Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013





Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 31 Μαρτίου 2013 .
Β΄Νηστειών Μάρκος β΄1-12.


Κείμενο:

1 Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι' ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. 2 καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοὶ, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. 3 καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον ἐφ' ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. 5 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 Τί οὗτος οὕτως λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 10 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας - λέγει τῷ παραλυτικῷ· 11 Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 12 καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι, οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.


Μετάφραση:

Ύστερα από λίγες μέρες μπήκε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ και διαδόθηκε ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι. Αμέσως συγκεντρώθηκαν πολλοί, ώστε δεν υπήρχε χώρος ούτε κι έξω από την πόρτα· και τους κήρυττε το μήνυμά του. Έρχονται τότε μερικοί προς αυτόν, φέροντας έναν παράλυτο, που τον βάσταζαν τέσσερα άτομα. Κι επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν κοντά στον Ιησού εξαιτίας του πλήθους, έβγαλαν τη στέγη πάνω από ΄κει που ήταν ο Ιησούς, έκαναν ένα άνοιγμα και κατέβασαν το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Κάθονταν όμως εκεί μερικοί γραμματείς και συλλογίζονταν μέσα τους: «Μα πως μιλάει αυτός έτσι, προσβάλλοντας το Θεό; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Μόνον ένας, ο Θεός». Αμέσως κατάλαβε ο Ιησούς ότι αυτά σκέφτονται και τους λέει: «Γιατί κάνετε αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σας; Τι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: "σου συγχωρούνται οι αμαρτίες" ή να του πω, "σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα"; Για να μάθετε λοιπόν ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί πάνω στη γη αμαρτίες» - λέει στον παράλυτο: «Σ΄ εσένα το λέω, σήκω πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και μπροστά σ΄ όλους βγήκε έξω, έτσι που όλοι θαύμαζαν και δόξαζαν το Θεό: «Τέτοια πράγματα», έλεγαν, «ποτέ μέχρι τώρα δεν έχουμε δει!»


Σχόλια:


ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ"Και έρχονται προς αυτόν παραλυτικόν φέροντες,αιρόμενον υπό τεσσάρων". ΠΟΛΛΑ ΕΙΝΑΙ τα πρόσωπα που προβάλλουν στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Εν πρώτοις ο Κύριος μας, διδάσκαλος για μια ακόμη φορά της θείας αλήθειας και παράλληλα φιλάνθρωπος ιατρός μιας δυστυχισμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Έπειτα ο παραλυτικός, οι Γραμματείς, το συναγμένο πλήθος. Τέλος, οι τέσσερις μεταφορείς του παραλυτικού, αυτοί που με αγάπη και αποφασιστικότητα τον μετέφεραν κοντά στον Ιησού και συνείργησαν έτσι στη θαυμαστή θεραπεία του.Αφήνοντας σήμερα άλλες πλευρές της ευαγγελικής διηγήσεως, ας εστιάσουμε την προσοχή μας στα πρόσωπα των τεσσάρων αυτών ανδρών, των αχθοφόρων της αγάπης, που σήκωσαν και οδήγησαν κοντά στο Χριστό τον παραλυτικό της Καπερναούμ. Το Ευαγγέλιο δεν μας παρέδωσε τα ονόματα τους. Τι μ' αυτό όμως; Πολύ μεγαλύτερη σημασία από το να γνωρίζαμε τα ονόματα τους έχει η πράξη τους, η συμπεριφορά που επέδειξαν και που κατέγραψε με ακρίβεια ο ιερός Μάρκος.Όταν εμπνέει η αγάπη...


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ παρατηρούμε στους τέσσερις αυτούς άνδρες είναι η αγάπη που τους εμπνέει. Η γεμάτη στοργή στάση τους στο πλευρό του παράλυτου συνανθρώπου τους. Η πρόθυμη συμπαράσταση τους στον ανθρώπινο πόνο. Αγόγγυστα αφήνουν τις ασχολίες τους και τρέχουν με χαρά να βοηθήσουν έναν συνάνθρωπο τους. Πρέπει να τον σηκώσουν επάνω σ' ένα φορείο και να τον μεταφέρουν κοντά στον Χριστό. Και το κάνουν πρόθυμα, χωρίς να το θεωρούν ταπεινωτικό και να ντρέπονται.Πόσο συγκινητική και αξιοθαύμαστη υπήρξε η πράξη τους φαίνεται αν τη συγκρίνουμε με τη στάση των άλλων. Του μεγάλου πλήθους. Ενώ, καθώς δείχνουν, διψούν να ακούσουν τη διδασκαλία του Χριστού. και γι' αυτό έτρεξαν και συνωστίζονταν στο σπίτι που βρισκόταν και δίδασκε ο Κύριος, απέναντι στον πόνο και τη δυστυχία του συνανθρώπου τους στέκονται ψυχροί και αδιάφοροι. Το θέαμα του παραλύτου που μετέφεραν οι τέσσερις άνδρες δεν τους συγκινεί. Κρατούν όλοι καλά τη θέση που έχουν καταλάβει και δεν θέλουν να παραμερίσουν για να φθάσει ο άρρωστος κοντά στο Χριστό.Η γνήσια αγάπη γίνεται εφευρετική.


ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΑΣΠΛΑΧΝΙΑ των πολλών, του πλήθους, υπερνικά ο ζήλος και το θερμό ενδιαφέρον των τεσσάρων. Συνάντησαν εμπόδια. Η προσπάθεια τους να φέρουν τον άρρωστο κοντά στον Ιησού φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδύνατη. Και όμως δεν απογοητεύτηκαν. Δεν παραιτήθηκαν από το σκοπό τους. Επιμένουν και αρχίζουν να σκέπτονται τι θα μπορούσε να γίνει. Η αγάπη όταν είναι γνήσια και θερμή γίνεται εφευρετική. Επινοεί τρόπους για να υπερπηδά τα εμπόδια και να παρακάμπτει τις δυσκολίες. "Και επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν κοντά στον Ιησού εξαιτίας του πλήθους, έβγαλαν τη στέγη πάνω από κει που ήταν ο Ιησούς, έκαναν ένα άνοιγμα και κατέβασαν το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος".Εδώ ακριβώς έγκειται το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη στάση των τεσσάρων μεταφορέων: η τόλμη της αγάπης και η εφευρετικότητα του ενδιαφέροντος τους. Είναι αυτό που επισημαίνει ο απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο: "Ου γαρ έδωκεν υμίν ο Θεός πνεύμα δειλίας αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού" (Β' Τιμ. 1, 7).Η ζωντανή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της αγάπης.ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ και ένα τρίτο στοιχείο που αποτελεί, θα λέγαμε, το θεμέλιο και των δυο άλλων. Και αυτό είναι η πίστη των τεσσάρων ανδρών. Μια πίστη που λάμπει και φανερώνεται όχι μόνο στα μάτια του παντογνώστη Κυρίου αλλά και όλων των συγκεντρωμένων. Πίστη δυνατή, που τους έκανε να ελπίζουν ακλόνητα ότι ο Κύριος είχε τη δύναμη και την αγαθότητα να ανορθώσει το ζωντανό εκείνο πτώμα και να το κάνει άνθρωπο υγιή. Πίστη ταπεινή, διότι, ενώ ο ασθενής ήταν παράλυτος και ανίκανος να μετακινηθεί, αυτοί δεν ζήτησαν να τον επισκεφτεί ο Χριστός για να τον θεραπεύσει, αλλά έφεραν αυτοί τον ασθενή στον Χριστό υπερνικώντας εμπόδια.Και την πίστη αυτή βλέποντας ο Κύριος χαρίζει την ίαση και την άφεση αμαρτιών στον παράλυτο. Ο ίδιος άλλωστε επισημαίνει σε άλλη περίσταση πόση δύναμη κρύβει η ζωντανή πίστη. Τι εκπληκτικά πράγματα μπορεί να επιτελέσει. «Εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε…καν τω όρει τούτω είπητε, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, γενήσεται» (Ματθ. 21,21).Οι ανάγκες της εποχής και το δικό μας χρέος.


Η ΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ των τεσσάρων άγνωστων ανδρών που εμπνέει η πίστη και καθοδηγεί η αγάπη, ανταποκρίνεται σ’ ένα υπαρκτό πρόβλημα. Καλύπτει μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Παρόμοια προβλήματα και ανάλογες ανάγκες εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα ανάμεσα μας. Στις συγκεκριμένες κοινωνίες και στις σύγχρονες συνθήκες στις οποίες ζούμε κι εμείς. Ας μνημονεύσουμε μερικές περιπτώσεις.* Ξεχασμένοι άρρωστοι σε νοσοκομεία ή παρατημένοι τρόφιμοι σε διάφορα ιδρύματα. Άνθρωποι, που πέρα από τον πόνο που τους βασανίζει, αντιμετωπίζουν και την πικρία της μοναξιάς. Αισθάνονται εγκατελειμμένοι. Τους λείπει η ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας. Το χαμόγελο και το ενδιαφέρον κάποιου που θα τους επισκεφτεί. Αισθάνονται – ιδιαίτερα όταν και η πίστη τους δεν είναι ζωντανή – ότι τους έχουν ξεχάσει οι πάντες, ο Θεός και οι άνθρωποι.* Άνθρωποι ανήμποροι ή ανάπηροι, που περνούν μια ζωή ολόκληρη πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι ή κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Θέλουν να εκκλησιαστούν. Έχουν κι αυτοί ανάγκη ενός περιπάτου στην όμορφη φύση. Όμως κάποιοι θα πρέπει να τους φροντίσουν. Χρειάζονται, όπως όλοι μας, να κάνουν μερικές προμήθειες. Αλλά κάποιοι θα πρέπει να διαθέσουν τον απαιτούμενο χρόνο για να τους εξυπηρετήσουν.* Άλλοι που είναι κατάκοιτοι και μόνοι, χωρίς κανένα στον κόσμο, έχουν ανάγκη από περιποίηση ή λίγη συντροφιά. Θέλουν να κουβεντιάσουν με κάποιον. Να πουν τον πόνο τους. Να επικοινωνήσουν κι αυτοί ως άνθρωποι μ’ έναν συνάνθρωπο τους.* Απέναντι όλων αυτών των αδελφών μας έχουμε χρέος να σταθούμε με αγάπη. Να τους αναζητήσουμε όπου υπάρχουν. Να τους πλησιάσουμε με ενδιαφέρον. Να τους ακούσουμε με προσοχή. Στο όνομα του Χριστού ν’ απλώσουμε το χέρι μας και να τους συμπαρασταθούμε αδελφικά.Ας μας εμπνέει στην άσκηση του ιερού αυτού χρέους το συγκινητικό παράδειγμα των τεσσάρων μεταφορέων του παραλύτου που είδαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο. Είναι ο δρόμος της ζωντανής και έμπρακτης αγάπης. Είναι ο δρόμος του Θεού. «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει» (Α’ Ιω. 4, 16).

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013



Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου.

Ιερόθεος Βλάχος - Μητροπολίτης Ναυπάκτου.

Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.
Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: "Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα".
Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.
α'
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: "σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις...". Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α', 26-56).
Η λέξη "ευαγγελισμός" αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ', 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.
Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.
β'
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία "κεχαριτωμένη". Της είπε: "Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν" (Λουκ. α', 28-29). Η Παναγία αποκαλείται "κεχαριτωμένη" και χαρακτηρίζεται "ευλογημένη", αφού ο Θεός είναι μαζί της.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.
Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.
γ'
Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: "πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωμ. γ', 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις.
Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος. Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος. Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη. Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα.
Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό. Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα. Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις.
Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.
δ'
Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: "Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου" (Λουκ. α', 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.
Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία. Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το "θέλειν", ενώ το γνωμικό θέλημα με το "πώς θέλειν", και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση.
Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα. Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο. Η ερώτησή της "πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω" (Λουκ. α', 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.
ε'
Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: "Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης". Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή.
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. "Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου" (Ματθ. α', 20). Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.
Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το "γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου", λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το "δημιουργικώς", όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το "γεννητώς", όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Η τρίτη είναι το "φυσικώς", όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος "δημιουργικώς", και όχι γεννητώς και φυσικώς.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.
Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε.
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: "Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν" (Ψαλμ. οα', 6). Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.
στ'
Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: "άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ". Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως.
Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού. Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό.
Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό. Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός "παρήλθεν" ή "συμπαρήλθεν" δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε "μετά της θατέρου κοινωνίας" στην υπόσταση του Λόγου. Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.
ζ'
Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος.
Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.
Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: "ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν". Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.
η'
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ.
Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται "ανυποτάκτως" κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη.
Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως.
Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως. Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: "Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης" (Ησ. ιθ', 1). Με τον όρο "νεφέλη κούφη" εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας.
Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα "νικάται φύσεως τάξις".
θ'
Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού.
Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου. Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα.
Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.
Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.
ι'
Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση.
Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: "Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής" (Ησ. κστ', 18). Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: "τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν" (Γαλ. δ', 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.
Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.
Σεπτέμβριος 1994.



Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 24 Μαρτίου 2013.

Α΄Νηστειών "Ορθοδοξίας" Ιωάννης α΄44-52.

Κείμενο:

44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Μετάφραση:
Την άλλη μέρα ο Ιησούς αποφάσισε να πάει στη Γαλιλαία. Βρίσκει τότε το Φίλιππο και του λέει: «Έλα μαζί μου». Ο Φίλιππος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Βρίσκει ο Φίλιππος το Ναθαναήλ και του λέει: «Αυτόν που προανήγγειλε ο Μωυσής στο νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε· είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ». «Μπορεί από τη Ναζαρέτ να βγει τίποτα καλό;» τον ρώτησε ο Ναθαναήλ. «Έλα να δεις μόνος σου», του λέει ο Φίλιππος. Ο Ιησούς είδε το Ναθαναήλ να πλησιάζει και λέει γι΄ αυτόν: «Να ένας γνήσιος Ισραηλίτης, χωρίς δόλο μέσα του». «Από πού με ξέρεις;» τον ρωτάει ο Ναθαναήλ. Κι ο Ιησούς του απάντησε: «Προτού σου πει ο Φίλιππος να΄ ρθείς, σε είδα που ήσουν κάτω απ΄ τη συκιά». Τότε ο Ναθαναήλ του είπε: «Διδάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά, γι΄ αυτό πιστεύεις; Θα δεις μεγαλύτερα πράγματα απ΄ αυτά». Και του λέει: «Σας βεβαιώνω ότι σύντομα θα δείτε να έχει ανοίξει ο ουρανός, και οι άγγελοι του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν πάνω στον Υιό του Ανθρώπου».

Σχόλια:

ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ
ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

«Όν έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται,
ευρήκαμεν Ιησούν...τον από Ναζαρέτ»

ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ του Θεού, γι’ αυτό και μέσα μας υπάρχει έντονη η επιθυμία να τον γνωρίσουμε. Ο άνθρωπος ποθεί βαθιά να συναντήσει το Θεό προσωπικά και να τον γνωρίσει συνειδητά. Ο προφήτης Δαβίδ παρομοιάζει τον πόθο αυτό με τη δίψα του ελαφιού: «Όν τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός» (Ψαλμ. 41, 2). Ο ιερός Αυγουστίνος κάνει λόγο για ανησυχία και αναζήτηση, που συγκλονίζει την ανθρώπινη ύπαρξη: «Η ψυχή μας είναι ανήσυχος, έως ότου εύρη ανάπαυσιν εν σοι, ω Θεέ».
Ο πόθος αυτός φαίνεται συγκλόνιζε και την καρδιά του Φιλίππου, του κατοπινού αποστόλου, όπως μας πληροφορεί το σημερινό ευαγγέλιο. Αναζητούσε τον Θεό. Περίμενε να έλθει ο Μεσσίας. Μελετούσε την Μωσαϊκή Πεντάτευχο. Ερευνούσε τους Προφήτες. Και σήμερα βλέπουμε ότι αξιώνεται να τον γνωρίσει, να τον συναντήσει προσωπικά στα μέρη της Γαλιλαίας, κοντά στην ακρογιαλιά της Τιβεριάδας. Και αυτή τη μεγάλη ανακάλυψη που τον συγκλόνισε και τον γέμισε χαρά, τρέχει να την καταστήσει γνωστή και στον φίλο του Ναθαναήλ: «Όν έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν...τον από Ναζαρέτ».
Ασφαλώς κι εμείς θέλουμε να γνωρίσουμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Ας είμαστε χριστιανοί. Ας έχουμε βαπτιστεί. Η γνωριμία με τον Χριστό δεν επιτυγχάνεται απλώς και μόνο με το βάπτισμα μας, το οποίο μάλιστα λάβαμε σε μιαν ηλικία που δεν μας εξασφάλιζε την απαιτούμενη συναίσθηση. Το ότι φέρουμε το τιμημένο όνομα του χριστιανού δεν σημαίνει απαραίτητα και ότι τον έχουμε γνωρίσει συνειδητά. Ότι είμαστε ενωμένοι μαζί Του. Ότι ζούμε τη ζωή του Χριστού στην έκταση και το βάθος, στην πληρότητα και τη γνησιότητα που πρέπει.
Πως, λοιπόν, μπορούμε να γνωρίσουμε αληθινά και να συναντήσουμε προσωπικά τον Χριστό; Πρώτον, τον Χριστό γνωρίζουμε

μέσα στην Εκκλησία

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ο ιδρυτής της Εκκλησίας. Είναι ο αρχηγός και η κεφαλή της. Όποιος θέλει να πλησιάσει και να γνωρίσει τον αρχηγό, πρέπει να καταταγεί στο στράτευμα Του. Να γίνει οπλίτης «παρατάξεως Κυρίου». Όποιος θέλει να είναι ενωμένος με την κεφαλή, οφείλει να είναι οργανικά ενταγμένος στο σώμα Του. Και «παράταξις Κυρίου» και «σώμα Χριστού» είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι η μεγάλη οικογένεια των παιδιών του Θεού. Το θαυμαστό εργαστήρι της αγιότητος. Η κιβωτός της σωτηρίας. Η Εκκλησία, όπως διδάσκει ο άγιος Αυγουστίνος, είναι «ο Χριστός μεθ’ ημών ών και εις τους αιώνας παρατεινόμενος». Μακριά από την Εκκλησία δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Χριστό. έξω από την Εκκλησία σωτηρία δεν υπάρχει. Καθώς παρατηρεί ένας αρχαίος εκκλησιαστικός διδάσκαλος, "κανείς δεν μπορεί να έχει τον Θεό Πατέρα, αν δεν έχει την Εκκλησία μητέρα".
Τι σημαίνει άραγε ότι είμαι μέλος της Εκκλησίας; Σημαίνει ότι έχω βαπτιστεί. Είμαι ο λυτρωμένος άνθρωπος. Ύπαρξη αναγεννημένη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Παιδί του Θεού αγαπημένο. Το βάπτισμα είναι όρος και προϋπόθεση σωτηρίας, όπως διδάσκει ο ίδιος ο Κύριος. "Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται..." (Μαρκ. 16, 16). Με το βάπτισμα που λαμβάνει ο άνθρωπος αναδεικνύεται μέλος της Εκκλησίας. Πολιτογραφείται ως πολίτης της Βασιλείας του Θεού.
Είμαι μέλος της Εκκλησίας σημαίνει έχω την πίστη της Εκκλησίας. Πιστεύω απλά και ταπεινά, όπως πιστεύει και διδάσκει η Εκκλησία. Μέσα μου καίει η κανδήλα της πίστεως, της μιας πίστεως που η Εκκλησία διαφύλαξε καθαρή και ανόθευτη διαμέσου των αιώνων. Γι' αυτήν την πίστη, που σήμερα γιορτάζουμε τη νίκη και το θρίαμβο της, ακούμε στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας: "Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξε".
Είμαι μέλος της Εκκλησίας σημαίνει ακόμη ζω τη ζωή της Εκκλησίας. Αναπνέω μέσα στην Εκκλησία. Προσεύχομαι όπως προσεύχεται η Εκκλησία. Εκκλησιάζομαι και λατρεύω τον Θεό μαζί με τους άλλους αδελφούς μου χριστιανούς. Λαμβάνω την χάρη και τον αγιασμό που μεταδίδεται με τα μυστήρια της Εκκλησίας. Χριστιανός αλειτούργητος, που δεν εξομολογείται, που δεν κοινωνεί το σώμα και το αίμα του Χριστού συχνά, στην ουσία είναι αποκομμένος από την Εκκλησία.
Δεύτερον, τον Χριστό γνωρίζουμε

μελετώντας το λόγο του Θεού

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ είναι το βιβλίο του Θεού. Μέσα από τις ιερές σελίδες της ο Θεός αποκαλύπτει στους ανθρώπους το αληθινό πρόσωπο Του. Φανερώνει την αλήθεια για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Εξαγγέλλει τον αιώνιο και ακατάληπτο ηθικό νόμο Του. Επομένως για να γνωρίσουμε τον Χριστό, θα πρέπει να σκύψουμε να μελετήσουμε το ιερό τούτο βιβλίο της πίστεως μας. Την Παλαιά Διαθήκη που προφητεύει για τον Χριστό. Που προετοιμάζει τους ανθρώπους για να υποδεχτούν την εν Χριστώ σωτηρία. Και την Καινή Διαθήκη που ιστορεί την θεία Ενανθρώπιση, τα θαύματα και τη διδασκαλία, το σταυρικό Πάθος και την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου.
Αγνοούμε, δυστυχώς, οι πολλοί τον Χριστό, γιατί δεν μελετούμε το έργο Του. Βρισκόμαστε σε πηχτά σκοτάδια επειδή δεν επιδιώκουμε το φως της Αγίας Γραφής να φωτίσει την καρδιά μας. Απογοητευόμαστε εύκολα ή και αμαρτάνουμε ακόμη, διότι αγνοούμε το θέλημα του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνοντας την αξία της μελέτης των Γραφών τονίζει: "Μεγάλη ασφάλεια προς το μη αμαρτάνειν των Γραφών η ανάγνωσις. Μέγας κρημνός και βάραθρον βαθύ των Γραφών η άγνοια. Μεγάλη προδοσία σωτηρίας το μηδένα από των θείων Γραφών ειδέναι νόμον".
Τρίτον, τον Χριστό γνωρίζουμε

ακολουθώντας το δρόμο της αγάπης

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ φως που φωτίζει την καρδιά του ανθρώπου και διανοίγει τα μάτια της ψυχής του για να δει τον Θεό. Διδάσκει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: "Όποιος αγαπά έχει γεννηθεί από τον Θεό και γνωρίζει τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά δεν γνώρισε τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη" (Α' Ιω. 4, 8).
Το δρόμο αυτόν της αγάπης μας έδειξε ο ίδιος ο Κύριος μας. Η ανέκφραστη αγάπη Του τον έφερε κοντά μας. Έγινε άνθρωπος για χάρη μας. Και η αγάπη Του αυτή τον ανέβασε πάνω στο σταυρό. Από το ύψος του σταυρού, λοιπόν, μας καλεί να αγαπήσουμε τους άλλους. "Ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν" (Α' Ιω. 4, 11). Στα πρόσωπα των άλλων, των συνανθρώπων μας, οφείλουμε να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό. Και να τους αγαπούμε με την πεποίθηση ότι έτσι αγαπούμε τον ίδιο τον Κύριο: "Εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε" (Ματθ. 25, 40).
Σημάδι και απόδειξη του ότι γνωρίζουμε τον Κύριο και Θεό μας και ότι είμαστε ενωμένοι μαζί Του, είναι να έχουμε στην καρδιά μας αγάπη. Αγάπη γνήσια και αληθινή. Αγάπη των έργων και όχι των λόγων. Αυτή η αγάπη μας φέρνει κοντά στο Θεό και τον Θεό μέσα στην καρδιά μας. "Ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ" (Α' Ιω. 4, 16).

Οι υποχρεώσεις αυτών που γνώρισαν τον Χριστό

ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ αναζητήσουμε ειλικρινά και γνωρίσουμε πραγματικά τον Χριστό καταξιώνεται η ζωή μας. Μόνον η συνάντηση και η προσωπική σχέση με τον Κύριο Ιησού ειρηνεύει το πνεύμα και αναπαύει την ύπαρξη μας. Μας βεβαιώνει γι' αυτό σήμερα ο απόστολος Φίλιππος. Μας βεβαιώνουν τα νέφη των μαρτύρων και των οσίων, των Πατέρων και των διδασκάλων, που αγωνίστηκαν μέχρις αίματος για την ορθόδοξη πίστη και που σήμερα - Κυριακή της Ορθοδοξίας - μακαρίζουμε τη μνήμη και τιμούμε τα κατορθώματα τους.
Ο σημερινός εορτασμός του θριάμβου της ορθής πίστεως μας υπενθυμίζει και το χρέος που έχουμε ως ορθόδοξοι χριστιανοί να υπηρετήσουμε όλοι μας και με όλες τις δυνάμεις μας την εξάπλωση του Ευαγγελίου. Εμείς αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε και να πιστέψουμε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αποτελεί ιερή υποχρέωση μας να εργασθούμε έτσι ώστε να τον γνωρίσουν και να τον πιστέψουν και οι άλλοι άνθρωποι, όπου γης και αν βρίσκονται, και οι οποίοι μέχρι σήμερα τον αγνοούν και εξακολουθούν να πιστεύουν και να λατρεύουν "θεούς αλλοτρίους".
Οφείλουμε:
* Να προσευχόμαστε θερμά για όσους εργάζονται στο χώρο της Ιεραποστολής. Στην Αφρική, στην Κορέα, στις Ινδίες και όπου αλλού ορθόδοξοι αδελφοί μας αγωνίζονται να μεταδώσουν το Ευαγγέλιο.
* Να προσευχόμαστε ο Κύριος να αναδείξει και άλλους εργάτες στο δύσκολο τούτο έργο.
* Να ενισχύσουμε με όποιον τρόπο μπορούμε, τις ιεραποστολικές προσπάθειες της Εκκλησίας μας.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013




ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ.
 

Από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή της Τυρινής αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και τελειώνει την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου (σύνολο 40 ημέρες). Είναι περίοδος αυστηρής νηστείας, εκτενών ιερών ακολουθιών και γενικώς πνευματικής περισυλλογής και μετάνοιας. Ακολουθούν το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαΐων (συνδετικές ήμερες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με τη Μεγ. Εβδομάδα). Στο τέλος του Τριωδίου βρίσκεται η Μεγάλη και Αγία Εβδομάδα, όπου η Σταύρωση και η Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αποτελούν το κέντρο της ζωής μας και της ορθόδοξης πίστης μας.Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο οι Άγιοι Πατέρες θέσπισαν την 40ήμερη αυτή νηστεία, κατά μίμηση της 40ήμερης νηστείας του Κυρίου στην έρημο, ώστε προετοιμασμένοι με προσευχές και ελεημοσύνες, με νηστείες και αγρυπνίες, με δάκρυα και εξομολόγηση και καθαρή συνείδηση, να εορτάσουμε τις άγιες ήμερες των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου μας.Νηστεύουμε για τα ιδικά μας αμαρτήματα, λέει ο Άγιος Χρυσόστομος και όχι για το Πάσχα ή τη Σταύρωση του Κυρίου μας.
Λέγεται η Τεσσαρακοστή αυτή «Μεγάλη», γιατί:
α. Είναι μεγάλα τα γεγονότα στα όποια οδηγούμαστε (Πάθη - Ανάσταση).β. Η νηστεία την περίοδο αυτή είναι αυστηρή και διαφέρει από τη νηστεία της Τεσσαρακοστής των Χριστουγέννων. Δηλ. είναι αλάδωτη (δεν τρώμε λάδι), πλην Σαββάτου και Κυριακής. Όλες τις άλλες ημέρες τρώμε ξηροφαγία ή αλάδωτα φαγητά. Εννοείται ότι αυτή τη νηστεία την εφαρμόζουν οι υγιείς. Όσοι έχουν προβλήματα υγείας, παίρνουν ευλογία από τον Εξομολόγο, τον Πνευματικό τους και ρυθμίζουν το ζήτημα. Η νηστεία είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος.Η πρώτη ήμερα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής λέγεται «Καθαρά Δευτέρα», καθώς και όλη η πρώτη εβδομάδα «Καθαρά Εβδομάς», επειδή οι πιστοί «καθαίρονται δια της νηστείας». Ήδη «Το Στάδιον των αρετών ηνέωκται οί βουλόμενοι αθλήσαι...» μπορούν να εισέλθουν στον πνευματικό αγώνα, για να λάβουν αμάραντο «στέφανον παρά του Παμβασιλέως Χριστού...».Η «Καθαρά Δευτέρα» είναι για πολλούς αργία και ως πρώτη ημέρα της Τεσσαρακοστής επιβάλλεται να την αρχίσουμε σωστά με τον πρωινό εκκλησιασμό. Το απόγευμα τελείται το πρώτο Μέγα Απόδειπνο.Η σημασία της Νηστείας στον πνευματικό αγώναΔυστυχώς σήμερα η νηστεία έχει πολύ παραμεριστεί. Ελάχιστοι μάλιστα δίδουν σημασία στην κανονική νηστεία. Η αξία της όμως, όπως την τονίζει ο Μέγας Βασίλειος, είναι πολύ μεγάλη:«Η νηστεία έχει ηλικία ίση με την ανθρωπότητα, διότι νομοθετήθηκε στον Παράδεισο. Από τον καρπόν του δένδρου... δεν θα φάγετε είπε ο Θεός στους Πρωτοπλάστους. Και επειδή δεν τηρήθηκε ή νηστεία αυτή, εκδιωχθήκαμε από τον Παράδεισο... Ο Μωυσής μετά από νηστεία έλαβε τις πλάκες του Νόμου στο Σινά. Ο Ησαύ για λίγο φαγητό επώλησε τα πρωτοτόκια στον Ιακώβ. Η νηστεία έκανε ακατανίκητο τον Σαμψών.Η νηστεία γεννά Προφήτες, κάμνει ισχυρότερους τους ισχυρούς, κάμνει σοφούς τους νομοθέτες. Η νηστεία αγιάζει τον αφιερωμένο στον Θεό και καθιστά τον Ιερέα ικανό να προσφέρει θυσίαν. Η νηστεία έσβησε τη δύναμη του πυρός, έφραξε στόματα λεόντων, αναβιβάζει την προσευχή στον ουρανό. Η νηστεία είναι πρόοδος των οίκων, μητέρα της υγείας, παιδαγωγός των νέων, στολισμός των πρεσβυτέρων...Του νηστεύοντος οι οφθαλμοί είναι ήρεμοι, το βάδισμα σεμνό, το πρόσωπο σοβαρό, οι λόγοι του μετρημένοι, η καρδία του καθαρά... Αν θέλεις να κάνεις ισχυρό το πνεύμα σου, χαλιναγώγησε με νηστεία την σάρκα σου... Μην νομίσεις ότι η νηστεία περιορίζεται στις τροφές. Πραγματική νηστεία είναι η νηστεία των πέντε αισθήσεων. Τι το όφελος να νηστεύεις από τροφές και να ευρίσκεσαι σε φιλονικίες ή διαμάχες με τους δικούς σου, να κατατρώγεις τον αδελφόν σου με την γλώσσα σου, να βλέπεις άσεμνα θεάματα, να ακούεις μουσική ή πράγματα που σε βλάπτουν και να μεθά ή ψυχή σου όχι με οίνο, αλλά με θυμόν!...».Το Τυπικό κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή.Στην περίοδο αυτή πραγματοποιούνται πολλές και σημαντικές αλλαγές. Δηλ. στις πέντε νηστίσιμες ημέρες της εβδομάδας, (Δευτέρα έως Παρασκευή), δεν εφαρμόζεται το καθιερωμένο τυπικό: Το πρωί ακολουθία του Μεσονυκτικού και Όρθρου με ή χωρίς Θεία Λειτουργία και το απόγευμα ή ακολουθία του Εσπερινού.Αιτία των αλλαγών είναι οι νέες ακολουθίες που προστίθενται στην περίοδο αυτή: Η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που συνήθως τελείται Τετάρτη και Παρασκευή, οι Χαιρετισμοί και το Μέγα Απόδειπνο. Έτσι παρουσιάζονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:α. Το πρωί της Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτης τελούνται: 1) Μεσονυκτικό και Όρθρος, 2) Οι Ώρες (Α', Γ', ΣΤ' και Θ'), 3) Ο Εσπερινός του απογεύματος (στον οποίο, φυσικά, τιμάται ο Άγιος της επόμενης ημέρας).β. Το πρωί της Τετάρτης και Παρασκευής τελούνται όλα τ' ανωτέρω και στον Εσπερινό επισυνάπτεται και η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.γ. Εάν η Προηγιασμένη πρόκειται να τελεσθεί το απόγευμα, τότε η πρωινή ακολουθία αρχίζει κανονικά, σταματά όμως στην ΣΤ' Ώρα και γίνεται απόλυση.δ. Η Προηγιασμένη το απόγευμα αρχίζει με την Θ' Ώρα, (κατά τη διάρκεια της οποίας ο Λειτουργός «παίρνει καιρό», με διαφορετικό τυπικό και ενδύεται πλήρη στολή) και μετά την απόλυση (της Θ' Ώρας), συνεχίζει με το «Ευλογημένη η Βασιλεία...» οπότε αρχίζει ο Εσπερινός με την Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.ε. Το απόγευμα των τεσσάρων πρώτων ημερών (Δεύτερα έως Πέμπτη), στη θέση του Εσπερινού τελείται το Μέγα Απόδειπνο.στ. Εάν το απόγευμα της Τετάρτης τελεσθεί η Προηγιασμένη, το Μέγα Απόδειπνο τελείται συνήθως μετά τη Θεία Λειτουργία (των Προηγιασμένων Δώρων).ζ. Το εσπέρας της Παρασκευής των πέντε πρώτων εβδομάδων, τελείται στους Ναούς ακόμη μία νέα Ακολουθία: η προσφιλής στο λαό μας ακολουθία, των Χαιρετισμών της Παναγίας στο μέσο του Μικρού Αποδείπνου, κάθε φορά με μία «Στάση», και την πέμπτη εβδομάδα όλες οι Στάσεις μαζί - ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος.Το πλήθος αυτό των Ακολουθιών εναρμονίζεται με το Ορθόδοξο λατρευτικό πνεύμα που θέλει τον πιστό επτάκις της ημέρας να αινεί τον Θεό (Ψαλμ. ριη', 164), αλλά έρχεται στην καθημερινή πράξη και ζωή σ' αντίθεση με το σύγχρονο πνεύμα του κόσμου, σύμφωνα με το όποιο ο άνθρωπος όχι μόνο δεν έχει ελεύθερο χρόνο, άλλ' ούτε και την ανάλογη διάθεση...Η Εκκλησία πάντως την περίοδο αυτή, γνωρίζοντας την κατάσταση του ανθρώπου, τον βοηθά να βρει το δρόμο του προσφέροντας του τη λύση της συχνότερης συμμετοχής του στη λατρευτική ζωή. Όποτε ευκαιρεί και μπορεί να εξοικονομεί κάποιο χρόνο, να τον διαθέτει στον Θεό και να παρακολουθεί κάποια από τις πολλές Ακολουθίες.Η ακολουθία του Μεγάλου ΑποδείπνουΚάθε απόγευμα των ημερών Δευτέρας, Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης, ολόκληρης της Τεσσαρακοστής μέχρι και την Μεγάλη Τρίτη, τελείται στους Ιερούς Ναούς (ή στο σπίτι μας, εάν δε μεταβούμε στο Ναό), η Ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου.Τις άλλες ήμερες της εβδομάδας τελείται το Μικρό Απόδειπνο (και ολόκληρο το χρόνο, πλην της Διακαινήσιμης εβδομάδας): Την Παρασκευή, τελείται μαζί με τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, ενώ Σάββατο και Κυριακή το διαβάζουμε σπίτι μόνοι μας.Λέγεται Απόδειπνο, διότι είναι ακολουθία που γίνεται (κανονικά) μετά το δείπνο, δηλ. είναι ή βραδινή προσευχή του Χριστιανού και Μέγα, λόγω της εκτάσεως του και για να διακρίνεται από το Μικρό Απόδειπνο.Περιέχει 1) Ψαλμούς που διαβάζονται, 2) ωραιότατα και ποικίλα μικρά τροπάρια που ψάλλονται και 3) ευχές που αναγινώσκει ο Ιερέας.Είναι μία ωραιότατη Ακολουθία που περιέχει και το γνωστότατο τροπάριο: «Κύριε των Δυνάμεων μεθ' ημών γενού άλλον γαρ εκτός σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν, Κύριε των Δυνάμεων, έλέησον ημάς». Προ του τέλους αναγιγνώσκεται η ευχή του Αγίου Έφραίμ «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου...».Η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων ΔώρωνΤην καθαρά Τετάρτη και συνήθως κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μόνο στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τελείται στους Ιερούς Ναούς η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων για τον εξής λόγο:Η Εκκλησία μας έχει σε χρήση τρεις Θείες Λειτουργίες κατά τις οποίες γίνεται θυσία. Τη Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Η τρίτη γίνεται μία φορά το χρόνο, την ήμερα της εορτής του Αγίου, την 23η Οκτωβρίου. Του Αγ. Βασιλείου γίνεται δέκα φορές: Την ήμερα της εορτής του (1η Ιανουαρίου), τις παραμονές Χριστουγέννων, Φώτων και Πάσχα, τις πέντε πρώτες Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Πέμπτη. Τις άλλες ήμερες του έτους τελείται η Θεία Λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Όλες όμως αυτές οι Λειτουργίες έχουν πανηγυρικό και χαρμόσυνο χαρακτήρα. Επειδή η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι πένθιμη περίοδος, η Εκκλησία μας όρισε οι Λειτουργίες αυτές να τελούνται μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Σαρακοστής. Τις άλλες ήμερες της εβδομάδας δε γίνεται Θεία Λειτουργία.Οι Χριστιανοί όμως τους πρώτους αιώνες είχαν τη συνήθεια να μεταλαμβάνουν τέσσερις και πέντε φορές την εβδομάδα, διότι εγνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατόν να ζουν «εν Χριστώ» άνευ των Άχραντων Μυστηρίων, άνευ του Χρίστου, πού ο Ίδιος είπε ότι είναι «βρώσις και πόσις». «Ό τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ίω. στ', 54). Τότε, βέβαια, τα δισκοπότηρα μπορεί να ήταν «ξύλινα», αλλά οι Χριστιανοί ήταν «χρυσοί», με αγία ζωή.Σήμερα, παρότι, πολλές φορές, συμβαίνει το αντίθετο, οι Χριστιανοί μπορούν και πρέπει να κοινωνούν τακτικότερα, πάντοτε με άδεια του Πνευματικού τους, προσέχοντας πολύ τη ζωή τους. Για να λυθεί λοιπόν το πρόβλημα της συχνής Θείας Κοινωνίας, η Εκκλησία καθόρισε να τελείται μόνο τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή η κατανυκτική Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων.Σ' αυτή δε γίνεται πλήρης Θεία Λειτουργία, διότι ο Άρτος που θα χρησιμοποιηθεί καθαγιάζεται την προηγούμενη Κυριακή, εμποτίζεται στο Άγιο Αίμα του Κυρίου μας, φυλάσσεται στο Άγιο Αρτοφόριο της Αγίας Τραπέζης και προσφέρεται για Κοινωνία την ημέρα πού τελείται η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.Η Λειτουργία αυτή είναι, κανονικά, εσπερινή, γι' αυτό είναι συνυφασμένη με Εσπερινό και οι Χριστιανοί, μέχρις ότου κοινωνήσουν, μένουν άσιτοι, δηλ. νηστικοί (ούτε νερό, ούτε τσιγάρο), από τα μεσάνυκτα μέχρι την ώρα της Θείας Κοινωνίας. Όσοι δεν μπορούν να κρατήσουν, πηγαίνουν στους Ναούς, που τελούν την Προηγιασμένη Λειτουργία πρωί, προς διευκόλυνση των πιστών, ή κοινωνούν Σάββατο ή Κυριακή.Χαρακτηριστικά της Προηγιασμένης Λειτουργίαςα. Προηγείται της Προηγιασμένης, η ακολουθία της Θ' Ώρας.β. Με το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός...» αρχίζει ή Θεία Λειτουργία, στην αρχή της οποίας επισυνάπτεται ο Εσπερινός της επόμενης ημέρας.γ. Όταν αναγιγνώσκονται τα «Προς Κύριον...» (Ψαλτήρι σε τρεις Στάσεις), συνήθως στο τέλος ακούγονται από το Ιερό ήχοι θυμιατού, (η Ωραία Πύλη είναι κλειστή). Αυτή τη στιγμή ο Ιερέας μεταφέρει το Σώμα και Αίμα του Κυρίου από την Άγία Τράπεζα, όπου φυλάχτηκε από την Κυριακή, στην Ιερά Πρόθεση και γι' αυτό οι πιστοί πρέπει να σηκώνονται και να παρακολουθούν νοερά και λογικά τα τελούμενα.δ. Στη Μεγάλη Είσοδο (που γίνεται από το συντομότερο δρόμο), επειδή ο Ιερέας μεταφέρει το προηγιασμένο Σώμα και Αίμα του Χριστού μας - τον ίδιο τον Χριστό - οι Χριστιανοί γονατίζουν λατρευτικώς (πέφτουν μπρούμυτα), επαναλαμβάνοντας μυστικώς το: «Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών...».ε. Στο τέλος, αναγιγνώσκονται οι δύο Ψαλμοί: «Ευλογήσω τον Κύριον...» (ο 33ος) και «Υψώσω σε ο Θεός μου...» (ο 144ος), κατά τη διάρκεια των οποίων ο Ιερέας μοιράζει το αντίδωρο και μετά τελειώνει η Λειτουργία, με το «Δι' ευχών...».στ. Το αντίδωρο αυτό είναι το πρόσφορο από το οποίο ο Ιερεύς την Κυριακή έβγαλε τον Αμνό. Πολλοί αυτό το λένε «Παναγία» (επειδή από τα σπλάγχνα της βγήκε ο Χριστός). Γι' αυτό το αντίδωρο στις Προηγιασμένες είναι συνήθως μικρό τεμάχιο, (εκτός εάν ευλογηθούν από την Κυριακή περισσότερα πρόσφορα).ζ. Στις Προηγιασμένες Θειες Λειτουργίες δε μνημονεύονται ονόματα ζώντων και τεθνεώτων, ούτε στην Ιερά Πρόθεση, ούτε στη Θεία Λειτουργία.η. Στη Λειτουργία αυτή επίσης δεν τελούνται μνημόσυνα. Μπορούν να γίνουν μετά το «Δι' ευχών...» Τρισάγια.Μ' αυτό τον ωραίο και σοφό τρόπο και διατηρώντας τον κατανυκτικό χαρακτήρα της περιόδου, έλυσε η Εκκλησία μας το πρόβλημα της συχνής Θείας Κοινωνίας και ήδη οι πιστοί εκτιμώντας και «εκμεταλλευόμενοι» αυτή την πνευματική ευκαιρία, κατακλύζουν τους Ναούς, Τετάρτη και Παρασκευή, μεταλαμβάνοντας των Προηγιασμένων αυτών Θείων Δώρων.Κατανυκτικοί ΕσπερινοίOι κατανυκτικοί Εσπερινοί τελούνται κάθε Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.Το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου τελείται ο κατανυκτικός Εσπερινός της Συγνώμης. Κατανυκτικός λέγεται, διότι ψάλλονται κατανυκτικά τροπάρια από το Τριώδιο, που το περιεχόμενο τους διαποτίζεται από βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητας, πένθος, συντριβή, μετάνοια και θερμή ικεσία για άφεση αμαρτιών.Εσπερινός Συγνώμης λέγεται, αυτός μόνον, από τους κατανυκτικούς, διότι στο τέλος της ακολουθίας ο λαός ασπάζεται το Ευαγγέλιο ζητώντας από τον Ιερέα συγγνώμη και στη συνέχεια και μεταξύ τους, ώστε συχωρεμένοι να αρχίσουν τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρόκειται για μια ωραία συνήθεια, που καλό θα ήταν να αναβιώσει.Ένα άλλο χαρακτηριστικό των Εσπερινών αυτών είναι ότι μετά την Είσοδο και το «Εσπέρας Προκείμενον», αλλάζει ο διάκοσμος της Αγίας Τραπέζης και η στολή του Ιερέως. Από πασχαλινή, λόγω της Κυριακής, μεταπίπτει σε πένθιμη, λόγω της Τεσσαρακοστής (αλλάζουν τα λευκά με πορφυρά - έφ' όσον τον Χριστό δεν Τον πενθούμε ως άνθρωπο, άλλ' ως Βασιλέα Θεό). Όπου χρησιμοποιούνται μώβ ή μαύρα, είναι συνήθεια μεταφερθείσα από τη Δύση.Στο τέλος του Εσπερινού ψάλλονται τα τροπάρια «Θεοτόκε Παρθένε...», «Βαπτιστά του Χριστού...» κ.λπ. και κατακλείονται με την ευχή του Αγίου Έφραίμ του Σύρου: «Κύριε καί Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και άργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι, Κύριε, Βασιλεύ, δώρησαί μοι του όράν τα έμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον άδελφόν μου ότι εύλογητός ει εις τους αίώνας των αιώνων. Αμήν». Λέγοντας την, κάνουμε και τρεις μεγάλες μετάνοιες. Ακολουθούν δώδεκα μικρές, ενώ λέμε μυστικώς το: «Ο Θεός ίλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και στο τέλος επαναλαμβάνεται το: «Ναί Κύριε, Βασιλεύ...» κάνοντας και τετάρτη μεγάλη μετάνοια.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 17 Μαρτίου  2013.



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ (Ματθαίου κεφ. στ' στίχοι
14-21).

Κείμενο:
«Είπεν ο Κύριος· εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος· εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών। Όταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε ώσπερ οί υποκριταί σκυθρωποί· αφανίζουσι γαρ τα πρόσωπα αυτών όπως φανώσι τοίς άνθρώποις νηστεύοντες· αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών। Συ δε νηστεύων άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπον σου νίψαι, όπως μη φανής τοις ανθρώποις νηστεύων, άλλα τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ। Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι· θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουοιν, όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και ή καρδία υμών».

Μετάφραση:

Είπε ο Κύριος· αν συγχωρείτε στους ανθρώπους τα παραπτώματα τους, θα συγχωρήσει και σε σας ο πατέρας σας ο ουράνιος· και αν δε συγχωρείτε στους ανθρώπους τα παραπτώματα τους ούτε και ο πατέρας θα συγχωρήσει τα παραπτώματα σας. Και όταν νηστεύετε να μη γίνεστε περίλυποι σαν τους υποκριτές· γιατί αυτοί παίρνουν ένα ύφος λυπημένο, για να φανούν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως τον έχουν το μισθό τους από τους ανθρώπους. Αλλά εσύ όταν νηστέψεις, να χτενιστείς και να νιφτείς για να μη φανείς στους ανθρώπους πως νηστεύεις, αλλά στον πατέρα σου που είναι κρυμμένος και αόρατος παντού. Και ο πατέρας σου, που σε βλέπει κρυφά και δεν τον βλέπεις, θα στο αποδώσει στα φανερά. Να μη μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς στη γη, όπου ο σκόρος και η σκουριά τους καταστρέφει και όπου οι κλέφτες σκάβουν τους τοίχους και τους κλέβουν αλλά να μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος ούτε σκουριά τους καταστρέφουν και όπου κλέφτες ούτε σκάβουν τους τοίχους ούτε τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας.

Σχόλια:

Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ.«Όταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί». ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση। Χωρίς, δηλαδή, την προσπάθεια εκείνη που αναλαμβάνουμε οι πιστοί, εμπνεόμενοι από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ν’ απαλλαγούμε από τον ζυγό της αμαρτίας. Ν’ αποτινάξουμε την κυριαρχία των παθών. Να ακολουθήσουμε με αυταπάρνηση το θέλημα του Κυρίου. Να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού ως ζωντανά μέλη του σώματος Του, που είναι η Εκκλησία. Στην ασκητική αυτή προσπάθεια ιδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει και η νηστεία. Δυστυχώς η αποκοπή πολλών σημερινών χριστιανών από τις εκκλησιαστικές τους ρίζες, η αλλοίωση του φρονήματος και η εκκοσμίκευση του τρόπου ζωής τους κάνουν να υποτιμούν ή ακόμη και να αρνούνται το θεσμό της νηστείας. Αλλά και όσοι από τους χριστιανούς τηρούν τη νηστεία ως ένα βαθμό, συχνά το κάνουν εντελώς συμβατικά. Χωρίς να συναισθάνονται την πνευματική σημασία που έχει και το σκοπό προς τον οποίο αποβλέπει. Έτσι η τήρηση της νηστείας εκπίπτει σε μια τυπική πράξη που δεν ανταποκρίνεται στο βαθύτερο περιεχόμενο της, αυτό που της προσέδωσε η πίστη και η εμπειρία της Εκκλησίας. Ένα από τα θέματα στα οποία αναφέρεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι και η νηστεία. Η περικοπή ανήκει στη λεγόμενη επί του Όρους ομιλία του Κυρίου. Ο Ιησούς με τα όσα διδάσκει μας καθορίζει τον θεάρεστο και όχι υποκριτικό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να νηστεύουμε. Έτσι η νηστεία μας προφυλάσσεται από τον κίνδυνο να εκπέσει σε ένα φαρισαϊκό τύπο και ως πράξη θυσίας και έκφραση μετάνοιας γίνεται δεκτή από τον Θεό. Η αρχαιότητα της νηστείας. Η ΝΗΣΤΕΙΑ δεν είναι εφεύρημα των ανθρώπων, αλλά σαφής διδασκαλία που πηγάζει από την Αγία Γραφή. Και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ο Μ. Βασίλειος εξαίροντας την αρχαιότητα της νηστείας διδάσκει ότι αυτή νομοθετήθηκε στον ίδιο τον παράδεισο με την απαγορευτική εντολή που είχε δώσει ο Θεός στους πρωτοπλάστους να μη φάνε «από του ξύλου του γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν» (Γεν. 2, 17). Γράφει ο ιερός διδάσκαλος: «Συνηλικιώτις εστι της ανθρωπότητος. Νηστεία εν τω παραδείσω ενομοθετήθη». Η Παλαιά Διαθήκη είναι διάσπαρτη από αναφορές στη νηστεία, στην οποία υποβάλλονταν οι ευσεβείς Ισραηλίτες. Ιδιαίτερα δε οι Προφήτες υπογραμμίζουν με έμφαση το αληθινό νόημα της νηστείας, τη νηστεία που αποδέχεται ο Θεός και η οποία έχει τη δύναμη να εξαλείφει τις αμαρτίες (Ησαΐας 1, 13-17 & 58, 6-11). Στη νηστεία αναφέρεται και ο Κύριος μας. Τονίζει την αξία της. Απορρίπτει την υποκριτική άσκηση της. Υποδεικνύει τον ορθό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να νηστεύουμε. Και τα όσα δίδαξε με το λόγο Του τα επισφράγισε και με το παράδειγμα Του, «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα» (Ματθ. 4, 2), προτού αρχίσει το δημόσιο έργο Του. Με βάση τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής η Εκκλησία μας όρισε για τους χριστιανούς της ημέρες και περιόδους νηστείας και προσδιόρισε το σκοπό που αποβλέπει και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ασκείται. Αλάθητο κριτήριο που οδήγησε την Εκκλησία στις αποφάσεις της ήταν η διδασκαλία περί νηστείας του αρχηγού της πίστεως μας Ιησού Χριστού. Και άξονας γύρω από τον οποίο διαμορφώθηκαν οι εκκλησιαστικές νηστείες υπήρξαν οι κορυφαίοι σταθμοί της επί γης ζωής του Κυρίου μας. Η νηστεία μας πλέον αποβλέπει στην ωφέλεια της ψυχής. Γίνεται για την αγάπη του Χριστού και όχι για να προκαλέσει τον θαυμασμό και τον έπαινο των ανθρώπων. Και την χαρακτηρίζει όχι η κατήφεια αλλά η ιλαρότητα και η χαρά. Τι επιδιώκουμε με τη νηστεία. ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ σκοπός της νηστείας είναι η κάθαρση και ο εξαγιασμός μας, της ψυχής μας και του σώματος μας. Ενώ η γαστριμαργία εξάπτει το σαρκικό φρόνημα και διεγείρει τις ορμές, η νηστεία, αντίθετα, μαραίνει τις σαρκικές επιθυμίες και καταπολεμά τα διάφορα πάθη της ψυχής. Γι’ αυτό και οι θεοφόροι Πατέρες μας την ονομάζουν «παθοκτόνο» και «φάρμακον παθών καθαρτήριον». Η νηστεία διακρίνεται σε σωματική και πνευματική. Η σωματική νηστεία συνίσταται στην αποχή από ορισμένες τροφές και στη λήψη άλλων, των λεγόμενων νηστήσιμων. Με την αποφυγή αυτών των τροφών και τη λιτή διατροφή αποβλέπουμε στην περιστολή των ορμών και στην εκρίζωση των σαρκικών επιθυμιών. Είναι αυτό που ο απόστολος Παύλος ονομάζει «νέκρωση» και «σταύρωση» του σαρκικού φρονήματος και των εμπαθών επιθυμιών (Κολ. 3, 5 – Γαλ.5, 24). Η πνευματική νηστεία είναι η νηστεία της ψυχής, του έσω ανθρώπου. Συνίσταται στην «αλλοτρίωση των κακών» και αποτελεί την «αληθινή νηστεία», τη νηστεία που είναι ευάρεστη στο Θεό. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Μη μέντοι εν τη αποχή μόνη των βρωμάτων το εκ της νηστείας αγαθόν ορίζου. Νηστεία γαρ αληθής η των κακών αλλοτρίωσις». Και «αλλοτρίωση των κακών» σημαίνει αποφυγή της αμαρτίας σε όλες τις εκφράσεις της: εφάμαρτες πράξεις, κακοί λόγοι, εμπαθείς επιθυμίες, ακάθαρτοι λογισμοί! Έτσι η νηστεία γίνεται έργο του όλου ανθρώπου, κοινό αγώνισμα της ψυχής και του σώματος του. Η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ, μεγαλύτερη και αυστηρότερη εκκλησιαστική νηστεία είναι αυτή της Μ. Τεσσαρακοστής που αρχίζει από αύριο. Που αποσκοπεί; Να μας προετοιμάσει πνευματικά για τη συμμετοχή μας στην εορτή του Πάσχα: να προσκυνήσουμε αξίως το σταυρό του Κυρίου και να γίνουμε κοινωνοί της αναστάσιμης χαράς Του. Η φιληδονία που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία της εποχής μας δεν επιτρέπει να αισθανθούμε την πνευματική σημασία που έχει η εγκράτεια. Και η καταναλωτική μανία από την οποία κυριαρχούμαστε οι σύγχρονοι άνθρωποι – χριστιανοί κατά τα άλλα στο όνομα! -, μας κάνει να βλέπουμε τη νηστεία σαν ξεπερασμένη υπόθεση. Να την αντιμετωπίζουμε ακόμη και στις συζητήσεις μας με συγκατάβαση και περισσή ειρωνεία. Αυτό που μετρά για τους πολλούς είναι η έξοδος του τριημέρου, η μέθη της ταχύτητας, το αλόγιστο φαγοπότι, το αποκριάτικο ξεφάντωμα! Όλα αυτά εκφράζουν την εσωτερική μας γυμνότητα και αποδεικνύουν την τραγική αποχριστιάνιση της νοοτροπίας και της καθημερινής συμπεριφοράς μας. Για την Εκκλησία του Χριστού όμως η σημερινή ημέρα αποτελεί την αφετηρία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αναγγέλλει την έναρξη μιας ιερής περιόδου με κύρια χαρακτηριστικά την άσκηση, τη μετάνοια και την προσευχή. Σηματοδοτεί την απαρχή της ευλογημένης νηστείας. «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται!»! Και «οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα». Ευλογημένοι όσοι θα θελήσουν να εισέλθουν στον πνευματικό αυτό στίβο! Ευλογημένοι όσοι θα αναλάβουν, με τη δύναμη του Χριστού μας, τον καλό αγώνα της νηστείας. Ευλογημένοι όσοι θα νηστέψουν «σωματικώς» και «πνευματικώς». Αυτοί θα γευτούν τη λυτρωτική χαρά του Σταυρού. Σ’ αυτούς ανήκει το πλήρωμα της αναστάσιμης χαράς.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013






Οι Αποκριές ή το Καρναβάλι όπως είναι γνωστό σε όλους μας, είναι μια περίοδος διασκεδάσεων Διονυσιακής μάλλον Ελευθεριότητος (= παρεκκλίσεις από την Ηθική). Αρχικά αυτές οι διασκεδάσεις ήσαν αφιερωμένες στο Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς με τις Ρωμαϊκές Καλένδες (Νουμηνίες = Νεομηνίες = περίοδοι νέας Σελήνης ), και τους Βυζαντινούς «Καλικάντζαρους (= Δαιμονικά πλάσματα της Νεοελληνικής λαϊκής Μυθολογίας» ). Τούτο φαίνεται από το γεγονός, ότι σε πολλά μέρη της Μακεδονίας, και όχι μόνον, παρατηρούνται τέτοιες Καρναβαλικές εκδηλώσεις κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. ( ΘΗΕ. τόμ. 2ος, σελ. 1098-1105 ).
Οι εκδηλώσεις αυτές είναι κατάλοιπα μάλλον των Διονυσιακών χρόνων. Τα παλιά αυτά ειδωλολατρικά έθιμα συνεχίστηκαν με τα Ρωμαϊκά «Λουπερκάλια (=εορτές προς τιμήν του μυθικού θεού Lupercus, προστάτη των κοπαδιών από τους λύκους ), και τα Ελληνικά «Ανθεστήρια (= τριήμερη μεγάλη εορτή των ανθέων προς τιμήν του Διονύσου στην Αθήνα)». Ο λαός μας ( όπως και οι ξένες Χώρες ), γιορτάζει τις Αποκριές ή το Καρναβάλι με ειδωλολατρική Διονυσιακή ελευθεριότητα, ως να επρόκειτο για διάλειμμα ανάμεσα στην έντονη Χριστιανική λατρεία του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων και την κατανυκτική περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ακολουθεί.
Τις γιορταστικές αυτές εκδηλώσεις μπορούμε να τις χωρίσουμε: α.-) Σε φαγητά (Κρέας, Γάλατα, κλπ. ). β.-) Σε μεταμφιέσεις από αρχαίες λατρείες, όπου κρύβονται τα πρόσωπα. Η συνήθεια αυτή είχε ως σκοπό να αποκρύψει τo πρόσωπο, και να δώσει την ελευθερία της διασκέδασης, γ'.-) Σε άσεμνους χορούς και τραγούδια. Σε άσεμνες ενδυμασίες και ξεγυμνώματα. Οι μεταμφιεσμένοι αποκαλούνται γενικά «Μασκαράδες» και παίρνουν διάφορες μορφές. (Νεόνυμφων, Γενίτσαρων, Κουμπάρων, Αραπάδων. Ζώων, Σατανάδων, κλπ, ), και πραγματοποιούν διάφορες Καρναβαλικές πομπές με ιδιαίτερη λαμπρότητα.
Ένα άλλο σημαδιακό Καρναβαλικό λαϊκό έθιμο που συνοδεύει συνήθως τις ημέρες της Αποκριάς των τριών εβδομάδων έως και την Καθαρά Δευτέρα, είναι και οι καθαρτικές «Φωτιές» της Καθαράς Δευτέρας έν όψει της μεταβατικής εποχής της κατανυκτικής περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Έτσι λοιπόν, ο λαός εκμεταλλεύτηκε τελικά αυτές τις ελευθεριότητες των Διονυσιακών εκδηλώσεων, και έκτοτε έχει πυκνώσει και πυκνώνει συνεχώς αυτές τις εκδηλώσεις, που τις μπλέκει και με ξενόφερτες απαράδεκτες εκδηλώσεις και συνήθειες, ιδίως τις δύο εβδομάδες των Απόκρεω και της Τυρινής του Τριωδίου παίρνοντας και μια ημέρα ακόμη από την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, την « Καθαρά Δευτέρα ».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αγνοεί αυτή την πραγματικότητα, και τους κινδύνους που εγκυμονούν αυτές τις ημέρες των ανεξέλεγκτων Διονυσιακών ελευθεριοτήτων. Ως Φιλόστοργος Μητέρα, η Εκκλησία του Ιησού Χριστού, παρακολουθεί προσεκτικά τις εκδηλώσεις αυτές, και τις αντιμετωπίζει με παράλληλες κατανυκτικές Ακολουθίες, ώστε να συγκρατήσει τους πιστούς Της, και να τους προφυλάξει από του να ξεπεράσουν τα όρια, και να παρασυρθούν σε εφάμαρτες ακρότητες.
Οι συνήθειες αυτές που γίνονται τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά στη Χώρα μας ( στις Βόρειες ιδίως επαρχίες: Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Θράκης και τον Πόντο ), αλλά και των δύο Κυριακών των Απόκρεω και της Τυρινής του Τριωδίου, δεν είναι καθόλου Χριστιανικές είναι καθαρώς Ειδωλολατρικά κατάλοιπα. Όμως, είναι οι Εθνικές μας ρίζες, και για το λόγο αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, με μεγάλη διακριτικότητα, τις ανέχεται και τις, προσπερνά απαρατήρητα, προτάσσοντας αντ' αυτών στους πιστούς, κατάλληλες πνευματικές κατανυκτικές Ακολουθίες, και με κείμενα μετανοίας προσπαθεί να τους συγκεντρώσει και πάλι στους Ιερούς Ναούς, για να τους μεταφέρει στο πνεύμα και στο νόημα της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ευθύς αμέσως ακολουθεί.
Δυστυχώς, ζούμε σε μια εποχή πολύπλευρα γιγαντούμενης Ειδωλολατρίας, που θέλει να γίνει κυρίαρχη όχι μόνον της ζωής μας, αλλά και της αθάνατης ψυχής μας. Παρίσταται λοιπόν μεγάλη ανάγκη να αντισταθούμε, γενναίως, αποδυόμενοι σε σκληρούς και θυσιαστικούς, αν παραστεί ανάγκη, αγώνες, «μαθητείας και διδασκαλίας πάντων όσων Εκείνος ενετείλατο ημίν » ( Ματθ, 28,18-20 ). Να αποδυθούμε σε αγώνες για να κρατήσουμε ανόθευτη την Ορθόδοξη Πίστη μας, τις Ελλην/Ορθόδοξες Παραδό­σεις μας και τα ιδανικά της ένδοξης Φυλής μας, εν όψει της επερχόμενης βαρβαρότητας από την πολύπλευρη Παγκοσμιοποίηση, που απεργάζονται ντόπιες και σκότιες ξένες διεθνείς δυνάμεις συνεπικουρούμενες, δυστυχώς, από ανάξιους της αποστολής τους Ταγούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, « ανθρώπους πονηρούς και γόητας προκύπτοντας επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Β' Τιμ. 3,13 ). Ταγοί της Ορθοδόξου Εκκλη­σίας μας επιλήσμονες και ανάξιοι της αποστολής τους, οι οποίοι« εισήλθαν εις την αυλήν των προβάτων ουχί δια της θύρας, αλλά αναβαίντες αλλαχόθεν ... κλέπτες και ληστές ... που ου μέλει αυτούς περί των προ­βάτων ... ». ( Ιωάν. 10,3-13 ). Λύκοι που λυμαίνονται την Εκκλησία Εκείνου. «ήν περιεποιπήσατο δια του αίματος του ιδίου » (Πράξ. 20,28)
ΠΡΟΣΟΧΗ μεγάλη, αδελφοί μου, στις διασκεδάσεις μας και στις μετα­κινήσεις μας, και καλή χρήση της Νηστείας της Σαρακοστής, αφ' ενός μεν για την υγεία μας «κατ' άμφω («στο σώμα και στο πνεύμα» ), και αφ' ετέρου για την εκπλήρωση του σκοπού της Νηστείας, ήτοι: Της απαλ­λαγής μας από τα πάθη μας, αλλά και της Φιλανθρωπίας μας προς τον ο­ποιονδήποτε πάσχοντα αδελφό μας.



Πρεσβύτερος ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Ορθόδοξος Θεολόγος - Εκκλ/κός Συνήγορος
Επ/μος πρ/δρος Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 10 Μαρτίου 2013.
Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, η παραβολή της Μελλούσης Κρίσεως.

Ματθαίος κεφάλαιο, κε΄ στίχοι, 31-46


Κείμενο:
Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ' ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· 35 ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· 42 ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Mετάφραση:
Είπε ο Κύριος: «Όταν θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου με όλη του τη μεγαλοπρέπεια και θα τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοι, θα καθίσει στο βασιλικό θρόνο του. Τότε θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια. Τα πρόβατα θα τα τοποθετήσει στα δεξιά του και τα κατσίκια στ΄ αριστερά του. Θα πει τότε ο βασιλιάς σ΄ αυτούς που βρίσκονται δεξιά του: «ελάτε, οι ευλογημένοι απ΄ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί απ΄ την αρχή του κόσμου. Γιατί, πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ΄ επισκεφθήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε». Τότε θα του απαντήσουν οι άνθρωποι του Θεού: «Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιείς; Πότε σε είδαμε ξένον και σε περιμαζέψαμε ή γυμνόν και σε ντύσαμε; Πότε σε είδαμε άρρωστον ή φυλακισμένον κι ήλθαμε να σε επισκεφθούμε;» Τότε θα τους απαντήσει ο βασιλιάς: «σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδερφούς μου, τα κάνατε για μένα». Ύστερα θα πει και σ΄ αυτούς που βρίσκονται αριστερά του: «φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι· πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του. Γιατί, πείνασα και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα και δε μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και δε με περιμαζέψατε, γυμνός και δε με ντύσατε, άρρωστος και φυλακισμένος και δεν ήρθατε να με δείτε». Τότε θα του απαντήσουν κι αυτοί: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον ή διψασμένον ή ξένον ή γυμνόν ή άρρωστον ή φυλακισμένον και δε σε υπηρετήσαμε;» Και θα τους απαντήσει: «σας βεβαιώνω πως αφού δεν κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους άσημους αδερφούς μου, δεν τα κάνατε ούτε για μένα». Αυτοί λοιπόν θα πάνε στην αιώνια τιμωρία, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή».

Σχόλια:

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

«’Οταν έλθη ο υιός του ανθρώπου
εν τη δόξη αυτού...»

ΕΡΩΤΗΜΑ κεφαλαιώδους σημασίας: Ή είναι αλήθεια το Ευαγγέλιο ή δεν είναι. Ή είναι ο λόγος του Θεού που δίνει απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα μας – ποιοί είμαστε, από που προερχόμαστε, για που κατευθυνόμαστε – ή δεν είναι, οπότε μένουμε στο σκοτάδι και την αβεβαιότητα. Ή δεχόμαστε ολόκληρο το Ευαγγέλιο – όλη την αλήθεια του Χριστού – ή το αρνούμαστε και το απορρίπτουμε. Στο χώρο της χριστιανικής πίστεως το «διαλέγουμε και παίρνουμε» δεν έχει θέση. Το «άλλα δέχομαι και άλλα απορρίπτω» συνιστά βαριά πλάνη. Το «με όσα συμφωνώ, τ’ ακολουθώ, με όσα διαφωνώ τα αγνοώ» αποτελεί φρικτή αίρεση. Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί τελικά στην ανατροπή ολόκληρου του Ευαγγελίου.
Το παραπάνω ερώτημα δεν αποτελεί ρητορικό σχήμα, αλλά πρόβλημα που το αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί χριστιανοί που υιοθετούν μια τέτοια στάση. Δέχονται και θαυμάζουν το Ευαγγέλιο για τη διδασκαλία του που αφορά την επίγεια ζωή μας και απορρίπτουν την εσχατολογική διδασκαλία του. Ισχυρίζονται πως είναι χριστιανοί. Όμως στην ουσία είναι υλιστές, αφού πιστεύουν πως όλα σταματούν στην ταφόπετρα του νεκροταφείου. Ακούνε για ουράνια Βασιλεία και μεταθανάτια ζωή; Αποφαίνονται ειρωνικά: «Παραμύθια!». Γίνεται λόγος για κόλαση και παράδεισο; Χαμογελούν με συγκατάβαση και απαντούν: «Εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος. Πέθανες ; Ξόφλησες!».
Τι, σε όλα αυτά, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε; Απάντηση μας δίνει ο ίδιος ο Κύριος. Το σημερινό ευαγγέλιο της κρίσεως.

Η δίψα του ανθρώπου για δικαιοσύνη

Ο ΚΥΡΙΟΣ αναφέρεται στα έσχατα. Στα τέλη του κόσμου και της ιστορίας. Στη μεγάλη και επιφανή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του πάνω στο πρόσωπο της γης. Ο Χριστός ήρθε την πρώτη φορά απλά και ταπεινά. Ήρθε για να μας αποκαλύψει την αλήθεια του Θεού και να απολυτρώσει το γένος μας με τη σταυρική Του θυσία. Όμως θα έλθει και πάλι, για δεύτερη φορά. Και τη φορά αυτή «εν δόξη», ως δίκαιος κριτής για να αποδώσει δικαιοσύνη και ν’ αποκαταστήσει την ηθική τάξη. Για να ανταμείψει τους πιστούς τηρητές των εντολών Του και να κατακρίνει εκείνους που τις περιφρόνησαν κι έζησαν αμετανόητα μακριά από το άγιο θέλημα Του.
Ο Κύριος, λοιπόν, θα έλθει και πάλι ως κριτής όλων μας, διότι είναι δίψα κι απαίτηση της ανθρώπινης ψυχής. Η ψυχή του ανθρώπου είναι ζυμωμένη με το αίσθημα της δικαιοσύνης. Ποθεί να βασιλεύει η δικαιοσύνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Ανάμεσα στους ανθρώπους. Μεταξύ των λαών.
Ο πόθος αυτός γίνεται εντονότερος, όσο βλέπουμε να μην υπάρχει γύρω μας δικαιοσύνη. Και δεν υπάρχει, διότι πολλοί από τους ανθρώπους δεν θέλουν να αποδώσουν δικαιοσύνη. Διότι πολλοί – άτομα και έθνη – καταπατούν ενενδοίαστα το δίκαιο, καταπιέζουν τους αδυνάτους και σφετερίζονται τα δικαιώματα των φτωχών και των μικρών λαών. Έτσι ο αδικούμενος στρέφεται προς τον Θεό και με σπαραγμό ψυχής ερωτά: «Έως πότε ο Δεσπότης ο άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκ. 6, 10).

Αίτημα και της δικαιοσύνης του Θεού

Η ΗΜΕΡΑ της κρίσεως θα έλθει όχι μόνο διότι το ποθεί η ανθρώπινη ψυχή, αλλά διότι το ζητά και η δικαιοσύνη του Θεού. Μας το αποκαλύπτει ο Κύριος στο σημερινό ευαγγέλιο κατά τρόπο συγκλονιστικό, που δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Στην ένδοξη παρουσία Του όμως ο Χριστός αναφέρθηκε και άλλες φορές. Άλλοτε με παραβολές και άλλοτε ανοιχτά. Ας θυμηθούμε τα όσα σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης και τα οποία ακούμε στην ευαγγελική περικοπή της νεκρώσιμης Ακολουθίας: «Έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού, και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5, 28-29).
Ο Θεός είναι ο αιώνιος και υπέρτατος Νομοθέτης. Είναι ο φύλακας και ο επόπτης της ηθικής τάξεως μέσα στον κόσμο. Κάποτε, λοιπόν, θα ζητήσει λόγο για το πως ζήσαμε. Θα μας κρίνει για τα όσα πράξαμε είτε αγαθά είτε κακά. Διδάσκει ο απόστολος Παύλος: «Πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκαστος τα δια του σώματος προς ά έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν» (Β’ Κορ. 5, 10).
Ο φυσικός θάνατος δεν είναι το τέλος του ανθρώπου. Είναι το τέρμα της επίγειας ζωής και της πνευματικής τελειώσεως, μετά από το οποίο είναι λογικό και δίκαιο να επακολουθήσει, όπως για όλους τους αγώνες, η κρίση και η αμοιβή. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9, 27). Στη μέλλουσα κρίση με μεγαλειώδη τρόπο αναφέρεται και ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη του. «Και έδωκεν η θάλασσα τους νεκρούς τους εν αυτή και ο θάνατος και ο Άδης έδωκαν τους νεκρούς τους εν αυτή, και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών» (Αποκ. 20, 13).

Διακηρυγμένη πίστη της Εκκλησίας

Ο ΘΕΟΣ, ΛΟΙΠΟΝ, «έστησεν ημέραν, εν ή μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη» (Πραξ. 17, 31). Πάνω στην ολοφάνερη αυτή διδασκαλία της Αγίας Γραφής στήριξε την πίστη και το κήρυγμα της η Εκκλησία. Όλοι οι χριστιανοί πιστεύουμε και ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως μας ότι ο Κύριος θα έλθει εκ νέου με δόξα θεϊκή για να κρίνει ζώντας και νεκρούς: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Όλοι προσδοκούμε ότι μια μέρα θα αναστηθούμε. Το τελευταίο άρθρο του ιερού Συμβόλου διδάσκει: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Δεν υπάρχουν ως εκ τούτου περιθώρια να αμφιβάλλει κανείς ή να αρνηθεί την ένδοξη παρουσία του Κυρίου και τη γενική κρίση που θα ακολουθήσει. Για κείνους που αρνούνται τη θεμελιώδη αυτή διδασκαλία της πίστεως ο άγιος Πολύκαρπος γράφει: «Ός αν μεθοδεύη τα λόγια του Κυρίου προς τας ιδίας επιθυμίας και λέγη μήτε ανάστασιν μήτε κρίσιν, ούτος πρωτότοκος εστί του σατανά».

Το χρέος των πιστών

Ο ΥΙΟΣ του ανθρώπου, λοιπόν, θα έλθει οπωσδήποτε «εν τη δόξη αυτού» για να κρίνει τον κόσμο. Ποιό άραγε είναι το δικό μας χρέος ως χριστιανών απέναντι στη θεμελιώδη αυτή αλήθεια του Ευαγγελίου;
Πρώτον, η ακλόνητη πίστη και η σταθερή ελπίδα. Αν είναι το ευαγγέλιο η σώζουσα αλήθεια του Θεού, αλήθεια είναι ολόκληρο. Κάθε διδασκαλία του. Επομένως και τα όσα διδάσκει για το τέλος του κόσμου, την ένδοξη παρουσία του Χριστού μας, τη γενική κρίση και τη δικαιοσύνη του Θεού που θα λάμψει και θα επιβληθεί. Οφείλουμε, λοιπόν, να πιστεύουμε ακλόνητα και να ελπίζουμε σταθερά ότι η μέρα εκείνη θα έλθει.
Δεύτερον, η μετάνοια και η ετοιμασία. Η φοβερή εκείνη μέρα πρέπει να μας βρει έτοιμους. Ο Κύριος θα εμφανιστεί αιφνίδια. Θα έλθει απροειδοποίητα. Γι’ αυτό οφείλουμε να ζούμε εν μετανοία και να είμαστε πάντοτε έτοιμοι. «Γρηγορείτε – μας λέγει ο Κύριος -, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. 24, 42). Βασική υποχρέωση μας η τήρηση του νόμου της αγάπης στα πρόσωπα των ελαχίστων αδελφών του Κυρίου.
Είθε η ώρα εκείνη να μας βρει έτοιμους. Και να ακούσουμε όλοι από τα χείλη του Κυρίου τον χαρμόσυνο λόγο: «Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου».

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013



Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου.
 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ.


Υμνολογική εκλογή.


ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΕΣΠΕΡΑΣ.


Δοξαστικόν της λιτής, ιδιόμελον.


Ήχος βαρύς.

Τας του Κυρίου γνόντες εντολάς ούτω πολιτευθώμεν. πεινώντας διαθρέψωμεν, διψώντας ποτίσωμεν, γυμνούς περιβαλώμεθα, ξένους συνεισαγάγωμεν, ασθενούντας και τους εν φυλακή επισκεψώμεθα, ίνα είπη και πρός ημάς, ο μέλλων κρίναι πάσαν την γήν” Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε, την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν.


Μετάφραση:

Γνωρίζοντας τις εντολές του Κυρίου, σύμφωνα με αυτές ας ζήσουμε στη γη” ας θρέψουμε τους πεινασμένοι, ας δώσουμε νερό στους διψασμένους, ας ντύσουμε τους γυμνούς, ας φιλοξενήσουμε τους ξένους, ας επισκεφθούμε τους ασθενείς και τους φυλακισμένους, για να πεί και σε μας Αυτός που πρόκειται να κρίνει όλη την γη: Ορίστε, ελάτε σεις, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, να κληρονομήσετε την Βασιλεία που είναι ετοιμασμένοι για σας.



Δοξαστικόν των αποστίχων, ήχος πλ. δ’.


Οίμοι μέλαινα ψυχή! έως πότε των κακών ουκ εκκόπτεις; Έως πότε τη ραθυμία κατάκεισαι; τί ουκ ενθυμή την φοβεράν ώραν του θανάτου; τί ου τρέμεις όλη το φρικτόν Βήμα του Σωτήρος; άρα τί απολογήση, ή τί αποκριθήση; Τα έργα σου παρίστανται προς έλεγχόν σου, αι πράξεις σου ελέγχουσι κατηγορούσαι. Λοιπόν ώ ψυχή, ο χρόνος εφέστηκε, δράμε, πρόφθασον, πίστει βόησον. Ήμαρτον Κύριε, ήμαρτόν σοι, αλλ’ οίδα φιλάνθρωπε το εύσπλαγχνόν Σου” ο ποιμήν ο καλός, μή χωρίσης με, της εκ δεξιών σου παραστάσεως, διά το μέγα Σου έλεος.


Μετάφραση:

Αλλοίμονό σου κατάμαυρη ψυχή! Εως πότε δεν αποφασίζεις να κόψεις τα κακά σου? Εως πότε θα βρίσκεσαι ξαπλωμένη από την τεμπελιά σου? Γιατί δεν ενθυμείσαι την φοβερή ημέρα του θανάτου? Γιατί δεν τρέμις ολόκληρη απ’ το φρικτό βήμα του Σωτήρος? Αραγε τι θα απολογηθείς ή τι θα αποκριθείς? Τα έργα σου είναι μπροστά σου για να σε ελέγξουν, οι πράξεις σου στέκονται και σε κατηγορούν. Λοιπόν, ψυχή, ο χρόνος έφθασε, τρέξε, φθάσε γρήγορα πριν το τέλος και φώναξε δυνατά με πίστη: Αμάρτησα, αμάρτησα, αλλά γνωρίζω, Κύριε και την ευσπλαγχνία Σου, φιλάνθρωπε, μη με χωρίσεις καλέ ποιμένα από τα δεξιά Σου χάρη στο μέγα Σου έλεος.