Κυριακή 14 Ιουλίου 2013


Είσαι άρρωστος; Να είσαι χαρούμενος. Γιατί «εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί» (Εβρ. 12, 6). Είσαι φτωχός; Να ευφραίνεται η ψυχή σου, γιατί σε περιμένουν τα αγαθά του φτωχού Λαζάρου. Σε συκοφαντούν και σε κακομεταχειρίζονται για το Όνομα του Χριστού; Είσαι μακάριος, γιατί η καταισχύνη σου θα μετατραπεί σε δόξα αγγελική. Είσαι δούλος; Ευχαρίστησε τον Θεό και έτσι θα έχεις μαζί σου πάντα Εκείνον που ταπεινώθηκε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους. Ευχαρίστησέ Τον, γιατί είσαι σε καλύτερη κατάσταση από κάποιον άλλο, γιατί ούτε σε καταναγκαστικά έργα σε έστειλαν, ούτε σε μαστιγώνουν.

Μέγας Βασίλειος.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013



Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ.


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ.

Θέλεις να μάθεις τη σημασία της αρετής;
Τα εξής παραγγέλνει ο Θεός στους ανθρώπους: «κανείς από σας ας μη διατηρεί στην καρδιά του κακία για τον αδελφό του» (Ζαχ. ζ΄10) και «κανείς ας μην συλλογίζεται την κακία του άλλου» (Ζαχ. η΄ 17).
Βλέπεις; Δεν λέει μόνο, συγχώρεσε το κακό του άλλου, αλλά μην το έχεις ούτε στη σκέψη σου, μη το συλλογίζεσαι, άφησε όλη την οργή, εξαφάνισε την πληγή. Νομίζεις, βεβαίως, ότι με την εκδικητικότητα τιμωρείς εκείνον που σε έβλαψε. Γιατί εσύ ο ίδιος σαν άλλο δήμιο εγκατέστησες μέσα σου το θυμό και καταξεσκίζεις τα ίδια σου τα σπλάχνα.
Έχεις αδικηθεί πολύ και στερήθηκες πολλά εξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες και ζημιώθηκες σε πολύ σοβαρά θέματά σου και γι’ αυτό θέλεις να δεις να τιμωρείται ο αδελφός σου; Και εδώ πάλι είναι χρήσιμο να τον συγχωρήσεις.
Γιατί, εάν θελήσεις, εσύ ο ίδιος να εκδικηθείς και να επιτεθείς εναντίον του είτε με τα λόγια σου, είτε με κάποια ενέργειά σου, ή με την κατάρα σου, ο Θεός όχι μόνο δεν θα επέμβει κατ’ αυτού –εφόσον εσύ ανέλαβες την τιμωρία του- αλλά επιπλέον θα σε τιμωρήσει ως θεόμαχο.
Άφησε τα πράγματα στο Θεό. Αυτός θα τα τακτοποιήσει πολύ καλύτερα απ’ ό,τι εσύ θέλεις. Σε σένα έδωσε μόνο την εντολή να προσεύχεσαι για τον άνθρωπο που σε λύπησε…
Εμάλωσες με κάποιον και κρατάς μέσα σου κακία; Μην προσέλθεις στη Θεία Κοινωνία!
Θέλεις να προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρώτα και τότε να έλθεις να εγγίσεις τα Άχραντα Μυστήρια!
Αυτά δεν τα λέγω εγώ, αλλά ο ίδιος ο Κύριος. Αυτός για να σε συμφιλιώσει με τον Πατέρα, δεν αρνήθηκε ούτε να σφαγιασθεί, ούτε το αίμα Του να χύσει. Και συ, για να συμφιλιωθείς με τον συνάνθρωπό σου, ούτε μια λέξη δεν καταδέχεσαι να βγάλεις από το στόμα σου; Και διστάζεις να τρέξεις πρώτος; Άκουσε τι λέει για όσους κρατούν τη στάση αυτή: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου… πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου» (Ματθ. ε΄ 23-24).
Αν έβλεπες ένα μέλος του σώματός σου αποκομμένο, δεν θα έκανες τα πάντα για να το ενώσεις μα το σώμα σου; Αυτό κάνε και για τους αδελφούς σου. Όταν τους δεις να έχουν αποκοπεί από την αγάπη σου, τρέξε γρήγορα και περιμάζεψέ τους• μην περιμένεις εκείνους να έλθουν, σπεύσε εσύ πρώτος, για να λάβεις τα βραβεία!
Ένα μόνο εχθρό διαταχθήκαμε να έχουμε, τον διάβολο. Με αυτόν να μην συμφιλιωθείς ποτέ• προς τον αδελφό σου όμως ποτέ να μην έχεις βαριά καρδιά.
Κι αν ακόμη συμβεί κάποια μικροψυχία, ας είναι παροδική, ας μην υπερβαίνει το διάστημα της ημέρας. «Η δύση του ηλίου να μη σας προφθάνει οργισμένους», λέει ο Απόστολος (Εφεσ. δ΄ 26).
«…ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν…» (Ματθ. στ΄ 12).
Βλέπεις; Ο Θεός εσένα τον ίδιο έκανε κριτή της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων σου. Αν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θα σου συγχωρεθούν. Αν συγχωρήσεις πολλά, θα σου συγχωρηθούν πολλά. Αν τα συγχωρήσεις με ειλικρίνεια και με όλη σου την καρδιά, με τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και τα δικά σου ο Θεός.
Αν μετά την συγχώρηση, κάνεις φίλο σου τον εχθρό σου, έτσι θα διάκειται και ο Θεός απέναντί σου.
Ποιας, λοιπόν, τιμωρίας δεν είναι άξιος εκείνος, που ενώ πρόκειται να κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, εάν χάσει εκατό μόνο δηνάρια, ούτε και τα λίγα δεν συγχωρεί, αλλά στρέφει εναντίον του τα ίδια τα λόγια της προσευχής;
Γιατί όταν λες στο Θεό «συγχώρεσέ μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τους εχθρούς μας» και κατόπιν εσύ δεν συγχωρείς, για τίποτε άλλο δεν παρακαλείς το Θεό, παρά να σε στερήσει από κάθε απολογία και συγγνώμη…


(Απόσπασμα από την ομιλία Κ’ της σειράς «Εις τους Ανδριάντας).

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013


Η σχέση μας με τον πνευματικό μας πατέρα.

Πολύ συχνά ακούμε μέσα στους κύκλους της Εκκλησίας να μιλούν οι πιστοί για τον πνευματικό τους πατέρα. Ο καθένας έχει μια ιστορία να πει για τον δικό του πνευματικό, τις περισσότερες φορές μάλιστα με τέτοιο τρόπο που σου δίνει να καταλάβεις πως δεν υπάρχει καλύτερος πνευματικός από τον δικό του. Τελικά, όμως, μήπως υπερεκτιμάμε τον πνευματικό μας ή μήπως δεν καταλαβαίνουμε την πραγματική του αξία; Ποια είναι η σχέση μας μαζί του ή ποια πρέπει να είναι η σχέση μας μαζί του;

Κάποιος μεγάλος γέροντας κάποτε, όταν τον ρώτησα να μου πει πως να βρω τον κατάλληλο πνευματικό μου απάντησε : «Παιδί μου, ο γνήσιος πνευματικός πατέρας δεν είναι δύσκολο να φανεί όταν έχεις τα μάτια της ψυχής σου ανοικτά και ποθείς μ’ όλη σου την καρδιά να τον αποκτήσεις. Γιατί αμέσως θα νιώσεις μέσα σου την δύναμη της προσευχή του και την θέρμη της αγάπης του.

Ο γνήσιος πνευματικός πατέρας ξέρει ν’ αγαπά αληθινά και ν’ αγκαλιάζει με πατρική στοργή κάθε άνθρωπο που τον πλησιάζει και του ζητά την βοήθειά του. Ποτέ δεν θυμώνει ότι κι αν του πουν, ούτε μαλώνει αλλά με όμορφα λόγια προσπαθεί να διδάξει την αλήθεια και να σωφρονίσει εκείνον που αμαρτάνει. Πολλές φορές μάλιστα υποφέρει μπροστά στην αμαρτία των ανθρώπων και στην σκληρότητα της καρδιάς τους απέναντι στο Θεό. Αλλά υπομένει, επιμένει, αγρυπνεί, δακρύζει, ταπεινώνεται μπροστά στον άλλον για να μπορέσει να τον τραβήξει εκεί που θέλει, στο δρόμο του Θεού, μακριά από την αμαρτία. Περιμένει, αγωνιά, διακονεί, παρακαλεί, διδάσκει, συγχωρεί και θυσιάζεται πάντα με την ελπίδα του στο άπειρο έλεος του Θεού ότι θα μαλακώσει και αυτή η καρδιά και θα την τραβήξει κοντά Του.

Παιδί μου, δυστυχώς, σήμερα σπανίζουν τέτοιοι πνευματικοί οδηγοί. Γιατί για να έχει κάποιος όλα αυτά τα χαρακτηριστικά θα πρέπει να έχει νικήσει πρώτα τον εαυτό του και τα πάθη του. Γι’ αυτό να ερευνήσεις πολύ προτού κατασταλάξεις σ’ έναν πνευματικό. Πρόσεξε όμως γιατί αυτού του είδους οι πνευματικοί κρύβονται και είναι δύσκολο να τους καταλάβεις. Πόσοι τους είχαν μπροστά τους αλλά δεν θέλανε να δουν και να καταλάβουν και ενώ ήταν πνευματικά διαμάντια τους θεωρούσαν κοινούς ανθρώπους και τους κατηγορούσαν κιόλας. Πρόσεξε, παιδί μου, κι αν βρεις κάποτε τέτοιο πνευματικό ποτέ να μην τον αποχωριστείς και να προσεύχεσαι για εκείνον να τον φυλάει ο Θεός γιατί διαμέσου εκείνου θα φυλάει και σένα».

Προβληματίστηκα από τα τελευταία λόγια του γέροντα και με κάποια αφέλεια και απορία τον ρώτησα πως γίνεται να έχεις τέτοιο πνευματικό και να τον κατηγορείς; Πως πρέπει να του συμπεριφέρεσαι τελικά ή μάλλον πως πρέπει να είναι το πνευματικό παιδί απέναντί του;
Ο γέροντας αναστέναξε και μετά από λίγα λεπτά μου είπε με λυπημένο ύφος : «Παιδί μου, δυστυχώς, αυτοί οι πνευματικοί δέχονται μεγάλες στενοχώριες από μερικούς ανθρώπους γιατί δεν τους καταλαβαίνουν. Είναι ελάχιστοι εκείνοι που τους ευχαριστούν ή και κανένας. Γιατί να ξέρεις, παιδί μου, την μεγαλοσύνη του μεγάλου οι πολλοί την ανέχονται, οι λίγοι την δέχονται κι ελάχιστοι την καταλαβαίνουν. Γνώρισα, λοιπόν, ανθρώπους που θεωρούσαν τον εαυτό τους ανώτερο από τον πνευματικό τους! Και κάθε ένας γίνεται έτσι όταν δεν υπακούει στον πνευματικό του.

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης λέει χαρακτηριστικά : «Εκείνος, όστις διαφωνεί μετά του πνευματικού και διορθοί αυτόν, θέτει εαυτόν υψηλότερον του τελευταίου και παύει πλέον να είναι μαθητής...». Πως λοιπόν, αν έχουμε έναν τέτοιο γνήσιο πνευματικό τολμούμε πολλές φορές να τον κρίνουμε ή να τον αμφισβητήσουμε; Παιδί μου, όταν φτάνουμε σε αυτό το σημείο είναι προτιμότερο να αλλάζουμε πνευματικό γιατί πλέον δεν ωφελούμαστε από αυτόν. Κάνουμε κακό και στον εαυτό μας και εκείνον στενοχωρούμε. Αν το πνευματικό παιδί δεν υπακούει αλλά αμφισβητεί, πιέζει, ζηλεύει και ελέγχει τον πνευματικό του τότε πια ωφέλεια θα μπορέσει να δει στη πνευματική ζωή του;

Ο γέροντας Παΐσιος λέει πολύ όμορφα στις επιστολές του : «...να καταλάβεις ότι ο γέροντάς σου φέρει την δική σου ευθύνη και ότι φροντίζει αυτός για την σωτηρία σου και ό,τι κάνει το κάνει για το καλό σου και όχι να σε βασανίζει...». Ποιο το κέρδος αν δεν δεχόμαστε τις συμβουλές του, τις παρακλήσεις του ή και τις επιπλήξεις του; Μήπως, εμείς γνωρίζουμε περισσότερα για τη σωτηρία μας και το καλό μας; Μα τότε δεν τον έχουμε ανάγκη γιατί να τον ταλαιπωρούμε με τις αντιδράσεις μας!

Γι’ αυτό παιδί μου στη σχέση πνευματικού με το πνευματικοπαίδι πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και να προσπαθούμε να κρατάμε αυτή τη σχέση στη ισορροπία που της αρμόζει. Θα πρέπει να είναι μια αγιοπνευματική σχέση, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, χωρίς εμπάθειες και προσωπολατρίες ή συναισθηματισμούς. Χρειάζεται πολλή προσοχή και διάκριση. Όχι μπροστά στον πνευματικό μας, όταν είναι καλά τα πράγματα, να του μιλάμε όμορφα και να τον ανεβάζουμε στα ουράνια και με το πρώτο πρόβλημα να ξεσπάμε σ’ αυτόν και να τον κατηγορούμε. Πολλοί άνθρωποι αγαπούν τον πνευματικό τους τόσο όσο τον έχουν ανάγκη. Μόλις βοηθηθούν και πατήσουν στα πόδια τους μπορεί και να τον ξεχάσουν κιόλας. Αυτό, όμως είναι αχαριστία και ανειλικρίνεια. Ούτε πάλι να φτάνουμε στο σημείο να θέλουμε τον πνευματικό κτήμα μας και ν’ ασχολείται μόνο μαζί μας. Πάνω από όλα είναι ιερέας του Υψίστου και δεν ανήκει σε κανέναν παρά μόνο σ’ Εκείνον.

Το γνήσιο πνευματικό παιδί, όμως, θα φανεί ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα γιατί απλούστατα θα μοιάζει του πατέρα του. Γιατί είναι υπάκουο, υποχωρεί, υπομένει, δίνεται, αγαπά, προσεύχεται, ταπεινώνεται, διακρίνει, συγχωρεί, ευχαριστεί, θυσιάζεται, ξεχνά, απωθεί το κακό, ελκύει το καλό, ξέρει πότε να μιλά και πότε να σιωπά. Με λίγα λόγια μιμείται τις αρετές του πνευματικού του πατέρα...».

Αυτά τα λόγια του γέροντα χαράκτηκαν μέσα μου και με περισσότερη θέρμη αναζητούσα τον πνευματικό εκείνο που θα ταίριαζε στην περιγραφή του. Εδώ και μερικά χρόνια με αξίωσε ο Θεός και βρήκα πνευματικό, όπως ακριβώς μου τον είχε υποδείξει εκείνος ο άγιος γέροντας. Τώρα το μόνο που μένει και προσπαθώ είναι να γίνω και ‘γω το πνευματικό παιδί που μου περιέγραψε.

Ας συλλογιστούμε όλοι τη σχέση μας με τον πνευματικό μας. Είναι μια αληθινή σχέση αγάπης χωρίς εμπάθειες και προσκολλήσεις; Μήπως εμείς φταίμε που τελικά δεν προχωράμε πνευματικά και όχι εκείνος; Και αν δεν καταλήξουμε σ’ αυτό το συμπέρασμα τουλάχιστον ας μην τον ταλαιπωρούμε αλλά ας αλλάξουμε πνευματικό ψάχνοντας εκείνον που είναι στα «μέτρα» μας. Γιατί ο κάθε πνευματικός κουβαλάει μαζί με το σταυρό του και καθένα από εμάς και φέρει την ευθύνη της σωτηρίας μας. Ας μην του κάνουμε πιο βαρύ το φορτίο. Ας πάρουμε την απόφαση ν’ ανέβουμε στο δικό μας σταυρό και να μείνουμε εκεί.

Μοναχός Αγαθάγγελος
Άγιον Όρος .

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013



Βάρβαρες τακτικές σε βάρος των Εφημερίων,
που θυμίζουν την εποχή του Προκρούστη.

Γράφει ο πρεσβύτερος Ευστάθιος Κολλάς Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
πρόεδρος Εφημερίων της Ελλάδος.


Το Νομο-Κανονικό εκκλησια­στικό δίκαιο υπάγεται στις δια­τάξεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων και οφείλει να τηρεί, ως προς την σύνθεσή του και την όλη Πειθαρχική του διαδικασία τις βασικές αρχές του Πει­θαρχικού Δικαίου των Δημοσίων Υπαλ­λήλων». (195/1987 Ομόφωνη Απόφαση Γ΄ τμήμ. του ΣτΕ.).
Είναι γνωστή η μέθοδος του Προκρούστη με το περιώνυμο κρεβάτι του. Όποιος έπεφτε επάνω του δεν γλίτωνε. Ήταν καταδικασμένος, είτε τύχαινε να είναι κοντός, είτε ψηλός, είτε και ίσος με το κρεβάτι του.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με το αρθρ. 37 του ν. 590/77 (Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας). Η Ιερά Σύνοδος καμώθηκε, ότι είναι προοδευτική και ενδιαφέ­ρεται για τη προστασία των δικαιωμάτων των Εφημερίων, και έτσι εισηγήθηκε στην Πολιτεία και τελικά πέρασε ένα αλλο­πρόσαλλο και παραπλανητικό άρθρο, όπου κυριαρχεί ο «άκρατος δεσποτι­σμός». Είναι το γνωστό 37 άρθρο, «μαγι­κό λάστιχο στα χέρια των δεσποτάδων», όπου αντιγράφονται, επακριβώς, οι βάρ­βαρες τακτικές, και μέ­θοδοι του αλήστου μνήμης των προγόνων μας, του μυθι­κού Προκρούστη.
Αλλοπρόσαλ­λο και παραπλανητι­κό γιατί:
α) Ενώ αναφέρεται για τακτικούς (= έγγαμους) Εφημέριους που μόνον αυτοί πληρούν μονίμως τις κενές οργα­νικές Εφημεριακές θέσεις, και επίσης για προσωρινούς (= Ιερομονάχους) που κα­ταλαμβάνουν προσωρινώς τις κενές οργανικές Εφημεριακές θέσεις μέχρι πλή­ρωσή τους από τακτικούς έγγαμους Εφημέριους, εν τούτοις οι Ιερομόναχοι με τον ανύπαρκτο κοσμικό εκκλησιαστικό τίτλο του αρχιμανδρίτη, εκλέγονται, και κατα­λαμβάνουν, «ελέω Δεσπότη», μόνιμα οργανικές θέσεις, και ο έγγαμος, παρότι νόμιμα και Κανονικά, εκλέγεται, χειροτο­νείται, και τοποθετείται σε κενή οργανι­κή Εφημεριακή θέση, κατόπιν Προκηρύξεως, και επομένως Νο­μό/Κανονικά θε­ωρείται, δυνα­μικά, μόνιμος εξ υπαρχής, εν τούτοις, για να μονιμο­ποιηθεί κατά τα λεγόμενα του άρθρου, οφείλει να διανύσει πενταετία στον ίδιο Ναό, και ενδέχεται, εάν πέσει στην δυ­σμένεια του Δεσπότη, να μην μονιμοποιηθεί ποτέ του, αν θα τον μετακινεί από Ναό σε Ναό.
β) Το εν λόγω άρθρο στην παρ. 8, ομιλεί ρητά και κατηγορηματικά, ότι η προεδρία του Ιερού Ναού θα ανατίθεται σε τακτικό έγγαμο Εφημέριο. Και εδώ γίνεται κραυ­γαλέα παρανομία, και αντικανονικότητα «εν ονόματι του άκρατου δεσποτισμού και της αυθαιρεσίας». Σε Ναούς, όπου ευρίσκεται και προσωρινός Ιερομόναχος διορίζεται αυτός και πρόεδρος του εκκλη­σιαστικού Συμβουλίου. Δηλαδή οι απόκοσμοι Ιερομόναχοι αν και προσωρινοί έχουν περισσότερα δικαιώματα στον κόσμο από τους κοσμικούς έγγαμους Ιερείς, που έχει ορίσει η Εκκλησία του Χριστού να ποιμαίνουν τον κόσμο.
Αλλά η μεγαλύτερη και κραυγαλέα πα­ρανομία και αντικανονικότητα που «βγάζει μάτι» και που αυτό είναι το θέμα μας, γίνεται στην μετάθεση του Εφημερίου, παρότι δεν το επιτρέπουν οι θείοι και Ιε­ροί Κανόνες. (Καν. 15ος, Α΄ Οικ. Συν.). Αναφέρεται λοιπόν στο άρθρο 37 παρ. 7 του ν. 590/1977, ότι για να μετατεθεί ένας Εφημέριος, θα πρέπει να το ζητήσει ο ίδιος. Όμως, και εάν δεν το ζητήσει ο ίδιος γιατί απλούστατα δε το επιθυμεί να μετατεθεί, τότε μετατίθεται θέλει δεν θέ­λει, γιατί το θέλει ο Δέσποτας. Και το δι­καίωμα αυτό του το δίνει ο νόμος «λά­στιχο».
Βάση λοιπόν της παρ. 7 του άρθρου 37, υποβάλλει ο Μητροπολίτης αιτιολογημέ­νη πρόταση προς την Ιερά Σύνοδο, ουσια­στικά δηλαδή στον «εαυτόν του», και η Σύνοδος, αμέσως, του εγκρίνει τη μετά­θεση που ζητεί, δίχως ο δύστυχος Εφη­μέριος να λαμβάνει γνώση της πρότασης του Δεσπότη για να την αντικρούσει ούτε και να ερωτηθεί!!! Αυτό συνιστά σαφή και ωμή παράβαση του Συντάγματος. (αρθρ. 20, παρ. 2). Είναι δεδομένο εκ των προ­τέρων, ότι ο Δεσπότης θα πάρει εκείνο που ζητεί, την έγκριση της μεταθέσεως, και εδώ έγκειται το τραγελαφικό του θέ­ματος, και η «μεγαλοπρέπεια» της Προκρούστειας μεθοδευμένης τακτικής και πρακτικής του δεσποτικού καθεστώτος στην Εκκλησία. Όταν ο Εφημέριος έχει πλέον καταστεί ο στόχος του Δεσπότη που «ποιμαίνει το ποίμνιον εν κρατεί με­τά εμπαιγμού» (Απ. Διαταγές).
Τελευταία και υστέρα από πολυέξο­δους δικαστικούς αγώνες των Εφημε­ρίων, η Σύνοδος κατάλαβε την παρανο­μία και την αντικανονικότητα ολκής που διαπράττει, και δέχεται μεν να ακούσει τον Εφημέριο, αλλά δεν του επιτρέπεται να παρίσταται με τον συνήγορό του και να λάβει γνώση της Εκθέσεως του Μη­τροπολίτη του με το διάτρητο δικαιολο­γητικό, ότι συνήγορος επιτρέπεται μόνο σε εκκλησιαστικά δικαστήρια γιατί εκεί θα εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση η οποία ελέγχεται από τη καθήμενη Δικαι­οσύνη.

Πειθαρχικά Συμβούλια
Όμως, και πάλι πλανάται η Ιερά Σύνο­δος διότι στην ουσία δεν υπάρχουν εκκλη­σιαστικά δικαστήρια με τη στενή σημασία των διατάξεων του Συντάγματος περί Δι­καστηρίων, αλλά Συμβούλια Πειθαρχικά και τα αναφερόμενα ως εκκλησιαστικά δικαστήρια ουσιαστικά είναι κατά πάντα Πει­θαρχικά Συμβούλια (195/87), Ομόφωνη Απόφαση του Γ΄ τμήμ, του ΣτΕ και Από­φαση 825/88 της Ολομελείας του ΣτΕ, ν. 2683/99 «Κώδικας Δημοσίων Υπαλλή­λων» πέραν του ότι με τις διατάξεις του ΝΔ 53/74, όπου κυρώνεται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης 4 – 11 – 1950, «περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και των θε­μελιωδών Ελευθεριών». Γεγονός που σημαίνει, ότι οι διατάξεις του Συντάγμα­τος, «περί Δικαστηρίων και απονομής της Δικαιοσύνης», υπερισχύουν και των δια­τάξεων του ν. 5383/32 «περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων».
Ο ισχυρισμός λοιπόν της Ιεράς Συνόδου ότι δεν επιτρέπεται ο Εφημέριος να παρίσταται ενώπιον της ΔΙΣ μετά συνη­γόρου σε περιπτώσεις διοικητικής φύσε­ως θεμάτων, όπως της μεταθέσεώς του παρά τη θέλησή του, είναι αντισυνταγμα­τικός και αντικανονικός γιατί η Σύνοδος και σ’ αυτές τις περιπτώσεις παίρνει απο­φάσεις οι όποιες και ελέγχονται από το ΣτΕ (Αποφ. 825/88).
Συνεπώς, ο Εφημέριος πάντοτε παρί­σταται, ενώπιον οιασδήποτε προϊσταμέ­νης Αρχής, μετά Συνηγόρου, εκκλησια­στικού ή λαϊκού και η στέρηση αυτού του αναφαίρετου δικαιώματός του συνιστά σοβαρό ποινικό αδίκημα. Προσοχή, λοι­πόν, στο μέλλον…

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013



Δια την αγιότητα και τελειότητα τρία πράγματα απαιτούνται.
 
Δια τον καταρτισμόν της πνευματικού προόδου, η οποία οδηγεί τον άνθρωπον εις τον εξαγνισμόν, την καθαρότητα εκ του μολυσμού του ματαίου τούτου κόσμου και των ανθρωπίνων και σαρκικών παθών και ηδονών, δια την αγιότητα και τελειότητα και ένωσιν του ανθρώπου μετά του Θεού ,τρία πράγματα απαιτούνται:Πρώτον, η κατά Θεόν χριστιανική ζωή και πολιτεία των γονέων και το καλό παράδειγμα αυτών.Δεύτερον, η κατά Θεόν διδασκαλία και διαπαιδαγώγησις των τέκνων υπό των γονέων από μικράς, νηπιακής ηλικίας, αφ’ ης το παιδί αρχίζει να αισθάνεται , να εννοή, να ακούη, να ομιλή, καιΤρίτον, η απομάκρυνσις και τελεία αποφυγή εκ των κακών συναναστροφών, διεφθαρμένων, ασεβών, απίστων και διεστραμμένων παιδίων, κορασίδων, νέων, νεανίδων, ακόμη και γεροντισσών και γερόντων. Επειδή ,κατά τη γνώμη αρχαίων σοφών, αι κακαί συναναστροφαί φθείρουν ήθη χρηστά, και κατά τον Απόστ. Παύλον φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί. Λοιπόν, ως τέκνα μου αγαπητά, σας δίδω τας ανωτέρω πατρικάς νουθεσίας , και από σήμερον να θέσετε εις εφαρμογήν τας οδηγίας μου δια να αναδείξητε την κόρην σας αγίαν. Πρωτίστως να της δώσετε το καλόν παράδειγμα, να γίνεται όσον το δυνατόν αγία, διότι αγίους μας θέλει ο Θεός. Γίνεσθε, είπεν, άγιοι, ότι εγώ Άγιος ειμί. Εάν ήτο αδύνατον, δεν θα το έλεγεν ο Θεός, διότι αδύνατα ο Θεός δεν ζητεί από τους ανθρώπους. Θα γίνωμεν δε Άγιοι ,εάν αγαπήσωμεν τον Θεόν με όλην μας την ψυχήν και την καρδίαν, αγαπήσωμεν δε και τον πλησίον μας, ακόμη και τους εχθρούς μας, ως τον εαυτόν μας. Τότε και μόνον θα γίνωμεν Άγιοι και παιδιά του Θεού…
 

Από το βιβλίο : «Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ ( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος, 1884-1980) Ένας σύγχρονος όσιος πατήρ Της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013



ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΠΙ ΕΛΑΦΡΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ.


Ο Επίσκοπος έχει και διοικητικά και δικαστικά δικαιώματα χωρίς την συνηθισμένη Νομο-Κανονική δικαστική διαδικασία. Ο Νόμος ν.5383/32 «περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», του δίνει το δικαίωμα να ασκήσει και αυτά τα διοικητικά δικαστικά του δικαιώματα επί ελαφρών παραπτωμάτων των Ιερέων της Επισκοπής του, όμως, ύστερα από διαλογική διαδικασία με το παρεκτραπέντα Ιερωμένο. Ποία όμως είναι αυτά τα όρια που του παρέχει ο Νόμος, και εντός των οποίων οφείλει να περιοριστεί ο «κατά την κρίση του» δικαστής Επίσκοπος;
Πράγματι επί ελαφρών παραπτωμάτων που δεν επάγονται Κανονική ποινή ο Επίσκοπος δύναται να επιβάλλει αργία ή και ν’ αφαιρέσει το οφφίκιο από τον παρεκτραπέντα ιερέα, αλλά ύστερα από προφορική ή έγγραφη αιτιολογία του. Συγκεκριμένα ορίζεται: «Επί ελαφρών παραπτωμάτων ο Αρχιερεύς μετά προφορικήν, ή έγγραφον απολογίαν επιβάλη, εις τον παρεκτραπέντα, αργίαν μέχρι 30 ημερών μετά ή άνευ εκπτώσεως από του εκκλησιαστικού οφφικίου, αν δε το παράπτωμα προξενήση σκάνδαλον ο Μητροπολίτης δύναται να επιβάλη αργίαν μέχρις 6 μηνών» (ν.5383/32, αρθρ. 11 παρ. 3, πρβλ, και άρθρα 100 & 116).Όμως, πολλές φορές το δικαίωμα αυτό ο Επίσκοπος το παραβιάζει ανάλογα με τις διαθέσεις του απέναντι στο κατηγορούμενο Ιερέα του, και του επιβάλλει αργία χωρίς τη διαδικασία του διαλόγου μ’ αποτέλεσμα να παραβιάζει, κατάφορα, πέραν του ισχύοντος Νόμου, και τις λίαν ρητές και κατηγορηματικές διατάξεις του ΙΒ΄ Κανόνα της Συνόδου Καρθαγένης, ο οποίος απαιτεί ο κατηγορούμενος Ιερωμένος υποχρεωτικά «ν’ ακουστεί» δηλαδή, να δικαστεί πριν του επιβληθεί η οποιαδήποτε ποινή.
Ο Επίσκοπος ακόμη, εκμεταλλευόμενος τα δικαιώματα που του παρέχει ο Νόμος, αυθαιρετεί, παρερμηνεύοντας ηθελημένα τις διατάξεις του αρθρ. 102 του ν.5383/32 μ’ αποτέλεσμα να κατορθώνει όλως παράνομα και αντικανονικά, την παράταση της αργίας στον Ιερέα του και πέραν της δικαιοδοσίας του, επί ολόκληρον έτος και πλέον πολλές φορές. Το άρθρο 102 ορίζει ότι: «Επί παραπτωμάτων προβλεπομένων και υπό του κοινού Ποινικού Δικαίου, δι’ ά διετάχθη υπό της κοινής Δικαστικής Αρχής η προφυλάκισις του Ιερωμένου, ο αρμόδιος Μητροπολίτης δύναται να απαγόρευση προσωρινώς μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Εκκλησιαστικού δικαστηρίου πάσαν ιεροπραξίαν».
Δηλαδή, μόνον κάτω απ’ αυτές τις Ποινικές προϋποθέσεις δικαιούται ο Μητροπολίτης να εξαντλήσει τη δικαιοδοσία του των έξι (6) μηνών αργίας, όπερ σημαίνει ότι οφείλει εντός των έξι μηνών να συγκαλέσει το υπ’ αυτόν Εκκλησιαστικό Δικαστήριον, και να εκδόσει την απόφασή του για τον κατηγορούμενο Ιερέα του. Γιατί όταν ο Νόμος ορίζει «μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του εκκλησιαστικού δικαστηρίου», ο νομοθέτης εννοεί το δικαστήριο που εξουσιάζει ο Επίσκοπος, δηλαδή το Επισκοπικό. Η αλήθεια αυτή του Νομοθέτη διαστρέφεται και έτσι ο Επίσκοπος επιτυγχάνει να ταλαιπωρεί τον Ιερέα του υπονοώντας «ως εκκλησιαστικόν δικαστήριον» την τελεσίδικον απόφαση του αρμόδιου Συνοδικού Δικαστηρίου. Με το τρόπον αυτόν ετσιθελικά και ασύστολα ο Επίσκοπος υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του, και δυστυχώς, την οφθαλμοφανή αυτή ΝομοΚανονική παρανομία του Επισκόπου την αποδέχεται, το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, το οποίον σημειωτέον, «δικάζει εις πρώτον βαθμόν» και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο εκμαυλισμός του ΝομοΚανονικού Δικαίου, πρόκειται, δηλαδή, για ένα «τραγελαφικό ΝομοΚανονικό αλαλούμ». Με την ηθελημένη αυτή παρερμηνεία του ο Επίσκοπος, και με τις ευλογίες πλέον και της Ιεράς Συνόδου, το ΝομοΚανονικό Δίκαιον γίνεται λάστιχο, για να επιτυγχάνει το στόχο του, που δεν είναι άλλος παρά η ταλαιπωρία του απροστάτευτου και δύστυχου Ιερέα και της οικογενείας του.
Δυστυχώς, είναι λυπηρόν, ότι από τη στιγμή που θα τύχει να εκλεγεί κάποιος Επίσκοπος, ένα στόχον έχει κατά νουν, τους ανυπεράσπιστους Ιερείς του, που με την αμέριστη βέβαια βοήθεια του εκλεγμένου, από τον ίδιον περιβάλλοντός του, αυτά τα άγαμα, έγγαμα και λαϊκά «γιουσουφάκια του», που με την ανοχή του επιδεικνύουν περισσή υπεροψία, αλαζονεία και ασέβειαν, αν όχι και εχθρική πολλές φορές συμπεριφορά προς το Ιερατείο της Επισκοπής, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο το Ιερατικό προσωπικό των Γραφείων των Μητροπόλεων να εκλέγεται, ανά τριετίαν, από το έγγαμο Ιερατείο της Ιεράς Μητροπόλεως, και όχι από τον Επίσκοπον.
Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, ο Επίσκοπος εκείνος, που πριν εξαντλήσει τα διοικητικά δικαστικά του δικαιώματα, που του παρέχει το εκκλησιαστικό Δίκαιον, δεν εφαρμόσει πιστά τις ρητές και κατηγορηματικές διατάξεις του ΝομοΚανονικού Δικαίου και προβαίνει «εις Επισκοπικές αηδίες»? (Καν. 5ος Α΄ Οικ. Συνόδου), παρανομεί ασύστολα και αδικεί κατάφορα και ηθελημένα τους Ιερείς της Μητροπολιτικής του περιφέρειας. Ο Επίσκοπος, ΝομοΚανονικά, δεν έχει το δικαίωμα, να επιβάλλει αργία πέραν των έξι (6) μηνών. Επομένως μετά τη παρέλευση των έξι μηνών ο καταδικασθείς σε αργία Ιερέας αναλαμβάνει «αυτοδικαίως» τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, αν δεν έχει εκδικασθεί ακόμη η υπόθεσή του (ν.5383/32, αρθρ. 135).
Είναι γνωστόν Εκκλησιολογικά και δεν πρέπει ποτέ να το παραβλέπει ο Μητροπολίτης, ότι: «Ο Επίσκοπος εκείνος που θα επιχείρηση οιαδήποτε αυθαιρεσίαν επί του Πρεσβυτέρου σημαίνει, ότι ο επίσκοπος αυτός εκπίπτει της αποστολής του» (Μέγας Φαράντος, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Παραδόσεις Δογματικής και Εκκλησιολογίας).


 
Πρεσβ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
Εκπρόσωπος του ΑΣ. του Ι.Σ.Κ.Ε.
Επί Νομο-Κανονικών Θεμάτων
Περιοδικό Ενορία 12/03/2004
Αριθμός Φύλλου 973
.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013


ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΘΕΟ.

Το αύριο κατάντησε ένας εφιάλτης στη ζωή των περισσοτέρων ανθρώπων.
Μας απασχολεί το αύριο, μας φοβίζει το μέλλον.
Πολλοί άνθρωποι το αντιμετωπίζουν με φόβο και αγωνία. Απασχολεί το αύριο τον πατέρα τη μάνα.
Τι να γίνουν τα παιδιά τους; Θα μπορέσουν να τα ζήσουν και να τα μεγαλώσουν; Θα μπορέσουν να τα μορφώσουν και να τα αποκαταστήσουν;
Τι θα γίνει αύριο, αναρωτιέται ο νέος.
Τι θα γίνει αύριο, αναρωτιέται ο γέροντας και η γερόντισσα. Αν αρρωστήσω, αν μείνω μόνος, αν με εγκαταλείψουν τα παιδιά μου;
Αυτό το αν, απασχολεί τους περισσότερους ανθρώπους.
Ο κάθε άνθρωπος αισθάνεται ανασφαλή τον εαυτό του για το αύριο. Ποιος μας εξασφαλίζει το μέλλον, το αύριο;
Την απάντηση μας τη δίνει εκείνος που έκανε το σήμερα και το αύριο. Ο Κύριος είπε: «μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλλώμεθα;
Πάντα γαρ τάυτα τα έθνη επιζητεί, οίδε ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων».(Ματθ. 6,31)
Η ανησυχία μας για το αύριο οφείλεται στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο Θεό. Το παράδειγμα του Κυρίου είναι πολύ πειστικό.
Αυτός που μεριμνά για τα άνθη του αγρού, αυτός που φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού, είναι ποτέ δυνατό να αδιαφορήσει για τα παιδιά του; Έχουμε ξεχάσει, έχουμε λησμονήσει, οι περισσότεροι άνθρωποι, ότι έχουμε πατέρα στον ουρανό.
Σε απασχόλησε ποτέ εάν αύριο θα βγει ο ήλιος, εάν θα έχει οξυγόνο για να αναπνεύσεις; Γιατί γνωρίζεις πολύ καλά, ότι αυτός που έβγαλε τον ήλιο χθες και έδωσε το οξυγόνο σήμερα, θα το κάνει και αύριο.
Διότι γνωρίζει ότι το έχουμε ανάγκη.
Πού οφείλεται η ανησυχία αυτή για το αύριο; Οφείλεται κατά μέγα μέρος στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο Θεό.
Είδες ποτέ το παιδί σου να ανησυχεί για το αύριο; Ποτέ! Γιατί άραγε; Διότι γνωρίζει ότι έχει πατέρα που φροντίζει για αυτό.
Γιατί εμείς λησμονούμε ότι έχουμε πατέρα που μεριμνά και φροντίζει για μας; Για μια ματιά στο παρελθόν της ζωής σου.
Δεν πέρασες δυσκολίες, δεν βρέθηκες πολλές φορές σε αδιέξοδο και όμως ο Θεός δεν σε εγκατέλειψε, δεν σε άφησε.
Πόσες φορές δεν είδες το χέρι του Θεού να απλώνεται επάνω σου!
Γιατί τώρα ανησυχείς, γιατί αγωνιάς, γιατί χάνεις τον ύπνο σου; Άλλαξε ο Θεός; Λιγόστευσε η δύναμη του; Μη γένοιτο!
Ο Θεός εξακολουθεί να είναι ο πατέρας σου. Σε σκέπτεται, σε αγαπά, σε παρακολουθεί. Το αύριο ανήκει στο Θεό. Στα χέρια Του βρίσκεται η ζωή μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Εμπιστεύσου το Θεό. Άφησε τη ζωή σου στα χέρια Του.
Μην ανησυχείς για το αύριο, για το μέλλον. Ο Θεός θα σε αναλάβει κάτω από τη σκέπη του.
Βέβαια εμπιστοσύνη στο Θεό δεν σημαίνει μοιρολατρεία., σταύρωμα των χεριών. Ο γεωργός θα σπείρει το χωράφι του, αλλά ο Θεός θα βρέξει για να καρποφορήσει. Εμείς θα σκεφτούμε, θα σχεδιάσουμε.

Αλλά ο Θεός θα πραγματοποιήσει. Ο προφήτης λέγει:
«Εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμός 126,1)Με αυτό το πνεύμα, με αυτή την πίστη, ο πιστός άνθρωπος εμπιστεύεται το παρόν και το μέλλον στα χέρια του Θεού.