Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 29 Μαίου 2016.
Ευαγγελιστής Ιωάννης δ΄5-42 Κυριακή Της Σαμαρείτιδος.

Κείμενο:
Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού· ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ. ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη. έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. λέγει αυτή ο Ιησούς· δος μοι πιείν. οι γαρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πόλιν ίνα τροφάς αγοράσωσι. λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις· πως συ Ιουδαίος ων παρ΄ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις. απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις εστίν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων. λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων; μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ, ος έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού; απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν· ος δ΄ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, δος μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μη διψώ μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν. λέγει αυτή ο Ιησούς· ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε. απεκρίθη η γυνή και είπεν· ουκ έχω άνδρα. λέγει αυτή ο Ιησούς· καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω· πέντε γαρ άνδρας έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ· τούτο αληθές είρηκας. λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει συ. οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν· και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν. λέγει αυτή ο Ιησούς· γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί. υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν· ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. αλλ΄ έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν. λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. λέγει αυτή ο Ιησούς· εγώ ειμί ο λαλών σοι. και επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει· ουδείς μέντοι είπε, τι ζητείς ή τι λαλείς μετ΄ αυτής; Αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυνή και απήλθεν εις την πόλιν, και λέγει τοις ανθρώποις· δεύτε ίδετε άνθρωπον ος είπε μοι πάντα όσα εποίησα· μήτι ούτος εστίν ο Χριστός; εξήλθον ουν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν. Εν δε τω μεταξύ ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε. ο δε είπεν αυτοίς· εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. έλεγον ουν οι μαθηταί προς αλλήλους· μήτις ήνεγκεν αυτώ φαγείν; λέγει αυτοίς ο Ιησούς· εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον. ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνος εστί και ο θερισμός έρχεται; ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισί προς θερισμόν ήδη. και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. εν γαρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτών εισεληλύθατε. Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών δια τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα. ως ουν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ΄ αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. και πολλώ πλείους επίστευσαν δια τον λόγον αυτού, τη τε γυναικί έλεγον ότι ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν· αυτοί γαρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτος εστίν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός.


Μετάφραση:

Έφτασε έτσι με μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι· ήταν γύρω στο μεσημέρι. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δωσ΄ μου να πιώ». Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν΄ αγοράσουν τρόφιμα. Εκείνη του απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πως μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» - επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είν΄ αυτός που σου λέει «δωσ΄ μου να πιώ», τότε εσύ θα του ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, το ΄χεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ· ήπιε απ΄ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ΄ αυτόν;» Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ΄ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσει θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ΄ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ΄ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ». «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, δεν έχω άντρα· γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης· οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ΄ αυτό το βουνό· εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ΄ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε· εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήλθε κιόλας, που οι πραγματικοί λατρευτές θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ, που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου· μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ΄ αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακολουθούσαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του ΄φερε κανείς να φάει;» Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λέτε «τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός». Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία «άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει». Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι΄ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ΄ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους· κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότερο ακούγοντας τα λόγια του κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια· γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

Σχόλια:Του Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεών.


Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

«Έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί
προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»

ΣΕ ΚΑΘΕ ΘΡΗΣΚΕΙΑ η λατρεία προσδιορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό. Ο άνθρωπος που πιστεύει, αισθάνεται πηγαία την ανάγκη να λατρεύει το Θεό και να προσεύχεται σ’ Αυτόν. Όσο, μάλιστα, πιο δυνατή είναι η πίστη, τόσο πιο μεγάλη είναι και η ανάγκη για προσευχή. Εξάλλου η πίστη ενός ανθρώπου υποστηρίζεται και ενισχύεται από την πίστη των άλλων. Σ’ αυτό έγκειται η σημασία της λειτουργίας και της κοινής λατρείας του Θεού. Της λατρείας που, σύμφωνα με τη βιβλική αντίληψη, έχει έντονο κοινοτικό χαρακτήρα. Αποτελεί την στάση και την προσφορά του πιστεύοντος λαού προς τον ζώντα και αληθινό Θεό που αποκαλύπτεται μέσα στο χρόνο και την ιστορία.
Στη λατρεία, την προσκύνηση και την κοινή προσευχή που αναπέμπουμε προς τον Θεό, αναφέρεται και ο θαυμαστός διάλογος του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, την κατοπινή αγία και ισαπόστολο Φωτεινή. Ο Ιησούς, παίρνοντας αφορμή από το ερώτημα που του έθεσε η Σαμαρείτιδα για τον ενδεδειγμένο τόπο λατρείας του Θεού, θα προσδιορίσει με ελάχιστες λέξεις την ουσία της λατρείας και τα θεμελιώδη εκείνα γνωρίσματα της, που την καθιστούν γνήσια και ευάρεστη μπροστά στο Θεό. Έτσι κλείνει το κεφάλαιο της αρχαίας λατρείας και στη ζωή των ανθρώπων εισάγεται μια καινούργια λατρεία, πνευματική και αληθινή. «Έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»

Τι είναι η χριστιανική λατρεία;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ένωση του ανθρώπου με το Θεό «εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. 4,6). Είναι το ξεχείλισμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης μας. Ο αίνος των χειλέων και η δοξολογία της καρδιάς μας. Η εναπόθεση της υπάρξεως μας στα χέρια του Θεού, στην πρόνοια, την αγάπη και την πατρική φροντίδα Του.
Κέντρο της χριστιανικής λατρείας είναι η προσφορά της θυσίας του Χριστού για τη σωτηρία μας. «Υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Με τη θυσία του Χριστού τερματίζεται η αρχαία λατρεία του Ισραήλ, που ήταν προορισμένη να εκφράσει και να διασώσει την ταπεινή και ελπιδοφόρα προσδοκία της σωτηρίας. Η σωτηρία, χάρη στη θυσία που ο Ιησούς Χριστός προσέφερε πάνω στο θυσιαστήριο του σταυρού, είναι πλέον πραγματικότητα. Και ο άνθρωπος μπορεί να λάβει τους καρπούς αυτής της θυσίας μετέχοντες στη θεία Ευχαριστία.
Μέσα στο χρόνο, στο παρόν, πραγματώνεται η κοινωνία μας με το Θεό, η οποία μας προετοιμάζει για την αιώνια και πλήρη κοινωνία του ουρανού. Η ευχαριστιακή κοινωνία, το κέντρο της νέας λατρείας και η δίοδος για τη νέα ζωή, είναι η «εικών» και το «σημείον» της ουράνιας κοινωνίας και το μέσο για την επίτευξη της.

Τα βασικά γνωρίσματα της χριστιανικής λατρείας

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ουσιώδη γνωρίσματα της καινούργιας αυτής λατρείας που εισάγει ο Χριστός μας; Πρώτα-πρώτα ότι είναι προσκύνηση και λατρεία «εν πνεύματι». Δικαιούνται και μπορούν να την προσφέρουν μόνο οι αναγεννημένοι «εκ του Πνεύματος» (Ιω, 3,8). Όσοι έλαβαν τη σφραγίδα Του, μετέχουν στη ζωοποιό χάρη Του και ακολουθούν τους νόμους Του. Πνευματική λατρεία είναι εκείνη που δεν εξαρτάται και δεν περιορίζεται σε εξωτερικές ενέργειες και τύπους μόνο, αλλά αναβλύζει από την ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου. Προσφέρεται «δια της ψυχής και της του νου καθαρότητος», όπως ερμηνεύει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Λατρεύω τον Θεό «εν πνεύματι» σημαίνει του αφιερώνω την ύπαρξη μου, τη σκέψη μου, την καρδιά μου, τη θέληση μου. Προσηλώνομαι και ανταποκρίνομαι ολόθυμα στην αγάπη Του. Αναδεικνύω τη ύπαρξη μου θυσιαστήριο και ναό συνεχούς δοξολογίας του θεϊκού μεγαλείου Του. Επιδιώκω συνεχώς να επαναλαμβάνω μυστικά μέσα στην καρδιά μου την κραυγή του αγαπητού Υιού Του «αββά ο πατήρ» (Γαλ.4,6).
Το δεύτερο γνώρισμα της νέας λατρείας που επεσήμανε στην Σαμαρείτιδα ο Κύριος είναι το «εν αληθεία». Προσκύνηση και λατρεία του Πατρός αληθινή. Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο προσδιορισμός της χριστιανικής λατρείας; Όχι, βέβαια, ότι προέρχεται από ειλικρινή διάθεση, διότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να γίνει και στην αρχαία λατρεία. Με ειλικρινή διάθεση είχε την υποχρέωση να λατρεύει τον Θεό και ο Ιουδαίος και ο Σαμαρείτης. Λατρεία αληθινή σημαίνει πραγματική λατρεία. «Τα πρότερα», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «τύπος ήν, η περιτομή, τα ολοκαυτώματα, τα θύματα, τα θυμιάματα. Νυνί δε ουκέτι, αλλ’ αλήθεια το παν».
Η δυνατότητα να λατρεύουμε αληθινά οι άνθρωποι τον Θεό μας εξασφαλίστηκε με την ενανθρώπηση και τη θυσία του Χριστού. Ο Κύριος μας φανέρωσε το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Μας γνωστοποίησε την Οικονομία Του, το σχέδιο δηλαδή της σωτηρίας μας. Προσέφερε αυτή τη σωτηρία με τη σταυρική θυσία και την ένδοξη Ανάσταση Του. Έτσι ο ένδοξος Χριστός είναι μυστηριωδώς παρών ανάμεσα μας. Μας παρέχει τη δυνατότητα να κοινωνούμε το σώμα και το αίμα Του και να γινόμαστε με τη συμμετοχή μας αυτή όλοι ένα και μόνο σώμα, που δοξάζει τον Πατέρα «εν Χριστώ» δια του Αγίου Πνεύματος. Για τους χριστιανούς που έχουν τη δυνατότητα να λατρεύουν αληθινά το Θεό, σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «Ημείς εσμεν η περιτομή, οι Πνεύματι Θεού λατρεύοντες και καυχώμενοι εν Χριστώ Ιησού…» (Φιλ. 3,3).
Στο σημείο αυτό όμως είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε:

Εμείς ανήκουμε στους αληθινούς προσκυνητές;

ΛΑΤΡΕΥΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ «εν πνεύματι και αληθεία»; Δυστυχώς οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο προσευχόμαστε και λατρεύουμε το Θεό συχνά είναι εντελώς εξωτερικός. Τύπος χωρίς ουσία. Πράξη μηχανική. Συνήθεια και όχι προσωπική πνευματική εμπειρία. Ερχόμαστε στο ναό. Μετέχουμε στην κοινή λειτουργία. Αναπέμπουμε προσευχές. Κάνουμε τις προσφορές μας. Όλα αυτά όμως εξωτερικά, συμβατική και τυποποιημένη εκπλήρωση θρησκευτικών καθηκόντων. Χωρίς να αναγεννιέται η ύπαρξη και να μεταμορφώνεται η ψυχή μας. Εδώ ισχύει ο λόγος του Θεού που ακούμε από τον προφήτη Ησαΐα και που αναφέρεται στην εξωτερική και τυποποιημένη λατρεία: «Ο λαός τούτος με πλησιάζει με τα λόγια του στόματος του και με τιμά μόνο με τα χείλη του, ενώ η καρδιά του είναι μακριά από μένα» (29, 13).
Ο Θεός όμως θέλει λατρεία που ν’ αναβλύζει μέσα από την καρδιά μας. Ευαρεστείται στην προσευχή που προέρχεται από τα βάθη της υπάρξεως και η οποία εκφράζει τη θερμή αγάπη και την πλήρη αφοσίωση της ψυχής μας. Αξιώνει να του προσφέρουμε την ίδια την καρδιά μας. Για να γίνει ένοικος της. Και να αναδειχθεί έτσι ο πιο υπέροχος τόπος λατρείας, ο πιο περίλαμπρος ναός, όπου θα λατρεύεται και θα δοξάζεται. Ο ίδιος ο Θεός παραγγέλλει από την εποχή της Π. Δ. ακόμη: «Αγαπάν αυτόν (τον Θεό) και λατρεύειν Κυρίω τω Θεώ σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου…» (Δευ.10,12).
Ο Θεός επιζητεί ακόμη τη θέληση και τον αγώνα μας. Επαναπαύεται όχι στις υλικές προσφορές αλλά στην πιστότητα μας. Στην προσπάθεια που καταβάλλουμε για ν’ ακολουθήσουμε το θέλημα Του και να ζήσουμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο Του. Με το στόμα του προφήτου Ωσηέ μας επισημαίνει: «Έλεον θέλω και ου θυσίαν, και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα» (6, 6).

* * *
Αδελφοί μου,
Η μεγάλη ελπίδα του σημερινού ανθρώπου, που υποφέρει από μοναξιά και συμπιέζεται κάτω από την κυριαρχία της μηχανής, είναι ένα μεταφυσικό άνοιγμα στη ζωή του. Ο δρόμος της πίστεως. Η χαρά και η ανάπαυση της προσωπικής συναντήσεως με τον Θεό. Στο χώρο της Εκκλησίας. Στο κλίμα της προσευχής. Στην ατμόσφαιρα της θείας λατρείας. Μια λατρεία όμως, που, όπως ο Κύριος μας διδάσκει σήμερα, θα προσφέρουμε πάντοτε στο Θεό «εν πνεύματι και αληθεία».

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής του Παραλύτου.
22 Μαίου 2016.
Ευαγγελιστής Ιωάννης κεφάλαιο ε΄ 1-15.

Κείμενο:
1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ. 


Μετάφραση:
Ύστερα απ΄ αυτά, οι Ιουδαίοι είχαν μια γιορτή, κι ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα. Κοντά στην προβατική πύλη, στα Ιεροσόλυμα, υπάρχει μια δεξαμενή με πέντε στοές, που εβραϊκά ονομάζεται Βηθεσδά. Σ΄ αυτές τις στοές κείτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν να αναταραχθεί το νερό· γιατί, από καιρό σε καιρό, ένας άγγελος Κυρίου κατέβαινε στη δεξαμενή κι ανατάραζε τα νερά· όποιος, λοιπόν, έμπαινε πρώτος μετά την αναταραχή του νερού, αυτός γινόταν καλά, όποια κι αν ήταν η αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε. Εκεί ήταν κι ένας άνθρωπος, άρρωστος τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Όταν τον είδε ο Ιησούς κατάκοιτο, τον ρώτησε: «Θέλεις να γίνεις καλά;» Ήξερε πως ήταν έτσι για πολύν καιρό. «Κύριε», του αποκρίθηκε ο άρρωστος, «δεν έχω κανέναν να με βάλει στη δεξαμενή μόλις αναταραχτούν τα νερά· έτσι, ενώ εγώ προσπαθώ να πλησιάσω μόνος μου, πάντοτε κάποιος άλλος κατεναίνει στο νερό πριν από μένα.» Ο Ιησούς του λέει: «Σήκω πάνω, πέρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Κι αμέσως ο άνθρωπος έγινε καλά, σήκωσε το κρεβάτι του και περπατούσε. Η μέρα που έγινε αυτό ήταν Σάββατο. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι άρχοντες στο θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο, και δεν επιτρέπεται να σηκώνεις το κρεβάτι σου». Αυτός όμως τους απάντησε: «Εκείνος που μ΄ έκανε καλά, εκείνος μου είπε πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Τον ρώτησαν: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε πάρε το και περπάτα;» Ο θεραπευμένος όμως δεν ήξερε να πει ποιος ήταν, επειδή ο Ιησούς είχε φύγει απαρατήρητος εξαιτίας του πλήθους που ήταν μαζεμένο εκεί. Αργότερα ο Ιησούς τον βρήκε στο ναό και του είπε: «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά· από΄ δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτα χειρότερο». Ο άνθρωπος έφυγε αμέσως κι ανάγγειλε στους Ιουδαίους άρχοντες ότι ο Ιησούς ήταν αυτός που τον γιάτρεψε. 

Σχόλια του Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑ

«Ίδε υγιής γέγονας. Μηκέτι αμάρτανε!»

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ κλήρο της ανθρώπινης ζωής, μια συγκλονιστική πραγματικότητα που οι άνθρωποι καλούμεθα να αντιμετωπίσουμε καθημερινά. Κι αν ακόμα δεν έτυχε να σταθούμε προσωπικά αντιμέτωποι μαζί της, αρκεί μια επίσκεψη μας σ’ ένα νοσοκομείο για να διαπιστώσουμε την τραγική παρουσία της. Ανθρώπινες υπάρξεις καθηλωμένες στα κρεβάτια, κορμιά σκελετωμένα, πρόσωπα χλωμά, μάτια κλαμμένα, βογγητά, κραυγές, θρήνοι, φωνές απόγνωσης, παρακλήσεις για βοήθεια είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το σκηνικό των χώρων, όπου κυριαρχεί παντοδύναμα η αρρώστια.
Μπροστά στο φαινόμενο αυτό της ασθένειας ο άνθρωπος ανέκαθεν στάθηκε με δέος και απορία. Και το ερώτημα που τον απασχόλησε βασανιστικά και εξακολουθεί να τον προβληματίζει επίμονα είναι: Που οφείλεται η αρρώστια; Ποιά είναι τα αίτια προελεύσεως της;
Στο πανανθρώπινο τούτο ερώτημα απάντηση έρχεται να δώσει σήμερα ο Κύριος μας με τη θαυμαστή θεραπεία του παραλυτικού της Βηθεσδά. Ο λόγος που του απηύθυνε, όταν μετά την ίαση του τον συνάντησε στο ναό, αποτελεί το κλειδί, με το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τις αιτίες της αρρώστιας. «Ίδε υγιής γέγονας. Μηκέτι αμάρτανε».

Οι αιτίες της αρρώστιας

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ αρρώστιας συχνά σχετίζεται με την αμαρτία. Όπως ο θάνατος και η φθορά αρχή και ρίζα έχει την πτώση και την αποστασία του ανθρώπου, έτσι και η ασθένεια. Στις πιο πολλές περιπτώσεις τα αίτια της είναι ψυχικά και ηθικά. «Τα πλείονα των νοσημάτων εξ αμαρτημάτων εστί ψυχικών», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Την αλήθεια αυτή μας υπογραμμίζει με πολλή έμφαση ο υμνογράφος του Παρακλητικού Κανόνος: «Από των πολλών μου αμαρτιών ασθενεί το σώμα, ασθενεί μου και η ψυχή...». Την ίδια εξήγηση δίνει και ο Κύριος για την ασθένεια του Παραλυτικού. Η σύσταση Του «μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοι τι γένηται», φανερώνει πως αιτία της πολυχρόνιας παράλυσης του ήταν οι προσωπικές του αμαρτίες.
Εκτός από την αμαρτία η αρρώστια μερικές φορές οφείλεται και στην παιδαγωγούσα αγάπη του Θεού. Επιτρέπει, δηλαδή, ο Θεός να δοκιμαστούμε στο κρεβάτι του πόνου για να φανεί η αρετή και η πιστότητα των εκλεκτών Του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πολύαθλος Ιώβ. Ο Θεός παραχώρησε να δοκιμαστεί για να αποδειχθεί η ακλόνητη πίστη και η μεγάλη υπομονή του.
Πέρα από τις παραπάνω αιτίες, η αρρώστια πολλές φορές μπορεί να έχει αίτια καθαρά φυσικά ή ακόμη την απερισκεψία και την αμέλεια του ανθρώπου να διαφυλάξει το πολύτιμο αγαθό της υγείας. Πόσες και πόσες φορές δεν εκθέτουμε την υγεία μας σ’ ένα πλήθος κινδύνων κι εμείς οι ίδιοι! Και φυσικά αυτή την επιπολαιότητα μας την πληρώνουμε με τίμημα πολύ ακριβό.

Ο Χριστός απέναντι στην αρρώστια

ΠΟΙΑ ΥΠΗΡΞΕ η στάση του Χριστού απέναντι στην αρρώστια; Η ασθένεια είναι από τα μεγάλα δεινά που πλήττουν τον άνθρωπο. όμως ο ασθενής είναι πρόσωπο συμπαθές και ιερό. Γι’ αυτό και ο Κύριος στάθηκε κοντά στους αρρώστους με απέραντη συμπάθεια και στοργή. Υπήρξε ο μεγάλος ιατρός που έσκυψε γεμάτος αγάπη πάνω από τον ανθρώπινο πόνο και χάρισε την ίαση σ’ ένα πλήθος δυστυχισμένων υπάρξεων. Τα περισσότερα από τα θαύματα Του, που μας περιγράφουν οι ιεροί Ευαγγελιστές, απέβλεπαν στην αντιμετώπιση της αρρώστιας και την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου. Όπως μας αναφέρει το βιβλίο των Πράξεων, ο Χριστός «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας τους κατασυναστευομένους υπό του διαβόλου» (10,38).
Αλλά ο Κύριος δεν περιορίστηκε στην αποκατάσταση της υγείας του σώματος μόνο. Παράλληλα φώτισε και τις βαθύτερες αιτίες της αρρώστιας. Ενέτεξε τον πόνο και την ασθένεια στην οικονομία της σωτηρίας. Και υπογράμμισε ακόμη και με το σταυρικό Του πάθος τον εξαγνιστικό χαρακτήρα της δοκιμασίας. Με τα θαύματα Του σε διαφόρους ασθενείς προσέφερε ταυτόχρονα και τη σωτηρία. Θεράπευε το σώμα, αλλά συνάμα ελευθέρωνε και την ψυχή από το ζυγό των παθών και της αμαρτίας. Τα όσα ενεργούσε φανέρωναν τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού και σήμαιναν την απαρχή του θριάμβου Του πάνω στο διάβολο. Έτσι πραγματοποιήθηκε η προφητεία του προφήτου Ησαΐα: «Αυτός (ο Μεσσίας) τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασε» (53,4).
Και η ιατρική επιστήμη; Ίσως αναρωτηθούν μερικοί. Δεν έχει καμιά θέση σε μια χριστιανική αντιμετώπιση της αρρώστιας; Ασφαλώς και έχει. Η διδασκαλία της Αγίας Γραφής όχι μόνο δεν αποκλείει την παρέμβαση της επιστήμης, αλλά αντίθετα την αποδέχεται και την τιμά. Ο Θεός, τονίζει ο σοφός Σειράχ, «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού» (38,6). Και αλλού: «Τίμα ιατρόν...Και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος» (στιχ. 1). Μόνο που δεν πρέπει να θεοποιούμε την επιστήμη. Αυτό άλλωστε συνιστούν και κορυφαίοι ιατροί. Οι δυνατότητες της ιατρικής επιστήμης παρά τις θεαματικές προόδους της είναι περιορισμένες. Πάνω από την επιστήμη στέκεται ο παντοδύναμος Κύριος, ο μεγάλος ιατρός ψυχών και σωμάτων. Γι’ αυτό πρωτίστως σ΄αυτόν θα πρέπει να καταφεύγουμε με θερμή προσευχή. Το Πνεύμα του Θεού συνιστά: «Τέκνον, εν αρρωστήματι σου...εύξαι Κυρίω και αυτός ιάσεται σε» (Σοφ. Σειρ.38,9).

Πως αντιμετωπίζουμε οι χριστιανοί την αρρώστια;

ΑΝ ΑΙΤΙΑ ΒΑΘΥΤΕΡΗ της αρρώστιας είναι η αμαρτία, τότε η ριζική αντιμετώπιση της βρίσκεται στον Χριστό, τον νικητή του θανάτου και της αμαρτίας. Σ’ Εκείνον που ανέλαβε στους ώμους Του τις ασθένειες μας και βάστασε πάνω Του τις νόσους μας (Ματθ, 8, 17 & Ησαΐας 53, 4) για να θριαμβεύσει πάνω στα δεινά της ανθρωπότητας και να μας χαρίσει το πλήρωμα της αληθινής ζωής και υγείας. Και αν αιτία δικών μας ασθενειών, όχι σπάνια, είναι οι προσωπικές μας αμαρτίες και η άτακτη ζωή μας, τότε η ίαση μας βρίσκεται στην απαλλαγή από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της αμαρτίας και των παθών. Το συμπέρασμα αυτό συνάγουμε από τον σημερινό λόγο του Κυρίου μας προς τον θεραπευμένο παραλυτικό: «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά. Από δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο»!
Όσο διαρκεί ο σημερινός κόσμος, η ανθρωπότητα θα να υφίσταται τις συνέπειες της αμαρτίας, τον πόνο και την αρρώστια. Όμως ο Χριστός με το Πάθος Του, παίρνοντας πάνω του «τας ασθενείας ημών», τους έδωσε νέο νόημα: όπως κάθε πόνος, έχουν κι αυτές στο εξής λυτρωτική αξία. Μας συνδέουν με τον πάσχοντα Χριστό. Εξαγνίζουν την ύπαρξη μας. Γι’ αυτό και ο χριστιανός στην ώρα ακριβώς που πονά και δοκιμάζεται από την αρρώστια, χαίρεται. Χαίρεται κι ελπίζει και υπομένει, διότι «ανταναπληροί τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη εαυτώ σαρκί...» (Κολ. 1, 24).
Ωστόσο η αρρώστια δεν παύει να είναι μια οδυνηρή περιπέτεια. Μια μεγάλη δοκιμασία. Γι’ αυτό και ως χριστιανοί έχουμε χρέος να στεκόμαστε με αυταπάρνηση κοντά στους αρρώστους αδελφούς μας. Να τους συμπονούμε και να τους υπηρετούμε. Υπηρετώντας τους αρρώστους, υπηρετούμε στον ίδιο τον Ιησού στο πρόσωπο των μελών Του που υποφέρουν. «Ησθένησα, και επεσκέψασθε με» θα τον ακούσουμε να λέει κατά την μέρα της κρίσεως (Ματθ. 25, 36). Ο άρρωστος στον χριστιανικό κόσμο δεν είναι πια ο καταραμένος, από τον οποίο αποστρέφει κανείς το βλέμμα του. Είναι πρόσωπο ιερό, η εικόνα και ο ελάχιστος αδελφός του Ιησού, κοντά στον οποίο οφείλουμε να σταθούμε με απεριόριστη στοργή και αγάπη.
Ο Κύριος ας μας ενδυναμώνει με τη χάρη Του για να μπορούμε να εκπληρώνουμε με προθυμία και χαρά το ιερό τούτο χρέος μας. Αμήν.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων. 15/05/2016

( Ευαγγελιστής Μάρκος κεφ. ιέ' στίχοι 43-47 και κεφ. ιστ' στίχ. 1-8 ).

Κείμενο:
«Τω καιρώ εκείνω ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ός και αυτός ήν προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού. ο δε Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε, και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πάλαι απέθανε· και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ό ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου. Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται. Και διαγενομένου του σαββάτου Μαρία ή Μαγδαληνή και Μαρία ή του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν. Και λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον ανατείλαντος του ηλίου. Και έλεγον προς εαυτάς· τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου; και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος· ην γαρ μέγας σφόδρα. Και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν. ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμβείσθε· Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον ήγέρθη, ουκ εστίν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν. Αλλ' υπάγετε ειπείν τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν. Και εξελθούσαι έφυγον από του μνημείου· είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον. εφοβούντο γαρ».

Μετάφραση:
Εκείνο τον καιρό, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, βουλευτής και άνθρωπος με υπόληψη, που και αυτός περίμενε τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε και παρουσιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε να πάρει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος θαύμασε ότι απέθανε κιόλας ο Ιησούς, και αφού προσκάλεσε τον αξιωματικό, τον ρώτησε αν είχε πολλή ώρα που πέθανε. Και όταν βεβαιώθηκε από τον αξιωματικό χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ Και ο Ιωσήφ αφού αγόρασε σάβανο και κατέβασε τον Ιησού από το σταυρό, τον τύλιξε στο σάβανο, τον ενταφίασε σ' ένα μνημείο που ήταν σκαμμένο μέσα σε βράχο, και έσυρε μια πέτρα μπροστά στη θύρα του μνημείου. Όταν γίνονταν αυτά, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν και έβλεπαν πού ενταφιάζεται ο Ιησούς. Και όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να έλθουν και να αλείψουν τον Ιησού. Και την αυριανή, που ήταν ή πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ξεκίνησαν πολύ πρωί και έρχονταν στο μνημείο, και έφτασαν εκεί με την ανατολή του ήλιου. Και έλεγαν μεταξύ τους· Ποιος θα μας κυλίσει την πέτρα από τη θύρα του μνημείου; Και καθώς σήκωσαν τα μάτια τους, είδαν πως ήταν αποκυλισμένη η πέτρα, και ήταν μια πέτρα πολύ μεγάλη. Και όταν μπήκαν στο μνημείο, είδαν ένα λευκοφορεμένο νέο να κάθεται στα δεξιά και από το φόβο τους τα έχασαν. Και ο νέος τους λέγει· μη τα χάνετε από φόβο· το ξέρω πως ζητάτε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, που τον σταύρωσαν. Αναστήθηκε δεν είναι εδώ· να ο τόπος που τον έβαλαν. Αλλά πηγαίνετε και πέστε στους μαθητές του και μάλιστα στον Πέτρο πως πηγαίνει μπροστά από σας στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, καθώς σας είπε. Και οι γυναίκες βγήκαν και έφυγαν από το μνημείο κατατρομαγμένες και κατασαστισμένες, και από το φόβο τους δεν είπαν σε κανένα τίποτα.

Σχόλια του Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεών.

ΤΟΛΜΗΡΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ!

«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και
ητήσατο το σώμα του Ιησού»

ΣΕ ΔΥΟ ΟΜΑΔΕΣ προσώπων αφιερώνει η Εκκλησία μας τη σημερινή Κυριακή, τρίτη μετά το Πάσχα. Η πρώτη ομάδα είναι δυο άντρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος που πρωτοστάτησαν στην ταφή του Κυρίου. Η δεύτερη, οι μυροφόρες γυναίκες, μαθήτριες αφοσιωμένες του Χριστού, που ήλθαν «λίαν πρωί της μιας σαββάτων επί το μνημείον» για να αλείψουν με μύρα το σώμα του λατρευτού Διδασκάλου και που, πρώτες αυτές, άκουσαν το ευαγγέλιο της Αναστάσεως και είδαν τον αναστημένο Κύριο.
Στα ιερά αυτά πρόσωπα των ανδρών και των γυναικών και στην ηρωική πράξη τους τιμούμε μια μεγάλη αρετή: την τόλμη και το θάρρος. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του ευαγγελιστού Μάρκου για τον Ιωσήφ, ο οποίος όμως ισχύει και για τα άλλα πρόσωπα: «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού».

Τα πρόσωπα που τιμούμε σήμερα

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ιερά αυτά πρόσωπα που τιμούμε σήμερα; Τι γνωρίζουμε για το καθένα ξεχωριστά;
Πρώτος ο Ιωσήφ. Καταγόταν από την Αριμαθαία, μια πόλη της Ιουδαίας που βρισκόταν βορειοδυτικά των Ιεροσολύμων. Ήταν διακεκριμένο πρόσωπο της ιουδαϊκής κοινωνίας. Μέλος του συνεδρίου, πλούσιος και άνθρωπος «αγαθός και δίκαιος» (Λουκ. 23, 50), «προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού» (Μαρκ. 15,43). Είχε χρηματίσει μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιω. 9, 38). Στην καταδικαστική απόφαση εναντίον του Κυρίου είχε μειονοψηφίσει. «Ουκ ην συγκατατεθειμένος τη βουλή και τη πράξει αυτών», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ευαγγελιστής Λουκάς (23,51).
Διακεκριμμένη προσωπικότητα ήταν και ο Νικόδημος. Υπήρξε Φαρισαίος, άρχων των Ιουδαίων, διδάσκαλος του Ισραήλ, μέλος του μεγάλου συνεδρίου. Άνδρας πλούσιος, που ασκούσε μεγάλη επιρροή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας διασώζει μια νυχτερινή συνάντηση του Νικοδήμου με τον Κύριο κι έναν θαυμάσιο διάλογο που διεξήχθη ανάμεσα τους και αναφέρεται στην αναγέννηση του ανθρώπου με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος (Ιω. 3, 1-21). Μπροστά στο Ιουδαϊκό συνέδριο ο Νικόδημος υπερασπίστηκε τον Χριστό και γι' αυτό τον ύβρισαν σαν Γαλιλαίο (Ιω. 7,51-52).
Η δεύτερη ομάδα είναι οι μυροφόρες γυναίκες. Ανάμεσα τους η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, η Σαλώμη, μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου και σύζυγος του Ζεβεδαίου, η γυναίκα του Χουζά Ιωάννα, οι αδελφές του Λαζάρου Μαρία και Μάρθα και άλλες αφοσιωμένες μαθήτριες. Είχαν ακούσει τα μαθήματα του Κυρίου κατά τη διάρκεια της τριετούς δημοσίας δράσεως Του. Τον διακονούσαν «εκ των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. 8,3). Και οι περισσότερες είχαν ανεβεί από τη Γαλιλαία, ακολουθώντας το Χριστό και συμμεριζόμενες την περιπέτεια και το σταυρικό πάθος Του (Λουκ. 23,49).

Η θαρραλέα πράξη τους

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ιερά πρόσωπα που τιμούμε σήμερα. Και η πράξη τους; Στους δυο πρώτους άνδρες ανήκει το έργο του ενταφιασμού του σώματος του Κυρίου. Μέσα στην εγκατάλειψη του Ιησού από τους πολλούς και τη σύγχυση και το φόβο που κατέλαβε τους ολίγους, ο Ιωσήφ καθοδηγούμενος από τη συναίσθηση του χρέους προς τον μεγάλο νεκρό θα τολμήσει, αψηφώντας τα πάντα, να παρουσιαστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει την άδεια να ενταφιάσει το σώμα του Κυρίου. Και όταν ο Πιλάτος το επιτρέπει, ο Ιωσήφ τρέχει για να αγοράσει καθαρό σινδόνι και αρώματα. Μαζί με τον Νικόδημο αποκαθηλώνουν το σώμα και στη συνέχεια προσφέρουν τις τελευταίες νεκρικές τιμές προς τον αθώο κατάδικο του Γολγοθά.
Το ίδιο έργο θα επιχειρήσουν να συμπληρώσουν την επομένη οι μυροφόρες γυναίκες, καθοδηγούμενες κι αυτές από το χρέος της αγάπης και της τιμής προς τον νεκρό Διδάσκαλο. Υπερνικώντας την έμφυτη γυναικεία δειλία, θα ξεκινήσουν την επομένη της ταφής «όρθρου βαθέος» για τον τάφο του Ιησού προκειμένου να συμπληρώσουν τις ελλείψεις της εσπευσμένης ταφής. Όμως αντί να αλείψουν με μύρα το νεκρό σώμα, αντί να κλάψουν για το νεκρό, έγιναν οι πρώτοι θεατές του κενού τάφου και, πρώτες αυτές, άκουσαν από το στόμα του λευκοφορεμένου αγγέλου το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως. Από μυροφόρες αξιώθηκαν να γίνουν ευαγγελίστριες. Να αναγγείλουν το γεγονός της εκ νεκρών εγέρσεων του Χριστού στους μαθητές και στον κόσμο.

Το θάρρος της ομολογίας και η τόλμη
του χριστιανικού ήθους

ΤΑ ΙΕΡΑ ΑΥΤΑ πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα η ηρωική πράξη τους μας κληροδοτεί ένα υψηλό υπόδειγα θάρρους και τόλμης. Μας αποκαλύπτει τη σημασία της μεγάλης αυτής αρετής μέσα στη χριστιανική μας ζωή.
Χρειάζεται θάρρος, πρώτ’ απ’ όλα, για να πιστέψει κανείς. Ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή μας, που η απιστία απειλεί να γίνει της μόδας, που η άρνηση παίρνει και δίνει, που ο υλισμός και ευδαιμονισμός κυριαρχεί στην ζωή των περισσοτέρων ανθρώπων.
Θάρρος και τόλμη χρειάζεται και για να ομολογήσουμε σήμερα τον Χριστό. Να δώσουμε μέσα στη σύγχρονη κοινωνία τη χριστιανική μαρτυρία μας. Όταν, δηλαδή, οι άλλοι τον υβρίζουν και τον βλασφημούν, εμείς να τον υπερασπιστούμε. Όταν τον αρνούνται, εμείς να τον ομολογήσουμε. Όταν τον εγκαταλείπουν εμείς να σταθούμε κοντά Του. Όταν τον σταυρώνουν, εμείς να έχουμε το θάρρος, όπως ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, να τον αποκαθηλώσουμε. Όταν οι πολλοί τον ξεχνούν, εμείς να τρέξουμε, όπως οι μυροφόρες, κοντά Του.
Θάρρος και τόλμη χρειάζεται ακόμη και για να ζήσουμε στην εποχή μας ως αληθινοί χριστιανοί. Να αποδείξουμε εμπράκτως διαμέσου της ζωής μας ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μια θεωρητική υπόθεση αλλά συγκεκριμένη πράξη και αυθεντικός τρόπος υπάρξεως. Να εκφράσουμε, δηλαδή, στη ζωή μας και στον καθημερινό μας αγώνα αυτό που ονομάζουμε χριστιανικό ήθος. Και γιατί άραγε χρειάζεται θάρρος και τόλμη; Για τον απλούστατο λόγο ότι η ζωή της αμαρτίας και της αδικίας είναι ευκολώτερη και γι’ αυτό την ακολουθούν πολλοί. Η αμαρτία σήμερα, σε όλες τις αποχρώσεις της, αποθρασύνθηκε και επαίρεται. Κυκλοφορεί στους δρόμους χωρίς αιδώ, και οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αντί να την αποστρέφονται τη θαυμάζουν και τη χειροκροτούν. Επομένως χρειάζεται θάρρος και δύναμη ψυχής για να πορευθούμε κόντρα στο ρεύμα. Για να παραμείνουμε ακέραιοι και ανυποχώρητοι, προσηλωμένοι στο Ευαγγέλιο Ιησού Χριστού. Για να ζούμε χωρίς ηθικές αβαρίες και ένοχους συμβιβασμούς.

Το αίτημα της εποχής μας: θάρρος και τόλμη!

ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗ έχει τα δικά της γνωρίσματα, κάθε ιστορική στιγμή τις δικές της πνευματικές ανάγκες. Για την εποχή μας δεν θα ήταν υπερβολή αν θα λέγαμε πως χαρακτηρίζεται για την ατολμία και την έλλειψη θάρρους. Η δειλία, ο φόβος, η σκοπιμότητα και το ηθικό ξεπούλημα απειλούν να γίνουν τα μόνιμα πλαίσια ζωής και συμπεριφοράς στην σημερινή κοινωνία.
Έχουμε, λοιπόν, ανάγκη από θάρρος και τόλμη. Αυτό απαιτεί η εποχή μας. Προς την κατεύθυνση αυτή μας παρακινεί το υψηλό παράδειγμα των ιερών ανδρών Ιωσήφ και Νικοδήμου και των αγίων μυροφόρων γυναικών. Να γίνουμε ζωντανοί και θαρραλέοι χριστιανοί. Φλογεροί ομολογητές της πίστεως. Ανυποχώρητοι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας. Εκείνοι που με τον λόγο μας και προπάντων με την συνεπή ζωή μας θα καταθέτουμε καθημερινά, όπου είναι ταγμένος ο καθένας μας, τη χριστιανική μαρτυρία. Ο Απόστολος του Χριστού μας διαβεβαιώνει: «Ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού» (Β’ Τιμ. 1, 7).