Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009


«ΝΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ ΕΚΚΕΧΥΤΑΙ»


Κείμενο: ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος - Καθηγητής


Η μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής, την οποία η Εκκλησία μας εορτάζει και πανηγυρίζει λαμπρά, φέρνει στη σκέψη όλων ημών των πιστών το τρίτο Πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας, το Πνεύμα το Άγιο, τον Παράκλητο κι' αυτό διότι, το Θείο Αυτό Πρόσωπο είναι ο πρωτοστάτης αυτής της εορτής. Η κάθοδός Του στον κόσμο την ευλογημένη εκείνη ημέρα της Πεντηκοστής, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ (Πράξ.2:1) σήμανε μια νέα εποχή για την πορεία του κόσμου και την ιστορία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Για τον πολύ κόσμο και δυστυχώς και για πολλούς πιστούς ο Κύριος και Θεός μας Άγιον Πνεύμα είναι o «μεγάλος άγνωστος» και λίαν δυσχερής η κατανόησή Του. Δεν είναι άμοιρη ευθυνών, βεβαίως, η δυτικής εμπνεύσεως εικονογραφία της Αγίας Τριάδος, η οποία παρουσιάζει τον Θεό Παράκλητο με τη απαράδεκτη πτηνομορφική παράσταση, με συνέπεια να μην εκλαμβάνεται Αυτός, από τους μη έχοντας θεολογική παιδεία και εκκλησιαστική συνείδηση, ως θείον Πρόσωπο, αλλά ως μια απλή συμβολική παράσταση κάποιας αφηρημένης δυνάμεως του Θεού. Επί τη ευκαιρία είναι ανάγκη, η εν λόγω εικονική παράσταση της Αγίας Τριάδος να αποσυρθεί από την ορθόδοξο λατρεία και να αντικατασταθεί από την συμβολική παράσταση των τριών αγγελικών μορφών, της Φιλοξενίας του Αβραάμ. Αυτή είναι η γνήσια ορθόδοξη εικονογράφηση του Τριαδικού Θεού.
Το Άγιον Πνεύμα δεν είναι κάποια απρόσωπη δύναμη του Θεού, όπως βλάσφημα δίδασκαν και διδάσκουν οι ανά τους αιώνες πνευματομάχοι αιρετικοί. Είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, Θεός αληθινός, διότι μετέχει της θείας ουσίας ισότιμα με τον Πατέρα και τον Υιό. Είναι επίσης πρόσωπο αληθινό, προσωπικότητα ενσυνείδητη, έχοντας τη δική Του υποστατική ιδιότητα, η οποία Τον καθιστά ξεχωριστή και μοναδική προσωπικότητα, χωρίς να συγχέεται με τα άλλα πρόσωπα της Θεότητος. Σύμφωνα με την βιβλική διδασκαλία, η οποία κατανοήθηκε ορθώς μόνο μέσα στην Εκκλησία, το προσωπικό υποστατικό ιδίωμα του Κυρίου Παρακλήτου, τον Οποίο τον καθιστά μοναδικό, είναι η αϊδια εκπόρευσή Του από τον Πατέρα.
Η αιρετική προσθήκη από την παπική ετεροδοξία της βλάσφημης διδασκαλίας της εκ και του Υιού εκπορεύσεώς Του (Filioque), αποτελεί σοβαρή εκτροπή από την βιβλική και αγιοπατερική διδασκαλία της αρχέγονης Εκκλησίας και ανατροπή της χριστιανικής πίστεως περί υποστατικών ιδιωμάτων των Θείων Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η φράγκικη αυτή σοβαρή κακοδοξία, η οποία ενσωματώθηκε αυθαίρετα στο Σύμβολο της Πίστεως το 1019, από την παπική εκκλησία και έγινε πίστη της, αποτελεί την κυριότερη αιτία του σχίσματος του 1054 και το σοβαρότερο σημείο τριβής των σχέσεων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του παπισμού. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως οι Δυτικοί εμάς τους ορθοδόξους μας θεωρούν αιρετικούς, διότι απορρίπτουμε την διδασκαλία του Filioque!
Οι μετά το σχίσμα Πατέρες, Ομολογητές και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, με προεξάρχοντες τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον Άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό, τον Γεώργιο Σχολάριο και άλλους πολλούς, έδωσαν τιτάνιους αγώνες κατά αυτής της αιρετικής διδασκαλίας, διότι θεωρήθηκε ως μια ακόμα σοβαρή τριαδολογική κακοδοξία, η οποία βεβηλώνει (το σχετικώς αποκεκαλυμένο) μυστήριο της υπάρξεως του Τριαδικού Θεού. Επιγραμματικά αναφέρουμε ότι η αιρετική πίστη του Filioque καταργεί την μοναρχία της Θεότητος και δημιουργεί δύο αρχές στην Αγία Τριάδα. Συγχέει το προσωπικό υποστατικό ιδίωμα του Πατρός, περί της εκπορεύσεως του Πνεύματος, με αυτό του Υιού και υποβιβάζει τη θέση του Αγίου Πνεύματος, ως προς την ισότιμη ύπαρξή Του στη Θεότητα, ως δήθεν πρόσωπο υπηρετούντος την θέληση του Πατρός και του Υιού! Αυτό σημαίνει ότι η κακοδοξία αυτή, η οποία δυστυχώς συντηρείται επιδεικτικά από τους παπικούς, έχει τεράστιες σωτηριολογικές επιπτώσεις στο ανθρώπινο γένος και αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο επαναπροσέγγισης Ορθοδοξίας και δυτικών ετεροδόξων.
Το Άγιον Πνεύμα ήταν πάντοτε παρόν, μαζί με τα άλλα δύο Θεία Πρόσωπα της Τριάδος, στην διαδικασία της δημιουργίας του κόσμου και την επεργασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. «Πνεύμα Κυρίου πεπλήρωκε την οικουμένην» (Σοφ.Σολ.1:7). Είναι το Πνεύμα του Θεού (Ματθ.12:28), το Οποίο επισκιάζει, διαπερνά και ζωογονεί τα πάντα. Τακτοποιεί και ωραιοποιεί την δημιουργία του Θεού. «Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται, και ανακαινιείς το πρόσωπον της γης» αναφωνεί ο ψαλμωδός (Ψαλμ.103:30). Το «Πνεύμα του Κυρίου» (Πράξ.5:9) μεταμορφώνει ανθρώπινες προσωπικότητες της προχριστιανικής αρχαιότητος ώστε να γίνουν όργανα της θείας βουλήσεως για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, όπως οι προφήτες, οι οποίοι έγιναν οι διαμηνυτές του θελήματος του Θεού στον κόσμο (Πράξ.28:25,Εβρ.1:1).
Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ.1:35) ανήγγειλε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στην Θεοτόκο τη στιγμή του Ευαγγελισμού Της και «Το γαρ εν αυτή (τη Παρθένω) γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ.1:20) διαβεβαίωσε ο άγγελος Κυρίου στον Ιωσήφ. Το Άγιον Πνεύμα αναπαύεται στο Χριστό (Ησ.61:1), παρίσταται στην Βάπτισή Του για την επιβεβαίωση της μεσσιανικής Του ιδιότητος (Ματθ.3:15). Τον στηρίζει ως άνθρωπο στο έργο της σωτηρίας του κόσμου (Ματθ.4:1). Μέσω του Πνεύματος του Κυρίου ευαγγελίζεται τους πτωχούς, ιατρεύει τους ασθενείς, κηρύσσει την ελευθερία στους αιχμαλώτους και δίνει την ανάβλεψη των τυφλών (Λουκ.4:18). «Εν Πνεύματι Θεού» διώχνει τα δαιμόνια (Ματθ.12:28). Το Άγιο Πνεύμα είναι ο σύνδεσμός Του με τον Πατέρα (Λουκ.10:21).
Ο Παράκλητος, «το Πνεύμα της αληθείας», θα γίνει ο συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού «εις τον αιώνα» (Ιωάν.14:15). Αυτός θα πάρει τη θέση Του στο έργο της σωτηρίας, «εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν (τον Παράκλητον) προς ημάς και ελθών εκείνος ελέγξει τον κόσμον περί αμαρτίας και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως . όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16:7,13) διαβεβαίωσε ο Χριστός τους μαθητές Του, λίγο πριν το εκούσιο πάθος Του. Σε ερώτηση των μαθητών προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, μετά την ανάστασή Του: «Κύριε εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισραήλ;», τους απάντησε πως «ουχ υμών γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία, αλλά λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ' υμάς, και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1:6-8-). Με την έμμεση αυτή απάντησή Του ο Κύριος δήλωνε πως η Βασιλεία του Θεού είναι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία Του. Η αγία ημέρα της Πεντηκοστής είναι η απαρχή μιας νέας εποχής, της εσχατολογικής, η οποία θα περατωθεί με το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας.
Η ευλογημένη επαγγελία του Χριστού πραγματοποιήθηκε την αγία αυτή ημέρα. Πενήντα ημέρες μετά τη λαμπροφόρο Ανάστασή Του, το Πανάγιο Πνεύμα κατήλθε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, όπου «ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό» συνηγμένοι οι άγιοι Απόστολοι (Πράξ.2:1). Ο ερχομός Του ήταν κάτι σαν «εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας» και η ορατή παρουσία Του ήταν ως «γλώσσαι ωσεί πυρός», το Οποίον «εκάθισέ τε εφ' ένα έκαστον αυτών (των μαθητών)» (Πράξ.2:3-4). Σύμφωνα με τον θεόπνευστο συγγραφέα του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων, το «Ευαγγέλιον του Πνεύματος», όπως αποκαλείται αυτό, μεταμόρφωσε κυριολεκτικά τους αγράμματους μαθητές σε νέες δυναμικές προσωπικότητες, με πρώτο ορατό σημείο το φαινόμενο του «λαλείν ετέραις γλώσσες καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2:4), εκπληρώνοντας την θαυμαστή προφητεία του Ιωήλ, πως στους έσχατους καιρούς θα γίνει η έκχυσις των δωρεών του Αγίου Πνεύματος «επί πάσαν σάρκαν» σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, υπερνικώντας το εμπόδιο της γλωσσικής και οποιασδήποτε άλλης διαφοράς (Ιωήλ,3:1). Έτερο απτό φαινόμενο της προσωπικής μεταμορφώσεως των Αποστόλων υπήρξε η θαρραλέα ομιλία του Πέτρου προς τους εκστατικούς, μπροστά στο παράδοξο φαινόμενο, όχλους της Ιερουσαλήμ (Πραξ.2:1436). Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Ο εμπνευσμένος από το Πνεύμα του Θεού λόγος του κορυφαίου αποστόλου «κατενύγησε την καρδίαν» των όχλων (Πράξ.2:37) με αποτέλεσμα ευθύς αμέσως να ζητούν από τους αποστόλους: «τι ποιήσομεν άνδρες αδελφοί;». Ο Πέτρος τους προέτρεψε: «μετανοήσατε, και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί το ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και λήψεσθε την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος». Εκείνοι «ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πράξ.2:37-41). Έτσι γεννήθηκε το ορατό επί γης στρατευόμενο μέρος της Εκκλησίας του Θεού. Η αγία Πεντηκοστή θεωρείται ως η εν Αγίω Πνεύματι γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας!
Η Αγία μας Εκκλησία είναι, σύμφωνα με την βιβλική θεολογία, το σώμα του Χριστού και Αυτός η κεφαλή του σώματος (Εφεσ.5:23) Το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή του εκκλησιαστικού αυτού σώματος. Όπως στο φυσικό ανθρώπινο σώμα η ψυχή ζωοποιεί το σώμα, τι ίδιο και η παρουσία του Παρακλήτου ζωοποιεί την Εκκλησία, κάνει το εκκλησιαστικό σώμα εύρωστο, δυνατό και αθάνατο. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη του σώματος, οι πιστοί (Α΄Κορ.12:12), ζούμε, μέσα στην Εκκλησία, χάρις στο ενοικούν σε Αυτή Πνεύμα του Θεού, την όντως ζωή. Μέσα σε αυτή υπάρχουμε, τρεφόμαστε με ουράνια τροφή, κεχαριτωνόμαστε, αγιαζόμαστε, σωζόμαστε και θεωνόμαστε. «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ5:5) διακηρύττει ο απόστολος Παύλος.
Ο απόστολος των Εθνών τονίζει επίσης κατηγορηματικά πως «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη'ν Πνεύματι Αγίω» (Α'Κορ.12:3). Αυτό σημαίνει πως ο Θεός Παράκλητος είναι πλέον ο κύριος της Εκκλησίας και του κόσμου, μετά την Ανάληψη του Χριστού. Αυτός μας κάνει γνωστό τον Λυτρωτή μας Ιησού Χριστό και ενεργοποιεί το σωτήριο έργο Του σε κάθε άνθρωπο, που θέλει να σωθεί. Κατά συνέπεια, όχι μόνο η άρνηση του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, αλλά και η άρνηση της συμμετοχής του Αγίου Πνεύματος στη λυτρωτική διαδικασία του κόσμου, αποτελεί πρωταρχική αιτία απώλειας της σωτηρίας πολλών.
Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο εκδηλώνεται ποικιλότροπα, με «διαιρέσεις χαρισμάτων», με «διαιρέσεις διακονιών», με «διαιρέσεις ενεργημάτων» (Α'Κορ.12:4-6), με καρποφορία πνευματικών καρπών (Γαλ.5:22). Κάθε αγαθό και δωρεά που δίνεται στους ανθρώπους είναι προϊόν του Αγίου Πνεύματος. Σε κάθε άνθρωπο «δίδεται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον» αυτού (Α'Κορ.12:7)
Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς τα οποία είναι χρήσιμα για τη σωτηρία τη δική τους, αλλά και για το σωστικό έργο της Εκκλησίας. Σε άλλον «δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα, ετέρω δε πίστις εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών. Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται» (Α'Κορ.12:8-11).
Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει διακονίες στο λαό του Θεού, οι οποίες υπάρχουν για να διακονούν καθολικά τις πνευματικές και υλικές ανάγκες του, εις τρόπον ώστε να ζει ο πιστός αποκλειστικά μέσα στην χάρη του Θεού και να μην έχει ανάγκη από τα «σκύβαλα» του κόσμου (Φιλιπ.3:8). Η Εκκλησία του Θεού υπάρχει για να μεταλλάσσει ολοκληρωτικά και καθολικά τον άνθρωπο της αμαρτίας και της φθοράς σε νέα αναγεννημένη και χαριτωμένη ύπαρξη. Πρώτ' απ' όλα το «Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού» (Πραξ.20:28). Ακολούθως όρισε «εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Α'Κορ.12:28). Επίσης το Πνεύμα του Θεού «έδωκε τους μεν τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4:11-12).
Το Άγιο Πνεύμα καρποφορεί στις καρδιές των πιστών υπέροχους και σπανίους πνευματικούς καρπούς, ως αποτέλεσμα επίπονης καλλιέργειας. Ο θεόπνευστος απόστολος αφού αναφέρει τα βδελυρά έργα τη σαρκός, τα οποία είναι οι καρποί της αμαρτίας, παραθέτει στη συνέχεια του καρπούς του Πνεύματος, οι οποίοι είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ.5:22-23). Οι καρποί της σαρκός καταδεικνύουν τον άνθρωπο της πτώσεως, της αμαρτίας και της φθοράς, οι δε καρποί του Πνεύματος φανερώνουν, «ως πόλις επάνω όρους κειμένη» (Ματθ.5:14), τον αναγεννημένο εν Χριστώ άνθρωπο της χάριτος και της σωτηρίας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας είχε πει πως «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται» (Ματθ.12:33), έτσι και ο πνευματικός αναγεννημένος άνθρωπος ξεχωρίζει από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που είναι στολισμένος.
Το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει το απολυτρωτικό έργο του Χριστού μας μετά την εις Ουρανούς Ανάληψή Του. Αυτός διαχέει τις άκτιστες δωρεές του Θεού στους ανθρώπους και ολόκληρη τη δημιουργία. Αυτός είναι ο πραγματικός τελετουργός των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, μέσω των οποίων οι πιστοί αγιαζόμαστε και σωζόμαστε. Αυτός καθιστά τους λειτουργούς της Εκκλησίας μας κεχαριτωμένα όργανά Του, για την επιτέλεση του σωστικού έργου του λαού του Θεού. Αυτός εμπνέει πνεύματα προφητείας και σοφίας. Αυτός διαφυλάσσει την Εκκλησία από τις επιβουλές των οργάνων της πλάνης και του ψεύδους (Ιωάν.16:13). Αυτός μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς (Α΄Κορ.12:4) και πραγματοποιεί την υιοθεσία μας στο Θεό (Γαλ.4:6). Αυτός συγκροτεί όλον τον θεσμό της Εκκλησίας (Λουκ.24:49).
Η παρουσία λοιπόν του Κυρίου μας Παρακλήτου στην Εκκλησία είναι τόσο σημαντική ώστε «Ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία» τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.50,459). Χάρις στην παρουσία Εκείνου βιώνουμε το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού και γευόμαστε τις ακένωτες σωτήριες δωρεές Του. «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες΄ αύτη γαρ ημάς έσωσεν». Δεν έχουμε παρά να κλείνουμε γόνυ λατρείας και προσκυνήσεως προς Αυτόν και να Του ζητήσουμε έτι φωτισμό γνώσεως και ψυχοσωματική κάθαρση από κάθε ρύπο αμαρτίας.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009


Οι ευχές της Πεντηκοστής, σε μετάφραση, απο τον Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης κάμπου και φιλιππιάδας, Μελέτιο Καλαμαρά.



ΣΤΑΣΙΣ Α´


Αχραντε, ἀμίαντε, ἄναρχε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε, ἀνε-ξιχνίαστε, ἀναλλοίωτε, ἀνυπέρβλητε, ἀμέτρητε, ἀνεξίκακε, Κύριε, ὁ μόνος ἀθάνατος∙ τό φῶς τό ἀπρόσιτο· Σύ πού ἔφτιαξες τόν οὐρανό τήν γῆ καί τήν θάλασσα· καί τό κάθε τί, πού ὑπάρχει σέ αὐτά.
Σύ, πού πρίν ἀκόμα Σοῦ ζητήσωμε κάτι, μᾶς τό δίνεις:
Σέ παρακαλοῦμε καί Σέ ἱκετεύομε:
Δέσποτα φιλάνθρωπε, Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· πού γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους, καί γιά τήν σωτηρία μας, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ· καί μέ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔλαβε σάρκα ἀπό τήν ἔνδοξη Ἀειπάρθενο καί Θεοτόκο Μαρία, καί ἔγινε ἄνθρωπος! Καί ἄνθρωπος κοντά μας, πρῶτα μᾶς δίδαξε μέ λόγια· ὕστερα ὅμως μᾶς τό ἔδειξε ξεκάθαρα καί μέ ἔργα· Τότε πού βάδιζε πρός τό σωτήριο Πάθος· ἄφησε σέ μᾶς, τούς ταπεινούς καί ἁμαρτωλούς καί ἀνάξιους δούλους Σου, ὑπόδειγμα, ὅταν θέλωμε νά Σέ παρακαλέσωμε, νά συγχωρήσεις, σέ μᾶς τίς ἁμαρτίες μας, καί στόν λαό σου τά ἀπό ἄγνοια λάθη του, νά κλίνωμε τά γόνατα καί νά σκύβωμε τό κεφάλι.
Σύ λοιπόν, Πολυέλεε καί Φιλάνθρωπε, Θεέ Πατέρα ἄκουγέ μας, Σέ παρακαλοῦμε, ὅποτε καί ἄν Σέ ἐπικαλούμε-θα! Μά ἰδιαίτερα ἄκουσέ μας σήμερα, πού ἑορτάζομε τήν μεγάλη ἑορτή τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἀφοῦ ἀνελήφθη στούς οὐρανούς, καί ἐκάθισε στά δεξιά Σου, ἔστειλε στούς ἁγίους μαθητές καί ἀποστόλους Του τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
Καί Ἐκεῖνο κατέβη καί ἐκάθισε στόν καθένα ἀπό αὐτούς· καί ἐγέμισαν ὅλοι μέ τήν ἀκένωτη χάρη Του· καί ἄρ-χισαν νά μιλοῦν ξένες γλῶσσες, ἄγνωστές τους μέχρι τότε· νά κηρύττουν τά μεγαλεῖα Σου· καί νά κάνουν προφητεῖες.
Τώρα λοιπόν, πού Σέ παρακαλοῦμε, εἰσάκουσέ μας·
· Θυμήσου μας, τούς ταπεινούς καί κατακρίτους·
· Ἀπάλλαξέ μας ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν ψυχῶν μας, Σύ τόσο μᾶς ἀγαπᾶς!
Γονατιστοί μπροστά Σου, Σοῦ φωνάζουμε:
· Δέξου μας, ἁμαρτήσαμε. Εἴμαστε ἔνοχοι ἐνώπιόν Σου! Μά μή τό ξεχνᾶς, πώς ἀπό τήν στιγμή πού γεννηθήκαμε, ἀφιερωθήκαμε σέ Σένα. Ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας μας, Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Ἀλλά δέν πορευθήκαμε σωστά.
· Σέ ἐγκαταλείψαμε.
· Ἡ ζωή μας βουτήχθηκε στήν ἁμαρτία, γυμνωθήκαμε ἀπό τήν χάρη Σου, καί χάσαμε κάθε δικαίωμα, ἀκόμη καί νά Σοῦ μιλᾶμε!
Καί πάλι ὅμως, τήν ἐλπίδα μας σέ Σένα τήν στηρίζομε· στήν ἀπέραντη Εὐσπλαγχνία Σου.
Καί Σοῦ φωνάζομε:
· Μή θυμᾶσαι, Κύριε, τίς ἁμαρτίες μας, πού ἀπό ἄγνοι-ά μας ἐκάναμε στά νιᾶτα μας!
· Καθάρισέ μας ἀπό τό κάθε τι, πού βαρύνει τήν συνείδησή μας!
· Μή μᾶς ξεχνᾶς στά γηρατειά μας·
· Μή μᾶς ἐγκαταλείπεις, τότε πού σιγά-σιγά ἡ ζωή μας σβήνει.
· Ἀξίωσε μας, πρίν ξαναγυρίσωμε στήν γῆ, νά ἐπιστρέψουμε σέ Σένα!
· Δές μας μέ σπλαγχνική ματιά!
· Βάλε ἀντίβαρο στίς ἁμαρτίες μας τούς οἰκτιρμούς Σου.
· Ἀντίταξε στό πλῆθος τῶν πλημελημμάτων μας, τήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαγχνίας Σου!
· Δές, Κύριε, ἀπό τό ἅγιο κατοικητήριό Σου τόν λαό Σου, πού γονατιστός τριγύρω μου, περιμένει τό ἔλεός Σου.
· Ἔλα κοντά μας, μέ τήν καλωσύνη Σου.
· Ἀπάλλαξέ μας ἀπό τήν καταδυναστεία τοῦ Διαβόλου.
· Ἀσφάλισε τήν ζωή μας, μέ τόν ἅγιο νόμο Σου.
· Βάλε τόν λαό Σου κάτω ἀπό τήν προστασία τῶν ἀγγέλων Σου.
· Σύναξε μας ὅλους στήν βασιλεία Σου.
· Δῶσε συγγνώμη σέ ἐκείνους πού ἔχουν τήν ἐλπίδα τους σέ Σένα.
· Συγχώρεσέ μας, καί ἐμᾶς τούς κληρικούς καί ὅλον τόν λαό Σου, γιά τά ἁμαρτήματά μας.
· Καθάρισέ μας, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος.
· Διάλυσε τίς παγίδες, πού μᾶς στήνει ὁ διάβολος!
Μέ τίς πρεσβεῖες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου καί ὅλων τῶν ἁγίων Σου. Ἀμήν.
ΣΤΑΣΙΣ Β΄

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ καί Θεέ μας· τότε πού ἤσουν κοντά μας, ἐδῶ στήν γῆ, σ᾿ ἐκείνους πού Σέ πίστευαν Θεό καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἔδινες τήν εἰρήνη Σου καί τήν δωρεά τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νά εἶναι γιά πάντα κληρονομία τους ἀναφαίρετη.
Αὐτήν τήν χάρη, αὐτήν τήν δωρεά, τήν ἔστειλες μέ τρόπο πολύ πιό φανερό, τήν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, στούς ἁγίους μαθητές καί ἀποστόλους Σου, ἀφοῦ ἐγέμισες τό στόμα τους μέ τήν χάρη, πού τούς ἔδωκαν οἱ πύρινες γλῶσσες· Καί τότε ὅλοι ἐμεῖς, ἄνθρωποι ἀπό διαφορετικά ἔθνη, ἀκούσαμε ἀπό τό στόμα τους, μέ τά ἴδια τά αὐτιά μας, καί στή δική μας γλῶσσα, ποῖος εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ἀπό τότε:
v Τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς φώτισε.
v Ἀπαλλαγήκαμε ἀπό τό νοητό σκοτάδι·
v πάψαμε νά ἔχωμε ψεύτικη θρησκεία· καί νά ζοῦμε στήν πλάνη!
v Ναί, ἀπό τότε, πού μέ τρόπο αἰσθητό στά φυσικά μας μάτια, διένειμες στούς ἀποστόλους Σου τίς πύρινες γλῶσσες, ἐμάθαμε νά πιστεύωμε σέ Σένα. Τότε φωτισθήκαμε, τό πιστεύομε, καί τό ὁμολογοῦμε, καί τό διακηρύττομε, ὅτι Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Σύ, μαζί μέ τόν Πατέρα καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα· ὁ ἕνας Θεός μας· μία Θεότης· μία Δύναμη καί μία Ἐξουσία.
Σύ λοιπόν, Κύριε, τό ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ ἀνάρχου Πατέρα μας, ὁ ἀπαράλλακτος καί ἀμετακίνητος χαρακτήρας τῆς Οὐσίας Του, ἡ πηγή τῆς Χάρης καί τῆς Σοφίας, ἄνοιξέ μου, τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τά χείλη! Καί δίδαξέ με, πῶς καί γιά τί πρέπει νά προσεύχωμαι.
Σύ ξέρεις, πόσες εἶναι οἱ ἁμαρτίες μου! Ἀλλά ἡ εὐσπλαγχνία Σου θά τίς νικήσει· ὅσες κι ἄν εἶναι! Νά, στέκω μπροστά Σου μέ φόβο! Καί ρίχνω τήν ἀπόγνωση τῆς ψυχῆς μου στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἐλέους Σου.
Κυβέρνησε τήν ζωή μου, Κύριε· Σύ πού κυβερνᾶς ὁλό-κληρη τήν κτίση· Σύ πού μέσα στήν τρικυμία τῆς ζωῆς αὐτῆς, εἶσαι τό ἤρεμο λιμάνι μας.
Ἀξίωσέ με νά μάθω τόν δρόμο Σου· καί νά τόν βαδίζω!
· Δῶσε μου Πνεῦμα σοφίας· νά κυβερνάει τήν σκέψη μου·
· Δῶσε μου Πνεῦμα συνέσεως, σέ μένα τόν ἀνόητο.
· Κάμε νά ἔχω Πνεῦμα εὐλάβειας καί φόβου, σέ ὅλες μου τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
· Δῶσε μου τό Πνεῦμα Σου τό εὐθές βαθειά μέσα στόν ψυχικό μου κόσμο!
· Δῶσε μου τό ἡγεμονικό Σου Πνεῦμα, νά κυβερνάει καί νά στηρίζει τούς λογισμούς μου καί τίς σκέψεις μου, πού ὅλο καί μοῦ ξεφεύγουν!
Γιατί μόνο ἔτσι, Κύριε, μόνο ἄν κάθε ἡμέρα, καί στό κάθε μου βῆμα, ὁδηγοῦμαι στό σωστό ἀπό τό Πνεῦμα Σου τό ἅγιο, θά γίνω ἄξιος νά τηρῶ τίς ἐντολές Σου, καί νά φέρνω συνεχῶς στήν μνήμη μου τήν ἔνδοξη Δευτέρα Παρουσία Σου, πού θά ἔλθεις, νά μᾶς κρίνεις κατά τά ἔργα μας!
Μή μέ ἀφήνεις, Κύριε, νά μέ ξεγελᾶνε οἱ πρόσκαιρες καί φθαρτές ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου τούτου ἀλλά βοήθησέ με, νά ἐπιθυμῶ νά ἀπολαύσω τούς θησαυρούς τῆς μέλλουσας ζωῆς.
Σύ Κύριε, μᾶς τό εἶπες: Ὅ,τι κι ἄν ζητήσει ὁ καθένας μας στό Ὄνομά Σου, θά τό πάρει ὁπωσδήποτε ἀπό τόν συναΐδιο Θεό Πατέρα Σου. Καί γι᾿ αὐτό, καί ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, σήμερα, πού ἑορτάζομε τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος, Σέ ἱκετεύω:
Ὅσα σοῦ ζήτησα γιά σωτηρία μου, δῶσέ τά μου. Ναί, Κύριε, πλουσιοπάροχε καί πανάγαθε, μεγάλε Εὐεργέτη ὅλων μας· τόσο, πού μᾶς δίνεις πάντοτε πιό πολλά ἀπό ὅσα σοῦ γυρεύουμε· Σύ, πού εἶσαι πάντοτε γεμᾶτος εὐσπλαγχνία καί συμπόνια· Σύ, πού ἔγινες γιά χάρη μας ἄνθρωπος, σέ ὅλα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία· καί μᾶς ἀγαπᾶς τόσο, πού, ὅταν μᾶς βλέπεις νά λυγίζωμε τά γόνατά μας, λυγίζεις καί Σύ ἀπό ἀγάπη, ἀπό εὐσπλαγχνία καί ἀπό καλωσύνη γιά μᾶς, καί συγχωρεῖς τίς ἀμαρτίες μας.
Ἄκουσέ με ἀπό τόν ἅγιο Θρόνο Σου, Κύριε.
v Λυπήσου τόν κόσμο Σου, Κύριε.
v Ἁγίασε τό λαό Σου.
v Φύλαξέ τόν κάτω ἀπό τήν σκέπη τῶν πτερύγων Σου.
v Μή μᾶς παραβλέπεις. Μή μᾶς ξεχνᾶς. Ἔργα τῶν χειρῶν Σου εἴμαστε!
Σέ σένα μόνο ἁμαρτάνομε· ἀλλά καί Σένα μόνο λατρεύομε.
Δέν προσκυνήσαμε ποτέ ἄλλον Θεό. Ποτέ δέν ἁπλώσα-με παρακλητικά τά χέρια μας σέ ἄλλον, ἐκτός ἀπό Σένα, Θεό!
v Ἄφησε τά παραπτώματά μας. Συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μας.
v Δέξου τήν ἱκεσία, πού γονατιστοί Σοῦ ἀπευθύνομε.
v Ἅπλωσε μας χέρι βοηθείας.
Καί πρόσδεξε τήν προσευχή μας, σάν θυμίαμα δεκτό καί εὐάρεστο, πού φθάνει ἐνώπιον τῆς ὑπεράγαθης βασιλείας Σου. Μέ τίς πρεσβεῖες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου καί ὅ-λων τῶν ἁγίων Σου. Ἀμήν.
ΣΤΑΣΙΣ Γ´

Χριστέ ὁ Θεός, ἡ ἀστείρευτη πηγή τῆς ζωῆς καί τοῦ φωτός· Σύ, πού μᾶς δίνεις ζωή καί φῶς· ἡ συναΐδια μέ τόν Πατέρα δημιουργική δύναμη· πού ἐξεπλήρωσες μέ τόν καλλίτερο τρόπο ὁλόκληρη τήν θεία Οἰκονομία, γιά τήν σωτηρία μας·
Σύ, πού ἔκοψες τά ἄλυτα δεσμά τοῦ θανάτου.
Σύ, πού ἔσπασες τίς κλειδωμένες πύλες τοῦ ἅδου καί πάτησες κάτω ἀπό τά πόδια Σου ὅλα τά πονηρά πνεύματα.
Σύ, πού πρόσφερες, θυσία ἄμωμο γιά μᾶς, τόν ΕΑΥΤΟ Σου, τό σῶμα Σου τό ἄχραντο, τό ἄθικτο καί ἀμόλυντο ἀπό κάθε ἁμαρτία, καί μέ τήν φρικτή αὐτή καί ἀνέκφραστη ἱερουργία, μᾶς ἐχάρισες τήν αἰώνια ζωή.
Σύ, πού κατέβηκες στόν ἅδη καί ἔσπασες τίς πύλες του καί ἔλευθέρωσες τούς δεσμίους του, ἐνῶ ἀντίθετα τόν ἀρχέκακο καί βύθιο δράκοντα, μέ ἕνα δόλωμα θεόσοφο, τόν ἔπιασες στό ἀγκίστρι Σου, καί τόν ἔδεσες μέ βαριές ἁλυσίδες ζόφου· καί μέ τήν ἀπειροδύναμη ἰσχύ Σου, τόν ἔρριξες στά τάρταρα τοῦ ἅδη, στό πῦρ τό ἄσβεστο, στό σκότος τό ἐξώτερο,
Σύ, ἡ μεγαλώνυμη σοφία τοῦ Θεοῦ Πατέρα,
Σύ, ὁ μεγάλος συμπαραστάτης τοῦ κάθε ἀνθρώπου πού περνάει πειρασμό,
Σύ, πού ρίχνεις τό φῶς Σου ἀκόμη καί, σέ ἐκείνους πού ζοῦν σέ χώρα καί σκιά θανάτου,
Σέ Σένα στρεφόμαστε, Χριστέ, αἰώνιας δόξας Κύριε, καί Υἱέ ἀγαπητέ τοῦ Ὕψιστου Πατέρα· ἀΐδιο φῶς, ἐξ ἀϊδίου φωτός· ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης· καί Σέ παρακαλοῦμε, ἐπάκουσέ μας:
Ἀνάπαυσε τίς ψυχές τῶν δούλων Σου, τῶν κεκοιμημένων πατέρων καί ἀδελφῶν μας, καί τῶν λοιπῶν κατά σάρκα συγγενῶν μας, καί ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν. Σοῦ τούς μνημονεύομε, γιατί ἔχεις ἐξουσία σέ ὅλα, καί στά χέρια Σου κρατᾶς ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς.
Δέσποτα παντοκράτορ, Θεέ τῶν πατέρων μας, καί Κύριε τοῦ ἐλέους· Κύριε, καί τοῦ θνητοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων· καί τῶν ἀθανάτων ἀγγέλων· Δημιουργέ τῆς φύσης τῶν ἀνθρώ-πων, πού σέ μιά στιγμή ἔρχεται στόν κόσμο· καί σέ μιά στιγμή πάλι ξαναφεύγει· Κύριε,τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου· καί τῆς ἐδῶ συμπεριφορᾶς μας· καί τῆς ἐκεῖ μεταστάσεως μας.
Σύ, πού μετρᾶς τά χρόνια μας· καί ὁρίζεις στόν καθένα μας τήν στιγμή τοῦ θανάτου.
Σύ, πού κατεβάζεις στόν ἅδη, ἀλλά καί βγάζεις ἀπό τόν ἅδη.
Σύ, πού μέ τήν ἀρρώστια μᾶς εὐεργετεῖς – καί ὑγιεῖς, μᾶς ἀφήνεις ἐλεύθερους!
Σύ, πού οἰκονομεῖς ὅλα τά ἐδῶ γιά τήν σωτηρία μας, καί τά μέλλοντα τά κατευθύνεις στό καλό· καί σ᾿ ἐκείνους πού πέθαναν, τούς δίνεις πάλι ζωή καί ἐλπίδα γιά σωτηρία καί ἀνάπαυση.
Σύ, Δέσποτα παντοκράτορ, Θεέ καί Σωτήρα μας, ἐλπίδα τοῦ κόσμου ὁλόκληρου.
Σύ, πού αὐτήν τήν τελευταία μεγάλη καί σωτήρια ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μᾶς ἐφανέρωσες τό μυστήριο τῆς ἁγίας, ὁμοουσίου, συναΐδιας, ἀδιαιρέτου καί ἀσυγχύτου Τριάδος, καί μέ μορφή πυρίνων γλωσσῶν ἐξέχεες στούς ἁγίους ἀποστό-λους Σου, τήν ἐπιφοίτηση καί τήν παρουσία τοῦ ἁγίου καί ζωοποιοῦ Σου Πνεύματος, καί τούς ἔκαμες Εὐαγγελιστές, κήρυκες καί ὁμολογητές τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης μας καί τῆς ἀληθινῆς θεολογίας.
Σύ, πού κατά τήν μεγάλη αὐτή καί σωτήρια γιά μᾶς ἑορτή, καταδέχεσαι τίς ταπεινές μας προσευχές γιά τούς νεκρούς, καί τούς δίνεις ἄνεση καί ἀναψυχή ἀπό τήν θλιβερή κατάστασή τους, ἐπάκουσέ μας, τούς ταπεινούς Σου δούλους!
Καί ἀνάπαυσε, Κύριε, τίς ψυχές ὅλων τῶν κεκοιμημένων δούλων Σου, σέ τόπο φωτεινό, σέ τόπο χλοερό, σέ τόπο ἀναψυχῆς, σέ τόπο πού δέν ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός· κατάταξε τά πνεύματά τους σέ σκηνές δικαίων· καί κάμε τους να ἔχουν εἰρήνη καί ἄνεση.
Σέ παρακαλοῦμε ἐμεῖς, γιατί οἱ πεθαμένοι, πού βρίσκονται στόν ἅδη, δέν ἔχουν δικαίωμα, οὔτε νά Σέ ὑμνοῦν, οὔτε νά Σοῦ μιλᾶνε γιά μετάνοια καί γιά ἐξομολόγηση.
Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί Σέ δοξολογοῦμε.
Ἐμεῖς Σέ ἱκετεύομε.
Ἐμεῖς Σοῦ προσφέρομε εὐχές ἐξιλεωτικές καί θυσίες καί λειτουργίες, γιά τίς ψυχές τους.
* * *
Θεέ μας, μεγάλε καί αἰώνιε, ἅγιε καί φιλάνθρωπε, Σύ πού μᾶς ἀξίωσες νά στέκωμε αὐτήν τήν ὥρα μπροστά στήν ἀπρόσιτη δόξα Σου, νά Σέ ὑμνοῦμε καί νά αἰνοῦμε τά μεγαλεῖα Σου,
Ἀντιμετώπισε μας σπλαγχνικά τούς ἀναξίους δούλους Σου.
Δῶσε μας χάρη, νά Σοῦ προσφέρωμε μέ συντριβή καρδιᾶς καί μέ ταπείνωση, χωρίς ἀερολογίες, ἐγωισμό, χωρίς ἔπαρση, τόν τρισάγιο ὕμνο καί τήν εὐχαριστία μας, γιά τίς τόσες δωρεές Σου, τά τόσα καλά, πού ἔκαμες καί συνεχίζεις νά κάνεις σέ μᾶς.
Θυμήσου, Κύριε, ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι ἄνθρωποι. Μή μᾶς τιμωρεῖς γιά τίς ἁμαρτίες μας. Δεῖξε καί σέ μᾶς τούς ταπεινούς τό ἔλεός Σου· καί βοήθησέ μας, νά ἀποφεύγωμε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας· καί, τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, νά βαδίζωμε στό φῶς τῆς δικαιοσύνης Σου.
Ἀξίωσέ μας, νά ἐνδυθοῦμε τά ὅπλα τοῦ φωτός· νά μή μπορεῖ πιά ὁ διάβολος, νά μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει, μέ τίς ἐπιβουλές του καί μέ τίς πονηρίες του· Ἀξίωσέ μας νά ἔχωμε θάρρος, νά Σέ δοξάζωμε μέ παρρησία γιά ὅλα, Ἐσένα τόν μόνο ἀληθινό καί φιλάνθρωπο Θεό.
Καί πρό παντός Δέσποτα Κύριε, καί Δημιουργέ τοῦ κόσμου, νά Σέ δοξάζωμε καί νά Σέ εὐχαριστοῦμε γι᾿ αὐτό τό μεγάλο μυστήριο, γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη Σου εὐεργεσία, πού εἶναι ἡ προσωρινή διάλυση τῶν σωμάτων μας καί ἡ ἀνάστα-σή τους πάλι καί ἡ ἀνάπαυση στούς αἰῶνες.
Τό λέμε καί τό διακηρύττομε: Ὅλα σέ Σένα τά χρωστᾶ-με.
Σέ Σένα χρωστᾶμε καί τήν εἰσοδό μας στόν κόσμο τοῦ-το.
Σέ Σένα χρωστᾶμε καί τήν ἔξοδό μας, πού εἶναι γιά μᾶς, σύμφωνα μέ τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή Σου, τό προμήνυμα καί ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς χωρίς τέλους ζωῆς, τήν ὁποί-α θά ἀπολαύσωμε ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας κοντά Σου.
Γιατί Σύ, Κύριε, εἶσαι γιά μᾶς, ἡ ἀρχή τῆς ἀναστάσεως· Σύ μᾶς ἔδειξες, πῶς πρέπει νά ζοῦμε στήν ζωή αὐτή· Σύ εἶσαι ὁ φιλάνθρωπος Κριτής μας, καί μισθαποδότης μας· ὁ Κύριος μας· καί ὁ Δεσπότης μας· πού ἀπό ἄκρα συγκατάβαση, ἐπῆρες σάρκα καί αἷμα, ἴδια μέ μᾶς· Καί ἀφοῦ ἔτσι γεύθηκες τά πάθη μας τά ἀδιάβλητα, ξέρεις πιά, καί μᾶς κρίνεις μέ εὐσπλαγχνία καί μέ συγκατάβαση· καί ἀφοῦ Σύ στά ἅγια Πάθη Σου, πέρασες πειρασμούς τόσο σκληρούς, ξέρεις, πόσο χρειαζόμαστε βοήθειά καί παρεμβαίνεις αὐταπάγγελτα, καί μᾶς ἐνισχύεις.
Μᾶς δίνεις δύναμη νά ἀγωνιζόμαστε, νά φθάσωμε στήν δική Σου ἁγία ἀπάθεια καί μεῖς.
Δέξου λοιπόν, Δέσποτα Χριστέ, τίς δεήσεις καί τίς ἱκεσίες μας. Ἀνάπαυσε τούς πατέρες μας, τίς μητέρες μας, τούς ἀδελφούς μας, τίς ἀδελφές μας, τά τέκνα μας, καί κάθε ἄλλον συγγενῆ καί ὁμογενῆ μας· καί ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς ψυχές, πού ἀναπαύθηκαν μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Κατάταξε τά πνεύματα καί τά ὀνόματά τους στό βιβλίο τῆς ζωῆς, στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ· στήν χώρα τῶν ζώντων, στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς.
Ὁδήγησέ μας ὅλους, μέ ὁδηγούς τούς φωτεινούς ἀγγέλους σου, κοντά Σου. Καί ὅταν θά ἔλθει ἡ ἡμέρα καί ἡ ὥρα, πού Σύ ὥρισες, ἀνάστησε καί τά σώματά μας, κατά τίς ἀληθεῖς ὑποσχέσεις Σου.
Δέν ὑπάρχει θάνατος, Κύριε, γιά μᾶς τούς δούλους Σου. Δέν εἶναι θάνατος γιά μᾶς, οὔτε συμφορά, ὅταν φεύγωμε ἀπό τό σῶμα καί ἐρχόμαστε σέ Σένα, τόν Θεό μας. Μετάβαση εἶναι. Ἀπό μιά κατάσταση λυπηρή, σέ μιά ἄλλη πιό καλή καί πιό χαρούμενη! Ἀνάπαυση εἶναι καί χαρά!
Καί ἄν σέ κάτι Σέ πικράναμε, σπλαγχνίσου μας. Κανένας δέν θά βρεθῆ ἐνώπιον Σου καθαρός ἀπό ρύπο ἁμαρτίας, ἔστω καί ἄν ἡ ζωή του εἶναι μιά ἡμέρα μόνο. Ἕνας ὑπῆρξε στήν γῆ ἀναμάρτητος. Σύ, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ἀπό τόν ὁποῖο ὅλοι μας ἐλπίζομε νά βροῦμε ἔλεος καί ἄφεση ἁμαρτιῶν.
Γι᾿ αὐτό, Κύριε, σάν ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός, καί σέ μᾶς καί σέ ὅλους τούς κεκοιμημένους, συγχώρησέ μας τά παραπτώματά μας· τά ἑκούσια καί τά ἀκούσια· τά ἐν γνώσει· τά ἐν ἀγνοία· ὅσα θυμόμαστε καί ὅσα ξεχάσαμε· εἴτε τά διαπράξαμε μέ λόγο, εἴτε μἐ ἔργο, εἴτε κατά διάνοια, εἴτε μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, καί μέ ὁποιαδήποτε κίνηση, καί ἄν τά ἐκάμαμε!
Καί ἐκείνους μέν, πού πρόλαβαν καί ἔφυγαν, ἐλευθέρωσέ τους ἀπό κάθε βάρος καί κρῖμα. Καί δῶσε τους ἄνεση.
Καί ἐμᾶς, πού στέκομε γονατιστοί μπροστά Σου, εὐλόγησέ μας· καί δῶσε, καί σέ μᾶς, καί σέ ὅλο τόν λαό Σου, τέλος καλό καί εἰρηνικό· καί τήν φρικτή καί φοβερή ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας Σου, ἄνοιξε καί σέ μᾶς τά σπλάγχνα τοῦ ἐλέους Σου καί τῶν οἰκτιρμῶν Σου. Καί κάμε μας ἄξιους, νά μποῦμε ὅλοι στήν βασιλεία Σου, τήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη, μέ τίς πρεσβείες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου. Ἀμήν.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2009


«ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ,
ή
«Μια ευχή για να κοινωνήσω»

Παρουσιάζονται κατά διαστήματα στους Πνευ­ματικούς άνθρωποι μεγάλης συνήθως ηλικίας, σε σπάνιες περιπτώσεις στις πόλεις, αλλά πολύ συχνό­τερα στα χωριά και ζητούν να τους διαβάσουν (οι Εξομολόγοι) μια ευχή για να κοινωνήσουν. Είναι προφανώς προκατειλημμένοι από μακροχρόνια επικρατούσα συνήθεια, η οποία εμφανίζεται μάλι­στα και ως «παράδοση»!
Από αμνημονεύτων χρόνων, και μάλλον από της τουρκοκρατίας, λόγω απαιδευσίας κλήρου και λα­ού, διέφυγε το στοιχείο της εξομολογήσεως από το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως και ο λαός συνήθισε να «εξομολογείται» χωρίς να εξαγορεύει τα αμαρτήματά του, δηλ. στην ουσία χωρίς να εξομολογείται.
Προσέρχονταν στον Ιερέα και αυτός, χωρίς να τους συστήνει την εξομολόγηση, τους διάβαζε τη συγχωρητική ευχή, ή ατομικώς ή και ομαδικώς. Με­τά κοινωνούσαν έχοντας προφανώς και ήρεμη τη συνείδησή τους! Και επειδή οι άνθρωποι πάντοτε ρέπουν προς τα εύκολα, θέλουν δηλαδή λύση των προβλημάτων τους και στην προκειμένη περίπτωση των αμαρτημάτων τους, χωρίς μετάνοια και εξομο­λόγηση, χωρίς κόπο και θυσία, όσοι είναι αυτής της νοοτροπίας, συνεχίζουν την… «παράδοση»!
Αυτή η άγνοια και παρεξήγηση πρέπει να εκλεί­ψει. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι, διάγο­ντες τον 21ον αιώνα, δεν είναι επιτρεπτό και τιμητι­κό οι Ιερείς να δέχονται και οι «πιστοί» να ζητούν εξομολόγηση χωρίς εξαγόρευση των αμαρτιών. Αυτός που θέλει να κοινωνήσει, πρέπει να υποδε­χτεί τον Χριστό στο καθαρό «σαλόνι» της ψυχής του· και η κάθαρση της ψυχής, γίνεται με την εξομο­λόγηση.
Για να υποδεχτούμε στην ονομαστική μας γιορτή τους επισκέπτες μας, καθαρίζουμε μέρες το σπίτι μας και στολίζουμε ιδιαίτερα το σαλόνι μας. Εάν αυτά τα προσέχουμε για τους ανθρώπους, πώς θα υποδεχτούμε τον Χριστό με τη Θ. Κοινωνία στην καρδιά μας, χωρίς να την καθαρίσουμε από τις ποι­κίλες αμαρτίες που καθημερινά κάνουμε, χωρίς να εξομολογηθούμε; Γίνεται να βάλουμε τον επισκέ­πτη μας να καθίσει σε κάθισμα λερωμένο; Όταν δεν συμμετέχουμε σωστά στο μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως μοιάζει σαν να μη νοιώθου­με πού βάζουμε να «καθίσει» ο Χριστός.
Έκτος αυτών πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εξαγό­ρευση των αμαρτιών μας είναι τελείως απαραίτητη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι (η εξαγό­ρευση) αποτελεί ένα από τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου και χωρίς αυτό δεν υπάρχει Μυστήριο. Δεύτερον, διότι ο Εξομολόγος όταν διαβάζει τη σχετική ευχή μετά την εξομολόγηση του εξομολογουμένου, λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες που ήδη έχει πει ο εξομολογούμενος (και όχι αυτές που δεν είπε).

Επομένως, ποτέ ξανά να μη πει κανείς:
«Μια ευχή για να κοινωνήσω».
Αλλά

Όταν θέλω να κοινωνήσω προετοιμάζομαι για την εξομολόγησή μου με τη βοήθεια κάποιου βοη­θήματος και πάω να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου μετανοιωμένος και αποφασισμένος να διορθωθώ.
Δεν εξομολογούμαι από φόβο ή από συνήθεια, ούτε για να φύγει το βάρος που έχω μέσα μου. Δεν εξομολογούμαι δύο – τρεις μόνο αμαρτίες για να αναπαύσω τη συνείδησή μου ή για να απαλλαγώ από τις ενοχές που με βαραίνουν.
Εξομολογούμαι γνωρίζοντας ότι, όποιες αμαρ­τίες μου αποκρύπτω η «τις ξεχνώ», όποιες παρου­σιάζω συγκεκαλυμμένες για να μη φανεί το μέγεθος ή το είδος της αμαρτίας μου και όποιες ωραιοποιώ από ντροπή, μένουν αθεράπευτες και οι πληγές των αμαρτιών μου με μολύνουν. Στη Θεία Κοινωνία που ακολουθεί, η Θεία χάρη μένει ανενέργητη, διότι ο Χριστός δεν αναπαύεται μέσα μου, επειδή είμαι «ακάθαρτος».
ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΜΑΙ διότι αμάρτησα· προς τον Θεό, προς τον πλησίον μου (τον οποιονδήποτε) και προς τον εαυτό μου.
Εξομολογούμαι διότι ανακαλύπτω και αναγνω­ρίζω ΟΛΕΣ τις αμαρτίες που έκανα, διότι μετανοιώνω γι’ αυτές και τις καταθέτω χωρίς ντροπή στον Πνευματικό μου. (Όσες τυχόν τις ξέχασα και τις θυμήθηκα καθυστερημένα τις σημειώνω, για να μη τις ξεχάσω πάλι και τις λέω στην επόμενη εξομολό­γησή μου).
Εξομολογούμαι., διότι θέλω να λάβω τη συγχώ­ρηση και την ευλογία του Θεού, ώστε να ζήσω από δω και μπρος, όπως θέλει ο Θεός εν μετάνοια και υπακοή στο νόμο Του.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009



ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ

Εγκύκλιος «Τοις απανταχού της γης και των νήσωνευρισκομένοις ορθοδόξοις Χριστιανοίς» (1440-1)

Η εγκύκλιος αυτή εγράφη, λίγα χρόνια προ της Αλώσεως, από τη νήσο Λήμνο. Εκεί είχε εξορισθεί ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο τη απαιτήσει των λατινοφρόνων Ρωμιών. Οι ενωτικοί αυτοί, όταν είδαν ότι απέτυχαν να επιβάλουν την ψευδή ένωση της Φεράρας-Φλωρεντίας, κατέφυγαν σε ενέργειες καταχθόνιες και σε σοφιστείες θεολογικές, για να παραπλανήσουν τους αφελέστερους. Αργότερα, τον 16ο αιώνα, αυτά θα συστηματοποιηθούν από τους λατίνους και θα δημιουργηθεί έτσι η ουνία. Συνεπώς, οι λατινόφρονες ενωτικοί Ρωμιοί είναι οι πρόδρομοι και προπαρασκευαστές της ουνίας, μαζί με τον πάπα Ιννοκέντιο τον Δ΄(1243-1254), ο οποίος το 1254 εξέδωκε εγκύκλιο και επέτρεψε να γίνονται ανεκτά τα ήθη και έθιμα των Ανατολικών, με απώτερο σκοπό τη βαθμιαία κατάργηση αυτών και τον πλήρη εκλατινισμό των ενουμένων, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ορθοδόξων μετά της Ρώμης. Την εγκύκλιο αυτή του αγίου Μάρκου, με την οποία αντιμετωπίζει τους λατινόφρονες Ρωμιούς και τις δογματικές αποκλίσεις των παπικών από την Ορθοδοξία, θα παραθέσουμε σε περιληπτική διασκευή.


1. Οι παπικοί είναι αιρετικοί και όχι σχισματικοί, όπως διετείνοντο οι λατινόφρονες.
α΄. Όσοι εκ των παπικών έρχονται στην Ορθοδοξία, τους δεχόμεθα δια χρίσεως αγίου μύρου-μερικές φορές και τους ξαναβάπτιζαν-, κατατάσσοντας αυτούς μαζί με τους αρειανούς, τους μακεδονικούς, τους σαββατιανούς, τους ναυατιανούς και λοιπούς αιρετικούς του 4ου αιώνος. Ο Σίλβεστρος Συρόπουλος, που κατέγραψε την ιστορία της συνόδου της Φλωρεντίας, λέει ότι ο άγιος Μάρκος το ετόνισε αυτό στην ορθόδοξη αντιπροσωπεία, «αλλά το παρασιώπησε η Εκκλησία μας, επειδή το γένος τους είναι μεγάλο και ισχυρότερο από το δικό μας» και «δεν θέλησαν οι προγενέστεροι από εμάς να κατονομάσουν επισήμως τους λατίνους ως αιρετικούς, αναμένοντας την επιστροφή τους και επιδιώκοντας την φιλία». β΄. Ο άγιος Μάρκος αναφέρει την φράση του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «Δεν ομολογούμε το άγιο πνεύμα ότι προέρχεται εκ του Υιού» και την φράση του αγίου Φωτίου «Αιρετικός είναι και στους κατά των αιρετικών νόμους υπόκειται αυτός που έστω και λίγο παρεκκλίνει από την ορθή πίστη».Συνεπώς οι λατίνοι, και μόνο από το Filioque, είναι αιρετικοί. γ΄. Οι λατινόφρονες λένε, ότι οι παπικοί είναι σχισματικοί διότι έτσι μας θεωρούν εκείνοι εμάς· διότι δεν έχουν να μας κατηγορήσουν για κάτι αιρετικό παρά μόνο για το ότι παύσαμε να υποτασσόμεθα σ’ αυτούς. Λοιπόν θα αντιχαριζώμεθα σ’ αυτούς και θα του αποκαλούμε σχισματικούς ενώ είναι αιρετικοί; δ΄. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μάρκος ερώτησε τον πατριάρχη Αντιοχείας Θεόδωρο Βαλσαμώνα, έγκριτο κανονολόγο της εποχής εκείνης, εάν μπορεί να δίδει τα θεία αγιάσματα σε λατίνους. Εκείνος απάντησε ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό, αφού το όνομα του πάπα -στον οποίο αυτοί υπάγονται- δεν μνημονεύεται στις αρχιερατικές θείες λειτουργίες της Εκκλησίας. Και δεν μνημονεύεται, διότι οι παπικοί έχουν «ήθη και δόγματα αλλότρια των ορθοδόξων», συνεπώς αιρετικά. Πρέπει οι λατίνοι να κατηχηθούν ορθοδόξως, να μυρωθούν, και μετά να τους δεχθούμε. Συνεπώς· Από πού λοιπόν εμφανίστηκαν ξαφνικά να είναι ορθόδοξοι, αυτοί που από τόσα χρόνια και από τους πατέρες και διδασκάλους κρίθηκαν ως αιρετικοί; Ποιος έτσι εύκολα τους έκανε ορθοδόξους; Ο χρυσός, εάν ήθελες να λέμε την αλήθεια, και το συμφέρον σου· Ή μάλλον εκείνους μεν τους έκανε ορθοδόξους, εσένα όμως, αφού σε έκανε όμοιο μ’ εκείνους, σε έσπρωξε στη μεριά των αιρετικών.


2. Πότε θα υπάρξει ενότης.
Όταν ενωθούν ήθη, έθη, δόγματα. Και αυτό θα γίνει με την επιστροφή των παπικών στην ορθόδοξη παράδοση και θεολογία. Τώρα έχουμε δυο σύμβολα πίστεως, ένζυμη και άζυμη λειτουργία, διττά βαπτίσματα (των ορθοδόξων με τριττή κατάδυση, των παπικών με επίχυση· των ορθοδόξων το βάπτισμα με μύρο, των παπικών χωρίς μύρο), διπλά ήθη και έθιμα και εντελώς διαφορετικά, νηστείες και εκκλησιαστικές τάξεις, και άλλα παρόμοια. Πώς λοιπόν να γίνει η ένωση, όταν δεν υπάρχει ενότητα σ’ αυτά;


3. Μεσότης στα δόγματα δεν υπάρχει.
Στη διπλωματία και στην πολιτική χρησιμοποιούνται πολλές έννοιες αμφίσημες ή αόριστες, εννοούμενες από τον καθένα αναλόγως των προτιμήσεών του, για να επιτευχθεί η συμφωνία και η προσέγγιση. Μεταξύ αληθείας όμως και ψεύδους, μεταξύ καταφάσεως και αρνήσεως, μεταξύ φωτός και σκότους, Χριστού και Βελίαρ, δεν υπάρχει μέσον. Οι γραικολατίνοι ή οι λατινόφρονες ή οι ουνίτες είναι μιξόθηρες άνθρωποι, αρέσκονται να κυνηγούν τις αναμίξεις· είναι όπως οι ιπποκένταυροι στη μυθολογία. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος τους ονομάζει κοθόρνους (*) και ανθρώπους που πηγαίνουν όπου φυσάει ο άνεμος. Ένας νεώτερος θα τους παρομοίαζε με το «φούρνο του χότζα». Η σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας, που πήγε να εφαρμόσει τη μεσότητα στο δόγμα, είναι σαν τη συνέλευση εκείνη που απεφάσισε να κτίσει τον πύργο της Βαβέλ ή σαν το συνέδριο του Καϊάφα που κατέκρινε τον Χριστό. Οι μετασχόντες στην σύνοδο της Φλωρεντίας και συμφωνήσαντες με τους παπικούς είναι αυτοί για τους οποίους ο προφήτης Ιερεμίας λέει· «Οι ηγούμενοι του λαού μου εμέ ούκ ήδεισαν, υιοί άφρονες εισι και ου συνετοί· σοφοί εισι του κακοποιήσαι, το δε καλώς ποιήσαι ουκ επέγνωσαν» (Ιερ. 4,22).


4. Ποία η στάσις μας έναντι των λατινοφρόνων.
Ας τους αποφύγουμε όπως αποφεύγουμε το φίδι. Ας τους αποφύγουμε όπως αποφεύγουμε τους χριστοκαπήλους και χριστεμπόρους. Αυτοί είναι οι «νομίζοντες πορισμόν είναι την ευσέβειαν» (Α΄ Τιμ. 6,5). Αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι, εργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού». Αυτοί είναι διάκονοι του σατανά ο οποίος «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β΄ Κορ. 11,13-15). «Οι τοιούτοι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ ου δουλεύουσιν, αλλά τη εαυτών κοιλία, και δια της χριστολογίας και ευλογίας εξαπατώσι τας καρδίας των ακάκων»· «ο μέντοι στερεός θεμέλιος της πίστεως έστηκεν, έχων την σφραγίδα ταύτην» (Ρωμ. 16.18 · Β΄ Τιμ. 2,19). «Φεύγετε ουν αυτούς αδελφοί, και την προς αυτούς κοινωνίαν· ‘εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, κάν άγγελος εξ ουρανού, ανάθεμα έστω’ (Γαλ. 1,8-9). ‘Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε· ο γάρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς’ (Β΄ Ιωαν. 10,11)». Δεν γνωρίζουμε εάν οι σύγχρονοι οικουμενιστές, κληρικοί και λαϊκοί, έχουν υπ’ όψιν τα όσα λέει ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Ας τα μελετήσουν και ας ανανήψουν, εάν θέλουν να παραμείνουν ορθόδοξοι.
(*) Κατά λέξη κόθορνος λεγόταν ένα ειδικό υπόδημα, που χρησιμοποιούσαν οι ηθοποιοί στις αρχαίες τραγωδίες με παχιά πέλματα και πολύ ψηλό τακούνι. Επειδή προσαρμοζόταν σε αμφότερα τα πόδια, είτε το δεξί είτε το αριστερό, κατάντησε να σημαίνει τον επαμφοτερίζοντα άνθρωπο, τον ασθενούς χαρακτήρος, το ευμετάβολο και καιροσκόπο.


«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» ΜΑΪΟΣ 2006.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Σάββατο 30 Μαΐου 2009


Κυριακή των Αγίων Πατέρων.
(Ιωάννη κεφ. ιζ' στίχοι 1-13).


Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Το σημερινό Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει την προσευχή, που Κύριος έκανε μετά από το Μυστικό Δείπνο στον κήπο της Γεσθημανή. Την ονομάζουμε αρχιερατική προσευχή του Κυρίου. Η Εκκλησία διαβάζει αυτή την ευαγγελική περικοπή, γιατί σήμερα γιορτάζει την ιερή μνήμη των Αγίων Πατέρων, που πήραν μέρος στην Α' Οικουμενική-Σύνοδο (325 μ.Χ.) Η Εκκλησία πανηγυρίζει σήμερα, γιατί επικράτησε η αλήθεια για τη Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.


Κείμενο:
Τω καιρώ εκείνω επάρας ο Ιησούς τους οφθαλμούς αύτού εις τον ούρανόν είπεν· πάτερ, ελήλυθεν η ώρα· δόξασαν σου τον υιόν, ίνα και ο υιός σου δοξάση σε, καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα πάν ό δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον. Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν.
Εγώ σε εδόξασα επί της γης, το έργον ετελείωσα ό δέδωκας μοι ίνα ποιήσω· και νυν δόξασον με συ, πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη ή είχον πρό του τον κόσμον είναι παρά σοί.
Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκας μοι εκ του κόσμου. Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τον λόγον σου τετηρήκασι. Νυν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκας μοι παρά σου εστίν· ότι τα ρήματα ά δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς, και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθαν, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας. Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκας μοι, ότι σοι εισί, και τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς. Και ούκέτι είμι εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κοσμώ εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. Πάτερ άγιε, τήρησον εν τω ονόματι σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς.
Ότε ήμην μετ' αυτών εν τω κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματι σου· ους δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο, ει μη ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή. Νυν δε προς σε έρχομαι, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την έμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς».


Μετάφραση:
Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε· Πατέρα, ήλθε η ώρα. Δόξασε τον υιό σου και ο υιός σου θα σε δοξάσει. Γιατί του έδωσες εξουσία πάνω σ' όλους τους ανθρώπους για να δώσει σ' όλους αυτούς που του έδωσες ζωή αιώνιο. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν εσένα, που είσαι ο μόνος αληθινός Θεός και τον Ιησού Χριστό, που απέστειλες στον κόσμο.
Εγώ σε δόξασα στη γη, τελείωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω· και τώρα δόξασε με συ, Πατέρα, κοντά σου με εκείνη τη δόξα που είχα μαζί σου πριν από την κτίση του κόσμου.
Φανέρωσα το όνομα σου στους ανθρώπους που μου έδωσες από τον κόσμο· δικοί σου ήταν και τους έδωσες σε εμένα· αυτοί φύλαξαν το λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πως όλα όσα δόθηκαν σε μένα είναι από σένα· γιατί εγώ τα λόγια που μου έδωσες έδωσα σ' αυτούς, και αυτοί τα πήραν και κατάλαβαν στ' αλήθεια πως εγώ βγήκα από σένα, και πίστεψαν πως εσύ με απέστειλες. Εγώ γι' αυτούς παρακαλώ· δεν- παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι' αυτούς που μου έδωσες, γιατί δικοί σου είναι. Και όλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μου, και έχω δοξαστεί ανάμεσα τους. Και δεν είμαι πια στον κόσμο, αυτοί όμως βρίσκονται στον κόσμο και εγώ έρχομαι σ' εσένα. Πάτερ άγιε, αυτούς που μου έδωσες φύλαξε τους στο όνομα σου, για να είναι ένα, όπως εμεις.
Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, τους φύλαγα στο όνομα σου· αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα και κανένας απ' αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο υιός τηο απώλειας, για να εκπληρωθεί η Γραφή. Και τώρα έρχομαι σ' εσένα και λέγω αυτά, ενώ ακόμα βρίσκομαι στον κόομο, για να είναι γεμάτοι από τη δική μου χαρά.


ΑΝΑΛΥΣΗ
1. Η Εκκλησία, όπως είπαμε, έχει αφιερώσει τη σημερινή Κυριακή στους άγιους Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Με αυτοκρατορικό διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκεντρώθηκαν 318 Πατέρες της Εκκλησίας μας για να καταδικάσουν τη φοβερή αίρεση του Αρείου. Δεν μπορούσε με πίστη και ταπείνωση να δεχτεί το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Δηλαδή πως ο Θεός είναι στη φύση Του Ένας, αλλά Τριαδικός στα Πρόσωπα. Είναι ο Θεός Πατέρας, ο Θεός Υιός και ο Θεός ʼγιο Πνεύμα. Έλεγε τάχα τις, πως δεν μπορεί να υπάρχουν πολλοί θεοί, γι' αυτό και δεχόταν με τη μικρή και σφαλερή ανθρώπινη σκέψη του, πως ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού.
2. Αυτή η διδασκαλία ήταν φοβερή απειλή για τα μέλη της Εκκλησίας και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Ο Χριστός μας λυτρώνει και μας σώζει από την αμαρτία, γιατί είναι αδιάσπαστα ενωμένος με τον Ουράνιο Πατέρα του. ʼλλωστε ο ίδιος μας βεβαιώνει στο Ευαγγέλιο: «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (=είμαστε ένα). Τέτοιοι σωσμένοι άνθρωποι υπήρχαν και υπάρχουν πάντα στην Εκκλησία μας. Οι άγιοι Απόστολοι, οι Πατέρες, οι άγιοι και οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας είναι η τρανότερη απόδειξη της Θεότητας του Ιησού Χριστού.
3. Η Α' Οικουμενική Σύνοδος με επικεφαλής τον άγιο Αθανάσιο καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ως εσφαλμένη, ψεύτικη και γεμάτη από πλάνη. Η Εκκλησία μας ζει καθημερινά το θαύμα της εν Χριστώ σωτηρίας και αγιότητας των ανθρώπων. Όλα τα θαύματα των Αγίων μας εμψυχώνονται από τη θεϊκή δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Εκκλησία μας ονομάζει τον Κύριο: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών», «ό Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, αθάνατος υπάρχων... είς ων (=ένας υπάρχει) της Αγίας Τριάδος συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι». «Πατέρα Υιόν και ʼγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».
4. Στην αρχιερατική του προσευχή ο Κύριος προσεύχεται στον επουράνιο Πατέρα του: α) για τους μαθητές του, β) για εκείνους τους ανθρώπους, που θα πιστέψουν στο όνομα του και θα είναι όλοι ενωμένοι στην Αγία Εκκλησία, γ) ζητεί να βρεθούν όλοι οι άνθρωποι κοντά του, στον Παράδεισο, ώστε να απολαμβάνουν τη δόξα που είχε ο Χριστός με τον Πατέρα του· πριν ακόμα κτιστεί ο κόσμος. Αυτό μας φανερώνει πολύ καθαρά την αλήθεια της Θεότητας του Ιησού Χριστού.


Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:


«Ομολογούμεν τον Κύριον ημών Ιησούν ριστόν, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον» (Απόφαση της Γ Οικουμενικής Συνόδου, στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).


Ε' ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ


«Τι θα πει να είμαστε μέσα στην Εκκλησία; θα πει να μην αφήνουμε τη θρησκεία μας και την πίστη μας. Θα πει να έχουμε ανάμεσα μας αγάπη, εκείνη την αγάπη, που μας διδάσκει ο Χριστός. Θα πει να μην λείπουμε από τη θεία Λειτουργία, να εξομολογούμαστε και να κοινωνούμε. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός και όποιος είναι μέσα στην Εκκλησία είναι με το Χριστό».


(Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Λόγος Παρακλήσεως, Κοζάνη 1967).

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009


«ΑΝΕΛΗΦΘΗΣ ΕΝ ΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ»


ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητή


Η εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού αποτελεί έναν χαρμόσυνο εορτολογικό σταθμό μέσα στην όντως ευφρόσυνη αναστάσιμη περίοδο της Εκκλησίας μας. Με αισθήματα αγαλλιάσεως οι ορθόδοξοι πιστοί κατακλύζουμε την ιερή αυτή ημέρα τους ναούς για να αναπέμψουμε ευχαριστήριες ωδές στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας Κύριο και να υμνήσουμε την αγία Ανάληψή Του στους ουρανούς, εκεί από όπου καταδέχθηκε να κατέβει, προκειμένου να επιτελέσει το σωτήριο έργο του ανθρωπίνου γένους (Ιωάν.3,13.Φιλιπ.2,6-11). Υμνούμε την επάνοδό Του στο θείο θρόνο της άφατης μεγαλοσύνης Του, στα δεξιά του Θεού Πατέρα, προς τον Οποίο θα είναι εσαεί ο μεγάλος και αιώνιος μεσίτης μας (Α΄Τιμ.2,5).
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον. Έπρεπε να αποβάλλουν κάθε ίχνος λαθεμένης μικροεθνικιστικής ιουδαϊκής αντίληψης για το Μεσσία. Να συνειδητοποιήσουν πλήρως τον πανανθρώπινο χαρακτήρα του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρα και να ξεχάσουν κάθε σκέψη για «ανάσταση του βασιλικού θρόνου του Δαβίδ» και την κυριαρχία του κόσμου. Οι θαυμαστές μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του και οι προχωρημένες πια και πνευματικού χαρακτήρα νουθεσίες αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση νέας αντιλήψεως για το θείο πρόσωπο του Λυτρωτή Χριστού και το σωτήριο ιεραποστολικό έργο που είχαν ταχθεί από Εκείνον να επιτελέσουν στο εξής. « Διήνοιξεν αυτών τον νουν, αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς, του συνιέναι τας γραφάς και είπεν αυτοίς ότι ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα, και κηρυχθήναι επί το ονόματι αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη, αρξάμενον από Ιερουσαλήμ. Υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων. Και ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ΄ υμάς» (Λουκ.24,45-49). Η πιο ελπιδοφόρα αναγγελία Του προς αυτούς ήταν η διαβεβαίωση πως «ιδού εγώ μεθ ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20) και «καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ΄ύψους » (Λουκ.24,49), προαναγγέλλοντας την επιδημία του Παναγίου Πνεύματος προς αυτούς και την Εκκλησία Του.
Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, «εξήγαγε δε αυτούς (τους μαθητάς ) έξω εις Βηθανίαν και επάρας τας χείρας αυτού ευλόγησεν αυτούς. Και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ΄αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν . Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης και ήσαν δια παντός εν τω ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν » (Λουκ.24,50-53). Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).
Το μεγάλο γεγονός της Θείας Αναλήψεως έχει πραγματικά τεράστιες θεολογικές και σωτηριολογικές παραμέτρους για την Εκκλησία μας. Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη » για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει έτι περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.
Είναι αλήθεια πως και κατ' αυτήν τη θαυμαστή στιγμή οι απόστολοι δεν είχαν πλήρη συναίσθηση της αποστολής τους. Παρ' όλο ότι είχαν ζήσει συγκλονιστικά γεγονότα το τελευταίο διάστημα, τα άχραντα παθήματα του Διδασκάλου τους και βίωσαν την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, εν τούτοις δε μπόρεσαν να απαγκιστρωθούν από τη μικροεθνικιστική ιουδαϊκή περί Μεσσία αντίληψη. Γι' αυτό μπήκαν στον πειρασμό να πληροφορηθούν από Εκείνον, τη στιγμή που τους εγκατέλειπε για τον ουρανό, «Κύριε, ει εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισραήλ;» (Πραξ.1,6). Δεν είχαν συνειδητοποιήσει την παγκοσμιότητα του κηρύγματος του Ιησού, δεν αντιλήφθηκαν την πνευματική οικουμενική επανάσταση, που ήρθε να φέρει Αυτός στην ανθρωπότητα, απαλλαγμένη από κάθε μορφή κοσμικής εξουσίας, έχοντας χαρακτήρα αποκλειστικά διακονίας, προς τον πεσόντα άνθρωπο. Φαίνεται ότι λησμόνησαν την προτροπή του Διδασκάλου τους να αλλάξουν νοοτροπία και να μην σκέπτονται όπως ο εξουσιαστικός κόσμος «υμείς δε ουχ ούτως, αλλ' ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών. Τις γαρ μείζων, ο ανακείμενος ή ο διακονών; Ουχί ο ανακείμενος ; Εγώ δε ειμί εν μέσω υμών ως ο διακονών. Υμείς δε εστέ οι διαμεμενηκότες μετ ' εμού εν τοις πειρασμοίς μου» (Λουκ.22,26-27). Το παράδειγμα της διακονίας το έδωσε πλειστάκις ο Ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος δεν ήρθε στον κόσμο « διακονηθήναι , αλλά διακονήσαι » (Μάρκ.10,45). Με λόγους τρυφερότητας, συμπάθειας και αγάπης προς αυτούς τους απάντησε πως « ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ.1,7), θέλοντας να τους εμπεδώσει τη διαχρονική και σώζουσα παρουσία της Εκκλησίας Του στον κόσμο. Εκείνο που τους χρειάζονταν ήταν η άνωθεν δύναμη και ο φωτισμός για να μυηθούν πλήρως στο μυστήριο της σωτηρίας του κόσμου. Τους έδωσε την ελπιδοφόρα αγγελία πως θα λάβουν «δύναμιν επελθόντος του αγίου Πνεύματος» και έτσι θα δυνηθούν να γίνουν «μάρτυρες (Αυτού) εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και εως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).
Ο ιερός συγγραφέας του βιβλίου των «Πράξεων των Αποστόλων» αναφέρει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό, περιγράφοντας το θαυμαστό γεγονός της εις ουρανούς αναλήψεως του Κυρίου. «Βλεπόντων αυτών (των μαθητών) επήρθη , και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών. Και ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού, και ιδού άνδρες δύο παρειστήκεσαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οί και είπον΄ άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν ; Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ' υμών εις τον ουρανόν , ούτως ελεύσεται , όν τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν » (Πράξ.1,9-11). Οι ουράνιοι διαμηνείς του θελήματος του Θεού άγγελοι βρέθηκαν για μια ακόμα φορά ανάμεσα σε ανθρώπους για να βεβαιώσουν το υπερφυσικό γεγονός της Αναλήψεως και να αναγγείλουν και κάτι άλλο: την επανέλευση του Κυρίου στη γη, η οποία θα γίνει τόσο ένδοξη και λαμπρή, όσο η Ανάληψη, όπως την βίωσαν οι παριστάμενοι απόστολοι.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. ʼφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» ( Ιωάν . 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).
O απόστολος Παύλος θέλοντας να τονίσει εμφαντικά το γεγονός της εις ουρανούς αναβάσεως του Χριστού και της παρρησίας Του στο θρόνο του Θεού Πατέρα, έγραψε πως Αυτός «διαθήκης καινής μεσίτης εστί, όπως, θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη παραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας » (Εβρ.9,15). Λάβαμε την « οικονομίαν της χάριτος» (Εφεσ.3,2), ως υπέρτατη δωρεά της υψώσεως Αυτού. Ο φαεινός θρόνος Του στους ένδοξους ουρανούς είναι στο εξής το σημείο συνάντησης Θεού και ανθρώπων, διότι ο Ίδιος διαβεβαίωσε πως «ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι' εμού» (Ιωάν.14,6).
Μέσα λοιπόν στην χαροποιό αναστάσιμη περίοδο προβάλλει η μεγάλη εορτή της Αναλήψεως για να μας χαροποιήσει έτι περισσότερο και να μας υπενθυμίσει πως η δοξασμένη επάνοδος του Λυτρωτή μας Χριστού στο θρόνο της Θεότητας απορρέει άπειρες σωτήριες δωρεές για την ανθρωπότητα και ολόκληρη τη δημιουργία. Αυτός ως ο δοξασμένος Θεάνθρωπος μετέχει ταυτόχρονα του κτιστού και του ακτίστου , καθιστάμενος έτσι ο σωτήριος σύνδεσμος μεταξύ Δημιουργού και δημιουργημάτων. Αυτή είναι η πεμπτουσία της σωτηρίας και το κεντρικό νόημα της μεγάλης εορτής!

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009



ΝΑ ΚΗΔΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝΤΕΣ;

Με αφορμή την αυτοκτονία ενός 15ετούς μαθητού -λόγω αδίκου αποβολής από το σχολείο- και την άρνηση του ιερέως της ενορίας του να τελέσει την ακολουθία της κηδείας, εγράφησαν πολλά και διάφορα από πολλούς και ποικίλους. Και το ίδιο συμβαίνει όποτε έχουμε αυτοχειρία και άρνηση των εκκλησιαστικών αρχών να τελέσουν την νεκρώσιμη ακολουθία.
Έπρεπε ο ιερεύς να κηδεύσει τον αυτόχειρα μαθητή; Ασφαλώς δεν έπρεπε να τον κηδεύσει και να γιατί.
1. Κατ’ αρχάς είναι επιταγή των ι. κανόνων της Εκκλησίας η μη μνημόνευση του αυτόχειρα. Ο ΙΔ΄ κανών του Τιμοθέου Αλεξανδρείας απαγορεύει την εκκλησιαστική μνημόνευση του αυτόχειρα, εκτός βεβαίως εάν είναι ψυχοπαθής. Τον ιερό αυτόν κανόνα επικύρωσε και του προσέδωσε οικουμενικό κύρος ο Β΄ κανών της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Μάλιστα ο κανών μνημονεύει, ότι στην απαγόρευση εμπίπτουν και οι αυτόχειρες που αυτοκτονούν από «επήρειαν» ανθρώπων ή «άλλως πως από ολιγωρίας» (Πηδάλιον, εκδ. «Αστέρος», Αθήναι 1976, σελ. 673). Δηλαδή, ακόμη και όταν η αυτοκτονία γίνεται από σκληρή και απάνθρωπη μεταχείριση του αυτόχειρα, και πάλι δεν συγχωρείται να μνημονευθεί. Συνεπώς, γιατί κατηγορούμε τους κληρικούς όταν αυτοί εφαρμόζουν τους κανόνες της Εκκλησίας; Μπορούμε να κατηγορήσουμε αστυνομικό ή δικαστικό, διότι εφαρμόζει τους νόμους της πολιτείας; Μα αυτό ακριβώς δεν ζητούμε όλοι; Και όταν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται δεν επικρίνουμε την παρανομία;
2. Λένε μερικοί· «Και που ξέρουμε, εάν ένα δίλεπτο -πριν ξεψυχήσει- δεν μετανόησε;». Εάν μετανόησε, ο παντογνώστης και εύσπλαχνος και ελεήμων Κύριος δύναται να του παράσχει την σωτηρία. Δεν δεσμεύεται ο Θεός, εάν η Εκκλησία του -κρίνουσα κατά άνθρωπο και μη έχουσα άλλη πληροφορία- αρνηθεί να τον μνημονεύσει.
3. Γιατί να αυτοκτονήσει ένας νεαρός 15 ετών από μια ασήμαντη αιτία, από μια άδικη αποβολή από το σχολείο; Η ζωή είναι γεμάτη πιέσεις, διώξεις, συκοφαντίες, κατατρεγμούς, προπηλακισμούς, χλευασμούς, ειρωνείες. Δεν δικαιολογούμε βέβαια τις καταστάσεις αυτές, ούτε συμφωνούμε η κοινωνία να είναι «έρημος και χέρσος από ευγενή και φιλάνθρωπα αισθήματα», όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης. Αλλά σ’ ένα κόσμο, που λατρεύει το διάβολο και τα πάθη του, είναι αναπόφευκτο να έλθουμε αντιμέτωποι με την σκληρότητα, και επιβάλλεται -με την βοήθεια του Θεού, την προσωπική άσκηση και την κατάλληλη αγωγή- να χαλυβδώσουμε τον χαρακτήρα μας, ώστε να αντέχει σ’ αυτές τις δοκιμασίες. Συνεπώς η αυτοκτονία του νεαρού, αντί να προκαλέσει την επίθεση εναντίον του ιερέως που αρνήθηκε να τον κηδεύσει, θα έπρεπε μάλλον να οδηγήσει εις εργώδη αναζήτηση των αιτίων που η σημερινή οικογένεια, το σχολείο και η γένει κοινωνική αγωγή δημιουργεί λαπάδες, πλαδαρούς, μαλθακούς, κυριολεκτικώς ετοιμόρροπους και αναμένοντας την πρώτη ελαφρά ώθηση για να πέσουν, νεανίες. Παλαιότερα οι καθηγητές ήταν αυστηροί, άτεγκτοι, είρωνες, προσβλητικοί εις το έπακρον, και, δόξα τω Θεώ, δεν αυτοκτονούσε κανένας. Σήμερα το σύστημα εκτρέφει «μπούληδες»· και αντί να ανησυχήσουμε γι’ αυτό, τα βάζουμε με τους ιερείς. Όπως τα βάζουμε και με τους τροχονόμους, όταν παραβαίνουμε τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας.
4. Ελέχθη ότι η ακολουθία της κηδείας δεν είναι μυστήριο αλλά μια απλή προσευχή, για καλή αποδοχή και ανάπαυση μετά των αγίων του αποβιώσαντος, και συνεπώς δεν είναι σοβαρή παράβαση το να τελεσθεί και σ’ έναν αυτόχειρα. Και όμως η κηδεία είναι μυστήριο και κανονικά τελείται μετά θείας λειτουργίας. Και αυτό διασώζεται και σήμερα ακόμη στις κηδείες κληρικών και μοναχών, οι οποίες γίνονται μετά θείας λειτουργίας. Το ίδιο συνέβαινε και με τον γάμο και με το βάπτισμα· ετελούντο μετά θείας λειτουργίας. Δυστυχώς όμως η φοβερά εκκοσμίκευση και η απομάκρυνση των Χριστιανών από την Εκκλησία κατάντησαν τον γάμο και την κηδεία απλές κοινωνικές κοσμικές τελετές, μ’ ένα ελαφρό επίχρισμα χριστιανικής προσευχής. Θα πρέπει η Εκκλησία να λάβει αυστηρά και αποτελεσματικά μέτρα, ώστε τα ιερά αυτά μυστήρια -του γάμου, του βαπτίσματος, και της κηδείας- να ξαναβρούν τον κανονικό τρόπο τελέσεώς τους. Άλλωστε μετά την κηδεία ακολουθούν ως γνωστό τα μνημόσυνα, που συνδέονται εξάπαντος με λειτουργία. Εάν κηδευθεί κάποιος που αυτοκτόνησε, έπεται ότι θα γίνει και μνημόσυνο, δηλαδή λειτουργία υπέρ αυτού, πράγμα που απαγορεύει ο ΙΔ΄ κανών του Τιμοθέου Αλεξανδρείας.
5. Συνεχώς αυξάνονται οι φωνές εκείνων που εξανίστανται και εξοργίζονται, διότι η Εκκλησία προσπαθεί να οδηγήσει τους νέους και τα σχολεία σε εκκλησιασμό, σε εξομολόγηση, σε θεία κοινωνία, σε χριστιανική κατήχηση. Φωνάζουν συνεχώς οι δαίμονες της κολάσεως, επιδιώκοντας την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών, τη μεταβολή του σε μάθημα θρησκειολογικό-ιστορικό, χωρίς κατηχητικό χαρακτήρα. Συνεχώς προτείνουν την διάρρηξη των σχέσεων κράτους και εκκλησίας κ.τ.λ. Ποιος όμως αντιδρά σ’ αυτές τις φασιστικές μεθοδεύσεις, που αφήνουν τη νεολαία μας ακαθοδήγητη και ανερμάτιστη, πλαδαρή και νωχελική, ετοιμόρροπη και ευάλωτη; Λείπει πλέον η σωστή, ρωμαλέα, ασκητική και νηπτική εκκλησιαστική αγωγή. Οδηγούμε τους νέους μας σε μόνιμη ακηδία, σε ψυχική αποχαύνωση, σε επικίνδυνη χαλάρωση και έλλειψη κάθε ηθικής αντιστάσεως· δηλαδή, στην πνευματική νέκρωση. Και μετά εξανιστάμεθα, γιατί η Εκκλησία, με την άρνηση ταφής των προ πολλού πνευματικά νεκρών, μας υπενθυμίζει την ευθύνη και την ενοχή μας για το κατάντημά τους. Αυτή είναι τελικώς η αιτία των αντιδράσεων αυτών. Να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας και ν’ αποσείσουμε την ενοχή για την ευθύνη που μας αναλογεί, μέσα στις ψαλμωδίες της εκκλησιαστικής κηδείας.


«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» ΙΟΥΝΙΟΣ 2005


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ