Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016







Του Θεολόγου – Φιλολόγου,  Γεωργίου Μαυρομάτη, από το βιβλίο του,  << Η Ανάσταση του Κυρίου  >>, εκδόσεις Τέρτιος Κατερίνη.


Γ) Γιατί αναστήθηκε ο Χριστός;
(Τι λένε: Η Αγία Γραφή, οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι σχετικοί Ύμνοι –
κατ’ επιλογή).


1)          Για να φανερώσει ότι Εκείνος ήταν πραγματικά η Ανάσταση και η Ζωή: α)«Είπεν αυτή ο Ιησούς, εγώ ειμι  η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν. ια’ 25-26). (= Τότε ο Ιησούς της είπε: Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, κι αν πεθάνει θα ζήσει, και όποιος ζει και πιστεύει σ’ εμένα, δεν θα πεθάνει ποτέ). β) «Ο Κύριος είπε τον εαυτό Του ζωή και όχι ζώο. Διότι το μεν ζώο δέχεται τη ζωή, η δε ζωή παρέχει τη ζωή. Όπως η σοφία και ο σοφός. Ο μεν σοφός λαβαίνει, η δε σοφία δίνει» (Αμμώνιος)  .
2)          Διότι ο θάνατος και ο Άδης δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν, επειδή ήταν Θεός. α) «Ον ο Θεός ανέστησε λύσας τας ωδίνας του θανάτου, καθότι ουκ ην δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ’ αυτού»(Πραξ. β’ 24). (= Αλλά ο Θεός τον ανέστησε από τους πόνους του θανάτου, διότι δεν ήταν δυνατόν να κρατείται στην εξουσία του θανάτου). β) «Βλέπε πως τον είδε με σαφήνεια και αληθινό άνθρωπο και Θεό απαθή, που δεν μπορεί να τον κρατά ο θάνατος. Διότι εάν δεν ήταν ο αυτός αθάνατος κατά τη φύση, αν και ήταν θνητός, εφόσον έγινε άνθρωπος, δεν θα έλεγε, Καθότι ουκ ην δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ’ αυτού… Έτσι ο ίδιος παθαίνει ως άνθρωπος, ανώτερος όμως του πάθους κατά τη θεότητα. Και καθόσον είναι άνθρωπος λέγεται ότι αναστήθηκε από τον Πατέρα, καθόσον όμως είναι Θεός, λέγεται ότι δεν μπορεί να κρατείται από τον θάνατο» (Σευηριανός Αντιοχείας) .
3)          Διότι, ως Παντοδύναμος Θεός, είχε την εξουσία να πεθάνει, αλλά και να πάρει τη ζωή Του πίσω. α) «Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ εμαυτού. Εξουσίαν έχω θείναι αυτήν,  και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν» (Ιωάν. ι’ 18). (= Κανένας δεν μου αφαιρεί τη ζωή, αλλά εγώ θεληματικά τη θυσιάζω. Έχω εξουσία να τη θυσιάσω και έχω εξουσία πάλι να τη πάρω). β)«Ο άνθρωπος, όχι με δική του εξουσία, αλλ’ από την ανάγκη της φύσεως και χωρίς να το θέλει, πεθαίνει. Όμως ο Κύριος που είναι αθάνατος, έχοντας όμως θνητή σάρκα, είχε στην εξουσία του ως Θεός να χωριστεί από το σώμα και πάλι να το ξαναπάρει, όταν θέλει» (Μέγας Αθανάσιος)  γ) Με τα πιο πάνω λόγια ο Χριστός «δείχνει ότι όχι μόνον ο Πατέρας ανέστησε τον Υιό, αλλά και ο Υιός ανέστησε τον εαυτό Του. Γι’ αυτό και σε άλλο χωριό του ευαγγελίου είπε, Λύστε αυτόν τον ναό και σε τρεις μέρες θα τον αναστήσω» (Αυγουστίνος).
4)          Για να γίνει ο Χριστός η «απαρχή» και της δικής μας αναστάσεως. α)«Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο 75. Επειδή γαρ δι’ ανθρώπου ο θάνατος και δι’ ανθρώπου ανάστασις νεκρών ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α’ Κορ. ιε’ 20-22). (= Αλλά ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε από τους νεκρούς, η πρώτη συγκομιδή των πεθαμένων. Διότι, επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάσταση των νεκρών. Καθώς στον Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι και στον Χριστό όλοι θα ζωοποιηθούν). β) «Και εάν ο Χριστός έγινε απαρχή των νεκρών, είναι φανερό πως και οι υπόλοιποι θα αναστηθούν μαζί του. Διότι απαρχή είναι το να πράξει κάποιος πρώτος από τους πολλούς αυτό ή εκείνο, το οποίο πρόκειται και οι λοιποί να πράξουν στη συνέχεια» (Οικουμένιος)  γ) «Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτώ»(Α’ Θεσ. δ’ 14). (= Εάν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός διά του Ιησού θα φέρει μαζί του εκείνους που πέθαναν).
5)          Για να αποδειχτεί η θεία Του δύναμη: α) «Του γενομένου εκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα, του ορισθέντος Υιού Θεού εν δυνάμει κατά πνεύμα αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών» (Ρωμ. α’ 3-4). (= Ο Χριστός από ανθρωπίνης πλευράς, γεννήθηκε από το γένος του Δαβίδ, διακηρύχθηκε δε Υιός του Θεού με δύναμη κατά το πνεύμα αγιωσύνης διά της αναστάσεώς του από τους νεκρούς). β) «Του γνώναι αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού και την κοινωνίαν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος τω θανάτω αυτού»(Φιλιπ. γ’ 10). (=Για να γνωρίσω αυτόν και τη δύναμη της αναστάσεώς του και να έχω συμμετοχή στα παθήματά του, συμμορφούμενος προς τον θάνατό του).
6)          Για τη δικαίωσή μας: «Ος παρεδόθη διά τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη διά την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. δ’ 25). (= Ο Χριστός παραδόθηκε στον θάνατο για τα παραπτώματά μας και αναστήθηκε για τη δικαίωσή μας).
7)          Για να νεκρώσει τον Άδη: «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τον άδην ενέκρωσας τη αστραπή της Θεότητος, ότε δε και τους τεθνεώτας εκ των καταχθονίων ανέστησας, πάσαι αι δυνάμεις των επουρανίων εκραύγαζον, Ζωοδότα Χριστέ ο Θεός ημών, δόξα σοι» (Τροπάριο Όρθρου Μ. Σαββάτου, Ήχος Β’). (= Κύριε, όταν κατέβηκες προς τον θάνατο, Εσύ η αθάνατη ζωή τότε θανάτωσες τον Άδη με την αστραπή της Θεότητος. Και όταν ανέβασες τους πεθαμένους από τα βάθη της γης, όλες οι επουράνιες δυνάμεις φώναζαν δυνατά: Χριστέ και Θεέ μας Εσύ που δίνεις ζωή, σου ανήκει δοξολογία).
8)          Για να ανακαινίσει την ανθρώπινη φύση: «Εν καινώ μνημείω, κατετέθης Χριστέ, και την φύσιν των βροτών ανεκαίνισας, αναστάς Θεοπρεπώς εκ των νεκρών». (Τροπάριο Α’ Στάσεως Εγκωμίων Μ. Σαββάτου). (= Χριστέ, τοποθετήθηκες σε καινούργιο μνήμα και ανακαίνισες τη φύση των ανθρώπων, με το να αναστηθείς από τους νεκρούς, όπως αρμόζει σε Θεό).
9)          Για να μας λυτρώσει από τις ανομίες μας: «Κυκλώσατε λαοί Σιών, και περιλάβετε αυτήν, και δότε δόξαν εν αυτή, τω αναστάντι εκ νεκρών, ότι αυτός εστιν ο Θεός ημών, ο λυτρωσάμενος ημάς, εκ των ανομιών ημών» (Στιχηρό Εσπερινού Μ. Σαββάτου, Ήχος Α’). (= Λαοί, κυκλώστε τη Σιών και περιτριγυρίστε την, και σ’ αυτήν δοξολογήστε τον Χριστό που αναστήθηκε από τους νεκρούς. Διότι αυτός είναι ο Θεός μας, που μας λύτρωσε από τις ανομίες μας).
10)     Για να λυτρώσει τον κόσμο από την πλάνη του εχθρού – διαβόλου: «Δεύτε λαοί υμνήσωμεν, και προσκυνήσωμεν Χριστόν, δοξάζοντες αυτού την εκ νεκρών ανάστασιν, ότι αυτός εστιν ο Θεός ημών, ο εκ της πλάνης του εχθρού, τον κόσμον λυτρωσάμενος» (Στιχηρό Εσπερινού Μ. Σαββάτου, Ήχος Α’). (= Ελάτε λαοί να υμνήσουμε και να προσκυνήσουμε τον Χριστό, δοξάζοντας, την ανάστασή Του από τους νεκρούς. Αυτός είναι ο Θεός μας που γλύτωσε τον κόσμο, από την πλάνη του εχθρού - διαβόλου).
11)     Για να λυτρωθούμε από τη φθορά: α) «Τω πάθει Σου, Χριστέ, παθών ηλευθερώθημεν, και τη αναστάσει σου, εκ φθοράς, ελυτρώθημεν, Κύριε, δόξα σοι»(Στιχηρό Εσπερινού Μ. Σαββάτου, Ήχος Α’). (= Χριστέ, με το πάθος Σου, ελευθερωθήκαμε από τα πάθη και με την ανάστασή Σου, λυτρωθήκαμε από τη φθορά. Κύριε Σου ανήκει δοξολογία) β) «Αφού βέβαια ο κοινός Σωτήρας όλων πέθανε για χάρη μας, τώρα πια όσοι πιστεύουμε στον Χριστό δεν πεθαίνουμε με θάνατο, όπως παλιότερα κατά την απειλή του νόμου. (Διότι πια έχει πάψει μια τέτοια καταδίκη). Αλλά αφού σταματά και εξαφανίζεται η φθορά με τη χάρη της αναστάσεως, στο εξής πεθαίνουμε ως προς το θνητό στοιχείο του σώματος μόνον, στον καιρό τον οποίον όρισε για τον καθένα ο Θεός, για να μπορέσουμε να επιτύχουμε ανώτερη ανάσταση. Διότι όπως οι σπόροι που ρίχνονται στη γη, έτσι κι εμείς με το να πεθαίνουμε δεν χανόμαστε, αλλά σπερνόμαστε για να αναστηθούμε, αφού καταργήθηκε ο θάνατος με τη χάρη του Σωτήρα» (Μ. Αθανάσιος)  .
12)     Για να χαρίσει ζωή σ’ όσους βρίσκονται στα μνήματα: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (Τροπάριο Όρθρου Κυριακής του Πάσχα, Ήχος πλ. α’). (= Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς, νικώντας  με το θάνατό Του τον θάνατο, και χαρίζοντας τη ζωή σ’ όσους βρίσκονταν στα μνήματα νεκροί).
13)     Για να μας ανεβάσει από τον θάνατο στη ζωή, και από τη γη στον ουρανό:«Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας»(Ο Ειρμός της Α’ Ωδής του Κανόνα του Πάσχα, ποίημα Ιωάννου του Δαμασκηνού, Ήχος Α’) (= Σήμερα είναι η ημέρα της Αναστάσεως, Λαοί ας λαμπρυνθούμε. Είναι Πάσχα, το Πάσχα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός, ο Θεός μας μας πέρασε από τον θάνατο στη ζωή και από τη γη στον ουρανό, καθώς του ψάλλουμε νικητήριο ύμνο).
14)     Για να σώσει τον κόσμο: α) «Επί της θείας φυλακής, ο θεηγόρος Αββακούμ, στήτω μεθ’ ημών, και δεικνύτω, φαεσφόρον Άγγελον, διαπρυσίως λέγοντα, Σήμερον σωτηρία τω κόσμω, ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος» (Ο Ειρμός της Δ’ Ωδής του Κανόνα του Πάσχα, ποίημα Ιωάννου του Δαμασκηνού, Ήχος Α’). (= Ο προφήτης Αββακούμ ας σταθεί μαζί μας επάνω στην ιερή σκοπιά και ας μας δείξει τον φωτοφόρο άγγελο που λέει με δυνατή φωνή: Σήμερα ήλθε στον κόσμο η σωτηρία γιατί αναστήθηκε ο Χριστός σαν παντοδύναμος που είναι). β) «Σήμερα ο Κύριος μας, αφού έστησε το τρόπαιο της νίκης του εναντίον του θανάτου και διέλυσε την εξουσία του διαβόλου, μας χάρισε με την ανάσταση του τον δρόμο για τη σωτηρία μας. Ας χαιρόμαστε, λοιπόν, όλοι, ας χορεύουμε, ας ευφραινόμαστε. Γιατί, αν και ο Κύριός μας νίκησε και έστησε το τρόπαιο, είναι όμως δική μας η ευφροσύνη και η χαρά. Γιατί όλα τα έκανε για τη δική μας σωτηρία, και με τα μέσα εκείνα που μας πολέμησε ο διβάολος, με τα ίδια τον νίκησε ο Χριστός» (ιερός Χρυσόστομος) .
15)     Για να αναστήσει τον Αδάμ με όλο του το γένος: «Σώτερ μου, το ζων με και άθυτον ιερείον, ως Θεός, σεαυτόν εκουσίως, προσαγαγών τω Πατρί συνανέστησας, παγγενή τον Αδάμ, αναστάς εκ του τάφου» (Τροπάριο ΣΤ’ Ωδής Κανόνα Πάσχα, Ήχος Α’). (Σωτήρα μου, το ιερό σφάγιο, το γεμάτο ζωή και το αθυσίαστο ως Θεός πρόσφερες, Εσύ ο ίδιος με τη θέλησή Σου τον εαυτό Σου, στον Πατέρα ως θυσία, και ανέστησες, μαζί Σου τον Αδάμ μαζί με όλο το ανθρώπινο γένος, που κατάγεται απ’ αυτόν, όταν αναστήθηκες από τον Τάφο).
16)     Για να ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου και να αγιάσει τους πιστούς: «Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται Πάσχα καινόν, άγιον, Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον, Πάσχα Χριστός ο λυτρωτής, Πάσχα άμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα των πιστών, Πάσχα το πύλας ημίν του παραδείσου ανοίξας, Πάσχα πάντας, αγιάζον πιστούς» (Τροπάριο των Αίνων του Πάσχα, Ήχος πλ. Α’). (= Το ιερό Πάσχα που είναι ο Χριστός παρουσιάστηκε σήμερα για μας. Πάσχα καινούργιο και άγιο. Πάσχα απόκρυφο κι άγνωστο. Πάσχα άξιο μεγάλου σεβασμού. Πάσχα που είναι ο Λυτρωτής Χριστός. Πάσχα, χωρίς κανένα ελάττωμα. Πάσχα, πολύ μεγάλο. Πάσχα που είναι των πιστών. Πάσχα που μας άνοιξε τις πόρτες του Παραδείσου. Πάσχα που αγιάζει όλους τους πιστούς).
17)     Για να μας λυτρώσει από τη λύπη: α) «Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε, Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα, ω Πάσχα λύτρον λύπης, και γαρ εκ τάφου σήμερον ώσπερ εκ παστού εκλάμψας Χριστός τα γύναια ώσπερ εκ παστού εκλάμψας Χριστός τα γύναια χαράς έπλησε λέγων. Κηρύξατε αποστόλοις» (Τροπάριο των Αίνων του Πάσχα, Ήχος πλ. Α’). (= Αυτό είναι το τερπνό Πάσχα. Το Πάσχα είναι Πάσχα του Κυρίου. Ανέτειλε για μας πολυσέβαστο Πάσχα. Είναι Πάσχα κι ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον με χαρά. Ω Πάσχα, που μας λυτρώνεις από τη λύπη. Διότι σήμερα, από τον Τάφο, σαν από νυφικό δωμάτιο, αφού βγήκε λαμπρός ο Χριστός, γέμισε με χαρά τις γυναίκες λέγοντας: Κηρύξτε την Ανάστασή μου στους Αποστόλους). β) «Όταν λοιπόν βλέπεις ότι, όχι μόνον οι άγγελοι και όλες οι ουράνιες δυνάμεις, αλλά και ο ίδιος ο Κύριος των αγγέλων γιορτάζει μαζί μας, τι σου λείπει πια για να χαίρεσαι πολύ; Κανένας λοιπόν ας μην είναι θλιμμένος σήμερα εξαιτίας της φτώχειας του, γιατί σήμερα είναι πνευματική γιορτή»(ιερός Χρυσόστομος) .
18)     Για να φωτίσει τους ανθρώπους: «Εν τω σταυρώ σου κατήργησας την του ξύλου κατάραν, εν τη ταφή σου ενέκρωσας του θανάτου, το κράτος, εν δε τη εγέρσει σου εφώτισας το γένος των ανθρώπων, διά τούτο σοι βρώμεν, ευεργέτα Χριστέ ο Θεός ημών, δόξα σοι» (Στιχηρό Εσπερινού του Πάσχα, Ήχος Β’). (= Χριστέ, στον σταυρό Σου κατάργησες την κατάρα, του να είναι κανείς καρφωμένος σε ξύλο σταυρού. Στην ταφή Σου νέκρωσες τη δύναμη του θανάτου. Και στην Ανάστασή Σου φώτισες το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό και Σου φωνάζουμε. Ευεργέτη Χριστέ, ο Θεός μας, Σου ανήκει δοξολογία).
19)     Για να χορηγήσει στους ανθρώπους την αθανασία: «Των πατρικών σου κόλπων μη χωρισθείς, μονογενές Λόγε του Θεού, ήλθες επί γης διά φιλανθρωπίαν, άνθρωπος γενόμενος ατρέπτως, και σταυρόν και θάνατον υπέμεινας σαρκί, ο απαθής τη Θεότητι, αναστάς δε εκ νεκρών, αθανασίαν παρέσχες τω γένει των ανθρώπων, ως μόνος παντοδύναμος»(Τροπάριο των Αίνων, Τετάρτης της Διακαινισίμου, Ήχος Δ’). (= Μονάκριβε Λόγε του Θεού, χωρίς να αποχωρισθείς από τους κόλπους του Πατέρα Σου, ήλθες επάνω στη γη από φιλανθρωπία, και έγινες άνθρωπος χωρίς να αλλάξει η Θεότητά Σου. Και υπέμεινες σταυρό και θάνατο με τη σάρκα, Εσύ που είσαι απαθής στη Θεότητα. Και όταν αναστήθηκες από τους νεκρούς, ως μόνος παντοδύναμος έδωσες την αθανασία στο ανθρώπινο γένος).

20)     Για να γίνει ο θάνατος μας κοίμηση:«Σε πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης θα βρεις να ονομάζεται η αναχώρηση από τη ζωή αυτή θάνατος και άδης. Αφότου όμως ο Χριστός και Θεός μας, προσφέρθηκε θυσία και αναστήθηκε, έβγαλε από τη μέση και αυτές τις ονομασίες ο φιλάνθρωπος Κύριος και έφερε καινούργια και παράξενη συμπεριφορά στη ζωή μας. Γιατί, αντί για θάνατος λέγεται στο εξής κοίμηση και ύπνος και αναχώρηση από τη ζωή αυτή» (ι. Χρυσόστομος) .

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016




Η εμπειρία της Μεγάλης Εβδομάδας.

Mια ακόμα «Μεγάλη Εβδομάδα» μας προκαλεί να αναμετρηθούμε με τη μεγαλοσύνη της, να γνωρίσουμε το Θεό καλλιεργώντας μια σχέση μαζί Του. Να φτάσουμε στη μεγάλη γιορτή.

........Αλήθεια πώς γεννιέται μια γιορτή; Κάποιος κάποτε αποφάσισε όλοι την τάδε μέρα να γιορτάσουν ; Όχι δεν νομίζω να συνέβη έτσι. Η χαρά δεν προαποφασίζεται, η χαρά ξεσπάει και γίνεται έκρηξη, ντύνει ξαφνικά τη ζωή στα γιορτινά και μεταμορφώνει την καθημερινή πραγματικότητα.

Η γιορτή γεννήθηκε όταν τα ερωτήματα των ανθρώπων για το νόημα για το σκοπό, για την ουσία της ζωής απασχολούσαν κατά κύριο λόγο τον άνθρωπο. Και γιορτή ήταν το Ευαγγέλιο: ένα συναρπαστικά ευφρόσυνο μήνυμα. Το μήνυμα έλεγε ότι χαρίστηκε στους ανθρώπους η δυνατότητα της νίκης καταπάνω στο θάνατο.
Τώρα η ζωή δεν είναι οκτάωρο, λίγος χρόνος διασκέδασης, ετήσιο εισόδημα, ετήσιες δαπάνες, συνταξιοδότηση και τελικά δύο ημερομηνίες, γεννήσεως και ταφής. 
Εμείς όμως, πώς προσεγγίζουμε αλήθεια αυτό το μήνυμα. 

Ακούμε, «Ο Θεάνθρωπος Χριστός σταυρώθηκε για μας, δέχθηκε τον θάνατο για να μας σώσει από την αμαρτία, ανέστη από των νεκρών για να μας χαρίσει την αιώνια ζωή».
Ποια πραγματικότητα αντιπροσωπεύει άραγες για τον σημερινό άνθρωπο κάθε μια από αυτές τις λέξεις, σε τι χειροπιαστό παραπέμπουν αν αφαιρέσουμε εξοικείωση που έχουμε με το περίεργο πραγματικά νόημά τους;

Το μόνο που εμπειρικά καταλαβαίνουμε είναι μόνο η λέξη θάνατος. Ξέρουμε αυταπόδεικτα ότι ο άνθρωπος πεθαίνει. Ότι θα έρθει για τον καθένα μας η στιγμή του τέλους δεμένη με τη φυσική αγωνία και φόβο για το άγνωστο ή για το μηδέν. Αυτή είναι η τραγική βεβαιότητα που αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι κάποια «πεποίθηση» ούτε ψυχολογική υποβολή.

Η Μεγάλη Εβδομάδα μας δίνει την ευκαιρία της εμπειρικής ψηλάφησης της εμπειρικής κατανόησης του όντως υπαρκτού και όντως πραγματικού του πραγματικά πραγματικού. Μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον Θεό καλλιεργώντας μια σχέση μαζί Του, όχι κατανοώντας Τον σαν έννοια . 
Έτσι και στην εμπειρία της Μεγάλης Εβδομάδας, στην εκκλησιαστική εμπειρία γενικότερα, είναι η σχέση με τον κόσμο της ποίησης και των συμβόλων, της εικόνας και της δραματουργίας, της νηστείας και της κάθαρσης, που μας εισάγει εμπειρικά στη γνώση. Στη γνώση που προκύπτει από την ανταπόκριση μας στον έρωτα του Θεού για τον κάθε άνθρωπο.

Δεν είναι βιαστής της ελευθερίας και της προσωπικής ακεραιότητας του ανθρώπου ο Θεός, είναι Νυμφίος. 

Απομένει στον άνθρωπο η ελεύθερη αγαπητική συγκατάθεση για να εισέλθει στο χώρο (Νυμφώνα) της ακατάλυτης από το θάνατο ζωής 
Αυτό που ζητάει ουσιαστικά ο Θεός από τον άνθρωπο δεν είναι ούτε τα ατομικά κατορθώματα ούτε οι αξιομισθίες αλλά μια κραυγή εμπιστοσύνης και αγάπης από τα βάθη της αβύσσου μας, ή ακόμα, ίσως, μια στιγμή ανάνηψης και αγωνίας μέσα από τον κλειστή και καλοασφαλισμένη αντίληψη της ευτυχίας μας.

Το μήνυμα είναι άμεσο μέσα από κάθε φάση της ζωής της Εκκλησίας, σε κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. Δεν είναι μήνυμα ηθικό. Η Ηθική και η Θρησκεία εμφανίζονται από τη στιγμή που έχει καταλυθεί η οργανική και άμεση σχέση του ανθρώπου με το Θεό, είναι η προσπάθεια να αναπληρωθεί η απουσία σχέσεως με πράξεις εξιλεώσεων, είναι τα αποτελέσματα της πτώσης του ανθρώπου, της προσπάθειάς του να αυθυπάρξει (της απόφασής του να διακόψει τη σχέση μαζί Του).

Μεγάλη Εβδομάδα. Με ποιες εμπειρίες αλλά και με ποια γλώσσα να μιλήσουμε οι άνθρωποι της σημερινής εποχής, για το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού; Τα όσα άρρητα κατορθώνει να πει η Εκκλησία στις ακολουθίες της με την ποιητική Θεολογία των Βυζαντινών, μοιάζουν ακατανόητα για την «κοινωνία της αφθονίας», την κοινωνία με μοναδικό στόχο την ευζωία, την κοινωνία με τη λογική των πέντε αισθήσεων. Είναι μωρία σύμφωνα μ’ αυτήν τη λογική η Σταυρική Θυσία και η Ανάσταση που την ακολουθεί.

Στον δικό μας τόπο και στη δική μας ελληνική παράδοση αυτή η πίστη στη Ανάσταση, η αναφορά σε έναν Θεό όχι τιμωρό και δικαστή, αλλά μανικό εραστή και Νυμφίο του ανθρώπου, ήταν ο άξονας που οργάνωνε τη ζωή και τη συνοχή της κοινωνίας. Αυτή η πίστη έδινε ταυτότητα στον Έλληνα. Ας θυμηθούμε το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου το 1822. Μόλις έστησαν ελεύθερη πατρίδα αυτοί οι μαρτυρικοί αγωνιστές, θέλησαν να ορίσουν στο Σύνταγμα ποιος είναι ο Έλληνας πολίτης του νεοσύστατου κράτους. Και δεν είχαν αλλού να εντοπίσουν την ελληνική ιδιότητα παρά μόνο στην πίστη: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες». Αν ξαναφέρναμε στο Σύνταγμα σήμερα αυτόν τον ορισμό του Έλληνα, με πόσους πολίτες θα απόμενε αυτή η δύσμοιρη η πατρίδα;
Η Ανάσταση δεν είναι σύμβολο αλλά γεγονός. Ναι μπορεί ο άνθρωπος να αντλεί την ύπαρξη όχι από τη θνητή φύση αλλά από τη σχέση με το Θεό. Μπορεί ο άνθρωπος να ελπίζει.

Αυτή την ελπίδα ψηλαφούμε στον Αναστάσιμο όρθρο, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, μα την ψηλαφούμε όλοι, άξιοι και ανάξιοι, δίκαιοι και άδικοι, πιστοί και άθεοι, τελώνες και άγιοι. Εκεί, στο πανηγύρι της Ανάστασης, όπου πρώτοι και έσχατοι, πλούσιοι και πένητες, εγκρατείς και ράθυμοι, <<τρυφούν οι πάντες>>. Ο οικοδεσπότης λέει: εισέλθετε». Αυτός καλεί και Αυτός δέχεται τον έσχατο …. και τον πρώτον … και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει, κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται,και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται, και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί., ουκούν, εισέλθετε πάντες». 

Bιβλιογραφία ΄΄Εορτολογικά Παλινωδούμενα΄΄

 ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016





Εισαγωγικά σχόλια στη Μεγάλη Εβδομάδα του Θεολόγου Λάμπρου Σκόντζου

«ΦΘΑΣΑΝΤΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΘΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»



Για μια ακόμα φορά, με τη χάρη του Θεού, οδεύουμε στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, στην ιερότερη εορτολογική περίοδο του έτους. Για μια ακόμη φορά θα ακολουθήσουμε τα ίχνη του Νυμφίου της Εκκλησίας μας Χριστού και θα γίνουμε συνοδοιπόροι του Θείου Πάθους Του. Σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο, καλούμαστε όπως «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι΄αυτόν ταις του βίου ηδοναίς΄ ίνα και συζήσωμεν αυτώ». Με αυτή την προϋπόθεση θα γίνουμε πραγματικοί κοινωνοί της Αναστάσεώς Του. Μόνο έτσι θα νοιώσουμε πραγματικά τη χαρά της Θείας Εγέρσεως.
Η αφετηρία αυτής της τόσο σημαντικής εορτολογικής περιόδου είναι πανάρχαια και ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Η νηστεία και η πνευματική προετοιμασία των πιστών της αρχαίας Εκκλησίας είναι πιθανόν να έχει καθιερωθεί από τους ίδιους τους Αποστόλους, σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου προς αυτούς: «Ελεύσονται δε ημέραι, όταν απαρθή απ΄αυτών ο νυμφίος και τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ.9:15). Ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας (+264) μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδος τον 3ο αιώνα. Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η προσκυνήτρια Αιθερία (5ος αιώνας), η οποία στο περίφημο Οδοιπορικό της στους Αγίους Τόπους μας πληροφορεί πώς η Ιεροσολυμίτικη Εκκκλησία εόρταζε τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στα πρωτοχριστιανικά χρόνια.
Σύμφωνα με το ιερό Χρυσόστομο «Μεγάλην καλούμεν την Εβδομάδα, ουκ επειδή πλέον έχει το μήκος των ωρών΄ και γαρ εισί έτεραι πολλώ μείζους ώρας έχουσαι΄ ουκ επειδή πλείους ημέρας έχει΄ και γαρ ο αυτός αριθμός και ταύτης και ταις άλλαις πάσαις. Τίνος ουν ένεκεν μεγάλην ταύτην καλούμεν; Μεγάλα τινά και απόρρητα τυγχάνει τα υπάρξαντα ημίν εν αυτή αγαθά. Εν γαρ ταύτη ο χρόνιος ελύθη πόλεμος, θάνατος εσβέσθη, κατάρα ανηρέθη, του διαβόλου η τυραννίς κατελύθη, τα σκεύη αυτού διερπάγη, Θεού καταλλαγή προς ανθρώπους γέγονεν» (Ομιλ.30, Εις Γένεσιν,P.G.53,273).
Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα σπουδαιότατο σταθμό πλουσίου πνευματικού ανεφοδιασμού των ψυχών μας. Η μνεία των ιερών γεγονότων μαζί με τις θεσπέσιες ακολουθίες των αγίων ημερών, δημιουργούν ατμόσφαιρα κατάνυξης και περισυλλογής. Τα ʼγια και Σεπτά Πάθη του Χριστού μας ελάχιστες ψυχές ανθρώπων αφήνουν ασυγκίνητες. Μόνο οι πωρωμένοι από την αμαρτία και το κακό ελάχιστοι άνθρωποι παραμένουν απαθείς τις άγιες αυτές ημέρες. Το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι μάλλον θα μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει αδιάφορους, αυτές τις άγιες ημέρες κατακλύζουν τους ναούς με τη «Σύνοψη» στο χέρι να σιγοψάλλουν μαζί με τους ψάλτες τους ύμνους των ιερών ακολουθιών.
Πρέπει να επισημάνουμε σε αυτούς που δεν γνωρίζουν την εκκλησιαστική τάξη, πως η Εκκλησία μας έχει καθιερώσει τη Μ. Εβδομάδα να τελείται ο Όρθρος της ημέρας το προηγούμενο βράδυ, π.χ. ο Όρθρος της Μ. Δευτέρας τελείται το βράδυ της Κυριακής, ο Όρθρος της Μ. Τρίτης το βράδυ της Μ. Δευτέρας κ.ο.κ. Αυτό γίνεται για να μπορούν οι εργαζόμενοι πιστοί να συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες.
Η δομή της Μεγάλης Εβδομάδος είναι ακριβώς η αναπαράσταση της τελευταίας εβδομάδος της επί γης παρουσίας του Χριστού μας. Κάθε ημέρα «μνείαν ποιούμεθα», όπως αναφέρει το ιερό συναξάρι, κάποιου από εκείνα τα σωτήρια γεγονότα. Τη Μεγάλη Δευτέρα τιμάμε μια μεγάλη προσωπικότητα της Π.Δ. τον Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος είναι ο ίδιος, με τα άδικα παθήματά του, τύπος του Χριστού και επίσης ενθυμούμαστε το γεγονός της «ξηρανθείσης συκής» από τον Κύριο, ως ζωντανή προτροπή στους πιστούς για παραγωγή πνευματικών καρπών. Τη Μεγάλη Τρίτη ενθυμούμαστε τις διδακτικότατες παραβολές των Δέκα Παρθένων και των Ταλάντων, οι οποίες έχουν υψίστη σημασία για τη σωτηρία μας, υπενθυμίζοντάς μας την φοβερή και αδέκαστη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Την Μ. Τετάρτη τιμάμε τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναικός, η οποία άλειψε με μύρο από ευγνωμοσύνη τα πόδια του Κυρίου, λίγο πριν το Πάθος Του και ακόμα τη μέρα αυτή θυμόμαστε την προδοσία του άθλιου Ιούδα. Τη Μ. Πέμπτη εορτάζουμε τα σωτήρια γεγονότα που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, τον ιερό Νιπτήρα, την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου και την σύλληψη του Κυρίου. Την Μ. Παρασκευή προσκυνούμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το Μ. Σάββατο τιμάμε τη θεόσωμο Ταφή του Κυρίου μας και την εις ʼδου Κάθοδόν Του.
«Αι μνήμαι και τα γεγονότα των ημερών της Μ. Εβδομάδος, γράφει σύγχρονος λόγιος κληρικός, έχουν ορισθή κατά την ιστορικήν των σειράν, ώστε δι' αυτών να δύνανται οι Χριστιανοί να παρακολουθούν, ως να είσαν παρόντες, πρώτον την πορείαν του Κυρίου προς το πάθος, έπειτα αυτό το πάθος και την ταφήν και τέλος την ανάστασίν του» (Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1990, σελ.10).
Οι άγιοι Πατέρες στόλισαν τη Μ. Εβδομάδα με υμνολογικό περιεχόμενο υψίστης ποιητικής και μουσικής αξίας. Οι μεγαλύτεροι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας, εμπνευσμένοι από το Θεό, με πίστη και ευλάβεια, συνέθεσαν για τη Μεγάλη Εβδομάδα ύμνους ύψιστης θεολογικής και αισθητικής αξίας. Η υμνολογία της Μ. Εβδομάδος αποτελεί το απόγειο της παγκοσμίου ποιήσεως. Μεγάλοι μουσουργοί έντυσαν αυτούς με έξοχη μελωδία. Ποια ανθρώπινη καρδιά δεν μένει ασυγκίνητη στο άκουσμα του κατανυκτικού τροπαρίου «Ιδού ο Νημφίος έρχεται», ή του άφθαστου δοξαστικού «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», η του συγκλονιστικού καθίσματος «Σήμερον Κρεμάται επί ξύλου», ή του περίφημου δοξαστικού «Εξέδυσάν με τα ιματιά μου» ή των μελωδικότατων εγκωμίων του Επιταφίου «Η Ζωή εν τάφω»;
Η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί αυτές τις ημέρες να βιώσουμε με συντριβή και κατάνυξη τα άγια και σεπτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Καλούμαστε να γίνουμε συνειδητοί κοινωνοί των παθημάτων του Λυτρωτή μας, διότι έτσι θα νοιώσουμε το μέγεθος της θείας αγάπης και φιλανθρωπίας. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε πως «ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω ελυτρώθημεν εκ της ματαίας αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού» (Α΄Πέτρ.1:19-20). Η σωτηρία μας είναι αποτέλεσμα των Παθημάτων και της αδίκου Θυσίας του Κυρίου μας, καθ ότι «τας αμαρτίας ημών αυτός ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον, ίνα ταις αμαρτίαις απογενόμενοι τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πετρ.2:24). Ο Χριστός «υπέρ πάντων απέθανεν ... ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Ρωμ.5:15). Αυτό προϋποθέτει η βίωση από μέρους μας των σωτηρίων Παθημάτων του Λυτρωτή μας Χριστού να μην είναι τυπική ή μόνο συναισθηματική, αλλά πρέπει να είναι καθολική οντολογική μέθεξη των σωτηριωδών ενεργειών, οι οποίες απορρέουν από «τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ.12:2).

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016





ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ ἤ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ).


Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα προβάλλει καί τιμᾶ τήν ἱερά μνήμη μιᾶς ἁγίας γυναικός, τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπό τήν περιθωριακή ζωή καί τελειώθηκε στήν ἄσκηση. Ὁ βίος της εἶναι μιά ἀκραία ὁσιακή ἱστορία, ἱστορία ἀδαμικῆς γυμνότητας, φυσικῆς καί ψυχικῆς ἀπάθειας, ἀποβολῆς τῶν ἀνθρωπίνων ἰδιωμάτων, ἐγκαταλείψεως τῶν ἰδίων νοημάτων καί θελημάτων, ἀνακλήσεως τῆς ἀρχαίας ὑγείας τῆς ψυχῆς, ἱστορία τῆς παρθενίας τοῦ σώματος καί τοῦ πνεύματος, ἱστορία καταδύσεως στό ἄπειρο βάθος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού ἑορτάζεται πρός τό τέλος τῆς Σαρακοστῆς, γιά ἐξέγερση καί βαθύ προβληματισμό, γιατί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔζησε τό χάος τῆς ἁμαρτίας καί ἀπεκάλυψε τό νόημα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας καί συγγνώμης, ζώντας σαράντα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου.
Ἀπεκάλυψε τό πόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς ἀδύναμους καί ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους. Τό πόσο ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ δρόμοι πού κατασκευάζει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, γιά νά ὁδηγήση τόν καθένα μας στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Τό μέ πόση ταπείνωση, πραότητα καί μακροθυμία ἑτοιμάζει καί ἀναμένει τήν μετάνοια τοῦ καθενός μας.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέσα στό Εὐαγγέλιο ἐπαναλαμβάνει, ὅτι οἱ "τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ἡμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν", καί ἡ ἄποψη αὐτή ξενίζει τούς Φαρισαίους κάθε ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονται ἐπί πλέον, γιατί ὁ Ἰησοῦς δέν περιφρονεῖ, ἀλλά ἀγκαλιάζει τούς ἁμαρτωλούς.
Ὁ Χριστός προβαίνει στήν προσφορά ἑνός νέου Νόμου χάριτος καί φιλανθρωπίας. Ἀποκαλύπτει στόν λαό Του ἕνα Θεό ἀγάπης καί συγγνώμης. Ἕνα Θεό σώζοντα τόν κόσμο. Ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός, ὁ ὑπερασπιστής τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος παραμερίζει ὅλα τά ἀνθρώπινα τεκμήρια καί ἀπευθύνεται στόν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο. Ἔτσι Τόν βλέπουμε, στό Εὐαγγέλιο, νά ἐμπιστεύεται τήν μοιχαλίδα γυναίκα. Δέν πηγαίνει ἀντίθετα στόν Νόμο, ἀλλά ἀντιμετωπίζει τήν γυναίκα πέρα ἀπό τά φαινόμενα. Ἡ μοιχαλίδα εἶχε καταδικασθῆ σέ λιθοβολισμό. Ὁ Χριστός τήν ἐλευθερώνει, τήν ἀφήνει νά φύγη ἀναστημένη σέ μιά νέα ζωή. Εἶδε τήν καρδιά της, μίλησε στόν βαθύτερο ἑαυτό της. Τά φαινόμενα ξεπεράσθηκαν ἀπό μιά μεγάλη καί σωτηριώδη ἀλήθεια: τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου.
Τό "προνόμιο" ἑνός ἀνθρώπου πού πουλάει τό σῶμα του, τόν ἑαυτό του, καί προσποιεῖται τήν ἀγαπητική σχέση, εἶναι οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς του καί τό βίωμα τῆς κολάσεως. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν μεγαλύτερη κόλαση. Γιατί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος πού ὑποβιβάζει τήν ἱερώτερη σχέση καί τήν κάνει ἀντικείμενο συναλλαγῆς, ζεῖ τήν πιό μεγάλη τραγωδία. Ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν κοινωνία καί τήν δημιουργία.
Ἡ τρομακτική ὅμως ἐμπειρία τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά γίνη ἀφετηρία γιά μιά νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, πού ἔθεσε ὡς μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς της τήν μετάνοια καί τήν συγγνώμη.
Ἡ μνήμη μιᾶς Ἁγίας γυναικός, πού ἦταν πόρνη στόν πρότερό της βίο, μᾶς κάνει νά ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.
Τί ἀνοίγει ἀπό μέρους μας τόν δρόμο πρός τόν Κύριο, πού ἔρχεται νά σταυρωθῆ γιά τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ἤ τί εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει; Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή, ἡ σοφία καί δύναμή μας, ὅλη ἐκείνη ἡ ἀξιόμισθη φλυαρία καί πολυπραγμοσύνη σέ κάποιο σχῆμα τυπικῆς θρησκευτικότητας καί ἐπιβαλλόμενου ἠθικισμοῦ, ἤ οἱ οἰκτιρμοί καί τά ἐλέη, ἡ χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔρχεται μέ ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητας, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο;
Ὁ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μᾶς μαθαίνει, ὅτι ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαιτητό ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ἤ ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, πού μᾶς στρέφει, ὅταν μᾶς κατακαίει ἡ δίψα τῆς προσωπικῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς ἀγάπης καί μᾶς φλογίζη ὁ ἄνθρωπος τῆς ὀδύνης καί τοῦ θείου πόθου, στήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Δέν μποροῦμε νά ἐλπίζουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά ἔχουμε πεποίθηση μόνο στόν Θεό, πού ἐγείρει τούς νεκρούς, "τούς νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ". Ἐκεῖνο πού τελικά μᾶς σώζει εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σφραγίζει τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰωνιότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Κανένας δέν ἔχει ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε καί μιά πόρνη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος καί μέσα στήν ἁμαρτωλότητά του, ἀκόμη καί στά ἔσχατα ὅρια τῆς ἀξιοπρέπειάς του, δέν παύει νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ, καί γιατί "δέν εἶναι κακό ἡ γυναίκα, ἀλλά ἡ πορνεία", γράφει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός. Μποροῦμε καί πρέπει νά μισοῦμε τήν πορνεία, ἀλλά ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τήν πόρνη, πού δέν παύει νά εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κι ὅταν φέρνει τήν πληγή καί τήν ὀδύνη τῶν πταισμάτων της. Ἄλλωστε ποιός μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι πράττει ἤ ὅτι εἶναι ἐλεύθερος στίς πράξεις του ἤ ἀγαπᾶ αὐτό πού πράττει;
Ἡ Ὁσία Μαρία γίνεται τύπος τῶν πιστῶν, πού τόσο παγιδεύονται στόν πειρασμό τῆς αὐτοδικαίωσης καί τῆς αὐτάρκειας, γιατί δίνει αὐτό πού εἶναι: τό εἶναι της γυμνό, γιά νά τό ἐνδύση καί πάλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δίνει ἀκριβῶς αὐτό πού γνωρίζει καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο: τήν ἄβυσσο τοῦ μυστηρίου τῆς καρδιᾶς, τήν μετάνοια, ἡ ὁποία μᾶς σώζει καί μᾶς ἁγιάζει.
Τό πρότυπο στό ὁποῖο ἀπέβλεπε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ πληρότητα τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας, ἀλλά ὁ θρῆνος τῆς ἀδιάκοπης μετάνοιας, βεβαίωση τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στήν ἁμαρτία, πού προϋποθέτει μιά προσωπική καί βαθειά αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Αὐτό πού μετράει εἶναι, ὅτι ἡ ἀρετή ὑπάρχει γιά τήν ἀλήθεια καί ὄχι ἡ ἀλήθεια γιά τήν ἀρετή. Αὐτό σημαίνει, ὅτι πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε, νά ζήσουμε τήν μετάνοια μέ αὐθεντικά ὀρθόδοξο τρόπο.
"Ὁ αἰσθηθείς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, κρείττων ἐστί τοῦ ἐγείροντος τούς νεκρούς" καί αὐτό σημαίνει ὄχι ἁπλῶς "νά πουλήσουμε ὅ,τι ἔχουμε" - κατά τόν εὐαγγελικό λόγο - ἀλλά "νά πουλήσουμε ὅ,τι εἴμαστε". Νά τί λέγει ἡ Ὁσία Μαρία στόν Ἀββά Ζωσιμᾶ κατά τήν συνάντησή τους στήν ἔρημο: "Γιά ποιό λόγο ἦλθες ἄνθρωπε σέ μένα τήν ἁμαρτωλή; Γιά ποιό λόγο θέλησε νά δῆς μιά γυναίκα γυμνή ἀπό κάθε ἀρετή;"
Σέ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοση καί διδασκαλία τονίζεται, ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τήν συναίσθηση διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί συνεχῆ διάθεση γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀλλαγή τοῦ νοῦ, τό νέο φρόνημα, ἡ δυναμική μετάβαση "ἐκ τοῦ παρά φύσιν εἰς τό κατά φύσιν, καί ἐκ τοῦ διαβόλου πρός τόν Θεόν ἐπάνοδος δι' ἀσκήσεως καί πόνων". Αὐτός ὁ ὁρισμός καθιστᾶ σαφές, ὅτι ἡ μετάνοια δέν εἶναι συμμόρφωση πρός τόν Νόμο, ἀλλά συγκλονιστική συνάντηση μέ τόν Χριστό. Δέν εἶναι εἴσοδος σέ μιά κοινότητα Φαρισαίων, ἀλλά στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τῶν ἐργατῶν τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, τῶν τελωνῶν καί τῶν πορνῶν.
Ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ μετάνοια δέν διαδραματίζονται ἀνάμεσα στό καλό καί τό κακό μιᾶς ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ἀλλά ἀνάμεσα στούς δύο ληστές, δεξιά καί ἀριστερά στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀνάμεσα στόν μετανοήσαντα καί ἀμετανόητο ληστή. Μέ ἄλλα λόγια καλούμεθα ὄχι νά γίνουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἀλλά νά εἴμαστε στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό.
"Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καί ἐγγιεῖ ὑμῖν". Ἐμεῖς ἔχουμε χρέος ν' ἀρχίσουμε. Ἄν κάνουμε ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος κάνει δέκα πρός ἐμᾶς.
Ἡ κόλαση, ἀδελφοί μου, ξέρετε, δέν εἶναι γιά τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά γιά τούς ἀμετανόητους. Γιά ἐκείνους, πού δέν αἰσθάνονται τήν ἀναξιότητά τους, πού δέν γνωρίζουν τό μεγαλεῖο τῆς συγγνώμης, πού ἀγνοοῦν τόν παράδεισο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού δέν ζοῦν τήν ἐλπίδα τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά λέγη στόν κάθε ἄνθρωπο: Τίποτε μήν φοβᾶσαι, ποτέ μήν φοβᾶσαι καί μήν θλίβεσαι. Μιά καί μετανοεῖς ὅλα θά στά συγχωρέση ὁ Θεός. Μά κι οὔτε ὑπάρχει οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρχη, νά γίνη στόν κόσμο τέτοιο κρῖμα, πού νά μήν τό συγχωρέση ὁ Θεός σέ κεῖνον πού μετανοεῖ ἀληθινά. Μά κι οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη ἕνα τόσο μεγάλο ἁμάρτημα πού θά μποροῦσε νά ἐξαντλήση τήν ἀστείρευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἄς ἔχουμε πάντοτε στό νοῦ μας πόσο σωτήρια εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς γυμνότητάς μας, ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἡ βεβαιότητα, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Πόσο ψεύτικες καί ἀνεπαρκεῖς εἶναι οἱ αὐτονόητες ἤ αὐτάρκεις καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν στήν καρδιά τοῦ κάθε μαθητῆ μπορεῖ νά κρύβεται καί ἕνας προδότης, γιατί δέν εἶναι μόνο ὁ Ἰούδας, ἤ ὅταν στήν καρδιά μιᾶς πόρνης μπορεῖ νά φυλάσσεται μιά ἁγνή καρδιά.


π. Α.Χ. (πηγή: www.apostoliki-diakonia.gr).

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 10 Απριλίου 2016.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Αγίου Ιωάννου της Κλίμακας).

(Μάρκου κεφ. θ' στίχοι 17-31).


Κείμενο:


«Τω καιρώ εκείνω άνθρωπός τις προσήλθε τω Ιησού γονυπετών αυτώ και λέγων διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβη, φήσσει αυτόν, και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού, και ξηραίνεται· Kαι είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν. ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει ώ γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; φέρετε αυτόν προς με. Και ήνεγκαν αυτόν προς αυτόν. Και ιδών αυτόν ευθέως το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων. Και επηρώτησε τον πατέρα αυτού· πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ; ο δε είπε· παιδιόθεν. Και πολλάκις αυτόν εις το πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησαν ημίν σπλαγχνισθείς εφ' ημάς. ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το εί δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι. Και ευθέως κράξας ο πατήρ του παιδιού μετά δακρύων έλεγε- πιστεύω, κύριε βοήθει μου τη απιστία. Ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος επετίμησε τω πνεύματι τω ακαθάρτω λέγων αυτώ· το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ' αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν. Και κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν εξήλθε, και εγένετο ωσεί νεκρός, ώστε πολλούς λέγειν ότι απέθανεν. ο δε Ιησούς κρατήσας αυτόν της χειρός ήγειρεν αυτόν και ανέστη. Και εισελθόντα αυτόν εις οίκον οι μαθηταί επηρώτων αυτόν κατ' ιδίαν, ότι ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό. Και είπεν αυτοίς· τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία. Και εκείθεν εξελθόντες παρεπορεύοντο δια της Γαλιλαίας και ουκ ήθελεν ίνα τις γνώναι. εδίδασκε γαρ τους μαθητάς αυτού ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και αποκτανθείς τη τρίτη ήμερα αναστήσεται».

Μετάφραση:


Εκείνο τον καιρό ένας άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού, γονάτισε μπροστά του και είπε· Διδάσκαλε,· σου έφερα το γιο μου, που έχει πνεύμα άλαλο· Και όπου τον πιάσει τον ρίχνει κάτω, και αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξεραίνεται· και είπα στους μαθητές σου για να το βγάλουν και δεν μπόρεσαν. Και ο Ιησούς του αποκρίθηκε και λέγει· Ω γενεά άπιστη, ως πότε θα είμαι μαζί σας ως πότε θα σας βαστάξω; Φέρτε μου εδώ το παιδί. Και του το έφεραν. Και όταν το παιδί είδε τον Ιησού, αμέσως το πονηρό πνεύμα το τράνταξε και έπεσε στη γη και κυλιόταν αφρίζοντας. Και ο Ιησούς ρώτησε τον πατέρα του· Πόσος καιρός είναι από τότε που το έπαθε; Και ο πατέρας είπε· Από τότε που ήταν παιδί. Και πολλές φορές και στη φωτιά τον έριξε και στο νερό για να τον ξεκάμει· μα αν κάτι μπορείς, λυπήσου μας και βοήθησε μας. Και ο Ιησούς του είπε· Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ' εκείνον που πιστεύει. Και αμέσως έβαλε φωνή ο πατέρας του παιδιού με δάκρυα και είπε· Πιστεύω Κύριε· βόηθα με στην απιστία μου. Και όταν είδε ο Ιησούς πως μαζεύεται κόσμος, μίλησε αυστηρά στο ακάθαρτο πνεύμα και του λέγει: Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, να βγεις από το παιδί και να μην ξαναμπείς σ' αυτό. Και το πνεύμα, αφού έβαλε μεγάλη φωνή και τράνταξε δυνατά το παιδί, βγήκε· και το παιδί έγινε σαν νεκρό, ώστε πολλοί να λέγουν πως πέθανε. Και ο Ιησούς το ‘πιασε από το χέρι και το σήκωσε και εκείνο στάθηκε ορθό. Και όταν ο Ιησούς πήγε στο σπίτι οι μαθητές του τον πήραν κατά μέρος και τον ρωτούσαν: Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το πονηρό πνεύμα; Και τους είπε· Τα πονηρά πνεύματα με κανέναν τρόπο δε βγαίνουν παρά μόνο με προσευχή και με νηστεία. Και αφού βγήκαν από εκεί διάβαιναν κρυφά μέσα από τη Γαλιλαία και κανείς δεν ήθελε να το ξέρει. Γιατί δίδασκε τους μαθητές του και τους έλεγε πως ο υιός του ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια των ανθρώπων και θα τον σκοτώσουν και αφού πεθάνει την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.


Σχόλια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεών απο το βιβλίο του Κηρύξατε. 

ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ;

 «Διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε....».
 ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΗΡΞΕ η αγάπη και απέραντη η στοργή του Κυρίου μας προς τα παιδιά και τους νέους κατά την επίγεια ζωή Του. Όταν κάποτε στην πόλη της Καπερναούμ ρωτήθηκε από τους μαθητές Του, ποιός θα είναι ο μεγαλύτερο και πιο διακεκριμένος στη Βασιλεία των ουρανών, ο Κύριος προσκάλεσε ένα παιδί, το έστησε ανάμεσα τους και είπε: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. 18, 3). Ο ευαγγελιστής Μάρκος μας διασώζει μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια της συμπεριφοράς του Κυρίου: «Και εναγκαλισάμενος αυτό» (Μαρκ. 9, 36). Έκφραση απέραντης στοργής και τρυφερής αγάπης προς την αθώα παιδική ηλικία. Άλλοτε πάλι μητέρες του έφεραν τα μικρά παιδιά τους για να τα ευλογήσει. Οι μαθητές τις επέπληξαν και τις εμπόδισαν. Ο Κύριος τότε θα παρέμβει αγανακτισμένος για την πράξη τους και θα πει: «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς εμέ, και μη κωλύετε αυτά. Των γαρ τοιούτων εστί η βασιλεία του Θεού» (Μαρκ. 10,14). Την αγάπη του Χριστού για τα παιδιά και τους νέους φανερώνουν και τα θαύματα Του. Ανέστησε τη νεκρή κόρη του αρχισυναγωγού Ιαείρου (Λουκ. 8, 40-42 & 49-56). Απάλλαξε την κόρη της Χαναναίας από το ακάθαρτο πνεύμα που τη βασάνιζε (Ματθ. 15, 21-28). Θεράπευσε τον άρρωστο γιο του βασιλικού στην Κανά της Γαλιλαίας (Ιω. 4, 46-54). Ανέστησε τον μονάκριβο γιο της χήρας στη Ναΐν (Λουκ. 7, 11-17). Και ακόμη θεράπευσε, όπως μας ιστορεί η σημερινή ευαγγελική περικοπή, το δυστυχή εκείνο σεληνιαζόμενο νέο. Ο πονεμένος πατέρας του ευαγγελίου ΠΟΝΕΜΕΝΟΣ ΒΑΘΙΑ ο πατέρας του δυστυχούς νέου πλησιάζει τον Κύριο. Πέφτει στα γόνατα και λέει: «Διδάσκαλε, ήνεγκα (= έφερα) τον υιόν μου προς σε...». Ιστορεί την τραγική κατάσταση του παιδιού του. Περιγράφει με φρίκη τα όσα έκανε κάτω από την επήρεια του δαιμονίου. Αναφέρει την αδυναμία των μαθητών, στους οποίους είχε καταφύγει, να το θεραπεύσουν. Και, τέλος, παρακαλεί να τον σπλαχνιστεί και να τον βοηθήσει. Ο Κύριος θα ζητήσει πίστη. Και ο δυστυχισμένος πατέρας θα φωνάξει: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία». Ο πόνος και τα δάκρυα του πατέρα, το φρικτό θέαμα του κυριευμένου από το δαιμόνιο νέου, θα συγκινήσουν τον Κύριο. Επιτιμά, λοιπόν, το ακάθαρτο πνεύμα και το διατάσσει να φύγει από το παιδί. Το δαιμόνιο κάτω από τη παντοδύναμη προσταγή του Κυρίου αναχωρεί. Ο νέος ελευθερώνεται και θεραπεύεται. Για μια ακόμη φορά ο Κύριος Ιησούς αναδεικνύεται ο ιατρός και ο σωτήρας μιας δυστυχισμένης υπάρξεως, που βρισκόταν στο άνθος της ηλικίας της. Είναι αξιοσπούδαστη η στάση του πατέρα. Αναζητεί τον Κύριο με λαχτάρα. Και πιστεύοντας πως μόνο Εκείνος μπορούσε να θεραπεύσει το παιδί του, το οδηγεί κοντά Του. Εκφράζει όλο τον πόνο της ψυχής του. Γονατίζει. Ομολογεί την ακλόνητη πίστη του. Θερμοπαρακαλεί. Η στάση αυτή του πατέρα του δυστυχούς εκείνου νέου θέτει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα και για τους σημερινούς γονείς. Τους γονείς των παιδιών κάθε εποχής. Που οδηγούν άραγε τα παιδιά τους; Προς τα που τα κατευθύνουν; Με ποιές αρχές τα διαπαιδαγωγούν; Αλλά και κάτι άλλο ακόμη: Αν τα παιδιά παρεκκλίνουν, αν εμπλακούν στα γρανάζια της ποικιλώνυμης διαφθοράς των καιρών μας, πού προσφεύγουν για βοήθεια; Που τα οδηγούν για να τα σώσουν;

 Οι αδιάφοροι γονείς.

 ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ κατηγορία γονέων αδιαφορεί. Μένει ανυποψίαστη για τις τεράστιες ευθύνες που έχει για την ηθική θωράκιση και την ψυχική καλλιέργεια των παιδιών μας. Όλο το ενδιαφέρον τους εξαντλείται στην εξασφάλιση υλικών μέσων και ανέσεων. Τα παιδιά να μεγαλώσουν χωρίς να τους λείψει τίποτε. Να τραφούν και ντυθούν καλά. Να μορφωθούν. Να καταλάβουν κάποιο σημαντικό πόστο. Να έχουν άφθονα χρήματα. Η στάση όμως αυτή υποδηλώνει ότι βλέπουμε τα παιδιά μας σαν σάρκες μόνο. Μας διαφεύγει ότι μέσα τους κρύβουν και μιαν αθάνατη ψυχή, που έχει κι εκείνη τις δικές της ανάγκες, ανάγκες πνευματικές. Λησμονούμε ότι το πρώτιστο καθήκον μας είναι να τα οδηγήσουμε κοντά στο Χριστό. Να φυτέψουμε στις αθώες καρδιές τους την αγάπη και τον φόβο του Θεού. Να οπλίσουμε τα αδύναμα σκαριά τους με την άγκυρα της πίστεως. Να τα εμπνεύσουμε να ακολουθήσουν τον ευλογημένο δρόμο της χριστιανικής ζωής. Να τα προφυλάξουμε από ποικίλες ιδεολογίες που επιδιώκουν να τα παγιδεύσουν ή τρομακτικούς ηθικούς κινδύνους που – ιδιαίτερα στις μέρες μας – τα απειλούν. Και, δυστυχώς, την εγκληματική αμέλεια των γονέων της κατηγορίας αυτής σπεύδει να ολοκληρώσει το πεζοδρόμιο. Ο σωματέμπορος. Ο έμπορος ναρκωτικών. Ο ξεσκολισμένος συμμαθητής. Η συμμαθήτρια με τα χαλκαδιασμένα μάτια. Η «ντισκοτέκ». Το μπαράκι με τα χαμηλωμένα φώτα. Όλα αυτά τα κανάλια του ξεπεσμού και της διαφθοράς των παιδιών μας. Οι «προοδευτικοί» γονείς ΜΙΑ ΑΛΛΗ κατηγορία γονέων: Είναι οι λεγόμενοι μοντέρνοι και προοδευτικοί γονείς που πιπιλίζουν την καραμέλα της ελευθερίας και του προοδευτικού πνεύματος και που θεωρούν αναχρονιστικό το να οδηγήσουν τα παιδιά τους κοντά στο Χριστό και την Εκκλησία. Είναι αντίθετοι τα παιδιά τους να λάβουν χριστιανική αγωγή. Ούτε τη δίνουν οι ίδιοι, ούτε το έργο της Εκκλησίας βοηθούν. Ειρωνεύονται τον θεσμό των Κατηχητικών Σχολείων. Αρνούνται να δώσουν στα χέρια των παιδιών ένα χριστιανικό έντυπο. Τα εμποδίζουν να προσέλθουν στο μυστήριο της Εξομολογήσεως. Άτακτοι οι ίδιοι στη ζωή τους πολλές φορές, δεν έχουν το κύρος και το ηθικό σθένος για να μιλήσουν στις καρδιές των παιδιών τους. Προσανατολισμένοι σφαλερά, οδηγούν και τα παιδιά τους σε επικίνδυνα μονοπάτια. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Η καθημερινή πραγματικότητα επιβεβαιώνει το λόγο της Γραφής: «Οι μακρύνοντες εαυτούς από σου απολούνται» (Ψαλμ. 72,27). Την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό και το θέλημα Του αργά ή γρήγορα ακολουθεί η απώλεια. Την περιφρόνηση και την ασύστολη καταπάτηση των κανόνων της ευαγγελικής ηθικής διαδέχεται ο ξεπεσμός! 

Οι υπεύθυνοι γονείς.

 ΚΑΙ Η ΤΡΙΤΗ κατηγορία: Είναι οι γονείς εκείνοι που συναισθάνονται το χρέος τους. Που αναμετρούν καθημερινά τις ευθύνες τους. Που έχουν συνείδηση και του μεγαλείου και του βάρους της αποστολής τους. Πρώτ’ απ’ όλα πιστεύουν στον Θεό. Αγωνίζονται να ζήσουν κατά το θέλημα Του. Βλέπουν την οικογένεια τους ως «κατ’ οίκον εκκλησία», ένα κομμάτι της Βασιλείας του Θεού. Είναι οι γονείς που γνωρίζουν τι είδους θησαυρό εμπιστεύτηκε ο Θεός στα χέρια τους. Πόσο βαθιά τους τίμησε αξιώνοντας τους να φέρουν στον κόσμο νέες ανθρώπινες υπάρξεις. Και γι’ αυτό αγωνιούν και παλεύουν όχι μόνο για την υλική αλλά προπάντων για την πνευματική ανάδειξη των παιδιών τους. Σαν καλοί άγγελοι επαγρυπνούν νύχτα και μέρα, παρακολουθώντας με αγάπη και στοργή τα παιδιά τους. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή και στην κοινωνία που ζούμε με τους τόσους κινδύνους και τους πολλούς και ύπουλους εχθρούς. Και ως υπεύθυνοι χριστιανοί γονείς αγωνίζονται για τη χριστιανική ανατροφή και την ορθή διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Με την συνεπή ζωή και το διδακτικό τους λόγο σπέρνουν το σπόρο της πίστεως και ανάβουν τη φλόγα της αγάπης του Χριστού στις αθώες ψυχές των παιδιών που τους χάρισε ο Κύριος.

 Η βαθύτερη δίψα των σημερινών παιδιών.

 ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑ βάθος έχουν ανάγκη και αναζητούν σήμερα τα παιδιά μας είναι ο Θεός. Απογοητευμένα από τους διάφορους ψευδομεσσίες και την αναρχούμενη θάλασσα των ποικιλώνυμων συστημάτων και ιδεολογιών αναζητούν τον ζώντα και αληθινό Θεό. Ποθούν την αγάπη Του. Διψούν τη δικαιοσύνη Του. Έχουμε ιερή υποχρέωση όλοι μας και ιδιαίτερα οι γονείς στην ώρα αυτή της αναζήτησης να σταθούμε κοντά τους. Και να γίνουμε οι έμπειροι χειραγωγοί τους στην ανακάλυψη του αληθινού Θεού. Ο απόστολος Παύλος μας δίνει έναν υπέροχο κανόνα ορθής αγωγής: «Οι πατέρες μη παροργίζετε τα τέκνα υμών, αλλ’ εκτρέφετε αυτά εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφ. 6, 4). Ο πατέρας του νέου του σημερινού ευαγγελίου μας δίνει φωτεινό παράδειγμα. Η σωτηρία και η προκοπή των παιδιών μας υπάρχει μόνο κοντά στον Χριστό. Γι’ αυτό και αποτελεί χρέος μας να τα οδηγήσουμε κοντά Του.