Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015


Υμνολογική εκλογή.
Απολυτίκιον του Μάρτυρος. Ήχος γ’.


Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις, σε υπέρμαχον η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ουν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν, εν τω σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα, ούτως Άγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


Μεγάλον προστάτη και συμπολεμιστή στους κινδύνους σε βρήκε η οικουμένη Αθλοφόρε Δημήτριε, γιατί νικάς και κατατροπώνεις τα βάρβαρα έθνη. Όπως λοιπόν κατανίκησες τότε την αλαζονεία του Λιαίου ενθαρρύνοντας μέσα στο στάδιο τον Νέστορα, έτσι και τώρα άγιε μεγαλομάρτυς Δημήτριε, ικέτευε τον Χριστό και Θεό μας να μας δωρίζει το μέγα Του έλεος.


Έτερον, του Σεισμού. Ήχος πλ. δ’.
Ο επιβλέπων επί την γήν, και ποιών αυτήν τρέμειν, ρϋσαι ημάς της φοβεράς του σεισμού απειλής, Χριστέ ο θεός ημών’ και κατάπεμψον ημίν, πλούσια τα ελέη σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.


Συ Κύριε που ρίχνεις το βλέμμα Σου πάνω στη γη και την κάνεις να τρέμει, λύτρωσέ μας από τη φοβερή απειλή του σεισμού, και στείλε από τον ουρανό στη γή πλούσια τα ελέη Σου, με τις πρεσβείες της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.


ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ
Κάθισμα. Του Αγίου. “Ήχος πλ. δ’. Την Σοφίαν και Λόγον.
Ευσεβείας τοιζ τρόποις καταπλουτών, ασεβείας την πλάνην καταβαλών, Μάρτυς κατεπάτησας, των τυράννων τα θράση” και τω θείω πόθω, τον νούν πυρπολούμενος, των ειδώλων την πλάνην, εις χάος εβύθισας’ όθεν επαξίως, αμοιβήν των αγώνων, εδέξω τα θαύματα, και πηγάζεις ιάματα, Αθλοφόρε Δημήτριε. Πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην σου.


Πλούτησες κυριολεκτικά με τους τρόπους της ευσεβείας, και κατανίκησες την πλάνη της ασεβείας, μάρτυς, και κατεπάτησες σαν ένα τίποτε την αλαζονεία των τυράννων. Έτσι βύθισες στο χάος των ειδώλων την πλάνη, επειδή μέσα στο νου σου έκαιγε σαν άλλη φωτιά ο ζήλος της αγάπης στον Θεό. Γι’ αυτό και σαν αμοιβή των αγώνων σου έλαβες τη χάρη των θαυμάτων, και σαν πηγή χαρίζεις τα ιάματα. Σε παρακαλούμε να πρεσβεύεις στον Θεό, ώστε να χαρίσει άφεση των αμαρτιών, σε όσους με πόθο εορτάζουν την αγία σου μνήμη.


Δόξα. Έτερον του αγίου όμοιον.
Βασιλεί των αιώνων ευαρεστών, βασιλέως ανόμου πάσαν βουλήν, εξέκλινας ένδοξε, και γλυπτοίς ούκ επέθυσας’ δια τούτο θύμα, σαυτόν προσενήνοχας, τω τυθέντι Λόγω, αθλήσας στερρότατα’ όθεν και τη λόγχη, την πλευράν εξωρύχθης, τα πάθη ιώμενος, των πιστώς προσιόντων σοι, Αθλοφόρε Δημήτριε. Πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην σου.


Θέλοντας να ευαρεστήσεις στον Βασιλέα των αιώνων, δεν υπάκουσες στον άνομο βασιλέα, απομακρύνθηκες από τη βουλή του και δεν θυσίασες στα γλυπτά είδωλα. Γι’αυτό και με σταθερότητα προσέφερες τον εαυτό σου κατά τους μαρτυρικούς αγώνες, θύμα στον Λόγο Χριστό, που θυσιάσθηκε για τους ανθρώπους. Ετσι και τρυπήθηκες στην πλευρά με τη λόγχη, και θεραπεύεις τα πάθη όσων με πίστη σε πλησιάζουν, αθλοφόρε Δημήτριε. Τώρα λοιπόν, πρέσβευε στον Χριστό και Θεό μας, να χαρίζει άφεση των αμαρτιών σε όσους με πόθο από τα βάθη της ψυχής τους εορτάζουν την αγία μνήμη σου.


Και νυν. Του Σεισμού. Ήχος δ’. ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Της επελθούσης σου οργής αφορήτου, ότι ηλέησας ημάς και ερρύσω, φιλανθρωπίας πέλαγος δεικνύων Χριστέ, νυν ευχαριστούμέν σοι, παιδευθέντες εκκλίναι, από των κακών ημών, των ημάς θανατούντων. Αλλ’ επιβλέψας οίκτειρον ημάς, ταις ικεσίαις Σωτήρ της τεκούσης σε.


Επειδή μας ελέησες και μας ελύτρωσες από την αφόρητη οργή Σου, που ήλθε εναντίον μας και κατεπάνω μας, δείχνοντας το πέλαγος της φιλανθρωπίας Σου προς εμάς, Χριστέ, τώρα γι’ αυτό Σε ευχαριστούμε, αφού μάθαμε από τα γεγονότα να απομακρυνόμαστε από τα κακά που μας οδηγούν στον θάνατο. Αλλά αφού ρίξεις πάνω μας το βλέμμα Σου, λυπήσου μας, Σωτήρ, και ελέησέ μας με τις πρεσβείες της τεκούσης Σε Θεοτόκου.


Κοντάκιον. Αυτόμελον. Ήχος β’.
Τοις των αιμάτων σου ρείθροις Δημήτριε, την εκκλησίαν θεός επορφύρωσεν, ο δούς σοι το κράτος αήττητον, και περιέπων την πόλιν σου άτρωτον’ αυτής γαρ υπάρχεις το στήριγμα.
Με τα ρείθρα των αιμάτων σου, Δημήτριε, πορφύρωσε την Εκκλησία Του ο Θεός. Αυτός που σου έδωσε ανίκητη δύναμη, και περιβάλλει την πόλη σου ώστε να είναι και να παραμένει αβλαβής, γιατί εσύ είσαι το στήριγμά της.


Ο Οίκος
Τούτον τον μέγαν, πάντες συμφώνως οι πιστοί συνελθόντες, ως οπλίτην Χριστού και Μάρτυρα τιμήσωμεν, εν ωδαίς και ύμνοις αναβοώντες τω Δεσπότη και Κτίστη της οικουμένης” Ρύσαι ημάς του σεισμού της ανάγκης Φιλάνθρωπε, πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων των αγίων Μαρτύρων’ εις σέ γαρ ελπίζομεν, του ρυσθήναι κινδύνων και θλίψεων, ότι συ υπάρχεις ημών το στήριγμα.


Αυτόν τον μεγάλο άγιο, όλοι οι πιστοί αφού συγκεντρωθούμε, με μια φωνή και γνώμη ας τον τιμήσουμε ως οπλίτη του Χριστού και μάρτυρα, με ωδές και ύμνους ψάλλοντας στον Δεσπότη και Κτίστη της οικουμένης: απάλλαξέ μας από την ανάγκη του σεισμού, Φιλάνθρωπε, με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και πάντων των αγίων μαρτύρων, γιατί σε Σένα ελπίζουμε ώστε να λυτρωθούμε από κινδύνους και θλίψεις, αφού Εσύ είσαι το στήριγμά μας.


Συναξάριον.
Τη Κστ” του αυτού μηνός (Οκτωβρίου), μνήμη του αγίου και ενδόξου Μεγαλο¬μάρτυρος Δημητρίουτου Μυροβλύτου και θαυματουργού.Στίχοι. Δημήτριον νύττουσι λόγχαι, Χριστέ μου,Ζηλούντα πλευράς λογχονύκτου σης πάθος.Εικοστή μελίαι Δημήτριον έκτη ανείλον.
Τον Δημήτριο «κεντούν» οι λόγχες, αυτόν που «ζήλευε» το πάθος της «κεντημένης» Σου πλευράς, Χριστέ μου. Κατά την εικοστή έκτη ημέρα μέλησαν και θανάτωσαν τον Δημήτριο.
Τη αυτή ημέρα οι άγιοι Μάρτυρες Αρτεμίδωρος και Βασίλειος, ξίφει τελειούνται.
Στίχοι. Αρτεμίδωρος, ω τέλους ψήφος ξίφος,Σύναθλον είχε Βασίλειον προς ξίφος.
Ο Αρτεμίδωρος είχε σύναθλο του στο μαρτύριο τον Βασίλειο, οι οποίοι και τελειώθηκαν με το ξίφος.Τη αυτή ημέρα η αγία Μάρτυς Λεπτίνα, κατα γης συρομένη, τελειούται.Στίχοι. Εν γή συρθεϊσα χερσί δυσσεβοφρόνων,αφήκεν εις γήν Λεπτίνα σαρκός πάχος.Αφού σύρθηκε στη γη η Λεπτίνα από χέρια ασεβών, άφησε στη γη της σαρκός το πάχος.Τη αυτή ημερα ο άγιος Μάρτυς Γλύκων, ξίφει τελειούται.Στίχοι. Ξίφει προτείνας Μάρτυς αυχένα Γλυκών,Σπονδήν γλυκείαν αίμα σου Χριστώ χέεις.Εχυσες γληκειά σπονδή για το Χριστό το γλυκό σου αίμα, μάρτυς προτέινοντας στο ξίφος τον αυχένα σου.Τη αυτή ημέρα μνήμη του μεγάλου και φρικώδους σεισμού.Στίχοι. Έσεισας, άλλ’ έσωσας αύθις γήν, Λόγε’Της σης γαρ οργής οίκτος εστί το πλέον.Έσεισες με τον σεισμό αλλά και έσωσες αμέσως την γη, Λόγε του Θεού, γιατί περισσότερη από την οργή Σου είναι η ευσπλαχνία Σου.Μνήμη και του αγίου νέου οσιομάρτυρος Ιωάσαφ, ξίφει τελειωθέντος εν Κωνσταντινουπόλει, εν έτει ,αφλς’ (1536).Στίχοι. Μίξας ασκήσει την άθλησιν, παμμάκαρ,Διπλούς στεφάνους λαμβάνεις, Ιωάσαφ.Συνδιάζοντας την άσκηση και το μαρτύριο, έλαβες διπλούς στεφάνους, μακάριε Ιωάσαφ.Ταις αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο θεός, ελέησον ημάς.Αμήν.


Εξαποστειλάριον. Τοις Μαθηταίς.
Μάρτυς Χριστού Δημήτριε, ως ποτέ του Λυαίου, την οφρύν και την έπαρσιν, και το ϊππειον θράσος, καθείλες χάριτι θεία, τον γενναίον κρατύνας, εν τω σταδίω Νέστορα, του Σταυρού τη δυνάμει” ούτω καμέ, ταις ευχαίς σου κράτυνον Αθλοφόρε, κατα δαιμόνων πάντοτε, και παθών ψυχοφθόρων.


Μάρτυς του Χριστού Δημήτριε, όπως κάποτε κατέστρεψες την αλαζονεία, μα και το αλογήσιο, παράλογο και αφηνιασμένο φρόνημα όπως επίσης και το θράσος του Λιαίου, δίνοντας δύναμη στον Νέστορα μέσα στο στάδιο με τη δύναμη του σταυρού, έτσι και εμένα τώρα, με τις ευχές σου, ενδυνάμωσέ με εναντίον των δαιμόνων και των παθών που καταστρέφουν την ψυχή.


Θεοτοκίον όμοιον.
Τον σαρκωθέντα Κύριον, εξ αγνών σου αιμάτων, Παρθενομήτορ άχραντε, δυσωπούσαμή παύση, υπέρ ημών των σων δούλων, όπως εύρωμεν χάριν, και εύκαιρον βοήθειαν, εν ημέρα ανάγκης, γένος βροτών’ απειλής σεισμού τε του βαρυτάτου, κινδύνων τε εξαίρούσα, μητρικαίς σου πρεσβείαις.


Σε παρακαλούμε, Αχραντε παρθενομήτωρ, μη παύσεις να παρακαλείς ικετευτικά για ‘μας τον Κύριο που σαρκώθηκε από τα αγνά σου αίματα, ώστε να βρούμε χάρη σε κάθε καιρό και περίσταση, αλά και βοήθεια σε ώρα ανάγκης όλο το γένος των ανθρώπων. Ακόμη απάλλαξέ μας με τις μητρικές πρεσβείες σου, από τον βαρύτατο κίνδυνο του σεισμού.


Δόξα. Ήχος δ’. Ανδρέου Ιεροσολυμίτου.
Τον λόγχαις κληρωσάμενον, της σωτηρίου πλευράς την χάριν, της νυγείσης τη λόγχη, εξ ής ημίν πηγάζει ο Σωτήρ, ζωής και αφθαρ¬σίας νάματα, Δημήτριον τιμήσωμεν, τον σοφώτατον εν διδαχαίς, και στεφανίτην εν Μάρτυσι’ τον δι’ αίματος τελέσαντα, τον της αθλή¬σεως δρομον, και θαύμασιν εκλάμψαντα πάση τη οικουμένη” τον ζηλωτήν του Δεσπότου, και συμπαθή φιλόπτωχον’ τον εν πολλοίς και πολλάκις κινδύνοις χαλεποίς, των θεσσαλονικέων προιστάμενον’ ου και την ετήσιον μνήμην γεραίροντες, δοξάζομεν Χριστόν τον θεόν, τον ενεργούντα δι’ αυτού πάσι τα ιάματα.


Ελάτε να τιμήσουμε τον Δημήτριο, που σαν με κλήρο, πέτυχε τη χάρη να μαρτυρήσει με το τρύπημα της πλευράς του, όπως και ο Δεσπότης Χριστός, ο Σωτήρας μας, που από την πλευρά Του πηγάζει για μας τα νάματα της αιωνίου ζωής και της αφθαρσίας. Είναι ο Δημήτριος ο πιο σοφός μεταξύ των διδασκάλων, και ένδοξα στεφανωμένος ανάμεσα στους μάρτυρες, αφού με το αίμα του τελείωσε μαρτυρικά τον δρόμο του «αθλητικού» του αγώνος, και έλαμψε σε όλο τον κόσμο με τα θαύματα που έκανε. Αυτός λοιπόν ο Δημήτριος, και με ζήλο για την πίστη του Χριστού αγωνίσθηκε, και με συμπάθεια συμπαραστάθηκε στους πτωχούς, μα και σε πολλές περιστάσεις συχνά ήταν ο αρχηγός των Θεσσαλονικέων στους κινδύνους. Και τώρα τιμώντας την ετήσια μνήμη του, δοξάζουμε τον Χριστό και Θεό μας, που δι’ αυτού πλούσια μας χαρίζει τα ιάματα.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015




φθάσαμεν ες τ κατάντημα ν ζητομεν
κα δεύτερον γάμον τν κληρικν!

Η ΣΧΕΔΙΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΘΑ ΑΤΙΜΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ;

Αἱ προειδοποιήσεις τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς ὅτι, ἐὰν συγκληθῆ Σύνοδος χωρὶς Ἁγιοπνευματικάς προϋποθέσεις, θὰ ἐπιφέρη μεγάλας πληγάς εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται, πὼς δὲν εἰσακούονται. Ἡ νέα Σύνοδος θὰ ἀκυρώση καὶ τὴν Ἁγίαν Γραφήν; Μὴ γένοιτο!

Του Πρωτοπρεσβυτέρου π.  Βασιλείου  Ε. Βολουδάκη 

Ἡσχεδιαζομένη ἀπὸ ἐτῶν Πανορθόδοξος Σύνοδος προετοιμάζεται πυρετωδῶς τὰ τελευταῖα δύο χρόνια, παρὰ τὶς θεοπαράδοτες προειδοποιήσεις τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς περὶ τῶν τραυμάτων  ποὺ θὰ ἐπιφέρη στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μία Σύνοδος Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι, στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία εἴτε ὑπηρετοῦν πολιτικὲς σκοπιμότητες, γενόμενοι ὑποχείρια πολιτικῶν σχεδιασμῶν, εἴτε στεροῦνται καὶ στοιχειώδους ποιμαντικῆς διακρίσεως, θεολογικοῦ καταρτισμοῦ καὶ  ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Ἤδη, μάλιστα, ἡ Σύνοδος αὐτὴ προσδιορίσθηκε, γιὰ νὰ διεξαχθῆ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 2016!
Φαίνεται πὼς οἱ προειδοποιήσεις τοῦ Θεοῦ διά τῶν ἁγίων Του δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς γιὰ τὰ νεκρωθέντα ἀπὸ τὸν κοσμικὸ θόρυβο ὦτα μας καὶ γι’ αὐτὸ περισσότερο βέβαιο  εἶναι  νὰ περιμένουμε Παγκόσμιο Πόλεμο, παρὰ Πανορθόδοξο Σύνοδο!
Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται «ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ», μὲ τὰ προτεινόμενα πρὸς συζήτησιν θέματα τῆς μελλούσης αὐτῆς συνόδου, τὰ ὁποῖα, ὄχι μόνο δὲν συμβάλλουν στὴν καλλιέργεια τοῦ ἤθους τῶν χριστιανῶν «πρὸς εὐσέβειαν» ἀλλὰ καὶ παροτρύνουν τοὺς πιστοὺς νὰ ἀρνηθοῦν, ἐκτὸς τῶν Ἁγίων καὶ αὐτὴν τὴν Ἁγία Γραφή!
Ἡ νέα ἀντιεκκλησιαστικὴ πρόταση πρὸς τὴν ἑτοιμαζομένη Σύνοδο μᾶς γνωστοποιήθηκε πρὶν λίγες ἡμέρες, στὶς 9 Μαρτίου 2015,  μὲ ἄρθρο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφεμ (Κυκκώτη) στὸ «γιορείτικο Βμα».
Μὲ τὸ ἄρθρο του αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος, ἔντεχνα, ὡς ἐκφραστῆς μιᾶς τάχα πολυχρονίου ἀνάγκης τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ἀνασύρει ἄρθρο τοῦ 1920(!) τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Παγκυπρίου Ἱεροδιδασκαλίου, Ἀρχιμ. Μακαρίου Μαχαιριώτη, στὸ ὁποῖο εὐθέως ζητεῖται ἡ …καθιέρωση(!) δευτέρου Γάμου τῶν Κληρικῶν καὶ ἡ τέλεση Γάμου ἀπὸ τοὺς ἤδη χειροτονηθέντας  Κληρικούς!

Τί νὰ πρωτοειπῆ κανεὶς με τέτοιον καταιγισμὸ ἀντιχριστιανικῶν ἀπόψεων Ὀρθοδόξων Ἱερέων  καὶ Ἱεραρχῶν; Μέχρι πρότινος γνωρίζαμε ὅτι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἔχει γράψει ὅτι μία Πανορθόδοξος Σύνοδος μπορεῖ νὰ ἀκυρώση ἀποφάσεις ἀκόμη καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων(!), παρὰ τὴν ἀπαγορευτικὴ ὁμοφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας καὶ τὴν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἀνανέωση τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνον Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος μᾶς προειδοποίησε ὅτι: «Πσα νέα Οκουμενικ Σύνοδος δν θ εναι οτε γία οτε Οκουμενικ οτε γδόη, ἐὰν πρωτίστως δν δεχθ τς προγενεστέρας Οκουμενικς κα σαλεύτους ποφάσεις των»! Τώρα, μὲ τὴν εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε περὶ δευτέρου γάμου τῶν Κληρικῶν, παρ τν κατηγορηματικπροσταγ το γίου ποστόλου Παύλου, πληροφορούμεθα ὅτι ἡ μέλλουσα Σύνοδος θὰ ἀκυρώση καὶ τὴν Ἁγία Γραφή!
Ἔχουμε ἐπίγνωση ὅτι ἡ φωνή μας εἶναι ἰσχνοτάτη καὶ δὲν ἔχει ἐλπίδα νὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ τοὺς Ἱεράρχες ποὺ σχεδιάζουν τὴν μελλοντικὴ Σύνοδο καί, πολὺ περισσότερο νὰ εἰσακουσθῆ. Ὡστόσο, ἔχουμε χρέος νὰ ὑπενθυμίσουμε στὸ εὐσεβὲς Ὀρθόδοξο Πλήρωμα τὴν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς πρὸς τὸν Γάμο καὶ τὴν Ἱερωσύνη,  πρὸς καταρτισμὸν τῶν νεωτέρων,  ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ἐνσυνείδητο Ὀρθόδοξο Πλήρωμα (Κλῆρος καὶ Λαὸς) εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ φανερώση τὴν Κρίση τοῦ Θεοῦ ὡς πρὸς τὸ ἐὰν ἡ Σύνοδος εἶναι  Ἁγία ἢ Λῃστρική.

Μὲ αὐτή, λοιπόν, τὴν προοπτικὴ ἀναπτύσσουμε τὸ θέμα, «πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων, πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ».
*  *  *

  ἩἘκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας θεωρεῖ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου ὡς τὴν σπουδαιότερη ὑπόθεση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπέλεξε τὴν ἔγγαμη ὁδό, τὴν σπουδαιότερη μετὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Καὶ αὐτό, γιατί ἂν ἡ μοναδική καὶ ἀποκλειστική σχέση δύο ἑτεροφύλων ἀνθρώπων καλλιεργηθῆ μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, πραγματοποιεῖται ὁ σκοπός τοῦ ἐγγάμου ἀνθρώπου, δηλαδή νὰ ὁλοκληρώση τὴν προσωπικότητά του καὶ νὰ νοιώση, πραγματικά καὶ ὄχι μόνο συναισθηματικά, ριζωμένος στὸν Θεό. Γι᾽ αὐτό,  τὸ θέμα δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν εἶναι λελυμένο γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ δὲν συζητεῖται. Εἶναι ἱεροσυλία καὶ μόνη ἡ ἀπόπειρα συζητήσεως, ὅταν αὐτὴ ἀποσκοπεῖ στὴν ἐξεύρεση μιᾶς νέας λύσεως. Τό συζητοῦμε -ὅπως προείπαμε- γιά τήν ἐνημέρωση τῶν ἀγνοούντων ἀλλά καί γιά νὰ διατρανωθῆ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ἠχηρά καὶ ἐπίσημα, ὅτι ἀπαγορεύεται ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὁ δεύτερος γάμος τῶν κληρικῶν ὡς ἀντιχριστιανικὴ καὶ βέβηλη πράξη, ὡς αἰτία βαρυτάτου σκανδαλισμοῦ τῶν πιστῶν, ὡς «ἔργῳ» διαφθορά τῆς συνειδήσεως τῶν πιστῶν καὶ χειραγώγησή τους πρὸς ἀθέτηση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, δεδομένου ὅτι στὸ προκείμενο θέμα δὲν ἔχουμε μόνο τὴ δέσμευση τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀλλὰ καὶ τὴν κατηγορηματική δέσμευση τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅλοι πὼς ὑπάρχουν ὅρια αἰώνια, τὰ ὁποῖα, ἂν τὰ ξεπεράσουμε, βρισκόμαστε «ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ». Καὶ κάτι ἀκόμη πολύ σημαντικό: Ὅσοι ξεπέρασαν ἢ ἐπιθυμοῦν διακαῶς νὰ ξεπεράσουν τὰ αἰώνια καὶ ἀπαρασάλευτα ὅρια, ποὺ ἔθεσε ὁ Θεός, καὶ δὲν ἐγκαταλείπουν τὴν ἱερωσύνη ἀλλὰ θέλουν νὰ μένουν γαντζωμένοι σ’ αὐτὴν καὶ νὰ τὴ συρρικνώνουν στὰ ὅριά τους, αὐτοὶ ἔχουν χάσει πρὶν ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο τὴ λογική καὶ τὴν αἰδῶ τους.

 μοναδικός γάμος εναι πιταγή τς γ. Γραφς

Ὁ ἕνας καὶ μοναδικός γάμος τῶν κληρικῶν εἶναι ἐπιταγή τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ» πρέπει νὰ εἶναι ὁ κληρικός –γράφει ὁ Θεὸς διὰ χειρὸς τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου– καὶ μάλιστα ὁ κληρικὸς καὶ τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης, ἐφ’ ὅσον προτρέπονται καὶ οἱ Διάκονοι νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν ἐπιταγὴ αὐτή: «Διάκονοι ἔστωσαν μιᾶς γυναικὸς ἄνδρες, τέκνων καλῶς προϊστάμενοι καὶ τῶν ἰδίων οἴκων» (1 Τιμ., 3, 2-12).

Αὐτή ἡ ἐπιταγή, λοιπόν, δὲν εἶναι διαπραγματεύσιμη. Δὲν συζητεῖται. Ὅποιος μπορεῖ, τὴν ἀντέχει, ἢ μᾶλλον ὄχι μόνο τὴν ἀντέχει ἀλλὰ ὁ τίμιος καὶ ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἐπιταγή θὰ τὴν ἐθέσπιζε, θὰ τὴν ὅριζε στὸν ἑαυτό του, γιατί ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μονοθέσια, ζητάει τὴν ἀποκλειστικότητα καὶ τὴ μοναδικότητα στὴ σχέση τοῦ γάμου, γιατί μέσα ἀπ’ αὐτὴ τὴν μοναδική καὶ ἀποκλειστική σχέση θὰ ἀσκήση ὁ ἄνθρωπος τὸ ἐρωτικό στοιχεῖο τῆς ψυχῆς του, ὥστε αὐτὸ νὰ μπορέση νὰ στραφῆ σωστά καὶ ὁλοκληρωτικά στὸν Θεό.

Ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς γάμος τῶν κληρικῶν εἶναι μονόδρομος, γιατί μόνο ὁ πρῶτος γάμος εἶναι μυστήριο. Μόνο ὁ πρῶτος γάμος τελεῖται μέσα στὴ Θεία Λειτουργία καὶ μόνο μὲ τὸν πρῶτο γάμο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μεταλαμβάνη ἀνεμπόδιστα.

Ὁ δεύτερος γάμος ἀνήκει στὴν Παλαιά Διαθήκη, εἶναι ἔκπτωση, εἶναι παραχώρηση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐξ ἄλλου, γι’ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, λόγω τῆς ἀνωριμότητος ποὺ δείχνουν, τελοῦντες δεύτερο γάμο, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἱ. Κανόνες, ἔχουν ἐπιτίμιο.

Ἄν, λοιπόν, ἰσχύση ἡ παραχώρηση τοῦ δευτέρου γάμου ὄχι μόνο γιὰ τοὺς λαϊκούς, ποὺ δὲν ἔχουν πνευματικὴ ὡριμότητα, ἀλλὰ ἰσχύση καὶ γιὰ τοὺς κληρικούς, τότε ποῦ καὶ πότε θὰ ἰσχύση ἡ “ἀκρίβεια” τῆς Ἐκκλησίας μας; «Ἐάν τὸ φῶς τὸ ἐν ἡμῖν (δηλαδή ἡ ἱερωσύνη) σκότος ἐστὶ (δηλαδή κατάπτωση) τὸ σκότος πόσον»; Θὰ πρέπει, τελικά, νὰ ἀναζητήσουμε τὰ Χερουβείμ καὶ τὰ Σεραφείμ, γιὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὴν “ἀκρίβεια”; Καὶ ὕστερα, μὲ «τὶ μοῦτρα» θὰ διδάσκουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μένουν πιστοί στὸν πρῶτο γάμο τους, ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας δὲν τὸν σέβονται;

κκλησιαστικ “οκονομία”  λλ χι... παραοικονομία!

Μὲ βαρειὰ καρδιὰ ἀναφέρομαι στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὸ ὑπὸ συζήτηση θέμα καὶ αὐτὸ γιατί, ὅπως προείπαμε, ἡ συζήτηση εἶναι τόσο ἐξωφρενική, τόσο ἐξόφθαλμα ἀντιχριστιανική, ποὺ μοιάζει μὲ ἱεροσυλία ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα προσκομίσεως θεολογικῶν καὶ πνευματικῶν ἐπιχειρημάτων, γιὰ νὰ καταδειχθῆ ἡ αλήθεια.

Ὅμως, τολμῶ νὰ ἀναφερθῶ στὴν ΣΤ´ Οἰκουμενική Σύνοδο καὶ ἰδιαιτέρως στὰ διακηρυχθέντα στὸν Γ´ Ἱερὸ Κανόνα της, γιατί ἀποδίδουν συνοπτικὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, θέτουν τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας καὶ φράσσουν κάθε ἀνόητο καὶ βέβηλο στόμα.

Καταθέτω τὴν ἑρμηνεία τοῦ Γ´ Κανόνος στὴν ἁπλούστερη γλῶσσα, ὅπως τὴν συνέταξε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης:
«Οἱ Πατέρες τῆς παρούσης Συνόδου καὶ τὸ γινόμενον τότε κακόν διορθούμενοι καὶ πρὸς τὸ μέλλον ἀσφαλιζόμενοι, τὸν παρόντα οἰκονομικόν Κανόνα ἐξέδωσαν, ἐπειδὴ γὰρ ὁ Βασιλεύς παρεκάλεσεν αὐτοὺς νὰ καθαρίσουν τοὺς τότε ἱερωμένους ἀπὸ τὰς ἀκαθαρσίας τῶν ἀθέσμων γάμων καὶ παρανόμων, εἰς τοὺς ὁποίους περιέπεσαν. Καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος οἱ τοῦ Ρώμης τοποτηρηταὶ ἐπρότειναν νὰ φυλαχθῇ ἡ ἀκρίβεια τῶν Κανόνων εἰς αὐτούς, ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο, οἱ ὑπό τὸν Κωνσταντινουπόλεως Ἐπίσκοποι ἔλεγαν νὰ γένη συγκατάβασις καὶ φιλανθρωπία εἰς αὐτούς, αὐτοὶ συγκεράσαντες ὁμοῦ καὶ τὰ δύο, τὴν ἀκρίβειαν, λέγω, μὲ τὴν συγκατάβασιν (καὶ μάλιστα διατὶ πολὺ πλῆθος τῶν τότε Ἱερωμένων εἰς τοιούτους περιέπεσαν γάμους ἐξ ἀγνοίας), διὰ τὴν παρακάλεσιν τοῦ βασιλέως, ὥρισαν, ὅτι, ὅσοι μὲν ἱερωμένοι δευτεροϋπανδρευθέντες, ἔμειναν ἀμετανόητοι ἕως τοῦ καιροῦ τῆς Συνόδου ταύτης, καὶ δὲν ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τοὺς παρανόμους γάμους, οὗτοι νὰ καθαιροῦνται παντελῶς, καὶ λαϊκοὶ νὰ γίνονται. Ὅσοι δὲ ἐκ τοῦ ἐναντίου δίγαμοι Ἱερωμένοι, Πρεσβύτεροι δηλαδή, ἢ Διάκονοι, πρὸ τοῦ νὰ γένη ἡ Σύνοδος μετενόησαν καὶ ἐχώρισαν ἀπὸ λόγου των τὸν παράνομον γάμον αὐτόν, ἢ καὶ μὲ τὸ νὰ ἀπέθαναν αἱ δεύτεραι γυναῖκες των, ἐπεστράφησαν εἰς σωφροσύνην καὶ μετάνοιαν, οὗτοι, λέγω, ἐκρίθη εὔλογον νὰ παύουσι μὲν ἀπὸ τοῦ νὰ ἱερουργῶσι τὰ τῆς ἱερωσύνης ἕως εἰς ἕνα διωρισμένον καιροῦ διάστημα, νὰ μετέχουσι δὲ τὴν ἔξω τοῦ βήματος τιμήν τῆς μετά τῶν ἱερωμένων καθέδρας καὶ στάσεως, προσκλαίοντες εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ συγχωρηθῆ τὸ ἐξ ἀγνοίας αὐτῶν ἀνόμημα, καὶ μηδένα εὐλογοῦντες. Διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ δίδη εὐλογίαν εἰς ἄλλους ἐκεῖνος ποὺ χρεωστεῖ νὰ ἰατρεύη διὰ μετανοίας τὰς πληγάς τῆς ψυχῆς του... Πλὴν τοῦτο νὰ γένη ἀφ’ οὗ χωρίσουν τὰ παράνομα συνοικέσια». (Πηδάλιον, Ἀθῆναι 1970, σελ. 222)

Τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφές: Οἰκονομεῖ τοὺς κληρικοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἄγνοια προχώρησαν σὲ δεύτερο γάμο, νὰ διατηρήσουν τὴν Ἱερωσύνη τους μετά ἀπὸ ἐπιτίμιο καὶ μετάνοια, ὑπό τὴν ἀπαραίτητη, ὅμως, προϋπόθεση νὰ χωρίσουν ἀπὸ τὸν ἄθεσμο δεύτερο γάμο τους. Καὶ αὐτά, βεβαίως, ἴσχυσαν κατά τὸ παρελθόν, γιὰ νὰ οἰκονομήσουν τοὺς πρὸ τῆς ΣΤ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξ ἀγνοίας παρεκτραπέντας κληρικούς. Σὲ καμμιὰ περίπτωση δὲν ἰσχύουν σήμερα καὶ μάλιστα σὲ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο ἄγνοια τοῦ πράγματος δὲν ἔχουν, ἀλλὰ ἀνερυθρίαστα, χωρίς τσίπα καὶ στοιχειώδη φιλοτιμία γιὰ τὸν σκανδαλισμὸ ποὺ προκαλοῦν στοὺς πιστούς, διεκδικοῦν σὰν ἀναφαίρετο καὶ ἀπόλυτα δίκαιο αἴτημά τους τὸν ἄθεσμο δεύτερο γάμο!

Οἱ κληρικοί αὐτοί ἔχουν τὸ... κουράγιο(!) νὰ ὑψώνουν σὰν σημαία ἕνα ἐπιχείρημα–κουρέλι: «Ἐμεῖς δὲν ἐπιλέξαμε νὰ γίνουμε ἄγαμοι κληρικοί. Βρεθήκαμε στὴ θέση τοῦ ἀγάμου εἴτε λόγῳ χηρείας, εἴτε γιατί μᾶς ἐγκατέλειψε ἡ γυναῖκα μας». Καί, λοιπόν; Τὶ πρέπει νὰ γίνη; Νὰ συρρικνωθῆ ἡ Ἱερωσύνη στὰ μέτρα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἔχει τὴν πνευματικὴ λεβεντιὰ οὔτε ἑνὸς ἁπλοῦ εὐσεβοῦς λαϊκοῦ γιὰ νὰ ξεκαθαρίση στὸν ἑαυτό του –προτοῦ ἀκόμη γίνη κληρικὸς– ὅτι γι’ αὐτὸν ὁ γάμος θὰ κλείση ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα μὲ τὴν πρώτη του γυναῖκα;

Τὶ εἴδους ἀγάπη εἶναι αὐτὴ ποὺ εἶχε στὴν πρώτη του γυναῖκα ὥστε μὲ τὸ θάνατό της νομίζει ὅτι ὅλα τέλειωσαν μεταξύ τους; Ἰσχύει τελικά καὶ ἐδῶ τὸ «ὁ γάϊδαρος ἐψόφησε τέρμα ἡ κολυγιά μας»; Ὁ γάμος δὲν εἶναι Μυστήριο; Τὸ Μυστήριο τελειώνει μὲ τὸ θάνατο; Αὐτὰ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας ἢ ἐμεῖς καταντήσαμε τὴν Ἐκκλησία μας συντεχνία τοῦ χειρίστου εἴδους μὲ κανόνες καὶ ρυθμίσεις ἀνθρώπων πολὺ χαμηλῆς πνευματικῆς ὑποστάθμης;

Ὅσο γιὰ κείνους ποὺ χώρισαν τὶ νὰ εἰποῦμε; Ζητοῦν καὶ τὰ ρέστα ἄνθρωποι ποὺ προχώρησαν στὸ γάμο τους χωρίς νὰ ἐξετάσουν ποιὸν ἄνθρωπο νυμφεύονται ἢ χωρίς διάθεση ἐκ μέρους τους νὰ προσεγγίσουν ψυχικὰ τὴν γυναῖκα μὲ τὴν ὁποία συνέδεσαν τὴν ζωή τους ἢ χωρίς διάθεση ἐκ μέρους τους νὰ ἀλλάξουν κάτι ἀπὸ τὸν κακό ἑαυτό τους. Ζητοῦν τὰ ρέστα (δηλαδή δεύτερο γάμο) ἄνθρωποι ποὺ δὲν διάβασαν ποτὲ ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ κριτήρια γιὰ νὰ ἐπιλεγῆ κάποιος ὡς ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ νὰ «προΐσταται καλῶς τοῦ ἰδίου οἴκου»!

Ἡ λύση ὑπάρχει. Ὅποιος ἀπὸ μᾶς –δὲν ἐξαιρῶ τὸν ἑαυτό μου γιατί καὶ ἐγὼ αὔριο μπορεῖ νὰ παραφρονήσω– δὲν ἔχει τὰ κότσια νὰ ἀνταποκριθῆ στοιχειωδῶς στὶς ὑποχρεώσεις τῆς Ἱερωσύνης (γιατί τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμε ὑπάγεται στὰ στοιχειώδη), τότε πρέπει νὰ ξέρη ὅτι ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ ποίμνιο δὲν τὸν χρειάζονται.
Ὁ κόσμος δὲν χρειάζεται ρασοφοροῦντες ἀνθρώπους ἀλλὰ ποιμένες, διδασκάλους, παραδείγματα. Ἂν δὲν μποροῦμε, ἂς ἀφήσουμε τὴν Ἱερωσύνη, γιατί ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς γάμος καὶ τὸ ἂν μποροῦμε νὰ τὸν βαστάσουμε σωστὰ εἶναι πολὺ μικρὸ κριτήριο γιὰ τὸ ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ χειροτονηθοῦμε Ἱερεῖς.

Ὡς πρὸς τὸ βιοποριστικό πρόβλημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ συζητοῦμε, ἐφ’ ὅσον προτιμήσουν νὰ ἀφήσουν τὴν Ἱερωσύνη ἀντὶ τὸν δεύτερο γάμο, αὐτὸ, καὶ μόνο αὐτὸ, ἂς γίνη ἀντικείμενο μελέτης τῆς Ἱ. Συνόδου καὶ πιστεύουμε πὼς ἔχει τὸν τρόπο ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα γιὰ νὰ τὸ λύση.
*  *  *
Ἄν, τελικά, ἡ μέλλουσα Σύνοδος υἱοθετήση εἰσηγήσεις, ὅπως αὐτές τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ και θεσμοθετήση ἄθεσμα, ἀτιμάζον-τας τόν Γάμο καί ἀθετώντας τήν Οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν Ἁγία Γραφή, τότε θά ἔχη τα τραγικά ἀποτελέσματα πού προέβλεψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: «Σχίσματα καί αρέσεις καί διαφόρους λλας συμφοράς. Ατό εναι  βαθεα μου ασθησις καί πλήρης δύνης πίγνωσις »!

Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» φ.2062 (20-3-2015)

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ.

1.Καταγωγή - Επάγγελμα
Ο άγιος Λογγίνος έζησε κατά τους χρόνους της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ο Συμεών ο Μεταφραστής στους βίους και την πολιτεία Αγίων Μηνός Μαρτίου αναφέρει ότι, ανήκε στην Ιουδαϊκή συναγωγή (P.G., Τόμ. 115, σ. 32 Α).

Ο Άγιος καταγόταν από την κωμόπολη Σανδιάλη της Καππαδοκίας (P.G., Τόμος 115, σελ. 41). Εκεί, λοιπόν, αποσύρθηκε μετά την Ανάσταση του Κυρίου, όταν παραιτήθηκε από το Ρωμαϊκό στρατό που υπηρετούσε και εκήρυξε «Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα εκ νεκρών».

Ο Λογγίνος υπηρέτησε ως Αξιωματικός στο Ρωμαϊκό στρατό κα έφερε το βαθμό του Κεντυρίωνα - Εκατόνταρχου.
(Η λέξη Κεντυρίων προέρχεται από τη λατινική λέξη Centum που σημαίνει εκατό, διοικητής δηλαδή εκατό στρατιωτών , εκατόνταρχος).

Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του Κυρίου επί της γης τελούσε υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου, Ρωμαίου Επάρχου στην Ιουδαία (26 - 33 μ.Χ.).
2. Εποπτεύει κατά τη Σταύρωση του Χριστού
Κατά την παράδοση του Ιησού στους Εβραίους για να τον σταυρώσουν, ο Πιλάτος έδωκε εντολή στον εκατόνταρχο Λογγίνο να υπηρετήσει στα τίμια πάθη και τη σταύρωση, μετά των στρατιωτών του.

Το όνομα του Εκατόνταρχου δεν αναγράφεται σε κανένα από τα Ευαγγέλια. Σ' όλα μνημονεύεται με το αξίωμά του, είτε ως Κεντυρίων, είτε ως Εκατόνταρχος.

Έτσι, ο Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του Πιλάτου, επιστάτησε καθ' όλη τη διάρκεια των φρικτών Παθών του Κυρίου στο Γολγοθά. Ως εκ τούτου, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας όλων των εκεί θαυμαστών γεγονότων κατά τη Σταύρωση του Κυρίου.

Ο μακάριος θα μπορούσε να φαντασθεί, όταν έφθασε στο Γολγοθά, ότι - ευθύς μετά τη Σταύρωση του Χριστού - θα γινόταν ο πρώτος ομολογητής της Θεότητας Αυτού; Αδύνατον! Όπως γνωρίζουμε, μετά τη θεία Σταύρωση, οι Απόστολοι και οι άλλοι μαθητές του Κυρίου για το φόβο των Ιουδαίων απομακρύνθηκαν από το Γολγοθά.
Ο Λογγίνος όμως έμεινε κοντά στον Εσταυρωμένο. Η ψυχή του είχε συγκινηθεί από την άδικη Σταύρωση του αθώου Ιησού. Η προσωπικότητα του Ναζωραίου τον είχε σαγηνεύσει. Κάτι του έλεγε μέσα του πως αυτός δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος.

Και όντως, έτσι ήταν! Τα θαυμαστά γεγονότα που επακολούθησαν τον συντάραξαν και του μετέβαλαν σιγά - σιγά, αλλά σταθερά, την εσωτερική του αυτή φωνή σε ακλόνητη πίστη.

Την έκτη ώρα απλώθηκε πυκνό σκοτάδι σ' όλη τη γη, που διήρκεσε τρεις ώρες (Ματθ. κζ' 45, Μάρκου ε' 33 και Λουκά κγ' 44).

Την ενάτη ώρα ο Χριστός παρέδωκε το πνεύμα Του, όχι σαν κοινός άνθρωπος. Παραδόξως, δεν περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση, ενώ βρισκόταν επί έξι (6)ώρες στο Σταυρό, γεγονός ανθρωπίνως αδύνατο και παντελώς άγνωστο στην ιστορία των σταυρικών εκτελέσεων. Αλλά, πριν να παραδώσει το πνεύμα Του, με δυνατή φωνή αναβόησε το: «ηλί, ηλί, λιμά σαβαχθανί» δηλαδή «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με έγκατέλιπες» (Ματθ. κζ 46, Μάρκου ιε, 34).

Και ευθύς, μετά τον θάνατό Του, η γη σείσθηκε, βουνά και πέτρες εσχίσθηκαν και μνημεία ανοίχθηκαν, άγιοι δε αναστήθηκαν και εμφανίσθηκαν σε πολλούς, μέσα στην Ιερουσαλήμ, μετά την ανάσταση του Κυρίου (Ματθ. κζ' 51-53, Μάρκου ιε' 38 και Λουκά κγ' 45-46).

Ο Λογγίνος ως συνετός άνθρωπος καταλήφθηκε από ιερό φόβο. Όλα αυτά τα παράδοξα γεγονότα δεν τα έβλεπε τυχαία. Εξ άλλου, για πρώτη φορά συνέβαιναν στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Ήταν θαύματα του Θεού, τα οποία οπωσδήποτε έγιναν χάριν αυτού που σταυρώθηκε στον Γολγοθά. Αυτού, που, όπως θα μάθει μετά την Ανάστασή Του, από άπειρη ευσπλαχνία, κατέβηκε από τον ουρανό, Θεός όντας, στη γη και έγινε και τέλειος άνθρωπος για να μας λυτρώσει από την αμαρτία, με τη σταυρική Του θυσία.
Ο Εκατόνταρχος συναισθάνεται την Παντοδυναμία του Θεού να μαρτυρεί την οργή Του γι' αυτόν τον αθώο.
3. Ομολογεί ότι ο Ιησούς «αληθώς Θεού Υιός ήν».
Μετ' απ' όλα αυτά τα θαύματα, που είδε και άκουσε ο Λογγίνος, άλλο ένα θαύμα εξίσου μεγάλο και συγκλονιστικό άρχισε να συντελείται στην ψυχή του. Αυτό, βέβαια, δεν μπορούσε να το συλλάβει, γιατί ήταν έργο της Θείας Χάριτος. Μετά το ληστή, ο Εκατόνταρχος, βλέπει τα γενόμενα, τα κρίνει όσο μπορεί ψύχραιμα και οδηγείται στη μετάνοια, στην αληθινή πίστη.

Ο Λογγίνος ήταν καλοπροαίρετος και ειλικρινής άνθρωπος. Κάτω από το επιβλητικό παράστημά του και το αυστηρό ύφος του κρυβόταν αγαθή διάθεση. Αφού παρακολούθησε με ενδιαφέρον όλα τα θαυμάσια και είδε τον άδικο και παράδοξο θάνατο του Ιησού, αισθάνθηκε συμπάθεια και συγκίνηση, αλλά και θαυμασμό προς τον εσταυρωμένο.

Τώρα πια, δεν είχε καμιά αμφιβολία, ότι ο Ιησούς ήταν Υιός του Θεού. Αυτό το επίστευσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Εκεί, επάνω στο λόφο του Γολγοθά, εμπρός στον εσταυρωμένο Ιησού, ο Λογγίνος, κατεχόμενος από τη δύναμη της αληθείας που διέλαμψε μέσω των τόσων θαυμαστών γεγονότων, ανοίγει το στόμα του για να κάνει - αυτός πρώτος - τη μεγάλη ομολογία: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος, Υιός ήν Θεού» (Μάρκου ιε' 39, Λουκά κγ' 47 και Ματθ. κζ' 54). Είναι ο πρώτος Αξιωματικός, αλλά και ο πρώτος από τους επισήμους που ομολογεί τη Θεότητα του Χριστού ευθύς μετά την σταύρωσή Του.

Την ιδίαν ομολογίαν έκαναν και οι στρατιώτες, που φρουρούσαν τον Ιησού και ήταν υπό τις διαταγές του (Ματθ. κζ' 54).

Η ομολογία ήταν ενσυνείδητη, σαφής και σταθερή. Η ευστοχώτερη της ώρας εκείνης. Απαντητική φωνή προς την ταραγμένη και πενθούσα φύση, προς τους φοβισμένους και κατηφείς μαθητές του Θείου Διδασκάλου. Ομολογία συγκλονιστική, αξιωματούχου της Ρωμαϊκής Διοικήσεως στην Ιουδαία, της οποίας ο αντίλαλος θ΄ ακούγεται, όσο θα υπάρχει ζωή στον πλανήτη αυτό. Αναμφισβήτητα, υπήρξε πολύτιμη, γιατί από κάθε εχέφρονα εκτιμάται και σαν αποδεικτικό μέσο της Θεότητας του Ιησού Χριστού.

Έτσι, μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα της παρανομίας, της μοχθηρίας και της κακίας, των βλασφημιών και ύβρεων, βρέθηκε και ένα στόμα από το οποίο εξήλθε το άρωμα της ομολογίας και της δοξολογίας προς το Θεό, συνάμα δε και το μεγαλείο της ταπεινώσεως.

«Και φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε˙ πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου˙ και ταύτα ειπών, εξέπνευσεν˙ ιδών δε ο Εκατόνταρχος το γενόμενον εδόξασε τον Θεόν, λέγων, όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν» (Λουκά κγ' 46 - 47 και Μάρκου ιε' 39).

Και το στόμα αυτό δεν ήταν, ούτε των Γραμματέων, ούτε των Πρεσβυτέρων και Φαρισαίων, που και αυτοί είδαν και άκουσαν τα εξαιρετικά συμβάντα και ημπορούσαν να τα κατανοήσουν, αλλά του Εκατοντάρχου που υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Πιλάτου.

Όμως, ο θεός, δεν τους αξίωσε. Γιατί ο Κύριος, ως παντογνώστης που είναι, δεν ημπορούσε να αξιώσει τέτοιας εξαιρετικής τιμής ανθρώπους, υποκριτές, συμφεροντολόγους, αδίκους, μοχθηρούς, φαντασμένους, υπερήφανους και αχάριστους. Με αυτή την τιμή αξίωσε τον Εκατόνταρχο, που είχε αγαθή ψυχή και διάθεση.

Ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, αφού εγνώρισε την αλήθεια, με ενθουσιασμό, αλλά και απόλυτη πίστη στη Θεότητα του Χριστού, χωρίς κανένα φόβο και με ελευθέρα γλώσσα εμφανίσθηκε στο μέσο της συναγωγής των Ιουδαίων και επανέλαβε: «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος». Ακολούθως, όταν ενταφίασαν το ζωοποιό και πανακήρατο σώμα του Κυρίου, ο Εκατόνταρχος διατάχθηκε από τον Πιλάτο να φυλάξει με την κουστωδία του τον τάφο, καίτοι είχε ευνοϊκή γνώμη για τον Χριστό και επίστευε, πως είναι Υιός Θεού. Προφανώς, στην ανάθεση και πάλι της φυλάξεως από τον Λογγίνο, οι Ιουδαίοι δεν αντέδρασαν, διότι, μετά τα τόσα θαυμαστά γεγονότα, κατά και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, οπωσδήποτε ευρίσκονταν υπό μεγάλη σύγχυση.
Έτσι, ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του προϊσταμένου του, βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας των όσων συνέβησαν κατά τη, με τρόπο θαυμαστό, αναγγελία της Αναστάσεως του Χριστού υπό του Γαβριήλ στις Μυροφόρες.
Συγκλονίστηκε μαζί με τους στρατιώτες του από το δυνατό σεισμό. Είδε το αστραπόμορφο άγγελο, ο οποίος εκύλησε το μέγα λίθο από τη θύρα του μνημείου και έζησε τα μετά το άγγελμα της Αναστάσεως του Χριστού θαυμάσια, μέσα σε αγωνία, φόβο, συγκίνηση αλλά και ανεκλάλητη χαρά. Η συγκίνησή του έγινε «πιστεύω». Η ξεχωριστή τιμή που του έκανε ο Κύριος να είναι «παρών» στο μνήμα Του, κατά τη διαπίστωση της Εγέρσεώς Του, εσφραγισμένου του Τάφου, από τους φρουρούς - Ρωμαίους στρατιώτες, Μαθητές Του και Μυροφόρες, έγινε «θρησκεία».
«Τώρα, ποιος μπορεί να μου κλονίσει το "πιστεύω" μου, έλεγε. Ιδού ο κενός Τάφος, τα εντάφια, το σουδάριο, ο αποκυλισθείς λίθος».

Οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν πότε έγινε η Ανάσταση ακριβώς και αν είδε κανείς το Χριστό την ώρα της Αναστάσεώς Του. Ο Κύριος ηγέρθη του Τάφου, εσφραγισμένου - όντως - αυτού και φυλασσομένου από Ρωμαϊκή κουστωδία.
4. Συκοφαντείται η Ανάσταση, δωροδοκούνται φρουροί.
Μετά το θαυμαστό άνοιγμα του Τάφου και τη βεβαίωση των φρουρών, περί της Αναστάσεως του Κυρίου, έτρεξαν μερικοί από αυτούς και ανήγγειλαν τα γενόμενα στους Αρχιερείς.

Εκείνοι δε, επειδή εθεώρησαν μεγάλη ντροπή τους την Ανάσταση του Χριστού, έκαναν αμέσως με τους Πρεσβυτέρους συμβούλιο και για να σκεπάσουν το σφάλμα τους σκέφθηκαν την δωροδοκία.
Έδωκαν στου φρουρούς αρκετά χρήματα να συκοφαντήσουν την Ανάσταση και να διαδώσουν, ότι οι μαθητές του πήγαν κρυφά τη νύχτα, την ώρα που αυτοί εκοιμούντο, και έκλεψαν το σώμα του Χριστού (Ματθ. κη' 13).

Αυτά, λοιπόν, διεκήρυξαν οι στρατιώτες της κουστωδίας. Αλλά, πως ήταν δυνατό να είναι όλοι συγχρόνως κοιμώμενοι, όταν γνώριζαν ότι, μια τέτοια αμέλεια ο Ρωμαϊκός Νόμος την τιμωρούσε με θάνατο; Και, το σπουδαιότερο. Πως η σκηνή αυτή μαρτυρείται από ανθρώπους, οι οποίοι εκοιμούντο;
Ο πιστός Λογγίνος δεν έλαβε κανένα αργύριο, αλλ' ούτε και θέλησε να ενδώσει στις πιέσεις των Προεστώτων Ιουδαίων. Απεναντίας, με παρρησία ήλεγξε την συκοφαντία των Εβραίων και εκήρυξε ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός και ηγέρθη εκ νεκρών. Ο Κύριος όμως, τον Οποίον ομολόγησε ως Θεόν, επεφύλαξε στον αγαθό Εκατόνταρχο και άλλη τιμή. Την τιμή του μαρτυρίου υπέρ αυτού.
5. Παραιτείται από το Ρωμαϊκό στρατό.
Αυτά, όταν τα έμαθαν ο Πιλάτος, οι Αρχιερείς και το Συνέδριο των Ιουδαίων, έστρεψαν κατά του Λογγίνου όλο το μίσος που είχαν κατά του Χριστού και ζητούσαν ευκαιρία να τον θανατώσουν. Ο Εκατόνταρχος, μόλις πληροφορήθηκε από ένα φίλο του το σχέδιο των Ιουδαίων και για να απαλλαγεί, όσο το δυνατόν ενωρίτερα απ' αυτούς, τους φθονερούς και θεοκτόνους, απορρίπτει τη ζώνη και τη χλαμύδα, περιφρονεί το αξίωμά του, απαρνείται τους συναδέλφους του, τους συνεργάτες του, τους συγγενείς και τους φίλους του και πηγαίνει στην πατρίδα του, την Καππαδοκία, μαζί με δύο στρατιώτες της συνοδείας του που επίστευσαν στον Χριστό.

Εκεί, λοιπόν, γίνεται - μετά των συντρόφων του - κήρυκας των παραδόξων και θαυμασίων του Χριστού και άλλος απόστολος. Κηρύττει δε, όσα έζησε κατά την Σταύρωση και Ανάσταση. Ομολογεί τον Χριστό Υιό του Θεού. Η ομολογία του διαδόθηκε σχεδόν σ' όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Χωρίς φόβο κηρύττει, ότι ο Εσταυρωμένος Ιησούς είναι Θεός αληθινός.

Αυτό, όταν το έμαθαν οι Χριστομάχοι Ιουδαίοι, όχι μόνο θορυβήθηκαν, αλλά και εξεμάνησαν εναντίον του. Μαζεύθηκαν και κατάφεραν τον Πιλάτο να γράψει κατηγορίες για τον Λογγίνο προς τον Καίσαρα της Ρώμης Τιβέριο.
Ο Πιλάτος ανέφερε, ότι ο Λογγίνος περιφρόνησε το αξίωμά του και την πίστη του και εκήρυττε έναν άνθρωπο Ιησού Χριστό για βασιλέα αιώνιο, παρέσυρε δε στη γνώμη αυτή τους περισσοτέρους από τους Καππαδόκες. Οι Ιουδαίοι, μαζί με την επιστολή προς τον Τιβέριο, έστειλαν και αργύρια για να τον πείσουν να καταδικάσει το Λογγίνο σε θάνατο.
6. Εκδίδεται διάταγμα καταδίκης του σε θάνατο.
Έτσι, αφού διέβαλαν τον Λογγίνο στη Ρωμαϊκή εξουσία, επέτυχαν την έκδοση αυτοκρατορικού διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο ο Πιλάτος επροστάσσετο όπως φονεύσει αυτόν και τους δύο συντρόφους του.

Μόλις έλαβαν γνώση της αποφάσεως του Καίσαρα οι Ιουδαίοι, αμέσως, ως γύπες σαρκοβόροι εκινήθηκαν να τους θανατώσουν, αποστέλλοντας στην Καππαδοκία στρατιώτες προς το σκοπό αυτό.

Ο αγαθός Λογγίνος διέμενε έξω από την πόλη σ' ένα κτήμα που ήταν πατρικό του, ζώντας με τους δύο συντρόφους του μία ασκητική και ήρεμη ζωή Μπορεί δε, και να χαρακτηριστεί ως ιδρυτής του ατύπου κοινοβιακού χριστιανικού βίου.
Οι στρατιώτες, λοιπόν, που πήγαιναν να φονεύσουν το Λογγίνο, έφθασαν ένα βράδυ στο σπίτι του και μη γνωρίζοντες, ότι ήταν εκείνος που ζητούσαν, τον ρώτησαν μυστικά να τους υποδείξει τον τόπο που κατοικούσε ο πρώην Αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού, Εκατόνταρχος Λογγίνος. Το είπαν αυτό, γιατί ήθελαν να υπάγουν αιφνιδίως να τον συλλάβουν. Επίστευαν, ότι αν το επληροφορείτο θα έφευγε και δε θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Δεν ήταν ποτέ δυνατό να εννοήσουν οι άφρονες, ότι εκείνος δικαίως επιθυμούσε να θανατωθεί για την αγάπη του Χριστού, ο Οποίος τόσα φρικτά μαρτύρια υπέστη για τη δική μας σωτηρία, μιμούμενος το Πάθος Του.
7. Φιλοξενεί τους δημίους του.
Οι διώκτες του τον καταζητούν και μπαίνουν στο σπίτι του, αγνοώντας ποιος είναι ο οικοδεσπότης. Ο Λογγίνος εγνώρισε από πνεύμα Άγιο τι τον ήθελαν. Παρ' όλα αυτά τους είπε με φωνή ήρεμη και γεμάτη καλωσύνη.

«Μην ανησυχείτε, εγώ θα σας τον υποδείξω αυτόν που ζητείτε». Ανίκητη μυστική έλξη προς το μαρτύριο αποδεικνύεται, κυρίως, η αγάπη προς τον Κύριο. Ο Λογγίνος φλογερός εραστής του θείου Νυμφίου επιθυμεί να αποθάνει στην παλαίστρα, να ενωθεί με τον Χριστό. Νοσταλγεί την Άνω Ιερουσαλήμ και σπεύδει να Τον συναντήσει.
Επειδή εγνώριζε προ του μαρτυρίου, πόση ευχαρίστηση επρόκειτο να απολαύσει μετά τον θάνατό του, σκεπτόμενος έλεγε προς τον εαυτό του: «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά» (Ρωμ. Ι' 15, Ησαΐου νβ' 7).

«Τώρα , αξιώνομαι να ίδω τους ουρανούς ανοιγμένους, να ιστορήσω τη δόξα του μονογενούς Υιού του Πατρός, να θωρήσω την ανέκφραστη αστραπή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τώρα, θα είπω, Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου, όπως ο πρώτος των Μαρτύρων, Στέφανος. Τώρα, απέρχομαι στην ανωτάτη χρυσόπυργο Ιερουσαλήμ, όπου είναι η πατρίδα των αγγέλων και η μητρόπολη όλου του χορού των αγίων...Τώρα, γυμνώνομαι από τον πήλινο χιτώνα, ελευθερώνομαι από τους πολυστενάκτους δεσμούς της σάρκας και απαλλάσσομαι από τη φθορά. Ενδύομαι με τη μεγάλη χαρά, την αφθαρσία και πηγαίνω προς το λιμένα εκείνον της ζωής, όπου κατοικούν οι άγιοι. Ευφραίνου, λοιπόν, ψυχή μου, γιατί πηγαίνεις προς τον Σωτήρα και Ποιητή σου. Δείξε, ώ Λογγίνε, ευχάριστο και γελαστό πρόσωπο, γι' αυτή σου την κλήση».

Με αυτές τις σκέψεις που έκαμε, επήρε ο μακάριος τους δημίους στο σπίτι του. Μάλιστα, έδωκε εντολή στους οικείους του: «Πολυτελή παραθήσωμεν τράπεζαν, τοις επί το δείπνον ημών καλούσι το βασιλικόν». Οποία θεία φιλοσοφία κρύβεται στους λόγους του μελλοθανάτου. Οι δήμιοι φονεύοντας το Μάρτυρα προσκαλούν στο βασιλικό Δείπνο του Ουρανού. Ο Μάρτυς Λογγίνος οραματίζεται το Ουράνιο Δείπνο, θεωρεί ευεργέτες τους δημίους και παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με αυτούς. Αφού τους εφιλοξένησε πλουσιώτατα, τους ερώτησε για ποια αιτία ζητούσαν το Λογγίνο.
Εκείνοι ανύποπτοι, αφού τον όρκισαν να μην ανακοινώσει σε κανένα την υπόθεση, του ανέφεραν ότι ο Τιβέριος έγραψε στον Πιλάτο μα θανατώσει τον πρώην Εκατόνταρχο και τους δύο στρατιώτες που τον ακολούθησαν.

Τότε, ο Λογγίνος, ερώτησε να μάθει τα ονόματα των στρατιωτών και αφού βεβαιώθηκε ότι πρόκειται περί των συντρόφων του, τους είπε: «Αναπαυθείτε δύο μέρες στο σπίτι μου, γιατί αυτοί οι τρεις έρχονται εδώ μεθαύριο και θα σας τους παραδώσω, χωρίς να πάτε εσείς να τους αναζητήσετε».

Αυτό το είπε, γιατί οι άλλοι δύο έλειπαν σε κάποια υπηρεσία.
Έχοντας πόθο να μαρτυρήσουν και οι τρεις μαζί, τους ειδοποίησε να επιστρέψουν αμέσως. Εν τω μεταξύ ο Λογγίνος περιποιήθηκε τους δημίους του πλουσιοπάροχα, σαν τέλειος μαθητής του Δεσπότου Χριστού. Το επικείμενο μαρτύριο, καθόλου δεν τον εμπόδισε στη φιλοξενία των ανθρώπων που μετ' ολίγον θα τον αποκεφάλιζαν.

Απεναντίας έχαιρε και περίμενε πότε να επιστρέψουν οι αδελφοί-στρατιώτες του.
8. Αποκαλύπτεται στους δημίους του.
Όταν άκουσε πως έρχονταν και οι άλλοι δύο, τότε είπε προς τους δημίους του ο Λογγίνος:
«Αγαπητοί μου φίλοι, ήλθε η ώρα να σας ανακοινώσω το μυστικό, που σας έκρυβα μέχρι τώρα. Εγώ είμαι ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, τον οποίον εσείς ζητείτε».

Εκείνοι, μόλις άκουσαν την πληροφορία - απο0κάλυψη, εξεπλάγησαν. Επειδή τον έβλεπαν με πρόσωπο χαρωπό στην αρχή δεν τον επίστευσαν. Όταν όμως, βεβαιώθηκαν ότι αυτός ήταν ο καταζητούμενος, επόνεσε η ψυχή τους και βαρειά αναστέναξαν. Τους έτυπτε η συνείδησή τους, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να του ανταποδώσουν τέτοιο κακό, παρ' ότι τους εφιλοξένησε με τόση καλωσύνη και αγάπη, γνωρίζοντας ότι ήταν οι δήμιοί του. Του έλεγαν δε, με πόνο και θλίψη: «Γιατί, φίλε Λογγίνε, έκαμες τέτοιο εγχείρημα να υποδεχθείς τους δημίους σου στο σπίτι σου και η φιλοξενία τους να γίνει για σένα θάνατος; Τι σε έκανε να φιλοξενήσεις τόσο πλούσια τους σφαγείς σου, επί τρεις ημέρες;

Πήγαινε εις ειρήνην, ώ άνθρωπε, ας είναι η ζωή σου χάρισμα για το μισθό της φιλοξενίας σου. Φοβούμεθα να βάλουμε το μαχαίρι στο λαιμό σου. Ευλαβούμεθα το αλάτι και τα φιλεύματα που φάγαμε στο σπίτι σου. Φοβούμεθα ακόμα το Θεό, ου είναι ο έφορος της φιλοξενίας. Πώς να σηκώσουμε τα χέρια μας επάνω σου; Δειλιάζουν, όχι μόνο τα χέρια μας, αλλά και τα πόδια μας και όλο το σώμα. Πώς να κάνουμε τέτοιο κακό; Δεν μπορούμε να γίνουμε φονευτές του ευεργέτου και ξενοδόχου μας. Καλλίτερα να κινδυνεύσουμε από τον Πιλάτο, παρά να μολύνουμε τη συνείδησή μας και να διαπράξουμε ένα τέτοιο ανοσιούργημα».

Αυτά έλεγαν οι δήμιοι, στρατιώτες του Πιλάτου, διότι συμπονούσαν τον Άγιο. Αλλ' εκείνος }πρόθυμος και εύψυχος αθλητής» δεν παραιτείται του αγώνα υπέρ του ονόματος του Κυρίου και προς αυτούς «ευθαρσώς αποκρίνεται».
«Γιατί φθονείτε τα αγαθά, που μου δίνετε παρά τη θέλησή σας; Γιατί οδύρεσθε για τον θάνατό μου, που είναι η απαρχή της ζωής μου και βασιλεία αιώνιος; Μη λυπείσθε, φίλοι μου, αλλά παρηγορηθείτε, διότι τούτο το τέλος μου προξενεί αιώνιο αγαλλίαση, αφού με αξιώνει να συνευφραίνομαι πάντοτε στον Παράδεισο με το Δεσπότη μου Χριστό. Αυτός είναι Θεός αληθέστατος, όπως - όλα τα κτίσματά του κατά την ώρα του εκουσίου πάθους του - ομολόγησαν. Ο ουρανός εμαύρισε. Ο ήλιος εσκοτίσθη. Η γη εταλαντεύθη. Οι πέτρες εσχίσθηκαν. Και εγώ να γίνω αναισθητότερος από τα λιθάρια και τα άλλα κτίσματα; Να μη γνωρίσω τον κτίστη μου; Μη θελήσετε να με δείτε προδότην της ζωής κι' αποστερημένον της θείας χάριτος. Φοβούμαι, ότι θα εύρω κατήγορον την κτίσιν αν δείξω τέτοια απιστία. Δεν πρόκειται να αρνηθώ Εκείνον, τον οποίον άπαξ ωμολόγησα. Μη θελήσετε να ζημιωθώ την δόξαν εκείνην. Μη γένοιτο». Αυτά και έτερα, έλεγε ο Άγιος, για να πείσει τους απεσταλμένους να εκτελέσουν τη διαταγή που πήραν από τον Πιλάτο. Εν τω μεταξύ έφθασαν και οι δύο σύντροφοι του Λογγίνου. Μόλις τους αντίκρυσε, χάρηκε πάρα πολύ και αφού τους αγκάλιασε και τους κατεφίλησε αδελφικά, τους είπε: «Χαίρετε, ώ συστρατιώτες του Χριστού, νικητές των θείων αγώνων και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Χαίρετε, γιατί άνοιξε για μας η πύλη του Ουρανού και άγγελοι του Θεού μέλλουν να παραλάβουν τις ψυχές μας και να τις προσφέρουν στο μονογενή Υιό του Θεού. Ιδού, βλέπω τις λαμπάδες και κατοπτεύω τα στεφάνια και τα βραβεία στοχάζομαι, με τα οποία θα σταθούμε προ του βήματος του Νυμφίου, αγαλλόμενοι».

Το θαύμα οφείλεται στην πίστη την «δι' αγάπης ενεργουμένην» (Γαλάτ. ε' 6). Ο Άγιος Μάρτυς Λογγίνος ντύνεται «στολήν καθαράν...ως επί γάμον και νυμφώνα καλούμενος», ευφραίνεται, μελετά τη θυσία του μαρτυρίου και βαδίζει χαίροντας προς τον Κύριο και Δεσπότη.

Μία μόνο επιθυμία είχε. Το σώμα του ήθελε να ενταφιασθεί σ' ένα λόφο, τον οποίον και υπέδειξε στους «φίλους» του δημίους.
9. Η αποκεφάλιση του Εκατοντάρχου και των δύο στρατιωτών του.
Ο άγιος Λογγίνος εραστής του Εσταυρωμένου, έχοντας το πλήρωμα της αγάπης προς το Χριστό και τους δημίους, πείθει τους φιλοξενηθέντες στρατιώτες - δημίους, κάμπτει το γόνατο, αποκεφαλίζεται και εγγράφεται στους χορούς των Αποστόλων και Μαρτύρων. Ακολούθως και οι σύντροφοί του πανευτυχείς, λαμπροστολισμένοι, έσκυψαν τις τίμιες κεφαλές τους και οι απεσταλμένοι τις απέκοψαν, εκτελώντας το αυτοκρατορικό πρόσταγμα. Έτσι, προστέθηκαν και αυτοί οι δύο στους πρώτους υπέρ του Χριστού ενδόξους Μάρτυρες.

Η αποκεφάλισή τους έλαβε χώραν την 16ην Οκτωβρίου. Οι μακάριες ψυχές των τριών «Αθλητών» της πίστεώς μας ανέβηκαν παρευθύς στα ουράνια, για να συναντήσουν τον νικητή του θανάτου, τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος υπέρ της σωτηρίας αυτών και όλου του κόσμου απέθανε.

Όντως, στο Λογγίνο και στους δύο στρατιώτες του «εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνο εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και υπέρ αυτού πάσχειν» (Φιλιπ. α' 29).

Είναι γεγονός, ότι η πίστη και ο μαρτυρικός θάνατος του Εκατοντάρχου, ο οποίος θανατώθηκε γιατί εκήρυττε την Ανάσταση του Κυρίου, ως και το μαρτύριο των δύο στρατιωτών του, για τον ίδιο λόγο αποτελούν, θα λέγαμε, αμάχητη απόδειξη της Αναστάσεως του Κυρίου εκ νεκρών.

Οι δήμιοι, μετά την αποκεφάλιση, πήραν την κεφαλή του Μάρτυρα Λογγίνου και την έφεραν στον Πιλάτο για να βεβαιωθεί πως τον θανάτωσαν και να ευφρανθούν και οι Ιουδαίοι βλέποντας αυτή.

Οι Ιουδαίοι, όταν είδαν την κεφαλή του Εκατοντάρχου Λογγίνου, χάρηκαν και έδωκαν στους δημίους - στρατιώτες πολλά αργύρια. Ο Πιλάτος, για να ικανοποιήσει πιο πολύ τους μοχθηρούς Ιουδαίους, διέταξε και πέταξαν την τίμια κεφαλή του Μάρτυρα περιφρονητικά, έξω από την Πόλη.

Αλλά ο Κύριος, για τον Οποίον κόπηκε η τιμία αυτή κεφαλή, δεν την άφησε να μείνει καταφρονημένη εκεί στις ακαθαρσίες που την έρριψαν. Την εφύλαξε αοράτως και δεν έπαθε καμία αλλοίωση, παρ' ότι έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα μέσα σε βρώμικο τόπο.

Όχι μόνο το σημείο τούτο ετέλεσε, αλλά και άλλο πιο θαυμαστό.
10. Χήρα ανευρίσκει την τιμία κεφαλή του Μάρτυρα, μετά από όνειρο
Μία γυναίκα χήρα ήταν τυφλή και είχε μικρή παρηγορία στη χηρεία της και την τυφλότητά της ένα γυιό μονάκριβο. Αυτή, λοιπόν, είχε στο Θεό μεγάλη πίστη και ευλάβεια. Γι' αυτό, μίαν ημέρα πήρε το ραβδί της και με οδηγό το γιο της έφυγε για τα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο. Ήλπιζε, ότι ο Δεσπότης Χριστός, ως παντοδύναμος που είναι, θα την ελυπείτο και θα της έδινε το φως της.
Όταν έφθασε στους Αγίους Τόπους, επήρε χώμα και με ευλάβεια το έβαλε επάνω στα μάτια της. Δυστυχώς όμως, δεν αποκαταστάθηκε η όρασή της . Κοντά σ' αυτή τη στενοχώρια, τη βρίσκει κι' άλλη μεγαλύτερη συμφορά. Απρόοπτα, αρρώστησε ο γιος της, τον οποίο είχε - αντί των ματιών της - οδηγό και βοήθεια και απέθανε. Έκλαιε η ταλαίπωρη και οδυρόταν για τις συμφορές που την είχαν εύρει και έλεγε:

«Διατί, Κύριέ μου, με εγκατέλειπες τελείως την ταλαίπωρη; Εβαρύνθη εις εμέ η αγία σου χειρ και έκαμεν εις όλους παραβολήν και αισχύνονται εις εμέ οι δούλοι σου; Τάχα, εγώ μόνο αμάρτησα και δια τούτο μόνη κολάζομαι και με εστέρησες του μονογενούς μου υιού, το οποίον είχα αντί του φωτός των οφθαλμών μου; Ποία ελπίς σωτηρίας και παραμυθίας μου έμεινεν; Ώ γλυκύτατον τέκνον μου. παρηγορία του πάθους μου, τι να γίνω η ταλαίπωρος; Πώς να κυβερνηθώ χωρίς εσέ;».

Αυτά και άλλα παρόμοια μοιρολόγια, κατά τη συνήθεια των γυναικών, έλεγε η δυστυχής εκείνη γυναίκα. Καθώς ήταν κουρασμένη, από τον πόνο και τα δάκρυα, την πήρε ο ύπνος. Και, ώ του θαύματος! Βλέπει στο όνειρό της τον Άγιο Λογγίνο, ο οποίος, όχι μόνο της έδωκε κουράγιο, αλλά της υποσχέθηκε ότι θα γίνει καλά:

«Εγώ είμαι ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, ο οποίος, όταν οι Εβραίοι σταύρωσαν το Χριστό και Σωτήρα μας, ομολόγησα ότι είναι Θεού Υιός και ο Πιλάτος, κατά διαταγήν του Τιβερίου, έστειλε στρατιώτες και με αποκεφάλισαν στην πατρίδα μου, την Καππαδοκία. Για να πεισθούν δε οι αιμοχαρείς Εβραίοι έφεραν την κεφαλήν μου εδώ και την έρριψαν εις την κοπριάν έξω της πόλεως. Ύπαγε, λοιπόν, εις τον τόπον αυτόν σκάλισε βαθέως εις την κοπριάν και θέλεις εύρεις την κεφαλήν μου. Έγγισον αυτήν εις τους οφθαλμούς σου και θα αναβλέψης. Τότε, θα σου δείξω και τον υιόν σου εις πόσην δόξαν ευρίσκεται και θα παρηγορηθής δια τα παθήματά σου».

Μόλις εξύπνησε η τυφλή επήγε στο τόπο που της είπε ο Άγιος, με κόπο πολύ, βοηθουμένη από άλλον, άρχισε δε με προθυμία να σκαλίζει την κοπριά με τα χέρια της. Και, ώ του θαύματος! Καθώς ερευνούσε βρήκε την τιμία κεφαλή του Αγίου Λογγίνου.
11. Η τιμία κεφαλή του Αγίου θαυματουργεί.
Η χαρά της τυφλής ήταν πολύ μεγάλη. Κατασυγκινημένη ακούμπησε την τιμία κεφαλή, όπως της είπε ο Άγιος στον ύπνο της, στα μάτια της και αμέσως ανέβλεψε. Ο ατίμητος αυτός θησαυρός έλαμπε σαν αστέρι υπέρλαμπρο. Ασπαζόταν, λοιπόν, και κατεφίλει - με θερμότατα δάκρυα - την τιμία κεφαλή του Μάρτυρα Λογγίνου. Δοξολογούσε το Θεό, διότι της έδωκε το φως της και ευχαριστούσε τον Άγιο για τη βοήθειά του. Έπειτα, αφού εκαθάρισε με επιμέλεια την τιμία κεφαλή του Αγίου, την άλειψε με μύρα και επέστρεψε στο σπίτι της, έχοντας προστασία, συντροφιά και ευλογία ένα τέτοιο πολύτιμο μαργαρίτη.

Κατά την επομένη νύχτα φάνηκε πάλι στον ύπνο της ο Μάρτυρας, κρατώντας το γιό της στην αγκαλιά του, σαν παιδί του. Ήταν δε ο γιός της ντυμένος με πλούσια ενδύματα γάμου και χαρούμενος. Τότε, της είπε ο Άγιος. «Ιδέ τον υιόν σου, δια τον οποίον εθρήνεις, πόσην απόλαυσιν εύρε, μη λυπήσαι λοιπόν, αλλά χαίρε, ότι ο Θεός τον αξίωσε της Βασιλείας Του και μου τον έδωκε συνοδείαν, να μη αποχωρισθή ποτέ από εμέ. Λάβε, λοιπόν, την κεφαλήν μου και το λείψανον του υιού σου και θάψον εις ένα τάφον αμφότερα, ευχαρίστει δε τον Κύριον, όστις τον ανέπαυσεν εις τόσην δόξαν και ευφροσύνην αιώνιον».

Αυτά, μόλις άκουσε η γυναίκα, έβαλε σε θήκη την κεφαλή του Μάρτυρα και το λείψανο του γιού της και τα μετέφερε στην πατρίδα του αγίου, την Καππαδοκία, στην κωμόπολη Σανδιάλη. Παραδόξως και αυτή έπαθε το ίδιο, που έπαθε και ο Σαούλ. Διότι , καθώς εκείνος ζητούσε τους όνους του πατέρα του και βρήκε - παρ' ελπίδα - βασιλεία, έτσι κι΄ αυτή, καθώς ζητούσε να απολάβει το φως των ματιών της και αυτό έλαβε και θερμόν προστάτην τον Άγιον Λογγίνο βρήκε.
Μετά ταύτα, έκτισε Εκκλησία προς τιμή του Αγίου και αποθησαύρισε σε αυτή την ιερά κεφαλή του Μάρτυρα. Έτσι, απόκτησε για τον εαυτό της, αλλά και για όλους τους συμπατριώτες της Χριστιανούς πηγή ιαμάτων. Στις ευχαριστίες που ανέπεμπε προς τον Θεό, έλεγε:

«Τώρα εγνώρισα πόσων αγαθών αξιούνται όσοι αγαπώσι τον Κύριον»! Οφθαλμούς εζήτουν σώματος, εγώ δε και τους του πνεύματος έλαβον, ελυπούμην δια την ζημίαν του τέκνου μου και είδα αυτό εις δόξαν μεγάλην, συγκληρονόμον των Αγίων, πλησίον Θεού παριστάμενον, συναυλιζόμενον μετά των Προφητών και των Μαρτύρων και μετά του Εκατοντάρχου Λογγίνου, ενδεδυμένους λαμπρότατα και ψάλλοντας ομού ωδήν επινίκιον, λέγοντες την ιεράν εκείνην φωνήν. «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος (Ματθ. κζ' 54) και έστι και έσται η Βασιλεία Αυτού αιώνιος και η δεσποτεία Αυτού ατελεύτητος. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν».
12. Παρεκκλήσιο του Αγίου στο Ναό της Αναστάσεως.
Εντός του πανθαυμάστου κτιριακού συγκροτήματος του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως, όπου ο Ιερός Γολγοθάς και ο ζωηφόρος Πανάγιος Τάφος, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ανήγειρε προς τιμήν του αγίου Λογγίνου, ακριβώς όπισθεν του Ιερού του ναού των Ορθοδόξων, παρεκκλήσιο.

Το παρεκκλήσιο ανήκει στους Ορθοδόξους και μέσα σ' αυτό φυλάσσεται μέρος από τα κομμάτια του Γολγοθά, που κόπηκαν για την ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως το έτος 1810 μ.Χ.

Κατά μία πληροφορία, στην τοποθεσία όπου βρίσκεται το παρεκκλήσιο, ενταφιάσθηκε η τιμία κάρα του Αγίου, ενώ κατ' άλλους, είναι η θέση στην οποία βρισκόταν ο Άγιος, όταν θαυματουργικά πετάχθηκε στον «πάσχοντα οφθαλμό του» σταγόνα αίματος - κατά τη Σταύρωση του Κυρίου - και τον εθεράπευσε (κατά τον αείμνηστο ιεροκήρυκα Δημ. Παναγόπουλον).

Οι προσκυνητές του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως δε χάνουν και την ευκαιρία να προσέλθουν και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Λογγίνου. Θα σταθούν με ευλάβεια και ταπείνωση και θα ζητήσουν στη δέησή τους να αποκτήσουν και αυτοί, αν όχι το θριαμβευτικό μαρτύριό του, τουλάχιστον τα χάρισμα της καλής ομολογίας.
13. Ανέγερση ναϋδρίου επ' ονόματι του Αγίου.
Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι, με ιδιαιτέρα χαρά - ο ευσεβής Ελληνικός λαός - πληροφορήθηκε από το περιοδικό «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» (φύλλο 462/1988) την απόφαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου να ανεγείρει ναΰδριο προς τιμήν του Αγίου Λογγίνου, του Εκατοντάρχου, στο χωριό Πύργοι - Εορδαίας, το οποίο κατά την εποχή της κατοχής είχε 318 νεκρούς - μάρτυρες, σφαγιασθέντες από τις χιτλερικές ορδές. Το ναΰδριο αυτό θα είναι μοναδικό στην Ελλάδα επ' ονόματι του γενναίου τούτου Ομολογητού της πίστεώς μας και των συμμαρτυρησάντων δύο στρατιωτών του.

Επίσης, πρέπει να γνωρίσουμε προς τους ευσεβείς αναγνώστες, ιδία δε προς τους φιλακολούθους, ότι ο Οσιολογιώτατος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Εκκλησίας μας το έτος 1987 συνέταξε στο Άγιον Όρος, εις τον γενναίον τούτον Ομολογητήν και Μάρτυρα Ασματική Ακολουθία μετά Παρακλητικού Κανόνος.
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
ο Οσιος Φιλόθεος της Πάρου 

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015



ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
Του μακαριστού Γέροντος Κλεόπα Ηλιέ
«Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν η ο υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. 25,13)
«Εδώ, βασιλεύ, είναι το σκήπτρο σου, εδώ ηγεμόνες του κόσμου είναι τα πα­λάτια σας, εδώ δικαστή είναι το κρεββάτι σου, εδώ, αρχιερεύ του Χριστού είναι η μίτρα σου, εδώ φιλόσοφε, είναι η ακαδημία σου, εδώ διδάσκαλε, είναι το σχολείο σου, εδώ ρήτορ είναι ο άμβων σου, εδώ μοναχέ, είναι η άσκησί σου, εδώ θνητέ άνθρωπε, είναι η κατοικία σου...».

Πατέρες και αδελφοί,
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας ομιλεί συχνά για την τελευταία ώρα και το λεπτό της παρούσης ζωής μας, από την οποία κρίνονται όλες οι ημέρες της ζωής μας. Αλλά γιατί τόσο ενδιαφέρον και προσοχή σ’ αυτή την ε­σχάτη στιγμή της παρούσης ζωής μας;
Η τελευταία αυτή ώρα είναι ανώτερη από όλη την ζωή μας, όσο μακροχρόνια και να ήταν αυτή. Για να κα­ταλάβουμε αυτό πρέπει να σκεφθούμε ότι γι’ αυτό το τε­λευταίο λεπτό ο Επουράνιος Πατήρ μας έστειλε στον κό­σμο τον Μονογενή Του Υιό. Γι’ αυτό το λεπτό ο Χριστός γεννήθηκε ως βρέφος στην σπηλιά, σπαργανώθηκε στην φάτνη, έκλαυσε μέσα στα άχυρα και υπέμεινε τα πάντα από το αχάριστο γένος των ανθρώπων μέχρι του οδυνη­ρού και σταυρικού Του θανάτου. Γι’ αυτό το λεπτό γρά­φθηκαν τα τέσσερα ευαγγέλια για να μας ελευθερώσουν από την πλάνη, να μας διδάξουν για τον ουράνιο σκοπό μας και να μας προετοιμάσουν για την τελευταία στιγμή της ζωής μας. Γι’ αυτό το λεπτό δόθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα επτά Μυστήρια, ως μέσα αγιασμού μας, οι Δέκα Εντολές και τελευταία η κλήσις για την μοναχική ζωή μας. Γι’ αυτό το λεπτό τόσοι άγιοι έφυ­γαν από τον κόσμο για τις ερήμους, τις σπηλιές και τις τρώγλες της γης και αγωνίσθηκαν μέχρι θανάτου για την εσχάτη καλή απολογία ενώπιον του Δικαίου Κριτού. Γι’ αυτό το λεπτό τόσα εκατομμύρια μάρτυρες υπέφεραν τα βάσανα και εθυσίαζαν την παρούσα ζωή για να κερδίσουν την αιώνια.
Αδελφοί μου, ας μη ξεχνάμε ότι ο εχθρός της σωτη­ρίας μας γνωρίζει καλλίτερα από εμάς πόση μεγάλη ση­μασία έχει αυτό το τελευταίο λεπτό της ζωής μας. Γι’ αυτό τότε μας προκαλεί μεγάλους και φοβερούς πειρα­σμούς, για να θανατώση την ψυχή μας και να μας απομακρύνη έστω την εσχάτη εκείνη στιγμή από τον Θεό και Σωτήρα μας.
Και τώρα να σας κάνω την ερώτηση: Αραγε γνωρίζε­τε ποιοί είναι οι πειρασμοί τους όποιους παρουσιάζει ο διάβολος στην ώρα της εξόδου μας απ’ αυτή την ζωή;
Κατά τους Αγίους Πατέρας τέσσερεις είναι οι επιθέ­σεις του διαβόλου εναντίον των δούλων του Θεού στις ε­πιθανάτιες στιγμές.
Ο πρώτος πειρασμός του διαβόλου γίνεται εναντίον της πίστεώς μας. Βλέποντας ο διάβολος ότι ο άνθρωπος αδυνάτισε, αρχίζει να του σπέρνη στον νου λογισμούς απιστίας και αμφιβολίας για την ορθόδοξο πίστι μας. Ο ά­γιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σ’ αυτή την περίπτωσι μας συμβουλεύει τα εξής: «Όταν ιδούμε ότι μας φέρνει λογι­σμούς απελπισίας και απιστίας κατά την ώρα του θανά­του μας, ν’ απομακρύνουμε αυτούς από την σκέψι μας λέγοντας: «Πήγαινε οπίσω μου, σατανά, πατέρα του ψεύ­δους, διότι δεν θέλω ούτε να σε ακούω. Μου είναι αρκετό να πιστεύω σ’ αυτά που πιστεύει η Εκκλησία μου». Δεν πρέπει να δίνουμε καθόλου σημασία στους λογισμούς της απιστίας, όπως μας διδάσκει και η Αγία Γραφή: «εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε, τόπον σου μη αφής», (Εκκλησ. 10,4). Ενώ, εάν ο πονηρός όφις σε ερωτήση: «Και τί πιστεύει η Εκκλησία»; Μη του δώσης προ­σοχή και μη του απαντήσης καθόλου. Εάν είσαι δυνατός στην πίστι και θέλεις να τον εντροπιάσης, απάντησέ του νοερά: «Η Αγία μου Εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια». Εάν σε ερωτήση πάλι: «ποιά αλήθεια;» να του απαντήσης: «Αυτή την οποία πιστεύει η Εκκλησία». Κράτησε τον νου σου δυνατά και σταθερά στον Σταυρωθέντα Κύ­ριο, λέγοντας Του: «Θεέ μου Πλάστη μου και Δημιουργέ μου, βοήθησέ με γρήγορα για να μη απομακρυνθώ από την αλήθειά Σου και την πίστι Σου. Καθώς με την Χάρι Σου με ανεγέννησες έτσι μέχρι τέλους της παρούσης ζω­ής μου να με φυλάξης προς δόξα του Ονόματος Σου».
Ο δεύτερος πειρασμός στην ώρα του θανάτου μας είναι της απελπισίας. Προσπαθεί δηλαδή ο διάβολος να μας προκαλέση φόβο ενθυμίζοντας τις αμαρτίες μας για να μας ρίξη έτσι στον βυθό της απελπισίας. Αλλά εσύ, α­δελφέ μου, στάσου γενναίος σ’ αυτό τον κίνδυνο και να γνωρίζης εκ των προτέρων δύο πράγματα: Εάν η ενθύμησις των αμαρτιών σου σε ταπεινώνη και σου προκαλή πό­νο στην καρδιά σου, διότι ελύπησες τον Θεό με τις αμαρτίες σου, και αυτός ο πόνος σου φέρνει στην ψυχή ειρή­νη, αγάπη για τον Θεό και πραότητα, τότε να ξέρης ότι αυτή η ενθύμησις είναι από την Χάρι του Θεού, ενώ όταν σού προκαλεί οργή στην καρδιά, αδημονία και ταραχή, να γνωρίζης ότι είναι έργο του δαίμονος, ο όποιος θέλει να σε ρίξη στον λάκκο της απελπισίας πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει για εσένα σωτηρία και ότι θα κολασθής. Τό­τε να ταπεινώνεσαι περισσότερο και να έχης την ελπίδα σου στον Θεό και όχι στα έργα σου. Μόνο έτσι με γλυτώσης από τους νοητούς εχθρούς, θα σύντριψης τα άρματα τους και θα δοξάσης τον Θεό. Κατόπιν, εάν σου φαίνεται ότι ο ίδιος ο Θεός σου λέγει πώς δεν είσαι από τα πρόβατά Του, να μη χάσης την ελπίδα σου που έχεις προς Αυτόν, αλλά με ταπείνωσι να Του είπης: «Πράγματι έχεις δί­καιο, Θεέ μου, αν με αρνηθής λόγω των αμαρτιών μου, αλλά εγώ έχω μεγάλη ελπίδα στο έλεός Σου ότι  θα με συγχωρέσης. Ζητώ την σωτηρία για την παναθλία μου ψυχή, η οποία για την κακία της είναι άξια τιμωρίας, αλλά που γι’ αυτήν έχυσες το πάντιμο Αίμα Σου. Θέλω να σωθώ, Λυτρωτά μου, για την δόξα Σου έχοντας ελπίδα στο άπειρο έλεός Σου, γι’ αυτό και αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια Σου. Κάνε για μένα αυτό που θέλει η ευσπλα­χνία Σου, διότι για μένα μόνο εσύ είσαι ο Δεσπότης μου, και αν ακόμη αποθάνης, εγώ πάλι σε Εσένα θα έχω την ελπίδα μου».
Ο τρίτος πειρασμός του διαβόλου στην ώρα του θα­νάτου μας είναι της κενοδοξίας και της εμπιστοσύνης στα έργα μας που εκάναμε. Γι’ αυτό ουδέποτε, μα προ­παντός στην τελευταία στιγμή της ζωής μας, να μη αφήσουμε τον νου μας να αισθανθή ικανοποίησι για τα έργα που έκανε, έστω και να επέτυχε όλες τις αρετές των ά­γιων. Το στήριγμά μας σε εκείνη κυρίως την ώρα να είναι μόνο η ελπίδα μας στον Θεό, στο έλεός Του, στο Τίμιο Αίμα Του που έχυσε από αγάπη για εμάς και την σωτηρία μας. Πάντοτε, μα προπαντός εκείνη την ώρα, να κατηγο­ρούμε τον εαυτό μας, να τον καταδικάζουμε ως άξιο τι­μωρίας, χωρίς να χάνουμε την ελπίδα μας στο άπειρο έ­λεος του Θεού, και εάν μας παρουσιάση ο πειρασμός κά­ποιο καλό έργο μας, εμείς να λέγωμεν τότε, ότι ο Θεός το έκανε και όχι εμείς. Επί πλέον να μη περιμένουμε τον δί­καιο δήθεν μισθό για τα έργα μας, για τους αγώνες μας και τις νίκες μας κατά του διαβόλου και της αμαρτίας. Να παραμένουμε συνεχώς μέσα σε ένα άγιο φόβο, σκε­πτόμενοι ότι όλοι οι κόποι και οι αγώνες μας θα ήταν μά­ταιοι και ανεκτέλεστοι, εάν ο Θεός δεν μας είχε υπό την σκέπη Του και την βοήθειά Του. Όταν σκεπτώμεθα όλα αυτά, οι δαίμονες δεν θα μπορέσουν τότε να σπάσουν τον δεσμό μας με τον Επουράνιο Πατέρα μας και θα περά­σουμε με το έλεός Του χαρούμενοι από αυτή την γη της ε­ξορίας στην άνω Ιερουσαλήμ, την περιπόθητη πατρίδα μας.
Ο τέταρτος δαιμονικός πειρασμός στις τελευταίες μας στιγμές είναι οι φαντασίες και οι διάφορες μορφές και παραστάσεις.
Σ’ ολόκληρη την ζωή μας ο πονηρός εχθρός δεν μας πολεμά με φαντασίες τόσο όσο στο τέλος της ζωής μας, θέλοντας να μας πλανήση με τις ψευδοαπάτες, δήθεν θε­ωρίες και τους μετασχηματισμούς του σε άγγελο φωτός.
«Σ’ όλα αυτά, αδελφέ μου, να παραμένης σταθερά στην συναίσθησι της μηδαμινότητος και αμαρτωλότητός σου. Όταν έλθη με φαντασίες ο διάβολος να σε προσβάλη, με θάρρος και τολμηρή καρδιά να του ειπής: «Χάσου, άθλιε, στο σκοτάδι σου, διότι δεν μου χρειάζονται οι φαν­τασίες σου. Δεν έχω ανάγκη από άλλο τίποτε, παρά από την ευσπλαχνία του Ιησού μου και τις πρεσβείες της Αειπαρθένου, Μητρός Του και των άλλων Αγίων. Εάν και μετά από πολλές αποδείξεις και εμφανίσεις καταλάβης ότι είναι αληθινά σημεία από τον Θεό και πάλι διώξε τα και όσο μπορείς να τα απομακρύνης από κοντά σου. Δεν θα λυπηθή ο Θεός γι’ αυτή την στάσι σου, έστω και να προέρχωνται οι θεωρίες απ’ Αυτόν. Γνωρίζει Εκείνος να σε πείση, εάν τα σημεία είναι απ’ Αυτόν, ώστε να τα δεχθής».
Αυτές είναι οι σπουδαιότερες επιθέσεις με τις όποιες συνηθίζουν οι νοητοί εχθροί μας να μας προσβάλλουν στα τελευταία λεπτά της ζωής μας....
Από τους παλαιοτέρους καιρούς οι εκλεκτοί άνθρω­ποι του Θεού ώπλίζοντο δυνατά κατά της αμαρτίας με την συνεχή ενθύμησι του θανάτου. Ως πρώτος διδάσκα­λος της μνήμης του θανάτου θεωρείται ο Νώε, ο όποιος προ του χωρισμού των παιδιών του, τα εκάλεσε και τους εμοίρασε τα οστά του προπάτορος Αδάμ, τα όποια δια­τηρούσε στην Κιβωτό ως κληρονομιά από τους παλαιοτέ­ρους πατριάρχας. Όταν τα εμοίρασε στα παιδιά του, εκείνα τον ερώτησαν: «Σε τί θα μας ωφελήσουν αυτά τα οστά του Αδάμ, πάτερ;» και εκείνος τους είπε: «Παιδιά μου, μεγάλη ωφέλεια θα σας προξενούν αυτά, εάν πάντο­τε τα αντικρύζετε. Από πολλές κακίες θα σάς εμποδί­ζουν και σε πολλά καλά έργα θα σάς προτρέπουν. Βλέ­ποντας αυτά θα ενθυμήσθε τις ψυχές των προπατόρων μας, οι όποιες τώρα βασανίζονται στις φοβερές φυλακές του άδου, διότι κατεπάτησαν την εντολή του Θεού φαγόντες από τον απαγορευμένο καρπό. Μη ξεχνάτε ότι και ε­σείς μετά από ολίγο καιρό θα αποθάνετε και εάν εδώ κα­ταπατήσετε τις εντολές του Θεού, θα βασανίζεσθε εκεί αιωνίως, όπως οι προπάτορες  Αδάμ και Εύα. Να γιατί πρέπει να μνημονεύετε τον θάνατο, βλέποντας τα οστά αυτά, ώστε να φυλάγετε εδώ τις εντολές του Θεού» (Α­πό το βιβλίο «Θύρα της Μετανοίας»).
Αλλά και ο κανών της υπομονής ο δίκαιος Ιώβ θέλοντας να δείξη πόση ωφέλεια έχει η θεωρία των τάφων και οστών των νεκρών, γι’ αυτούς που θέλουν στην ζωή των να διορθωθούν, λέγει: «και αυτός εις τάφους απηνέχθη και επί σωρών ηγρύπνησεν» (Ιώβ 21,32). Πράγματι, τίποτε δεν ξυπνά τον άνθρωπο από την χαύνωσι και αναισθησία και τίποτε δεν τον εμποδίζει τόσο από την διάπραξι της αμαρτίας, όσο η σκέψις του θανάτου. Το ίδιο τονίζει και η Αγία Γραφή, όταν λέγη: «Υιέ μου, μνήσθητι των εσχάτων σου και ουδέποτε αμαρτήσει».
Εμείς οι θνητοί, αφ’ ότου γεννώμεθα, αρχίζουμε ολο­ταχώς να τρέχουμε προς τον τάφο. Μεταξύ αυτών των δύο άκρων και ορίων, της γεννήσεως και του θανάτου, προσδιορίζεται η απόστασις της παρούσης ζωής, η οποία είναι όπως ο αντίλαλος μιάς φωνής που ακούγεται και γρήγορα χάνεται. Η Αγία Γραφή λέγει στο βιβλίο του Ιώβ (7,6): «ο δε βίος μου ελαφρότερος λαλιάς». Κανείς από τους φιλοσόφους και ρήτορας αυτού του κόσμου δεν μπορεί να μας ωφελήση περισσότερο, όσο η φωνή του θα­νάτου.
Όταν το σώμα μας διεγείρεται από τις κακές του ε­πιθυμίες, να ερωτάμε τον θάνατο: «Τί λέγεις, ώ θάνατε, να συγκατατεθώ στους αισχρούς λογισμούς και να τελέ­σω την αμαρτία ενώπιον του Θεού η όχι;». Τότε ας ακούσωμε την Γραφή που λέγει: «Το δε φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη»(Ρωμ. 8,6) διότι «ει κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν, ει δε πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε» (Ρωμ. 8,13). Ενώ, όταν η φιλαργυρία μας αιχμαλωτίζει τον νου, ώστε να συγκεντρώσουμε χρήμα­τα, χωρίς να τα προσφέρουμε αυτά ως ελεημοσύνη στους πτωχούς, ας ακούσωμε πάλι τον Κύριο στο κατά Ματ­θαίο Ευαγγέλιο να μας λέγει: «Μη θησαυρίζετε υμίν θη­σαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει» (6, 19). Και ποιό θα είναι το τέλος των άσπλαχνων και φιλάργυρων: «και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αίώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25,46). Και όταν πάλι ο λογισμός μας συμβουλεύει να τρώγωμε, να πίνουμε και να διασκεδάζουμε σ’ αυτό τον κόσμο, ας ερωτάμε τον θάνατο και αυτός θα μας λέγη: Άνθρωπε, πρόσεχε διότι «ου γάρ έστιν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμ. 14,17). Πρόσεχε διότι «ούτε μέθυσοι, ούτε πλεονέκται, ου λοίδοροι βασιλείαν Θεού κληρονομήσουσι» (Α' Κορ. 6,10).
Πατέρες και αδελφοί, γνωρίζουμε σίγουρα ότι όλοι θα αποθάνουμε, αλλά το πιο συγκλονιστικό είναι ότι δεν γνωρίζουμε πώς και πότε θα αποθάνουμε. Μάς περιμένει λοιπόν ο θάνατος, αλλά είμεθα προετοιμασμένοι γι’ αυτόν; Ακούμε συχνά από το Ιερό Ευαγγέλιο ότι Μαρία η Μαγδαληνή καθόταν απέναντι του τάφου του Κυρίου και έκλαιε, ενώ ο δίκαιος Ιώβ μέσα στους πόνους και τους στεναγμούς του έλεγε: «εάν δε υπομείνω, άδης μου ο οί­κος, εν δε γνόφω έστρωταί μου η στρωμνή. Θάνατον επεκαλεσάμην πατέρα μου είναι, μητέρα δε μου και αδελφήν σαπρίαν» (17,13-14). Να σκεπτώμεθα, αδελφοί μου, ότι το μνήμα είναι η πατρίς όλων των καλών έργων και ο τό­πος κάθε χριστιανικής φιλοσοφίας. Να πηγαίνουμε και ε­μείς συχνά στους τάφους και στο Κοιμητήριο και εκεί θα διδασκώμεθα όσα δεν μπορούν να μας προσφέρουν όλες οι ανθρώπινες φιλοσοφίες. Και εάν με τον νου μας εισέλ­θουμε μέσα στον τάφο, θα ακούσωμε τις φωνές των κεκοιμημένων να λέγουν προς εμάς:«Εδώ, βασιλεύ, είναι το σκήπτρο σου, εδώ ηγεμόνες του κόσμου είναι τα πα­λάτια σας, εδώ δικαστή είναι το κρεββάτι σου, εδώ, αρχιερεύ του Χριστού είναι η μίτρα σου, εδώ φιλόσοφε, είναι η ακαδημία σου, εδώ διδάσκαλε, είναι το σχολείο σου, εδώ ρήτορ είναι ο άμβων σου, εδώ μοναχέ, είναι η άσκησί σου, εδώ θνητέ άνθρωπε, είναι η κατοικία σου...».
Την παροδικότητα της ζωής μας την περιγράφει σε πολλά σημεία της η Αγία Γραφή: Ο άνθρωπος είναι χόρ­τος και άνθος χόρτου (Ψαλμ. 89,5-6), είναι σκιά, η οποία αναχωρεί γρήγορα και εξαφανίζεται (Α΄ Παραλειπ. 29,15) είναι καπνός: «ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν» (Ψαλμ. 101,4). Η ζωή μας ομοιάζει με το πέταγμα του αετού (Ιώβ 9,26), είναι τόσο σύντομη όσο χρειάζεται να γκρεμίση κάποιος μία καλύβα που μόλις έφτιαξε (Ησ. 38,12), τρέχει όπως το νερό επί της γης (Β' Βασιλ. 14,14), όμοιά- ζει με τον ύπνο και την ατμίδα (Ίακωβ. 4,14).
Και εάν, αδελφέ μου, όλα αυτά τα εγνώριζες η τα έ­μαθες από τις Αγίες Γραφές, για ποιά αιτία έδεσες την καρδιά σου με τα μάταια και εφήμερα πράγματα του κό­σμου; Για ποιά αιτία δεν αγωνίσθηκες να βάλης καλή άρχή μετανοίας και καθαράς ζωής ενώπιον του Θεού; Η φωνή των νεκρών ας ήχοι πάντοτε στα αυτιά μας: «Νήφετε και αγρυπνείτε, αδελφοί μου, όσο έχετε καιρό, διότι δεν γνωρίζετε την ακριβή ώρα που θα έλθετε προς εμάς»!
Μετά από όλα αυτά, ας έχουμε την σκέψι μας πάντο­τε στο τελευταίο λεπτό της ζωής μας, όπου τότε θα κριθή η απώλεια της ψυχής μας η σωτηρία της. Απ’ αυτό το λεπτό κρίνεται η αιωνιότης στην κόλασι ή στον παράδει­σο, όπου η κατάστασις παραμένει αμετάβλητος στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
«Πνευματικοί Λόγοι»
Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη 1992