωσε σαφώς και την ώρα πού αναστήθηκε ό Κύριος, δηλαδή το πρωί, και ότι πρώτα εμφανίσθηκε στην Μαρία την Μαγδαληνήκαι ότι εμφανίσθηκε την ίδια την ώρα της αναστάσεως.Όμως δεν λέει έτσι, όπως θα γίνει φανερό αν προσέξουμε λίγο. Διότι λίγο πιο πάνω και σε συμφωνία με τους άλλους Ευαγγελιστές λέγει κι αυτός ότι αυτή ήίδια Μαρία έχοντας μαζί της και τις άλλες Μυροφόρες ήλθε και νωρίτερα στον τάφο και τον είδε αδειανό και έφυγε. Αρα ό Κύριος αναστήθηκε πολύ νωρίτερα απότο πρωί πού τον είδε αύτη.Επισημαίνοντας μάλιστα και την ώρα εκείνη ό Ευαγγελιστής, δεν είπε απλώς πρωί, όπως εδώ, αλλά λίαν πρωί.Επομένως ανατολή ηλίου ονομάζει εκεί το αμυδρό φως πού πρωτοεμφανίζεται στον ορίζοντα, το οποίο υπονοώντας και ό Ιωάννης λέγει ότι ή Μαρία ή Μαγδαληνήήλθε πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείων και είδε τον λίθον ηρμένων εκ του μνημείου.Και κατά τον Ιωάννη, αυτή τότε δεν ήλθε μόνο προς το μνήμα, άλλα και έφυγε από το μνήμα, χωρίς να εχη δει ακόμη τον Κύριο.Διότι τρέχει και έρχεται προς τον Πέτρο και τον Ιωάννη και αναγγέλλει όχι ότι αναστήθηκε ό Κύριος, αλλά ότι τον πήραν από τον τάφο. Αρα δεν γνώριζε ακόμητην ανάστασι. Συνεπώς ή Μαρία δεν ήταν άπλα ή πρώτη στην οποία εμφανίσθηκε ό Κύριος, αλλά ή πρώτη μετά την πλήρη έλευση της ημέρας.Υπάρχει λοιπόν κάτι πού αναφέρεται συγκεκαλυμμένα από τους Ευαγγελιστές, το όποιο και θα αποκαλύψω στην αγάπη σας.Διότι το ευαγγέλιο της αναστάσεως του Κυρίου, πρώτη από όλους τους άλλους ανθρώπους, όπως ήταν και πρέπον και δίκαιο, ή Θεοτόκος το δέχθηκε από τον Κύριοκαι αυτή πριν από όλους τον είδε αναστημένο και απόλαυσε τη θεία του ομιλία.Και όχι μόνο τον είδε με τα μάτια της και τον άκουσε με τα αυτιά της, αλλά και άγγισε, πρώτη αυτή και μόνη, τα άχραντα πόδια του, έστω κι αν δεν τα λένεφανερά όλα αυτά οί Ευαγγελιστές, μη θέλοντας να παρουσιάσουν την μητέρα σαν μάρτυρα της αναστάσεως και δώσουν έτσι αφορμή υποψίας στους απίστους.Εμείς όμως τώρα με την χάρι του Άναστάντος ομιλούμε σε πιστούς και ή υπόθεσης της εορτής μας αναγκάζει να διευκρινίσουμε τα σχετικά με τις Μυροφόρες. Γιααυτό, αφού μας παρέχει την άδεια του λόγου εκείνος πού είπε ουδέν κρυπτόν ό ου φανερό γεννήσετε, θα κάνουμε ώστε και αυτό το κρυπτόν νά φανερωθή.Μυροφόρες είναι λοιπόν οί γυναίκες πού ακολουθούσαν μαζί με την Μητέρα του Κυρίου και παρέμειναν μαζί της κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους και φρόντισαννα αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.Τον καιρό δηλαδή πού ό Ιωσήφ και ό Νικόδημος ζήτησαν και έλαβαν από τον Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το ξεκρέμασαν από τον σταυρό, το περιέκλεισαν σε σάβαναμαζί με πολύ παχύρρευστα αρώματα, το τοποθέτησαν μέσα σε λαξευτό μνημείο κι έβαλαν μία μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν εκεί κατάτον Ευαγγελιστή Μάρκο και παρακολουθούσαν ή Μαρία ή Μαγδαληνή και ή άλλη Μαρία καθήμενοι απέναντι του τάφου.Με την φράση και ή άλλη Μαρία υποδηλώνεται αναμφίβολα ή Θεομήτωρ. Διότι αυτή εκαλείτο και Ιακώβου και Ίωση μήτηρ, επειδή εκείνοι ήταν γιοι του Ιωσήφ τουΜνήστορος.
Δεν παρευρίσκονταν δε μόνο αυτές εκεί παρατηρώντας, όταν ενταφιάζονταν ό Κύριος, άλλα και άλλες γυναίκες, όπως εξιστόρησε ό Λουκάς γράφοντας: κατακολουθήσασαιδε γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι ούτω εκ της Γαλιλαίος, εθεάσαντο το μνημείων και ως ετέθη το σώμα αυτού ήσαν δε ή Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα καιΜαρία Ίακώβον και αι λοιποί συν αυταίς.αφού δε επέστρεψαν, λέει, αγόρασαν αρώματα και μύρα.Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει ακριβώς ότι Αυτός είναι στ’ αλήθεια ή οσμή της ζωής για όσους τον πλησιάζουν με πίστη (όπως ακριβώς είναι και οσμή θανάτουγια όσους μένουν έως τέλους απειθείς), και οσμή ιματίων αυτού, δηλαδή του ιδίου του σώματος Του, είναι όπερ πάντα τα αρώματα και μύρον εκκενωθέν όνομααυτώ, με το οποίο και γέμισε από θεία εύωδία την οικουμένη.Άλλα ετοιμάζουν μύρα και αρώματα, άφ’ ενός μεν για να τιμήσουν τον κείμενο νεκρό, άφ’ ετέρου δε επινοώντας με το άλειμμα αυτό και κάποια παρηγοριά γι’αυτούς πού θα ήθελαν να παραμείνουν κοντά στο σώμα, καθώς αυτό θα ανέδιδε την δυσωδία της σήψεως.
Αφού λοιπόν ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα, το μεν Σάββατο ησύχασαν κατά την εντολή . Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει τα αληθινά Σάββατα ούτε είχαν γνωρίσειεκείνο το υπερευλογημένο Σάββατο πού μεταβιβάζει την ανθρώπινη φύση μας από τα σπήλαια του Αδη στο ολόφωτο και θειο και ουράνιο ύψος. Τη δε μια των Σαββάτων,όρθρου βαθέως, όπως λέγει ό Λουκάς, ήλθον επί το μνήμα, φέρουσα ετοίμασαν αρώματα.
Ό δε Ματθαίος λέγει: όψε Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν Σαββάτων και ότι δύο ήταν αυτές πού προσήλθαν• ενώ ό Ιωάννης: πρωί σκοτίας έτι ούσης και ότιμία, ή Μαγδαληνή Μαρία, ήταν αυτή πού προσήλθε• ό δε Μάρκος: λίαν πρωί της μιας Σαββάτων και ότι τρεις ήταν αυτές που προσήλθαν.
«Μίαν Σαββάτων» λοιπόν ονομάζουν όλοι οι ευαγγελιστές την Κυριακή. «Οψέ Σαββάτων» δε και «όρθρον βαθύν» και «λίαν πρωί» και «πρωί σκοτίας έτι ούσης» ονομάζουνπερίπου τον χρόνο του όρθρου, όταν το φως είναι ανάμικτο με το σκοτάδι.Είναι δε όρθρος από την στιγμή που θα αρχίσει να φωτίζει το ανατολικό μέρος του ορίζοντος προαναγγέλλοντας έτσι τον ερχομό της ημέρας.Αυτό το σημείο παρατηρώντας κανείς από μακριά, μπορεί να το δη να αρχίζει να ροδίζει με φως γύρω στην ενάτη ώρα της νυκτός, έτσι ώστε μέχρι την πλήρη ήμερανα υπολείπονται άλλες τρεις ώρες.Βέβαια κατά κάποιο τρόπο, οι ευαγγελιστές φαίνονται να διαφωνούν μεταξύ τους, τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών.Κι αυτό, γιατί όπως είπα, και πολλές ήταν οι Μυροφόρες, και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, άλλα και δεύτερη και τρίτη, και καθ’ ομάδας μεν, άλλ’ όχι πάντοτεοί ίδιες, και όλες μεν κατά τον όρθρο, όχι όμως την ίδια ακριβώς στιγμή• ή Μαγδαληνή δε ξεχώρισε και ήλθε και πάλι μόνη της και έμεινε περισσότερο. Λοιπόνκάθε ευαγγελιστής αναφέρει μία προσέλευση κάποιας ομάδος και παραλείπει τις άλλες.Όπως δε εγώ αναμετρώ και συμπεραίνω από όλους τους ευαγγελιστές και όπως το είπα και προηγουμένως, πρώτη από όλες τις άλλες ήλθε στον τάφο του Υιού καιθεού της ή Θεοτόκος, έχοντας μαζί της και την Μαγδαληνή Μαρία. Και αυτό κυρίως το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Διότι αυτός λέγει: ήλθε ή ΜαγδαληνήΜαρία και ή άλλη Μαρία (ή οποία ασφαλώς ήταν ή Θεομήτωρ) θεωρείσαι τον τάφον.Και ίδον σεισμός εγένετο μέγας άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού προσελθών απεκύλισε τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου και εκάθητο επάνω αυτού ηνδε ή ιδέα αυτόν ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ώσει χιών από δε του φόβου αυτού εσείσθησαν οί τηρόνντες και εγένοντο ώσει νεκροί .Όλες λοιπόν οί άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και την φυγή των φυλάκων και βρήκαν τον τάφο ανοιγμένο και τον λίθο παραμερισμένο.Ενώ ή Παρθενομήτωρ ήταν εκεί την στιγμή πού γινόταν ό σεισμός και παραμεριζόταν ό λίθος και ανοιγόταν ό τάφος και παρευρίσκονταν οί φύλακες (αν και συγκλονισμένοιβέβαια από τον φόβο• γι’ αυτό και μετά τον σεισμό, μόλις συνήλθαν, κοίταξαν αμέσως πώς να φύγουν και έτσι ή Θεομήτωρ απολάμβανε πιο άφοβα τη θέα).Έμενα δε μου φαίνεται ακόμη ότι γι’ αυτήν πρώτη ανοίχθηκε εκείνος ό ζωηφόρος τάφος (διότι γι’ αυτήν πρώτη και δι’ αυτής όλα μας ανοίχθηκαν, όσα είναι επάνωστον ουρανό και όσα είναι εδώ κάτω στη γη) και ότι γι’ αυτήν έλαμψε έτσι ό άγγελος• ώστε αυτή δηλαδή, αν και ήταν ακόμη σκοτεινά, με πλούσιο το φως τουαγγέλου, όχι μόνο τον τάφο να δη κενό, άλλα και τα εντάφια τακτοποιημένα, έτσι πού να μαρτυρούν με κάθε τρόπο την έγερση του ενταφιασθέντος.Προφανώς δε ό ευαγγελιστής άγγελος ήταν αυτός ό ίδιος ό Γαβριήλ.Διότι μόλις την είδε να σπεύδει έτσι προς τον τάφο, αυτός πού παλιότερα της είχε πει, μη φόβου, Μαριάμ• έδρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ, σπεύδει και τώρα καικατεβαίνει να πει και πάλι το ίδιο στην Αειπάρθενο και να της ευαγγελιστεί την εκ νεκρών άνάστασι εκείνου πού γεννήθηκε άσπορος από αυτήν να σήκωση τονλίθο, να επίδειξη κενό τον τάφο και τα εντάφια και έτσι να την διαβεβαίωση για την χαρμόσυνη είδηση.Διότι λέγει: αποκρίσεις ό άγγελος είπε ταίς γυναιξί• μη φοβήσθε υμάς• Ιησούν ζητείτε τον εσταυρωμένον; ήγέρθη• ίδε ό τόπος όπου εκείτο ό Κύριος. Δηλαδήμε αλλά λόγια: Αν και βλέπετε τους φύλακες συγκλονισμένους από τον φόβο, εσείς όμως μη φοβήσθε. Διότι γνωρίζω ότι ζητείτε τον Ιησούν, πού σταυρώθηκε.Σηκώθηκε, δεν βρίσκεται εδώ. Διότι αυτός, όχι μόνο δεν κρατιέται από του αδη και του θανάτου και του τάφου τις κλειδαριές και τους μοχλούς και τις σφραγίδες,αλλά είναι και Κύριος ημών των αθανάτων και ουρανίων αγγέλων και μόνος αυτός είναι Κύριος του σύμπαντος. Διότι, λέγει, ίδετε τον τόπον οπού εκείτο ό Κύριος•και ταχύ πορευθείσαι είπατε τοις μαθηταίς αυτού ότι ηγέρθη από των νεκρών.Εξελθούσαι δε, λέγει, μετά φόβου και χαράς μεγάλης. Έμενα μου φαίνεται και πάλι ότι τον μεν φόβο τον είχαν ακόμη ή Μαγδαληνή Μαρία και οί άλλες γυναίκεςπού είχαν έως τότε συγκεντρωθεί.Διότι αυτές δεν κατάλαβαν την σημασία των λόγων του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να προλάβουν καλά-καλά το φως, ώστε να δουν και να αντιληφθούν με ακρίβεια τογεγονός. Ενώ την μεγάλη χαρά την δέχθηκε ή Θεομήτωρ, διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου και δόθηκε ολόκληρη σ’ εκείνο το φως (ως άκρως κεκαθαρμένη πούήταν και θεϊκός κεχαριτωμένη) και από όλα αυτά γνώρισε με βεβαιότητα την αλήθεια και πίστεψε στον αρχάγγελο, αφού αυτός και από πολύ παλιότερα της είχεφανεί αξιόπιστος με τα έργα.
Πώς άλλωστε από τέτοια γεγονότα στα όποια παρευρέθηκε, να μη καταλάβει ή θεόσοφος Παρθένος το τι είχε συντελεστεί; όταν είδε σεισμό, και μάλιστα μεγάλο;όταν είδε άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό, και μάλιστα αστραποβόλο; όταν είδε τη νέκρωση των φυλάκων και του λίθου την μετακινήσει και την κένωση τουτάφου και το μεγάλο θαύμα των εντάφιων, που παρέμεναν αξετύλιχτα και συγκρατημένα από την σμύρνα και την αλόη και φαίνονταν σαν αδειανά από το σώμα; κιόταν ακόμη είδε την χαρμόσυνη εμφάνιση και αγγελία του αγγέλου προς αυτήν;Αλλά αφού βγήκαν έξω μετά από αυτήν την χαρμόσυνη είδηση, ή μεν Μαγδαληνή Μαρία,σαν να μην είχε καν ακούσει τον άγγελο (αφού άλλωστε κι εκείνος δεν μίλησε γι’ αυτήν), διαπιστώνει μόνο την κένωση του τάφου, χωρίς καθόλου να ενδιαφερθείγια τα εντάφια, και τρέχει προς τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλο μαθητή, όπως λέγει ό Ιωάννης.Ή δε Θεομήτωρ Παρθένος, αφού ενώθηκε με άλλο όμιλο γυναικών, επέστρεφε πάλι εκεί από όπου είχε έλθει.Και ιδού, όπως λέγει ό Ματθαίος, ό Ιησούς υπήντησεν αυταίς λέγων, χαίρετε. Βλέπετε λοιπόν ότι πριν κι από την Μαγδαληνή Μαρία ή Θεομήτωρ είδε αυτόν πουγια την σωτηρία μας έπαθε σωματικά και ενταφιάστηκε και αναστήθηκε; Αί δε προσελθούσαι, λέγει, κράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αύτω. Όπως δε,όταν ή Θεοτόκος άκουσε μαζί με την Μαγδαληνή Μαρία την χαρμόσυνη είδηση της αναστάσεως από τον άγγελο, μόνη αυτή κατάλαβε την σημασία εκείνων των λόγων,Έτσι και τώρα, που ήταν μαζί με τις άλλες γυναίκες, όταν συνάντησε τον Υιό και Θεό της, πρώτη από όλες τις άλλες είδε και αναγνώρισε τον άναστάντα καιπροσπίπτοντας άγγισε τα πόδια του και έγινε απόστολος του προς τους Αποστόλους.Ότι δε ή Μαγδαληνή Μαρία δεν ήταν μαζί με τη Μητέρα του Θεού, όταν την συνάντησε και της εμφανίσθηκε και της μίλησε ό Κύριος, καθώς επέστρεφε από τον τάφο,το διδασκόμαστε από τον Ιωάννη.Διότι λέει: τρέχει αυτή προς Σίμωνα Πέτρο και προς τον άλλον μαθητή όν εφίλη ό Ιησούς και λέγει αυτοίς• ήραν τον Κύριον εκ του μνημείου και ουκ οίδαμενπού έθηκαν αυτόν. Αν πράγματι τον είχε δει και τον είχε αγγίσει με τα χέρια της και τον είχε ακούσει να μιλά, πώς θα έλεγε τέτοια πράγματα; ότι δηλαδήτον σήκωσαν και τον μετέθεσαν, το που όμως δεν το γνωρίζουμε; Άλλα και μετά το τρέξιμο του Πέτρου και του Ιωάννη προς τον τάφο και την εκεί θέα των οθονίωνκαι την επιστροφή τους λέγει: Μαρία δε ειστήκει προς τω μνημείω κλαίουσα έξω.Βλέπετε ότι όχι μόνο δεν τον είχε δει ακόμη, αλλά ούτε και εξ ακοής δεν είχε πληροφορηθεί τίποτε; Και όταν την ρώτησαν οι εμφανισθέντες άγγελοι: γύναι,τι κλαίεις, εκείνη αποκρίνεται και πάλι σαν να επρόκειτο για νεκρό. Και όταν πάλι στράφηκε και είδε τον Ιησού, ούτε και τότε δεν κατάλαβε, άλλα ερωτώμενηαπό αυτόν γιατί κλαίει απαντά παρομοίως.Εως ότου εκείνος καλώντας την με το όνομα της , της έδειξε ότι είναι αυτός ό ίδιος. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας και αυτή και ζητώντας να προσφέρει τον ασπασμόστα πόδια του, άκουσε από αυτόν τις λέξεις: μη μου άπτου.Από το όποιο μαθαίνουμε ότι, όταν προηγουμένως φάνηκε στην Μητέρα και τις γυναίκες πού ήταν μαζί της, σε εκείνη μόνη επέτρεψε να αγγίσει τα πόδια του (παρ’όλο πού ό Ματθαίος το αναφέρει αυτό γενικά και για τις άλλες γυναίκες, μη θέλοντας για τον λόγο πού είπαμε στην αρχή να προβάλει φανερά την Μητέρα σ’ ένατέτοιο θέμα).Και αφού πρώτη ήλθε στον τάφο ή αειπάρθενος Μαρία και πρώτη δέχθηκε το μήνυμα της αναστάσεως, έπειτα ήλθαν και άλλες, πού ήταν πολλές μαζί, και είδαν κιεκείνες τον λίθο μετατοπισμένο και άκουσαν τους αγγέλους και, καθώς επέστρεφαν μετά από αυτό το άκουσμα και την θέα, διαμοιράστηκαν.Άλλες, όπως λέγει ό Μάρκος, έφυγαν οπό του μνημείου και ειχεν αύτάς φόβος και έκστασης και ουδενί ουδέν ειπών, εφοβούντο γαρ. Άλλες ακολούθησαν την Μητέρατου Κυρίου, οι οποίες και αξιώθηκαν της θέας και συνομιλίας του Δεσπότου.Ή δε Μαγδαληνή πήγε στον Πέτρο και τον Ιωάννη, μαζί με τους οποίους έρχεται και πάλι αυτή μόνη προς τον τάφο. Κι όταν εκείνοι αναχώρησαν, αυτή παραμένονταςεκεί αξιώνεται της θέας του Δεσπότου και αποστέλλεται και αυτή προς τους Αποστόλους και έρχεται πάλι προς αυτούς, για να αναγγείλει σε όλους, όπως λέγειό Ιωάννης, ότι έώρακε τον Κύριον και ταύτα ειπεν αυτή.Αυτή λοιπόν ή εμφάνισης λέγει και ό Μάρκος ότι έγινε το πρωί, δηλαδή κατά την πλήρη έναρξη της ημέρας και αφού είχε περάσει ολόκληρος ό όρθρος, χωρίς όμωςνα ισχυρίζεται ότι τότε έγινε και ή άνάστασις του Κυρίου ή πρώτη εμφάνισης του.Λοιπόν έχουμε τώρα τα περί των Μυροφόρων εξηγημένα με σαφήνεια, καθώς και την περί αυτών συμφωνία των τεσσάρων Ευαγγελιστών πού ζητούσαμε στην αρχή.Οι δε μαθητές, όταν κατ’ αυτή την ίδια μέρα της αναστάσεως άκουσαν από τις Μυροφόρες και τον Πέτρο και τον Λουκά και τον Κλεόπα ότι ό Κύριος ζή και τονείδαν, απίστησαν. Γι’ αυτό και ονειδίζονται από αυτόν, όταν υστέρα τους εμφανίσθηκε, καθώς ήταν συγκεντρωμένοι. ‘αφού δε μέσω πολλών προσώπων και με πολλούςτρόπους φανέρωσε τον εαυτό του ότι ζή, όχι μόνο πίστεψαν όλοι, αλλά και κήρυξαν παντού: Εις πάσαν την Γήν έξήλθεν ό φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα τηςοικουμένης τα ρήματα αυτών, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων.Διότι, έως ότου κηρυχθεί ό λόγος σε όλη τη γη, τα θαύματα ήταν αναγκαιότατα.Και χρειάζονται μεν σημεία και υπερφυσικά θαύματα, για να φανεί και να βεβαιωθεί ή αλήθεια του κηρύγματος.Χρειάζονται δε «σημεία», όχι όμως και υπερφυσικά θαύματα, για να φάνουν εκείνοι πού δέχθηκαν τον λόγο• κατά πόσον δηλαδή πίστεψαν με βεβαιότητα. Και ποιαείναι αυτά τα «σημεία»; Τα σημεία των έργων.Διότι λέγει: δείξον μοι την πίστιν σον εκ των έργων σον, και τίς πιστός, δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα αυτόν .Διότι ποιος να πιστεύση για κάποιον, ότι έχει πράγματι θείους και μεγάλους και υψηλούς και θα λέγαμε ουράνιους λογισμούς (πού ακριβώς τέτοια είναι ή ευσέβεια),όταν αυτός επιδίδεται σε έργα ανήθικα και είναι προσηλωμένος στη γη και στα γήινα;Δεν ωφελεί λοιπόν τίποτε, αδελφοί, το να λέγει κανείς ότι έχει πίστη θεϊκή και να μην εχη έργα πού να ταιριάζουν στην πίστη του. τι ωφέλησαν οί λαμπάδεςστις μωρές παρθένες, την στιγμή πού δεν είχαν έλαιο, έργα δηλαδή αγάπης και συμπαθείας; τι ωφέλησε σ’ εκείνον τον πλούσιο, πού τηγανιζόταν στην άσβεστηφλόγα εξ αιτίας της ασυμπαθείας του προς τον Λάζαρο, το ότι κάλεσε τον Αβραάμ «πατέρα»; τι ωφέλησε σ’ εκείνον τον άνθρωπο, πού δεν είχε αποκτήσει δια τωνκαλών έργων ένδυμα κατάλληλο για τον θείο γάμο και τον νυμφώνα εκείνο της αφθαρσίας, ή δήθεν ευπείθεια προς την πρόσκληση;Προσκλήθηκε μεν και προσήλθε (διότι αναμφιβόλως πίστεψε) και παρεκάθησε μαζί με τους αγίους εκείνους συνδαιτυμόνες.Όταν όμως ξεσκεπάστηκε και καταισχύνθηκε, γιατί ήταν ντυμένος την αθλιότητα των ηθών και των πράξεων του, δένεται χωρίς έλεος χειροπόδαρα και ρίχνεταιστη γέεννα του πυρός, οπού είναι ό κλαυθμός και ό βρυγμός των οδόντων.
Αυτήν είθε να μη την δοκιμάσει κανένας από μας πού καλούμεθα Χριστιανοί, αλλά επιδεικνύοντας βίο ανάλογο προς την πίστη μας, να εισέλθουμε στον νυμφώνατης άφθαρτης ευφροσύνης και να ζήσουμε αιωνίως μαζί με τους Αγίους εκεί οπού είναι ή κατοικία όλων των ευφραινομένων. Αμήν.


ΠΗΓΗ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΆΓΙΟΥ ΌΡΟΥΣ.ΤΕΥΧΟΣ 6.


Υμνολογική εκλογή.


Εις τον στίχον του εσπερινού. Δόξα… Ήχος πλ. α’


Σέ τόν αναβαλλόμενον τό φώς, ώσπερ ιμάτιον, καθελών Ιωσήφ από τού ξύλου σύν Νικοδήμω, καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, άταφον, ευσυμπάθητον θρήνον αναλαβών, οδυρόμενος έλεγεν, Οίμοι! γλυκύτατε Ιησού, όν πρό μικρού ο Ήλιος, εν σταυρώ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλετο, καί η γή τώ φόβω εκυμαίνετο, καί διερρήγνυτο ναού τό καταπέτασμα’ αλλ’ ιδού νύν βλέπω σε, δι’ εμέ εκουσίως υπελθόντα θάνατον, Πώς σε κηδεύσω Θεέ μου; ή πώς σινδόσιν ειλήσω; ποίαις χερσί δέ προσψαύσω τό σόν ακήρατον σώμα; ή ποία άσματα μέλψω τή σή εξόδω οικτίρμον? Μεγαλύνω τά Πάθη σου, υμνολογώ καί τήν ταφήν σου, σύν τή Αναστάσει κραυγάζων, Κύριε, δόξα σοι.


Απόδοση.
Εσένα Κύριε, που ρίχνεις επάνω Σου το φως, όπως οι άνθρωποι φορούν το πανωφόρι τους, καθώς Σε κατέβαζε ο Ιωσήφ από το ξύλο του σταυρού μαζί με τον Νικόδημο, και Σε είδε νεκρόν γυμνόν, άταφο, άρχισε να κλαίει νε πόνο και συμπάθεια, και θρηνώντας έλεγε: Αλλοίνομο, γλυκύτατε Ιησού, που μόλις πριν από λιγο ο ήλιος Σε είδε να κρέμεσαι πάνω στο σταυρό, κρύφθηκε μέσα σε σκοτεινό σύννεφο, ενώ η γη από τον φόβο της έτρεμε σαν το κύμα της θάλασσας, και σχίσθηκε το καταπέτασμα του ναού. Αλλά τώρα Σε βλέπω για χάρη μου με τη θέλησή Σου να υπομένεις τον θάνατο.Πώς να Σε κηδεύσω, Θεέ μου? Η πώς να Σε τυλίξω μέσα σε σεντόνια? Με ποια χέρια να περιποιηθώ το πανάχραντό Σου σώμα? Η ποια θρηνητικά ψάλματα να ψάλω στην εξώδια τελετή Σου, Κύριε που είσαι γεμάτος με οικτιρμούς για τους ανθρώπους? Δοξάζω τα πάθη Σου, με ύμνους τιμώ και την ταφή Σου. Μαζί με την ανάστασή Σου κραυγάζοντας: Κύριε, δόξα σε Σένα.


Απολυτίκια Ήχος β’
Ότε κατήλθες πρός τόν θάνατον, η Ζωή η αθάνατος, τότε τόν Άδην ενέκρωσας τή αστραπή τής θεότητος, ότε δέ καί τούς τεθνεώτας εκ τών καταχθονίων ανέστησας, πάσαι αι Δυνάμεις τών επουρανίων εκραύγαζον, Ζωοδότα Χριστέ ο Θεός ημών δόξα σοι.


Δόξα…
Ο ευσχήμων Ιωσήφ, από τού ξύλου καθελών, τό άχραντόν σου Σώμα, σινδόνι καθαρά ειλήσας καί αρώμασιν, εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο, αλλά τριήμερος ανέστης Κύριε, παρέχων τώ κόσμω τό μέγα έλεος.


Καί νύν…
Ταίς μυροφόροις Γυναιξί, παρά τό μνήμα επιστάς, ο Άγγελος εβόα, Τά μύρα τοίς θνητοίς υπάρχει αρμόδια, Χριστός δέ διαφθοράς εδείχθη αλλότριος, αλλά κραυγάσατε, Ανέστη ο Κύριος, παρέχων τώ κόσμω τό μέγα έλεος.


Απόδοση.
Όταν με το θάνατό Σου κατέβηκες στο μνήμα, Εσύ που είσαι η αθάνατος Ζωή, τότε νέκρωσες τον Αδη, που κρατούσε τους νεκρούς, με την αστραπή της θεότητός Σου. Και όταν ανέστησες από τον Αδη και το βάθος του όσους είχαν πεθάνει, όλες οι επουράνιες αγγελικές δυνάμεις φώναξαν με δυνατή κραυγή: Δόξα σε Σένα, Χριστέ, που είσαι ο Θεός μας και δίνεις τη ζωή.
Ο Ιωσήφ, που είχε μεγάλο αξίωμα στην εβραική κοινωνία, αφού κατέβασε από το ξύλο του σταυρού το άχραντο Σου Σώμα, και το τύλιξε σε καθαρό σεντόνι, και το περιποιήθηκε με αρώματα, το τοποθέτησε σε ένα άδειο τάφο. Αλλά Εσύ Κύριε αναστήθηκες την τρίτη ημέρα, και χάρισες στον κόσμο το μέγα Σου έλεος.


Ο άγγελος που στεκόταν πάνω στο μνήμα Σου, Κύριε, φώναξε στις μυροφόρες: Τα μύρα είναι ταιριαστά για τους θνητούς ανθρώπους, ενώ ο Χριστός αποδείχθηκε ξένος από την φθορά που προκαλεί ο θάνατος. Γι’ αυτό διαλαλείστε παντού πως αναστήθηκε ο Κύριος, χαρίζοντας στον κόσμο το μέγα Του έλεος.


Κοντάκιον ΑυτόμελονΉχος β’
Τό Χαίρε ταίς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τόν θρήνον τής προμήτορος Εύας κατέπαυσας, τή Αναστάσει σου, Χριστέ ο Θεός, τοίς Αποστόλοις δέ τοίς σοίς κηρύττειν επέταξας, ο Σωτήρ εξανέστη τού μνήματος.


Απόδοση.
Όταν Κύριε, είπες το: Χαίρε, στις μυροφόρες, σταμάτησες τον θρήνο της προμήτορός μας Εύας, με την ανάστασή Σου, Χριστέ ο Θεός μας. Και στους αποστόλους παρήγγειλες να κηρύττουν, πως ο Σωτήρ αναστήθηκε από το μνήμα.


Ο Οίκος
Επί τόν τάφον σου Σωτήρ, αι Μυροφόροι πορευόμεναι, πρός εαυτάς διηπόρουν τώ νοϊ, καί εφθέγγοντο. Τίς ημίν τόν λίθον αποκυλίσει τού μνήματος; Καί αναβλέψασαι, ορώσιν ότι ο λίθος αποκεκύλισται, τή μορφή δέ τού Αγγέλου σύν τή στολή εθαμβούντο, συνείχοντο δέ τρόμω, καί φεύγειν ενόμιζον, καί πρός αυτάς ο νεανίσκος εβόησε. Μή φοβείσθε υμείς, όν ζητείτε, ανέστη, δεύτε, ίδετε τόν τόπον, όπου έκειτο τό σώμα τού Ιησού, καί ταχύ πορευθείσαι, απαγγείλατε τοίς Μαθηταίς, ο Σωτήρ εξανέστη τού μνήματος.


Απόδοση.
Καθώς οι μυροφόρες προχωρούσαν προς το μνήμα Σου, απορούσαν μέσα τους και με το νου τους, και έλεγαν η μία στην άλλη: Ποιος για χάρη μας θα αποκυλήσει τον λίθο από το μνήμα, που είναι τόσο μεγάλος? Και καθώς σήκωσαν τα μάτια τους ββλέπουν πως είχε κυλιστεί μακρύα από το μνήμα ο λίθος. Από τη μορφή και την στολή του αγγέλου θαμπωνόνταν, και της είχε καταλάβει φόβος, και νόμιζαν πως έπρεπε να φύγουν. Όμως ο νεαννίας απευθήνθηκε προς αυτ΄ες και τους είπε: Μη φοβάσθε. Αυτός που ζητάτε έχει αναστηθεί. Ελάτε να δείτε το μνήμα και τον τόπο, όπου βρισκόταν το σώμα του Ιησού. Και γρήγορα, αφού τρέξετε, να αναγγείλετε στους μαθητές Του πως αναστήθηκε ο Κύριος και Σωτήρας από το μνήμα.


Συναξάριον
Τή αυτή ημέρα, Κυριακή τρίτη από τού Πάσχα, τήν τών αγίων γυναικών Μυροφόρων εορτήν εορτάζομεν, έτι δέ μνείαν ποιούμεθα καί τού εξ Αριμαθαίας Ιωσήφ, ός ήν μαθητής κεκρυμμένος, πρός δέ, καί τού νυκτερινού μαθητού Νικοδήμου.


Απόδοση.
Κατά την τρίτη Κυριακή από το Πάσχα, εορτάζουμε την εορτή των αγίων μυροφόρων γυναικών. Επίσης και του Ιωσήφ του από Αριμαθαίας, ο οποίος ηταν κρυφός μαθητής του Χριστού, και του νυκτερινού μαθητού Νικοδήμου.


Στίχοι
• Χριστώ φέρουσιν αι Μαθήτριαι μύρα.• Εγώ δέ ταύταις ύμνον, ως μύρον φέρω.
Ταίς τών αγίων Μυροφόρων πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.


Απόδοση.
Οι μαθήτριες μυροφόρες προσφέρουν στο Χριστό μύρα. Εγώ προσφέρω στο Χριστό και στις μυροφόρες σαν μύρο τον ύμνο.
Με τις πρεσβείες των αγίων μυροφόρων, Χριστέ ο Θεός, ελέησε και σώσε μας.Αμήν.
Απόδοση, Μοναχής Θεοδοσίας.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009


Η ΑΚΡΙΒΗΣ ΩΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟΝ

«Ακριβή δε ώραν τιθέναι επιζητείς και ώρα πάνυ μεμετρημένην,
όπερ και δύσκολον, και σφαλερόν εστί».
(Διονύσιος Αλεξανδρείας)


1. Το Ακριβές της Αναστάσεως
Είναι δύσκολο να πει κανείς πό­τε, ποια ώρα ακριβώς, αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός. Κανένας από τους Ευαγγελιστές δε κάνει σαφή λόγον. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει μέχρι την ανατολή του η­λίου της πρώτης ημέρας της εβδο­μάδος, δηλαδή τη Κυριακή· «Οψέ Σάββατων τη επιφωσκούση εις μί­αν σαββάτων» (κεφ. 28,1). Ο Μάρ­κος λέγει όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου, Μετά τη δύση του ηλί­ου που άρχιζε η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δηλαδή η Κυριακή·
«Και διαγενομένου του σαββάτου… λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον ανατείλαντος του ηλίου» (κεφ. 16, 1-2). Ο Λουκάς αναφέρεται στα βαθιά χαράματα της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, ήτοι την Κυριακή· «Τη δε μια των σαββάτων, όρθρου βαθέως ήλθον επί το μνήμα» (κεφ. 24, 1). Και ο Ιωάννης λέγει, όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου κατά την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δη­λαδή τη Κυριακή, που ήταν ακόμη σκοτάδι· «Τη δε μια των σαββάτων… έρχεται πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείον» (κεφ. 20, 1).
Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές, ως ημέρα αναστάσεως του Ιησού Χριστού, αναφέρουν την αρχή της ημέρας της Κυριακής· «Διαγενομένου του Σαββάτου· της μιας σαββάτων (= όταν επέρασε η ημέρα του Σαββάτου και άρχιζε η άλλη ημέ­ρα)» χωρίς να ορίζουν την ακριβή ώρα. Ο καθένας αναφέρεται σε διαφορετικά χρονικά όρια της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, που άρχιζε μετά το Σάββατο, ήτοι της Κυριακής. Δεν τους ενδιαφέρει η ακριβής ώρα, αλλά η ημέρα για ν’ απο­δείξουν το τριήμερο, όπως ακριβώς είχε διαβεβαιώσει ο Χριστός τους μαθητές του, ότι θα αναστηθεί· «Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς αυτού, ότι δει αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων και αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).
Λοιπόν, πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός:
Ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Διονύσιος, που ρωτήθηκε για το θέμα αυτό, απάντησε, ότι τούτο είναι πολύ δύσκολο και αβέβαιον· «Ακριβή δε όρον τιθέναι επιζητείς και ώρα πάνυ μεμετρημένην, όπερ και δύσκολον και σφαλερόν εστίν» («Σύνταγμα θείων και Ιερών Κανόνων», Γ. Ράλλη – Μ. Πότλη, τομ. Δ΄, σελ. 1. Επιστολή προς Επίσκοπον Βασιλείδην).
Οι δύο Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς συμφωνούν, ότι η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού έγινε τα μεσάνυκτα του Σαββάτου, ότε και είχε παρέλθει η έκτη ώρα της νύκτας. Τούτο συνάγεται από τα λεγόμενά τους, ότι οι γυναίκες πήγαν στο μνήμα «Οψέ Σαββάτων [και] Όρθρου βαθέος», ότε δηλαδή είχε περά­σει η έκτη ώρα της νύκτας, οπότε και άρχιζε η καινούργια μέρα κατά τους εκκλη­σιαστικούς όρους. Έτσι, οι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου αποφάσισαν, οι Χριστιανοί να νηστεύουν μέχρι τα μεσάνυκτα του Σαββάτου· «Χρή τους πιστούς περί μέσας της μετά το μέγα Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι, των θείων Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά, του μεν, δια του οψέ Σαββάτων προσρήματος, του δε, δια του όρθρου βαθέως, την βραδύτητα της νυκτός ημίν υπογράφο­ντος»· (Καν. ΠΘ΄). Όταν λέγει ο Κανόνας «περί μέσας της μετά το μέγαν Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι», εννοείται, ότι οι Χριστιανοί θα συμμετάσχουν στην Θεία Λειτουργία έως το τέλος «προσενέγκατε την θυσίαν ημών» και μετά θα αρχί­σουν το Πασχαλινό φαγητό, δηλαδή τα χαράματα της Κυριακής. Επ’ αυτού οι Αποστολικές Διαταγές είναι λίαν σαφείς· «Δια τούτο και ημείς, αναστάντος του Κυρίου, προσενέγκατε την θυσίαν ημών… και λοιπόν απονηστεύετε, ευφραινόμενοι και εορτάζοντες»· (ΒΕΠΕΣ, τομ. 2, παρ. 7 και 8, σελ. 90-91).

2. Το Τριήμερον της Αναστάσεως
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είχε δηλώσει στους μαθητές Του, ότι θα καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί· «αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).
Πράγματι, αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός την τρίτη ημέρα:
Οι δύο μαθητές του Χριστού που μετά τη θανατική Του καταδίκη και τη ταφή Του πήγαιναν «προς Εμμαούς» δηλώνουν, ότι ήδη έχουν περάσει τρεις ημέρας από το θάνατον του Χριστού· «... αλλά γε και συν πάσιν τούτοις τρίτην ταύτην ημέραν άγει σήμερον, αφ’ ου ταύτα εγένετο»· (Λουκ. 24, 21). Αλλά και οι γυναίκες, που «διαγενομένου του Σαββάτου, ή όψε σαββάτων, η τη μια των σαββάτων», πήγαιναν στον τάφο του Χριστού, για να επιτελέσουν τα Εβραϊκά νεκρικά ήθη και έθιμα, τα τρίμερα, αποδεικνύουν περίτρανα, πως πράγματι είχε ήδη αρχίσει το τριήμερον.
Όμως, ερωτάται: Πώς αποδεικνύεται αυτό το τριήμερον:
Το εικοσιτετράωρον οι Εβραίοι το μετρούσαν από το ένα βράδυ έως το άλλο βράδυ· «από εσπέρας έως εσπέρας σαββατιείτε» (Λευιτ. 23, 32).
Ο Ιησούς Χριστός «παρέδωκε το πνεύμα» το απομεσήμερον της ενάτης ώρας (= τρεις μ.μ.) της Παρασκευής· «Η δε ωσεί ώρα έκτη (= δώδεκα μ.μ.) και σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης (= τρεις μ.μ.) του ηλίου εκλείποντος… και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Λουκ. 23, 44, Ιωάν. 19, 30).
Η ημέρα της Παρασκευής είχε αρχίσει από τα μεσάνυχτα της Πέμπτης, οπότε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έχουμε την μία ημέρα. Από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έως τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έχουμε τη δεύτερη ημέρα. Και από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έως γα μεσάνυχτα της Κυριακής έχουμε τη τρίτη ημέρα, την Κυριακή, η οποία σημειωτέον έχει αρχίσει από τα μεσάνυχτα του Σαβ­βάτου. Επομένως την τρίτη ημέρα, την Κυριακή, αναστήθηκε ο Χριστός και κατά το διάστημα αυτής της ημέρας, πράγματι, τελείται η Ανάσταση. Όμως, επειδή οι Ευαγγελιστές ουδαμού αναφέρονται σε συγκεκριμένη ώρα, αλλάς τις αρχές της τρίτης ημέρας, της Κυριακής, η Μητέρα Ορθόδοξη Εκκλησία όρισε η Ανάσταση να γίνεται, όταν ακριβώς, αρχίζει η ημέρα της Κυριακής (μετά το μεσονύκτιο, δηλα­δή, του Σαββάτου), οπότε οποιαδήποτε ώρα και αν αναστήθηκε ο Χριστός η ακρι­βής ώρα περιέχεται μέσα στη τρίτη ημέρα, την ημέρα της Κυριακής.
Επομένως, η απάντηση στα ερωτήματα περί της ακριβούς ώρας και του τριημέρου της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού είναι ότι η ακριβής ώρα της Ανάστασης είναι δύσκολο ν’ αποδειχθεί, άλλωστε δεν έχει καμιά απολύτως σημασία για την σωτηρία μας, διό και οι Ευαγγελιστές δεν ασχολούνται. Όσο για το τριήμερο που έχει σημασία για ν’ αποδειχθούν αληθινά τα λεγόμενα του Κυρίου προς τους μαθη­τές Του, ότι· «και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» πράγματι αναστήθηκε τη τρίτη ημέρα, αφού η τρίτη ημέρα της Κυριακής αρχίζει από τα μεσάνυχτα της ημέρας του Σαββάτου.
Συνεπώς, η Ανάσταση του Χριστού έγινε, όπως λίαν κατηγορηματικώς μας δηλώ­νουν οι Ιεροί Ευαγγελιστές, την ημέρα της Κυριακής αφού είχε ήδη περάσει η δεύτερη ημέρα του Σαββάτου και οι γυναίκες, που είναι οι πλέον αψευδείς μάρτυ­ρες του τριημέρου, πήγαιναν στο μνημείο για τα τρίμερα· «Διαγενομένου του Σαβ­βάτου (= αφού πέρασε η ημέρα του Σαββάτου), Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν (= τον Ιησούν).


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.

Πρεσβ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
Πρόεδρος Κληρικών Ελλάδος
Πάσχα 2004
Περιοδικό Ενορία 5/4/04
Αριθμός φύλλου 974

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009


Kυριακή του Θωμά

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ 15-4-2007(Ἰω. κ΄, 19-31) .


Ζοῦμε ἰδιαιτέρως ἐτοῦτες τὶς ἡμέρες τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἑορτάζουμε τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν, τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα. Τὸ πανσεβάσμιο Πάσχα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγάπης, ὅπου τὰ πάντα συγχωροῦνται καὶ οἱ πάντες μονοιάζουμε καὶ φιλιώνουμε. Ὅπου τὰ πάντα λάμπουν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ οἱ πάντες ἀγαλλόμενοι κρατοῦν ὡς ἄγκυρα τὴν ἐλπίδα, γιὰ νὰ πορευτοῦν στὴ ζωή. Καὶ μέσα στὸ θάμπος τῆς ἑορτῆς προβάλλουν οἱ παρουσίες τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐχέγγυο τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐξαγελιῶν Του γιὰ τὴν Ἀνάστασή Του.
Ὁ Χριστὸς κάνει ἔντονη τὴν παρουσία Του, «γιὰ νὰ μὴν λέγουν οἱ χριστομάχοι πὼς δὲν ἀναστήθηκε καὶ νὰ μὴν μένουν οἱ Ἀπόστολοι μόνο μέσα στὴ φαντασία τους πὼς δὲν τὸ εἶδαν ἀναστημένο». Ἔτσι, δὲν ἀφήνει καὶ τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ στὶς ἀμφιβολίες του, μήτε στὴν ἀδυναμία του νὰ πιστεύσει. Γιατὶ ὁ Ἀπόστολος συγκαταλέγεται σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ πιστεύσουν μὰ δὲν μποροῦν καὶ ὄχι σ᾿ ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ πιστεύσουν καὶ δὲν θέλουν.
Γιατὶ ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νὰ θέλεις νὰ πιστεύσεις καὶ νὰ μὴ μπορεῖς, ἐπειδὴ ὑπάρχουν οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειες, καὶ ἄλλο πρᾶγμα νὰ μπορεῖς νὰ πιστεύσεις καὶ νὰ μὴ θέλεις. Ἐτοῦτο εἶναι ἐγωϊσμὸς καὶ καθαρὴ δαιμονικὴ ἐνέργεια.
Μπροστὰ λοιπὸν στὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καθὼς ἐξελίχθηκε στὰ ἀνθρώπινα μάτια, καὶ ἔτσι καθὼς ἑρμηνεύτηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους μὲ τὶς ἐπανειλημμένες παρουσίες τοῦ διδασκάλου, ὑπάρχει ἕνας προβληματισμός. Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ προβληματισμός; Στὴ σημερινὴ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον ὅλων τῶν Μαθητῶν, ἀκούγεται νὰ λέγει, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ: «Φέρε ἐδῶ τὸ δάκτυλό σου καὶ δὲς τὰ χέρια μου καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου...».
Ὅμως, λίγες ἡμέρες νωρίτερα, ὅταν εἶχε συναντήσει τὴ μαθήτρια Μαρία κοντὰ στὸν κενὸ τάφο Του καὶ ἐνῶ αὐτὴ προσπάθησε νὰ Τὸν ἀγγίξει, τῆς εἶπε: «Μὴ μὲ ἀγγίζεις!...».
Γιατὶ λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸν μὲν ἀπόστολο Θωμᾶ τοῦ λέγει νὰ Τὸν ἀγγίξει καὶ στὴ μαθήτρια Μαρία «μὴ μὲ ἀγγίζεις»; Μερικοὶ δὲ ποὺ ἐπιφανειακὰ ἐξετάζουν τὰ πράγματα θὰ ποῦν πὼς ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ ἰδιαίτερη μεταχείριση τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως κάτι τέτοιο δὲν συμβαίνει.
Τί συμβαίνει λοιπόν; Ἡ διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ Χριστοῦ στὸν ἀπόστολο Θωμᾶ καὶ τὴ μαθήτρια Μαρία ἐξηγεῖται ὄχι ὡς ἐνέργεια ἰδιαίτερης μεταχείρισης τοῦ ἑνός, μὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς διάφορες προθέσεις καὶ διαθέσεις τῶν δυό τους.
Δηλαδή, τί σημαίνει αὐτό; «Ἡ Μαρία δὲν ἀμφέβαλλε περὶ τοῦ ὅτι ὁ ὁμιλῶν πρὸς αὐτὴ εἶναι ὁ ἐκ τοῦ τάφου ἐπανελθὼν εἰς τὴν ζωὴ Κύριος». Ὅμως, παρ᾿ ὅτι πίστευε στὴν Ἀνάσταση, ἐντούτοις εἶχε μιὰ πλανεμένη ἀντίληψη. Ὅτι τάχατες ὁ Χριστὸς θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ συζεῖ μὲ τοὺς Μαθητὲς ὅπως πρῶτα.
Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀπαγόρευση τῆς Μαρίας ἐπιθυμεῖ νὰ τῆς τονίσει πὼς φυσικὰ θὰ εἶναι μαζί τους συνεχῶς, μὰ ὄχι ὅπως πρίν. Τώρα εἶναι ὁ Ἀναστημένος Χριστός, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ σχέσεις θὰ εἶναι διαφορετικές.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἐξ ἄλλου ἀπιστοῦσε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ζητοῦσε πειστήρια «περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπτὴ πραγματικότητα καὶ ὄχι πλάνη τῆς φαντασίας». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀφήνει νὰ Τὸν ἀγγίξει. Ἔτσι τὸ σφάλμα τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ τελειώνει ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ ἀρχίζει τὸ σφάλμα τῆς μαθήτριας Μαρίας.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔχει τὸ χῶρο της στὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ καλὴ ἀπιστία. Ὅταν ὅμως αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὀρθὴ καὶ καθαρὴ πίστη, τότε σκορπίζονται ὅλα τὰ διλήμματα καὶ ὅλες οἱ ἀμφιβολίες· ἀνοίγεται ἕνας καινούργιος ὁρίζοντας στὴ ζωή μας, ποὺ μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν οὐρανό, ποὺ μένει πάντα ἀνοικτὸς γιὰ ἐμᾶς. Γεννιέται κατόπιν ἀβίαστα ἡ ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη ὄντως, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὅλης διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου Κι αὐτὴ ἡ ὁμολογία μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ταυτόσημη πορεία τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ· δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀπιστία, στὴν πίστη· ἀπὸ τὴν πίστη στὴν ὁμολογία τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ πὼς Αὐτὸς εἶναι «ὁ Κύριος μας καὶ ὁ Θεός μας».------------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως


30/04/2006 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (Ἰω. κ΄ 19-31).


Ζοῦμε ἐντὸς τῆς Ἀναστάσιμης περιόδου. Ἑορτάζουμε τὴν Λαμπρὴ καὶ γινόμαστε δέκτες τοῦ φωτός της. Γευόμαστε τὴν μεγάλη χαρά, ποὺ δωρεῖται στοὺς ἀνθρώπους καὶ βιώνουμε μέσα μας τὴ ζωή, ποὺ παρέχεται μὲ πλουσιότητα καὶ ἀφθονία.
Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ πεμπτουσία τῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιατὶ δίχως αὐτή, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει οἱανδήποτε ἄλλη ἑορτή. Καὶ ὄχι μόνο· μὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἡ ἴδια ἡ πίστη μας. Συνεπῶς δὲ καὶ ἡ Ἐκκλησία παύει νὰ ὑφίσταται καὶ τὰ πάντα καταντοῦν μάταια καὶ ψευδῆ.
Μὰ ἡ Ἀνάσταση εἶναι πιὰ γεγονὸς ἱστορικό. Ἔτσι ἄλλωστε παραδόθηκε καὶ ἔτσι βιώνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Χριστὸς δὲν ἄφησε ἐτοῦτο τὸ γένος μετέωρο καὶ θολό. Οἱ ἀλλεπάληλες ἐμφανίσεις Του αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ἐξυπηρετοῦν. Νὰ βεβαιώσουν τὸ γεγονὸς καὶ νὰ πείσουν τοὺς ἀνθρώπους, ἰδιαιτέρως δὲ τοὺς Μαθητές, γιὰ τὴν πραγμάτωσή του.
Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στοὺς Μαθητὲς γίνεται σὲ δύο φάσεις. Ἡ μία δίχως τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ καὶ ἡ δεύτερη μ᾿ αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μὴν ἀφήσει κάποιον μέσα στὴν ἀμφιβολία καὶ τὴ σύγχυση. Ἐπιθυμεῖ νὰ ξεκαθαρίσει τὰ πράγματα.
Γι᾿ αὐτὴ τὴ δεύτερη ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στοὺς Μαθητὲς καὶ τὸν Θωμᾶ, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης θὰ σημειώνει στὸ σημερινὸ Εὐάγγελιό του, τὰ ἀκόλουθα: «Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες, ποὺ ἦταν πάλι οἱ μαθητὲς μέσα στὸ σπίτι καὶ μαζί τους κι ὁ Θωμᾶς, ξαναμπῆκε ὁ Χριστὸς, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστὲς καὶ στάθηκε ἀνάμεσά τους κι εἶπε· Εἰρήνη ὑμῖν. Καὶ ὕστερα λέγει στὸ Θωμᾶ· Ἀκούμπησε ἐδῶ τὸ δάκτυλό σου καὶ δὲς τὰ χέρια μου καὶ φέρε τὸ χέρι σου στὸ πλευρό μου καὶ μὴ γίνεσαι ἄπιστος ἀλλὰ πιστός».
Μιὰ παρουσία θεϊκῆς συγκαταβάσεως. Καὶ μιὰ πράξη ἀγάπης πρὸς τὸν Μαθητή, ποὺ ζητεῖ νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ ψηλαφήσει τὸ Διδάσκαλο. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν Μαθητή του, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους, καὶ θέλει νὰ τὸν διασώσει ἀπὸ τὶς ἀμφιβολίες του. Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἀξιώνει ἀγάπη, ἀλλὰ τὴ δωρίζει ὁ ἴδιος σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ θὰ τὸν ἀναζητήσει.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἀναζητεῖ καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἰδεῖ, ὅσα καὶ οἱ ἄλλοι Μαθητὲς εἶδαν. Γι᾿ αὐτὸ ἐνσαρκώνει τὴν καλοπροαίρετη ἀναζήτηση κι ὑπογραμμίζει τὴν ἀνάγκη τῆς ἀνθρώπινης ἱκανοποίησης. Νὰ ἰδεῖ, ν᾿ ἀκούσει καὶ ἴσως νὰ ψηλαφίσει τὸ Διδάσκαλο.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἱκανοποιεῖ τὶς ἐπιθυμίες του, ἀποδεικνύοντας σ᾿ αὐτόν, πὼς δὲν ὑστερεῖ τῶν ἄλλων. Μήτε ἐκλαμβάνεται ὡς κατώτερος, μὰ εἶναι κι αὐτὸς Ἀπόστολος καὶ Μαθητής Του. Γι᾿ σὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι εὐτυχὴς καὶ νὰ αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ὡς τὸν εὐλογημένο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀντίδραση δὲ τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ σηματοδοτεῖ ἕναν ἐσωτερικὸ συγκλονισμό. Ἕνα ξέσπασμα πίστεως καὶ ἀγάπης πρὸς τὸ Διδάσκαλο καὶ μιὰ ὁμολογία τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ. «Καὶ ἀποκρίθηκεν ὁ Θωμᾶς καὶ τοῦ εἶπε· Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος μου καὶ ὁ Θεός μου».
Σχετικὰ μ᾿ αὐτὴ τὴν ὁμολογία, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, θὰ γράφει: «Γιατὶ ὄχι ἁπλῶς εἶπε ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου... ἀλλὰ ἕνα Κύριο τὸν αὐτὸν καὶ Θεὸ, ποὺ γεννήθηκε κατὰ τὴν αὐτὴ φύση ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ Θεό». Δηλαδὴ, ὄχι ὅμοιον μὲ τὸν Πατέρα, μὰ ὁ αὐτὸς ὡς πρὸς τὴν φύση. Θεὸς ὁ Πατέρας, Θεὸς καὶ ὁ Χριστός. Ἡ αὐτὴ θεϊκὴ φύση στὸν Πατέρα. ἡ αὐτὴ θεϊκὴ φύση καὶ στὸν Υἱό, τὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ ἀποκαλοῦμε τὸν Χριστὸ ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως ἄλλωστε διατυπώνεται καὶ στὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας.
Ὁ Χριστὸς δέ, ἀποκαλύπτοντας τὸν ἑαυτόν Του στοὺς καλοπροαίρετους καὶ ἄδολους ἀνθρώπους, τονίζει τὸ γεγονὸς πὼς μιὰ γνήσια, ἁπλὴ καὶ ἀληθινὴ ὕπαρξη, μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ δοχέα τῆς χάριτός Του.
Νὰ αἰσθανθεῖ τὸν συγκλονισμὸ πὼς ὁ Χριστὸς τὸν ἀποδέχεται καὶ συνομιλεῖ μαζί του. Καὶ βιώνοντας αὐτὸν τὸν συγκλονισμὸ καὶ αἰσθανόμενος τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ δίπλα του, ἀνακράζει μὲ ἱερὸ δέος, ἀλλὰ θερμὴ πίστη: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιὰ ἕνα ἱστορικὸ γεγονός. Μὲ μάρτυρες τοὺς ἴδιους τοὺς Μαθητὲς, ποὺ βίωσαν ἐπανειλημμένες φορὲς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Μίλησαν μαζί Του· περπάτησαν δίπλα-δίπλα· ἔφαγαν Πῆραν τέλος ὡς δῶρο τὴν εἰρήνη Του.
Ὅπως καὶ ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, ποὺ σήμερα ξαναθυμώμαστε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἰδεῖ τὸν Χριστό. Νὰ συνομιλήσει μαζί Του· νὰ τὸν ἐγγίξει· νὰ τὸν ὁμολογήσει. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ τὰ ἔδωσε ὅλα. Ἔτσι γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ καὶ πάλι ὅπως πρῶτα Μαθητὴς καὶ Ἀπόστολος τοῦ Εὐαγγελίου Του.
Ἐμεῖς σήμερα ζοῦμε μέσα στὴν Ἀναστάσιμη περίοδο, λέμε καὶ ψάλλουμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Γνωρίζουμε ὅμως πῶς ἀποτελοῦμε τοὺς μάρτυρες καὶ τοὺς ὁμολογητὲς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Καὶ καλούμαστε νὰ βιώσουμε ἐτοῦτο τὸ γεγονὸς ὡς ἐσωτερικὸ συγκλονισμὸ καὶ ὡς ὁμολογία στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν πίστη πὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριός μας καὶ ὁ Θεός μας.


Πηγή: www.imml.gr

Κυριακή 19 Απριλίου 2009



Αδελφοί και πατέρες, ήρθε το Πάσχα, η χαρμόσυνη μέρα της Αναστάσεως του Χριστού, η αιτία κάθε ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, που έρχεται μια φορά το χρόνο, μάλλον έρχεται καθημερινά και συνεχώς σ’ εκείνους που κατανοούν το μυστικό της νόημα.Ήρθε και γέμισε τις καρδιές μας χαρά και αγαλλίαση λύνοντας τον κόπο της πάνσεπτης νηστείας και τελειοποιώντας και παρηγορώντας τις ψυχές μας.
Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν τον Κύριο, που μάς πέρασε μέσα από το πέλαγος της νηστείας και μάς οδήγησε με ευφροσύνη στο λιμάνι της Αναστάσεώς του. Ας τον ευχαριστήσουμε και όσοι διανύσαμε τον δρόμο της νηστείας πρόθυμα, με ζέουσα προαίρεση και αγώνες για την αρετή, και όσοι υστερήσαμε από ολιγωρία και μικροψυχία, επειδή Αυτός είναι που χαρίζει γενναιόδωρα στους αγωνιστές τα στεφάνια και τους άξιους μισθούς των έργων τους και στους ασθενέστερους πάλι ως ελεήμων και φιλάνθρωπος χαρίζει τη συγγνώμη. Γιατί βέβαια υπολογίζει πιο πολύ την προαίρεση των ψυχών μας παρά τους σωματικούς κόπους, και αναλόγως ανταποδίδει τα έπαθλα και τα χαρίσματα του Πνεύματος: Η αναδεικνύοντας περίφημο και ένδοξο τον αγωνιστή ή αφήνοντας τον ακόμη στην αφάνεια, επειδή έχει ανάγκη από πιο επίπονη κάθαρση.
Το μυστήριο της Αναστάσεως
Ας εξετάσουμε όμως με προσοχή ποιο είναι το μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας, που συντελείται μυστικώς σ’ όσους το ποθούμε, πώς δηλαδή θάπτεται ο Χριστός μέσα μας σαν σε μνήμα και πώς ενώνεται με τις ψυχές μας και ανασταίνεται συνανασταίνοντας μαζί του κι εμάς:
Ο Χριστός και Θεός μας, αφού κρεμάσθηκε στον σταυρό, σταύρωσε επάνω σ’ αυτόν την αμαρτία του κόσμου, κι αφού γεύθηκε τον θάνατο, κατέβηκε στα κατώτατα του άδη. Όπως λοιπόν τότε ανεβαίνοντας από τον άδη επέστρεψε στο άχραντο σώμα του – από το οποίο δεν αποχωρίστηκε καθόλου - κι αμέσως αναστήθηκε και μετά ανήλθε στους ουρανούς με δόξα πολλή και δύναμη, έτσι ακριβώς και τώρα, όταν εμείς εξερχόμεθα από τον κόσμο και εισερχόμεθα με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, αυτός ο ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει την δυνατότητα σ’ εκείνον που αναστήθηκε μαζί του να βλέπει την δόξα της μυστικής του αναστάσεως.
Η Ανάσταση είναι δική μας
Ανάσταση λοιπόν του Χριστού είναι η δική μας ανάσταση, των κάτω κειμένων. Γιατί πως θα αναστηθεί αυτός που ποτέ δεν έπεσε σε αμαρτία, καθώς είναι γραμμένο, ούτε αλλοιώθηκε στο ελάχιστο η δόξα του; Ή πώς θα δοξασθεί εκείνος που είναι υπερδεδοξασμένος και εξουσιάζει τα σύμπαντα;
Η Ανάσταση και η δόξα του Χριστού, καθώς είπαμε, είναι η δική μας δόξα. Αφ’ ότου δηλαδή εκείνος οικειοποιήθηκε την ανθρώπινη φύση, όσα ενεργεί σ’ εμάς, τα επιγράφει στον εαυτό του. Η ανάσταση λοιπόν της ψυχής είναι η ένωσή της με την ζωή. Όπως ακριβώς το νεκρό σώμα δεν μπορεί να ζει, αν δεν δεχθεί μέσα του την ζωντανή ψυχή και δεν σμίξει άμικτα μ’ αυτήν, έτσι και η ψυχή δεν μπορεί να ζήσει μόνη της, αν δεν ενωθεί αρρήτως κι ασυγχύτως με τον Θεό, που είναι η όντως αιώνια ζωή. Είναι δηλαδή νεκρή, πριν από την εν γνώσει και οράσει και αισθήσει ένωσή της με τον Χριστό, κι ας είναι νοερή κι αθάνατη από την φύση της. Γιατί ούτε γνώση χωρίς όραση υπάρχει, ούτε όραση χωρίς αίσθηση.
Να, τι θέλω να πω. Έχουμε την όραση, και μέσα στην όραση την γνώση και την αίσθηση. Αυτά τα λέω για τα πνευματικά ζητήματα, γιατί στα σωματικά και χωρίς όραση υπάρχει αίσθηση: Ο τυφλός π.χ. αισθάνεται, όταν κτυπήσει το πόδι του στην πέτρα, ενώ ο νεκρός όχι. Αλλά στα πνευματικά θέματα, αν ο νους δεν έλθει σε θεωρία των υπέρ έννοιαν, δεν αισθάνεται την μυστική ενέργεια της χάριτος. Εκείνος λοιπόν που ισχυρίζεται ότι την αισθάνεται, προτού θεωρήσει τα υπέρ νουν και λόγον και έννοιαν, μοιάζει με τον τυφλό, που καταλαβαίνει μεν τα καλά ή τα κακά που παθαίνει, μα δεν αντιλαμβάνεται ούτε κι αυτά ακόμη που είναι μπροστά του και μπορεί να του προξενήσουν την ζωή και τον θάνατο. Γιατί τα επερχόμενα σ’ αυτόν κακά ή καλά δεν τα αισθάνεται καθόλου, επειδή στερείται της οπτικής δυνάμεως και αισθήσεως, γι’ αυτό, όταν σηκώνει το ραβδί για να αμυνθεί, κάποτε κτυπά τον φίλο του αντί για τον εχθρό του, που στέκεται μπροστά στα μάτια του και τον περιγελά.


Από το βιβλίο

«Αναστασιν Χριστού Θεασάμενοι»

Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος