Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010


Ιστορική αναδρομή ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ

του Αναστασίου Φιλιππίδη.


Λίγες εκκλησιαστικές ακολουθίες παραμένουν τόσο βαθιά εντυπωμένες στους Ορθόδοξους Έλληνες όσο η ακολουθία των Χαιρετισμών. Συνυφασμένη με τον ερχομό της άνοιξης, το ευωδιαστό αεράκι από κάποιον γειτονικό κήπο, την αξεπέραστη μελωδία των ύμνων η οποία επηρέασε και την κοσμική ελληνική μουσική, η ακολουθία των Χαιρετισμών έρχεται να συνδέση την προσωπική χαρά για τη δυνατότητα της σωτηρίας με το συλλογικό ευχαριστήριο προς την Θεοτόκο. Η προσωπική χαρά για την ανάκληση του πεσόντος Αδάμ, την οποία ευαγγελίζεται ο αρχάγγελος Γαβριήλ, συνοδεύεται από την θερμή ευχαριστία για την βοήθεια της Παναγίας στην πιο κρίσιμη στιγμή της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, όταν όλα έδειχναν πως το τέλος είναι αναπόφευκτο. Με αφορμή τον Ακάθιστο Ύμνο, θα θυμηθούμε στο σημερινό άρθρο εκείνες τις δύσκολες αλλά και ένδοξες ημέρες του έβδομου αιώνα, κατά τις οποίες το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού παίχτηκε στα τείχη της Βασιλεύουσας.Στις αρχές του έβδομου αιώνα, ο ελληνορωμαϊκός κόσμος βρέθηκε για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με τον προαιώνιο εχθρό, τους Πέρσες, κι αυτή έμελλε να είναι η τελική αναμέτρηση. Μετά τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, μετά την Ισσό και τα Γαυγάμηλα, μετά τους πολέμους του Ιουλιανού και του Ιουστινιανού, η υπερχιλιετής σύγκρουση πήρε πλέον την μορφή ολοκληρωτικού πολέμου. Όταν μάλιστα, το Μάιο του 614, ο βασιλιάς των Περσών Χοσρόης μπήκε στα Ιεροσόλυμα και σύλησε την Αγία Πόλη, αρπάζοντας το ιερότερο κειμήλιο της Χριστιανοσύνης, τον Τίμιο Σταυρό, ο πόλεμος άγγιξε το βαθύτατο θρησκευτικό συναίσθημα των Ρωμαίων. Στις φοβερές σφαγές που ακολούθησαν την κατάληψη της Ιερουσαλήμ έχασαν τη ζωή τους 66.500 Χριστιανοί, σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Αντίοχο Στρατηγό (βλ. F.Conybeare, “Antiochus Strategos’ Account of the Sack of Jerusalem in A.D. 614”, The English Historical Review, July 1910, p.516), ενώ καταστράφηκαν 300 εκκλησίες, μοναστήρια και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα. Άλλοι 35.000 άνθρωποι, μαζί με τον πατριάρχη Ζαχαρία, μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Περσία. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού προφανώς δεν είχε ιδιαίτερη αξία για τους ειδωλολάτρες Πέρσες. Επειδή, όμως, μια σύζυγος και διάφοροι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Χοσρόη ήταν νεστοριανοί Χριστιανοί, δεν αποκλείεται να υποκίνησαν αυτή την ενέργεια, ώστε να χρησιμοποιήσουν το σημαντικότερο σύμβολο της Χριστιανοσύνης για τη νομιμοποίηση του δικού τους δόγματος.
Το 616 υποδουλώθηκε και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας, η Αλεξάνδρεια και στην συνέχεια όλη η Αίγυπτος και η Καρχηδόνα, όπου ζούσε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος πριν ανέλθη στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ταυτόχρονα, άλλη περσική στρατιά εισέβαλε στη Μικρά Ασία και έφτασε ως την Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να πάη ο ίδιος στην Χαλκηδόνα και να προσφέρη πλούσια δώρα με αντάλλαγμα την προσωρινή ειρήνη.
Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε το κράτος, η Εκκλησία διέθεσε στο κρατικό νομισματοκοπείο όλους τους θησαυρούς της σε χρυσό και αργυρά σκεύη. Ο Ηράκλειος προχώρησε σε μια εσπευσμένη ανασυγκρότηση του στρατού και ήταν έτοιμος για την απελευθερωτική εκστρατεία το 622. Στις 4 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, με την στολή του απλού στρατιώτη κοινώνησε δημόσια. Την επόμενη μέρα προσευχήθηκε στην Αγια-Σοφιά, πήρε την Αχειροποίητη εικόνα του Χριστού, κατέβηκε στην παραλία και επιβιβάστηκε στα πλοία. Την φύλαξη της πόλης την ανέθεσε σε μια μικρή φρουρά – ουσιαστικά μόνο στην Παναγία. Τα αποχαιρετιστήρια λόγια του προς τον Πατριάρχη Σέργιο ήταν: «Εις χείρας της Θεομήτορος αφίημι την πόλιν ταύτην και τον υιόν μου». (Γεώργιος Μοναχός, «Σύντομο Χρονικό», 110.829.23). Πριν αρχίση τις εχθροπραξίες έστειλε πρέσβεις ζητώντας ειρήνη από τον Πέρση βασιλιά. Ο Χοσρόης απάντησε: «Ει αρνήσεται ο βασιλεύς υμών τον εσταυρωμένον και προσκυνήσει τω ηλίω, ποιώ ειρήνην» (Γεώργιος Μοναχός, «Σύντομο Χρονικό», 110.832.1). Ο πόλεμος δεν ήταν πια μόνο για την ελευθερία της πατρίδας, αλλά και για την πίστη του Χριστού.
Τα επόμενα τέσσερα χρόνια διεξήχθησαν αδυσώπητες συγκρούσεις στα βάθη της Μικράς Ασίας, στη Λαζική, στην Αρμενία. Τον Απρίλιο του 626 ο Ηράκλειος με όλο τον στρατό βρισκόταν στη Σεβάστεια. Και τότε, ξαφνικά, πραγματοποιήθηκε ο χειρότερος εφιάλτης της βυζαντινής εξωτερικής πολιτικής, αυτό που πάντα προσπαθούσε να αποφύγη με απειλές, με συμμαχίες, με κατευνασμoύς, με δωροδοκίες. Για πρώτη, και τελευταία, φορά της επιτέθηκαν συγχρόνως ο εχθρός από το Βορρά και ο εχθρός από την Ανατολή. Στις 29 Ιουλίου, κι ενώ ο ρωμαϊκός στρατός βρισκόταν περίπου 800 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, εμφανίστηκε μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης ένα τεράστιο πλήθος Αβάρων (100.000 με 150.000). Τα μονόξυλα πλοία τους, «πλήθος άπειρον» κατά τον Θεοφάνη, κάλυψαν όλο τον Κεράτιο Κόλπο, «τον κόλπον του Κέρατος επλήρωσαν». Ταυτόχρονα, στην απέναντι ακτή του Βοσπόρου, στη Χαλκηδόνα, έφτασε ο περσικός στρατός, έτοιμος να επιτεθή από τη θάλασσα.
Η κατάσταση ήταν απελπιστική για τους πολιορκούμενους και αυτό το γνώριζε και ο χαγάνος, ο βασιλιάς των Αβάρων. Απέρριψε όλες τις προτάσεις εκεχειρίας, που περιλάμβαναν την πληρωμή τεράστιων ετήσιων ποσών σε χρυσό καθώς και μεγάλη εφάπαξ πληρωμή, λέγοντας χαρακτηριστικά πως δεν είχαν ελπίδα σωτηρίας εκτός κι αν γίνονταν ψάρια για να διαφύγουν κολυμπώντας η πουλιά για να πετάξουν στον ουρανό («άλλως γαρ υμάς ουκ ένι σωθήναι, μη ιχθύες έχετε γενέσθαι και δια θαλάσσης απελθείν η πτερωτοί και εις τον ουρανόν ανελθείν» σημειώνει το «Πασχάλιο Χρονικό», πηγή σύγχρονη με τα γεγονότα).
Στις 6 Αυγούστου οι Άβαροι κατέλαβαν με έφοδο την εκκλησία των Βλαχερνών στο ευάλωτο βορειοανατολικό άκρο της πόλης και ετοιμάστηκαν για την τελική επίθεση σε συνεννόηση με τους Πέρσες. Έδωσαν εντολή στα μονόξυλα να επιτεθούν όταν δουν φωτιές στο ακραίο σημείο των θαλάσσιων τειχών, ώστε να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στον ρωμαϊκό στόλο και να μεταφερθούν με ασφάλεια οι Πέρσες με τα υπόλοιπα πλοία.
Εκείνη την δραματική νύχτα, καθώς ο πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη με την εικόνα της Παναγίας για να ενθαρρύνη τους υπερασπιστές και οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας ανέπεμπαν δεήσεις στην Υπεραγία Θεοτόκο, η ρωμαϊκή κατασκοπεία κατάφερε να υποκλέψη το σύνθημα των εχθρών. Νωρίς τα ξημερώματα οι αμυνόμενοι άναψαν φωτιές στην άκρη των θαλάσσιων τειχών, προκαλώντας την άκαιρη επίθεση των μονόξυλων. Ο ρωμαϊκός στόλος περίμενε και τα εξολόθρευσε. Στην συνέχεια οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν στα υπόλοιπα πλοία που είχαν αρχίσει να μεταφέρουν Πέρσες από την Χαλκηδόνα και τα βύθισαν όλα. Μέσα στον πανικό που ακολούθησε, απέτυχε και η χερσαία επίθεση των Αβάρων εκείνη την ημέρα, αφήνοντας χιλιάδες νεκρούς. Ο εμβρόντητος χαγάνος διέταξε τα υπολείμματα του στρατού του να αποχωρήσουν. Την επόμενη μέρα, 8 Αυγούστου, έφτασε στον Βόσπορο, μετά από πορεία 800 χιλιομέτρων, ο αδερφός του αυτοκράτορα, Θεόδωρος, επικεφαλής μεγάλης ρωμαϊκής στρατιάς. Η Βασιλεύουσα είχε σωθεί οριστικά από την χειρότερη δοκιμασία της μέχρι τότε ιστορίας της.
Οι κάτοικοι της Πόλης δεν είχαν καμιά αμφιβολία για το ποιός τους είχε σώσει: «μόνην γαρ οίμαι την Τεκούσαν ασπόρως τα τόξα τείναι και βαλείν την ασπίδα, και ταις αδήλοις συμπλοκαίς μεμιγμένην βάλλειν, τιτρώσκειν, αντιπέμπειν το ξίφος, ανατρέπειν τε και καλύπτειν τα σκάφη δούναί τε πάσι τον βυθόν κατοικίαν», έγραφε ο Γεώργιος Πισίδης που παραβρέθηκε στα γεγονότα («Εις την γενομένην έφοδον των βαρβάρων και εις την αυτών αστοχίαν», στ. 451-456). «Τη του θεού δυνάμει και συνεργία και ταις πρεσβείαις της αχράντου και θεομήτορος παρθένου ηττήθησαν» σημείωνε ο Θεοφάνης. Άλλωστε ο ίδιος ο χαγάνος ομολογούσε κατάπληκτος στη διάρκεια της μάχης ότι «εγώ θεωρώ γυναίκα σεμνοφορούσαν περιτρέχουσαν εις το τείχος μόνην ούσαν» (Πασχάλιο Χρονικό, 725). Όλος ο λαός, με επικεφαλής τον πατριάρχη Σέργιο, έτρεξε στην εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών για να ευχαριστήση την Παναγία. Εκείνο το βράδυ της 8ης Αυγούστου 626, όρθιοι έψαλαν τον ύμνο που από τότε ονομάστηκε «Ακάθιστος», δοξολογώντας και αποδίδοντας την σωτηρία «τη υπερμάχω στρατηγώ», γνωρίζοντας ότι αυτή αποδείχθηκε «της βασιλείας το απόρθητον τείχος».
Δυό χρόνια αργότερα, ο Ηράκλειος εισήλθε θριαμβευτικά στην περσική πρωτεύουσα, την Κτησιφώντα, και υπέταξε οριστικά τον αιώνιο αντίπαλο. Βρήκε τον Τίμιο Σταυρό και τον ύψωσε πανηγυρικά και πάλι στα Ιεροσόλυμα. Ήταν πλέον ο αληθινός πλανητάρχης, τα κατορθώματα του οποίου υμνήθηκαν επί αιώνες σε Ανατολή και Δύση, όπως φαίνεται από το έργο του Άραβα ιστορικού Ίμπν Καθίρ (14ος αιώνας), το Φραγκικό «Χρονικό του Φρεντεγκάρ» (7ος αιώνας), την τοιχογραφία του καθεδρικού ναού του Μπράουνσβαϊγκ (12ος αιώνας) και την τοιχογραφία της Σάντα Κρότσε της Φλωρεντίας (14ος αιώνας).
Στις 15 Μαΐου, Κυριακή της Πεντηκοστής, από τον άμβωνα της Αγια-Σοφιάς αναγνώστηκε το νικητήριο διάγγελμα του αυτοκράτορα, το οποίο διασώζεται στο «Πασχάλιο Χρονικό». Η αρχή του είναι ενδεικτική του πνεύματος των προγόνων μας, ανεξαρτήτως θέσης και εξουσίας: «Αλαλάξατε τω θεώ πάσα η γη, δουλεύσατε τω κυρίω εν ευφροσύνη, εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει, και γνώτε ότι κύριος αυτός εστιν ο θεός. αυτός εποίησεν ημάς και ουχ ημείς. ημείς δε λαός αυτού εσμεν και πρόβατα νομής αυτού». Και συνεχίζει λίγο παρακάτω, δηλώνοντας ότι η ήττα του Χοσρόη δεν οφείλεται στην εγκόσμια υπεροπλία των Ρωμαίων, αλλά στην ασέβειά του προς τον μόνον αληθινό Θεό: «ευφρανθήτωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη και τερφθήτω η θάλασσα και πάντα τα εν αυτοίς. και πάντες οι χριστιανοί αινούντες και δοξολογούντες ευχαριστήσωμεν τω μόνω θεώ, χαίροντες επί τω αγίω αυτού ονόματι χαράν μεγάλην. έπεσεν γαρ ο υπερήφανος και θεομάχος Χοσρόης. έπεσεν και επτωματίσθη εις τα καταχθόνια, και εξωλοθρεύθη εκ γης το μνημόσυνον αυτού ο υπεραιρόμενος και λαλήσας αδικίαν εν υπερηφανία και εξουδενώσει κατά του κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού θεού και της αχράντου μητρός αυτού της ευλογημένης δεσποίνης ημών θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, απώλετο ο ασεβής μετ’ ηχούς» (Πασχάλιο Χρονικό, 727-728).
Αυτά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα μας φέρνει στη μνήμη κάθε χρόνο η ακολουθία των Χαιρετισμών. Θυμίζοντας σε όλους μας ότι στις πιο απελπισμένες στιγμές, όταν δεν υπάρχη καμιά ανθρώπινη βοήθεια, δεν μας ξεχνάει ο Θεός. Αρκεί να πιστέψουμε σε Αυτόν. Γι’ αυτό και ο ελληνικός λαός που γνώρισε αυτοκράτορες σαν τον Ηράκλειο εύχεται οι ηγέτες του να δείχνουν την ίδια ευσέβεια όπως εκείνος…



Πηγή: www.parembasis.gr

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010


ΤΡΟΠΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ.


Το στάδιον των αρετών ηνέωκται” οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε, αναζωσάμενοι τον καλόν της Νηστείας αγώνα’ οι γάρ νομίμως αθλούντες, δικαίως στεφανούνται, και αναλαβόντες την πανοπλίαν του Σταυρού, τω εχθρώ αντιμαχησώμεθα. Ως τείχος άρρηκτον κατέχοντες την Πίστιν, και ως θώρακα την προσευχήν, και περικεφαλαίαν την ελεημοσύνην, αντί μαχαίρας την νηστείαν, ήτις εκτέμνει από καρδίας πάσαν κακίαν. Ο ποιών ταύτα, τον αληθινόν κομίζεται στέφανον, παρά του Παμβασιλέως Χριστού, εν τη ημέρα της Κρίσεως.

Εχει πια ανοιχθεί το στάδιο των αρετών. Οσοι θέλουν να αγωνισθούν είναι καιρός να εισέλθουν ς’ αυτό, αφού ζωσθούν καλά στη μέση τους τον καλό αγώνα της νηστείας, διότι όσοι αγωνίζονται σύμφωνα με τον νόμο του Θεού, θα λάβουν δίκαια τον στέφανο της νίκης. Και αφού σηκώσουμε πάνω μας τηνπανοπλία του Σταυρού, ας αντιμετωπίσουμε με ανδρεία τον εχθρό. Θα έχουμε σαν τείχος, που δεν καταρρίπτεται την πίστη και σαν θώρακα την προσευχή και σαν περικεφαλαία την ελεημοσύνη και σαν μαχαίρι την νηστεία, η οποία κόβει από την καρδιά κάθε κακία. Οποιος θα κατορθώσει αυτά, θα λάβει σαν βραβείο τον αληθινό στέφανο της νίκης από τον Βασιλέα των πάντων Χριστό, κατά την ημέρα της κρίσεως.


Δοξαστικόν των αίνων. Ήχος Πλ. Β.


Έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή” η κατά των δαιμόνων νίκη, η πάνοπλος εγκράτεια, η των Αγγέλων ευπρέπεια, η πρός Θεόν παρρησία’ δι’ αυτής γάρ Μωϋσής, γέγονε τω Κτίστη συνόμιλος, και φωνήν αοράτως, εν ταις ακοαίς υπεδέξατο. Κύριε, δι’ αυτής αξίωσον και ημάς, προσκυνήσαί σου τά Πάθη και την αγίαν Ανάστασιν, ως φιλάνθρωπος.


Εφθασε πια ο καιρός για την αρχή των πνευματικών αγώνων. Αυτή είναι η νίκη εναντίον των δαιμόνων, η πάνοπλη εγκράτεια, η ωραιότητα και η ευπρέπεια των αγγέλων, που χαρίζει το θάρρος μπροστά στον Θεό. Με αυτήν ο Μωυσής έγινε συνομιλητής του Κτίστη και Θεού, όταν υποδέχθηκε στα αυτιά του αοράτως την φωνή Του. Κύριε, με την άσκηση αυτής αξίωσε και εμάς ναπροσκυνήσουμε τα πάθη Σου και την αγία Σου Ανάσταση, επειδή είσαι φιλάνθρωπος.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Φεβρουαρίου.

Της Τυρινής, Ματθαίος ς΄ 14-21.

Κείμενο:
14 Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· 15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. 16 Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 17 σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· 21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.

Μετάφραση:
Είπε ο Κύριος: Αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε κι ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα. Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές, που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις· και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά. Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας.

Σχόλια:
«Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών εκεί έσται και η καρδία υμών»
Από το Ευαγγέλιο της Κυριακής αυτής μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο σημεία.Το πρώτο αφορά την επιείκεια, τη συγνώμη, την μακροθυμία. Εάν λέγει ο Χριστός, είστε επιεικείς, ανεκτικοί, εάν προσπαθείτε να δικαιολογείτε τα παραπτώματα των αδελφών σας και τα συγχωρείτε, τότε και ο Πατέρας ο Ουράνιος θα συγχωρήσει τα δικά σας. Και αντιθέτως εάν καταδικάζετε τους αδελφούς σας για τα ελαττώματα και τα σφάλματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας. Πρέπει να προσέξουμε αυτή την προειδοποίηση, αγαπητοί μου. Σκεφθείτε εάν ένας δικός σας, ο πατέρας σας ή η μητέρα σας ή ο άντρας ή η γυναίκα ή ο αδελφός σας, σας προσβάλλει, σας πικράνει, μπορεί την πρώτη στιγμή να θυμώσετε αλλά γρήγορα θα τον συγχωρήσετε και θα ξεχάσετε. Αυτό θα πει πως η αγάπη που αισθάνεστε γι’ αυτούς δεν σας αφήνει να τους κρατήσετε κακία. Αυτό ακριβώς, ζητάει ο Κύριος. Να αγαπούμε τον πλησίον μας τόσο ώστε να μπορούμε να μακροθυμούμε, να συγχωρούμε τα παραπτώματά του, τα παραπτώματά του. Για τον ίδιο λόγο και ο Πατέρας μας ο ουράνιος μακροθυμεί στις δικές μας αμαρτίες διότι μας αγαπά. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όταν, γέρος πια, δεν μπορούσε να κηρύξει, το μόνο που επαναλάμβανε ήταν «τεκνία, αγαπάτε αλλήλους», γιατί ήξερε ότι από την αγάπη ξεκινούν οι αρετές. Σε μια καρδιά που αγαπά δεν χωράει ούτε φθόνος ούτε συκοφαντία, ούτε οργή, ούτε μίσος.Σ’ αυτήν έχει θέση η ανεξικακία, η κατανόηση, η ανοχή, η συγνώμη. Ας καλλιεργούμε λοιπόν περισσότερο από κάθε τι άλλο την αγάπη. Το δεύτερο σημείο που θα μας απασχολήσει είναι της σεμνότητας. Όταν νηστεύουμε, λέει ο Χριστός, μη φροντίζετε να σας βλέπει ο κόσμος ατημέλητους, αχτένιστους, απεριποίητους, για να σας εκτιμά που νηστεύετε, διότι έτσι παίρνετε ήδη την αμοιβή σας, τον θαυμασμό και την αναγνώριση των ανθρώπων. Περισσότερο πρέπει να σας ενδιαφέρει να γνωρίζει ο Θεός ότι τηρείτε τις εντολές Του. Ας θυμηθούμε τους Φαρισαίους, όπως μας τους παρουσιάζει η Γραφή, να επιδεικνύουν την θρησκευτικότητά τους προσευχόμενοι ενώπιον όλων, δίνοντας ελεημοσύνη μόνο όταν τους έβλεπε ο κόσμος, διατυμπανίζοντας ότι τηρούν τις νηστείες και όλους τους τύπους του Μωσαϊκού Νόμου. Αυτούς καυτηρίασε αποκαλών αυτούς υποκριτές. Κάθε τι που γίνεται με σκοπό την επίδειξη με την υστεροβουλία να προκαλέσει τον σεβασμό και στον εαυτό μας και τους άλλους. Ο προορισμός μας είναι η τελειοποίση της ψυχής μας και τίποτε δεν πρέπει να μας απομακρύνει απ’ αυτόν τον σκοπό, διότι «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών». Αν μας απορροφήσει ένα άλλο πάθος, μια άλλη λατρεία, δεν θα μπορούμε να καλλιεργούμε την αγάπη για όλους τους γύρω μας και είπαμε πως το θεμέλιο κάθε καλού είναι η αγάπη προς όλους τους συνανθρώπους μας. Απώτερος σκοπός, ή επιδίωξή μας, ας είναι να μένουμε κοντά στον Θεό. Τότε τίποτα δεν θα είναι ικανό να μας αποσπάσει από τον δρόμο που οδηγεί σε Αυτόν. Αυτός, λοιπόν, ο θησαυρός μας, σ’ Αυτόν και η καρδιά μας!
Σκέψη: Παροιμίες ε΄25: Μετά πάσης φυλάξεως, φύλαττε την καρδιά σου` διότι εκ ταύτης προέρχονται οι εκβάσεις της ζωής.

Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ
«Όταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε
ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί»

ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση. Χωρίς, δηλαδή, την προσπάθεια εκείνη που αναλαμβάνουμε οι πιστοί, εμπνεόμενοι από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ν’ απαλλαγούμε από τον ζυγό της αμαρτίας. Ν’ αποτινάξουμε την κυριαρχία των παθών. Να ακολουθήσουμε με αυταπάρνηση το θέλημα του Κυρίου. Να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού ως ζωντανά μέλη του σώματος Του, που είναι η Εκκλησία. Στην ασκητική αυτή προσπάθεια ιδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει και η νηστεία.
Δυστυχώς η αποκοπή πολλών σημερινών χριστιανών από τις εκκλησιαστικές τους ρίζες, η αλλοίωση του φρονήματος και η εκκοσμίκευση του τρόπου ζωής τους κάνουν να υποτιμούν ή ακόμη και να αρνούνται το θεσμό της νηστείας. Αλλά και όσοι από τους χριστιανούς τηρούν τη νηστεία ως ένα βαθμό, συχνά το κάνουν εντελώς συμβατικά. Χωρίς να συναισθάνονται την πνευματική σημασία που έχει και το σκοπό προς τον οποίο αποβλέπει. Έτσι η τήρηση της νηστείας εκπίπτει σε μια τυπική πράξη που δεν ανταποκρίνεται στο βαθύτερο περιεχόμενο της, αυτό που της προσέδωσε η πίστη και η εμπειρία της Εκκλησίας.
Ένα από τα θέματα στα οποία αναφέρεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι και η νηστεία. Η περικοπή ανήκει στη λεγόμενη επί του Όρους ομιλία του Κυρίου. Ο Ιησούς με τα όσα διδάσκει μας καθορίζει τον θεάρεστο και όχι υποκριτικό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να νηστεύουμε. Έτσι η νηστεία μας προφυλάσσεται από τον κίνδυνο να εκπέσει σε ένα φαρισαϊκό τύπο και ως πράξη θυσίας και έκφραση μετάνοιας γίνεται δεκτή από τον Θεό.

Η αρχαιότητα της νηστείας

Η ΝΗΣΤΕΙΑ δεν είναι εφεύρημα των ανθρώπων, αλλά σαφής διδασκαλία που πηγάζει από την Αγία Γραφή. Και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ο Μ. Βασίλειος εξαίροντας την αρχαιότητα της νηστείας διδάσκει ότι αυτή νομοθετήθηκε στον ίδιο τον παράδεισο με την απαγορευτική εντολή που είχε δώσει ο Θεός στους πρωτοπλάστους να μη φάνε «από του ξύλου του γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν» (Γεν. 2, 17). Γράφει ο ιερός διδάσκαλος: «Συνηλικιώτις εστι της ανθρωπότητος. Νηστεία εν τω παραδείσω ενομοθετήθη». Η Παλαιά Διαθήκη είναι διάσπαρτη από αναφορές στη νηστεία, στην οποία υποβάλλονταν οι ευσεβείς Ισραηλίτες. Ιδιαίτερα δε οι Προφήτες υπογραμμίζουν με έμφαση το αληθινό νόημα της νηστείας, τη νηστεία που αποδέχεται ο Θεός και η οποία έχει τη δύναμη να εξαλείφει τις αμαρτίες (Ησαΐας 1, 13-17 & 58, 6-11).
Στη νηστεία αναφέρεται και ο Κύριος μας. Τονίζει την αξία της. Απορρίπτει την υποκριτική άσκηση της. Υποδεικνύει τον ορθό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να νηστεύουμε. Και τα όσα δίδαξε με το λόγο Του τα επισφράγισε και με το παράδειγμα Του, «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα» (Ματθ. 4, 2), προτού αρχίσει το δημόσιο έργο Του.
Με βάση τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής η Εκκλησία μας όρισε για τους χριστιανούς της ημέρες και περιόδους νηστείας και προσδιόρισε το σκοπό που αποβλέπει και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ασκείται. Αλάθητο κριτήριο που οδήγησε την Εκκλησία στις αποφάσεις της ήταν η διδασκαλία περί νηστείας του αρχηγού της πίστεως μας Ιησού Χριστού. Και άξονας γύρω από τον οποίο διαμορφώθηκαν οι εκκλησιαστικές νηστείες υπήρξαν οι κορυφαίοι σταθμοί της επί γης ζωής του Κυρίου μας. Η νηστεία μας πλέον αποβλέπει στην ωφέλεια της ψυχής. Γίνεται για την αγάπη του Χριστού και όχι για να προκαλέσει τον θαυμασμό και τον έπαινο των ανθρώπων. Και την χαρακτηρίζει όχι η κατήφεια αλλά η ιλαρότητα και η χαρά.

Τι επιδιώκουμε με τη νηστεία

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ σκοπός της νηστείας είναι η κάθαρση και ο εξαγιασμός μας, της ψυχής μας και του σώματος μας. Ενώ η γαστριμαργία εξάπτει το σαρκικό φρόνημα και διεγείρει τις ορμές, η νηστεία, αντίθετα, μαραίνει τις σαρκικές επιθυμίες και καταπολεμά τα διάφορα πάθη της ψυχής. Γι’ αυτό και οι θεοφόροι Πατέρες μας την ονομάζουν «παθοκτόνο» και «φάρμακον παθών καθαρτήριον».
Η νηστεία διακρίνεται σε σωματική και πνευματική. Η σωματική νηστεία συνίσταται στην αποχή από ορισμένες τροφές και στη λήψη άλλων, των λεγόμενων νηστήσιμων. Με την αποφυγή αυτών των τροφών και τη λιτή διατροφή αποβλέπουμε στην περιστολή των ορμών και στην εκρίζωση των σαρκικών επιθυμιών. Είναι αυτό που ο απόστολος Παύλος ονομάζει «νέκρωση» και «σταύρωση» του σαρκικού φρονήματος και των εμπαθών επιθυμιών (Κολ. 3, 5 – Γαλ.5, 24).
Η πνευματική νηστεία είναι η νηστεία της ψυχής, του έσω ανθρώπου. Συνίσταται στην «αλλοτρίωση των κακών» και αποτελεί την «αληθινή νηστεία», τη νηστεία που είναι ευάρεστη στο Θεό. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Μη μέντοι εν τη αποχή μόνη των βρωμάτων το εκ της νηστείας αγαθόν ορίζου. Νηστεία γαρ αληθής η των κακών αλλοτρίωσις». Και «αλλοτρίωση των κακών» σημαίνει αποφυγή της αμαρτίας σε όλες τις εκφράσεις της: εφάμαρτες πράξεις, κακοί λόγοι, εμπαθείς επιθυμίες, ακάθαρτοι λογισμοί! Έτσι η νηστεία γίνεται έργο του όλου ανθρώπου, κοινό αγώνισμα της ψυχής και του σώματος του.

Η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής

Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ, μεγαλύτερη και αυστηρότερη εκκλησιαστική νηστεία είναι αυτή της Μ. Τεσσαρακοστής που αρχίζει από αύριο. Που αποσκοπεί; Να μας προετοιμάσει πνευματικά για τη συμμετοχή μας στην εορτή του Πάσχα: να προσκυνήσουμε αξίως το σταυρό του Κυρίου και να γίνουμε κοινωνοί της αναστάσιμης χαράς Του.
Η φιληδονία που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία της εποχής μας δεν επιτρέπει να αισθανθούμε την πνευματική σημασία που έχει η εγκράτεια. Και η καταναλωτική μανία από την οποία κυριαρχούμαστε οι σύγχρονοι άνθρωποι – χριστιανοί κατά τα άλλα στο όνομα! -, μας κάνει να βλέπουμε τη νηστεία σαν ξεπερασμένη υπόθεση. Να την αντιμετωπίζουμε ακόμη και στις συζητήσεις μας με συγκατάβαση και περισσή ειρωνεία. Αυτό που μετρά για τους πολλούς είναι η έξοδος του τριημέρου, η μέθη της ταχύτητας, το αλόγιστο φαγοπότι, το αποκριάτικο ξεφάντωμα! Όλα αυτά εκφράζουν την εσωτερική μας γυμνότητα και αποδεικνύουν την τραγική αποχριστιάνιση της νοοτροπίας και της καθημερινής συμπεριφοράς μας.
Για την Εκκλησία του Χριστού όμως η σημερινή ημέρα αποτελεί την αφετηρία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αναγγέλλει την έναρξη μιας ιερής περιόδου με κύρια χαρακτηριστικά την άσκηση, τη μετάνοια και την προσευχή. Σηματοδοτεί την απαρχή της ευλογημένης νηστείας. «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται!»! Και «οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα».
Ευλογημένοι όσοι θα θελήσουν να εισέλθουν στον πνευματικό αυτό στίβο! Ευλογημένοι όσοι θα αναλάβουν, με τη δύναμη του Χριστού μας, τον καλό αγώνα της νηστείας. Ευλογημένοι όσοι θα νηστέψουν «σωματικώς» και «πνευματικώς». Αυτοί θα γευτούν τη λυτρωτική χαρά του Σταυρού. Σ’ αυτούς ανήκει το πλήρωμα της αναστάσιμης χαράς.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010



ΑΝ ΔΕΝ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ …


Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος (958-1036 μ. Χ. κατά τον καθηγητή Π. Κ. Χρήστου) γράφει κάπου ότι «αν δεν δεις τον Θεό σ’ αυτή τη ζωή δεν πρόκειται να τον δεις ούτε και στην άλλη». Είναι φοβερά τα λόγια του Συμεών και πρέπει όλους μας να μας εμβάλλουν σε σκέψεις.
Πράγματι στην αγία Γραφή βλέπουμε όλοι οι άνθρωποι του Θεού να βλέπουν το Θεό· ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Μωυσής, ο προφήτης Ηλίας, ο Ησαΐας, οι απόστολοι στη Μεταμόρφωση του Χριστού και άλλοι πολλοί. Βέβαια πρέπει να προσέξουμε ότι η θεοπτία αυτή δεν μας εγγυάται ότι θα είμαστε αχώριστα δεμένοι με τον Χριστό ούτε ότι θα μας προξενεί αγαλλίαση και ευφροσύνη. Ο Αδάμ και η Εύα βλέπανε το Θεό και συζητούσαν μαζί του, πλην όμως λόγω της παρακοής χάσανε τον σύνδεσμο με το Θεό και η παρουσία του Θεού, αντί να τους χαροποιεί, τους προξενούσε φόβο και ενοχή. Ο δε Παύλος όταν είδε το Θεό, ενώ βάδιζε προς την Δαμασκό για να συλλάβει χριστιανούς, επειδή ήταν διώκτης της Εκκλησίας τυφλώθηκε και χρειάσθηκε ο Ανανίας να βάλει τα χέρια του επάνω του για να θεραπευθεί.
Η θεοπτία αυτή που έχουν οι άγιοι γίνεται συνήθως με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. Προκαλεί δέος, έκπληξη, συγκλονίζει και εντυπωσιάζει. Ας θυμηθούμε την εμφάνιση του Θεού στο Σινά με βροντές, αστραπές, σαλπίσματα, γνόφο και καπνό· ή την εμφάνιση του Θεού στον Ησαΐα πάνω σε θρόνο δόξης και δορυφορούμενο από τα κατάπληκτα και κρύβοντα τους οφθαλμούς τους Σεραφίμ, διότι αν και άγγελοι δεν άντεχαν ν’ ατενίζουν τη θεία δόξα· ή την ήρεμη αλλά απαστράπτουσα από ακτινοβολία και λάμψη του Χριστού στο Θαβώρ.
Πάντως από τη στιγμή που ενσαρκώθηκε ο Χριστός μας έχουμε εμφανίσεις του ως Θεανθρώπου, που είναι ταπεινές και απαρατήρητες από τους πολλούς. Ας θυμηθούμε την εμφάνιση του στους βοσκούς, στους μάγους, στον Συμεών το Θεοδόχο. Ας θυμηθούμε την εμφάνιση του πάνω στον σταυρό, που όλοι τον βλασφημούσανε, τον κοροϊδεύανε και τον περιγελούσανε χωρίς να αντιλαμβάνονται ούτε καν να υποψιάζονται ποιος είναι· κι όμως ο εκ δεξιών του ληστής, όταν είδε την άνευ προηγουμένου αγάπη και συγχωρητικότητά του, που κραύγασε «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λκ. 23,34) και που δέχθηκε αδιαμαρτύρητα την άδικη σταύρωση του, ενώ ήταν εντελώς αθώος, αντελήφθη ότι μόνο ο Θεός μπορούσε να φερθεί έτσι και κραύγασε γεμάτος πίστη, αγάπη και θαυμασμό «μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου. Τον ομολόγησε ως Θεό τη στιγμή που πάντες τον απέρριπταν και οι μαθητές του -εκτός του Ιωάννου του Θεολόγου- τον είχαν εγκαταλείψει. Ας θυμηθούμε την Χαναναία, τον εκατόνταρχο με τον άρρωστο υπηρέτη, την αιμορροούσα, τον τυφλό της Ιεριχώ, τον τυφλό εκ γενετής και τόσους άλλους που αντιλαμβάνονται τον αφανή και ταπεινό και περιφρονημένο από την άρχουσα θρησκευτική και πολιτική τάξη Θεάνθρωπο.
Για ένα εντελώς ιδιαίτερο είδος θεοπτίας μας μιλά η περικοπή της κρίσεως (Ματθ.25,31-46).
Όταν βλέπεις πεινασμένο και διψασμένο ουσιαστικά βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Εν αντιθέσει με τους ειδωλολάτρες προγόνους μας που φανταζόταν τους θεούς να γλεντάνε στο Όλυμπο έχοντας τα πάντα, η Καινή διαθήκη μας παρουσιάζει ένα Θεό πεινασμένο και διψασμένο· ένα Θεό ενδεή και έχοντα ανάγκη της βοηθείας του ανθρώπου! Ένα Θεό που κρύβεται πίσω από κάθε ενδεή και αδύνατο. Πόση η κένωσή σου Κύριε και Θεέ μας! Πόσο κρύβεις την δόξα σου και παρουσιάζεσαι με ευτέλεια και ταπείνωση! Με πόση αγάπη και ενδιαφέρον πρέπει να αντιμετωπίζουμε αυτούς τους ενδεείς αδελφούς μας.
Όταν βλέπεις ξένο και μοναχικό και εγκαταλειμμένο άνθρωπο βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Σήμερα έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η θεοπτία, διότι εμείς οι Ευρωπαίοι έχουμε το πλήθος των οικονομικών μεταναστών. Επίσημα ή λαθραία κατακλύζουν την Ευρώπη η οποία μαστίζεται από την υπογεννητικότητα, την βιολογική γήρανση και την ψυχική εξαχρείωση. Οι μετανάστες αυτοί πολλές φορές μας δημιουργούν προβλήματα ή είναι αθλίου χαρακτήρος. Πρέπει όμως ν’ αναγνωρίσουμε ότι χρόνια η Ευρώπη στράγγιζε την Ασία και την Αφρική χωρίς να δίδει τ’ ανάλογα ανταλλάγματα. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικόλα Σαρκοζί ομολογεί ότι αν δεν αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα του τρίτου κόσμου τότε θα έχουμε τεράστιο πρόβλημα στην Ευρώπη. «Δεν έχουμε την δυνατότητα να παραμείνουμε μια σταθερή ήπειρος, αν δεν έχουμε τη σοφία να βοηθήσουμε στη μαζική και επείγουσα ανάπτυξη της Αφρικής». Φυσικά και των χωρών της Ασίας.
Αυτά από υλικής πλευράς. Θα πρέπει όμως η Εκκλησία να ενδιαφερθεί και για την πνευματική στήριξη των ανθρώπων αυτών. Είναι παράλογο και ανόητο να στέλνουμε ιεραποστόλους στην Αφρική και την Ασία και να αδιαφορούμε για την ιεραποστολή στους οικονομικούς μετανάστες. Είναι οι ζωντανές εικόνες του Θεανθρώπου και η ζωντανή παρουσία του ανάμεσά μας.
Όταν βλέπεις γυμνό -υλικά αλλά και πνευματικά- βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Το ίδιο όταν βλέπεις κάποιο γυμνό από υγεία.
Και το αποκορύφωμα· όταν βλέπεις ένα φυλακισμένο βλέπεις τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Πολύ περίεργο και παράξενο αυτό. Να βλέπεις τον Θεάνθρωπο στον πεινασμένο και διψασμένο, στον ξένο και τον γυμνό ή και τον ασθενή είναι κατανοητό. Αλλά και στον φυλακισμένο; Στην φυλακή δεν πάνε άγγελοι –εκτός περιπτώσεων αθώων που καταδικάστηκαν εσκεμμένα ή και άδικα- αλλά τα περιτρίμματα της κοινωνίας. Κι όμως «εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου, ει και στίγματα φέρω πταισμάτων»· ψάλλουμε στον νεκρώσιμο κανόνα.
* * *
Αδελφοί, αν δεν έχουμε την ευλογία να δούμε τον Θεό εν δόξει και μεγαλοπρεπεία, εν τούτοις, όλοι μας έχουμε τη δυνατότητα να τον δούμε εν ενδεία, ασθενεία και εξουθενώσει ή ακόμη και εν ατιμώσει. Ας δράξουμε τις ευκαιρίες διότι ο Συμεών ο νέος Θεολόγος το ξεκαθαρίζει· «αν δεν δεις τον Θεό σ’ αυτή τη ζωή δεν πρόκειται να τον δεις ούτε και στην άλλη».

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Φεβρουαρίου.
Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, η παραβολή της Μελλούσης Κρίσεως.


Ματθαίος κεφάλαιο, κε΄ στίχοι, 31-46




Κείμενο:
Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ' ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· 35 ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· 42 ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Mετάφραση:
Είπε ο Κύριος: «Όταν θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου με όλη του τη μεγαλοπρέπεια και θα τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοι, θα καθίσει στο βασιλικό θρόνο του. Τότε θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια. Τα πρόβατα θα τα τοποθετήσει στα δεξιά του και τα κατσίκια στ΄ αριστερά του. Θα πει τότε ο βασιλιάς σ΄ αυτούς που βρίσκονται δεξιά του: «ελάτε, οι ευλογημένοι απ΄ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί απ΄ την αρχή του κόσμου. Γιατί, πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ΄ επισκεφθήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε». Τότε θα του απαντήσουν οι άνθρωποι του Θεού: «Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιείς; Πότε σε είδαμε ξένον και σε περιμαζέψαμε ή γυμνόν και σε ντύσαμε; Πότε σε είδαμε άρρωστον ή φυλακισμένον κι ήλθαμε να σε επισκεφθούμε;» Τότε θα τους απαντήσει ο βασιλιάς: «σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδερφούς μου, τα κάνατε για μένα». Ύστερα θα πει και σ΄ αυτούς που βρίσκονται αριστερά του: «φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι· πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του. Γιατί, πείνασα και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα και δε μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και δε με περιμαζέψατε, γυμνός και δε με ντύσατε, άρρωστος και φυλακισμένος και δεν ήρθατε να με δείτε». Τότε θα του απαντήσουν κι αυτοί: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον ή διψασμένον ή ξένον ή γυμνόν ή άρρωστον ή φυλακισμένον και δε σε υπηρετήσαμε;» Και θα τους απαντήσει: «σας βεβαιώνω πως αφού δεν κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους άσημους αδερφούς μου, δεν τα κάνατε ούτε για μένα». Αυτοί λοιπόν θα πάνε στην αιώνια τιμωρία, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή».

Σχόλια:

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

«’Οταν έλθη ο υιός του ανθρώπου
εν τη δόξη αυτού...»

ΕΡΩΤΗΜΑ κεφαλαιώδους σημασίας: Ή είναι αλήθεια το Ευαγγέλιο ή δεν είναι. Ή είναι ο λόγος του Θεού που δίνει απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα μας – ποιοί είμαστε, από που προερχόμαστε, για που κατευθυνόμαστε – ή δεν είναι, οπότε μένουμε στο σκοτάδι και την αβεβαιότητα. Ή δεχόμαστε ολόκληρο το Ευαγγέλιο – όλη την αλήθεια του Χριστού – ή το αρνούμαστε και το απορρίπτουμε. Στο χώρο της χριστιανικής πίστεως το «διαλέγουμε και παίρνουμε» δεν έχει θέση. Το «άλλα δέχομαι και άλλα απορρίπτω» συνιστά βαριά πλάνη. Το «με όσα συμφωνώ, τ’ ακολουθώ, με όσα διαφωνώ τα αγνοώ» αποτελεί φρικτή αίρεση. Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί τελικά στην ανατροπή ολόκληρου του Ευαγγελίου.
Το παραπάνω ερώτημα δεν αποτελεί ρητορικό σχήμα, αλλά πρόβλημα που το αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί χριστιανοί που υιοθετούν μια τέτοια στάση. Δέχονται και θαυμάζουν το Ευαγγέλιο για τη διδασκαλία του που αφορά την επίγεια ζωή μας και απορρίπτουν την εσχατολογική διδασκαλία του. Ισχυρίζονται πως είναι χριστιανοί. Όμως στην ουσία είναι υλιστές, αφού πιστεύουν πως όλα σταματούν στην ταφόπετρα του νεκροταφείου. Ακούνε για ουράνια Βασιλεία και μεταθανάτια ζωή; Αποφαίνονται ειρωνικά: «Παραμύθια!». Γίνεται λόγος για κόλαση και παράδεισο; Χαμογελούν με συγκατάβαση και απαντούν: «Εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος. Πέθανες ; Ξόφλησες!».
Τι, σε όλα αυτά, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε; Απάντηση μας δίνει ο ίδιος ο Κύριος. Το σημερινό ευαγγέλιο της κρίσεως.

Η δίψα του ανθρώπου για δικαιοσύνη

Ο ΚΥΡΙΟΣ αναφέρεται στα έσχατα. Στα τέλη του κόσμου και της ιστορίας. Στη μεγάλη και επιφανή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του πάνω στο πρόσωπο της γης. Ο Χριστός ήρθε την πρώτη φορά απλά και ταπεινά. Ήρθε για να μας αποκαλύψει την αλήθεια του Θεού και να απολυτρώσει το γένος μας με τη σταυρική Του θυσία. Όμως θα έλθει και πάλι, για δεύτερη φορά. Και τη φορά αυτή «εν δόξη», ως δίκαιος κριτής για να αποδώσει δικαιοσύνη και ν’ αποκαταστήσει την ηθική τάξη. Για να ανταμείψει τους πιστούς τηρητές των εντολών Του και να κατακρίνει εκείνους που τις περιφρόνησαν κι έζησαν αμετανόητα μακριά από το άγιο θέλημα Του.
Ο Κύριος, λοιπόν, θα έλθει και πάλι ως κριτής όλων μας, διότι είναι δίψα κι απαίτηση της ανθρώπινης ψυχής. Η ψυχή του ανθρώπου είναι ζυμωμένη με το αίσθημα της δικαιοσύνης. Ποθεί να βασιλεύει η δικαιοσύνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Ανάμεσα στους ανθρώπους. Μεταξύ των λαών.
Ο πόθος αυτός γίνεται εντονότερος, όσο βλέπουμε να μην υπάρχει γύρω μας δικαιοσύνη. Και δεν υπάρχει, διότι πολλοί από τους ανθρώπους δεν θέλουν να αποδώσουν δικαιοσύνη. Διότι πολλοί – άτομα και έθνη – καταπατούν ενενδοίαστα το δίκαιο, καταπιέζουν τους αδυνάτους και σφετερίζονται τα δικαιώματα των φτωχών και των μικρών λαών. Έτσι ο αδικούμενος στρέφεται προς τον Θεό και με σπαραγμό ψυχής ερωτά: «Έως πότε ο Δεσπότης ο άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκ. 6, 10).

Αίτημα και της δικαιοσύνης του Θεού

Η ΗΜΕΡΑ της κρίσεως θα έλθει όχι μόνο διότι το ποθεί η ανθρώπινη ψυχή, αλλά διότι το ζητά και η δικαιοσύνη του Θεού. Μας το αποκαλύπτει ο Κύριος στο σημερινό ευαγγέλιο κατά τρόπο συγκλονιστικό, που δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Στην ένδοξη παρουσία Του όμως ο Χριστός αναφέρθηκε και άλλες φορές. Άλλοτε με παραβολές και άλλοτε ανοιχτά. Ας θυμηθούμε τα όσα σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης και τα οποία ακούμε στην ευαγγελική περικοπή της νεκρώσιμης Ακολουθίας: «Έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού, και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5, 28-29).
Ο Θεός είναι ο αιώνιος και υπέρτατος Νομοθέτης. Είναι ο φύλακας και ο επόπτης της ηθικής τάξεως μέσα στον κόσμο. Κάποτε, λοιπόν, θα ζητήσει λόγο για το πως ζήσαμε. Θα μας κρίνει για τα όσα πράξαμε είτε αγαθά είτε κακά. Διδάσκει ο απόστολος Παύλος: «Πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκαστος τα δια του σώματος προς ά έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν» (Β’ Κορ. 5, 10).
Ο φυσικός θάνατος δεν είναι το τέλος του ανθρώπου. Είναι το τέρμα της επίγειας ζωής και της πνευματικής τελειώσεως, μετά από το οποίο είναι λογικό και δίκαιο να επακολουθήσει, όπως για όλους τους αγώνες, η κρίση και η αμοιβή. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9, 27). Στη μέλλουσα κρίση με μεγαλειώδη τρόπο αναφέρεται και ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη του. «Και έδωκεν η θάλασσα τους νεκρούς τους εν αυτή και ο θάνατος και ο Άδης έδωκαν τους νεκρούς τους εν αυτή, και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών» (Αποκ. 20, 13).

Διακηρυγμένη πίστη της Εκκλησίας

Ο ΘΕΟΣ, ΛΟΙΠΟΝ, «έστησεν ημέραν, εν ή μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη» (Πραξ. 17, 31). Πάνω στην ολοφάνερη αυτή διδασκαλία της Αγίας Γραφής στήριξε την πίστη και το κήρυγμα της η Εκκλησία. Όλοι οι χριστιανοί πιστεύουμε και ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως μας ότι ο Κύριος θα έλθει εκ νέου με δόξα θεϊκή για να κρίνει ζώντας και νεκρούς: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Όλοι προσδοκούμε ότι μια μέρα θα αναστηθούμε. Το τελευταίο άρθρο του ιερού Συμβόλου διδάσκει: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Δεν υπάρχουν ως εκ τούτου περιθώρια να αμφιβάλλει κανείς ή να αρνηθεί την ένδοξη παρουσία του Κυρίου και τη γενική κρίση που θα ακολουθήσει. Για κείνους που αρνούνται τη θεμελιώδη αυτή διδασκαλία της πίστεως ο άγιος Πολύκαρπος γράφει: «Ός αν μεθοδεύη τα λόγια του Κυρίου προς τας ιδίας επιθυμίας και λέγη μήτε ανάστασιν μήτε κρίσιν, ούτος πρωτότοκος εστί του σατανά».

Το χρέος των πιστών

Ο ΥΙΟΣ του ανθρώπου, λοιπόν, θα έλθει οπωσδήποτε «εν τη δόξη αυτού» για να κρίνει τον κόσμο. Ποιό άραγε είναι το δικό μας χρέος ως χριστιανών απέναντι στη θεμελιώδη αυτή αλήθεια του Ευαγγελίου;
Πρώτον, η ακλόνητη πίστη και η σταθερή ελπίδα. Αν είναι το ευαγγέλιο η σώζουσα αλήθεια του Θεού, αλήθεια είναι ολόκληρο. Κάθε διδασκαλία του. Επομένως και τα όσα διδάσκει για το τέλος του κόσμου, την ένδοξη παρουσία του Χριστού μας, τη γενική κρίση και τη δικαιοσύνη του Θεού που θα λάμψει και θα επιβληθεί. Οφείλουμε, λοιπόν, να πιστεύουμε ακλόνητα και να ελπίζουμε σταθερά ότι η μέρα εκείνη θα έλθει.
Δεύτερον, η μετάνοια και η ετοιμασία. Η φοβερή εκείνη μέρα πρέπει να μας βρει έτοιμους. Ο Κύριος θα εμφανιστεί αιφνίδια. Θα έλθει απροειδοποίητα. Γι’ αυτό οφείλουμε να ζούμε εν μετανοία και να είμαστε πάντοτε έτοιμοι. «Γρηγορείτε – μας λέγει ο Κύριος -, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. 24, 42). Βασική υποχρέωση μας η τήρηση του νόμου της αγάπης στα πρόσωπα των ελαχίστων αδελφών του Κυρίου.
Είθε η ώρα εκείνη να μας βρει έτοιμους. Και να ακούσουμε όλοι από τα χείλη του Κυρίου τον χαρμόσυνο λόγο: «Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου».

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ.


Υμνολογική εκλογή.


ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΕΣΠΕΡΑΣ.


Δοξαστικόν της λιτής, ιδιόμελον

Ήχος βαρύς


Τας του Κυρίου γνόντες εντολάς ούτω πολιτευθώμεν. πεινώντας διαθρέψωμεν, διψώντας ποτίσωμεν, γυμνούς περιβαλώμεθα, ξένους συνεισαγάγωμεν, ασθενούντας και τους εν φυλακή επισκεψώμεθα, ίνα είπη και πρός ημάς, ο μέλλων κρίναι πάσαν την γήν” Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε, την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν.


Γνωρίζοντας τις εντολές του Κυρίου, σύμφωνα με αυτές ας ζήσουμε στη γη” ας θρέψουμε τους πεινασμένοι, ας δώσουμε νερό στους διψασμένους, ας ντύσουμε τους γυμνούς, ας φιλοξενήσουμε τους ξένους, ας επισκεφθούμε τους ασθενείς και τους φυλακισμένους, για να πεί και σε μας Αυτός που πρόκειται να κρίνει όλη την γη: Ορίστε, ελάτε σεις, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, να κληρονομήσετε την Βασιλεία που είναι ετοιμασμένοι για σας.


Δοξαστικόν των αποστίχων, ήχος πλ. δ’.


Οίμοι μέλαινα ψυχή! έως πότε των κακών ουκ εκκόπτεις; Έως πότε τη ραθυμία κατάκεισαι; τί ουκ ενθυμή την φοβεράν ώραν του θανάτου; τί ου τρέμεις όλη το φρικτόν Βήμα του Σωτήρος; άρα τί απολογήση, ή τί αποκριθήση; Τα έργα σου παρίστανται προς έλεγχόν σου, αι πράξεις σου ελέγχουσι κατηγορούσαι. Λοιπόν ώ ψυχή, ο χρόνος εφέστηκε, δράμε, πρόφθασον, πίστει βόησον. Ήμαρτον Κύριε, ήμαρτόν σοι, αλλ’ οίδα φιλάνθρωπε το εύσπλαγχνόν Σου” ο ποιμήν ο καλός, μή χωρίσης με, της εκ δεξιών σου παραστάσεως, διά το μέγα Σου έλεος.


Αλλοίμονό σου κατάμαυρη ψυχή! Εως πότε δεν αποφασίζεις να κόψεις τα κακά σου? Εως πότε θα βρίσκεσαι ξαπλωμένη από την τεμπελιά σου? Γιατί δεν ενθυμείσαι την φοβερή ημέρα του θανάτου? Γιατί δεν τρέμις ολόκληρη απ’ το φρικτό βήμα του Σωτήρος? Αραγε τι θα απολογηθείς ή τι θα αποκριθείς? Τα έργα σου είναι μπροστά σου για να σε ελέγξουν, οι πράξεις σου στέκονται και σε κατηγορούν. Λοιπόν, ψυχή, ο χρόνος έφθασε, τρέξε, φθάσε γρήγορα πριν το τέλος και φώναξε δυνατά με πίστη: Αμάρτησα, αμάρτησα, αλλά γνωρίζω, Κύριε και την ευσπλαγχνία Σου, φιλάνθρωπε, μη με χωρίσεις καλέ ποιμένα από τα δεξιά Σου χάρη στο μέγα Σου έλεος.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010


Η Υπαπαντή του Κυρίου.


Σαράντα μέρες μετά τα Χριστούγεννα, οι ενορίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιορτάζουν την Υπαπαντή του Κυρίου. Όμως επειδή συνήθως η γιορτή πέφτει σε εργάσιμη μέρα, έχει σχεδόν μισοξεχαστεί. Παρ’ όλα αυτά έρχεται όταν η Εκκλησία ολοκληρώνει «το χρόνο των Χριστουγέννων», αποκαλύπτοντας και συγκεφαλαιώνοντας το νόημα των Χριστουγέννων σ’ ένα ρεύμα καθαρής και βαθιάς χαράς. Η εορτή αναφέρεται σ’ ένα γεγονός που καταγράφεται στο ευαγγέλιο του αποστόλου Λουκά. Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού στη Βηθλεέμ, ο Ιωσήφ και η Μαρία, ακολουθώντας τη θρησκευτική συνήθεια της εποχής, «ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου…» (Λουκ. Β΄ 22-23). Πόσο εκπληκτική και όμορφη είναι η εικόνα, ο πρεσβύτερος να κρατά στην αγκαλιά του το βρέφος, και πόσο παράξενα τα λόγια του: «ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου…». Συλλογισμένοι αυτά τα λόγια, αρχίζουμε να εκτιμούμε το βάθος αυτού του γεγονότος και τη σχέση που έχει με μας, με μένα, με την πίστη μας. Υπάρχει στον κόσμο κάτι πιο χαρούμενο από μια συνάντηση, μια «υπαπαντή» με κάποιον που αγαπάς; Είναι αλήθεια πως το να ζεις σημαίνει να περιμένεις, να αποβλέπεις σε μια συνάντηση. Δεν είναι άραγε η υπερβολική και όμορφη προσδοκία του Συμεών το σύμβολό της; Δεν είναι η πολύχρονη ζωή του σύμβολο της προσδοκίας, αυτός ο «πρεσβύτης» που περνά ολόκληρη τη ζωή του περιμένοντας το φως που φωτίζει τους πάντες και τη χαρά που πληρώνει τα πάντα; Πόσο δε απροσδόκητο, πόσο άρρητα όμορφο είναι το ότι το πολυαναμενόμενο φως και η χαρά έρχεται στον πρεσβύτη Συμεών με ένα παιδί! Φανταστείτε τα τρεμάμενα χέρια του γέροντα Συμεών καθώς παίρνει στην αγκαλιά του το σαρανταήμερο βρέφος τόσο τρυφερά και προσεκτικά, ατενίζοντας το μικρό πλάσμα, και πλημμυρίζοντας από δοξολογία: «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ∙ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».Ο Συμεών περίμενε. Περίμενε σε ολόκληρη τη ζωή του, και είναι βέβαιο πως στοχαζόταν, προσευχόταν και βάθαινε καθώς περίμενε έτσι, ώστε στο τέλος ολόκληρη η ζωή του να είναι μια συνεχής «παραμονή» της χαρούμενης συνάντησης.Δεν είναι καιρός να αναρωτηθούμε τι περιμένουμε; Τι επιμένει η καρδιά μας να μας υπενθυμίζει συνεχώς; Μεταμορφώνεται βαθμιαία η ζωή μας σε μια αναμονή, καθώς περιμένουμε να συναντηθούμε με τα ουσιώδη; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει η Υπαπαντή. Εδώ, σ’ αυτή τη γιορτή η ζωή του ανθρώπου αποκαλύπτεται ως ανυπέρβλητη ομορφιά μιας ώριμης ψυχής, που έχει απελευθερωθεί, βαθύνει και καθαριστεί από καθετί το μικρόψυχο, το ανόητο και τυχαίο. Ακόμη και τα γηρατειά και ο θάνατος, η γήινη μοίρα που όλοι μας μοιραζόμαστε, παρουσιάζονται εδώ τόσο απλά και πειστικά ως ανάπτυξη και άνοδος προς εκείνη τη στιγμή, όταν με όλη μου την καρδιά, στην πληρότητα της ευχαριστίας, θα πω: «νυν απολύεις». Είδα το φως να διαπερνά τον κόσμο. Είδα το «Παιδίον», που φέρνει στον κόσμο τόση θεϊκή αγάπη, και που παραδίδεται σε μένα. Τίποτε δεν προκαλεί φόβο, τίποτε δεν είναι άγνωστο, όλα τώρα είναι ειρήνη, ευχαριστία, αγάπη.Αυτά φέρνει η Υπαπαντή του Κυρίου. Εορτάζει τη συνάντηση της ψυχής με την Αγάπη, τη συνάντηση μ’ Αυτόν που μας έδωσε τη ζωή, και που μου έδωσε το κουράγιο να τη μεταμορφώσω σε αναμονή.

(π. Αλεξάνδρου Σμέμαν,«Εορτολόγιο» σελ. 85-88).