Τρίτη, 29 Απριλίου 2014


( ΕΠΙΚΑΙΡΟ. Εν όψει της αγιοκατάταξης του Γέροντος - προσεχώς καθώς ο Πατριάρχης 
θα μεταβεί στην Ιερά Νήσο Πάτμο δια τα περαιτέρω ). 


Αρχιμ. Παύλου Νικηταρά



Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής



Από το βιβλίο «Ο γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής.


Μια σύγχρονη μορφή της Πάτμου», έκδοση Επτάλοφος,


www.eptalofos.gr

Προσευχή.



Ερώτησις: Όταν, Γέροντα σας πλησιάση πρόσωπο ταραγμένο και σας εκτοξεύσει υβριστικούς λόγους τί κάνετε εκείνη τη στιγμή;
Απάντησις: Όταν κάθομαι σε υψηλό βράχο προσευχής, όσα κύματα και να έλθουν δε μου προξενούν τίποτε. Όταν όμως με βρούν χαμηλά με περιλούουν

Η Νοερά προσευχή αφομοιώνει, συνδέει, αγιάζει.
Όταν στη ψυχή ανάψη η πυρκαϊά της ευχής όλα τα ξηρά καίγονται και εξαφανίζονται.
Η νοερά προσευχή είναι η βάση της τελειότητος.
Η πρώτη βαθμίδα της πνευματικής ανυψώσεως είναι η νοερά προσευχή.
Στην αρχή της ευχής αισθάνεσαι χαρά, έπειτα γλυκύτητα και στο τέλος σαν καρπός έρχονται τα δάκρυα. Διότι αισθάνεσαι πλέον την παρουσία του Ιησού.
Όταν θα καλλιεργήσετε την ευχή δε θα κουράζεστε, δε θα ταράζεστε, δε θα νυστάζετε στις ακολουθίες, διότι το σώμα σας θα είναι πλέον ένδυμα. Το φόρεμα ούτε λυπάται, ούτε κρυώνει, ούτε κουράζεται... Όσες ώρες και να στέκομαι δε κουράζομαι
Βρισκόμαστε σ’αυτή τη κατάσταση, διότι ο Μοναχισμός έχασε το χρωματισμό του, τη νοερά Προσευχή.
Εμπρός παιδιά, να καλλιεργήσετε την ευχή. Αυτή γέμισε τον Παράδεισο απο τόσους αγίους ανθρώπους.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος καθαρισμού και αγιασμού απο τη νοερά προσευχή. Καλοί είναι και οι ψαλμοί (οι εκκλησιαστικοί ύμνοι), αλλ’αυτούς τους λέμε για να ελκύουμε και να συγκινούμε τον κόσμο. Εμείς πρέπει να μιλάμε στον Βασιλέα μυστικά στο αυτί του. Αυτοί που ψάλλουν μοιάζουν με ανθρώπους, που βρίσκονται έξω απο το παλάτι του Βασιλέως και φωνάζουν διάφορα άσματα για να δείξουν τον ενθουσιασμό τους. Ευχαριστείται βέβαια ο Βασιλιάς και απο αυτά, αφού γίνονται για το πρόσωπό του, αλλά ευφραίνεται και προσέχει περισσότερο τους μυστικούς της αυλής του, αυτούς που του μιλούν στο αυτί Του
Η υπακοή όταν της αφαιρέσει την κρυφή εργασία, την ευχή, δεν έχει αξία. Και ο κομμουνισμός υπακούει στην ιδεολογία του, αλλά τί είναι;
Η ευχή είναι το σωσίβιο της ψυχής και του σώματός μας. Και στον ωκεανό ακόμα να βρεθείς με βάρκα να ταξιδεύεις άφοβα.
Δια της ευχής γίνεται ο άνθρωπος σαν παιδί. Τον επαναφέρει στην απλότητα και την αθωότητα που είχε ο Αδάμ στον Παράδεισο πρίν την πτώση. Παύει τη διαφορά του άλλου φύλου. Αποκτά ακατανόητη για τους κοσμικούς την ευλογημένη αγία απάθεια.
Με την ευχή αγιάζεις τον τόπο που κάθεσαι και το έργο που κάνεις.
Πρόσεξε τώρα ο διάβολος στενοχωριέται που τον πολεμάς με την ευχή. Θα προσπαθεί να σου αποσπά το νού σου με διάφορες σκέψεις.
Όλοι οι πειρασμοί σου πρέπει να ξέρεις, είναι για να σε εμποδίσουν απο την προσευχή του Ιησού
Μεταλαμβάνετε συχνά, προσεύχεστε θερμά με την καρδιά σας, υπομένετε και θα δείτε χέρι δυνατό να σας κρατάει.
Όταν θα καλλιεργήσετε τη νοερά προσευχή θα γίνετε πλέον παιδιά του παλατιού. Θα ξέρετε τη γλώσσα του Βασιλιά και τους βασιλικούς τρόπους. Τότε μόνο με ένα νεύμα θα έχει άγια σκιρτήματα η καρδιά σας.
Καλλιεργήστε την ευχή. Αυτή θα σας οδηγήσει στον Παράδεισο. Θα βλέπετε τη χάρη του Θεού οφθαλμοφανώς, θα αποκτήσετε τη χαρά του Ουρανού.
Παρεκάλεσα τον Κύριο να σας δώσει το χάρισμα της ευχής. Δεν έχω άλλο δώρο να σας δώσω. Θέλω αυτό που θεωρώ το πιο πολύτιμο να σας το παραδώσω.
Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος κάνει τον άνθρωπο να εκπέμπει ακτίνες... θα πρέπει όμως ο άλλος να έχει καλό δέκτη για να το καταλάβει, για να πάρει είδηση τη θερμότητα των ακτίνων.
Ο άνθρωπος δια της προσευχής του Ιησού είναι πάντα χαρούμενος, γεμάτος και φωτισμένος.
Δια της ευχής θα κερδίσεις το πάν. Καθαρίζεται ο άνθρωπος, λαμπρύνεται, αγιάζεται. Προσπάθησε κάθε στιγμή να αναπνέεις τον καθαρό αυτόν αέρα της προσευχής του Ιησού.
Τότε ο Μοναχός έχει την πραγματική χαρά, όταν έχη δια της ευχής τον Χριστό στην καρδιά του.
Να προσεύχεστε να μου δίνει ο Θεός υπομονή, θερμή προσευχή και αναβάσεις προς τον Χριστό μας.
Θα λεπτύνετε και θα πετάτε με την ευχή. Θα αισθάνεστε ζωντανή την παρουσία του Χριστού μας μέσα και γύρω σας
Είναι βασιλικός ο άνθρωπος που ενώνεται με το Θεό. Είναι τότε πολύ προσεκτικός στους λόγους του. Επιθυμεί να μη διακόπτει τη μυστική συνομιλία του Βασιλιά και όσες φορές οι άλλοι, που τον πλησιάζουν δε τον καταλαβαίνουν τον κουράζει πολύ.
Επιθυμώ να ιδρύσετε σταθμούς προσευχής στα νησιά μας.
Θέλω ν’ακούσω μέσα σας τη φωνή του Κυρίου. Απο την καρδιά σας να μιλάει ο Κύριος. Να είστε θρόνοι Κυρίου, δια της ευχής.
Η πνευματική ζωή έχει χαρές μεγάλες. Πετάς, φεύγεις απ΄τον κόσμο, δε λογαριάζεις τίποτε... Γίνεστε παιδιά που κατοικεί ο Θεός στην καρδιά σας.
Η προσευχή όλα τα τακτοποιεί. Τη θάλασσα μπορεί να την περπατάς. Εκμηδενίζει τις αποστάσεις. Τις βουλήσεις των ανθρώπων μεταβάλλει. Δίνει θάρρος, πίστη και υπομονή στη ζωή μας πάντοτε.
Την ένωση της ψυχής σας μετά του Θεού να φροντίσετε.
Όταν θα βαδίσετε στις γραμμές της προσευχής, της σιωπής και της μελέτης, θα δείτε να κατοικεί ο Χριστός στην καρδιά σας
Η Παναγία να σε διαφυλάει, ο Χριστός να κατοικήσει στην καρδιά σου. Αυτο είναι παιδί μου η τελειότητα.
Θέλω όταν σε πλησιάζω να μου μιλάει ο Χριστός απο την καρδιά σου και εσύ πάλι να ακούς τον Νυμφίο σου να μιλάει μέσα απο τη δική μου ψυχή και τότε είναι το πραγματικό μυστικό πανηγύρι
Η χάρη του Θεού, η πνευματική ένωση τον μεταμορφώνει, γίνεται άλλος άνθρωπος, φεύγει ο φόβος. Με την απεριόριστη χάρη δε φοβάται τον θάνατο. Θεωρεί τη ζωή αυτή, όσο καλή και άν φαίνεται σκλαβιά.
Υπομονή χειάζεται και προσευχή, για να μη πέφτουμε σε λάθη.
Για να απολαύσεις τις χαρές του Μοναχισμού, της πνευματικής ζωής, πρέπει να καλλιεργήσεις με όλη τη δύναμη της ψυχής σου την προσευχή, την υπομονή και την σιωπή. Χωρίς την προσευχή δεν είναι εύκολο να υπομένεις, ούτε να σιωπάς. Με τη χάρη του Θεού, αυτά εφάρμοσα στη ζωή μου. Μας βοηθούν να έχουμε τον Χριστό κάτοικο στην καρδιά μας.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά, 27 Απριλίου.
Ευαγγελιστής Ιωάννης κ΄19-31.




Κείμενο:

19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. 30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

Μετάφραση:


Την ίδια εκείνη μέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε κι ενώ οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές, ήρθε ο Ιησούς, στέκεται στη μέση και τους λέει: «Ειρήνη σ΄ εσάς». Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Ο Ιησούς τους είπε πάλι: «Ειρήνη σ΄ εσάς! Όπως ο Πατέρας έστειλε εμένα, έτσι στέλνω κι εγώ εσάς». Έπειτα από τα λόγια αυτά, φύσηξε στα πρόσωπά τους και τους λέει: «Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες· σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι». Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω». Οχτώ μέρες αργότερα οι μαθητές ήταν πάλι μέσα στο σπίτι, μαζί τους κι ο Θωμάς. Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σ΄ εσάς». Έπειτα λέει στο Θωμά: «Φέρε εσύ το δάκτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλ΄ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις και πίστεψε». Ο Θωμάς τότε αποκρίθηκε: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πείστηκες επειδή με είδες με τα μάτια σου· μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ΄ έχουν δει!». Ο Ιησούς έκανε βέβαια και πολλά άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο. Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε δι΄ αυτού τη ζωή.

Σχόλια:

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΜΟΛΟΓΙΑ

«Ο Κύριος μου και ο Θεός μου»


Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΗ του Θωμά δεν αποτελεί μόνο μια μεγαλειώδη διακήρυξη της θεότητος του Κυρίου μας από έναν μαθητή Του που προς στιγμήν – καθώς φαίνεται – κατελήφθη από τη δυσπιστία. Ούτε ακόμη μια από τις πλέον αδιάσειστες αποδείξεις της Αναστάσεως Του. Ταυτόχρονα συνιστά και μια από τις πλέον ενθουσιώδεις ομολογίες αγάπης και αφοσίωσης προς το λατρευτό πρόσωπο του αναστημένου Λυτρωτή μας.
Για τον απόστολο Θωμά ο Ιησούς Χριστός ήταν «ο Κύριος και ο Θεός του». Το ίδιο και για τους άλλους μαθητές του Ιησού. Το ίδιο και για τους χριστιανούς όλων των εποχών. Ο Ιησούς έγινε ο «Κύριος και ο Θεός» τους. «Το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος» της υπάρξεως τους κατά την ωραία έκφραση του βιβλίου της Αποκαλύψεως (21, 6).
Ό,τι ήταν για τους πρώτους μαθητές, ό,τι ήταν για τα αναρίθμητα πλήθη των χριστιανών που προηγήθηκαν, το ίδιο είναι και για μας, τους σημερινούς πιστούς. Από τη στιγμή που πιστέψαμε στο Χριστό, από την ώρα που βαπτιστήκαμε στο όνομα της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος και γίναμε μέλη της Εκκλησίας, πολίτες της θείας Βασιλείας, ο Ιησούς Χριστός είναι ο «Κύριος και Θεός» μας. Τι να σημαίνει άραγε αυτό πιο συγκεκριμένα στη καθημερινή πράξη και ζωή;

Αγαπούμε θερμά τον Χριστό

ΠΡΩΤΑ – ΠΡΩΤΑ ότι αγαπάμε τον Χριστό πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ όλα. Πάνω από οποιοδήποτε πρόσωπο και πέρα από οτιδήποτε πράγμα. Η αγάπη του Χριστού στην καρδιά του χριστιανού θα πρέπει να έχει απόλυτη προτεραιότητα. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, αυτός που αγαπά πραγματικά τον Θεό «ουδέν των όντων της του Θεού γνώσεως προτιμά».
Η αγάπη του Θεού αποτελεί θεμελιώδη εντολή της Παλαιάς Διαθήκης, την οποία επανέλαβε και επιβεβαίωσε και ο Χριστός μας: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» (Μαρκ. 12, 30 – Δευτ. 6,5). Χριστιανός που δεν αγαπά με αυτόν τον τρόπο τον Χριστό, που δεν του δίνει την πρώτη θέση στην καρδιά του, δεν μπορεί να θεωρηθεί γνήσιος μαθητής Του. Κατά τον άγιο Μάξιμο, η αγάπη προς τον Θεό είναι «το προτιμάν αυτόν (τον Θεό) του κόσμου και την ψυχήν της σαρκός». Και η αγάπη μας αυτή τότε είναι γνήσια, όταν «δι’ αυτής της αγάπης τα πάθη αποβάλλομεν».

Τηρούμε με αυταπάρνηση τις εντολές Του

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ο «Κύριος και ο Θεός» μας και όταν τον ακολουθούμε, όταν δηλαδή υπακούομε στο θέλημα Του που μας αποκάλυψε, και τηρούμε με αυταπάρνηση τις ζωηφόρες εντολές του Ευαγγελίου Του που μας παρέδωσε.
Η αγάπη του Χριστού, σύμφωνα με τα όσα Εκείνος μας διδάσκει, είναι αξεχώριστα συνδεδεμένη με την ανταπόκριση μας προς το Ευαγγέλιο Του, με την τήρηση των εντολών Του. «Εάν αγαπάτε με», παραγγέλλει, «τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιω. 14, 15). Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας διευκρινίζει: «Αύτη γαρ εστιν η αγάπη του Θεού, ίνα τας εντολάς αυτού τηρώμεν» (Α' Ιω. 5,3). Δηλαδή, αγάπη προς τον Θεό είναι να τηρούμε τις εντολές Του.
Υπακούομε, λοιπόν, στο Ευαγγέλιο. Και τηρούμε όλες τις εντολές του Χριστού, χωρίς να κάνουμε την παραμικρή διάκριση. Γράφει ο Μ. Βασίλειος, αναφερόμενος στα λόγια του Κυρίου: «Πορευθέντες γαρ, φησίν ο Κύριος, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, διδάσκοντες αυτούς ουχί τα μεν τηρείν, των δε αμελείν. Αλλά τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν». Και συνεχίζοντας παρατηρεί: «Γιατί αν δεν μας ήταν αναγκαίες για το σκοπό της σωτηρίας, ούτε θα είχα γραφεί όλες οι εντολές, ούτε θα δινόταν η παραγγελία να τις τηρούμε υποχρεωτικά όλες». Και, καθώς διδάσκει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, την τήρηση των θείων εντολών ο χριστιανός την επιδιώκει «δια την αγάπην του τεθεικότος αυτάς και μη δια φόβον ή αμοιβήν μισθού».
Χωρίς αυτή τη συγκεκριμένη στάση ζωής, την ανταπόκριση μας δηλαδή στις εντολές που μας παρέδωσε ο Χριστός, η αγάπη μας γι' αυτόν δεν είναι αληθινή. Η χριστιανική ζωή ως υπακοή στο Ευαγγέλιο και πιστή εφαρμογή των όσων μας διδάσκει, αποτελεί την μόνη και αδιαμφισβήτητη απόδειξη γνησιότητας της αγάπης μας προς τον Κύριο και Σωτήρα μας. Καθώς μάλιστα παρατηρεί ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αν δεν τηρούμε τις θείες εντολές, «ουδέν των εθνικών και απίστων διενηνόχαμεν». Δηλαδή, δεν διαφέρουμε καθόλου από τους ειδωλολάτρες και τους απίστους.

Ομολογούμε άφοβα την πίστη μας

«Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ και ο Θεός μου» ομολόγησε ο απόστολος Θωμάς. Και από τη στιγμή εκείνη έγινε ο κήρυκας της Αναστάσεως του Χριστού, ο ομολογητής του ονόματος Του, αυτός που μαζί με τους άλλους Αποστόλους ανέλαβε το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων.
Αν, λοιπόν, ο Ιησούς είναι για μας «ο Κύριος και ο Θεός» μας, αυτό οφείλουμε να το ομολογούμε. Ενώπιον των ανθρώπων. Με θάρρος και με τόλμη. Χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Χριστιανός που ντρέπεται να ομολογήσει πως είναι χριστιανός, πως πάνω απ' όλα αγαπά τον Χριστό, πως ύψιστη επιδίωξη του είναι να ζήσει την καινούργια ζωή που ο Χριστός εμπνέει, δεν είναι γνήσιος χριστιανός. Η δειλία στη χριστιανική πίστη ισοδυναμεί με προδοσία και άρνηση του Χριστού. Και οι συνέπειες κατά την ώρα της κρίσεως θα είναι τραγικές γι' αυτούς που θ' απαρνηθούν τον Χριστό από δειλία ή από ανθρωπαρέσκεια. Το υπογραμμίζει με έμφαση ο ίδιος ο Κύριος: «Όποιος ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους ότι ανήκει σε μένα, θα τον αναγνωρίσω κι εγώ για δικό μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου. Όποιος όμως με απαρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον απαρνηθώ κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου» (Ματθ. 10, 32-33).
Όλοι μας φέρουμε το τιμημένο όνομα του χριστιανού. Ομολογούμε όμως άραγε καθημερινά την πίστη μας και την αγάπη μας προς τον Χριστό; Ή η στάση που υιοθετούμε στην καθημερινή μας ζωή δείχνει σαν να τον αρνούμαστε; Πόσοι παραμείναμε το βράδυ της Αναστάσεως στην πασχαλινή Λειτουργία Ή δεν αποτελεί άρνηση του Χριστού το να εγκαταλείπουμε την πασχάλια σύναξη και το θεϊκό τραπέζι της Ευχαριστίας για χάρη της μαγειρίτσας; Πόσοι στο κοινωνικό ή στο εργασιακό περιβάλλον μας ομολογούμε, αν προκληθούμε, ότι πιστεύουμε στον Χριστό και ότι αγωνιζόμαστε να ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Κυρίου; Πόσοι, όταν άλλοι βλασφημούν τον Χριστό και ειρωνεύονται πράγματα ιερά και αξιοσέβαστα για μας, εμείς τα υπερασπιζόμαστε; Πόσοι, όταν περνούμε από ένα ναό, τολμούμε με παρρησία να κάνουμε το σημείο του σταυρού ως ομολογία πίστεως και έκφραση αγάπης προς τον Κύριο μας;

* * *
Αδελφοί μου,
Η σωτήρια ομολογία του αποστόλου Θωμά, ομολογία πίστεως και αγάπης προς τον αναστάντα Κύριο, θα πρέπει να μας συνεγείρει.
Να μας εμπνεύσει να αγαπήσουμε περισσότερο τον Κύριο και Θεό μας.
Ν' ακολουθούμε με περισσότερη αυταπάρνηση το Ευαγγέλιο Του και να τηρούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις ζωηφόρες εντολές Του.
Να τον ομολογούμε με θάρρος όπου και αν χρειάζεται. Αμήν.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014




Η ΑΚΡΙΒΗΣ ΩΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟΝ

«Ακριβή δε ώραν τιθέναι επιζητείς και ώρα πάνυ μεμετρημένην,
όπερ και δύσκολον, και σφαλερόν εστί».
(Διονύσιος Αλεξανδρείας)



1. Το Ακριβές της Αναστάσεως
Είναι δύσκολο να πει κανείς πό­τε, ποια ώρα ακριβώς, αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός. Κανένας από τους Ευαγγελιστές δε κάνει σαφή λόγον. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει μέχρι την ανατολή του η­λίου της πρώτης ημέρας της εβδο­μάδος, δηλαδή τη Κυριακή· «Οψέ Σάββατων τη επιφωσκούση εις μί­αν σαββάτων» (κεφ. 28,1). Ο Μάρ­κος λέγει όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου, Μετά τη δύση του ηλί­ου που άρχιζε η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δηλαδή η Κυριακή·
«Και διαγενομένου του σαββάτου… λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον ανατείλαντος του ηλίου» (κεφ. 16, 1-2). Ο Λουκάς αναφέρεται στα βαθιά χαράματα της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, ήτοι την Κυριακή· «Τη δε μια των σαββάτων, όρθρου βαθέως ήλθον επί το μνήμα» (κεφ. 24, 1). Και ο Ιωάννης λέγει, όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου κατά την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δη­λαδή τη Κυριακή, που ήταν ακόμη σκοτάδι· «Τη δε μια των σαββάτων… έρχεται πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείον» (κεφ. 20, 1).
Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές, ως ημέρα αναστάσεως του Ιησού Χριστού, αναφέρουν την αρχή της ημέρας της Κυριακής· «Διαγενομένου του Σαββάτου· της μιας σαββάτων (= όταν επέρασε η ημέρα του Σαββάτου και άρχιζε η άλλη ημέ­ρα)» χωρίς να ορίζουν την ακριβή ώρα. Ο καθένας αναφέρεται σε διαφορετικά χρονικά όρια της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, που άρχιζε μετά το Σάββατο, ήτοι της Κυριακής. Δεν τους ενδιαφέρει η ακριβής ώρα, αλλά η ημέρα για ν’ απο­δείξουν το τριήμερο, όπως ακριβώς είχε διαβεβαιώσει ο Χριστός τους μαθητές του, ότι θα αναστηθεί· «Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς αυτού, ότι δει αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων και αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).
Λοιπόν, πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός:
Ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Διονύσιος, που ρωτήθηκε για το θέμα αυτό, απάντησε, ότι τούτο είναι πολύ δύσκολο και αβέβαιον· «Ακριβή δε όρον τιθέναι επιζητείς και ώρα πάνυ μεμετρημένην, όπερ και δύσκολον και σφαλερόν εστίν» («Σύνταγμα θείων και Ιερών Κανόνων», Γ. Ράλλη – Μ. Πότλη, τομ. Δ΄, σελ. 1. Επιστολή προς Επίσκοπον Βασιλείδην).
Οι δύο Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς συμφωνούν, ότι η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού έγινε τα μεσάνυκτα του Σαββάτου, ότε και είχε παρέλθει η έκτη ώρα της νύκτας. Τούτο συνάγεται από τα λεγόμενά τους, ότι οι γυναίκες πήγαν στο μνήμα «Οψέ Σαββάτων [και] Όρθρου βαθέος», ότε δηλαδή είχε περά­σει η έκτη ώρα της νύκτας, οπότε και άρχιζε η καινούργια μέρα κατά τους εκκλη­σιαστικούς όρους. Έτσι, οι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου αποφάσισαν, οι Χριστιανοί να νηστεύουν μέχρι τα μεσάνυκτα του Σαββάτου· «Χρή τους πιστούς περί μέσας της μετά το μέγα Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι, των θείων Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά, του μεν, δια του οψέ Σαββάτων προσρήματος, του δε, δια του όρθρου βαθέως, την βραδύτητα της νυκτός ημίν υπογράφο­ντος»· (Καν. ΠΘ΄). Όταν λέγει ο Κανόνας «περί μέσας της μετά το μέγαν Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι», εννοείται, ότι οι Χριστιανοί θα συμμετάσχουν στην Θεία Λειτουργία έως το τέλος «προσενέγκατε την θυσίαν ημών» και μετά θα αρχί­σουν το Πασχαλινό φαγητό, δηλαδή τα χαράματα της Κυριακής. Επ’ αυτού οι Αποστολικές Διαταγές είναι λίαν σαφείς· «Δια τούτο και ημείς, αναστάντος του Κυρίου, προσενέγκατε την θυσίαν ημών… και λοιπόν απονηστεύετε, ευφραινόμενοι και εορτάζοντες»· (ΒΕΠΕΣ, τομ. 2, παρ. 7 και 8, σελ. 90-91).

2. Το Τριήμερον της Αναστάσεως
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είχε δηλώσει στους μαθητές Του, ότι θα καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί· «αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).
Πράγματι, αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός την τρίτη ημέρα:
Οι δύο μαθητές του Χριστού που μετά τη θανατική Του καταδίκη και τη ταφή Του πήγαιναν «προς Εμμαούς» δηλώνουν, ότι ήδη έχουν περάσει τρεις ημέρας από το θάνατον του Χριστού· «... αλλά γε και συν πάσιν τούτοις τρίτην ταύτην ημέραν άγει σήμερον, αφ’ ου ταύτα εγένετο»· (Λουκ. 24, 21). Αλλά και οι γυναίκες, που «διαγενομένου του Σαββάτου, ή όψε σαββάτων, η τη μια των σαββάτων», πήγαιναν στον τάφο του Χριστού, για να επιτελέσουν τα Εβραϊκά νεκρικά ήθη και έθιμα, τα τρίμερα, αποδεικνύουν περίτρανα, πως πράγματι είχε ήδη αρχίσει το τριήμερον.
Όμως, ερωτάται: Πώς αποδεικνύεται αυτό το τριήμερον:
Το εικοσιτετράωρον οι Εβραίοι το μετρούσαν από το ένα βράδυ έως το άλλο βράδυ· «από εσπέρας έως εσπέρας σαββατιείτε» (Λευιτ. 23, 32).
Ο Ιησούς Χριστός «παρέδωκε το πνεύμα» το απομεσήμερον της ενάτης ώρας (= τρεις μ.μ.) της Παρασκευής· «Η δε ωσεί ώρα έκτη (= δώδεκα μ.μ.) και σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης (= τρεις μ.μ.) του ηλίου εκλείποντος… και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Λουκ. 23, 44, Ιωάν. 19, 30).
Η ημέρα της Παρασκευής είχε αρχίσει από τα μεσάνυχτα της Πέμπτης, οπότε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έχουμε την μία ημέρα. Από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έως τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έχουμε τη δεύτερη ημέρα. Και από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έως γα μεσάνυχτα της Κυριακής έχουμε τη τρίτη ημέρα, την Κυριακή, η οποία σημειωτέον έχει αρχίσει από τα μεσάνυχτα του Σαβ­βάτου. Επομένως την τρίτη ημέρα, την Κυριακή, αναστήθηκε ο Χριστός και κατά το διάστημα αυτής της ημέρας, πράγματι, τελείται η Ανάσταση. Όμως, επειδή οι Ευαγγελιστές ουδαμού αναφέρονται σε συγκεκριμένη ώρα, αλλάς τις αρχές της τρίτης ημέρας, της Κυριακής, η Μητέρα Ορθόδοξη Εκκλησία όρισε η Ανάσταση να γίνεται, όταν ακριβώς, αρχίζει η ημέρα της Κυριακής (μετά το μεσονύκτιο, δηλα­δή, του Σαββάτου), οπότε οποιαδήποτε ώρα και αν αναστήθηκε ο Χριστός η ακρι­βής ώρα περιέχεται μέσα στη τρίτη ημέρα, την ημέρα της Κυριακής.
Επομένως, η απάντηση στα ερωτήματα περί της ακριβούς ώρας και του τριημέρου της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού είναι ότι η ακριβής ώρα της Ανάστασης είναι δύσκολο ν’ αποδειχθεί, άλλωστε δεν έχει καμιά απολύτως σημασία για την σωτηρία μας, διό και οι Ευαγγελιστές δεν ασχολούνται. Όσο για το τριήμερο που έχει σημασία για ν’ αποδειχθούν αληθινά τα λεγόμενα του Κυρίου προς τους μαθη­τές Του, ότι· «και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» πράγματι αναστήθηκε τη τρίτη ημέρα, αφού η τρίτη ημέρα της Κυριακής αρχίζει από τα μεσάνυχτα της ημέρας του Σαββάτου.
Συνεπώς, η Ανάσταση του Χριστού έγινε, όπως λίαν κατηγορηματικώς μας δηλώ­νουν οι Ιεροί Ευαγγελιστές, την ημέρα της Κυριακής αφού είχε ήδη περάσει η δεύτερη ημέρα του Σαββάτου και οι γυναίκες, που είναι οι πλέον αψευδείς μάρτυ­ρες του τριημέρου, πήγαιναν στο μνημείο για τα τρίμερα· «Διαγενομένου του Σαβ­βάτου (= αφού πέρασε η ημέρα του Σαββάτου), Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν (= τον Ιησούν).


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.

Πρεσβ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
Πρόεδρος Κληρικών Ελλάδος
Πάσχα 2004
Περιοδικό Ενορία 5/4/04
Αριθμός φύλλου 974

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014


Μεγάλη  Παρασκευή - Υμνολογική εκλογή.
Κοντάκιον Ήχος πλ. δ’
Τόν δι’ ημάς Σταυρωθέντα, δεύτε πάντες υμνήσωμεν, αυτόν γάρ κατείδε Μαρία επί τού ξύλου, καί έλεγεν. Ει καί σταυρόν υπομένεις, σύ υπάρχεις ο Υιός καί Θεός μου.
ΑΠΟΔΟΣΗ
Τον Χριστό, που για μας σταυρώθηκε και υπέμεινε τον θάνατο του σταυρού, όλοι μαζί ας υμνήσουμε. Αυτόν είδε πάνω στο σταυρό η Παναγία Θεοτόκος Μαρία και έλεγε: Αν και υπομένεις τον θάνατο του σταυρού, Εσύ είσαι και θα είσαι ο Υιός και Θεός μου.
Ο Οίκος
Τόν ίδιον Άρνα, η αμνάς θεωρούσα πρός σφαγήν ελκόμενον, ηκολούθει Μαρία, τρυχομένη μεθ’ ετέρων γυναικών, ταύτα βοώσα. Πού πορεύη Τέκνον, τίνος χάριν, τόν ταχύν δρόμον τελείς; μή έτερος γάμος πάλιν εστίν εν Κανά; κακεί νύν σπεύδεις, ίν εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης; συνέλθω σοι Τέκνον, ή μείνω σοι μάλλον, δός μοι λόγον Λόγε, μή σιγών παρέλθης με, ο αγνήν τηρήσας με, σύ γάρ υπάρχεις ο Υιός καί Θεός μου.
ΑΠΟΔΟΣΗ
Βλέποντας το δικό της προβατο, τον Χριστό, η αμνάς, δηλαδή η Παναγία, να Τον σέρνουν προς την σφαγή, δηλαδή τον θάνατο του σταυρού, Τον ακολουθούσε μαζί με άλλες γυναίκες θρηνώντας και λέγοντας: Πού πηγαίνεις, παιδί μου? Για χάρη ποιού διανύεις αυτόν τον γρήγορο δρόμο? Μήπως άλλος γάμος γίνεται στην Κανά και εκεί τώρα τρέχεις, για να κάνεις πάλι για χάρη τους το νερό κρασί? Να έλθω μάζί Σου, παιδί μου ή να μείνω εδώ? Πες μου ένα λόγο, παιδί μου, Εσύ που είσαι ο Λόγος του Θεού. Μη περάσεις μπροστά μου σιωπηλός χωρίς να μου πεις ένα λόγο. Εσί είσαι που με διατήρησες αγνη. Κι αν ακόμη υπομένεις τον θάνατο του σταυρού, Εσύ είσαι ο Υιός και Θεός μου.
Συναξάριον
Τή αγία καί μεγάλη Παρασκευή, τά άγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν, τούς εμπτυσμούς, τά ραπίσματα, τά κολαφίσματα, τάς ύβρεις, τούς γέλωτας, τήν πορφυράν χλαίναν, τόν κάλαμον, τόν σπόγγον, τό όξος, τούς ήλους, τήν λόγχην, καί πρό πάντων, τόν σταυρόν, καί τόν θάνατον, ά δι’ ημάς εκών κατεδέξατο, έτι δέ καί τήν τού ευγνώμονος Ληστού, τού συσταυρωθέντος αυτώ, σωτήριον εν τώ Σταυρώ ομολογίαν.
Στίχοι εις τήν Σταύρωσιν
• Ζών ει Θεός σύ, καί νεκρωθείς εν ξύλω,
• Ω νεκρέ γυμνέ, καί Θεού ζώντος Λόγε.

Έτεροι εις τόν ευγνώμονα Ληστήν
• Κεκλεισμένας ήνοιξε τής Εδέμ πύλας,
• Βαλών ο Ληστής κλείδα τό, Μνήσθητί μου.
Τή υπερφυεί καί περί ημάς παναπείρω σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς.
Αμήν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
Κατά την αγία και ΜΕΓΆΛΗ Παρασκευή, επιτελούμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτηρος ημών Ιησού Χριστού, δηλαδή τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα χτυπήματα, τις ύβρεις, τα ειρωνικά γέλια, την κόκκινη περιπαικτική χλαμύδα, τον κάλαμο, το σφουγγάρι το βαπτισμένο μέσα σε πικρά υγρά, το ξίδι, τα καρφιά, την λόγχη, που τρύπησε την πλευρά Του, και προ πάντων αυτόν το Σταυρό και τον θάνατο, που με τη θέληση Του υπέμεινε για μας. ΑκόΜη και τη σωτήρια ομολογία του ευγνώμονος και μετανοημένου ληστού, που σταυρώθηκε μαζί Του.
ΣΤΙΧΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΗ
Είσαι ζωντανός Θεός παρά το ότι νεκρώθηκες πάνω στο ξύλο του σταυρού. Είσαι ο Λόγος του Θεού παρά το ότι φαίνεσαι γυμνός νεκρός.
ΣΤΙΧΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΓΝΩΜΟΝΑ ΛΗΣΤΗ:
Ο ληστής άνοιξε τις κλεισμένες για την αμαρτία μας πύλες της Εδέμ, βάζοντας για κλειδί: το μμνήσθητί μου.
Ελέησέ μας Κύριε Χριστέ ο Θεός μας, με την
υπερφυσική και αγία Σου ευσπλαχνία.
Αντίφωνον ΙΕ’ Ήχος πλ. β’
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι τήν γήν κρεμάσας. (εκ γ’). Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο τών Αγγέλων Βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τόν ουρανόν έν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τόν Αδάμ. Ήλοις προσηλώθη, ο Νυμφίος τής Εκκλησίας. Λόγχη εκεντήθη, ο Υιός τής Παρθένου. Προσκυνούμέν σου τά Πάθη Χριστέ. (εκ γ’). Δείξον ημίν, καί τήν ένδοξόν σου Ανάστασιν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
Σήμερα βρίσκεται κρεμασμένος πανω στο ξύλο του σταυρού για τις αμαρτίες μας Αυτός, που κρέμασε και κρατά κρεμασμένη μέσα στα ννερά των ωκεανών τη γη.
Στεφάνι από αγκάθια τοποθετείται περιφρονητικά και βασανιστικά πάνω στο κεφάλι Αυτου, που είναι ο Βασιλιάς των αγγέλων, αντί για βασιλικό διάδημα.
Ενδύουν με ψεύτικη και περιφρονητική πορφύρα
Αυτόν που σκεπάζει και κλείνει με τα σύννεφα τον ουρανό.
Καταδέχθηκε να υποφέρει ράπισμα από τους αμαρτωλούς ανθρώπους Αυτός που με το βάπτισμά Του στον Ιορδάνη ελευθέρωσε τον Αδάμ.
Απλώθηκε εξαντλητικά πάνω στο σταυρό με τα καρφιά, ώστε να είναι ακίνητος, Αυτός που είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας.
Κεντήθηκε στην πλευρά αυτός ΠΟΥ ΕΊΝΑΙ Ο ΥΙΟΣ Της Παρθένου.
Προσκυνούμε τα Αγια Πάθη Σου, Χριστέ. Δείξε και σε μας, αξίωσε μας να δούμε και την ένδοξη Ανάστασή Σου.
Απολυτίκιον Ήχος δ’
Εξηγόρασας ημάς, εκ τής κατάραςτού νόμου, τώ τιμίω σου Αίματι, τώ Σταυρώ προσηλωθείς, καί τή λόγχη κεντηθείς, τήν αθανασίαν επήγασας ανθρώποις. Σωτήρ ημών δόξα σοι.
ΑΠΟΔΟΣΗ
Με το Τίμιό Σου Αίμα μας εξαγόρασες από την κατάρα του Ιουδαικού νόμου. Επήγασες για τους ανθρώπους την αθανασία, αφού προσηλώθηκες πάνω στο σταυρό και αφου κεντήθηκες με τη λόγχη στην πλευρά Σου. Δόξα σε Σένα, Σωτήρ του κόσμου.

Απόδοση, Θεοδοσίας Μοναχής.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014



Εις Μνήμην Θεοκλήτου Αρχιερέως.

<< Για μας τους αφελείς περί την εκκλησιαστική δογματική και εσχατολογία, πιστεύοντας ότι όποιος κλείνει τα μάτια φεύγει και ξεχνιέται , για Σένα Κύριε που είσαι η Ανάσταση και η Ζωή, σε παρακαλούμε τοποθέτησε κοντά σου την ψυχή του δούλου σου Θεοκλήτου Αρχιερέως που για εμάς υπήρξε Πατέρας και όχι Πατριός >>. ( αυτοσχέδια προσευχή του γράφοντος ).

Τι είπω και τι λαλήσω περί την ώρα ταύτην; Η Ψυχή μου τετάρακται. Εάν ο Μέγας Αβραάμ συναισθανόμενος την μηδαμινότητά του απέναντι στο Θεό έλεγε << εγώ ειμί γή και σποδός >>, τι είπω και τη λαλήσω περί την ώρα ταύτην;  Πατέρα, εκ μεταθέσεως ήρθα στην Μητρόπολη σου αλλά και να ενταχτώ στο Ωμοφόριό σου και στην  πνευματική σου προστασία. Σε δέχτηκα Μωυσή στη ζωή μου και, καθημερινά είχες θέση στο φτωχό μου κομποσχοίνι αλλά και στα χείλη μου ψελλίζοντας με τόλμη στον Κύριο να σε κρατήσει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο στη ζωή. Τούτες οι ώρες είναι δύσκολες Πατέρα να σκεφθώ, να γράψω και να συλλάβω το μέγεθος της απώλειάς σου. Δεν ξέρω να μιλάω θεολογικά, ούτε να στοχάζομαι φιλολογικούς όρους να εντυπωσιάσω το κοινό και δημιουργεί το κενό αλλά και το καινό. Στο άκουσμα της είδησης ότι μας άφησες την Κυριακή των Βαϊων ο νούς μου θόλωσε, η αδύναμη καρδιά μου ράγισε, η σκέψη μου επέτρεψε στο στόμα μου να φωνάξει δυνατά και, να ψάλει την φήμη σου σε ήχο βαρύ, που οι ελάχιστες γνώσεις που κατέχω στην βυζαντινή μουσική μου επέτρεψαν να μελοποιήσω. Τώρα όμως, είναι η στιγμή των Παθών του Χριστού, αλλά και των παθών του δικού σου ποιμνίου που άφησες, αλλά δεν το εγκατέλειψες.  Ένα είναι βέβαιο ότι θα μας λείψεις. Και εμείς θα σου λείψουμε. Και θα μας λείψει η στεντόρεια φωνή σου γιατί δεν θα ακούμε πλέον την γνωστή σου φράση βλέποντας κάθε φορά έναν από εμάς αναφωνούσες με χαρά και διάκριση << ΕΥΛΟΓΗΣΟΝ ΠΑΤΕΡ>> και, εμείς με χαρά και τόλμη καθόμασταν και μιλούσαμε μαζί σου για το τώρα, το μετά και το πάντα. Και είναι βέβαιο ότι η γνώμη σου, η ευχή σου, πάντα μας συνοδεύουν τώρα που νιώθουμε μόνοι και, προσπαθούμε να ξεγελάσουμε την στενοχώρια μας ενθυμούμενοι τον δικό μας << Σετάκη >> με το χαμόγελό του, την αγάπη του για τα Γιάννινα που τόσο αγάπησε και πρόσφερε τα μέγιστα. Πατέρα, θα σε θυμάμαι για πάντα. Θα προσεύχομαι για σένα παραπάνω γιατί πίστεψες σε μένα και δεν με αδίκησες. Στο λόγο σου ήσουν σαφής και ξεκάθαρος. Άλλωστε ήσουν άντρας και τα παντελόνια που φορούσες τα τιμούσες συγχρόνως. Αιωνία σου η μνήμη Επίσκοπε και Μητροπολίτα Θεόκλητε, καλή Ανάσταση Δεσπότη μου.


Ο γράφων Πρεσβύτερος Δημήτριος Λάμπρου Ιερεύς και αμόναχος, μελανείμων και τάλας τάχα και, ρακενδύτης.


Μεγάλη Δευτέρα - Υμνολογική εκλογή.
Κοντάκιον Ήχος β’.
Την ώραν ψυχή, του τέλους εννοήσασα, καί τήν εκκοπήν, τής συκής δειλιάσασα, τό δοθέν σοι τάλαντον, φιλοπόνως έργασαι ταλαίπωρε, γρηγορούσα καί κράζουσα. Μή μείνωμεν έξω τού νυμφώνος Χριστού.
Αφού καταλάβεις, ψυχή μου πως πλησιάζει η ώρα του τέλους σου και φοβηθείς το κόψιμο της συκιάς, να εργάζεσαι φιλότιμα και πρόθυμα το χάρισμα, που σαν πολύτιμο τάλαντο σου χάρισε ο Θεός,κρατώντας άγρυπνο το νου και την ψυχή σου. Μέσα δε από τα βάθη σου να κράζεις: Πρόσεξε να μην μείνουμε έξω από τον Νυμφώνα του Χριστού.
Ο Οίκος
Τί ραθυμείς αθλία ψυχή μου; τί φαντάζη ακαίρως μερίμνας αφελείς; τί ασχολείς πρός τα ρέοντα; εσχάτη ώρα εστίν απάρτι, και χωρίζεσθαι μέλλομεν των ενταύθα. Έως καιρόν κεκτημένη, ανάνηψον κράζουσα: Ημάρτηκά σοι Σωτήρ μου, μή εκκόψης με, ώσπερ την άκαρπον συκήν, αλλ’ ως εύσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβω κραυγάζουσαν. Μή μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού.
Γιατί τεμπελιάζεις, άθλια ψυχή μου? Γιατί αφήνεις τη φαντασία σου να χάνει τον καιρό της με φροντίδες τιποτένιες? Γιατί απασχολείσαι με πράγματα που τρέχουν και χάνονται σαν το νερό? Από εδώ και πέρα βρισκόμαστε πια στην τελευταία ώρα, και πρόκειται να χωρισθούμε από τα πράγματα αυτού του κόσμου. Οσο λοιπόν έχεις καιρό, ξύπνα και φώναξε στον Κύριο: Μη με κόψεις σαν την άκαρπη συκιά, γιατί αμάρτησα σε Σένα, αλλά σαν εύσπλαχνος λυπήσου με και σώσε εμένα, που σου φωνάζω με φόβο: Μη μείνουμε έξω από τον Νυμφώνα του Χριστού.
Συναξάριον
Τη αγία και μεγάλη Τρίτη, της των δέκα Παρθένων παραβολής, της εκ του ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα.
Στίχοι
• Τρίτη μεγίστη Παρθένους δέκα φέρει,
• Νίκην φερούσας αδεκάστου Δεσπότου.
Αλλ’ ώ Νυμφίε Χριστέ, μετά των φρονίμων ημάς συναρίθμησον Παρθένων, και τη εκλεκτή σου σύνταξον ποίμνη, και ελέησον ημάς. Αμήν.
Κατά την Μεγάλη και Αγία Τρίτη ενθυμούμεθα την παραβολή των δεκα παρθένων, όπως παρουσιάζεται στο Αγιο Ευαγγέλιο.
ΣΤΙΧΟΙ
Η Μεγάλη  Τρίτη φέρνει μπροστά μας τις δέκα παρθένους
Που παρουσιάζουν την νίκη του Δεσπότου και Κυρίου, ο οποίος δεν δωροδοκείται από κανέναν.
Αλλά, Συ Κυριε, ο Νυμφίος της Εκκλησίας, συναρίθμησε και εμάς μαζί με τις φρόνιμες παρθένες και σώσε μας ως φιλάνθρωπος, που είσαι.
Εις τους Αίνους
Ιδιόμελον Ήχος α’
Εν ταις λαμπρότησι των Αγίων σου, πώς εισελεύσομαι ο ανάξιος; εάν γάρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα, ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος εκβαλούμαι υπό των Αγγέλων. Καθάρισον Κύριε, τον ρύπον της ψυχής μου, και σώσόν με ως φιλάνθρωπος.
Στη λαμπρή ωραιότητα της αγίας βασιλείας Σου πώς να εισέλθω εγώ ο ανάξιος, εξ αιτίας των αμαρτιών μου? Γιατί κι άν τολμήσω να μπω μαζί με τους αγίους καλεσμένους Σου, τα ενδύματά μου με ελέγχουν, γιατί δεν είναι άξια του γάμου, όπως είπες στην παραβολή. Γι’ αυτό το λόγο και θα εξορισθώ της Βασιλεία Σου από τους αγγέλους, που είναι οι δούλοι της παραβολής. Σε παρακαλώ λοιπόν, Κύριε, καθάρισε όλη την ακαθαρσία της ψυχής μου, και σώσε με ως φιλάνθρωπος που είσαι.
Εις τον στίχον των αίνων.
Δόξα… Καί νύν… Ήχος βαρύς
Ιδού σοι το τάλαντον, ο Δεσπότης εμπιστεύει ω ψυχή μου. Φόβω δέξαι το χάρισμα. Δάνεισαι τω δεδωκότι, διάδος πτωχοίς, και κτήσαι φίλον τον Κύριον, ίνα στής εκ δεξιών Αυτού, όταν έλθη εν δόξη, και ακούσης μακαρίας φωνής: «Είσελθε δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου.” Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ τον πλανηθέντα, διά το μέγα σου έλεος.
Ορίστε, ο Δεσπότης Χριστός, ψυχή μου, σου εμπιστεύεται ένα μοναδικό χάρισμα. Είναι αμύθητη η αξία του, όπως στην αρχαία εποχή ήταν μεγάλος θησαυρός το α΄ρχαίο τάλαντο. Σε κάνει αδελφό Του, μέλος της Εκκλησίας Του και πολίτη της Βασιλείας Του. Δέξου με φόβο το χάρισμα. Ο Κύριος σε κάνει διαχειριστή αυτού του θησαυρου. Δάνεισε αυτόν τον πλούτο σε Αυτόν που σου το χάρισε διαδίδοντάς το σε όσους το έχουν ανάγκη. Ετσι θα αποκτήσεις σαν φίλο σου τον Κύριο. Στο τέλος θα μπορέσεις να σταθείς σταδεξιά του Κυρίου, όταν θα έλθει ένδοξος στη Δευτέρα Παρουσία Του Κι θα ακούσεις την μακαρία Του φωνή να σου λέγει: Μπορίς, δούλε, να εισέλθεις στη χαρά του Κυρίου σου. Αξίωσέ με, Σωτήρ, κι εμένα τον πλανεμένο δούλο Σου, να μπω σε αυτή την Βασιλεία Σου, αφού πάντα δείχνεις το μεγάλο Σου και πλούσιο έλεος.
Απόδοση, Ιωάννης Παπαχρήστος.


Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Υμνολογική Εκλογή. Κυριακή των Βαϊων. 

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014



Καθηγητὴς Παντελὴς Πᾶσχος
Εἰσαγωγικὰ στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα .

Περάσαμε πιὰ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Καὶ τώρα στεκόμαστε μπροστὰ στὴ θύρα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ὁποῦ ὀνομάζεται Μεγάλη ὄχι γιατί εἶναι μεγαλύτερη, ἢ ἔχει περισσότερες μέρες, ἀλλὰ «ἐπειδὴ μεγάλα ἡμῖν γέγονεν ἐν αὐτῇ παρὰ τοῦ Δεσπότου κατορθώματα. Καὶ γὰρ ἐν αὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῇ Μεγάλῃ, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ χρονία τοῦ διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ὁ θάνατος ἐσβέσθη· ὁ ἰσχυρὸς ἐδέθη· τὰ σκεύη αὐτοῦ διηρπάγη· ἁμαρτία ἀνηρέθη· ἡ κατάρα κατελύθη· ὁ Παράδεισος ἀνεώχθη· ὁ Οὐρανὸς βάσιμος γέγονεν· ἄνθρωποι ἀγγέλοις ἀνεμίγησαν· τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ ἤρθη· τὸ θριγγίον περιηρέθη· ὁ τῆς εἰρήνης Θεὸς εἰρηνοποίησε τὰ ἄνω καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· διὰ τοῦτο Μεγάλη καλεῖται Ἑβδομάς».
Ὄντως φοβερὰ αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος τὰ Μυστήρια! Ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὅλη ἡ δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα πηγάζουν. Ἀπ᾿ τὸν καιρὸ πού, μαθητούδια ἀκόμη, παίρναμε ἀπ᾿ τὸ ζεστὸ χέρι τῆς μάνας μας τὴ σύνοψη καὶ τὸ κερί, ποὺ καθὼς ἦταν ἁγνὸ μοσκοβολοῦσε σὰν λιβάνι ὅταν ἔκαιγε, καὶ πηγαίναμε στὶς ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου, ἢ στὶς Μεγάλες Ὧρες τῶν Παθῶν, τῆς Μεγ. Πέμπτης καὶ τῆς Μεγ. Παρασκευῆς, ὅπου κλαίγαμε ἀπὸ καρδιᾶς μπρὸς στὸν Ἐσταυρωμένο, καθὼς ἀποθέταμε μὲ τρέμοντα δάχτυλα τὰ παρθενικὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ μὲ μίαν ὁλόζεστη λαχτάρα τρέχαμε νὰ μάσουμε στοὺς κήπους καὶ στὰ χωράφια· ἀπ᾿ τὰ μικρά μας ἐκεῖνα χρόνια, ποὺ προσμέναμε νά ῾ρθει ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γιὰ νὰ δεχτοῦμε ὕστερα καὶ τὴν Ἀνάσταση, μέχρι τὰ γηρατειά μας τὰ βαθιά, αὐτὴ ἡ Ἑβδομάδα εἶναι ποὺ μᾶς κρατάει συντροφιὰ μὲ τὸν πόνο της, μὲ τὰ δάκρυά της, μὲ τὴ λύπη της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ ἀκολουθεῖ.
Κι αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη φιλοσοφία τῆς ζωῆς, ποὺ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας τὴν δίνει μὲ τὸν πιὸ ὡραῖο, ἁπλὸ καὶ κατανυκτικὸ τρόπο στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ θεολογία τοῦ Σταυροῦ, δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ κανεὶς νὰ τὴν ἀφομοιώσει καὶ νὰ τὴν κατανοήσει ἔξω ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ περίβολο, ἔξω ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Σταυρὸς ἢ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ἢ κινηματογράφος, γίνεται στοχαστικὴ διάλεξη ἢ δημοσιογραφικὸ ἄρθρο, γίνεται εὐκαιρία γιὰ νὰ δοκιμάσει κανεὶς τὶς ἱκανότητές του μ᾿ ἕναν τρόπο – ὁποιοδήποτε – ἐπάνω σ᾿ ἕνα σοβαρὸ θέμα. Καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὴν κορφὴ τῆς πνευματικῆς φιλοσοφίας καὶ στὴ δόξα τῆς Ἀναστάσεως, ἀνεβαίνοντας τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ περνώντας πνευματικὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τῆς Σταυρώσεως.
Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, ὅλη τὴν Ἑβδομάδα ἔχει ἕνα μεγάλο δρόμο νὰ ὁδοιπορήσει. Μεγάλο, ὄχι μὲ τὶς ἐξωτερικές, ἀλλὰ μὲ τὶς ἐσωτερικὲς διαστάσεις. Ἕνα δρόμο, ποὺ περπάτησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ναί, κι ἂς μὴ φανεῖ σὲ κανέναν αὐτὸ τὸ πράγμα παράδοξο. Ἂν δὲν «συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν», δὲν θὰ μπορέσουμε οὔτε τὴ Μεγαλοβδομάδα νὰ νιώσουμε, οὔτε καὶ στὴν Ἀνάσταση νὰ φτάσουμε μαζί του. Σ᾿ αὐτὸ τὸ δρόμο, ποὺ βρίσκεται πάντα κάτω ἀπ᾿ τὴ σκιὰ τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἀντικρύζει στὸ βάθος τὸ φωτεινὸ λόφο τῆς Ἀναστάσεως, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔβαλαν μερικὰ σημάδια σὰν ὁρόσημα, ποὺ μᾶς βοηθοῦν κι αὐτὰ μ᾿ ἕναν εἰδικὸ τὸ καθένα τρόπο, γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό μας.
Τὴ Μεγάλη Δευτέρα, μετὰ τὸ Κοντάκιο καὶ τὸν Οἶκο τῆς ἡμέρας, θ᾿ ἀκούσουμε μαζὶ μὲ τὸ σύντομο συναξάρι, αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα: «τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Δευτέρᾳ, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ παγκάλου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθείσης συκῆς». Δοξάζεται καὶ τιμᾶται ὁ πάγκαλος Ἰωσήφ, γιατί «τῆς Αἰγυπτίας τότε ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας», ἐσκλαβώθηκε μὲν κατὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ψυχὴ ἔμεινε ἀδούλωτος, ὁ ἀοίδιμος καὶ σώφρων, καὶ ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ γίνει κυρίαρχος ὅλης τῆς Αἰγύπτου. «Ὁ Θεὸς γὰρ παρέχει τοῖς δούλοις αὐτοῦ στέφος ἄφθαρτον». Ἡ κατάρα ἔπειτα τῆς ἄκαρπης συκιᾶς, μᾶς λέει ν᾿ ἀποφεύγουμε τὸ πάθος καὶ νὰ κάνουμε ἔργα καὶ καρποὺς πνευματικούς, γιὰ νὰ μὴ μᾶς εὕρει ὁ Χριστὸς μὲ φύλλα μοναχὰ σὰν ἔρθει, καὶ μᾶς δείξει τὴ φωτιά, σὰν μοίρα ἀναπόφυγη τῶν ἀκάρπων μας δέντρων.
Τὴ Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ἀκούσουμε: «τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς μνείαν ποιούμεθα», δηλ. τῶν πέντε φρονίμων καὶ τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, μὲ τὶς διδακτικὲς λαμπάδες τους. Μᾶς συμβουλεύει κ᾿ ἐδῶ μὲ ὕμνους ἐξαίσιους ἡ Ἐκκλησία μας, «νὰ σπουδάσωμεν νὰ ἀνάψωμεν τὰς νοητὰς λαμπάδας τῶν ψυχῶν μας, ὡς αἱ φρόνιμοι ἐκεῖναι παρθένοι. Διατί; Ἵνα μὲ τὸ λαμπρὸν φῶς τῶν λαμπάδων μας καὶ μὲ ὕμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τὸν ἀθάνατον νυμφίον τῶν ψυχῶν, δηλαδὴ τὸν Δεσπότην μας Ἰησοῦν Χριστόν, ὅστις θὰ ἔλθει ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἐμβάσει τὰς δρονίμους ψυχὰς μέσα εἰς τὸν οὐράνιον νυμφώνα τῆς ἀϊδίου τρυφῆς τεσ καὶ βασιλείας».
Τὴ Μεγάλη Τετάρτη: «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικὸς μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονεν». Ποιὸς δὲν δακρύζει, ὅταν σκεφθεῖ ὅτι, ἐνῶ ὅλοι ἁμαρτάνουμε (καὶ πολλὲς φορὲς βαρύτερα ἀπὸ τὴν πόρνη) ὡστόσο δὲν ἀκολουθοῦμε τὸ παράδειγμά της, γιὰ νὰ σβήσουμε μὲ δάκρυα μετανοίας τὸ χειρόγραφο, ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Τὴ Μεγάλη Πέμπτη «ἐορτάζομεν τὸν Ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον, τὴν ὑπερφυᾶ προσευχὴν καὶ τὴν Προδοσίαν». Ἡ κυριαρχοῦσα μορφὴ – αἰώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως καὶ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγὴν – εἶναι ἡ προδοτικὴ ὄψη τοῦ Ἰούδα.
Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ «τὰ Ἅγια καὶ Σωτήρια καὶ Φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν».
Καὶ τὸ Μέγα Σάββατον «τὴν Θεόσωμον Ταφὴν καὶ τὴν εἰς ᾍδου κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν».
Εἴπαμε, ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ μαρτύριο καὶ τὸ Πάθος τῆς Σταυρώσεως, ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς βλέπει πάντοτε τὸ γλυκὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν ἐμποδίζει νὰ ἰδεῖ τὰ Πάθη μέσα σ᾿ ἕνα ζοφερὸ καὶ καταλυτικὸ σκοτάδι. Ὁ ὀρθόδοξος – καὶ ὁ Ἕλληνας ἰδιαίτερα, ποὺ πέρασε τόσα καὶ τόσα πάθη μέσα στὴ μακραίωνη πορεία τῆς ἱστορίας του – εἶναι ντυμένος μὲ τὸ ζεστὸ ἔνδυμα τῆς χαρμολύπης. Πάσχει καὶ ὑποφέρει, ἀλλὰ ὄχι μὲ ἀσυγκράτητο σαρκικὸ πόνο. Ἡ πνευματικὴ φιλοσοφία τοῦ Σταυροῦ, αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἰδικώτερα, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος μας, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς μας. Ἰδοὺ πῶς βλέπουν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας τὸ Σταυρὸ καὶ τὸ μυστήριο τῆς Σταυρώσεως.
Ὁ ἀκάνθινος στέφανος φανέρωσε ὅτι ὁ Κύριος ἐξάλειψε τὴν κατάρα ποὺ ἔλαβε ἡ γῆ, νὰ βλαστάνει ἀγκάθια καὶ τριβόλια καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀφάνισε τὶς μέριμνες καὶ τὶς ὀδύνες τῆς παρούσης ζωῆς.
«Ἐξεδύθη τὰ ἱμάτια καὶ ἐνεδύθη τὴν πορφύραν, διὰ νὰ ἐκδύσει τοὺς δερματίνους χιτώνας τῆς νεκρώσεως, ὁποῦ ἐφόρεσεν ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβασιν. Κάλαμον ἔλαβεν ὁ Κύριος εἰς τὴν δεξιάν, ὡς σκῆπτρον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν ἀρχαῖον ὄφιν καὶ δράκοντα· ἔλαβε κάλαμον, διὰ νὰ σβήσει τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἔλαβε τὸν κάλαμον διὰ νὰ ὑπογράψει βασιλικῶς, μὲ τὸ κόκκινον αἷμα του, τὸ γράμμα τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, καθότι καὶ οἱ βασιλεῖς μὲ κόκκινον κιννάβαρι ὑπογράφουσιν».
»Εἰς τὸ ξύλον ἐσταυρώθη, διὰ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως. Ἔλαβε τὴν γεῦσιν τῆς χολῆς καὶ τοῦ ὄξους, διὰ τὴν γλυκείαν γεῦσιν τοῦ καρποῦ τοῦ ἀπηγορευμένου. Ἔλαβε τὰ καρφία διὰ νὰ καρφώσει τὴν ἁμαρτίαν. Ἅπλωσε τὰς χείρας εἰς τὸν Σταυρόν, διὰ νὰ ἰατρεύσει τὸ ἅπλωμα τῶν χειρῶν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ὁποῦ ἐποίησαν εἰς τὸ ἀπηγορευμένον ξύλον, καὶ διὰ νὰ ἑνώσει τὰ μακρὰν διεστῶτα, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, οὐράνια καὶ ἐπίγεια. Ἔλαβε τὸν θάνατον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν θάνατον. Ἐτάφη, διὰ νὰ μὴ στρεφώμεθα πλέον ἡμεῖς εἰς τὴν γῆν, ὡς τὸ πρότερον...».
»Ἐσκοτίσθησαν οἱ φωστῆρες, διὰ νὰ φανερώσουν ὅτι πενθοῦσι τὸν Σταυρωθέντα. Αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, διότι ἔπασχεν ἡ πέτρα τῆς ζωῆς. Εἰς τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ ἀνέβη, διὰ τὸ πτῶμα ὁποῦ ἔπαθεν ὁ Ἀδάμ. Καὶ τελευταῖον ἀνέστη, διὰ τὴν ἰδικήν μας ἀνάστασιν!».Ὤ! Εὐτυχισμένοι καὶ τρισμακάριοι, ὅσοι μπορέσουν ν᾿ ἀφήσουν τὶς βιοτικές τους μέριμνες αὐτὲς τὶς μέρες, κι ἀρχίσουν ἀπὸ τώρα, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα κιόλας, τὴν εὐλογημένη πορεία δίπλα στὸν πορευόμενο πρὸς τὸ Πάθος Χριστό! «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι᾿ αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς», «ἵνα μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014



Η εμπειρία της Μεγάλης Εβδομάδας.

Mια ακόμα «Μεγάλη Εβδομάδα» μας προκαλεί να αναμετρηθούμε με τη μεγαλοσύνη της, να γνωρίσουμε το Θεό καλλιεργώντας μια σχέση μαζί Του. Να φτάσουμε στη μεγάλη γιορτή.

........Αλήθεια πώς γεννιέται μια γιορτή; Κάποιος κάποτε αποφάσισε όλοι την τάδε μέρα να γιορτάσουν ; Όχι δεν νομίζω να συνέβη έτσι. Η χαρά δεν προαποφασίζεται, η χαρά ξεσπάει και γίνεται έκρηξη, ντύνει ξαφνικά τη ζωή στα γιορτινά και μεταμορφώνει την καθημερινή πραγματικότητα.

Η γιορτή γεννήθηκε όταν τα ερωτήματα των ανθρώπων για το νόημα για το σκοπό, για την ουσία της ζωής απασχολούσαν κατά κύριο λόγο τον άνθρωπο. Και γιορτή ήταν το Ευαγγέλιο: ένα συναρπαστικά ευφρόσυνο μήνυμα. Το μήνυμα έλεγε ότι χαρίστηκε στους ανθρώπους η δυνατότητα της νίκης καταπάνω στο θάνατο.
Τώρα η ζωή δεν είναι οκτάωρο, λίγος χρόνος διασκέδασης, ετήσιο εισόδημα, ετήσιες δαπάνες, συνταξιοδότηση και τελικά δύο ημερομηνίες, γεννήσεως και ταφής. 
Εμείς όμως, πώς προσεγγίζουμε αλήθεια αυτό το μήνυμα. 

Ακούμε, «Ο Θεάνθρωπος Χριστός σταυρώθηκε για μας, δέχθηκε τον θάνατο για να μας σώσει από την αμαρτία, ανέστη από των νεκρών για να μας χαρίσει την αιώνια ζωή».
Ποια πραγματικότητα αντιπροσωπεύει άραγες για τον σημερινό άνθρωπο κάθε μια από αυτές τις λέξεις, σε τι χειροπιαστό παραπέμπουν αν αφαιρέσουμε εξοικείωση που έχουμε με το περίεργο πραγματικά νόημά τους;

Το μόνο που εμπειρικά καταλαβαίνουμε είναι μόνο η λέξη θάνατος. Ξέρουμε αυταπόδεικτα ότι ο άνθρωπος πεθαίνει. Ότι θα έρθει για τον καθένα μας η στιγμή του τέλους δεμένη με τη φυσική αγωνία και φόβο για το άγνωστο ή για το μηδέν. Αυτή είναι η τραγική βεβαιότητα που αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι κάποια «πεποίθηση» ούτε ψυχολογική υποβολή.

Η Μεγάλη Εβδομάδα μας δίνει την ευκαιρία της εμπειρικής ψηλάφησης της εμπειρικής κατανόησης του όντως υπαρκτού και όντως πραγματικού του πραγματικά πραγματικού. Μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον Θεό καλλιεργώντας μια σχέση μαζί Του, όχι κατανοώντας Τον σαν έννοια . 

Έτσι και στην εμπειρία της Μεγάλης Εβδομάδας, στην εκκλησιαστική εμπειρία γενικότερα, είναι η σχέση με τον κόσμο της ποίησης και των συμβόλων, της εικόνας και της δραματουργίας, της νηστείας και της κάθαρσης, που μας εισάγει εμπειρικά στη γνώση. Στη γνώση που προκύπτει από την ανταπόκριση μας στον έρωτα του Θεού για τον κάθε άνθρωπο.

Δεν είναι βιαστής της ελευθερίας και της προσωπικής ακεραιότητας του ανθρώπου ο Θεός, είναι Νυμφίος. 

Απομένει στον άνθρωπο η ελεύθερη αγαπητική συγκατάθεση για να εισέλθει στο χώρο (Νυμφώνα) της ακατάλυτης από το θάνατο ζωής 
Αυτό που ζητάει ουσιαστικά ο Θεός από τον άνθρωπο δεν είναι ούτε τα ατομικά κατορθώματα ούτε οι αξιομισθίες αλλά μια κραυγή εμπιστοσύνης και αγάπης από τα βάθη της αβύσσου μας, ή ακόμα, ίσως, μια στιγμή ανάνηψης και αγωνίας μέσα από τον κλειστή και καλοασφαλισμένη αντίληψη της ευτυχίας μας.

Το μήνυμα είναι άμεσο μέσα από κάθε φάση της ζωής της Εκκλησίας, σε κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. Δεν είναι μήνυμα ηθικό. Η Ηθική και η Θρησκεία εμφανίζονται από τη στιγμή που έχει καταλυθεί η οργανική και άμεση σχέση του ανθρώπου με το Θεό, είναι η προσπάθεια να αναπληρωθεί η απουσία σχέσεως με πράξεις εξιλεώσεων, είναι τα αποτελέσματα της πτώσης του ανθρώπου, της προσπάθειάς του να αυθυπάρξει (της απόφασής του να διακόψει τη σχέση μαζί Του).

Μεγάλη Εβδομάδα. Με ποιες εμπειρίες αλλά και με ποια γλώσσα να μιλήσουμε οι άνθρωποι της σημερινής εποχής, για το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού; Τα όσα άρρητα κατορθώνει να πει η Εκκλησία στις ακολουθίες της με την ποιητική Θεολογία των Βυζαντινών, μοιάζουν ακατανόητα για την «κοινωνία της αφθονίας», την κοινωνία με μοναδικό στόχο την ευζωία, την κοινωνία με τη λογική των πέντε αισθήσεων. Είναι μωρία σύμφωνα μ’ αυτήν τη λογική η Σταυρική Θυσία και η Ανάσταση που την ακολουθεί.

Στον δικό μας τόπο και στη δική μας ελληνική παράδοση αυτή η πίστη στη Ανάσταση, η αναφορά σε έναν Θεό όχι τιμωρό και δικαστή, αλλά μανικό εραστή και Νυμφίο του ανθρώπου, ήταν ο άξονας που οργάνωνε τη ζωή και τη συνοχή της κοινωνίας. Αυτή η πίστη έδινε ταυτότητα στον Έλληνα. Ας θυμηθούμε το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου το 1822. Μόλις έστησαν ελεύθερη πατρίδα αυτοί οι μαρτυρικοί αγωνιστές, θέλησαν να ορίσουν στο Σύνταγμα ποιος είναι ο Έλληνας πολίτης του νεοσύστατου κράτους. Και δεν είχαν αλλού να εντοπίσουν την ελληνική ιδιότητα παρά μόνο στην πίστη: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες». Αν ξαναφέρναμε στο Σύνταγμα σήμερα αυτόν τον ορισμό του Έλληνα, με πόσους πολίτες θα απόμενε αυτή η δύσμοιρη η πατρίδα;
Η Ανάσταση δεν είναι σύμβολο αλλά γεγονός. Ναι μπορεί ο άνθρωπος να αντλεί την ύπαρξη όχι από τη θνητή φύση αλλά από τη σχέση με το Θεό. Μπορεί ο άνθρωπος να ελπίζει.

Αυτή την ελπίδα ψηλαφούμε στον Αναστάσιμο όρθρο, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, μα την ψηλαφούμε όλοι, άξιοι και ανάξιοι, δίκαιοι και άδικοι, πιστοί και άθεοι, τελώνες και άγιοι. Εκεί, στο πανηγύρι της Ανάστασης, όπου πρώτοι και έσχατοι, πλούσιοι και πένητες, εγκρατείς και ράθυμοι, <<τρυφούν οι πάντες>>. Ο οικοδεσπότης λέει: εισέλθετε». Αυτός καλεί και Αυτός δέχεται τον έσχατο …. και τον πρώτον … και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει, κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται,και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται, και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί., ουκούν, εισέλθετε πάντες». 

Bιβλιογραφία ΄΄Εορτολογικά Παλινωδούμενα΄΄

 ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.