Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008


ΕΙΝΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΑΤΟΜΙΚΗ Ή ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ;

Πολλοί χριστιανοί θεωρούν ότι ο γάμος είναι μία εντελώς ιδιωτική υπόθεση, που αφορά δύο ανθρώπους κατά κύριο λόγο και φυσικά τις οικογένειες τους κατά δεύτερο λόγο. Και συνεπώς το διευθετούν και το αποφασίζουν μέσα απ’ αυτή τη προσωπική και ατομική προοπτική και δεν δέχονται καμμία παρέμβαση εκ μέρους της Εκκλησίας. Απλώς δέχονται την εκκλησιαστική τελετή σαν ένα στοιχείο της εθιμοτυπικής παραδόσεως μας, σαν φολκλόρ, και σαν κάτι το βοηθητικό για να μη έχει κακοτοπιές η ζωή του ζεύγους.

Κι όμως, αν μελετήσουμε με προσοχή την ακολουθία του γάμου, «την απηρτισμένην αυτήν ιεράν διδαχήν της Εκκλησίας μας»1 για το μεγάλο αυτό μυστήριο, θα δούμε ότι ο γάμος δεν είναι ένα ξεκομμένο και απομονωμένο ιδιωτικό, κοσμικό συμβάν της ζωής του πιστού αλλά δυναμική συμμετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας, στο μυστήριο της πνευματικής ζωής και της πνευματικής ιστορίας.


Κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα·

Α΄. Στα «ειρηνικά» της ακολουθίας του αρραβώνος και του γάμου.
Εκεί η Εκκλησία -ανάμεσα στα αιτήματα για αγάπη τέλεια, ομόνοια, άμεμπτη βιοτή και πολιτεία και άλλα παρόμοια- εύχεται συγχρόνως για την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου, για την ευστάθεια των εκκλησιών, την ενότητα όλων, τον κλήρο και το λαό. Και το ίδιο συμβαίνει και στα «ειρηνικά» των άλλων ακολουθιών της. Πάντα συμπλέκεται το ατομικό με το γενικό· το προσωπικό με το κοινωνικό· το εγώ με το εμείς. Και συμβαίνει αυτό, γιατί τίποτα για τον χριστιανό δεν είναι –δεν πρέπει να είναι- καθαρά ιδιωτικό ή ατομικό. Μεταξύ ατομικού και δημόσιου ή εκκλησιαστικού βίου υπάρχει μία αλληλοπεριχώρηση και αλληλεπίδραση. Όλα τα γεγονότα της ζωής μας έχουν την δημόσια και κοινή πλευρά τους και επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την κατάσταση και τη ζωή ολόκληρης της κοινωνίας.



Β΄. Στις ευχές της ακολουθίας του γάμου.

Στις ευχές της ακολουθίας του μυστηρίου, η Εκκλησία μας εντάσσει το γάμο μέσα στη ζωή της που δεν έχει όρια, στο σύμπαν ολόκληρο και στην εν γένει ιστορία. Στην ακολουθία του γάμου φαίνεται ξεκάθαρα ότι «το συγκεκριμένο ζευγάρι που νυμφεύεται ‘εδώ και τώρα’ εγγράφεται στην ιστορία όλων των ζευγών της Εκκλησίας. Του Αδάμ και της Εύας, των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης, των αγίων ζευγών της Καινής Διαθήκης, συμμετέχει και είναι παρόν στο πρώτο θαύμα του Κυρίου στο γάμο εν Κανά, συνδέεται με ζεύγη της ιστορίας της Εκκλησίας, καλούμενο -με όλα αυτά- να ζήσει την προσωπική ιστορία ως ζεύγος, μεταμορφώνοντας την ένωσή του εις καινή κτίση»2.



Γ΄. Στη θεολογία της Εκκλησίας μας.

Το μυστήριο του γάμου, για τη θεολογία της Εκκλησίας μας, έχει κάποια αναλογία με τη μοναχική κουρά. Και στις δύο αυτές ιερουργίες οι άνθρωποι δίνουν υποσχέσεις αφιερώσεως στο Θεό και το έργο του. Στη μοναχική κουρά ο άνθρωπος αφιερώνει όλο τον εαυτό του στο Θεό αλλά μέσα στα πλαίσια της ζωής κάποιας αδελφότητας και κάποιων αμοιβαίων υποχρεώσεων και αλληλεξαρτήσεων των μελών της. Στο γάμο επίσης δύο άνθρωποι αφιερώνονται και πάλι στο Θεό, μέσω της συμβιώσεώς τους και μέσω της δημιουργίας της αδελφότητας της οικογενείας. Πάντως ο στόχος και ο σκοπός είναι κοινός και στη κατά Χριστό αφιέρωση και στον κατά Χριστό γάμο. Είναι η θέωση και ο αγιασμός. Στην τελευταία ευχή που διαβάζει ο ιερεύς στην ακολουθία του γάμου, πριν το «Δι’ ευχών», λέγει ότι ο γάμος συνάπτεται για «προκοπή βίου και πίστεως» και για ν’ απολαύσουν αυτοί που νυμφεύονται τα επί γης αγαθά αλλά και τα επουράνια. Και η μοναχική αφιέρωση και η αφιέρωση των εγγάμων περιέχει το στοιχείο του μαρτυρίου και της ασκήσεως. Είναι παράλληλοι δρόμοι προς το Γολγοθά αλλά και το Θαβώρ. Είναι αθλήματα ομαδικά και εκκλησιολογικά. Συνεπώς κάνουν μεγάλο λάθος όσοι βλέπουν το γάμο ως κάτι το άνετο, το εύκολο, το βολικό. Κάτι στο οποίο ερχόμαστε για να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και τα ένστικτά μας ατομικά ενδιαφερόμενοι και προς τις ατομικές μας και μόνο ανάγκες αποβλέποντες, παίρνοντας δε και την ευλογία της Εκκλησίας απλώς για να έχουμε βίο ανθόσπαρτο, ατάραχο και αμέριμνο.

Ακόμη και οι ευχές της ακολουθίας του γάμου, που εύχονται να δώσει ο Θεός σπέρμα μακρόβιο, καρπό κοιλίας, καλλιτεκνία, ευτεκνία, δεν λέγονται απλώς, κατά τους θεολόγους της εκκλησίας μας, για να σωθεί βιολογικά το ανθρώπινο γένος από την απειλή του θανάτου. Αυτό ίσως ισχύει και έχει σημασία για τους άπιστους και κοσμικούς ανθρώπους. Το «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» του δημιουργού Θεού σημαίνει, κυρίως και πρώτα απ’ όλα, ότι τα ζεύγη που ενώνονται εν Χριστώ πρέπει να πληθύνουν την ανθρωπότητα της Εκκλησίας, την οικογένεια των αγίων, να γεμίσουν τους ουρανούς με καινούργιους «πολίτες». Γι’ αυτό η Εκκλησία εύχεται όχι μόνο για καρπό κοιλίας αλλά και για καλλιτεκνία. Είναι δε χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε κάποιος στάρετς στην Ρωσία σε μια γυναίκα που ζήτησε την ευλογία του να παντρευτεί. «Μπορείς να φέρεις», είπε, «έναν άγιο; Αν μπορείς τότε παντρέψου, διαφορετικά δεν σου δίνω την ευλογία μου»3. Μ’ αυτήν λοιπόν την προοπτική σώζεται η γυναίκα με την τεκνογονία4 όπως λέγει και ο απόστολος Παύλος. Σώζεται γιατί συμμετέχει στο μυστήριο του μέλλοντος αιώνος, που είναι η Εκκλησία, φέρνοντας στη ζωή ένα πρόσωπο που προορίζεται να γίνει εικόνα του Θεού.



Δ΄. Στη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης και των ερμηνευτών πατέρων.

Το φαινομενικά ιδιωτικό και βιολογικό-κοσμικό γεγονός του γάμου, για την Καινή Διαθήκη, είναι μυστήριο αντιπαραβαλλόμενο με το μυστήριο της Εκκλησίας5 και σωτηριολογικό μέσο. Γι’ αυτό και στην βιβλική θεολογία, ο γάμος και η οικογένεια που προκύπτει απ’ αυτόν θεωρείται «κατ’ οίκον εκκλησία»6 ενώ στην πατερική θεολογία ονομάζεται «εκκλησία μικρά»7.

Γι’ αυτό στην ακολουθία του γάμου ο ιερεύς εύχεται να διαφυλάξει ο Θεός το νέο ζευγάρι όπως διαφύλαξε τον Νώε στην κιβωτό. Η αναφορά δεν είναι τυχαία. Η κιβωτός είναι τύπος και εικόνα της Εκκλησίας. Όπως σώθηκε η φυσική ζωή με την κιβωτό στον κατακλυσμό του Νώε, έτσι και μέσα στην Εκκλησία σώζεται ο λαός του Θεού από τον κατακλυσμό της αμαρτίας. Το νέο λοιπόν ζευγάρι θ’ αποτελέσει μια μικρή κιβωτό-Εκκλησία. Θ’ αποβεί ένα μικρό κύτταρο του αιωνίου οργανισμού της Εκκλησίας, του σώματος του Χριστού. Πρέπει να είναι οντολογικά ενωμένο με τον Χριστό. Γι’ αυτό κατά την αρχαία παράδοση η ακολουθία του γάμου τελούνταν συνημμένη με τη θεία λειτουργία, το κατ’ εξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας, και κοινωνούσαν αμέσως μετά το γάμο οι νεόνυμφοι. Γιατί όπως παρατηρεί σύγχρονος θεολόγος, το «και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» προ Χριστού δηλοί την φυσική ένωση των συζύγων, μετά Χριστόν όμως «η μία σάρξ» πραγματοποιείται κατ’ εξοχή όταν ο άνδρας και η γυναίκα συμμετέχουν στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, στο μυστήριο της Εκκλησίας8.

Δυστυχώς σήμερα το μυστήριο του γάμου αποσυνδέθηκε εντελώς από το μυστήριο της θείας λειτουργίας και έφθασε στο τραγικό σημείο να τελείται συνήθως το εσπέρας του Σαββάτου, δηλαδή την παραμονή της τελέσεως της θείας λειτουργίας, δημιουργώντας πλείστα όσα προβλήματα στη λειτουργία της ενορίας αλλά και στη συμμετοχή των χριστιανών και αυτών των νεόνυμφων στο ευχαριστιακό τραπέζι της Κυριακής, αφού οι πλείστοι των συμμετεχόντων στο ολονύχτιο συνήθως γλέντι του γάμου αδυνατούν να προσέλθουν το πρωί της Κυριακής στο ναό. Έτσι ενώ το πρωί της Κυριακής πρέπει να μας βρίσκει σε εγρήγορση και νήψη για ανάλογη συμμετοχή στο Ευχαριστιακό Κυριακό Γεύμα και εν αναμονή της Β΄ Παρουσίας του Κυρίου, η οποία –κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας- θα γίνει μάλλον Κυριακή, μας βρίσκει νυσταλέους, ακηδείς και αδιάφορους, συν τοις άλλοις και λόγω της συνηθείας να τελούνται γάμοι το εσπέρας του Σαββάτου.

Όσο γελοίο και ανόητο και ασεβές είναι να χειροτονηθεί κάποιος κληρικός έξω από το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, τόσο γελοία και ανόητη και ασεβής είναι η συνήθεια που επικράτησε, να τελείται ο γάμος χωριστά από τη θεία λειτουργία. Ο πολιτικός γάμος, η ελεύθερη συμβίωση, και ό,τι άλλο προκύψει στο μέλλον είναι αναγκαία και τραγικά επακόλουθα της καταπτώσεως του εκκλησιαστικού γάμου και της αποσυνδέσεώς του από το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Κι αν θέλουμε να τα αποτρέψουμε, θα πρέπει να ξαναδιδάξουμε εις εαυτούς και αλλήλους την θεολογία του μυστηρίου και να ξαναγυρίσουμε στην παραδοσιακή και ορθή σύνδεση του γάμου με τη θεία ευχαριστία.



Υπάρχει λοιπόν μία αλληλεπίδραση μεταξύ του μυστηρίου της Εκκλησίας και του μυστηρίου του γάμου. Η γενική κατάσταση της Εκκλησίας επιδρά στο φαινόμενο του γάμου, αλλά και ο γάμος επιδρά στο φαινόμενο της Εκκλησίας. Γι’ αυτό η Εκκλησία εύχεται να διαφυλάξει ο Θεός την μικρή κιβωτό. «Μεγάλα γαρ από τούτου κακά τίκτεται και μεγάλα καλά και οικίαις και πόλεσιν. Ουδέν γαρ ούτως ημών συγκροτεί τον βίον, ως έρως ανδρός και γυναικός»9.



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Επισκόπου Διονυσίου Ψαριανού, Εις βοήθειαν και διαδοχήν του γένους των ανθρώπων, εκδ. «Αποστολικής Διακονίας», Αθήνα 1974, σ. 10

2. Αλεξάνδρου Σταυροπούλου, Μυστήριον αγάπης – Εκκλησία μικρά, περιοδικό «Κοινωνία», Αθήνα, Μάρτιος – Απρίλιος 1975, σ.114.

3. Τατιάνα Γκορίτσεβα, Είναι επικίνδυνο να μιλάς για το Θεό, εκδ. «Τήνος» 1987, σ. 98.

4. Τιμ. 2,15.

5. Εφεσ. 5,32.

6. Α΄Κορ. 16,19 · Κολ. 4,15 · Φιλημ.1,2.

7. Ε.Π.Ε., Έργα Χρυσοστόμου, 21,222.

8. Αλεξάνδρου Σταυροπούλου, μνημ. έργ., σ. 117.

9. Ε.Π.Ε., έργα Χρυσοστόμου, 21,194
·
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008


Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Χρυσοστομικές επισημάνσεις στο αποστολικό ανάγνωσμα του γάμου.

Λέγει ο Σειράχ (25,1) στην Παλαιά Διαθήκη· «Τρία πράγματα είναι όμορφα ενώπιον Κυρίου και ανθρώπων·
α΄) η ομόνοια αδελφών
β΄) η φιλία αυτών που συνεργάζονται και συνυπάρχουν και
γ΄) η καλή συμπεριφορά των συζύγων μεταξύ τους.
Τα δύο πρώτα εξαρτώνται και επηρεάζονται κατά κύριο λόγο από το τρίτο. Αν υπάρχει αγάπη και ομόνοια και αλληλοβοήθεια μεταξύ των συζύγων, συνήθως τότε, υπάρχει ομόνοια μεταξύ των αδελφών και φιλία μεταξύ των συνεργατών. Η εν γένει ζωή της κοινωνίας είναι απόρροια και αποτέλεσμα της καταστάσεως της οικογενειακής ζωής.

Ο Θεός από την αρχή έλαβε μέριμνα για τον γάμο. Δημιούργησε τον άνθρωπο «άρσεν και θήλυ», γιατί προετοίμαζε το έδαφος για την δημιουργία του γάμου. Η έλξη ανδρός και γυναικός θα είναι το αντίδοτο για το μίσος και τη διαίρεση που επικρατούν στους ανθρώπους μετά την πτώση των πρωτοπλάστων. Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος ότι ο γάμος είναι μεν μεταπτωτικός θεσμός, γιατί στον παράδεισο δεν υπήρχε, αλλά «σφόδρα χρήσιμος και αναγκαίος» μετά την πτώση (Ε.Π.Ε.29,522). Γι’ αυτό, ο Θεός, που προγνώριζε την εξέλιξη των ανθρώπων, έλαβε μέριμνα εκ των προτέρων και εποίησε τον άνθρωπον άρσεν και θήλυ, ακριβώς για να διορθώσει τις καταστροφικές συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος. Η αγάπη μεταξύ ανδρός και γυναικός είναι σφοδρή και κραταιά όσο τίποτα άλλο. Για να χρησιμοποιήσουμε λόγια του αγίου Χρυσοστόμου, «είναι τυραννική περισσότερο από κάθε τυραννίδα». Οι άλλες αγάπες είναι σφοδρές, αλλά δεν έχουν το αμάραντο.

Επειδή όμως η ασθένεια του ανθρώπου, μετά την πτώση, διαφθείρει όλους τους θεσμούς και διαστρέφει προς το χειρότερο τα πάντα, ακόμη και τα πιο άγια, από την έλξη αυτή, που δημιούργησε ό ίδιος ο Θεός, δημιουργούνται μεγάλα καλά αλλά και μεγάλα κακά. Δημιουργείται ο γάμος, αλλά προκύπτει και η πορνεία, η ασέλγεια, η ανηθικότητα και, αν προχωρήσει η κατρακύλα, οι παρά φύσιν σχέσεις. Γι’ αυτό ο Παύλος ασχολείται πολλές φορές με τον γάμο, τον οποίον θέλει να διατηρήσει μέσα στα πλαίσια που τον δημιούργησε ο Θεός. «Ουδέν γαρ ούτως ημών συγκροτεί τον βίον, ως έρως ανδρός και γυναικός» λέγει ο άγιος Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε. 21,194).

Βεβαίως στην Καινή Διαθήκη ο Παύλος διδάσκει ότι εν Χριστώ Ιησού «ουκ ενί άρσεν και θήλυ» (Γαλ.3,25), διότι, στη συνάφεια που αναφέρει το ρητό αυτό, τονίζει ότι μέσα στο χώρο της Εκκλησίας παύουν οι όποιες διακρίσεις και διαφορές υπάρχουν. Είτε αυτές είναι φυλετικές (Ιουδαίος και Έλλην) είτε είναι κοινωνικές (δούλος και ελεύθερος) είτε είναι βιολογικές (άρσεν και θήλυ). Αλλά νομίζουμε ότι, πέρα από τη συνάφεια του κειμένου, ο Παύλος, λέγοντας «ουκ ένι άρσεν και θήλυ», θέλει να τονίσει ότι πρέπει να υπάρχει τόσο μεγάλη αγάπη μεταξύ ανδρός και γυναικός, τόση ταύτιση ψυχών και σωμάτων, τόση οικειότητα και φιλία, που το ανδρόγυνο ν’ αποτελεί μία ενιαία πλήρη ψυχοσωματική ύπαρξη. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την ιστορία δημιουργίας του ανθρώπου. Μη ξεχνάμε ότι από τον άνδρα πλάστηκε η γυναίκα. «Τούτο νυν οστούν εκ των οστών μου και σάρξ εκ της σαρκός μου» (Γεν 2,23) είπε Αδάμ, όταν είδε την Εύα. Και φωτισμένος από το Πνεύμα του Θεού προφήτεψε· «και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν». Ο Αδάμ δηλαδή νυμφεύθηκε όχι απλώς την αδελφή του, όχι απλώς την κόρη του, αλλά την ίδια τη σάρκα του (Ε.Π.Ε. 21,194) και ξαναενώθηκε με το τμήμα του σώματός του που απέσπασε ο Θεός για να δημιουργήσει την Εύα! Πρόσεξε, παρατηρεί ο άγιος Χρυσόστομος, πόσο συνέδεσε και συνέπλεξε ο Θεός τον άνδρα και τη γυναίκα. «Απ’ τον ένα, τον Αδάμ, έφτιαξε άλλον ένα, την Εύα. Και ύστερα αφού τους ενώνει τους δύο σε ένα, μ’ αυτόν τον τρόπο ξανάρχεται στον ένα. Επομένως και τώρα από έναν γεννιέται ο άνθρωπος. Διότι η γυναίκα και ο άνδρας δεν είναι δύο άνθρωποι αλλά ένας…Αυτό διαπιστώνεται και από την διάπλαση του σώματος. Διότι η γυναίκα έγινε από την πλευρά του άνδρα. Δύο μισά ενώνονται σε ένα (μέσα στο γάμο)» (Ε.Π.Ε. 22,342-344).

Στο γάμο λοιπόν ο άνδρας καλείται να ενωθεί με τη σάρκα του. Να ξαναβρεί την βιολογική του πληρότητα και ολοκλήρωση. Γι’ αυτό στο αποστολικό ανάγνωσμα του γάμου λέγει ο Παύλος· «ούτως οφείλουσιν (δεν κάνουν χάρη) οι άνδρες αγαπάν τας εαυτών γυναίκας ως τα εαυτών σώματα. Ο αγαπών την εαυτού γυναίκα εαυτόν αγαπά (και φυσικά είναι ανόητος, όταν δεν το κάνει)· ουδείς γαρ ποτέ την εαυτού σάρκα εμίσησεν, αλλ’ εκτρέφει και θάλπει αυτήν καθώς και ο Κύριος την εκκλησίαν» (Εφεσ. 5,28-29). Όπως αγαπά ο Κύριος την Εκκλησία, που είναι το σώμα του και προήλθε απ’ αυτόν, έτσι ν’ αγαπά ο άνδρας την γυναίκα, που είναι το σώμα του και προήλθε απ’ αυτόν.

Και πως αγαπά ο Κύριος την Εκκλησία, μας το λέγει στο προηγούμενο χωρίο. «Ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση καθαρίσας τω λουτρώ του ύδατος (βάπτισμα) εν ρήματι, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη έχουσαν σπίλον (κηλίδα) ή ρυτίδα (ζαρωματιά) ή τι των τοιούτων, αλλ’ ίνα ή (είναι) αγία και άμωμος».

Ας προσέξουμε ότι η αγάπη του Χριστού για την Εκκλησία, όπως παρουσιάζεται στο κείμενο που αναφέραμε, δεν είναι συναισθηματική ή ρομαντική αλλά θυσιαστική και μαρτυρική. Ο άγιος Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας τη φράση «καθαρίσας τω λουτρώ του ύδατος», λέγει· «Συνεπώς ήταν ακάθαρτος, είχε όνειδος, ήταν άσχημη και ευτελής. Και την χειρότερη γυναίκα εσύ να νυμφευθείς, δεν πρόκειται να πάρεις τόσο προβληματική νύμφη, σαν τη νύμφη που πήρε ο Χριστός, την Εκκλησία, στην ανθρώπινη της διάσταση βέβαια. Ούτε και θ’ απέχει από σένα όσο απέχει η Εκκλησία από τον Χριστό. Αλλά όμως δεν την αποστράφηκε ο Χριστός ούτε την μίσησε εξ αιτίας της υπερβολικής ασχήμιας της. Αντίθετα την αγάπησε σφόδρα. Η αγάπη αυτή τον ανέβασε στον σταυρό και έτσι έσωσε τον άνθρωπο». Ας θυμηθούμε την συμπεριφορά των ανθρώπων, όταν ο Χριστός ήταν πάνω στο σταυρό, για να εννοήσουμε πόσο προβληματική, σιχαμερή, ελεεινή και τρισάθλια νύμφη πήρε ο Χριστός.

Συνεπώς, όταν ζητά από τον άνδρα να αγαπά την γυναίκα του, όπως αγάπησε ο Χριστός την Εκκλησία του, ζητά κάτι πολύ δύσκολο και πολύ επώδυνο, που ταυτίζεται με το μαρτύριο του Χριστού. Η αγάπη δε αυτή δεν αποσκοπεί απλά να υπάρχει ειρήνη, ομόνοια, συναντίληψη και ευτυχία· αλλά στοχεύει μέσω της θυσίας του ανδρός να οδηγηθεί η γυναίκα, και η οικογένεια εν γένει, στην αγιότητα και μέσω αυτής στην σωτηρία. Διότι ο σκοπός του γάμου σε τελική ανάλυση -ποτέ μη το ξεχνάμε αυτό- είναι σωτηριολογικός και ιεραποστολικός. «Τι γαρ οίδας, γύναι, ει τον άνδρα σώσεις; ή τι γαρ οίδας, άνερ, ει την γυναίκα σώσεις» (Α΄ Κορ.7,16). Είναι δε χαρακτηριστική, για το θέμα που εξετάζουμε, η απάντηση που έδωσε ένας στάρετς σε μια Ρωσίδα, που του ζήτησε τη γνώμη του αν πρέπει να παντρευτεί· «Αν γίνεις αγία μέσα στο γάμο και δημιουργήσεις αγίους, τότε να παντρευτείς». Εμείς τον γάμο τον βλέπουμε σαν κάτι το πολύ γήινο, το πολύ πεζό, χωρίς μεταφυσικό υπόβαθρο και σκοπό. Ή, για όσους πιστεύουν και έχουν σχέση με την Εκκλησία, κάτι το πολύ χαμηλό από άποψη πνευματικότητας. Κι όμως, αρκεί να θυμηθούμε τον Μωυσή, για να κατανοήσουμε που μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος μέσα από το γάμο. Υπήρξε θεόπτης, άκρος νηστευτής, φοβερά θαυματουργός, θυσίασε το παλάτι του Φαραώ και τα βασιλικά μεγαλεία, γιατί προτίμησε «τον ονειδισμόν του Χριστού» (Εβρ. 11,26). Είναι αυτός που φάνηκε στη μεταμόρφωση του Χριστού μαζί με τον προφήτη Ηλία. Στη μεταμόρφωση του Χριστού έχουμε εποπτικά την μεγάλη θεολογική αλήθεια, ότι ο γάμος και η αγαμία είναι δύο οδοί θεώσεως. Δύο δρόμοι που καταλήγουν, πρέπει να καταλήγουν, στο Θαβώρ. Συνεπώς αξιοσέβαστοι και αξιομίμητοι και οι δύο.

Υπάρχουν βέβαια και οι σχετικοί σκοποί του γάμου, δηλαδή, η διάδοση του γένους και η αμοιβαία βοήθεια των συζύγων. Δεν είναι όμως εκ των ων ουκ άνευ. Διότι, εάν σκοπός του γάμου ήταν μόνο η παιδοποιία, θα έπρεπε ο γάμος να διαλύεται σε περίπτωση ατεκνίας. Εάν δε σκοπός ήταν μόνο η αμοιβαία βοήθεια, τότε και απλή φιλία μπορούσε ν’ αναπληρώσει τον γάμο και θα έπρεπε να διαλύεται όταν για ασθένεια ή αμέλεια ή οκνηρία οι δύο σύζυγοι δεν αλληλοβοηθούνται.

Σπουδαίος σκοπός του γάμου, που αποκαλύπτει και πάλι τον σωτηριολογικό του χαρακτήρα, είναι η προφύλαξη του ανθρώπου από τις σαρκικές διαστροφές, που τόσο τον μολύνουν και τον απομακρύνουν από τον Θεό. Δυστυχώς την έλξη που έβαλε ό Θεός ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, για τους λόγους που προαναφέραμε, έρχεται η άρρωστη φύση του ανθρώπου, υποστηριζόμενη σ’ αυτό και από τον διάβολο, να την ικανοποιήσει έξω από το σχέδιο του Θεού. Ο γάμος λοιπόν είναι το αντίδοτο και σ’ αυτή τη διάστροφη τακτική του ανθρώπου. «Δια δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω, και εκάστη τον ίδιον άνδρα εχέτω» (Α΄ Κορ. 7,2) λέγει ο Παύλος. Και παρατηρεί ο Χρυσόστομος· «Μία τις έστι γάμου πρόφασις, το μη πορνεύειν, και διά τούτο το φάρμακον εισενήνεκται τούτο» (Ε.Π.Ε. 27,108). Δηλαδή, γι’ αυτούς, που δεν μπορούν ν’ ανέλθουν στο Θαβώρ διά της κατά Θεόν αγαμίας, υπάρχει ο κατά Θεόν γάμος, ο οποίος και προφυλάσσει από τις παρενέργειες του γενετησίου ενστίκτου και αξιοποιεί κατά τον καλύτερο τρόπο την έλξη που υπάρχει μεταξύ των δύο φύλων. «Επειδή γαρ εισήλθεν η επιθυμία, εισήλθε και ο γάμος την αμετρίαν εκκόπτων και πείθων μια χρήσθαι γυναικί» (Ε.Π.Ε. 27,106). Έτσι «πολύ έχει το κέρδος ουκ εών (μη αφήνοντας) τα μέλη του Χριστού μέλη γενέσθαι πόρνης, ου συγχωρών τον άγιον ναόν γίνεσθαι βέβηλον και ακάθαρτον» (Ε.Π.Ε. 29,522).

«Ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού, εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού (Εφεσ. 5,30). Θα πρέπει να σταθούμε λίγο στο χωρίο αυτό. Αφού ανέφερε ο Παύλος ότι οι άνδρες πρέπει ν’ αγαπούν τις γυναίκες τους όπως αγαπούν τα σώματά τους και όπως αγαπά ο Κύριος την Εκκλησία, έρχεται στο ρητό αυτό και συνδέει τα δύο παραδείγματα. Το σώμα του ανδρός και το σώμα της Εκκλησίας. «Ότι μέλη εσμέν…». Όπως η Εύα έγινε από τη σάρκα του Αδάμ έτσι και η Εκκλησία έγινε από τη σάρκα του Χριστού. Ο Αδάμ δημιουργήθηκε με νερό και χώμα από το Θεό στην Παλαιά Διαθήκη. Ο πιστός αναγεννάται στην Εκκλησία με νερό και Άγιο Πνεύμα μέσα στο μυστήριο του βαπτίσματος. «Με το Άγιο Πνεύμα πλάθεται μ’ αυτό αναγεννάται όπως ακριβώς ο Χριστός στη μήτρα της Παρθένου» κραυγάζει γεμάτος έκπληξη και θαυμασμό ο άγιος Χρυσόστομος. Και έπειτα στο μυστήριο της θείας κοινωνίας παίρνει τη σάρκα του Χριστού και την κάνει σάρκα του. Ανακράται, μίγνυται, ενώνεται, θεούται με το σώμα του Χριστού. Γίνεται ένα φύραμα· ένα χαρμάνι. Λοιπόν είμαστε εκ της σαρκός του, λόγω των μυστηρίων. Όπως ο Χριστός γεννήθηκε χωρίς συνουσία από το Άγιο Πνεύμα και τη σάρκα της Παναγίας, έτσι και εμείς γεννιόμαστε με τα μυστήρια στο χώρο της Εκκλησίας και γινόμαστε μέλη του σώματος του Χριστού.

«Το μυστήριον τούτο μέγα εστίν, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και Εκκλησίαν». Ο γάμος λέγεται στη Γραφή μυστήριο και μάλιστα μέγα. Παρομοιάζεται δε με το μυστήριο της ενσαρκώσεως του Χριστού. Όπως ο Χριστός άφησε τον πατέρα, κατήλθε στη γη προς τη νύμφη Εκκλησία και έγινε ένα πνεύμα αφού «ο κολλώμενος τω Κυρίω, εν πνεύμα εστί (Α΄Κορ.6,17), έτσι και ο άνδρας εγκαταλείπει τους γονείς του και γίνεται μία σάρκα αλλά και μία ψυχή με τη γυναίκα που νυμφεύεται και συμπεριφερόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο ενώνεται με το Σώμα του Κυρίου, την Εκκλησία. Μυστήριο μέγα!

Και πράγματι μεγάλο μυστήριο αποτελεί ο γάμος· και όχι μόνο από τη θεολογική του πλευρά αλλά και από την καθαρά λογική. «Εγκαταλείπει ο άνδρας εκείνον που τον έσπειρε, που τον γέννησε, που τον ανέθρεψε, την μητέρα του που υπέστη τους πόνους του τοκετού, που τον θήλασε, που ταλαιπωρήθηκε τόσο για να τον μεγαλώσει και να τον παιδαγωγήσει και προσκολλάται προς εκείνη που δεν γνώριζε, η οποία δεν έχει κάτι το κοινό με αυτόν, και προτιμά απ’ όλους αυτήν. Το αντίστοιχο φυσικά γίνεται και από την πλευρά της γυναικός. Και το περίεργο οι γονείς δεν στενοχωριούνται, όταν γίνονται όλα αυτά, αλλά χαίρονται» (Ε.Π.Ε. 21,212).

«Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν». Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος· «Μη μου λες άνδρα τέτοια και τέτοια είναι η γυναίκα σου, γιατί θα σου πω και εγώ και η σάρκα σου είναι πολλές φορές τυφλή, χωλή, άρρωστη, ανάπηρη, σε πονά φοβερά, δεν σε αφήνει να χαρείς τη ζωή. Κι όμως εσύ δεν την αποχωρίζεσαι, δεν την αποκόπτεις αλλά αντίθετα ενδιαφέρεσαι γι’ αυτήν, υφίστασαι μύριες θυσίες για να την θεραπεύσεις και ενδιαφέρεσαι πρώτα για τα άρρωστα μέλη του σώματός σου και μετά για τα υγιή. Ούτε λες, δεν με ενδιαφέρει που πονά το τάδε μέλος του σώματός μου. Αλλά εκεί επικεντρώνεις το ενδιαφέρον σου, γιατί αν δεν θεραπευθεί πονά όλο το σώμα. Λοιπόν ότι και να σε κάνει η γυναίκα σου εσύ να την αγαπάς. Ακόμη κι αν δεν σε υπακούει και δεν πειθαρχεί σε σένα όπως την προστάζει ο Κύριος. Εάν το σάπιο μέλος δεν θεραπεύεται παύουμε να το φροντίζουμε; Έπειτα εσύ, που εγκατέλειψες τον πατέρα και τη μητέρα σου για να ζήσεις με τη γυναίκα σου, ποιας συγγνώμης θα είσαι άξιος, αν την εγκαταλείψεις κι αυτήν» (Πρβλ. Ε.Π.Ε. 21,210·216).
Ας δούμε όμως και τις υποχρεώσεις της γυναίκας κατά τον απόστολο Παύλο.
Α΄. «Αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσεσθε ως τω Κυρίω. Ότι ο ανήρ εστί κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή εστί της εκκλησίας, και αυτός εστί σωτήρ του σώματος. Αλλ’ ώσπερ η εκκλησία υποτάσσεται τω Χριστώ, ούτω και οι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν εν παντί».

Δεν παραγγέλει την αγάπη μόνο για τον άνδρα, και μάλιστα μια αγάπη μαρτυρική και θυσιαστική όπως είδαμε, αλλά συνιστά και την υπακοή της γυναίκας, η οποία είναι και αυτή μαρτυρική και θυσιαστική. Η αγάπη είναι το μαρτύριο του άνδρα και η υπακοή το μαρτύριο της γυναίκας. Και τα δύο είναι σκληρά και αφόρητα για την πεπτωκυία φύση μας. Πάντως ο Χριστός δεν χαρίζεται σε κανένα ούτε κάνει διακρίσεις. Και είναι ανόητο να λένε οι γυναίκες γιατί η γυνή να υπακούει και να φοβείται τον άνδρα και μάλιστα «ως τω Κυρίω», τη στιγμή που ο Θεός ζητά από τον άνδρα ν’ αγαπά την γυναίκα όπως ο Χριστός την Εκκλησία. Και είναι ασεβές και δείχνει την θεολογική αγνωσία που διακατέχει τους Νεοέλληνες το τραγικό φαινόμενο, ν’ αγωνίζονται την ώρα του αποστολικού αναγνώσματος οι νεόνυμφοι ποιος θα πρωτοπατήσει το πόδι του άλλου.

Η γυναίκα είναι η δευτέρα αρχή. Ας μη απαιτεί λοιπόν την ισοτιμία, διότι ευρίσκεται κάτω από την κεφαλή. Και αυτό συμβαίνει, ας μη το ξεχνάμε, διότι η Εύα πρώτη απατήθηκε από τον διάβολο και παρέσυρε στην πτώση και τον Αδάμ. Όπου υπάρχει πλήρη ισοτιμία και πολλοί αρχηγοί δεν υπάρχει ειρήνη. Είναι απαραίτητο να υπάρχει μία αρχή. Κι όταν μιλάμε συνεχώς για δικαιώματα μέσα στον γάμο, παύει να υφίσταται ο γάμος, διότι βασίζεται στην αλληλουποχώρηση και αλληλοανοχή των συζύγων.

Φυσικά δεν ζητά ο Θεός μόνο στη γυναίκα ν’ απαρνηθεί τα δικαιώματά της αλλά και στον άνδρα. Αυτό είναι παντελώς άγνωστο στους χριστιανούς μας ,λόγω της αγνωσίας των γραφών, που διακατέχει σχεδόν όλους μας. Αν δούμε προσεκτικά το κείμενο, θα παρατηρήσουμε ότι η υποταγή είναι ένα γενικό καθήκον πάντων ημών, αρχόντων και αρχομένων, κυρίων και δούλων, γονέων και παιδιών, και αμφοτέρων των συζύγων.

Πριν αρχίσει το αποστολικό ανάγνωσμα του γάμου, ο Παύλος (Εφεσ. 5,15-21) συνιστά κάτι που λίγοι το προσέχουν. Λέγει· να προσέχουμε πως ζούμε και συμπεριφερόμεθα, να φροντίζουμε να αντιλαμβανόμεθα το θέλημα του Θεού, να ευχαριστούμε το Θεό για όλα και να είμαστε

«υποτασσόμενοι αλλήλοις εν φόβω Χριστού»

Δηλαδή, όλοι μας πρέπει να υποτασσόμαστε κάποιες φορές και να υποχωρούμε έναντι των άλλων. Και ο άνδρας θα κάνει υπακοή στη γυναίκα κάποτε και η γυναίκα στον άνδρα και τα παιδιά στους γονείς αλλά και οι γονείς στα παιδιά. Αυτός που είπε «τα τέκνα υπακούετε τοις γονεύσιν υμών» είπε και «πατέρες μη παροργίζετε τα τέκνα υμών» (Εφεσ. 6,1·4). Αυτός που είπε «οι δούλοι υπακούετε τοις κυρίοις κατά σάρκα μετά φόβου και τρόμου…ως τω Χριστώ» αυτός ο ίδιος είπε «και οι κύριοι τα αυτά ποιείτε προς αυτούς» (Εφεσ. 6,5·9). Αλλού δε ο Παύλος συνιστά «τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών. μη τα εαυτών έκαστος σκοπείται αλλά και τα ετέρων έκαστος (Φιλιπ.2,3-4). Και τελικά προβάλλει και παρουσιάζει το παράδειγμα της κενώσεως του Χριστού (2,7), ο οποίος έγινε δούλος για το χατίρι μας και ο οποίος μας ξεκαθαρίζει ότι αν θέλουμε να γίνουμε πρώτοι και μεγάλοι και αρχηγοί να γίνουμε δούλοι και διάκονοι πάντων (πρβλ. Ματθ. 20,25-28). Συνεπώς δεν χρειάζεται να δυσφορούμε και να παραξενευόμαστε όταν ακούμε τις εντολές της Γραφής. Μας φοβίζουν οι λέξεις γιατί δεν γνωρίζουμε το θεολογικό τους μήνυμα και διάγγελμα.

Β΄. «…η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα».

Τι είδος φόβου ζητεί η Γραφή από τη γυναίκα; Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος· «Όταν ακούς φόβο άνδρα, ν’ απαιτείς φόβο που αρμόζει σε ελεύθερη γυναίκα όχι σε δούλη. Διότι είναι δικό σου σώμα. Και αν δεν το κάνεις αυτό βρίζεις τον εαυτό σου και ατιμάζεις το σώμα σου. Πιο φόβο λοιπόν εννοεί η Γραφή; Να μη αντιλέγει, να μη εξεγείρεται, να μη επιθυμεί πρωτεία. Αρκεί μέχρι αυτά να φθάνει ο φόβος» (Ε.Π.Ε. 21,218).

Όποιος διαβάζει αυτές τις σειρές και πάλι θα έχει ενστάσεις και αντιρρήσεις για τα γραφόμενα. Ζούμε σε μια εποχή και σε μια κοινωνία, που λατρεύει μια άναρχη ελευθερία και θέλει μια αποθέωση του εγώ του ανθρώπου, χωρίς να σκέπτεται ότι ελευθερία χωρίς κάποιες δεσμεύσεις και χωρίς κάποια υποταγή δεν μπορεί να υπάρχει. Κι αν κάποτε υπάρξει, η ζωή μας θα γίνει σκέτη κόλαση και η ευτυχία του ανθρώπου θα εξαφανισθεί, άπαξ διά παντός. Αν όμως συνεχίσουμε τη μελέτη της πατερικής ερμηνευτικής της Γραφής, νομίζω θ’ αναπαυθούμε πλήρως.

Φυσικό είναι αυτοί που είναι μία σάρκα να είναι και ένα πνεύμα. Και δεν λέγει ο Χριστός να γίνουν ένα πνεύμα ή μια ψυχή, γιατί αυτό θεωρείται δεδομένο. Όταν λοιπόν φθάσει, και πρέπει οπωσδήποτε να φθάσει, το ανδρόγυνο σε μια τέτοια κατάσταση, παύει να λειτουργεί το συναίσθημα του φόβου και όλα εξαρτώνται και πραγματοποιούνται από την τέλεια ένωση του άνδρα και της γυναίκας. Για να το καταλάβουμε αυτό ας θυμηθούμε την εθελοντική και μη αναγκαστική υποταγή της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού στη θεία. Διότι υπάρχει πλήρη ταύτιση του θείου και του ανθρώπινου θελήματος. Έτσι και στο τέλειο ανδρόγυνο ταυτίζεται η θέληση του άνδρα και της γυναίκας. Και παύουν οι αντιρρήσεις και οι διαμάχες για το τι θα γίνει ή ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο. Αγάπη και υποταγή συμβαδίζουν στην Εκκλησία με την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό. Δεν υπάρχει τίποτα το εγωιστικό και ναρκισσιστικό. Υπάρχει διοίκηση αγάπης και θυσίας και φαινομενική θα λέγαμε υποταγή, αφού το θέλημα των συζύγων ταυτίζεται και καθοδηγείται από το θέλημα του Θεού.

Για επίλογο, ας δώσουμε τον λόγο και πάλι, στον βασιλιά του άμβωνα και της ερμηνείας των αγίων Γραφών, τον άγιο Χρυσόστομο.

«Είδες μέτρο υπακοής (λέγει στον άνδρα) άκουσε και μέτρο αγάπης. Θέλεις να υπακούει σε σένα η γυναίκα σου, όπως η Εκκλησία στον Χριστό; Φρόντιζε και συ αυτήν, όπως φροντίζει ο Χριστός στην Εκκλησία. Είτε πρέπει να δώσεις την ψυχή σου υπέρ της γυναικός, είτε πρέπει να πληγωθείς μύριες φορές, είτε να υπομείνεις και να πάθεις οτιδήποτε, να μη αποφύγεις. Κι αν ακόμη πάθεις αυτά, τίποτα ακόμη δεν κατόρθωσες, όπως ο Χριστός. Διότι εσύ μεν κάνεις αυτά, επειδή την ερωτεύτηκες και έχεις συνδεθεί με γάμο, εκείνος δε υπέρ εκείνης, που τον αποστρέφεται και τον μισεί.

»Όπως λοιπόν οδήγησε πλησίον του ο Χριστός εκείνη, που αποστρέφεται αυτόν και τον μισεί και τον περιφρονεί και ζη ασώτως, με τη μεγάλη φροντίδα του και όχι με απειλές ούτε με ύβρεις ούτε με φόβο ούτε με κάτι παρόμοιο, έτσι και συ να συμπεριφέρεσαι προς τη γυναίκα σου. Με πολύ αγάπη και φιλία μόνο θα την διορθώσεις. Ποια σύζευξη αλήθεια υπάρχει, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα; Ποια ηδονή θ’ απολαύσει ο ίδιος ο άνδρας, όταν ζη με τη γυναίκα του και την συμπεριφέρεται ως δούλη και όχι ως ελεύθερη; Κι αν ακόμη πάθεις κάτι υπέρ αυτής, να μη βαρυγκωμήσεις· διότι ούτε Χριστός έκανε αυτό.

»Και πρόσεξε ο Παύλος ασχολείται σ’ όλο το κομμάτι της περικοπής κυρίως με την αγάπη του άνδρα και πολύ λίγο με το φόβο της γυναίκας. Διότι, αν υπάρχει η αγάπη όλα υπάρχουν· όταν όμως υπάρχει μόνο ο φόβος, τότε δεν ακολουθούν πάντοτε τ’ άλλα. Είναι τόσο δύσκολο και δυσχερές πράγμα η ομόνοια, όταν οι σύζυγοι δεν είναι ενωμένοι με την τυραννίδα της αγάπης» (Ε.Π.Ε. 21,198·214).
Και κάτι άλλο να προσέξουμε·
«Ότι ενώ φαίνεται ότι η γυναίκα κυριαρχείται από τον άνδρα, επειδή διατάχθηκε να τον φοβάται, στην πραγματικότητα υπερτερεί εκείνη, διότι ο άνδρας έχει διαταχθεί το κυριώτερο, δηλαδή το ν’ αγαπά» (Ε.Π.Ε. 21,216).

Και τα λέγει αυτά ο Χρυσόστομος «όταν όλα τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» του άνδρα.
Δεν χρειάζεται κανένα άλλο σχόλιο.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΕΝΩΝ

Τό μεγαλύτερο πρόβλημα της Εκκλησίας στη διάρκεια των αιώνων δεν δημιουργήθηκε από τις μανιώδεις επιθέσεις των έχθρων της άλλα άπό την νοθευμένη ζωή των παιδιών της• των συμβιβασμένων παιδιών της• συμβιβασμένων με τον κόσμοτον κόσμο των απίστων.
Κι αν αυτό υπήρξε πρόβλημα μεγάλο στους προηγούμενους αιώνες, στήν εποχή μας τείνει νά εξελίχθη σε θανατηφόρα γάγγραινα πού απειλεί νά νέκρωση κάθε ικμάδα ζωής αληθινής μέσα στήν Εκκλησία τοΰ Χριστού. Κάτι φοβερότερο ακόμη: τείνει νά μεταβάλει την ίδια την Εκκλησία σε Εκκλησία συμβιβασμένων.
Συμβιβασμένων με τι; Πρωτίστως με τον τρόπο σκέψεως των ανθρώπων πού ζουν χωρίς Θεό. Φτάνουν οι πιστοί Χριστιανοί νά έχουν τούς ίδιους στόχους, τά ίδια οράματα, τις ίδιες προοπτικές με τις προοπτικές, τά οράματα και τούς στόχους πού έχουν και οι άπιστοι άνθρωποι. Στόχοι, οράματα και προοπτικές πού εξαντλούνται σ' αυτόν εδώ τον κόσμο, δηλαδή στήν επιτυχία, την ανάδειξη, την προβολή, την σταδιοδρομία εδώ στη γη.
Ουσιαστικά πρόκειται για συμβιβασμό ως προς τά κριτήρια με τά όποια αξιολογούνται και ιεραρχούνται τά διάφορα θέματα τής ζωής. Και αυτό στήν πράξη σημαίνει ότι καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις σ' αυτήν την αξιολόγηση πράγματα πού θα έπρεπε νά βρίσκονται σε δευτερεύουσες ή στις τελευταίες ή νά έχουν παντελώς αποβληθεί άπό τη ζωή των πιστών ανθρώπων. Θεωρούνται σπουδαία και σημαντικά, αυτά πού είναι ασήμαντα και μηδαμινά. Προβάλλονται και τονίζονται ως μεγάλα, θέματα πού είναι απλώς μεγάλα μηδενικά.
Ό Κύριος τον νου του άνθρωπου τον παρομοίασε με το μάτι: «Ό λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός» (Ματθ. ς' 22), είπε. 'Όπως ο οφθαλμός, όταν είναι υγιής, φωτίζει όλο το σώμα, έτσι και ο υγιής νους φωτίζει την πνευματική πορεία τού άνθρωπου. Όταν όμως ο νους σκοτιστεί - και σκοτίζεται σαφώς όταν συμβιβάζεται - τότε και ή πορεία γίνεται στο σκοτάδι, ο άνθρωπος εκλαμβάνει το σκοτάδι ως φως και ουσιαστικά οδηγείται σε καταστροφή.
Αποτέλεσμα του συμβιβασμού του πιστού άνθρωπου με τον τρόπο σκέψεως των άπιστων είναι νά συμβιβάζεται και στον τρόπο ζωής. Έτσι φτάνουμε στο πραγματικά αξιοθρήνητο κατάντημα νά εξομοιώνονται οι πιστοί πλήρως με τον τρόπο πού ζουν οι χωρίς Θεό άνθρωποι. Νά προσπαθούν νά βρουν την χαρά και οι πιστοί σ' αυτά πού μάταια την ψάχνουν οι άπιστοι. Νά ντύνονται (ή μάλλον νά ξεντύνονται) και οι πιστοί όπως οι άπιστοι. Νά τραγουδούν τά διεφθαρμένα τραγούδια τους, νά απολαμβάνουν τά αισχρά τους θεάματα, νά βυθίζονται στις ακάθαρτες και βρωμερές ηδονές τους.
Έχει ήδη συντελεστεί σε τόσο μεγάλη έκταση αυτός ο συμβιβασμός στον τρόπο σκέψεως και τον τρόπο ζωής των πιστών σήμερα, ώστε κάθε φωνή πού καλεί έστω σε στοιχειώδη συνέπεια νά χαρακτηρίζεται αναχρονιστική και νά θεωρείται ως αρρωστημένη κατάσταση ψυχικώς ανισόρροπων ανθρώπων!
«Αλήθεια σε ποία εποχή ζείτε;» είναι ή συνηθισμένη έκφραση πού ακούγεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Θαρρεί κανείς πώς πραγματοποιείται πλέον ή φοβερή προφητεία του Μεγάλου Αντωνίου, ο όποίος είπε κάποτε τά έξης: «Έρχεται καιρός ίνα οί άνθρωποι μανώσιν• έπάν δέ ίδωσί τινα μή μαινόμενον, έπαναστήσονται αύτώ λέγοντες• σύ μαίνη! Διά τό μή είναι όμοιον αύτοίς»- θα έρθει κάποια εποχή, είπε ο Άγιος, πού οι άνθρωποι θα τρελαθούν. Και όταν θα δουν κάποιον ο όποιος έχει τά λογικά του, θα ξεσηκώνονται εναντίον του λέγοντας: εσύ είσαι τρελός!
Και θα του φέρονται έτσι, ακριβώς διότι δεν είναι όμοιος τους.
Σε μία τέτοια πραγματικά τραγική εποχή ανεπίτρεπτων συμβιβασμών οι πιστοί οφείλουμε νά αντιτάξουμε ανυποχώρητη αντίσταση. Νά μείνουμε όρθιοι, ακέραιοι και ασυμβίβαστοι, την ώρα πού όλοι είναι πεσμένοι καταγής, προσκυνημένοι. Νά προτιμήσουμε νά καούμε επτά φορές στο καμίνι των χλευασμών, των είρωνειών και των περιφρονήσεων παρά νά προσκυνήσουμε τά χρυσά αγάλματα της σύγχρονης Βαβυλώνας.
Στα αυτιά μας, στήν σκέψη μας, στήν καρδιά μας ας αντηχούν δυνατά τά απείρως στοργικά λόγια του Κυρίου μας: «Έξελθε έξ αυτής ό λαός μου, ίνα μή συγκοινωνήσητε ταίς αμαρτίαις αυτής, και ίνα έκ τών πληγών αυτής μή λάβητε» (Άποκ. ιη' 4). Λαέ μου, ήγες έξω άπό τη Βαβυλώνα των συμβιβασμών, για νά μη γίνετε, εσείς οι πιστοί μου, συμμέτοχοι στις αμαρτίες της και νά μη τιμωρηθείτε με τις τιμωρίες πού την περιμένουν.

«Ό έχων ώτα άκούειν, άκουέτω»!
(Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008


ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ:ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ

«Σύ εί ό Χριστός ό υιός του Θεού του ζώντος».

1. Αν έχουν τά έθνη τους ήρωες τους και οι πόλεις τους ευεργέτες τους, έχει και ή Εκκλησία του Χρίστου τους ήρωες τους δικούς της.Ήρωες της πίστεως, της αύταπαρνήσεως, της αρετής και άγιότητος.Τά ονόματα τους είναι σύμβολα.
Το μεγαλείο τους ουράνιο.
Νά σήμερα δυο άπό αυτούς. Δύο φωστήρες ολόλαμπροι. Δύο μάρτυ¬ρες της πίστεως. Δύο γίγαντες τής αρετής. Δύο στύλοι τής Εκκλησίας. Δύο διδάσκαλοι τής Οικουμένης. Δύο απόστολοι του Κυρίου. Οι κο¬ρυφαίοι. Οι πρώτοι: Ό Πέτρος και ο Παύλος.
2. Ό απόστολος Πέτρος, ή πέτρα τής πίστεως. Όταν τον κάλεσε ο Κύριος, αμέσως τον ακολούθησε, άφησε πλοία και δίχτυα και τά πάντα.
Και όταν ο θείος Διδάσκαλος, όπως αναφέρει το σημερινό ευαγγελικό κείμενο, ζήτησε νά του πουν οι μα-
θηταί του ποιά ιδέα έχουν γι' αυτόν «υμείς δέ τίνα με λέγετε είναι;» ο Πέτρος πρώτος και σαν εκπρόσωπος των άλλων ομολόγησε: «Σύ εί ό Χριστός ό υιός του Θεού του ζώντος».
Γνωρίζουμε τον κλονισμό, πού αργότερα δοκίμασε ή πίστη του.
Έπεσε ο Πέτρος, αρνήθηκε τον δι¬δάσκαλο του. Σηκώθηκε όμως με δά¬κρυα καυτά και στερεώθηκε στήν ψυχή του ακόμα περισσότερο ή πί¬στη.
Έζησε κατόπιν, εργάσθηκε, έκοπίασε, υπέφερε, πέθανε για τον Χριστό ο μακάριος Πέτρος με θά¬νατο μαρτυρικό.
Και είναι για όλους μας παρά¬δειγμα μεγάλο. Και μεις δοκιμάζου¬με ταλαντεύσεις, δοκιμάζεται συχνά ή πίστη μας. Ας είναι όμως ή ανόρ¬θωση του και ή σταθερή μετά πορεία του έμπνευση και δρομοδείκτης στη ζωή μας με τις δυσκολίες, τά εμπό¬δια της, τά τόσο υλιστικά της κηρύ¬γματα πού γύρω μας ακούγονται.
Ό άνθρωπος είχε ανάγκη άπό την πίστη, όχι μόνο όταν πήγαινε με τις καμήλες και τά υποζύγια. Και σήμερα πού ταξιδεύει με τά διαστημόπλοια έχει ανάγκη τον πολύτιμο αυτό θησαυρό. Και ίσως σήμερα, στον αιώνα των κατακτήσεων, έχει περισσότερο ανάγκη άπό το θείο δώρο τής πίστεως. Στον 21ο αιώνα πρέπει νά σαλπίσουμε προς όλες τις κατευθύνσεις: «Σύ εί ό Χριστός ό υιός του Θεού του ζώντος».
3. Ό απόστολος Παύλος είναι ο αγιότερος των ηρώων.
Ό θείος, ο ουρανοβάμων Απόστολος. Ό Απόστολος τής αγάπης, τής αυταπαρνήσεως, τής αυτοθυσίας. Διέτρεξε Ανατολή και Δύση για το κήρυγμα τοϋ Ευαγγελίου. Για νά φωτίσει την οικουμένη, νά αναγέννηση ανθρώπους, νά στηρίξει, νά καθοδήγηση και νά έμπνευση, νά διδάξει και νουθέτηση, νά παρακάλεση και επιπλήξει.
Ποια χώρα δεν άκουσε το κήρυγμα του; Ποία πόλη δεν δέχθηκε τους μαθητές του; Ποία γενιά δια μέσου των αιώνων δεν φωτίστηκε άπό τά ρήματα του θείου Παύλου;
Ήταν ο ακαταπόνητος, ο πιο ριψοκίνδυνος και μαρτυρικός Απόστολος.
Τι δοκίμασε! Τι κατατρεγμούς, τι διωγμούς, τι συκοφαντίες, τι κόπους και στερήσεις και ταλαιπωρίες, τι αντιδράσεις και πολέμους και θανάτους καθημερινώς στο αποστολικό του έργο!
Τά περιγράφει ο ίδιος στη σημερινή αποστολική του περικοπή, όπου απαριθμεί κόπους, πληγές, φυλακίσεις, ραβδισμούς, λιθοβολισμούς, οδοιπορίες, ναυάγια, στερήσεις και αγρυπνίες. Δείλιασε σ' όλα αυτά; Παραπονέθηκε; Όχι. Τά δέχθηκε με χαρά. Τά υπέμεινε με αδάμαστη καρτερία. Θυσίαζε πάντοτε τον εαυτό του στο άγιο έργο του. Πέθανε τέλος και αυτός, όπως και ο απόστολος Πέτρος, με μαρτυρικό θάνατο.
Στη σημερινή του γιορτή θα πρέπει αντί για άλλο ύμνο, νά σκεφθούμε πόσες φορές εμείς δειλιάζουμε, υποχωρούμε, καμπτόμαστε, όχι εμπρός σε μαρτύρια και σε διωγμούς, σε ραβδισμούς και φυλακίσεις, μα σε πράγματα και ζητήματα πολύ μικρότερα, τελείως μηδαμινά. Εμπρός σε μία ειρωνεία, σε κάποιον χλευασμό υποστέλλουμε τη σημαία μας. Εμπρός σε μία δυσκολία συμβιβαζόμαστε με το κακό.
4. Ας ταράζει λίγο τά λιμνάζοντα νερά τής ψυχής μας το φωτεινό παράδειγμα τού κορυφαίου αποστόλου Παύλου. Ας μάς βοηθήσει νά αναθεωρήσουμε τη στάση μας, την καθημερινή πορεία τής ζωής μας δείχνοντας παντού και πάντοτε έμμονη στις αρχές μας. Σταθερότητα και άκαμπτο φρόνημα, ότι κι αν μάς κοστίσει τούτη ή στάση μας.
Ή πορεία τής πίστεως και ή ζωή τής αυταπαρνήσεως είναι ή πορεία πού πρέπει νά βαδίσουμε όσοι θέλουμε νά ακολουθήσουμε τά ίχνη του Πέτρου και του Παύλου, των δύο κορυφαίων Αποστόλων του Σωτήρος Χριστού πού αγάπησαν με όλη την ψυχή τους τον λατρευτό Κύριο τους και θυσιάστηκαν ολοπρόθυμα γι' Αυτόν.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008


Πέτρου & Παύλου των πρωτοκορυφαίων 29 Ιουνίου 2008

Οι μεγάλοι ευεργέται

ΚΑΙ ΠΑΛΙ, αγαπητοί μου, ή αγία μας Εκκλησία εορτάζει και πανηγυρίζει την εορτή των κορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για αυτούς. είναι άξιοι κάθε ευγνωμοσύνης. Από τότε πού άφησαν την τελευταία τους πνοή έχουν περάσει αιώνες. Μέσα στο μακρό αυτό διάστημα πόσα δεν συνέβησαν, πόσα συστήματα και Ιδέες δεν άλλαξαν! Βασιλείς, αυτοκράτορες, στρατηγοί πέρασαν, και σήμερα τ' όνομα τους έχει λησμονηθεί. Σκόνη έγιναν τα σώματα τους. Όμως του Πέτρου του ψαρά και του Παύλου του σκηνοποιού τα ονόματα εξακολουθούν να συγκινούν τον χριστιανικό κόσμο. Γιατί; Διότι υπήρξαν ευεργέτες όλων.
Ευεργέτες; Ναι, ευεργέτες. Υποθέστε ότι ένας ξένος έρχεται στο μέρος σας, φωνάζει τον πρόεδρο της κοινότητος και του λέει• Επειδή αγάπησα τον τόπο, σας δωρίζω χίλιες λίρες. Όλοι τότε, μικροί και μεγάλοι, θα πουν Μπράβο, μεγάλη ευεργεσία! Θα τον τιμήσουν, θ' ανοίξουν τα σπίτια να τον υποδεχθούν, θα βάλουν τη φωτογραφία του στο γραφείο της κοινότητος, θα τον ανακηρύξουν μεγάλο ευεργέτη τους. Όποιος κάνει το καλό ονομάζεται ευεργέτης. Άλλα οι απόστολοι, θα ρωτήσετε, τι καλό έκαναν στον κόσμο; Προσέφεραν λεπτά ό Πέτρος και ό Παύλος; Πού να τα βρουν! Φτωχός ψαράς ό ένας, φτωχός σκηνοποιός ό άλλος. Λεφτά δεν είχαν, πορτοφόλι δεν είχαν, κτήματα δεν είχαν, σπίτι δεν είχαν. Φτωχοί και οι δυο σαν το Χριστό. Αφού λοιπόν δεν έδωσαν χρήματα, θα πει κάποιος, δεν έκαναν τίποτα σπουδαίο. Λάθος κάνεις, κύριε. Μπορεί να 'χεις του κόσμου τα χρήματα, και καλό να μην κάνης. Δεν κάνει κανείς καλό με τα λεφτά μόνο - όχι! Τα λεφτά, ως επί το πλείστον, είναι κατάρα, χολέρα της ανθρωπότητας. Οι απόστολοι δεν είχαν λεφτά. Αν έψαχνες τον Πέτρο και τον Παύλο, μια δραχμή δεν θα εύρισκες πάνω τους. Είχαν όμως κάτι πού αξίζει παραπάνω από τα λεφτά είχαν την αλήθεια της πίστεως και προσέφεραν τα λόγια του Θεού.
Πολλές φορές ένας καλός λόγος σώζει ένα σπίτι, ενώ μια κακή συμβουλή διαλύει ένα αντρόγυνο. Πολλές φορές ένας καλός λόγος σφάζει τον κόσμο, ενώ ένας κακός λόγος βάζει φωτιά σ' ένα χωριό και διαλύει τον κόσμο. Δεν είναι λοιπόν μόνο τα λεφτά. Παραπάνω από τα λεφτά είναι ή διδασκαλία της αληθείας, ό λόγος του Θεού, το κήρυγμα του ευαγγελίου. Αυτά τα λόγια του Χριστού σκόρπισαν στον κόσμο οι άγιοι αυτοί απόστολοι, και για αυτό είναι μεγάλοι ευεργέτες.
Για να συνειδητοποιήσουμε την ευεργεσία τους, πρέπει ν' αναλογισθούμε τι ήταν ό κόσμος όταν αυτοί βγήκαν στο κήρυγμα, πώς ήταν ό κόσμος προτού να 'ρθη ό Χριστός. Ανοίξτε τα βιβλία και διαβάστε. τι πίστευαν οι προγονοί μας; Ό αρχαίος κόσμος ζούσε στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας. τι θα πει ειδωλολατρία; Δεν πίστευαν στον αληθινό Θεό• πίστευαν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς, δηλαδή στα κτίσματα. Βλέπανε παραδείγματος χάριν το ποτάμι να φουσκώνει και να κάνη πλημμύρα, και έλεγαν Το ποτάμι είναι Θεός!
Βλέπανε τη θάλασσα ν' αφρίζει με άγρια κύματα;
—Ή θάλασσα είναι Θεός. Άκουγαν τη νύχτα το λιοντάρι να μουγκρίζει;
—Το λιοντάρι είναι Θεός. Θεός το ποτάμι, ή θάλασσα, τα λιοντάρια, τα φίδια, τα ζώα. Θεός ακόμη - τι;
Απίστευτο• Θεός τα σκόρδα, τα κρεμμύδια! Θεός τα ποντίκια, οι γάτες! Μέχρι αυτού του σημείου είχε καταπέσει ό κόσμος. Αφάνταστα πράγματα... Και μόνο αυτά; Οί ειδωλολάτρες πολλές φορές υποχρέωναν ορισμένες οικογένειες το χρόνο να κάνουν - τι; Να θυσιάσουν τα αθώα παιδιά τους! Τα 'παιρναν οι μανάδες στην αγκαλιά, τα πήγαιναν στους ναούς, κ' εκεί οι Ιερείς των ειδώλων τα έσφαζαν με μαχαίρι σαν αρνιά. Αυτά συνέβαιναν τότε. Ή γυναίκα ήταν ένα σκουπίδι, τα παιδιά περιφρονημένα, οι άντρες άγρια θηρία. Ή ανθρωπότης στο σκοτάδι. Οι δαίμονες κυριαρχούσαν στον κόσμο.
Ποιος έδιωξε τα δαιμόνια; Ποιος ημέρωσε τον άντρα; Ποιος πήρε τη γυναίκα και την ύψωσε ψηλά; Ποιος πήρε το παιδί, το αγκάλιασε με αληθινή στοργή και το έκανε παιδί του Θεού; Ποιος έκανε το καλό αυτό στον κόσμο; Οι απόστολοι!
Πώς έκαναν την ευεργεσία αυτή οί απόστολοι; Ξεκίνησαν παίρνοντας τα λόγια του Χρίστου και τα σκόρπισαν σ' όλη τη γη. Και που δεν πήγαν. Όπως ό γεωργός παίρνει στις φούχτες το σπόρο και τον σκορπάει δεξιά κι αριστερά, άνω και κάτω, και δεν αφήνει καμιά γωνιά του χωραφιού του χωρίς να τη σπείρει, έτσι και οί σποριάδες αυτοί, οί απόστολοι, πήραν στα χέρια το σπόρο του ουρανού και τον έσπειραν σ' όλη την οικουμένη.
Και οί πρώτοι πού πίστεψαν —το βεβαιώνει ή ιστορία— είναι οί Έλληνες. Το λέει ή αγία Γραφή εις μνημόσυνο αίώνιον της φυλής μας (6λ. Πράξ. 16,11 κ.έ.). Έξω από την Καβάλα ήταν τότε μια πόλις με 300.000 κόσμο πού λεγόταν Φίλιπποι. Σώζονται ακόμη ερείπια, σώζεται και ή φυλακή όπου είχαν φυλακίσει τον απόστολο Παύλο. Εκεί λοιπόν, στο ποταμάκι πού τρέχει έξω από τους Φιλίππους, βαπτίσθηκαν οί πρώτοι Χριστιανοί της Ευρώπης. Κατόπιν ό Παύλος από την Καβάλα πήγε στη Θεσσαλονίκη, στη Βέροια, στη Νάουσα, στην Κατερίνη, στην Αθήνα, στην Κόρινθο, στην Πρέβεζα, στην Κύπρο, στην Κρήτη. Μπορεί αυτό να ενοχλεί κάποιους, αλλά πρέπει να σβήσουμε και να κάψουμε την αγία Γραφή για να διαγραφούν ή τιμή και ή δόξα πού ανήκουν στην πατρίδα μας• οί Έλληνες πρώτοι πίστεψαν στο Χριστό δια του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου.
Έπειτα ό Πέτρος. Όπως ό αετός πετάει με τα χρυσά του φτερά, έτσι και αυτός πέταξε και έφθασε μέχρι τη 'Ρώμη. Εκεί κήρυξε και εκεί σταυρώθηκε για το Χριστό. Οί απόστολοι Πέτρος και Παύλος πέταξαν παντού και κήρυξαν το ευαγγέλιο του Χριστού. Για αυτό αυτοί οί δυο είναι μεγάλοι ευεργέτες του κόσμου. Μέρες και νύχτες, από χωριό σε χωριό, από λαγκαδιά σε λαγκαδιά, από θάλασσα σε θάλασσα, από φυλακή σε φυλακή, από μαρτύριο σε μαρτύριο, έως ότου άφησαν την τελευταία τους πνοή.
Αυτούς τους ευεργέτες τιμούμε σήμερα. Και πρέπει να τους δείχνουμε ευγνωμοσύνη και αγάπη με κάθε τρόπο. Πώς μπορούμε να τους δείξουμε την αγάπη μας; Όχι μόνο με λόγια. Όχι να τους Θυμούμεθα μια φορά το χρόνο, στην εορτή τους, έτσι τυπικά. Πρέπει οί απόστολοι να μπουν στο σπίτι μας. Πώς θα μπουν στο σπίτι μας; Ό Παύλος έγραψε δεκατέσσερις επιστολές και ό Πέτρος δύο καθολικές. Τα λόγια τους είναι αθάνατα. Αν πάτε στη Μόσχα, παρ' όλο πού ήταν άθεο το κράτος, έξω άπ' το Κρεμλίνο είχαν γράψει σε ταμπέλα με ρωσικά γράμματα τα λόγια του Παύλου «Όποιος δεν θέλει να δουλεύει, να μην τρώει» (Β' Θεό. 3,10). τι είναι το Ευαγγέλιο! βόμβα ατομική είναι, ήλιος είναι, ψωμί είναι, νερό είναι, σίδερο και ξίφος είναι!
Λοιπόν, είσαι πατέρας; στο σπιτάκι σου άνοιξε την αγία Γραφή, μελέτησε τα λόγια των αποστόλων. Πετάξτε από τα σπίτια σας την τηλεόραση! Αυτό στην Αμερική το κατάλαβαν και μεγάλοι επιστήμονες ρίχνουν το σύνθημα• «Έξω από τα σπίτια οί τηλεοράσεις!». Προφήτευσε γι' αυτό ό άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός πριν διακόσα χρόνια και είπε• Όταν θα πλησιάζη το τέλος, θα προηγηθούν δύο πράγματα• θα δείτε τις γυναίκες γυμνές στο δρόμο και θα βγει ένα κουτί πού θα τρελάνει τον κόσμο. Ήρθε το κουτί και τρέλανε μικρούς και μεγάλους• μπήκε ό διάβολος στο σπίτι.
Αδέρφια μου, σας μιλώ με πόνο. Πετάξτε τηλεοράσεις και ράδια! Ψευτιές και κακοήθειες μεταδίδουν. Θα καταστραφούν τα παιδιά σας, θα διαφθαρεί όλη ή κοινωνία. Σάς συνιστώ ανοίξετε ένα ράδιο και μια τηλεόραση. 'Ράδιο είναι το Ευαγγέλιο, τηλεόρασης είναι ό απόστολος Πέτρος και ό απόστολος Παύλος. Γονείς και παιδιά, μικροί μεγάλοι, ανοίξτε το Ευαγγέλιο! Διαβάστε το πρωί. Και το βράδυ, αντί να κάθεστε ώρες στην τηλεόραση, ανοίξτε τις επιστολές και διαβάστε τα λόγια του Παύλου και του Πέτρου. Και να είστε βέβαιοι, ότι τα λόγια αυτά σώζουν τον άνθρωπο, αυτά είναι ό λυτρωμός του κόσμου.
Έξω από το Ευαγγέλιο, έξω από την Εκκλησία, μακριά από το Θεό, δεν υπάρχει σωτηρία.
Κι αν εμείς το Χριστό τον αρνηθούμε, και οί πέτρες πού πατούμε θα φωνάξουν «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός' αμήν» (Φιλ. 2,11 και θ. Λειτ.).
Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (22 ΙΟΥΝΙΟΥ)


Η ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

«Ός ού λαμβάνει τόν σταυρόν αυτού και ακολουθεί όπίσω μου, ούκ έστι μου άξιος»

Τά λόγια αυτά του Κυρίου μας είναι πολύ σημαντικά. Τά απευθύνει στους αγαπημένους του μαθητές, άλλα και στους μαθητές όλων των αιώνων. Ζητάει ο Κύριος Ιησούς νά τον ομολογούμε με αγάπη και αυτα­πάρνηση. Και στη συνέχεια μάς τονί­ζει ότι «όποιος δεν παίρνει σταθερή απόφαση νά υποστεί κάθε ταλαιπω­ρία και σταυρικό ακόμη θάνατο για την πίστη ατό άγιο Πρόσωπο του και δεν τον ακολουθεί ως αρχηγό και υπό­δειγμα του, δεν είναι άξιος γι' Αυτόν».

Αυτήν την μεγάλη αυταπάρνηση έδειξαν οι Άγιοι Πάντες με θαρρετή ομολογία, με ταλαιπωρίες αφάντα­στες και με βασανιστήρια και μαρτύ­ρια φοβερά, ακόμη και με σταυρικό θάνατο, χάριν του Χρίστου.

Όλοι οι άγιοι μάρτυρες και ομολογητές πού τιμά ιδιαιτέρως σήμερα ή Εκκλησία μας είχαν ηρωισμό και αυτοθυσία. Παρουσίασαν γενναιότη­τα και αυταπάρνηση.

Απαρνήθηκαν ελεύθερα πρώτα-πρώτα τον εαυτό τους. Απαρνήθη­καν τις αδυναμίες τους.

Απαρνήθηκαν τά εγκόσμια και την προσκόλληση σε πρόσωπα και πράγματα. Είχαν χρήματα πολλά και τά έδωσαν όλα, για τούς φτωχούς, για νά ζήσουν άγια ζωή και αγγελική πολιτεία. Άλλοι όμως, σαν τον Μέγα Βασίλειο Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας εργάστηκαν μέσα στον κόσμο και με την περιουσία τους έφτιαξαν Βασιλειάδες, ιδρύματα πρότυπα της αγά­πης και του ελέους για τούς φτωχούς, τούς λεπρούς, τά ορφανά, τους γέρον­τες.

Πήραν στα σοβαρά την εντολή τοϋ Χριστού, πού αναφέρεται στη σημε­ρινή Ευαγγελική περικοπή, «Εκείνος πού αγαπά τον πατέρα ή την μητέρα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος νά λέγεται μαθητής μου. Και εκείνος πού αγαπά τον γιο του ή την κόρη του παραπάνω από μένα δεν εί­ναι άξιος νά λέγεται μαθητής μου».

Αγάπησαν τον Κύριο Ιησού πα­ραπάνω άπό τούς γονείς και από τά παιδιά τους οι Άγιοι Πάντες, όπως ή Φαβιόλα, ή αγία Βαρβάρα, ή άγια Ειρήνη, ο άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης και τόσοι άλλοι ανώνυμοι και επώνυμοι μάρτυρες. Γιατί δεν είχαν καμία προσκόλληση στα γήινα και πρόσκαιρα και ποθούσαν τά επουρά­νια.

Γιατί ο Χριστός είχε γίνει ή πρώ­τη και μεγάλη τους αγάπη. Κι αύτη ή αγάπη τοϋ Χριστού ξεπερνούσε κάθε άλλη αγάπη και του πατέρα και τής μητέρας και του παιδιού.

Και μείς λοιπόν οι σημερινοί μαθητές του Ιησού καλούμεθα νά ζή­σουμε τη χριστιανική μας ζωή με αυ­ταπάρνηση, όπως οι Άγιοι Πάντες. Απαρνήθηκαν εκείνοι τον εαυτό τους, νά απαρνηθούμε και μείς τον εαυτό μας.

Γιατί τι είναι αυτός ο εαυτός μας; Είναι το είδωλο μας, το εγώ μας. Μακριά άπό τη χάρη του Χριστού ο άνθρωπος είναι εγωκεντρικός. Άξονας όλου του κόσμου γίνεται ο εαυ­τός του. Παντού και πάντοτε, ανα­ζητά ο άνθρωπος τον εαυτό του.

Κριτήριο δεν είναι ή αλήθεια τοϋ Χριστού ούτε ή πίστη ούτε το Ευαγ­γέλιο ούτε το συμφέρον του συνόλου, αλλά το στενό προσωπικό συμφέρον και ή ικανοποίηση των εγωιστικών θελημάτων.

'Αλλά αυτός πού ανήκει στον Χρι­στό και θέλει νά ζει με αυταπάρνηση, δεν έχει δικό του θέλημα. Το θέλημα του προσπαθεί νά ταυτίζεται με το θέλημα του Χρίστου.

Ό καθένας μας είναι ελεύθερος νά διάλεξη τον Χριστό ή τον κόσμο πού αντιστρατεύεται στο θέλημα του Χρι­στού. Άπό τη στιγμή όμως πού θα διάλεξη τον Χριστό για Κύριο της ψυ­χής του και της ζωής του. απαρνιέ­ται θεληματικά τά θελήματα του κό­σμου και του κακού εαυτού του και προσφέρει άνευ όρων τη θέληση του στον Χριστό.

Πράγματι είναι πολύ δύσκολο και χρειάζεται ηρωισμός στην φίλαυτη εποχή μας, ν απαρνηθεί κανείς το θέλημα του και νά εφαρμόζει κάθε μέρα το θέλημα του θεού.

Αυτό το διαπιστώνουμε πολύ εύ­κολα, όταν καλούμεθα νά απαρνη­θούμε την αυταρέσκεια μας. Ό,τι μάς αρέσει θέλουμε νά το κάνουμε οπωσ­δήποτε. Δεν κοιτάμε όμως αν αυτό που μάς αρέσει, είναι αρεστό στον θεό.

Ό αυτάρεσκος άνθρωπος διασκε­δάζει, όπως του αρέσει, έστω κι αν βλάπτει την ψυχή του. Φοράει όποιο ρούχο κολακεύει τη φιλαρέσκεια του, έστω κι αν αυτό προκαλεί και σκανδαλίζει τούς άλλους. Διαβάζει ό,τι του αρέσει, έστω κι αν αυτό μολύνει το νου του και την καθαρότητα της καρδιάς του.

Αυταπάρνηση σημαίνει ή αυταρέ­σκεια, ή φιλαρέσκεια και ή άνθρωπαρέσκεια νά γίνουν θεαρέσκεια.

Αυτό δηλαδή πού πρέπει νά απασχολεί το νου και την καρδιά μας εί­ναι, πώς θα αρέσουμε στον Κύριο μας

«ΘΗΣΑΥΡΙΖΕΤΕ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ...»

ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ή διαφήμιση.
Για να διαφή¬μιση τά διαμάντια και την αξία τους κατέλη¬γε: Ένα διαμάντι αιώνιο. Πράγματι μιά τέ¬τοια διαφήμιση αγγίζει τις πιο λεπτές και ευαίσθη¬τες χορδές της ανθρώπινης καρδιάς. Γιατί ή καρδιά στο βάθος της λαχταράει ένα θησαυρό πού θα διαρ¬κή αιώνια. Και αύτη τη σιγουριά τώρα της αϊωνιότητος της την προσφέρει ένα διαμάντι! Γιατί το δια¬μάντι είναι αιώνιο! Είναι το διαμάντι αιώνιο; Είναι και ο άνθρωπος αιώνιος πάνω στη γη; Και πώς εξα¬σφαλίζεται ή αιώνια κατοχή του; 'Ή λησμονούμε πώς οι θησαυροί και όταν δεν μας αφήνουν, οπωσδήποτε μία μέρα τούς αφήνουμε εμείς. Αν, λοιπόν, ένα δια¬μάντι είναι «αιώνιο», όμως ούτε ο κάτοχος του είναι αιώνιος ούτε ή κατοχή του αιώνια.
Οπωσδήποτε το κυνήγημα τού θησαυρού είναι φυσικό. Ανταποκρίνεται σε μιά βαθιά εσωτερική ανάγκη. Τον αναζητάει ή καρδιά για νά ζήση το πλή¬ρωμα της χαράς και της ευτυχίας της. Διαφορετικά αισθάνεται άδεια. Αλλά ποιος μπορεί νά είναι ο θη¬σαυρός της καρδιάς; Ένας θησαυρός πού θα έχει δια¬στάσεις αΐωνιότητος;
Την απάντηση μάς την δίνει ο ίδιος ο Χριστός. Όχι μόνο δεν μάς απαγορεύει τον θησαυρισμό, άλλά μάς τον προβάλλει. «Θησαυρίζετε» μάς προτρέπει. «Θησαυρίζετε ύμΐν θησαυρούς έν ούρανώ...» (Ματθ. στ' 20). Θησαυρούς αληθινούς νά επιδιώκετε πού έχουν τη βεβαιότητα της αίωνιότητος. Θησαυρούς απρόσβλητους από τις αλλαγές τού χρόνου και τις επιβουλές των ανθρώπων. Θησαυρούς πού ανταπο¬κρίνονται στις βαθιές αναζητήσεις και τούς ενδόμυ¬χους πόθους της καρδιάς. Και οι θησαυροί αυτοί εί¬ναι κατ' εξοχήν έργα τής αγάπης. Ή αγάπη πρώτα στον Θεό και ύστερα στον άνθρωπο. Ό πόθος και ή πρόγευση των αγαθών τής βασιλείας των ουρανών.
Νά ο αληθινός θησαυρισμός. Ό ιερός Αυγουστί¬νος έγραφε άπό τη δική του προσωπική εμπειρία, ότι «ή καρδιά μας είναι δημιουργημένη γιά τόν Θεό και είναι ανήσυχη ώς ότου αναπαυθεί κοντά Τον». Ή καρδιά, δηλαδή, είναι ο τόπος, όπου πρέπει νά κατοικεί ο Θεός. Ή καθαρή και αγνή καρδιά, ή πλημ¬μυρισμένη άπό αγάπη και καθαρότητα, είναι τά άγια των αγίων, εκεί πού ιδιαίτερα επαναπαύεται ο Θεός. Και όπου κατοικεί ο Θεός τής αγάπης κάνει την καρδιά νά σκιρτά άπό ευτυχία.
Ή καρδιά, λοιπόν, πρέπει νά φυλάγεται προσε¬κτικά άπό την άπατη των ψεύτικων θησαυρών. Τά γήινα αγαθά, ενώ δεν τής εξασφαλίζουν την ευτυχία, την αιχμαλωτίζουν και τής επιβάλλουν τη χει¬ρότερη τυραννία. Τι είναι μιά καρδιά αιχμαλωτισμένη στο χρήμα. υποδουλωμένη στο χρυσό μέταλλο; Τι αισθήματα ανώτερα, άγια και ιερά. μπορούν νά ανα¬πτυχθούν σ' αυτή τη σκληρή και παγερή καρδιά; Ποιες συγκινήσεις μπορεί νά νιώσει φυλακισμένη στη σιδερένια-χρυσή φυλακή της πού ή ίδια ύψωσε με το λατρευτό της μέταλλο: Ό Κύριος προειδοποίησε: Όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και ή καρδιά σας. Και θα είναι φοβερό ή καρδιά, δημιουργη¬μένη για τον Θεό, για ιερά σκιρτήματα, νά είναι δε¬μένη στο δουλωτικό πάθος τής φιλαργυρίας!
Όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και ή καρδιά σας. Και όπου είναι ή καρδιά σας εκεί θα είναι και ο θησαυρός σας. Συνυπάρχει ή καρδιά και ο θησαυρός της και ασκεί επάνω της βαθιά διαμορ¬φωτική επίδραση. Ό,τι είναι ο θησαυρός, αυτό θα γίνει τελικά και ή καρδιά. Άγιος ο θησαυρός; Άγια και ή καρδιά. Ψεύτικος ο θησαυρός; Ψεύτικη και ή καρδιά. Ή ανιδιοτελής και ειλικρινής αγάπη ο θη¬σαυρός; Ελεύθερη και αδούλωτη ή καρδιά τραγου¬δάει αδιάκοπα τον ύμνο τής χαράς. Δολωμένη στα τυραννικά πάθη θα θρηνεί αδιάκοπα τη χαμένη της ευτυχία.
Ή καρδιά γεμίζει ή αδειάζει ανάλογα με το αντι¬κείμενο τής λατρείας της, ανάλογα με τον ποθητό θησαυρό της. Είναι άδεια, όταν είναι γεμάτη άπό τον εαυτό της και άπό τούς φθαρτούς θησαυρούς της. Είναι γεμάτη, όταν είναι άδεια άπό την εγωπάθεια της και γεμάτη άπό τον πόθο και τη λατρεία τού Θεού, άπό αγάπη για τούς συνανθρώπους της. Αν το Σύμπαν κυβερνάται άπό τούς νόμους τής παγκο¬σμίου έλξεως, ή καρδιά κυβερνάται άπό τον νόμο τής παγκόσμιας αγάπης, τής αγάπης πού ρυθμίζει και συντονίζει τούς κτύπους της. Μια τέτοια καρδιά εί¬ναι αληθινός θησαυρός. «Θησαυρίζετε», λοιπόν.