Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Η εγκράτεια στην έγγαμη ζωή


Ο Θεός « εποίησε τα πάντα, καλά λίαν ».
Ο άνδρας νιώθει μια φυσική έλξη προς την γυναίκα και η γυναίκα προς τον άνδρα. Αν δεν υπήρχε αυτή η έλξη, ποτέ δεν θα ξεκινούσε κανείς να κάνη οικογένεια. Θα συλλογιζόταν τις δυσκολίες που θα είχε αργότερα με την ανατροφή των παιδιών κ.λ.π., και δεν θα αποφάσιζε να ξεκινήση.
Μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων το σαρκικό φρόνημα σε μερικούς ανθρώπους μπορεί να υπάρχη πέντε τοις εκατό , σε άλλους δέκα , τριάντα κ.λ.π.
Αλλά σήμερα που να βρεθούν άνθρωποι να έχουν πέντε τοις εκατό σαρκικό φρόνημα , να έχουν δηλαδή αγνό φρόνημα!
Πάντως σε όλους τους ανθρώπους έχει δοθή από τον Θεό η δυνατότητα να φθάσουν στην απάθεια, αν αγωνισθούν με φιλότιμο. Δεν δικαιολογούνται οι έγγαμοι , επειδή ακολούθησαν τον έγγαμο βίο , να ξεχνούν ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σάρκα , αλλά είναι και πνεύμα, και να αφήνουν τον εαυτό τους αχαλίνωτο.
Πρέπει να αγωνίζονται να υποτάξουν την σάρκα στο πνεύμα. Αν προσπαθούν να ζουν πνευματικά, με την καθοδήγηση του Πνευματικού τους , θα αρχίσουν να γεύωνται σιγά-σιγά και ανώτερες χαρές, πνευματικές , ουράνιες, και δεν θα αναζητούν τις σαρκικές. Έχουν υποχρέωση να αγωνίζωνται να εγκρατεύωνται , για να μην μεταδώσουν το σαρκικό πάθος στα παιδιά τους.
Ένα παιδάκι, που οι γονείς του έχουν πολύ σαρκικό φρόνημα, έχει από μικρό τέτοιες τάσεις , γιατί παίρνει το σαρκικό φρόνημα από αυτούς.
Στην αρχή αυτό είναι απαλό, όπως όλα τα κληρονομικά πάθη – σαν την τσουκνίδα που, μόλις φυτρώνη, είναι απαλή και μπορείς να την πιάσης, ενώ, όταν μεγαλώση, τσιμπάει- και μπορεί να θεραπευθή από έναν καλό Πνευματικό , που έχει διάκριση.
Αν όμως δεν το κόψη στην μικρή ηλικία , θα χρειασθή πολύ να αγωνισθή, όταν μεγαλώση, για να το κόψη.

Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή»

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

ΤΟ ΚΕΡΙ

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Δίδαξόν με τα δικαιώματα Σου" του Αρχιμανδρίτη Σάββα Δημητρέα).

Η πιο απλή και πιο συνηθισμένη ενέργεια του κάθε Χριστιανού, μπαίνοντας στην Εκκλησία, είναι να ανάβει ένα κερί. όμως η ενέργεια αυτή δεν είναι τόσο απλή.
Είναι κάτι, απ΄το οποίο ο Χριστιανός πρέπει να διδάσκεται και να ωφελείται πνευματικά.
Τίποτε δεν γίνεται στην Εκκλησία άσκοπα.
Τίποτε δεν είναι περιττό. Τίποτε δεν είναι υπερβολικό. Τίποτε δεν είναι ξερός τύπος. Τίποτε δεν είναι χωρίς σημασία και νόημα.
Όλα συντελούν στο να γίνεται η προσκύνηση του Θεού "εν πνεύματι και αληθεία", όπως είπε ο Χριστός στη Σαμαρείτιδα. Έτσι και το άναμμα του κεριού έχει νόημα και δεν πρέπει να γίνεται μηχανικά από τον Χριστιανό.
Ανάβοντας το κερί δεν προσφέρουμε... φως στον Χριστό! Δεν το ανάβουμε για να βλέπει ο Χριστός! Δεν έχει ανάγκη ο Χριστός... τα δικά μας φώτα!
ΕΜΕΙΣ έχουμε ανάγκη από το φως του Χριστού.
ΕΜΕΙΣ χρειαζόμαστε φως για να δούμε.
Τί να δούμε;
Να δούμε ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ! Αυτός είναι η πηγή του αληθινού φωτός! Μόνο από Αυτόν μπορεί να φωτισθεί η ψυχή μας!
Και γι'αυτό ανάβουμε το κερί:
Για να Τον παρακαλέσουμε να μας φωτίσει με το φως του Προσώπου Του.
"Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως"!
Το άναμμα του κεριού είναι αφορμή να εκφράσει ο πιστός την ευγνωμοσύνη του στο Χριστό, γιατί τον αξίωσε να γνωρίσει το Φως το Αληθινό. Και τον ελευθέρωσε από το θανατηφόρο σκοτάδι της άγνοιας του θελήματος του Θεού, από το σκοτάδι της αμαρτίας.

Το φως του κεριού είναι μια υπόμνηση του λόγου του Χριστού: "Εγώ ειμί το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ'έξει το φως της ζωής"(Ιω.8,12)
Μακριά από το Χριστό και έξω από την Εκκλησία υπάρχει σκοτάδι.
Και "ο περιπατών εν τη σκοτία, ουκ οίδε πού υπάγει"...
Το άναμμα του κεριού είναι ακόμη σύμβολο της προσευχήςμας μέσα στην Εκκλησία.
Όπως το κερί καίει συνεχώς, χωρίς διαλείμματα, και σκορπίζει το ιλαρό του φως, έτσι ασταμάτητα και με αμείωτη ένταση πρέπει να ενεργείται η προσευχή στις καρδιές μας κατά την παραμονή μας μέσα στην Εκκλησία.
Ανάβοντας το κερί στο μανουάλι, πρέπει να ανάβει μέσα μας ο ζήλος να προσευχηθούμε αληθινά. χωρίς άσκοπη περιφορά των οφθαλμών μας εδώ κι εκεί.

Χωρίς κουβεντούλα με τους άλλους, που σαν ορμητικό ρεύμα αέρος σβήνει την τρεμάμενη φλογίτσα της προσευχής μας...

Το αναμμένο κεράκι μας, τέλος υποδηλώνει κάτι πολύ βαθύ και σημαντικό. Το κερί, όσο είναι αναμμένο, λειώνει.Δεν είναι δυνατόν να καίει και να φωτίζει, χωρίς να λιώνει! Έτσι κι ο Χριστιανός, για να είναι Φως, που λάμπει "έμπροσθεν των ανθρώπων" προς δόξαν του ονόματος του Θεού, πρέπει να έχει πνεύμα θυσίας. Χωρίς κόπο και προσφορά θυσίας, δεν μπορεί να υπάρξει φως που καταλάμπει και διαλύει τα ποικίλα σκοτάδια του κόσμου.

Το αναμμένο κερί είναι μια μικρή θυσία. Θυσία Δοξολογίας.
Θυσία αινέσεως. Θυσία ικεσίας. Σε Εκείνον που είναι το Φως του Κόσμου, στον Χριστό.
Και τους Αγίους Του, που και αυτοί έγιναν φως κι οδηγοί του κόσμου.
Με αυτούς τους λογισμούς πρέπει να ανάβει ο Χριστιανός το κερί του, εφ'όσον θέλει να μην είναι δούλος τύπων, αλλά να χρησιμοποιεί τους "τύπους" για να ανεβάζει νου και καρδιά στο Θεό.





Πέμπτη 10 Απριλίου 2008

Ο ΠΑΠΑΣ ΜΑΣ
«

Αν είναι ενεργητικός, τον θεωρούμε υπερβολικά κουρδισμένο.
Αν είναι ήρεμος, τον θεωρούμε τεμπέλη.
Αν έχει γκρίζα μαλλιά , τον θεωρούμε γέρο.
Αν είναι νέος , λέμε πως δεν έχει εμπειρία.
Αν θέλει να κάνει αλλαγές, τον θεωρούμε επαναστάτη.
Αν δεν θέλει, λέμε πως δεν παίρνει πρωτοβουλίες.
Αν κηρύττει κατά της αμαρτίας, τον θεωρούμε φανατικό.
Αν δεν το κάνει , λέμε πως είναι κοσμικός.
Αν χρησιμοποιεί κινήσεις των χεριών όταν εκφράζεται , τον θεωρούμε ηθοποιό.
Αν παραμένει ακίνητος, τον λέμε ξύλινο.
Αν υψώνει την φωνή του, λέμε πως φωνάζει πολύ.
Αν δεν υψώνει την φωνή του , τον θεωρούμε μονότονο.
Αν είναι στο σπίτι του, λέμε πως πρέπει να είναι έξω , επισκεπτόμενος Ενορίτες.
Αν θεαθεί στον δρόμο, λέμε πως θα πρέπει να είναι κλεισμένος μέσα, ετοιμάζοντας το κήρυγμά του.
Αν επισκέπτεται τους πτωχούς , τον θεωρούμε σοσιαλιστή.
Αν επισκέπτεται πλούσιους, λέμε πως κάνει χατήρια.

Θεέ μου, δώσε στον παπά μας υπομονή!



Ο Αγιορειτης αγιος Σιλουανος λεγει για το λειτουργο ιερεα:<< Εαν εβλεπαν οι ανθρωποι με ποια δοξα λειτουργει ο ιερεας, θα επεφταν καταγης μπροστα στο οραμα αυτο.Κι αν ο ιδιος ο ιερεας εβλεπε τον εαυτο του, σε ποια ουρανια δοξα βρισκεται κατα την τελεση του λειτουργηματος,τοτε θα γινοταν μεγαλος ασκητης και θα αγωνιζοταν να μην θλιψει με τιποτε τη χαρη του Αγιου Πνευματος, που ζει μεσα του>>.

Απο το βιβλιο ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΟΝ Α εκδοση: 1998 Συγγραφεας: πρεσβ. Διονυσιος Τατσης

Η αξιοποίηση της ατεκνίας.

Η γυναίκα, όταν δεν έχη παιδιά, αν δεν αξιοποιήση το θέμα αυτό πνευματικά, βασανίζεται. Τί είχα τραβήξει μια φορά με μια γυναίκα που δεν είχε παιδιά! Ο άνδρας της είχε πολύ μεγάλη θέση στην δουλειά του .
Αυτή είχε σπίτια που τα νοίκιαζε, σπίτι μεγάλο στο οποίο έμεναν, προίκα μεγάλη, και βαριόταν να πάη στην αγορά να ψωνίση , βαριόταν και να μαγειρέψη , αλλά ούτε και ήξερε να μαγειρεύη. Τηλεφωνούσε και της έφερναν έτοιμα φαγητά. Τίποτε δεν της έλειπε , και όμως ήταν βασανισμένη, γιατί τίποτε δεν την ευχαριστούσε. Όλη μέρα καθόταν στο σπίτι. Της έφταιγε το ένα, της έφταιγε το άλλο, βαριόταν το ένα, βαριόταν το άλλο. Την έπνιγαν μετά οι λογισμοί και αναγκαζόταν να παίρνη χάπια.
Ο άνδρας της έπαιρνε δουλειά από το γραφείο στο σπίτι, για να της κάνει παρέα, και εκείνη καθόταν πάνω από το κεφάλι του , για να περνάη την ώρα της. Ο άνθρωπος την βαριόταν , αλλά έπρεπε ο καημένος να κάνη και την δουλειά του. Όταν την συνάντησα της, είπα: « Μην κάθεσαι όλη μέρα σπίτι και μουχλιάζεις.
Πήγαινε σε κανένα νοσοκομείο, να κάνης καμμιά επίσκεψη σε αρρώστους ».
« Πού να πάω, Πάτερ ; μου λέει , δύσκολο μου φαίνεται » .
« Τότε θα κάνης το εξής: Θα διαβάζης την Πρώτη Ώρα στην ώρα της, την Τρίτη Ώρα στην ώρα της κ.λ.π. και θα κάνης και καμμιά μετάνοια » .
« Δεν μπορώ », μου λέει. « Ε,τότε να ασχοληθής με τα Συναξάρια ».
Της είπα να διαβάση τον βίο όλων των γυναικών που αγίασαν , με την σκέψη μήπως από εκεί πάρη κάτι και βοηθηθή. Τρόμαξα να την βάλω σε μια σειρά, για να μην καταλήξη στο τρελλοκομείο. Είχε αχρηστευθή τελείως. Γερή μηχανή, αλλά με παγωμένα λάδια.
Με όλα αυτά θέλω να πω ότι η καρδιά της γυναίκας αχρηστεύεται, όταν η αγάπη που έχει στην φύση της δεν βρη διέξοδο. Και βλέπεις, άλλη με πέντε- έξι ή και οκτώ παιδιά , να είναι πάμφτωχη η καημένη και να χαίρεται. Έχει και λεβεντιά και παλληκαριά. Γιατί; Γιατί βρήκε τον στόχο της. Μου έκανε εντύπωση μία περίπτωση: Ένας γνωστός μου είχε δύο αδελφές. Η μία παντρεύτηκε πολύ μικρή και απέκτησε πολλά παιδιά. Θυσία γινόταν. Έρραβε κιόλας και έστελνε σε φτωχούς ελεημοσύνες.
Ήρθε προ ημερών και μου είπε: « έχω και εγγονάκια τώρα! » και σκιρτούσε η καρδιά της. Η άλλη δεν παντρεύτηκε ,δεν αξιοποίησε πνευματικά και το αμέριμνο που είχε και ήταν… μην τα ρωτάς! Ένα άχρηστο πράγμα! Βαριόταν που ζούσε. Περίμενε από την γριά μάνα της να την εξυπηρετή και είχε και παράπονα. Βλέπετε τι γίνεται; Δεν έγινε η αλλαγή μέσα της , γιατί δεν έγινε μητέρα και ούτε αξιοποίησε την αγάπη που υπάρχει στην γυναικεία φύση, βοηθώντας όσους έχουν ανάγκη.Για αυτό λέω ότι η θυσία είναι απαραίτητη στην γυναίκα. Ο άνδρας, και αν ακόμη δεν καλλιεργήση την αγάπη, δεν παθαίνει και μεγάλη ζημιά.

Η γυναίκα όμως, με την αγάπη που έχει, αν τυχόν δεν την διοχετεύη σωστά, είναι σαν μια μηχανή που δουλεύει, αλλά δεν έχει υλικό να δουλέψη και τραντάζεται και τραντάζει και τους άλλους. ]

Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή»ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Το Γενέσιον της Θεοτόκου»

Αποσπάσματα από τα κεφάλαια:

δεν πρέπει να τηρούμε την εγκράτεια μόνο στην τροφή αλλά και στις υπόλοιπες κινήσεις της ψυχής
και
Είναι ανάγκη να επαγρυπνούμε ώστε να μη κρίνουμε κανέναν
Και ότι δεν πρέπει να τηρούμε την εγκράτεια μόνο στην τροφή αλλά και στις υπόλοιπες κινήσεις της ψυχής.

1. Κάποιοι αδελφοί από τη Σκήτη (Σκήτη: Τόπος μοναχικών οικισμών βορειοδυτικά του Καΐρου) ξεκίνησαν να επισκεφθούν τον αββά Αντώνιο.Μπήκαν λοιπόν σ’ένα καράβι για να πάνε και σ’αυτό βρήκαν έναν άλλο Γέροντα, που ήθελε κι αυτός να πάει εκεί. Δεν τον γνώριζαν όμως αυτόν οι αδελφοί. Καθισμένοι λοιπόν μέσα στο καράβι ανέφεραν μεταξύ τους αποφθέγματα Πατέρων (Είναι η αρχαιότερη μαρτυρία περί προφορικής χρήσεως Αποφθεγμάτων των Πατέρων. Έχουμε δηλαδή ένα προδρομικό στάδιο προς την γραπτή συλλογή που ακολούθησε αργότερα) ή ρητά από την Γραφή και από ανάμεσα για το εργόχειρό τους. Ο Γέροντας έμενε εντελώς σιωπηλός .Σαν βγήκαν στο λιμάνι παρατήρησαν ότι και ο Γέροντας πήγαινε προς τον Αββά Αντώνιο.

Κι όταν έφτασαν εκεί τους είπε ο αββάς Αντώνιος:«Καλή συνοδία βρήκατε τον Γέροντα αυτόν». Στον Γέροντα είπε: «Καλούς αδελφούς είχες μαζί σου,αββά» και ο Γέροντας του απαντά:«Καλοί βέβαια είναι, αλλά η αυλή τους δεν έχει πόρτα και όποιος θέλει μπαίνει στον στάβλο και λύνει το γαϊδούρι». Αυτό το είπε γιατί ότι ερχόταν στο στόμα τους, το έλεγαν.

12. Επισκέφθηκε κάποιος από τους Γέροντες τον αββά Αχιλλά και τον είδε να φτύνει αίμα από το στόμα του και τον ρωτάει: «Τι είναι αυτό,πάτερ;» Αποκρίθηκε ο Γέροντας: «Είναι λόγος αδελφού που με λύπησε και αγωνίστηκα να μην το ανακοινώσω. Παρακάλεσα τον Θεό να με απαλλάξει απ’αυτό (Δηλαδή από την θύμηση των λόγων του αδελφού) και έγινε ο λόγος αίμα στο στόμα μου και τον έφτυσα. Έτσι βρήκα την ανάπαυσή μου και λησμόνησα τη λύπη μου ».

20. Έστειλε κάποτε ο Επιφάνιος, ο επίσκοπος Κύπρου ,μήνυμα στον αββά Ιλαρίωνα και τον παρακαλούσε: «Έλα να δούμε ο ένας τον άλλον ,πριν αποχωρήσουμε από το σώμα». Πράγματι πήγε ο αββάς και χάρηκαν που βρέθηκαν .Την ώρα που έτρωγαν, έφεραν στο τραπέζι πτηνό. Το πήρε ο Επίσκοπος και το πρόσφερε στον αββά Ιλαρίωνα. Του λεέι τότε ο Γέροντας: «Συγχώρεσέ με, από τότε που πήρα το σχήμα δεν έφαγα σφαχτό». Ο Επίσκοπος αποκρίνεται: «Εγώ από τότε που πήρα το σχήμα, δεν άφησα κανέναν να κοιμηθεί έχοντας κάτι εναντίον μου, ούτε εγώ κοιμήθηκα έχοντας κάτι εναντίον κάποιου άλλου». Του λέει τότε ο Γέροντας: «Συγχώρα με ,ο δικός σου τρόπος ζωής είναι ανώτερος απ’τον δικό μου».

24. Είπε ο αββάς Ησαϊας: «Τη σιωπή να την αγαπάς περισσότερο από το λόγο, γιατί η σιωπή φέρνει θησαυρό ,ενώ η ομιλία τον διασκορπίζει».

32. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ισίδωρο, τον πρεσβύτερο της Σκήτης: «Γιατί οι δαίμονες σε φοβούνται τόσο πολύ;» Του απαντά ο Γέροντας: «Από την ώρα που έγινα μοναχός προσπαθώ να μην επιτρέπω την οργή να ανέβει στο στόμα μου (Πρβλ.Ψαλμ. 149, 6.)».

33. Έλεγε πάλι ότι τριάντα χρόνια έχει από τότε που αντιλαμβάνεται την παρουσία της αμαρτίας στη σκέψη του, ποτέ όμως δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του ούτε σε επιθυμία ούτε σε οργή.

44. Είπε ο αββάς Μακάριος:«Εάν επιπλήττοντας κάποιον, αισθανθείς μέσα σου να κινείται οργή, ικανοποιείς δικό σου πάθος και δεν σε υποχρεώνει κανείς να χάσεις τον εαυτό σου, για να σώσεις άλλους».

54. Είπε πάλι (ο αββάς Ποιμήν):«Εάν ο άνθρωπος θα θυμάται το ρητό της Γραφής ότι τα λόγια σου θα σε δικαιώσουν και τα λόγια σου θα σε καταδικάσουν (Ματθ. 12,37), θα προτιμάει μάλλον να σιωπά».

55.Είπε ακόμη ο Γέροντας ότι ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Παμβώ εάν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον και του απάντησε: «Καλύτερη είναι η σιωπή».

84. Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Τιθόη: «Πώς να περιφρουρήσω την καρδιά μου;» Κι ο Γέροντας του λέει: «Πώς να φυλάξουμε την καρδιά μας, όταν είναι ανοικτές η γλώσσα και η κοιλιά μας;»

87. Είπε πάλι: «Εκείνος που δεν κυριαρχεί στη γλώσσα του σε ώρα οργής, αυτός ούτε στα πάθη του θα κυριαρχήσει ποτέ».

88. Είπε ακόμη:«Προτιμότερο είναι να τρώει κανείς κρέας και να πίνει κρασί, παρά να τρώει τις σάρκες των αδελφών του με την καταλαλιά».

89. Είπε ο ίδιος: «Το φίδι με όσα ψιθύρισε έβγαλε την Εύα από τον Παράδεισο (Γεν.3, 1-5). Μ’αυτό λοιπόν μοιάζει κι εκείνος που φλυαρεί κατά του πλησίον. Γιατί και την ψυχή αυτού που ακούει την οδηγεί στην καταστροφή και τη δική του τη διακινδυνεύει.»
Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία αυτή ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος» ή μονολεκτικά «Ακάθιστος» από την ορθία στάση, που τηρούσαν οι πιστοί καθ' όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.
Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου, όπως ακριβώς τελέσθηκε απόψε. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε' Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την «πρεσβεία». Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις σ' ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.
Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ' άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοσι η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίση κάπως στην αναζήτησί μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύσι της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθη και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ' άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνη λόγο γι' αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).
Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.
Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ' αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εωρτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ' ωρισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ' άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.
Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη ύπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρι σ' αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνη από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογή κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.

«Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,
ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια
αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε·
αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον,
εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον,
ίνα κράζω σοι·
Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».
Μεγάλη Σαρακοστή: Πορεία προς το Πάσχα

Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ’ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη».Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για τη Χριστιανική πίστη και ζωή μας.
Άραγε είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή, πολύ πέρα από μια ετήσια ανάμνηση ενός γεγονότος που πέρασε; Ο καθένας που, έστω και μια μόνο φορά, έζησε αυτή τη νύχτα «τη σωτήριο, τη φωταυγή και λαμπροφόρο», που γεύτηκε εκείνη τη μοναδική χαρά, το ξέρει αυτό.
Αλλά τι είναι αυτή η χαρά; Γιατί ψέλνουμε στην αναστάσιμη λειτουργία: «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια»; Με ποια έννοια «εορτάζομεν» - καθώς ισχυριζόμαστε ότι το κάνουμε – «θανάτου την νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν...»;

Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν από δυο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου», προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μάς δόθηκε τη μέρα που βαπτιστήκαμε, τη μέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απ. Παύλος: «...συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).[...]

Μήπως όμως δε χάνουμε πολύ συχνά και δεν προδίνουμε αυτή τη «νέα ζωή» που λάβαμε σαν δώρο, και στην πραγματικότητα ζούμε σαν να μην αναστήθηκε ο Χριστός και σαν να μην έχει νόημα για μάς αυτό το μοναδικό γεγονός; Και όλα αυτά εξαιτίας της αδυναμίας μας, της ανικανότητάς μας, και ζούμε σταθερά με «πίστη ελπίδα και αγάπη» στο επίπεδο εκείνο που μάς ανέβασε ο Χριστός όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Απλούστατα εμείς ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας και ακριβώς επειδή ξεχνάμε, αποτυχαίνουμε. Μέσα σ’ αυτή τη λησμοσύνη, την αποτυχία και την αμαρτία η ζωή μας γίνεται ξανά «παλαιά», ευτελής, σκοτεινή και τελικά χωρίς σημασία, γίνεται ένα χωρίς νόημα ταξίδι για ένα χωρίς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε να ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις «απολαύσεις της ζωής» μάς έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεί κατά καιρούς να παραδεχόμαστε τις ποικίλες «αμαρτίες» μας και να τις εξομολογούμαστε, όμως εξακολουθούμε να μην αναφέρουμε τη ζωή μας σ’ εκείνη τη νέα ζωή που ο Χριστός αποκάλυψε και μάς έδωσε. Πραγματικά ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία όλων των κατ’ όνομα χριστιανών.
Αν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατί τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας και όλος ο κύκλος των ακολουθιών της υπάρχουν, πρώτα απ’ όλα, για να μάς βοηθήσουν να ξαναβρούμε το όραμα και την γεύση αυτής της νέας ζωής, που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίνουμε, και ύστερα να μπορέσουμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία. Πώς είναι δυνατόν να αγαπάμε και να επιθυμούμε κάτι που δεν το ξέρουμε; Πώς μπορούμε να βάλουμε πάνω από καθετί άλλο στη ζωή μας κάτι που ποτέ δεν έχουμε δει και δεν έχουμε χαρεί; Με άλλα λόγια: πώς μπορούμε, πώς είναι δυνατόν να αναζητήσουμε μια Βασιλεία για την οποία δεν έχουμε ιδέα; Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν από την αρχή και είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή της Βασιλείας. Και στο κέντρο της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της και μεσουράνημά της – σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν καθετί - είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο, που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η πρόγευση της αιώνιας χαράς που μάς περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: «νικήθηκε ο θάνατος».
Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι’ αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή. Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα «παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση» από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει αποκαλυφτεί «εν Χριστώ».
Παρ’ όλα αυτά η «παλαιά» ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και ν’ αλλάξει. Το Ευαγγέλιο περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια η οποία, στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά απραγματοποίητη. Αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση. Το όραμα, ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μάς μια πρόκληση που βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας!
Γι’ αυτό, ακόμα και οι Απόστολοι, όταν άκουσαν τη διδασκαλία του Κυρίου Τον ρώτησαν απελπισμένα: «τις άρα δύναται σωθήναι;» (Ματθ. 19,26). Στ’ αλήθεια δεν είναι καθόλου εύκολο ν’ απαρνηθείς ένα ασήμαντο ιδανικό ζωής καμωμένο με τις καθημερινές φροντίδες, με την αναζήτηση των υλικών αγαθών, με την ασφάλεια και την απόλαυση και να δεχτείς ένα άλλο ιδανικό ζωής το οποίο βέβαια δεν στερείται καθόλου τελειότητας στο σκοπό του: «Γίνεσθε τέλειοι ως ο Πατήρ ημών εν ουρανοίς τέλειος εστίν». Αυτός ο κόσμος με όλα του τα «μέσα» μάς λέει: να είσαι χαρούμενος, μην ανησυχείς, ακολούθα τον «ευρύ» δρόμο. Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει: διάλεξε το στενό δρόμο, αγωνίσου και υπόφερε, γιατί αυτός είναι ο δρόμος για τη μόνη (genuine) αληθινή ευτυχία. Και αν η Εκκλησία δεν βοηθήσει πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτή τη φοβερή εκλογή; Πώς μπορούμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην υπέροχη υπόσχεση που μας δίνεται κάθε χρόνο το Πάσχα; Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζεται η Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μάς η Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετάνοιας που θα μάς δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν’ αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».

Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μάς είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε, στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η προετοιμασία μας γι’ αυτή την επιστροφή – η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας «διάβαση», το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον κατηχητικό και βαπτιστικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται «αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι ζωντανό και ουσιαστικό για μας. Γι’ αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, μια ακόμη φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματος» μας θάνατο και την ανάσταση.

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε – μακριά, πολύ μακριά - τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, Φως, και τη δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στο ορίζοντα. «Μη καταισχύνης ημάς από της προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε!»

Από το Βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή» Αλέξανδρου Σμέμαν Εκδ. Ακρίτας