Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ.


Α΄. Τόπος καταγωγής.
Τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο απόστολος Ανδρέας ήταν η Βηθσαϊδά. Ήταν μία πόλη που ονείδισε ο Χριστός μας, διότι ενώ έκανε πλείστα όσα θαύματα στην πόλη αυτή εν τούτοις δεν πίστευσαν οι άνθρωποι. «Τότε ήρξατο ονειδίζειν τας πόλεις εν αις εγένοντο αι πλείσται δυνάμεις αυτού, ότι ου μετενόησαν· ουαί σοι, Χοραζίν, ουαί σοι Βηθσαϊδά· ότι ει εν Τύρω και Σιδώνι εγεννήθησαν αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν υμίν, πάλαι αν εν σάκκω και σποδώ καθήμεναι μετενόησαν. πλην λέγω υμίν, Τύρω και Σιδώνι ανεκτότερον έσται εν ημέρα κρίσεως ή υμίν» (Ματθ.11,20-22). Τύρος και Σιδώνα ήταν φοινικικές ειδωλολατρικές και αμαρτωλές πόλεις. Σάκκος ήταν άγριο και σκληρό ένδυμα, που φορούσαν όταν πενθούσαν οι Εβραίοι και σποδός είναι η στάχτη, που ρίχνανε επάνω τους για να δείξουν την αφόρητη λύπη τους. Τα λόγια του Χριστού είναι φοβερά για τους κατοίκους της Βηθσαϊδά και της Χοραζίν. Λέγει ότι στην ημέρα της Β΄ Παρουσίας θα κριθούν πιο επιεικώς οι πόλεις αυτές, επειδή δεν είδαν τα θαύματα του Χριστού και δεν άκουσαν την διδασκαλία του, παρά οι ιουδαϊκές πόλεις όπως η Βηθσαϊδά. Κι όμως απ’ αυτή τη καταραμένη πόλη βγήκαν τρεις απόστολοι· ο Ανδρέας, ο αδελφός του Πέτρος και ο Φίλιππος (Ιω.1,45). Και από την επίσης καταραμένη πόλη της Καπερναούμ (Ματθ. 11,23) βγήκε ο απόστολος και ευαγγελιστής Ματθαίος και μάλιστα από την τάξη των τελωνών. Ας μη απογοητεύονται λοιπόν οι εργάτες του ευαγγελίου, γιατί και η πιο σκληρή και άπιστη πόλη ή ενορία μπορεί να βγάλει μεγάλους αποστόλους και πατέρες της Εκκλησίας.
Β΄. Το όνομά του.
Το όνομά του ήταν ελληνικό όπως και το όνομα του αποστόλου Φιλίππου. Την εποχή εκείνη η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός γενικώτερα ήταν τόσο διαδεδομένα, ώστε και Ισραηλίτες λάμβαναν ονόματα ελληνικά ή μετέτρεπαν τα ιουδαϊκά εις ελληνικά. Και οι επτά διάκονοι της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων είχαν ελληνικά ονόματα· Στέφανος, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνωρ, Τίμων, Παρμενάς, Νικόλαος (Πραξ. 6,5). Τα ονόματα Ανδρέας και Φίλιππος τα συναντούμε στον Ηρόδοτο, Παυσανία, Πλούταρχο και σε άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Το όνομα Ανδρέας σημαίνει ανδρείος ενάρετος, ηρωικός. Και το όνομά του το δικαίωσε ο απόστολος Ανδρέας, γιατί υπέστη μαρτυρικό θάνατο στην Πάτρα, σταυρωθείς σε σταυρό σχήματος Χ. Είναι ο μόνος εκ των δώδεκα αποστόλων που εργάσθηκε στην Ελλάδα και υπέστη μαρτύριο εις αυτήν. Οι δύο απόστολοι Ανδρέας και Φίλιππος έχουν και μία ειδική περίπτωση που σχετίζονται με τους Έλληνες. Όταν Έλληνες -προσήλυτοι στον ιουδαϊσμό προφανώς- ζήτησαν να δουν τον Ιησού, απευθύνθηκαν στον Φίλιππο και ο Φίλιππος στον Ανδρέα και έτσι ανήγγειλαν και οι δύο το αίτημα των Ελλήνων στον Ιησού· και κείνος είπε τότε το περίφημο «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» (Ιω. 12,20-23). Φαίνεται εδώ ότι οι απόστολοι Ανδρέας και Φίλιππος είχαν ευρύ πνεύμα και δεν κατατρυχόταν από ιουδαϊκούς εθνικισμούς και στενές αντιλήψεις. Γι’ αυτό φέρνουν τους Έλληνες κοντά στο Χριστό, για ν’ αυξηθεί ο κύκλος των μαθητών και με εθνικούς. Επίσης έχουμε την περίπτωση του χορτασμού των πεντακισχιλίων με πέντε άρτους κρίθινους και δύο ψάρια, που ο Φίλιππος και ο Ανδρέας συζητούν με τον Χριστό πως θα χορτάσουν τόσους ανθρώπους (Ιω. 5,-9). Στο Μαρκ. 1,29 παρουσιάζεται ο Ανδρέας να συγκατοικεί με τον αδελφό του Πέτρο στην Καπερναούμ και κει να τους επισκέπτεται ο Ιησούς για να θεραπεύσει την πεθερά του Πέτρου. Πάλι στο Μαρκ. 13,3 ο Ανδρέας μαζί με τους άλλους κορυφαίους αποστόλους ρωτούν τον Ιησού πότε θα γίνει η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και τα όσα έχουν σχέση με τη Β΄ Παρουσία. Τελευταία φορά αναφέρεται ο Ανδρέας στις πράξεις των Αποστόλων (1,13-14), μετά την ανάληψη του Κυρίου, μαζί με τους άλλους μαθητές, την μητέρα του Κυρίου και τους αδελφούς του να περιμένουν στο υπερώο την κάθοδο του αγίου Πνεύματος.
Γ΄. Επάγγελμα. Ήταν ψαράς κι αυτός και ο αδελφός του ο Πέτρος.
Ήταν παιδιά του Ιωνά. Είχαν αλιευτικό συνεταιρισμό με τους άλλους δύο αδελφούς, τον Ιωάννη και Ιάκωβο, που κι αυτοί ανεδείχθησαν σε αποστόλους κορυφαίους. Δ΄. Μαθητής του Προδρόμου, πρωτόκλητος και πρώτος ιεραπόστολος.
Όπως μας διηγείται ο ίδιος ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής και απόστολος (Ιω. 1, 35-43), ο Ανδρέας και ο Ιωάννης εκτός από φίλοι και συνέταιροι ήταν και μαθητές του Προδρόμου. Ο ίδιος ο Πρόδρομος τους σύστησε τον Χριστό και τους προέτρεψε μ’ αυτά που έλεγε να τον ακολουθήσουν. «Ίδε ο αμνός του Θεού» τους είπε «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ανδρέας και ο Ιωάννης άκουσαν το διδάσκαλό τους και ακολούθησαν το Χριστό, για να τον γνωρίσουν καλύτερα, και ανακάλυψαν με τη συζήτηση ότι αυτός είναι ο Μεσσίας που περιμένανε. Ο Ανδρέας ονομάσθηκε πρωτόκλητος· αλλά το ίδιο πρέπει να λέγεται και ο Ιωάννης, διότι και αυτός ήταν μαζί του όταν γνώρισαν και συνδέθηκαν με τον Ιησού. Απλώς επειδή δεν αναφέρει το όνομά του από ταπείνωση, γι’ αυτό επικράτησε να θεωρούμε πρωτόκλητο μόνο τον Ανδρέα. Απλώς ο Ανδρέας είναι ο πρώτος που έκανε ιεραποστολή για το Χριστό αρχίζοντας από τον αδελφό του. «Ευρίσκει ούτος πρώτος τον αδελφόν τον ίδιον Σίμωνα και λέγει αυτώ· ευρήκαμεν τον Μεσσίαν· ο εστί μεθερμηνευόμενον Χριστός· και ήγαγεν αυτόν προς τον Ιησούν». Βεβαίως η οριστική κλήση του Ανδρέα έγινε αργότερα μαζί με τους άλλους αποστόλους, τον αδελφό του Πέτρο και τους συνεταίρους τους, αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη (Ματθ. 4,18-22 και Λουκ. 5,1-11). Με την συγκρότηση της ιεραποστολικής συνοδείας των δώδεκα αποστόλων εκείνος που φαίνεται να προεξάρχει της ομάδος είναι ο Πέτρος. Αλλά και ο Ανδρέας έχει τιμητική θέση, διότι όταν ο Χριστός έφευγε με τους τρεις κορυφαίους αποστόλους τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη σε ειδικές περιπτώσεις –μεταμόρφωση, προσευχή στη Γεθσημανή- ο Ανδρέας πρέπει να προεξήρχε και να διοικούσε την ομάδα των υπολοίπων αποστόλων.
Ε΄. Αναζητητής, ερευνητής και κήρυξ της αληθείας.
Αυτό που είπε ο Ανδρέας «ευρήκαμεν τον Ιησού» δείχνει ότι αναζητούσε και έψαχνε και ερευνούσε να βρει τον Μεσσία που αναγγέλλανε οι Γραφές. Είχε τον ευγενή πόθο που είχαν όλοι οι άγιοι. Να γνωρίσει το Χριστό και την αλήθειά του. Και αφού βρήκε το Μεσσία φρόντισε το αποτέλεσμα της έρευνας του να το κοινοποιήσει και στους άλλους και μάλιστα στον αδελφό του Πέτρο. Μετά την πεντηκοστή κήρυξε κατά την παράδοση στην Συρία, Βιθυνία, Πόντο και μετά στην Σκυθία, την νότιο δηλαδή Ρωσία, και έφθασε μέχρι του Δνείπερου ποταμού και του τόπου που σήμερα είναι κτισμένο το Κίεβο. Το Κίεβο είναι ιερή πόλη για τους Ρώσους, γιατί από κει ήρθε ο χριστιανισμός σ’ αυτούς. Το δε όνομα Ανδρέας είναι πολύ συνηθισμένο και διαδεδομένο σ’ αυτούς. Από τη Σκυθία κατέβηκε στο Βυζάντιο και ίδρυσε την πρώτη εκκλησία με επίσκοπο τον Στάχυ. Γι’ αυτό τιμάται ιδιαιτέρως από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Κι από κει κατέβηκε στην νότιο Ελλάδα και στην Πάτρα δέχθηκε το μαρτύριο χάριν του Χριστού και του ευαγγελίου του. Περίφημο μοναστήρι αφιερωμένο στον άγιο Ανδρέα έχει η κατεχόμενη από τους Τούρκους Κύπρος μας. Στη μύτη της Κύπρου απέναντι από τη Συρία υπάρχει το μοναστήρι αυτό με Έλληνα ιερομόναχο και λειτουργεί ακόμη εν μέσω ποικίλων δυσκολιών και αντιξοοτήτων. Κατά την παράδοση, πηγαίνοντας με πλοίο ο απόστολος από την Ιόππη στην Αντιόχεια, σταμάτησε εκεί και επειδή δεν υπήρχε νερό έβγαλε το αγίασμα που υπάρχει μέχρι τώρα. Το όνομα δε του αποστόλου είναι πολύ διαδεδομένο σε άνδρες και γυναίκες. Ολόκληρη η Κύπρος τον τιμά ιδιαίτερα. Τον Ανδρέα τον τιμούν πολύ και στη Σικελία όπως και στη Σκωτία και τον θεωρούν προστάτη τους. Η σημαία της Σικελίας όπως και της Σκωτίας είχε πάνω της τον χιαστί σταυρό που μαρτύρησε ο απόστολος. Όταν η Σκωτία ενώθηκε με την Αγγλία τότε ο χιαστί σταυρός πέρασε και στη σημαία της Βρετανίας.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
http://www.pmeletios.com/

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 29 Νοεμβρίου.

Λουκάς ιη΄18-27

Κείμενο:


Και επηρώτησέ τις αυτόν άρχων λέγων· διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Είπε δε αυτώ ο Ιησούς· τι με λέγεις αγαθόν; ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός. Τας εντολάς οίδας· μη μοιχεύσης, μη φονεύσης, μη κλέψης, μη ψευδομαρτυρήσης, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. Ο δε είπε· ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Ακούσας δε ταύτα ο Ιησούς είπεν αυτώ· έτι εν σοι λείπει· πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ο δε ακούσας ταύτα περίλυπος εγένετο· ην γαρ πλούσιος σφόδρα. Ιδών δε αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον είπε· πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού! Ευκοπώτερον γαρ εστί κάμηλον δια τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Είπον δε οι ακούσαντες· και τις δύναται σωθήναι; Ο δε είπε· τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν.


Μετάφραση:


Κάποιος άρχοντας τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Ξέρεις τις εντολές: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Κι εκείνος του είπε: «Όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου». Όταν τ΄ άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Ένα ακόμη σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό· κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις εκείνος τ΄ άκουσε αυτά, πολύ στενοχωρήθηκε, γιατί ήταν πάμπλουτος. Όταν ο Ιησούς τον είδε τόσο στενοχωρημένο, είπε: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα! Ευκολότερο είναι να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όσοι τον άκουσαν είπαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».


Σχόλια.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ’ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 18, 18-27)

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ
«Πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες
εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού!»

ΧΡΗΜΑ! ΜΙΑ ΛΕΞΗ που μαγεύει. Χρήμα! Ένα αντικείμενο που πολλοί το θεοποιήσαμε και το λατρεύουμε. Χρήμα! Ο κορυφαίος στόχος της ζωής πολλών ανθρώπων, τον οποίο αγωνίζονται να κατακτήσουν με όλες τους τις δυνάμεις.
Για τα χρήματα μας ομιλεί σήμερα και ο Κύριος. Με αφορμή τον πλούσιο εκείνο νέο που ήρθε να τον ρωτήσει με ποιόν τρόπο θα κληρονομούσε την αιώνια ζωή. Ο Ιησούς του υπέδειξε τον δρόμο των εντολών. Ο νέος απάντησε ότι τις τηρούσε από τα πρώτα νεανικά του χρόνια. Και τότε ο Κύριος του συνέστησε: «Σου λείπει και κάτι άλλο. Όλα όσα έχεις πούλησε τα. Μοίρασε τα στους φτωχούς. Έτσι θα αποκτήσεις ουράνιο θησαυρό. Και τότε ακολούθησε με».
Ο νέος, ακούγοντας τα λόγια τούτα του Χριστού, λυπήθηκε. «Ήν γαρ πλούσιος σφόδρα», σημειώνει ο ιερός Λουκάς. Γύρισε τις πλάτες κι έφυγε. Τότε ο Κύριος στράφηκε προς τους ακροατές Του και είπε: «Πόσο δύσκολο είναι γι’ αυτούς που έχουν τα χρήματα να μπουν στην Βασιλεία του Θεού!».
Ο Κύριος, λοιπόν, ομιλεί για το χρήμα, τον πλούτο και την ιδιοκτησία, θέματα καυτά σε κάθε εποχή, θέματα που απασχόλησαν βασανιστικά τους ανθρώπους και για τα οποία διεξήχθησαν τόσοι και τόσοι αγώνες. Τι, λοιπόν, έχει να μας πει; Και ευρύτερα; Ποια είναι η θέση του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας;

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία
από χριστιανική σκοπιά

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ αμφιβολία ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Ο Θεός του έδωσε το δικαίωμα να νέμεται και να απολαμβάνει τα αγαθά της γης. «Κατακυριεύσατε αυτής» (της γης, δηλαδή), ήταν η εντολή του Θεού προς τους πρωτοπλάστους. «Ου κλέψεις» και «ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου εστιν», ήταν δυο από τις εντολές του Δεκαλόγου (Δευτ. 5, 19, 21). Μην κλέψεις κάτι που ανήκει στον άλλον. Μην επιθυμήσεις όσα είναι του πλησίον, του διπλανού σου. Στον πλούσιο νέο του σημερινού Ευαγγελίου ο Κύριος λέει: «Πάντα όσα έχεις πώλησον». Στους μαθητές Του έδινε την εντολή: «Πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην» (Λουκ. 12, 33). Κανείς όμως μπορεί να πουλήσει ό,τι είναι δικό του, ό,τι του ανήκει. Ο λόγος του Θεού μακαρίζει το έργο της φιλανθρωπίας: «Μακάριον εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν» (Πραξ. 20, 35). Αλλά για να δώσει κανείςσημαίνει πως πρέπει να έχει. Σημαίνει ότι μόνο από τα δικά του μπορεί να προσφέρει. Οι μυροφόρες γυναίκες, πιστές μαθήτριες του Κυρίου, ήταν ευκατάστατες. «Διηκόνουν αυτώ από των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. 8, 3). Ένας από τους δώδεκα μαθητές, ο Ιούδας – ο μετέπειτα προδότης – είχε στα χέρια του το ταμείο συντηρήσεως του Κυρίου και των μαθητών. Ακόμη και τους φόρους προς το κράτος δεν αρνήθηκε να αποδώσει ο Ιησούς (Ματθ. 17, 27 & 21, 21).
Βεβαίως ο Κύριος στάθηκε αυστηρός απέναντι στους πλουσίους. «Ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε παράκλησιν υμών» (Λουκ. 6, 24). Όχι γιατί ο πλούτος από μόνος του είναι κάτι κακό, αλλά διότι εύκολα ο πλούσιος γίνεται δούλος του πλούτου. Λησμονεί τον Θεό. Περιφρονεί τον συνάνθρωπο του. Καταπατά την ηθική. Αρνείται την δικαιοσύνη.
Ακόμη μακάρισε τους φτωχούς. «Μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν η βασιλεία του Θεού» (Λουκ. 6, 20). Όχι πάλι γιατί από μόνη της η φτώχεια σώζει, αλλά διότι – περισσότερο από τον πλούτο – δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ελπίζει στον Θεό και να κατανοεί ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στη σωματική του υπόσταση μόνο, αλλ’ ότι περιλαμβάνει και μιαν αθάνατξ ψυχή, η οποία έχει τις δικές της πνευματικές ανάγκες.
Σε τελευταία ανάλυση ο Χριστός και τον πλούτο και την φτώχεια – φαινόμενα που συναντούμε σε όλες τις εποχές, ασχέτως τι είδους κοινωνικά και οικονομικά συστήματα επικρατούν – τα βλέπει από τη σκοπιά της αιωνιότητας. Τα κρίνει με το νόμο του Θεού. Τα αξιολογεί με κριτήριο τη μεγάλη αλήθεια ότι όλοι μας είμαστε παιδιά του Θεού με ίσα δικαιώματα και με ιερές υποχρεώσεις ο ένας απέναντι στον άλλο.

Οι πειρασμοί του χρήματος

ΔΕΝ ΑΡΝΕΙΤΑΙ, λοιπόν, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την ύπαρξη του χρήματος το Ευαγγέλιο, μέσα στη ζωή μας. Αυτό όπμως δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζει και τους πειρασμούς που συνεπάγεται το πράγμα, αν ο άνθρωπος δεν το τοποθετήσει πάνω σε ορθή βάση. Αν δεν κάνει καλή χρήση του χρήματος. Είναι όντως δυνατό το χρήμα. Συγχρόνως όμως και τρομερή αδυναμία! Γιατί;
Πρώτον διότι πολλές φορές υποδουλώνει εκείνον που το έχει. Από κύριο τον μεταβάλλεο σε υπηρέτη. Από ελεύθερο άνθρωπο σε ανδράποδο του μαμμωνά. Από λάτρη του ζώντος και αληθινού Θεού σε ειδωλολάτρη, αφού κατά τον Απόστολο η πλεονεξία είναι «ειδωλολατρεία» (Κολ. 3,5).
Δεύτερον διότι, προκειμένου να αποκτηθούν και να διαφυλαχθούν τα πλούτη, ο άνθρωπος εκτίθεται σε τρομερούς κινδύνους. «Οι βουλόμενοι πλουτείν», υπογραμμίζει με έμφαση ο απόστολος Παύλος, «εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν» (Α’ Τιμ. 6, 9). Το χρήμα μοιάζει λίγο με το νερό. Όταν κυλά ήρεμα, δροσίζει και ποτίζει τα πάντα. Όταν όμως γίνεται ορμητικό και πλημμυρίζει, τότε πνίγει και καταστρέφει οτιδήποτε συναντήσει στο πέρασμα του.
Τρίτον, οι κυνηγοί του χρήματος δοκιμάζουν μεγάλους πειρασμούς, που δυσκολεύουν την απόκτηση της αρετής και διευκολύνουν την διάπραξη της αμαρτίας. Εύκολα καταπατούν τον ηθικό νόμο. Στραγγαλίζουν το δίκαιο. Εκμεταλλεύονται τον μόχθο και τον ιδρώτα των άλλων. Παρανομούν και φοροδιαφεύγουν. Τυφλωμένοι καθώς είναι από τη λάμψη του χρυσού, βλέπουν τα πάντα κάτω από το παραμορφωτικό πρίσμα της μανίας του πλουτισμού που τους τυραννεί.
Γι’ αυτό και ο Κύριος σήμερα επισημαίνει μελαγχολικά ότι «δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού». Δεν λέει ότι είναι αδύνατον αλλά δύσκολο. Και όταν οι ακροατές Του ευθύς αμέσως τον ρωτήσουν «Και τις δύναται σωθήναι;», εκείνος θα απαντήσει: «Τα αδύνατα παρά ανθρώπους δυνατά παρά τω Θεώ εστιν». Κοντά στο Θεό όλα είναι δυνατά. Και η σωτηρία των πλουσίων, αυτών που διαθέτουν άφθονο χρήμα, αρκεί να συνειδητοποιήσουν το χρέος τους και να αγωνιστούν να το εκπληρώσουν.
Η χριστιανική στάση απέναντι στο χρήμα

ΤΟ ΧΡΗΜΑ συνεπάγεται μερικές βασικές υποχρεώσεις για τον χριστιανό που θέλει να το αντιμετωπίζει με τα κριτήρια του Ευαγγελίου του Χριστού.
Υποχρέωση πρώτη, να το κερδίζουμε με θεμιτά μέσα. Με τον τίμιο και ευλογημένο ιδρώτα μας. Όχι με την κλεψιά. Όχι με την εκμετάλλευση από τον εργοδότη, μα ούτε και με την απάτη από την πλευρά του εργαζομένου. Γιατί, δυστυχώς, στις μέρες μας και τα δυο συμβαίνουν.
Υποχρέωση δεύτερη, το χρήμα στην υπηρεσία του ανθρώπου. Υπηρέτης και όχι κύριος μας. Μέσο και όχι σκοπός. Για τις ανάγκες μας και όχι για σπατάλη, για επίδειξη , για ασωτείες. «Το χρήμα», λέει μια γαλλική παροιμία, «είναι καλός υπηρέτης, αλλά κακός κύριος».
Υποχρέωση Τρίτη, το χρήμα στην υπηρεσία της αγάπης. Όσοι διαθέτουμε χρήματα και μάλιστα άφθονα, δεν μπορούμε να αγνοούμε επιδεικτικά τον διπλανό μας που βασανίζεται από την φτώχεια και τη μιζέρια. Δεν είναι επιτρεπτό χριστιανικά να φυλακίζουμε το χρήμα και να το αχρηστεύουμε. Διότι, όπως παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος για τη φύση του πλούτου, «το μεν στάσιμον άχρηστον, το δε κινούμενον και μεταβαίνον κοινωφελές τε και έγκαρπον». Ιδιαίτερα σήμερα το χριστιανικό χρέος επιβάλλει σε όλους μας να δώσουμε συνεπέστερα και αποτελεσματικότερα τη μαρτυρία της έμπρακτης αγάπης.
Υποχρέωση τέταρτη, η ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό. Εκείνος είναι ο μεγάλος πλουτοδότης. Κάθε αγαθό Εκείνος μας το χαρίζει. Εμείς είμαστε οι διαχειριστές του. Αυτοί που με φρόνηση , αλλά και γενναιοδωρία, θα πρέπει να τα διαχειριστούμε. Όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους άλλους, που κι εκείνοι είναι παιδιά του Θεού, αδέλφια μας. «Ίνα το σόν περίσσευμα γένηται εις το εκείνον υστέρημα» (Β’ Κορ. 8, 13).
* * *

Αδελφοί μου,
Ο νέος του σημερινού Ευαγγελίου έχασε την αιώνια ζωή. Προτίμησε τα πλούτη του. Αγάπησε περισσότερο τα χρήματα του.
Η δική μας προτίμηση είθε να είναι αντίθετη. Με τα φθαρτά ας αγοράσουμε τα άφθαρτα. Με τα πρόσκαιρα τα αιώνια. Με την ορθή χρήση του χρήματος να εισέλθουμε στην Βασιλεία του Θεού!

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009


Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ.


Βασιλική καταγωγή.

Η Αγία Αικατερίνη είναι από τις πιο κοσμαγάπητες Αγίες. Της κτίζουνε οι άνθρωποι μεγαλοπρεπείς Ναούς στο όνομα της. Οι ρήτορες της πλέξανε τα καλλίτερα εγκώμια. Οι υμνογράφοι της συνέθεσαν τους ωραιότερους ύμνους. Οι μεγαλύτεροι αγιογράφοι ασχολήθηκαν με την μορφή της. Και οι ζωγράφοι κάνουν τις θαμαστότερες εικόνες γι' αυτήν. Γιατί όμως είναι τόσο δημοφιλής; Διότι υπήρξαν μεγάλα τα κατορθώματα της. Πράγματι, θαυμαστά και υπέροχα είναι τόσο η δράσις της, όσο και τα έργα της, όπως θα δούμε. Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Ελληνικότατη και μεγάλη πόλη της Αιγύπτου, την Αλεξάνδρεια. Η οικογένεια της ήτανε από τις μεγαλύτερες και επισημότερες οικογένειες. Είχε καταγωγή βασιλική. Ήταν απόγονος των Πτολεμαίων, των βασιλέων της Αιγύπτου. Ο δε πατέρας της λεγόταν Κώνστας και είχε διορισθεί από εκείνους, που διοικούσαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τοπάρχης στην Κύπρο. Κατόπιν όμως μετετέθη στην Αλεξάνδρεια. Εις δε την Κύπρο έμεινε ένας αδελφός του. Όταν όμως πέθανε ο πατέρας της Αικατερίνης, αυτή οδηγήθηκε στην Κύπρο, στον θείο της. Αλλά, όταν εκείνος έμαθε, ότι συμπαθούσε την Χριστιανική Θρησκεία, την έκλεισε στην φυλακή. Κατ' αρχάς μεν στην Σαλαμίνα και μετά στην Πάφο. Κατόπιν από εκεί την έστειλε πάλιν στην Αλεξάνδρεια. Σήμερα στην Κύπρο κοντά στο νεκροταφείο της αρχαίας πόλεως Σαλαμίνος, υπάρχει φυλακή που λέγεται " Φυλακή της Αγίας Αικατερίνης". Μόρφωσις καταπληκτική
Η Αικατερίνη ήτανε εξυπνότατη και είχε μεγάλη όρεξη, για σπουδή και γράμματα. Ως τα δεκαοκτώ χρόνια έμαθε τέλεια την Ελληνική και Ρωμαϊκή Παιδεία και Επιστήμη. Έμαθε τους μεγάλους ποιητές, τον Όμηρο και τον Βιργίλιο. Σπούδασε την Ιατρική και διάβασε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό, τους ιατρούς. Περισσότερο όμως ασχολήθηκε με την Φιλοσοφία. Τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τους άλλους φιλοσόφους τους έπαιζε στα δάκτυλα. Ασχολήθηκε και με τους μεγάλους μάγους και αποκρυφιστάς, τον Διονύσιον και την Σίβυλλαν. Έμαθε την ρητορική τέχνη και είχε ευφράδεια καταπληκτική. Έμαθε επίσης πολλές γλώσσες. Τόση δε ήταν η εξυπνάδα της και η σοφία, που απέκτησε, ώστε έμειναν κατάπληκτοι όσοι την έβλεπαν και την άκουγαν. Παρθενική ζωή Είχε κάλλος και ομορφιά ασύγκριτη. Όταν μεγάλωσε, από το ένα μέρος η ομορφιά και η κορμοστασιά της νέας και από το άλλο η σοφία και η μόρφωση συγκίνησαν πολλούς πλούσιους, άρχοντες και αξιωματούχους. Στρατιωτικοί, Συγκλιτικοί, μορφωμένοι και μεγιστάνοι του πλούτου την ζητήσανε σε γάμο. Όχι μόνο από την Αλεξάνδρεια, αλλά ακόμη και από τη Ρώμη. Εκείνη όμως ταπεινά απαντούσε σε όλους, ότι δεν ήθελε να παντρευτεί. Και, όταν επέμειναν γι' αυτό φορτικά, εκείνη απαντούσε ότι θέλει να ζήση μοναχή της και να περάσει τη ζωή της εν παρθενία. Η μητέρα της όμως, που σκεπτόταν κοσμικά και οι συγγενείς της την πιέζανε καθημερινά. Της λέγανε, ότι είναι ανάγκη να παντρευτεί για να μην φύγουν από τα χέρια της οι οικογενειακοί τίτλοι. Είναι κρίμα, της τόνιζαν, με τέτοια ομορφιά, με τέτοια μόρφωση και με τόσον πλούτο και οικογενειακή δόξα να μείνεις ανύπαντρη, Τότε η Αικατερίνη, για να πάψουν να την ενοχλούν η μάννα της και οι συγγενείς της τους είπε: - Βρέστε μου εσείς ένα νέον, που να μου μοιάζει σ' αυτά τα χαρίσματα που λέτε, πως τα έχω παραπάνω από τις άλλες κοπέλες και θα τον παντρευτώ. Διότι δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερο μου. Ψάξτε, λοιπόν, παντού. Αν όμως του λείπει έστω και ένα από αυτά, είτε η ευγενική καταγωγή, είτε ο πλούτος, είτε η σοφία, είτε η ομορφιά, να ξέρετε, πως δεν θα τον πάρω. - Είναι, της είπαν, ο γιός του αυτοκράτορα της Ρώμης και μερικοί άλλοι αξιωματούχοι. Αυτοί και από μεγάλη οικογένεια είναι και πλουσιότεροι από σένα. Μόνο στην ομορφιά και στην μόρφωση είναι λίγο κατώτεροι σου. - Αφού είναι κατώτεροι μου, σας είπα, δεν δέχομαι, τους απάντησε. Ο ασκητής την καθοδηγεί Όταν η μητέρα της είδε, ότι δεν μπορούσε να την καταφέρει να παντρευτεί, σκέφθηκε να συμβουλευτή έναν άγιο άνθρωπο, και σοφό Χριστιανό, που τον λέγανε Ανανία. Αυτός ασκήτευε έξω από την πόλη, κρυμμένος σε μια ερημική τοποθεσία. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγανε να τον συμβουλευθούνε. Ο ασκητής τους άκουσε με προσοχή. Στο καθαρό μυαλό του έκαναν εντύπωση τα γνωστικά λόγια της Αικατερίνης και σκέφθηκε να πλησιάσει την καρδιά της στον Ουράνιο Νυμφίο - Χριστό. - Εγώ, τους είπε, ξέρω έναν θαυμάσιο γαμπρό. Αυτός σε περνάει σε όλα τα χαρίσματα που είπες, ότι έχεις. Δεν του βγαίνεις μπροστά Του. Η Αικατερίνη σαν το άκουσε αυτό έχασε το χρώμα της. Νόμισε πως κάποιος επίγειος άρχοντας θα ήταν και θα βρισκόταν τώρα σε δύσκολη θέση ν' αρνηθεί. - Μα υπάρχει τέτοιος άνθρωπος πράγματι; Του είπε. - Παιδί μου με βλέπεις, πως είμαι γέροντας με άσπρα γένια και έχω βάλει όρο στη ζωή μου να μην πω ποτέ ψέμα, διότι το απαγορεύει ο Θεός. - Αφού έτσι είναι, μπορώ να ιδώ και να συναντήσω τον νέον αυτόν; Ρώτησε η Αικατερίνη. - Και βέβαια μπορείς! Αποκρίθηκε ο ασκητής. Αρκεί να με ακούσης σε ότι θα σου πω. - Ευχαρίστως, του απάντησε, γιατί σε βλέπω σεβάσμιο και γνωστικό γέροντα. - Άκουσε, παιδί μου. Πάρε αυτή την Εικόνα της Παναγίας, που κρατάει το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά της και πήγαινε στο σπίτι σου. Κλείσε την πόρτα του δωματίου σου και προσευχήσου όλη τη νύκτα. Η Παναγία θα σε οδηγήσει και θα σε φωτίσει. Αύριο δε έλα πάλι να τα πούμε. Ο Νυμφίος την αποστρέφεται Πράγματι η Αικατερίνη πήρε την Εικόνα της Θεομήτορος από τον Ασκητή και πήγε στο σπίτι της γεμάτη σκέψεις και απορίες. Εκεί στο αρχοντικό της άφησε εντολή να μην την ενοχλήσει κανείς και κλείστηκε, όπως της είπε ο ασκητής, ολομόναχη στο δωμάτιο της. Προσευχόταν τη νύκτα συνεχώς. Τα βαθειά μεσάνυχτα, όμως, από την κούραση και την αγωνία, την πήρε ο ύπνος. Και τι βλέπει στον ύπνο της! Βλέπει την Βασίλισσα των Ουρανών, την Παρθένα Μαρία, με το Θείο Βρέφος τον Χριστόν στην αγκαλιά της. Ο Χριστός ακτινοβολούσε περισσότερο από τον ήλιο. Κοίταζε όμως την Μητέρα του και όχι την Αικατερίνη. Η Αικατερίνη δεν μπορούσε να δεί το Πρόσωπο Του. Βλέπει επίσης στον ύπνο της, πως άλλαξε θέση. Πήγε από το άλλο μέρος για να αντικρύσει το πρόσωπο Του και το βλέμμα Του. Ο Χριστός όμως γύρισε από το αντίθετο μέρος το πρόσωπο Του. Αυτό συνέβη τρείς φορές. Στην τρίτη φορά άκουσε την Παναγία να λέγει: - Κοίταξε παιδί μου, την δούλη Σου Αικατερίνη πόσο ωραία είναι, πόσο όμορφη, πόσο λαμπρή... - Όχι, απάντησε, το Θείο Βρέφος. Είναι άσχημη, μαύρη και σκοτεινή. Δεν μπορώ να την βλέπω. - Μα είναι η πιο όμορφη από όλους τους φιλοσόφους και ρήτορας, η πιο ευγενής και η πιο πλούσια από όλες τις νέες του τόπου, λέγει η Παναγία. - Και Εγώ, λοιπόν Μητέρα, σου λέγω πως είναι αμόρφωτη, φτωχή και άξια περιφρονήσεως. Εφ' όσον βρίσκεται στην κατάσταση που βρίσκεται ( πλάνη της ειδωλολατρίας ή της αθεΐας ), δεν καταδέχομαι να Μου δει το πρόσωπο Μου. - Παιδί μου, μη την καταφρονείς την νέα. Βοήθησε την, καθοδήγησε την, πως να μπορέσει να δει το υπέρλαμπρο πρόσωπον Σου, πρόσθεσε η Θεοτόκος. - Να πάει, απάντησε ο Χριστός, στο γέροντα που της έδωσε την Εικόνα και ο,τι εκείνος την συμβουλέψει, να κάνη. Μόνον έτσι θα δει το πρόσωπον Μου και θα νοιώσει χαρά ανείπωτη και θα βρει την ευτυχία της. Αυτά βεβαίως η Αικατερίνη τα είδε, όπως είπαμε, στον ύπνο της και ξύπνησε ταραγμένη. Το δακτυλίδι της Θείας Μνηστείας Νύχτα σχεδόν ξεκίνησε με μερικές άλλες γυναίκες, για να συναντήσει τον άγιο εκείνο γέροντα ασκητή. Όταν έφτασε, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του και άρχισε να του διηγείται λεπτομερώς όσα είδε στον ύπνο της. Έπειτα τον παρακαλούσε να την συμβουλέψει τι να κάνη, για να μπορέσει να δει το πρόσωπον του Χριστού. Ο ασκητής δεν έχασε την ευκαιρία. Της μίλησε για την χριστιανική Πίστη. Για τα μυστήρια του σύμπαντος και τον προορισμό του ανθρώπου. Της είπε έπειτα για τον Νυμφίον - Χριστόν και την αγάπη, που έδειξε για το ανθρώπινο γένος, ώστε να εγκαταλείψει την Βασιλεία των Ουρανών και να έλθει στη γη και να σταυρωθεί για την κάθε ψυχή. Ακόμη της είπε για την ευτυχία, που ευρίσκουν οι ψυχές, που κατορθώνουν να γυρίσουν στον Χριστό, να συνδεθούν μαζί Του και να γίνουν νύμφες Του. Η Αικατερίνη τ' άκουσε όλα αυτά με μεγάλη προσοχή. Το σοφό μυαλό της και η ευαίσθητη καρδιά της δεν άργησαν να κλείσουν μέσα τους την αλήθεια της χριστιανικής Πίστεως. Ζήτησε μάλιστα να βαπτιστεί. Μέχρι τότε ήταν αβάπτιστη. Πράγματι ο ασκητής, που είδε την αγάπη της προς τον Χριστό, την εβάπτισε. Χαρούμενη τώρα η Αικατερίνη, πήγε στο μέγαρο και όλη τη νύχτα προσευχότανε στον Χριστό. Τι χαρά ήταν εκείνη! Τι ευτυχία!... Όταν όμως την πήρε ο ύπνος, βλέπει πάλι την Παναγία, με το λαμπερό Θείο Βρέφος. Αλλά αυτή τη φορά, δεν γύρισε το Βρέφος αλλού τα μάτια Του. Αλλά την κοίταζε με γλυκό και γαλήνιο βλέμμα. - Πως, Τον ρώτησε η Παρθένος, Σου φαίνεται τώρα η νέα; - Τώρα μάλιστα, απάντησε! Τώρα έγινε λαμπερή, ένδοξη, πλούσια και πάνσοφος. Τίποτε από τα παλαιά δεν ευρίσκω επάνω της. Έφυγε το σκοτάδι. Εξαφανίστηκε η ασχήμια της. Χάθηκε η φτώχια και η αμορφωσιά της. Τώρα είναι καλή. Είναι γεμάτη χαρές και αγαθά. Τώρα, μάλιστα, συμφωνώ και αποφασίζω να την μνηστευθώ, για νύμφη Μου άφθορο. Τότε η Αικατερίνη, είδε, πως έπεσε χάμω και πως με δάκρυα Του έλεγε: - Υπερένδοξε Δέσποτα, δεν είμαι άξια να ιδώ την Βασιλεία Σου. Αλλά αξίωσε με να γίνω μια ταπεινή δούλη Σου. Εκείνη τη στιγμή βλέπει - στον ύπνο της πάντα - την Παναγία να της πιάνει το δεξί της χέρι και να λέγει: - Δός της παιδί Μου, το δακτυλίδι, να την νυμφευθείς, για να την αξιώσεις της Βασιλείας Σου της αιωνίου. Πράγματι! Ο Δεσπότης - Χριστός της έβαλε στο δάκτυλο ένα ωραίο δακτυλίδι και της είπε: " Ιδού σήμερα σε λαμβάνω για νύμφη Μου άφθορο και αιώνιο. Φύλαξε με ακρίβεια αυτή τη συμφωνία και μη λάβεις πλέον άλλον νυμφίον επίγειον". Με τα λόγια αυτά του Χριστού ξύπνησε η Αγία Αικατερίνη. Κοίταξε το δεξί της χέρι και βλέπει - ώ του θαύματος! - ότι φορούσε το δακτυλίδι, ενώ στη ζωή της ποτέ άλλοτε δεν είχε φορέσει! Πλημμύρισε τότε η καρδιά της από ιερή συγκίνηση και θείο έρωτα. Δόθηκε από τότε ολόψυχα στον Χριστό.
Ακούραστη στην υπηρεσία Του Η μεταστροφή της στον Χριστιανισμό έκανε μεγάλη εντύπωση σ' όλους εκεί στην Αλεξάνδρεια. Προσπαθούσε να κάνη πολλές και καλές πράξεις και ν' αρέσει στον Νυμφίο της Χριστό. Σκεφτόταν πάντα τον Χριστόν. Μελετούσε για τον Χριστό. Ζούσε για τον Χριστό. Εργαζόταν ακούραστα για τον Χριστό. Έγινε το υπόδειγμα της Χριστιανής παρθένου. Πονούσε όμως η καρδιά της, όταν έβλεπε, ότι οι άλλες κοπέλες, αλλά και πολύς κόσμος βρισκότανε στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, χωρίς να γνωρίζει τον Χριστό. Γι' αυτό επιδόθηκε ολόψυχα στη διάδοση της διδασκαλίας του Χριστού. Με την ευγλωττία και το παράδειγμα της, τράβηξε πολλούς συμπολίτες της στην Πίστη του Χριστού και προ παντός διανοούμενους. Εκεί έριξε τα δίχτυα σαν άλλος Πέτρος: Στις οικογένειες των ευγενών και διανοουμένων, της ανωτέρας λεγομένης τάξεως. Χάριν του Ευαγγελίου δεν λογάριαζε κόπους και κινδύνους. Δούλευε στο ιεραποστολικό της έργο, όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια, αλλά και στα γύρω μέρη. Ήταν ακούραστη.
Ο τύραννος διατάσσει Δεν ήταν όμως εύκολη και ακίνδυνη η εργασία της αυτή. Κατά τους χρόνους εκείνους, που έζησε η Μεγαλομάρτυς Αικατερίνη, ο Χριστιανισμός ευρισκόταν σε συνεχή και ανελέητο διωγμό. Όποιος έλεγε πως πιστεύει στον Χριστό, όποιος έλεγε πως ήταν Χριστιανός, ήτανε σαν να υπέγραφε την θανατική του καταδίκη. Μετά από ανακρίσεις, άρχιζαν τα μαρτύρια. Μαρτύρια δε φοβερά και τρομερά, που τελείωναν πάντοτε με τον θάνατο! Και όμως πάντοτε υπήρχαν μάρτυρες της Πίστεως. Πάντοτε ακουγόταν γενναία η φωνή των μαρτύρων: " Είμαι Χριστιανός! Πιστεύω στον Χριστό! Είμαι οπαδός του Ναζωραίου! Πεθαίνω για την Πίστη Του!" Αυτές οι φωνές των μυριάδων μαρτύρων της Χριστιανοσύνης τάραζαν καθημερινά τις ναρκωμένες ψυχές και αδιάφορες καρδιές των ειδωλολατρών. Στα στάδια, στους δημόσιους κήπους, στα ιπποδρόμια, στους δρόμους παντού έβλεπε κανείς Χριστιανικές ζωές, που τελείωναν με το Όνομα του Χριστού στο στόμα. Σκληρός, φοβερός, τρομερός και θηριώδης ο διωγμός. Αλλά δυνατή, φλογερή, ατσαλένια και η Πίστη των Χριστιανών. Ένας από τους Χριστιανομάχους κυβερνήτες ήταν και ο Μαξιμίνος, που ήταν Διοικητής της Αιγύπτου. Αυτός σε ένα και μόνο μήνα εφόνεψε και κατέκαψε ΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ 180.000 Χριστιανούς στην Αίγυπτο μονάχα! Έζησε στον καιρό της Αγίας Αικατερίνης. Αυτός τιμούσε πολύ τους αναίσθητους ειδωλολατρικούς θεούς. Ήθελε μάλιστα να προσφέρει σ' αυτούς μια εντυπωσιακή θυσία. Γι' αυτό έστειλε γενική διαταγή στις πόλεις και τα χωριά της επικράτειας του, να τρέξουν όλοι στην πρωτεύουσα, την Αλεξάνδρεια, και να προσφέρουν θυσίες. Η διαταγή του εκείνη τελείωνε έτσι: " Όποιος τολμήσει και καταφρονήσει το πρόσταγμά μου και προσκυνήσει άλλο θεό, να ξέρη πως η τιμωρία του θα είναι σκληρή και φοβερή". Λαός και άρχοντες άρχισαν μετά τη διαταγή αυτή να τρέχουν προς την πρωτεύουσα και να προσφέρουν θυσίες. Άλλοι κουβαλούσαν μαζί τους βόδια, άλλοι πρόβατα, άλλοι γίδια και άλλοι αρνιά. Και οι πιο φτωχοί έσερναν και αυτοί μαζί τους ότι είχαν, έστω και μια κότα. Όταν έφθασε η ημέρα της μεγάλης και σιχαμερής εκείνης θυσίας που έμοιαζε σαν ζωοπανήγυρις, πρώτος θυσίασε ο ασεβής τύραννος Μαξιμίνος. Προσέφερε θυσία 130 ταύρους. Ακολούθησαν μετά οι θυσίες των ηγεμόνων και των άλλων αρχόντων. Γέμισε τότε η πόλη από τους καπνούς των καιομένων ζώων. Η μυρωδιά από την κνίσσα ήταν αισθητή από πολύ μακριά. Σύγχυση, φόβος και απελπισία επικρατούσε σ' όλη την πόλη. Η Αικατερίνη ατρόμητη Η Αικατερίνη μόλις είδε τον λαό να τρέχει φοβισμένος και τρομαγμένος, παρά τη θέληση του, για να θυσιάσει στα είδωλα, λυπήθηκε κατάκαρδα. Ήξερε πως εκείνη τη στιγμή από φόβο και για να γλυτώσουνε τη σάρκα τους πολλοί προδίνανε την Πίστη τους και χάνανε τη ψυχή τους. Η Αικατερίνη έλαβε τότε την ηρωική απόφαση να συγκρατήσει από το αμάρτημα αυτό τους Χριστιανούς. Γι' αυτό περιήρχετο την πόλη και ενεθάρρυνε τους Χριστιανούς και τους έλεγε να μη θυσιάσουν, ούτε να πάνε στις ειδωλολατρικές τελετές. Αλλά και στους ειδωλολάτρες έλεγε, ότι είναι ανόητο να θυσιάζει και να προσφέρει λατρεία ο άνθρωπος ο λογικός στα άψυχα αγάλματα, που είναι πέτρινα και ξύλινα και που δεν έχουν καμιά δύναμη. - Πιστέψτε, τους έλεγε, στο μόνο Αληθινό Θεό, που δημιούργησε τον Ουρανό και τη γη. Πιστέψτε στον Υιό Του, τον Χριστό, που σταυρώθηκε για μας. Από το θάρρος της αυτό έπαιρναν θάρρος οι Χριστιανοί. Από την ευγλωττία της πολλοί ειδωλολάτρες γυρίζανε στην αληθινή Πίστη του Χριστού. Η Αικατερίνη προέβλεπε, ότι η Αλεξάνδρεια θα έπλεε, όχι μόνο στο αίμα των ταύρων, αλλά και αυτών των Χριστιανών. Γι' αυτό πήρε μαζί της μερικούς δούλους από το αρχοντικό της και βάδισε με τόλμη προς τον ναόν του Σεράπιδος. Εκεί ήταν ο Μαξιμίνος, που μαζί με άλλους άρχοντες θυσίαζε στους θεούς. Η Αγία μόλις έφθασε, σταμάτησε στην κεντρική πύλη της εισόδου. Τα βλέμματα όλων καρφώθηκαν επάνω της. Η σωματική και η ψυχική ομορφιά της τους μαγνήτισε. Το πρόσωπο της έλαμπε και τα μάτια της άστραφταν. Από τη θέση εκείνη είπε, ότι θέλει κάτι σοβαρό να πη στον Τοπάρχη. Ο Μαξιμίνος διέταξε να μπει μέσα στο ναό. Οι φρουροί της κεντρικής πόρτας του ναού παραμέρισαν. Εκείνη προχώρησε, σοβαρή, ωραία και μεγαλοπρεπής καθώς ήταν. Την παρακολουθούσαν όλοι με θαυμασμό. Στάθηκε μπροστά στον Τοπάρχη. Έκανε μια υπόκλιση και έπειτα με τόλμη και θάρρος, σπάνιο για μια γυναίκα εκείνη την εποχή, του είπε με σταθερή φωνή: " Δεν πρέπει και είναι μεγάλη ντροπή βασιλεύ, να λατρεύετε σαν θεούς, φθαρτά και αναίσθητα είδωλα. Συ τουλάχιστον δεν πιστεύεις τον σοφό σου Διόδωρον; Δεν πιστεύεις όσα λέγει, πως οι θεοί σας ήσαν ανθρώπινα κατασκευάσματα και που τελείωσαν ελεεινά τη ζωή τους; Ο σοφός σου αυτός δεν λέγει, ότι πήρανε το όνομα των αθανάτων, επειδή έκαναν κάποια ηρωική πράξη στη ζωή τους; Και ότι τους έφτιαξαν αγάλματα, για να τους θυμούνται; Και σεις τώρα τους προσκυνάτε σαν θεούς; Τι φρικτό κατάντημα!!... Και άλλος σοφός, ο Πλούταρχος, δεν κοροϊδεύει και περιφρονεί όσους καταδέχονται να σέβονται και λατρεύουν τέτοια αγάλματα; Μην γίνεσαι, λοιπόν, σε βασιλεύ, η αιτία να χαθούνε τόσες ψυχές. Μην τις οδηγείς στο σκοτάδι, γιατί η τιμωρία σου θα είναι φρικτή στην αιώνια Κόλαση. Να ξέρης δε, να ξέρετε και όλοι σας, ότι Ένας είναι ο Αληθινός, ο Αθάνατος Θεός. Είναι Εκείνος, που έγινε για την σωτηρία μας άνθρωπος. Με την δύναμη Του ευτυχούν οι βασιλείς και κυβερνούνται τα κράτη. Ο Θεός αυτός δεν έχει ανάγκη από θυσίες, από καμένες σάρκες ζώων. Ένα μόνο θέλει: Να τηρούμε τον Νόμο Του, να φυλάσσουμε τις Εντολές Του." Μόλις άκουσε αυτά ο Μαξιμίνος τά χασε. Έμεινε για λίγο σκεφτικός και άφωνος. Έπειτα γεμάτος θυμό και μη μπορώντας να την αντιμετωπίσει είπε: - Άσε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε ακούμε τα λόγια σου καλύτερα... Όταν τελείωσε η θυσία, ο Μαξιμίνος γύρισε στο παλάτι του αναστατωμένος και γεμάτος θυμό. Διέταξε δε αμέσως να του παρουσιάσουν μπροστά του την τολμηρή εκείνη νέα. Και όταν την αντίκρισε, γεμάτος οργή την ρώτησε: - Δεν μου λες, ποιά είσαι συ και τι ήθελες να πεις; - Εγώ του απαντά, είμαι η θυγατέρα του Κωνστάντος, του Τοπάρχου, που ήτανε πριν από σένα. Με λένε Αικατερίνη. Έχω σπουδάσει φιλοσοφία, ρητορική, γεωμετρία, ιατρική και ξένες γλώσσες. Όλα όμως αυτά τα θεωρώ τιποτένια. Ακολουθώ, αντί όλων αυτών, που είναι τόσο μάταια, τον Δεσπότη Χριστό. Ο τύραννος την κοίταξε βουβός και αμίλητος. Το κάλλος της Αικατερίνης ήταν κάτι το ξεχωριστό, κάτι το αλλιώτικο. Μέσα όμως στην έκπληξη του κάτι θέλησε να της πει για την ομορφιά της. Αλλά η Αγία αμέσως του λέει: - Εγώ, του είπε, είμαι "γη και στάχτη". Και όμως ο Θεός μου ( όχι οι ψεύτικοι θεοί και δαίμονες που τιμάς εσύ) , με τίμησε και μου έδωσε εικόνα αγγελική. Αυτό που πρέπει να θαυμάζεται ο Δημιουργός μου, ο Θεός που έδωσε στην ύλη και στο χώμα τόση αρμονία και χάρη... - Μην λέγεις κακό για τους αθάνατους θεούς μου, είπε τότε ο Μαξιμίνος. -Διώξε, του λέγει η Αγία, από το μυαλό σου την ομίχλη, για να μπορέσεις εύκολα να καταλάβεις, δύστυχε, σε ποιά μεγάλη πλάνη βρίσκεσαι. Εύκολα τότε θα μπορέσεις να δεις πόσο δυνατός και φανερός είναι ο Θεός των Χριστιανών και πως μπορεί και ντροπιάζει τους ψεύτικους θεούς σας. Πάντως εάν θέλεις, μπορώ να σου αποδείξω την Αλήθεια. Είμαι πρόθυμη να το κάνω οποιαδήποτε στιγμή. Ο Μαξιμίνος είδε πως είχε να κάνη με μια σοφή και επιδέξια στο χειρισμό της συζητήσεως νέα. Γι' αυτό απέφυγε να δεχθεί την πρόταση της. Φοβήθηκε μήπως ντροπιαστεί μπροστά της. Κι αυτό το δικαιολόγησε λέγοντας: - Δεν επιτρέπεται να συζητεί ο Ηγεμόνας με γυναίκες. Θα καλέσω όμως τους σοφούς ρήτορας μου και θα νοιώσεις την πλάνη σου. Θα γνωρίσεις μετά από τη συζήτησι το συμφέρον σου και θα έλθεις πάλι στη λατρεία των θεών μας.
Δημόσια συζήτηση με 150 σοφούς Ο Μαξιμίνος κατόπιν διέταξε να κρατούν τη μάρτυρα υπό περιορισμό και να την φρουρούν. Έστειλε συγχρόνως επιστολές σε όλους τους σοφούς και ρήτορας των πόλεων της εξουσίας του. Τους έγραφε δε να παρουσιασθούν το συντομότερο μπροστά του για ν' αποστομώσουν με τη σοφία τους μια σοφή νέα, που παρουσιάσθηκε αυτές τις μέρες και κοροϊδεύει τους θεούς. Να της αποδείξουν, ότι οι πράξεις των θεών δεν είναι παραμύθια, όπως εκείνη υποστηρίζει. Τέλος, τους έγραφε, ότι για τη δουλειά τους θα πάρουν γερή αμοιβή... Εκατόν πενήντα εκλεκτοί σοφοί ρήτορες, άνθρωποι των γραμμάτων και του πνεύματος συγκεντρώθηκαν στο βασιλικό ανάκτορο. Με την παρουσία του ο Μαξιμίνος ανακουφίσθηκε και ζήτησε να συγκεντρωθούν να τους πει δύο λόγια: - Σας τονίζω, να ετοιμασθείτε καλά. Να σκεφτείτε με ποιό τρόπο και ποιά επιχειρήματα θα την αντιμετωπίσετε. Σκεφτείτε πως έχετε να κάνετε όχι απλώς με μια γυναίκα, αλλά με ένα επιδέξιο σοφό αντίπαλο. Επαναλαμβάνω και σας το ξαναλέω. Προετοιμαστείτε με προσοχή. Εάν νικήσετε θα λάβετε μεγάλα δώρα. Αλλοίμονο σας όμως αν σας νικήσει. Σας περιμένει η ντροπή και ο θάνατος. Τότε ένας από τους ρήτορες, ο πιο ξακουστός είπε στον Άρχοντα: - Και εάν ακόμη πιστεύετε πως ξεπερνάει στην σοφία και αυτόν τον φιλόσοφο Πλάτωνα, σας διαβεβαιώνω πως δεν πρόκειται να τα βγάλει μαζί μας πέρα. Θα της απογυμνώσουμε τις ψεύτικες θεωρίες και θα της τσακίσουμε τον εγωισμό... Ο Μαξιμίνος πλημμύρισε από χαρά, όταν άκουσε τα λόγια αυτά του ρήτορα. Πίστεψε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να ταπεινώσει και να ντροπιάσει την σοφία και τη ρητορική δύναμη της νέας. Στήριζε μεγάλες ελπίδες γι' αυτό στους σοφούς του ρήτορες. Διέταξε λοιπόν ο Άρχοντας να συγκεντρωθεί ο κόσμος στο μεγάλο αμφιθέατρο, όπου επρόκειτο να γίνει η δημόσια συζήτηση της Αγίας Αικατερίνης με τους 150 σοφούς ρήτορες. Έστειλε δε φρουρά να παραλάβει τη νέα από το δεσμωτήριο και να τη φέρει στο αμφιθέατρο. Προτού όμως φθάσουν εκεί οι στρατιώτες, την επισκέφθηκε ο αρχάγγελος Μιχαήλ και της είπε: " Μη φοβάσαι, κόρη του Κυρίου. Ο Θεός θα προσθέσει σοφία στις γνώσεις σου και θα νικήσεις τους εκατόν πενήντα σοφούς ρήτορες. Και όχι μόνο αυτοί αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν στο Χριστό και θα πάρουν το στεφάνι του μαρτυρίου για την πίστη τους. Οι απεσταλμένοι φρουροί του διοικητού της Αιγύπτου οδήγησαν την Αγία στο αμφιθέατρο. Το αμφιθέατρο είχε γεμίσει νωρίς από κόσμο, που περίμενε με αγωνία και περιέργεια ν' ακούσει τη συζήτηση και να ιδή το αποτέλεσμα. Όταν μπήκε στο αμφιθέατρο η Αικατερίνη τα γέλια, οι φωνές, οι συζητήσεις και τα χάχανα σταμάτησαν. Η επιβλητική μορφή της, η χάρη της, η ομορφιά της και η ακτινοβολία της αγίας της ψυχής προκάλεσαν θαυμασμό και εντύπωση. Η Αικατερίνη προχώρησε προς την εξέδρα εκεί, που την περίμεναν οι 150 σοφοί ρήτορες για ν' αναμετρηθούν μαζί της. Εκείνοι μόλις την είδαν ν' ανεβαίνει στην εξέδρα και να στέκεται απέναντι τους με θάρρος, χαμογέλασαν ειρωνικά και άρχισαν να ψιθυρίζουν ο ένας στο αυτί του άλλου... Τότε ο πιο σοφός, ο πιο ξακουστός ρήτορας πήρε πρώτος το λόγο και της είπε: - Ώστε εσύ είσαι, που βρίζεις τους Θεούς μας τόσο αδιάντροπα; - Εγώ είμαι, του απάντησε, η Αικατερίνη, αλλά δεν έβρισα. Είπα την αλήθεια. Την σοφία μου, είπε η Αικατερίνη, μου την έδωσε ο Θεός μου, ο αληθινός Θεός, ο Θεός των Χριστιανών. Σ' εκείνον χρωστάω την ευγνωμοσύνη μου. Εκείνος είναι η αστείρευτη πηγή της σοφίας. Αυτός είναι το φώς. Κάτω από τη δική του σκιά βασιλεύει η αγάπη και η δικαιοσύνη. Πέστε μου όμως: τι γνώμη έχετε για τους δικούς σας θεούς; Η ζωή τους δεν είναι γεμάτη μίση, έχθρες και ντροπές; - Μεγάλο το λάθος σου, Αικατερίνη. Τους θεούς μας τους ύμνησαν μεγάλοι ποιηταί. Ο ασύγκριτος Όμηρος, " Μέγιστο θεό" ονομάζει τον Δία και " Αθανάτους" τους άλλους. Και ο Ορφεύς ονομάζει τον Απόλλωνα " κραταιό", δυνατό. Τον βλέπει χρυσό, σαν τον ήλιο και φτερωτό... - Μη ξεχνάς όμως, μεγάλε ρήτορα, ότι ο Όμηρος δεν λέει μονάχα αυτά για τον Δία. Σε πολλές περιπτώσεις τον ονομάζει ψεύτη, πανούργο, ραδιουργό και απατεώνα. Βλέπουμε στους ψεύτικους θεούς σου πάθη και μίση φοβερά. Οι θεοί σας, ο Ποσειδών και η Αθηνά αποφασίζουν να συλλάβουν και να δέσουν τη θεά σας Ήρα. Εκείνη όμως το μαθαίνει, κρύβεται και γλυτώνει... Τι σας λένε όλες αυτές οι ιστορίες; Και όταν οι θεοί σας φιλονικούν εσείς τι θα κάνετε; Με ποιανών το μέρος θα πάτε; Πόση ψευτιά και πόση ματαιότητα δεν κρύβουν όλα αυτά; Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τον Θεό των Χριστιανών. Δεν συμβαίνει το ίδιο για τον Χριστό, τον οποίον προσκυνώ. Εκείνος κυριαρχεί του ουρανού και της γης, ενώ οι δικοί σας θεοί γονατίζουν στις αδυναμίες και στα πάθη τους. Η πίστη στο Χριστό είναι Φως και φωτισμός. Είναι μεγάλη δύναμη. Ο αληθινός αυτός Θεός είναι Θεός αγάπης και συγγνώμης. Είναι Δημιουργός τους κόσμου. Είναι Παντοδύναμος. Από το χάος και το τίποτε έφτιαξε τον κόσμο. Δημιούργησε τη γη, τ' αστέρια και τους πλανήτες. Έπλασε τον άνθρωπο και του έδωσε ζωή και πνοή. Και όταν ο άνθρωπος αγνώμων παρακούει την εντολή Του, τον τιμωρεί σαν καλός Πατέρας, αλλά και φροντίζει να τον κάνει και πάλι άξιο της τιμής του Θεού. Στέλνει στη γη τον μονογενή του Υιό τον Χριστό. Διδάσκει στους ανθρώπους την αλήθεια. Τους βγάζει από τα σκοτάδια και την αβεβαιότητα. Λυτρώνει τους δούλους και χαράζει το δρόμο μιας καινούργιας ζωής. Και έπειτα για να ξεπλύνει τα αμαρτήματα μας παίρνει στους ώμους του τον Σταυρό του μαρτυρίου. Η Ανάσταση Του λυτρώνει τις καρδιές από το σκοτάδι και το φόβο του θανάτου. Για τους πιστούς καταργήθηκε ο θάνατος. Νικήθηκε. Και ο Άδης νεκρώθηκε και πικράθηκε. Οι οπαδοί Του αυξάνουν. Το θείο κράτος Του μεγαλώνει. Ζωές και νιάτα προσφέρονται θυσία στο Άγιο Όνομα Του. Μυριάδες αναρίθμητες είναι οι εθελοντές Του! Που είναι λοιπόν η πίστη η δική σας για τους θεούς σας; Ποιός από σας έδωσε το αίμα του και τη ζωή του γι' αυτούς; Ποιός δέχεται να θυσιαστεί για τον Δία; Για να λυτρωθούν οι ψυχές μας από την πλάνη. Για να γλυτώσουμε από την απιστία, μας άφησε ο Χριστός ανοιχτή την πόρτα. Μας προσκαλεί όλους κοντά του. Ελάτε εδώ μας λέγει. Κουρασμένοι κι απελπισμένοι, λυγισμένοι και τσακισμένοι από την αμαρτία ελάτε κοντά μου. Κι εγώ θα σας αναπαύσω! Σε καλεί κι εσένα, άξιε ρήτορα. Εσένα περισσότερο ίσως από πολλούς άλλους. Σε προίκισε με τόσες αρετές και θα χαρεί αν τον πλησιάσεις. Σε περιμένει με στοργή. Ποτέ δεν είναι αργά... Αυτά και πολλά άλλα είπε η Αικατερίνη. Το πλήθος την κοίταξε με θαυμασμό. Όλη εκείνη την ώρα που μιλούσε είχε καρφωθεί το πλήθος στη θέση του. Τα λόγια της είχαν μπει βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων. Αλλά και ο ρήτορας έμεινε άφωνος. Το μυαλό του φωτίστηκε. Συμφωνούσε τώρα πως η Αικατερίνη είχε δίκιο. Το μαρτυρικό τέλος των ρητόρων Ο Μαξιμίνος τρέμοντας από θυμό για την αποτυχία του ξακουστού ρήτορα αλλά περισσότερο για την ξαφνική στροφή του υπέρ του Θεού της Αικατερίνης, διέταξε τότε τους άλλους ρήτορες να την αντιμετωπίσουν. Εκείνοι όμως αρνούνται. Κανένας δεν θέλει να συνεχίσει τον αντίλογο. Παραιτούνται ο ένας μετά τον άλλο λέγοντας: - Ο Καλλίτερος από μας ρήτορας νικήθηκε. Πήγε μάλιστα με το μέρος της. Εμείς πως θα αντισταθούμε στα λόγια της που είναι τόσο αληθινά; Έξαλλος ο Μαξιμίνος και ντροπιασμένος από τη νίκη της Αικατερίνης, διέταξε ν' ανάψουν φωτιά στο μέσο της πλατείας της Αλεξάνδρειας και να κάψουν τους 150 σοφούς ρήτορες. Η Αικατερίνη τους είπε: " Είσθε αληθινά μακάριοι και καλότυχοι. Αποχαιρετήσατε το σκοτάδι και ήρθατε στο φώς. Φύγατε από το φθαρτό και πρόσκαιρο βασιλέα και βαδίζετε τώρα προς την αιώνια χαρά και αγαλλίαση. Η φωτιά που σας περιμένει, είναι βάπτισμα και καθαρμός. Είναι η πόρτα που σας οδηγεί στην μακαριότητα, τη γαλήνη και την ευτυχία... Αφού τους έδωσε θάρρος, σταύρωσε τα μέτωπα τους και τους έστειλε στο μαρτύριο. Εκεί στην πλατεία της πόλεως, που η φωτιά έκαιγε με φλόγες ψηλές, οι στρατιώτες πέταξαν τους ρήτορες στ' αναμμένα ξύλα, ενώ ο Μαξιμίνος έτριβε ο βάρβαρος ευχαριστημένος τα χέρια του. Αργά το βράδυ, πήγαν μερικοί ευσεβείς χριστιανοί να μαζέψουν τα λείψανα τους και είδαν γεμάτοι έκπληξη, ότι τα σώματα των ρητόρων ήταν νεκρά αλλά ανέπαφα. Ούτε τρίχα δεν είχε καεί. Πήραν λοιπόν οι χριστιανοί τα λείψανα τους και τα έθαψαν, θαυμάζοντας τη δύναμη του Κυρίου. Τη μνήμη των σοφών αυτών μαρτύρων η Εκκλησία μας τιμά και εορτάζει την 17η Νοεμβρίου.Ο ελιγμός του Άρχοντα Όταν είδε ο Μαξιμίνος, ότι έχασε στην πρώτη τακτική. Άρχισε να κολακεύει και να την καλοπιάνει: - Άκουσε με Αικατερίνη. Σε συμβουλεύω σαν πατέρας σου. Άσε το πείσμα σου και προσκύνησε τους θεούς. Σου ορκίζομαι στ' όνομα τους, ότι θα σου δώσω το μισό βασίλειο μου. Θα κατοικείς μαζί μου στα παλάτια... Η νεαρά μάρτυς του Κυρίου, που κατάλαβε τα πανούργα σχέδια του Μαξιμίνου, του είπε: - Βγάλε τη μάσκα της πονηρίας και της ψευτιάς, άρχοντα. Εγώ σου είπα από την αρχή, ότι είμαι Χριστιανή και ήρθα εδώ να νυμφευθώ τον Χριστόν. Αυτόν εγώ έχω μοναδικό Νυμφίο, κηδεμόνα και σύμβολο στη ζωή μου. Εκείνον έχω στολή και οχυρό στην παρθενική μου ζωή. Ποθώ το μαρτύριο ασύγκριτα περισσότερο από την πιο μεγάλη δόξα και από τα στέμματα και τα στεφάνια τα βασιλικά... - Μη με κάνεις να σε βρίσω, παρά τη θέληση μου ενώ αναγνωρίζω την αξία σου! Είπε τότε ο άρχοντας. Και γεμάτος οργή διέταξε να της βγάλουν την βασιλική πορφύρα και ν' αρχίσουν να την δέρνουν με νεύρα βοδιών αλύπητα. Επί δύο ώρες την κτυπούσαν με τα μαστίγια βάρβαρα. Το ωραίο της, άλλοτε, σώμα, γέμισε πληγές. Το αίμα έτρεχε από παντού άφθονο. Οι ανοιχτές πληγές πονούσαν φοβερά. Η μάρτυς όμως στεκόταν γενναία και αλύγιστη. Τα μάτια της κοίταζαν ψηλά. Η ψυχή της ήθελε να ενωθεί με τον Χριστό, αλλά η ώρα εκείνη δεν είχε φτάσει ακόμη... Το απόγευμα διέταξε ο Μαξιμίνος να τη φυλακίσουν και να μη της δώσουν φαγητό επί δώδεκα ημέρες. Έως τότε θα απεφάσιζε πως θα την θανάτωνε. Η σύζυγος του μιαρού εκείνου άρχοντα ήταν καλού χαρακτήρος, γυναίκα και πονόψυχος. Πολύ στεναχωρήθηκε, όταν έμαθε για τα μαρτύρια της Αικατερίνης. Και μέσα στην καρδιά της φούντωσε η συμπάθεια και η αγάπη γι' αυτήν. Κυριολεκτικώς την θαύμαζε και ήθελε να την δει. Ο Πορφυρίων ο στρατοπεδάρχης που είδε τον πόθο της κυρίας του, της είπε: - Εγώ θα εκπληρώσω την επιθυμία σας.
Η Αυγούστα επισκέπτεται την Αγία Μιά νύχτα λοιπόν που ο Μαξιμίνος απουσίαζε σε ταξίδι, πήρε ο Πορφυρίων διακόσιους στρατιώτες και έχοντας κοντά του την Αυγούστα έφθασε στο δεσμωτήριο. Εκεί πλήρωσε τον δεσμοφύλακα και αυτός άνοιξε την πόρτα την φυλακής. Τότε η αυτοκράτειρα προχώρησε με συγκίνηση, με λαχτάρα... Μέσα από το μισοσκόταδο ξεχύθηκε μια υγρασία και ένα κρύο φοβερό. Η φυλακή ήταν απάνθρωπη. Στο βάθος είδε ένα φωτεινό πρόσωπο. Ήταν η Αγία Αικατερίνη. Το πρόσωπο της έλαμπε από παράδοξη θεία λάμψη. Θαύμασε η Αυγούστα την ομορφιά της. Τα έχασε όταν είδε τέτοια νιάτα και τέτοια κάλλη. Έπεσε στα πόδια της και με δάκρυα της είπε! - Τώρα είμαι ευτυχής, διότι είδα και απόλαυσα το βασιλικό σου πρόσωπο, το οποίο τόσο πολύ διψούσα. Είδα από τα μάτια σου την όμορφη ανατολή του ήλιου και ευφράνθηκε η καρδιά μου. Είσαι μακάρια διότι από τέτοιο Δεσπότη πήρες τα χαρίσματα... Και η Αγία της αποκρίθηκε: - Ευτυχισμένη και ζηλευτή είσαι κι εσύ Βασίλισσα Αυγούστα. Στεφάνι λαμπρό βλέπω να βάζουν στο κεφάλι σου άγιοι άγγελοι. Και αλήθεια το στεφάνι αυτό θα το πάρεις σε τρείς μέρες. Θα υποφέρεις, θα μαρτυρήσεις για λίγο, αλλά έπειτα θα πας στον ουράνιο Βασιλέα και θα ζεις στην αιώνια ευτυχία. Η Αυγούστα φοβισμένη απάντησε: - Φοβούμαι τα βασανιστήρια και τον άνδρα μου τον Μαξιμίνο, διότι είναι πολύ σκληρός και απάνθρωπος. Αλλά η Αγία την ενθαρρύνει και της λέγει: - Έχε θάρρος, διότι στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σου δίνει δύναμη και θάρρος. Κι ενώ έτσι έδινε θάρρος η Αγία στην Αυγούστα, ο Πορφυρίον την ρώτησε: - Πες μου Αικατερίνη, είναι αλήθεια πως ο Θεός σου χαρίζει στους πιστούς του την αιώνια ζωή και την σωτηρία; - Δεν μπορεί η ανθρώπινη γλώσσα να αριθμήσει τα αγαθά που μας χαρίζει και μας προετοιμάζει ο πανάγαθος Θεός, Πορφυρίονα. - Σε ρωτάω, Αικατερίνη, διότι μια άγνωστη δύναμη με φέρνει κοντά στη πίστη σου. Μέρες τώρα σκέπτομαι τον ηρωισμό των Χριστιανών και πάνω στις σκέψεις μου αυτές έρχεται το δικό σου παράδειγμα, που διώχνει τους δισταγμούς μου... Δεν στο κρύβω πλέον. Είμαι κι εγώ ένας από τους οπαδούς του Χριστού. Έγινα τώρα... Οι στρατιώτες του Πορφυρίωνα, που είναι συγκεντρωμένοι στους διαδρόμους της φυλακής, μέσα στην αγκαλιά της νύκτας, ακούνε τα λόγια του αξιωματικού τους, χωρίς απορία. Και στις δικές τους καρδιές υπάρχει η ίδια σκέψη. Να πιστέψουν σε κάποιον, που υπόσχεται αγάπη κι όχι να υπηρετούν ένα άρχοντα, που βάφει στο αίμα τον τόπο... Έτσι φυλακισμένη και σε σκληρή απομόνωση έμεινε η Αγία δώδεκα περίπου μέρες. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα σύμφωνα με διαταγή του Μαξιμίνου, είχε αυστηρά απαγορευθεί να της δίνουν τροφή. Με αυτό τον τρόπο υπολόγιζε ο άρχοντας εκείνος να λυγίσει ή να εξοντώσει την Αικατερίνη. Ο Θεός όμως, που βρέχει επί δικαίους και αδίκους, δεν ήταν δυνατό να αφήσει τη δούλη του απροστάτευτη. Όλες εκείνες τις ημέρες της πήγαινε τροφή ένα περιστέρι. Και όχι μόνο αυτό αλλά άκουσε η Αγία και μια φωνή θεία, που την ενεθάρρυνε λέγοντας: " Μη δειλιάσεις, μη φοβηθείς, αγαπημένη μου Θυγατέρα. Εγώ θα είμαι μαζί σου. Με την υπομονή σου πολλούς θα γυρίσεις στο δρόμο μου και πολλούς θα κάνης να πεθάνουν για τ' όνομα μου. Και συ θ' αξιωθείς πολλά στεφάνια δόξας Ουρανίας. Πάλι μπροστά στον Μαξιμίνο Μετά τις δώδεκα ημέρες, ο Μαξιμίνος διέταξε να φέρουν μπροστά του την Αγία. Εκείνη σιδηροδέσμια, αλλά υπερήφανα και καρτερικά, προχωρεί μέσα στο ανάκτορο. Η ωραιότητα της είναι κάτι το απερίγραπτο. Η χάρη της συναρπάζει. Το παρουσιαστικό της γεμίζει θεία γαλήνη όποιον την κοιτάζει. Ο Μαξιμίνος την βλέπει όλη φρεσκάδα και λάμψη. Ούτε έχει αδυνατίσει από την πείνα. Ούτε έχει ασχημίσει από τη φυλακή. Γίνεται λοιπόν έξω φρενών, διότι πιστεύει, ότι κάποιος της έδινε κρυφά τροφή. Είναι έτοιμος να κακοποιήσει τους φύλακες. Τότε η Αγία του λέγει: - Άδικα εκνευρίζεσαι και ταράζεσαι. Άδικα υποπτεύεσαι. Κανένας δικός σου δεν μου έδωσε τροφή. Φρόντισε για μένα ο Κύριος μου, ο Χριστός! Τότε ο Μαξιμίνος προσπάθησε να συγκρατηθεί. Έκανε δε μια τελευταία προσπάθεια να κερδίσει την Αικατερίνη. Της μίλησε με γλυκό τρόπο. Άρχισε να την κολακεύει ύπουλα. - Ηλιόμορφη κόρη, της είπε, συ που ξεπερνάς και τη θεά Αφροδίτη στην ομορφιά, σου ανήκει το βασίλειο μου... Έλα λοιπόν και θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω βασίλισσα. Θα περνάς κοντά μου ευτυχισμένες μέρες. Είναι άδικο, είναι κρίμα να πέσεις στα φρικτά μαρτύρια. - Όχι Μαξιμίνε, εγώ διάλεξα πλέον τον Άρχοντα της ζωής μου. Όσο για την ομορφιά, δεν με νοιάζει. Ξέρω πολύ καλά, ότι περνά και σβήνει. Είναι σαν το λουλούδι... Και πάνω στην στιγμή της αμηχανίας και της οργής του Μαξιμίνου, αλλά και της προσβολής από τα λόγια της Αικατερίνης, μπήκε μέσα στο δωμάτιο του ένας, πονηρός, νευρικός και πανούργος έπαρχος, ονομαζόμενος Χουρσασαδέν. Εκείνος θέλοντας να δείξει στον Μαξιμίνο αγάπη και ν' αποκτήσει εύνοια, του είπε: - Άρχοντα, εγώ βρήκα ένα τρόπο, με τον οποίο θα μπορέσεις ή να νικήσεις την κόρη ή να πεθάνει με φρικτούς πόνους. Διέταξε να κάνουν τέσσερις ξύλινους τροχούς σε μια περόνη και να κολλήσουν γύρω τους ξυράφια και βελόνια. Ανάμεσα στους τροχούς αυτούς βάλτε την Αικατερίνη και αρχίστε να γυρίζετε τους τροχούς. Δείξτε της πρώτα το μηχάνημα και εάν δείτε πως δεν φοβηθεί, βάλτε την επάνω. Καθώς θα γυρίζουν οι τροχοί θα σχίζονται οι σάρκες της και ο θάνατος της θα είναι φρικτός και τρομερός. Η σατανική σκέψη του έπαρχου άρεσε πολύ στον Μαξιμίνο. Γι' αυτό διέταξε αμέσως να του το κατασκευάσουν. Τρείς ολόκληρες μέρες δούλευαν οι τεχνίτες, για να τελειώσουν το κατασκεύασμα εκείνο του μαρτυρίου. Και όταν το είχαν τελειοποιήσει και το είχαν βάλει στη θέση του, ο άρχων εκείνος το έδειξα για εκφοβισμό στην Αγία και της είπε: - Το βλέπεις το μηχάνημα; Βλέπεις πως στριφογυρίζουν με τους τροχούς τα ξυράφια και τα βελόνια; Πρόσεξε! Ο θάνατος σε περιμένει με ανοιχτό στόμα, εάν δεν προσκυνήσεις τα είδωλα. Η πίστη όμως της Αγίας δεν λυγίζει. Η απόφαση δεν αλλάζει. Και τότε ο Μαξιμίνος αγριεμένος φωνάζει: - Πετάξτε την στους τροχούς και κινήστε τους με γρηγοράδα. Πρέπει να πεθάνει αυτή τη στιγμή. Τώρα αμέσως... Την πέταξαν, λοιπόν, την Αγία στους τροχούς και όλοι περίμεναν να ιδούν τις σάρκες της να τεμαχίζονται και το αίμα να τρέχει άφθονο. Αντί αυτού όμως, την είδαν να ξεφεύγει από τους τροχούς και να λύνεται από τα δεσμά της θαυματουργικά. Οι δε ρόδες των τροχών ανατινάχτηκαν στον αέρα και σκότωσαν τους δήμιους που ήταν γύρω. Πουθενά δεν φαινόταν ξυραφιές στο σώμα της. Από το κορμί της δεν έβγαινε ούτε σταγόνα αίματος. Όλοι τριγύρω, όταν είδαν εκείνο το γεγονός, τα έχασαν. Πολλοί δε έλεγαν: " Μέγας ο Θεός των Χριστιανών "! Το μαρτύριο της Αυγούστας Όταν έμαθε η Αυγούστα την ενέργεια του ανδρός της Μαξιμίνου εναντίον της Μάρτυρος, βγήκε από τον κοιτώνα της και του έκανε φοβερή σκηνή. - Μα μωρός και ανόητος είσαι, με το να θέλεις να τα βάζεις εναντίον του Αληθινού Θεού και να βασανίζεις τη δούλη του άδικα; Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Μαξιμίνος, από το στόμα της γυναίκας του Αυγούστας, τα έχασε. Κατάλαβε πως ο Χριστός, που τόσο Τον κυνηγούσε, είχε μπει και στην οικογένεια του. Έγινε τότε θηρίο ασυγκράτητο. Άφησε για λίγο την Αικατερίνη κι έστρεψε όλο το μίσος του εναντίον της γυναίκας του. Διατάζει με θηριωδία να κόψουν τους μαστούς της. Καμιά λύπη δεν ένοιωθε στην ψυχρή και βάρβαρη ψυχή του. Και το αίμα της γυναίκας του άφθονο πότιζε τη γη. Τελικώς αποκεφαλίστηκε η Αυγούστα και η ψυχή της με το μαρτύριο ανέβηκε ολόλευκη στους ουρανούς. Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη της στις 23 Νοεμβρίου. Ο στρατηλάτης όμως Πορφυρίων πήγε κρυφά τη νύχτα με στρατιώτες του κι έθαψε το τίμιο λείψανο της. Και για την ταφή της γυναίκας του ωργίσθηκε ο μιαρός εκείνος άρχοντας Μαξιμίνος. Με επιμονή ζητούσε να βρει τους υπεύθυνους. Και επειδή δεν μπορούσε, άρπαξε τυχαία μερικούς, για να τους τιμωρήσει. Τότε παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων, με τους στρατιώτες, που έθαψαν την Αυγούστα και είπε: - Κι εμείς χριστιανοί είμαστε! Πιστοί Εκείνου. Δικοί του δούλοι! Δούλοι του Χριστού. Ο Μαξιμίνος γίνεται έξω φρενών. Κτυπάει το κεφάλι του με τις παλάμες απελπισμένα. - Πάει, λέει. Χάθηκα! Έχασα τον καλύτερο στρατηγό μου... Μανιασμένος ο Μαξιμίνος, μετά από αυτό το νέο χτύπημα, δεν μπορεί πλέον να μιλήσει. Δεν ζητά εξηγήσεις. Κοιτάζει τον Πορφυρίωνα και τους στρατιώτες σαν απελπισμένο θηρίο και διατάζει: - Αποκεφαλίστε τους! Η διαταγή εκτελείται αμέσως. Και έτσι μπαίνουν κι αυτοί στην εκλεκτή μερίδα των πιστών. Στους μάρτυρες. Η μνήμη τους εορτάζεται στις 24 Νοεμβρίου.
Το άγιο τέλος της Αικατερίνης Την άλλη μέρα πήγαν οι φρουροί την Αικατερίνη και πάλι ενώπιον του Μαξιμίνου. Κάνει μια ύστατη προσπάθεια να την καταφέρει. Της υπόσχεται να την παντρευτεί και να την κάνει νόμιμη σύζυγο, αρκεί να θυσιάσει στους θεούς. Της υπόσχεται δόξες και τιμές. Την παρακαλεί επίμονα. Έπειτα επειδή βλέπει, ότι έτσι δεν πετυχαίνει το σχέδιο του, τη βρίζει, τη φοβερίζει και την απειλεί με βασανιστήρια. Παρ' όλα αυτά όμως χάνει το παιγνίδι του. Απελπισμένος και απογοητευμένος διατάζει να την αποκεφαλίσουν στη πλατεία της πόλεως. Όταν έφτασε η μέρα και η ώρα της εκτελέσεως της μάρτυρος, πλήθος αναρίθμητο περίμενε να δει το στερνό δύσκολο δρόμο της. Οι Χριστιανοί έκλαιγαν. Οι ειδωλολάτρες της έλεγαν, πως ήταν κρίμα να φύγει πάνω στα νιάτα της, σαν δροσάτο λουλούδι, από τη ζωή, και πως έπρεπε γι' αυτό να υπακούσει στον Μαξιμίνο. Εκείνη όμως ατάραχη απαντούσε: - Μη με λυπάστε! Βαδίζω προς τον δρόμο της αιωνίας άνοιξης. Με περιμένουν τα κάλλη του ουρανού, η ευτυχία του Παραδείσου Όταν έφθασε στην πλατεία, κι ενώ δίπλα της έστεκε με το ξίφος ο δήμιος, σήκωσε πάλι τα μάτια της στον ουρανό κι ευχαρίστησε τον Χριστό. Παρακάλεσε δε στη προσευχή της, όπως το σώμα της, μετά το μαρτύριο να γίνει αθέατο και φυλαχθεί σώο και ακέραιο. Και όποιος στο ψυχορράγημα του την επικαλεσθεί να μπορεί να τον βοηθήσει. Έπειτα έκανε νεύμα στον δήμιο να εκτελέσει την διαταγή. Ένα αστραφτερό ξίφος υψώθηκε τότε, κατέβηκε με δύναμη και έκοψε την τίμια κεφαλή της Αγία Αικατερίνης. Ήταν 25 Νοεμβρίου 307 μ. Χ. Όπως αναφέρουν οι συναξαριστές δύο θαύματα έγιναν κατά την ώρα της αποκεφαλίσεως της. Το πρώτο είναι, ότι αντί για αίμα έτρεξε κατά την αποκεφάλιση της από τον λαιμό της γάλα και το δεύτερο, ότι το σώμα της εξαφανίστηκε μπροστά από τα μάτια του κόσμου, που παρακολουθούσε το τέλος της. Οι άγγελοι το μετέφεραν στη κορυφή του όρους Σινά, η οποία από τότε ονομάζεται ¨ κορυφή της Αγίας Αικατερίνης ". Εκεί σώζεται ακόμη σήμερα το λιθόκτιστο εκκλησάκι. Από το εκκλησάκι αυτό τον 8ον αιώνα μετέφεραν τα λείψανα της στην Ι. Μονή Αγίας Αικατερίνης του όρους Σινά, την οποία είχε κτίσει ο Ιουστινιανός. Εκεί φυλάσσονται ακόμη τα λείψανα της Αγίας. Επάνω στον τάφο της καίουν 9 ολόχρυσες κανδήλες.
Το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στην Αίγινα Στην Αίγινα υπάρχει Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Υπήρχε εκεί ένα εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης και θαυματουργικά βρέθηκε η εικόνα της. Δυστυχώς το εκκλησάκι αυτό το είχε ένας πολύ βλάσφημος. Το 1908 το αγόρασαν δυο καλογριές. Ο Άγιος Νεκτάριος τότε ευχαριστήθηκε πολύ. Ευχαρίστησε το Θεό που απαλλαχθήκανε από τον βλάσφημο και είπε: - Αυτό θα γίνει Μοναστήρι καλλίτερο από το δικό μας! Και πράγματι μέχρι σήμερα είναι ομορφότερο και καλλίτερο από το Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Όταν αγοράσθηκε το κτήμα εκείνο, δεν είχε νερό. Σκάψανε τριάντα μέτρα και νερό δεν βρισκόταν. Τότε ένας Αγιορείτης Ιερομόναχος, έκανε παράκληση στην Αγία με τις μοναχές. Κατέβασε κατόπιν μέσα στο ξεροπήγαδο την εικόνα, λιβάνισε και είπε με την αθώα πίστη του: - Εάν Αγία μου Αικατερίνη δεν μας βγάλεις νεράκι, δεν θα σε βγάλουμε απ' εδώ μέσα!! Την νύχτα που προσεύχονταν οι καλογριές, ακούσθηκε θόρυβος και παράξενος κρότος, το δε μικρό μοναστηράκι σείστηκε από τα θεμέλια του. - Θύμωσε, είπαν, η Αγία και θα μας καταστρέψει, γιατί την αφήσαμε μέσα στα χώματα. Το πρωί κατέβηκε ο Ιερομόναχος να βγάλει την εικόνα. Βλέπει όμως στα τοιχώματα του ξεροπήγαδου χαραγμένο ένα Σταυρό. Και είδε πως ο Σταυρός εκείνος ήταν βρεγμένος στο κάτω μέρος. Σηκώνει την εικόνα και φωνάζει στις καλογριές για το χαρμόσυνο γεγονός. Το πηγάδι έβγαλε νερό... Ε, λοιπόν, από τότε, το 1924. το νερό του πηγαδιού υπάρχει και αρκετό μάλιστα, ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες του Μοναστηριού. Πολλά θαύματα της Αγίας έχουν γίνει στο Μοναστήρι αυτό και είναι γραμμένα σε ειδικό βιβλίο. Και μόνο σ' αυτό; Άπειρα είναι τα θαύματα, που έχει κάνει η Αγία στα τόσα Μοναστήρια και τους ναούς της, που υπάρχουν στα διάφορα μέρη της γης. Τις ευχές της να έχουμε.


Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου


Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑΙ 1999

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 22 Νοεμβρίου..


ΚΥΡΙΑΚΗ Θ’ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 12, 16-21)


Κείμενο:


Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα· και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου; και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματα μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε πίε, ευφραίνου. Είπε δε αυτώ ο Θεός. άφρον· ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;


Μετάφραση:


Είπε ο Κύριος την εξής παραβολή: «Κάποιου πλουσίου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά. Τότε εκείνος σκεφτόταν και έλεγε: "τι να κάνω; Δεν έχω μέρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου! Αλλά να τι θα κάνω", είπε. "Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες για να συγκεντρώσω εκεί όλη τη σοδειά μου και τ΄ αγαθά μου. Μετά θα πω στον εαυτό μου: τώρα έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για χρόνια πολλά· ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, διασκέδαζε". Τότε του είπε ο Θεός: "ανόητε. Αυτή τη νύχτα θα παραδώσεις τη ζωή σου. Αυτά, λοιπόν, που ετοίμασες σε ποιον θα ανήκουν;" Αυτά, λοιπόν, παθαίνει όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει τον εαυτό του με ότι θέλει ο Θεός».



Σχόλια:

Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ.


«Άφρον. Ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου
απαιτούσιν από σου. Ά δε ητοίμασες τίνι έσται;»

ΠΑΘΟΣ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΟ, αρρώστια από τις πιο επικίνδυνες για τον άνθρωπο είναι η πλεονεξία. Ο απόστολος Παύλος την ονομάζει «ειδωλολατρεία» (Κολ. 3, 5) και τη θεωρεί «ρίζα πάντων των κακών» (Α’ Τιμ. 6, 10). Και ο Κύριος για να προφυλάξει τις ψυχές μας από το φοβερό τούτο πάθος διηγήθηκε την παραβολή που ακούσαμε σήμερα.
Αφορμή γι’ αυτό π’ηρε από τη διαφωνία δυο αδελφών, η οποία ανέκυψε όταν κάθισαν να μοιραστούν την πατρική κληρονομιά. Ο ένας από τους δυο απευθύνθηκε στο Χριστό ζητώντας την παρέμβαση Του. «Διδάσκαλε, ειπέ τω αδελφώ μου μερίσασθαι την κληρονομίαν μετ’ εμού». Ο Κύριος αρνήθηκε να αναμιχθεί σ’ ένα τέτοιο ζήτημα, ξένο προς την αποστολή Του: «Άνθρωπε, ποιος με διόρισε δικαστή ή μοιραστή σας, για να επιλύσω εγώ τη διαφορά σας;». βλέποντας όμως ότι κι εκείνος που αδικιόταν ήταν ένοχος, αφού δεν ήθελε να συμβιβαστεί, είπε: «Οράτε και φυλάσσεσθε από πάσης πλεονεξίας. Ότι ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού εστιν εκ των υπαρχόντων αυτού». Δηλαδή, προσέχετε και να προφυλάγεστε από κάθε είδος πλεονεξίας, διότι η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα περισσά πλούτη, ούτε τα υπάρχοντα του τού εξασφαλίζουν μακροζωΐα και ευχάριστη ζωή». Και για να δείξει ακριβώς τις κακές συνέπειες της πλεονεξίας, διηγήθηκε την παραβολή του άφρονος πλουσίου.
Άφρονα – άμυαλο καιασύνετο δηλαδή – ονομάζει ο Κύριος τον πλούσιο της παραβολής. Γιατί όμως; Που βρίσκεται η αφροσύνη του; Τριπλή μας παρουσιάζεται η αφροσύνη του σημερινού πλουσίου. Πρώτον,

διότι λησμόνησε τον Θεό.

ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΤΟΝ ! Δεν πιστεύει στον Θεό. Δεν αισθάνεται την παρουσία Του. Δεν ζητά την βοήθεια Του. Πιστεύει μόνο στα αγαθά του, στα πλούτη του και τα υπάρχοντα του. Πιστεύει στον εαυτό του, στις ικανότητες και την καπατσοσύνη του.
Αγνοώντας τον Θεό, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στα αγαθά του και μόνο. Τι θα τα κάνει. Πως θα τα συγκεντρώσει. Που θα τα αποθηκεύσει. Από την ψυχή του απουσιάζει και η παραμικρή μεταφυσική αναζήτηση. Μένει αδιάφορος και ψυχρός για οποιοδήποτε πνευματικό θέμα. Τα μάτια του έπαψαν να υψώνονται στον ουρανό. Τα χείλη του δεν κινούνται ποτέ για να ψελλίσουν δυο λόγια προσευχής. Θεός του έγινε ο πλούτος, τα υλικά αγαθά του. Αυτά εξουσιπάζουν την καρδιά του. Προσηλώθηκε σ’ αυτά με πάθος. Έγινε ένας στυγνός υλιστής.
Ακόμη αδυνατεί να τα δει και σαν δώρα του Θεού. Ότι Εκείνος έδωσε τις ευνοϊκές συνθήκες. Εκείνος τον ήλιο. Εκείνος τη βροχή. Κι έτσι καρποφόρησε πλούσια η γη του. Τίποτε από όλα αυτά δεν σκέφτεται και γι’ αυτό στα χείλη του δεν βλέπουμε ίχνος ευχαριστίας κι ευγνωμοσύνης. Ίσως μάλιστα, αν κάποιος τολμούσε να του πει κάτι τέτοιο, να τον ειρωνευόταν και να τον περιγελούσε.
Αλλά μήπως κα ισήμερα δεν συμβαίνει το ίδιο; Πόσοι και πόσοι μέσα στην αφροσύνη του πλούτου, όταν υπάρχει, ή της ακόρεστης δίψας του, όταν δεν τον έχουμε, δεν λησμονούμε τον Θεό; Δεν πιστεύουμε μόνο σε όσα βλέπουν τα μάτια μας;δεν αιχμαλωτίζεται στην ύλη η καρδιά μας; Δεν λησμονούμε τα καθήκοντα μας προς τον Κύριο; Δεν θολώνει η σκέψη μας από οικονομικούς υπολογισμούς και τα σχέδια που συνεχώς καταστρώνουμε, έστι ώστε στο νου και την καρδιά μας να μη μένει χώρος για Εκείνον; Δεν ξεχνάμε το «ευχαριστώ» και το «Δόξα σοι, Κύριε», την έκφραση δηλαδή της ευγνωμοσύνης μας για τα όσα με τόση αγάπη και απλοχεριά μας χαρίζει; Να γιατί ο απόστολος Παύλοε γράφει στον μαθητή Τιμόθεο: «Τοις πλουσίοις εν τω νυν αιώνι παράγγελλε μη υψηλοφρονείν, μηδέ ηλπικέναι επί πλούτου αδηλότητι, αλλ’ εν τω Θεώ τω ζώντι τω παρέχοντι ημίν πάντα πλουσίως εις απόλαυσιν» (Α’ Τιμ. 6, 17). Άφρονας ο πλούσιος, δεύτερον,

διότι λησμόνησε τον συνάνθρωπο του.

ΕΔΩ Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ του είναι μεγαλύτερη. Για τον Θεό ίσως μπορούσε να δικαιολογηθεί. Δεν τον έβλεπε. Αμφέβαλλε αν υπάρχει. Για τον συνάνθρωπο του, όμως; Για τον διπλανό του; Δεν έβλεπε τόσους φτωχούς και πεινασμένους να στέκονται έξω από τις αποθήκες του; Δεν άκουγε το θρήνο τόσων χηρών, το κλάμα των ορφανών, τα βογγητά των πονεμένων και των αρρώστων; Δυστυχώς όχι! Το πρόβλημα που τον πιέζει, που τον κάνει να αγωνιά, που του αφαιρεί τον ύπνο, έιναι: «Τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου;». και όταν θα συλλάβει την ιδέα επεκτάσεως των αποθηκών του, θα απορροφηθεί ολότελα από τη μέριμνα να μεταβάλλει σε πραγματικότητα τους σχεδιασμούς του.
Τι δεν θα μπορούσε να κάνει ο πλούσιος της παραβολής! Πόσα δεν θα μπορούσε να προσφέρει! Το πάθος της πλεονεξίας όμως τον έιχε κυριεύσει. Τον έκανε σκληρό, άπληστο, ατομιστή, πραγματικό καρκίνωμα της κοινωνίας.
Και το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν είναι καθόλου ξένο και στη δική μας εποχή. Και σήμερα κυκλοφορούν ανάμεσα μας άνθρωποι που διαθέτουν αμύθητο πλούτο, άφθονα υλικά αγαθά, αλλά καρδιά σκληρή, φτωχή σε αισθήματα αγάπης, άδεια από καλοσύνη και συμπόνοια. Μέσα τους θρονιάζει η πλεονεξία και η απληστία. Και βλέπουν τους άλλους σαν εργαλεία διαμέσου των οποίων επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα τους. Καταπιέζουν, εκμεταλλεύονται, αδικούν, παρανομούν, φοροδιαφεύγουν. Και όλα αυτά με μοναδικό σκοπό τον ατομικό πλουτισμό τους. Έτσι δικαιώνεται ο λόγος του σοφού Σωκράτη: «Ο των φιλαργύρων πλούτος ώσπερ ο ήλιος καταδύς εις την γην ουδένα των ζώντων ευφραίνει».
Άφρονας ο πλούτος, τρίτον,

διότι λησμόνησε και τον ίδιο τον εαυτό του.

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ παραλογισμό στον οποίο τον οδήγησε η πλεονεξία του, ξέχασε ότι ο άνθρωπος δεν έχει σκοπό να τρώει και να πίνει. Τρώει και πίνει για να συντηρείται και να πραγματοποιεί τους ιερούς σκοπούς που έθεσε στη ζωή του ο Δημιουργός. Εξαιτίας του παχυλού υλισμού του λησμόνησε ακόμη ότι η ψυχή έχει υπόσταση πνευματική. Και ότι δεν μπορούν τα υλικά πράγματα να την θρέψουν και να την ευχαριστήσουν. Είναι τόσο παράλογη η αυτοπεποίθηση του, ώστε να νομίζει ότι εξουσιάζει και τον χρόνο. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά. Αναπαύσου, φάγε, πίες, ευφραίνου»! Ξεχνά πόσο σύντομη είναι η ζωή. Πόσο γρήγορα κυλά ο χρόνος. Δεν σκέπτεται την αναπόφευκτη πραγματικότητα του θανάτου. Και τότε ακριβώς ακούγεται η φωνή της θείας δικαιοσύνης: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου. Ά δε ητοίμασας, τίνι έσται;». Ώρα φοβερή! Στιγμή αληθινά τραγική! Τέλος αξιοθρήνητο!
Αλλά και πόσοι από μας πόσοι και πόσοι δεν ολισθαίνουμε στον παραλογισμό τούτον του πλουσίου της παραβολής; Για πόσους ανθρώπους το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται στο στομάχι; Στο «τι θα φάνε, τι θα πιούν και πως θα διασκεδάσουν»; Κηρύσσουμε σε ανυπαρξία την ψυχή, σκοτώνουμε τη συνείδηση μας και παραδινόμαστε στο σφιχταγκάλιασμα της ύλης και της φθοράς! Ας μας φωνάζει ο Θεός: «Τι γαρ ωφελεί άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθεί;» (Ματθ. 16, 26). Είναι τόσος ο παραλογισμός, η αφροσύνη, που ξεχνούμε πόσο πρόσκαιρη, πόσο μάταιη, πόσο απατηλή είναι η επίγεια ζωή. Και ξεγελιόμαστε σε τέτοιο βαθμό που λησμονούμε κι αυτήν την πραγματικότητα του θανάτου! Το ότι δηλαδή θα έλθει οπωσδήποτε ο θάνατος, και μάλιστα με τρόπο αιφνίδιο και αναπάντεχο.

* * *
«Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ και μη εις Θεόν πλουτών». Με τα λόγια αυτά, αδελφοί μου, επισφραγίζει ο Κύριος την παραβολή Του. Δηλαδή, αυτό θα είναι το τέλος και εκείνου που θησαυρίζει για τον εαυτό του, για να απολαμβάνει αυτός και μόνο εγωιστικά τα αγαθά της γης, και δεν πλουτίζει σε πνευματικούς θησαυρούς, έργα αγάπης, στα οποία ευαρεστείται ο Θεός.
Πέρα από τη θεωρία του μείζονος κέρδους και τη μανία της καταναλώσεως, υπάρχει το πνεύμα και οι δικές του ανάγκες. Πέρα από τα επίγεια αγαθά υπάρχει και ο πλούτος του ουρανού. Πέρα από την ευμάρεια, τον κορεσμό του στομάχου και την μέθη των αισθήσεων υπάρχει και η ζωή του Χριστού. Πέρα από τον εαυτό μας υπάρχουν οι άλλοι, παιδιά κι αυτοί του Θεού, αδέλφια μας.
Ο πλούσιος της σημερινής παραβολής, μέσα στην αφροσύνη της πλεονεξίας του, όλα αυτά τα αντιπαρήλθε. Τα λησμόνησε. Άραγε εμείς τι κάνουμε; Μήπως τον ακολουθούμε;

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 15 Νοεμβρίου, κείμενο-ερμηνεία-σχόλια.


Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη.



Κείμενο:


Και ιδού νομικός τις ανέστη εκπειράζων αυτόν και λέγων· διδάσκαλε, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Ο δε είπε προς αυτόν· εν τω νόμω τι γέγραπται; Πως αναγινώσκεις; Ο δε αποκριθείς είπεν· αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως εαυτόν. Είπε δε αυτώ· ορθώς απεκρίθης· τούτο ποίει και ζήση. Ο δε θέλων δικαιούν εαυτόν είπε προς τον Ιησούν· και τις εστί μου πλησίον; Υπολαβών δε ο Ιησούς είπεν· άνθρωπός τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και λησταίς περιέπεσεν· οι και εκδύσαντες αυτόν και πληγάς επιθέντες απήλθον αφέντες ημιθανή τυγχάνοντα. Κατά συγκυρίαν δε ιερεύς τις κατέβαινεν εν τη οδώ εκείνη, και ιδών αυτόν αντιπαρήλθεν. Ομοίως δε και Λευΐτης γενόμενος κατά τον τόπον, ελθών και ιδών αντιπαρήλθε. Σαμαρείτης δε τις οδεύων ήλθε κατ΄ αυτόν, και ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη, και προσελθών κατέδησε τα τραύματα αυτού επιχέων έλαιον και οίνον, επιβιβάσας δε αυτόν επί το ίδιον κτήνος ήγαγεν αυτόν εις πανδοχείον και επεμελήθη αυτού· και επί την αύριον εξελθών, εκβαλών δύο δηνάρια έδωκε τω πανδοχεί και είπεν αυτώ· επιμελήθητι αυτού, και ο,τι αν προσδαπανήσης, εγώ εν τω επανέρχεσθαί με αποδώσω σοι τις ουν τούτων των τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους ληστάς; Ο δε είπεν· ο ποιήσας το έλεος μετ΄ αυτού. Είπεν ουν αυτώ ο Ιησούς· πορεύου και συ ποίει ομοίως.


Μετάφραση:


Κάποιος νομοδιδάσκαλος παρουσιάστηκε στον Ιησού, και για να τον φέρει σε δύσκολη θέση του είπε: «Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ο νόμος τι γράφει;» Εκείνος απάντησε: «Να αγαπάς τον Κύριο το Θεό σου μ΄ όλη την καρδιά σου και μ΄ όλη την ψυχή σου, μ΄ όλη τη δύναμή σου και μ΄ όλο το νου σου· και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». «Πολύ σωστά απάντησες», του είπε ο Ιησούς· «αυτό κάνε και θα ζήσεις». Εκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Ιησού: «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;» Πήρε τότε αφορμή ο Ιησούς και είπε: «Κάποιος άνθρωπος, κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα για την Ιεριχώ, έπεσε πάνω σε ληστές. Αυτοί τον ξεγύμνωσαν, τον τραυμάτισαν και έφυγαν παρατώντας τον μισοπεθαμένο. Από εκείνο το δρόμο έτυχε να κατεβαίνει και κάποιος ιερέας, ο οποίος τον είδε, αλλά τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Το ίδιο και κάποιος λευίτης, που περνούσε από εκείνο το μέρος· παρ΄ όλο που τον είδε κι αυτός, τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Κάποιος όμως Σαμαρείτης που ταξίδευε, ήρθε προς το μέρος του, τον είδε και τον σπλαχνίστηκε. Πήγε κοντά του, άλειψε τις πληγές του με λάδι και κρασί και τις έδεσε καλά. Μάλιστα τον ανέβασε στο δικό του το ζώο, τον οδήγησε στο πανδοχείο και φρόντισε γι΄ αυτόν. Την άλλη μέρα φεύγοντας έβγαλε κι έδωσε στον πανδοχέα δύο δηνάρια και του είπε: φρόντισέ τον, κι ότι παραπάνω ξοδέψεις, εγώ όταν ξαναπεράσω θα σε πληρώσω. Ποιος λοιπόν απ΄ αυτούς τους τρεις κατά τη γνώμη σου αποδείχτηκε πλησίον εκείνου που έπεσε στους ληστές;» Ο νομοδιδάσκαλος απάντησε: «Εκείνος που τον σπλαχνίστηκε». Τότε ο Ιησούς του είπε: «Πήγαινε, και να κάνεις κι εσύ το ίδιο».


ΚΥΡΙΑΚΗ Η’ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 10, 25-37)

Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ

«Πορεύου και συ ποίει ομοίως»

Μ’ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ επισφράγισε ο Κύριος την παραβολή του Καλού σαμαρείτου. Τα’ απηύθυνε στο νομικό που τον πλησίασε για να τον πειράξει ζητώντας να του πει αρχικά τι θα έπρεπε να κάνει για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή και στη συνέχεια ποιος είναι ο «πλησίον», την αγάπη προς τον οποίο ο Κύριος και ο νόμος του Θεού θεωρεί μια από τις δυο βασικές προϋποθέσεις σωτηρίας του ανθρώπου. «Πήγαινε – του είπε – και κάνε κι εσύ το ίδιο». Όχι ό,τι έκανε ο ιερεύς, που είδε τον δυστυχισμένο Σαμαρείτη πεσμένο κάτω, αιμόφυρτο, πληγωμένο, «ημιθανή τυγχάνοντα», και τον προσπέρασε. Όχι ό,τι έκανε και ο Λευΐτης – εκπρόσωπος και τούτος της τάξεως των αφιερωμένων στην υπηρεσία του Ναού του Θεού -, που τον περιεργάστηκε και συνέχισε τον δρόμο του. Αλλ’ ό,τι έκανε ποιος; Ο Σαμαρείτης. Ένας άγνωστος. Ένας αλλοεθνής. Ένας Σαμαρείτης προς ένα Ιουδαίο, παρά το γεγονός ότι αναμεταξύ τους υπήρχε μίσος και απέχθεια και δεν αντάλλασσαν ούτε απλό χαιρετισμό.
Τι ακριβώς έκανε ο καλός Σαμαρείτης; Είδε τον δυστυχισμένο άνθρωπο πεσμένο στην άκρη του δρόμου. Τον συμπόνεσε. Έσκυψε, έπλυνε τις πληγές, έδεσε τα τραύματα του, τον ανέβασε στο ζώο του, τον μετέφερε στο πανδοχείο, τον φρόντισε. Ακόμη πλήρωσε γι’ αυτόν. Έδωσε εντολή να συνεχίσουν τη φροντίδα. Και διαβεβαίωσε τον ξενοδόχο ότι θα ξαναπερνούσε για να του καταβάλει όσα, ίσως, θα δαπανούσε επιπλέον.
Αν, λοιπόν, ο νομικός ήθελε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, αν ήθελε να εκπληρώσει την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον του όφειλε να μιμηθεί τον Σαμαρείτη. Να κάνει κι αυτός το ίδιο. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως».
Την ίδια εντολή επαναλαμβάνει σήμερα και σ’ εμάς ο Κύριος. Ως χριστιανοί έχουμε ιερό χρέος να αγαπούμε τον πλησίον μας. Πως όμως; Με ποιο τρόπο; Απάντηση στο ερώτημα μας αυτό δίνει το υψηλό παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη, ο τρόπος με τον οποίο έδειξε την αγάπη του προς τον «εμπεσόντα εις τους ληστάς» συνάνθρωπο του.

Η αγάπη μας να εκφράζεται έμπρακτα

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΑ φιλάνθρωπα αισθήματα μας για τον πλησίον μας δεν πρέπει να περιορίζονται σε λόγια μόνο, σ’ εκφράσεις συμπάθειας και λύπης. Είναι ανάγκη να μεταφράζονται σε πράξεις, σε συγκεκριμένες ενέργειες. Όπως η πίστη έτσι και η αγάπη, αν δεν συνοδεύεται από τα ανάλογα έργα, είναι νεκρή και ανώφελη. Αυτή την έμπρακτη αγάπη, την αγάπη των έργων, μας δείχνει ο καλός Σαμαρείτης. Αυτήν αποζητά και ο πλησίον μας. Ο φτωχός θέλει βοήθεια. Ο πεινασμένος ψωμί. Ο γυμνός ένδυμα. Ο φυλακισμένος την επίσκεψη. Ο άρρωστος να σταθούμε δίπλα του. Ο κατάκοιτος να του συμπαρασταθούμε.
Το χρέος τούτο της έμπρακτης αγάπης υπογραμμίζει ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγοντας: «Εάν αδελφός ή μια αδελφή δεν έχουν να ντυθούν και να συντηρηθούν και κάποιος από σας τους πει Πηγαίνετε στο καλό, ζεσταθείτε και χορταστείτε, και δεν τους δώσετε τα αναγκαία για το σώμα, ποιο το όφελος; (Ιακ. 2,15-16). Τα λόγια, όσα καλά και αν είναι, δεν ωφελούν όταν ο άλλος έχει ανάγκη από την έμπρακτη αγάπη μας. «Τεκνία», μας συμβουλεύει ο ευαγγελιστής της αγάπης, «μη αγαπώμεν λόγω, μηδέ γλώσση, αλλ’ εν έρω και αληθεία» (Α’ Ιω. 3, 18).

Η αγάπη μας να εκδηλώνεται αμέσως

ΟΣΟ ΠΙΕΣΤΙΚΟΤΕΡΗ είναι η ανάγκη, τόσο ταχύτερη θα πρέπει να είναι και η ανταπόκριση της αγάπης μας. Ο Σαμαρείτης είδε τον πληγωμένο από μακριά. Έτρεξε. Πήγε κοντά του. «Ήλθε κατ’ αυτόν» λέει το Ευαγγέλιο. Κι εμείς έτσι οφείλουμε να εκδηλώνουμε την αγάπη μας. Δεν θα πρέπει να περιμένουμε να έρθει ο πλησίον μας. Να μας εκθέσει την κατάσταση του. Να ταπεινωθεί χτυπώντας την πόρτα μας και περιγράφοντας τις ανάγκες του. Εμείς πρώτοι να τον αναζητήσουμε. Να τον ανακαλύψουμε. Ας μη ξεχνούμε ότι υπάρχουν πληγές που δεν φαίνονται. Ανάγκες που αυτός που τις έχει, διστάζει, ντρέπεται να τις εκθέσει. Φτώχεια και δυστυχία που δεν βγαίνει στους δρόμους να επιδειχθεί. Υπάρχουν φτωχοί και αναξιοπαθούντες συνάνθρωποι μας, που η αξιοπρέπεια τους δεν τους αφήνει να δημοσιοποιήσουν την τραγική κατάσταση τους.
Ο Σαμαρείτης δεν είπε «είμαι βιαστικός. Πρέπει να φτάσω έγκαιρα στον προορισμό μου. Έχω υποθέσεις πολλές να τακτοποιήσω». Ούτε σκέφτηκε να αναθέσει το καθήκον της αγάπης σε κάποιον άλλον. Τίποτε από όλα αυτά δεν πέρασε από το νου του. Μόνο το χρέος του. Γι’ αυτό κατεβαίνει από το ζώο του, έρχεται κοντά στον πονεμένο και παρευθύς αρχίζει το φιλάνθρωπο έργο του.

Η αγάπη μας να είναι αποτελεσματική
Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΕΠΕΙ να είναι όσο γίνεται τελειότερη, ολοκληρωμένη. Ο Σαμαρείτης δεν αρκέστηκε να κατεβεί από το ζώο του, να πλύνει τις πληγές και να δέσει τα τραύματα, αλλά τον ανέβασε στο ζώο, τον μετέφερε στο πανδοχείο, πλήρωσε γι’ αυτόν και υποσχέθηκε πως θα ξαναπεράσει.
Κι εμείς δεν φτάνει να δίνουμε κάτι στον φτωχό για να τον «ξεφορτωθούμε», κάτι για τα μάτια. Το ενδιαφέρον μας πρέπει να είναι πηγαίο, έντονο και να εξαντλεί κάθε δυνατότητα μας. Να μεταχειριζόμαστε όσα μέσα έχουμε στη διάθεση μας. Η προσφορά μας να μην είναι μπάλωμα αλλά πραγματική ανακούφιση.

Η αγάπη μας να δραστηριοποιείται αφόβως

ΑΚΟΜΗ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να εκδηλώνουμε άφοβα την αγάπη μας. Ο Σαμαρείτης γνώριζε την περιοχή. Από την κατάσταση, άλλωστε, που αντίκρυζε καταλάβαινε ότι, ίσως πολύ κοντά, ήταν κρυμμένοι ληστές. Ο τόπος έρημος κι επικίνδυνος. Η νύχτα ερχόταν. Κι ο ίδιος διέτρεχε κίνδυνο. Εν τούτοις δεν τρομάζει. Δεν φοβάται. Τίποτε από όλ’ αυτά δεν τον εμποδίζουν να εκπληρώσει το χρέος του. Να υπακούσει στην επιταγή της συνειδήσεως του. «Φόβος», μας λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιω. 4,18).
Γι’ αυτό κι εμείς ασκώντας το χρέος της αγάπης τίποτε δεν πρέπει να φοβόμαστε. Ούτε τα σχόλια, που εύκολα μερικοί διατυπώνουν πικρόχολα, ούτε τις ειρωνίες ή τις κατηγορίες που όχι σπάνια μερικοί αβασάνιστα εκτοξεύουν. Όποιος αληθινά αγαπά γίνεται δυνατός. Αψηφά τα πάντα. Προχωρεί με οδηγό και βοηθό τον Θεό. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη», μας διαβεβαιώνει ο σοφός Σολομών (Ασμ. 8, 6).

Η αγάπη μας να είναι ανιδιοτελής

Η ΑΓΑΠΗ, ΔΙΔΑΣΚΕΙ ο απόστολος Παύλος, «ου ζητεί τα εαυτής» (Α’ Κορ. 13, 5). Βασικό γνώρισμα της γνήσιας αγάπης είναι η ανιδιοτέλεια. Όταν εκφράζουμε την αγάπη μας προς τον πλησίον, τα κίνητρα μας δεν θα πρέπει να είναι εγωιστικά. Όπως ο καλός Σαμαρείτης, έτσι κι εμείς αποβλέπουμε στην ανακούφιση του και δεν υπηρετούμε το ατομικό μας συμφέρον ή οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα.
Η επίδειξη ή η ματαιοδοξία ακυρώνουν το έργο της αγάπης. Γι’ αυτό σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ενδίδουμε στον πειρασμό να διαφημίζουμε ό,τι κάνουμε, ό,τι προσφέρουμε στο όνομα της αγάπης. Η δημοσιοποίηση αυτή – θορυβώδης προκλητικά, πολλές φορές – ταπεινώνει και πληγώνει τους συνανθρώπους μας που υποφέρουν και τους οποίους – υποτίθεται – επιθυμούμε να ανακουφίσουμε. Και επιπλέον αποδεικνύει πως ό,τι κάνουμε δεν το κάνουμε για να τους βοηθήσουμε, αλλά για το «θεαθήναι τοις ανθρώποις». Έτσι οι πράξεις μας χάνουν την αξία τους. Και δεν δικαιούμαστε να περιμένουμε την ανταμοιβή του Θεού (Ματθ. 6, 1-4).

* * *

Αδελφοί μου,
Ας κατανοήσουμε λίγο βαθύτερα την παραβολή. Ο καλός Σαμαρείτης δεν είναι άλλος από τον Κύριο μας Ιησού. Ήρθε στον κόσμο, έγινε άνθρωπος, δίδαξε και θαυματούργησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε και , τέλος, ίδρυσε την Εκκλησία Του – το μεγάλο τούτο πανδοχείο – από αγάπη και μόνο. Για χάρη μας. Για όλους εμάς τους ανθρώπους που είμασταν πεσμένοι και πληγωμένοι από τους νοητούς ληστές, τους δαίμονες. Εκείνος μας αγάπησε. Έσκυψε πάνω μας. Έπλυνε τις πληγές μας. Έδεσε τα τραύματα μας. Μας οδήγησε στην Εκκλησία Του. Και από κει μας υποδέχεται στην ουράνια Βασιλεία Του.
Αυτή την αγάπη ως θεμελιώδες χρέος ζητά κι από μας. Οφείλουμε να εμπνεόμαστε από Εκείνον. Ν’ ακολουθούμε τα ίχνη Του. Και ν’ αγαπούμε αληθινά τους άλλους, τους συνανθρώπους μας που δεν είναι ξένοι και άγνωστοι, αλλά παιδιά του Θεού, αδελφοί μας.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ

Πρόλογος .
Στην ιστορία της Εκκλησίας, αγαπητέ αναγνώστα, έχουν λάμψει εξαιρετικές μορφές Αγίων και Μαρτύρων που την ελάμπρυναν με τα κατορθώματά τους τα υπεράνθρωπα. Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών, παιδιά και άνδρες και γέροι κατάλευκοι, διαφόρου μορφώσεως και κοινωνικής τάξεως, επαγγέλματος και καταγωγής, από τον ίδιο πόθο και τα ίδια ιδανικά κινούμενοι, έδωσαν τη ζωή τους για την αγάπη του Χριστού. Μεταξύ όλων αυτών των πολυαρίθμων ταγμάτων των Μαρτύρων, είναι και η τάξις των στρατιωτικών. Μεγάλες μορφές όπως οι μεγαλομάρτυρες Δημήτριος, Γεώργιος, Ευστάθιος, Μερκούριος, Μηνάς κ.ά. κατέδειξαν ότι δεν έχει καμμιά σημασία η εργασία και η απασχόλησι η καθημερινή για την αγιότητα και την Χριστιανική ζωή γενικώτερα. Το Πνεύμα το Άγιον «όπου θέλει πνει». (Ιωαν. γ' 8). Ανεξαρτήτως εποχής, τόπου και εθνικότητος, ηλικίας και φύλου. Επομένως και σήμερα, που η κοινωνία μας έχει ανάγκην κυρίως αγίων, αυτό πρέπει να γίνη ο διακαής πόθος μας και το ύψιστον ιδανικόν, ο αγιασμός μας, η ανάπτυξι αγίων, που θ' αποτελέσουν τα πρότυπα για το ηθικό ανέβασμα της κοινωνίας μας και των νέων μας ειδικώτερα.

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΗΝΑ

Εγκαταλείπει το στράτευμα.

Ο Άγιος Μηνάς έζησε στην εποχή του βασιλιά Μαξιμιανού και καταγόταν από την Αίγυπτο, οι δε γονείς του ήταν ειδωλολάτρες. Όταν ενηλικιώθηκε, γράφτηκε στην τάξι των στρατιωτικών. Υπηρέτησε στα βασιλικά στρατεύματα, στα Νούμερα (στρατιωτικά τάγματα) τα λεγόμενα Ρουταλικά, υπό τον ηγεμόνα Αργυρίσκο, στο Κοτυάειο της Φρυγίας. Εκείνο τον καιρό ο Ταξίαρχος Φιρμηλιανός μάζεψε στρατιώτες και επήγε στην Μπαρμπαριά -έτσι ωνομαζόταν τότε η Β. Αφρική- για να την υπερασπίση από εχθρούς. Μαζί με τους στρατιώτες, που πήρε, ήταν και ο Άγιος Μηνάς, που ξεχώριζε τόσο για την ανδρεία του όσο και για τη φρόνησί του. Κάποια ημέρα δόθηκε διαταγή από το βασιλιά οι στρατιώτες να συλλαμβάνουν τους Χριστιανούς και να τους βασανίζουν μέχρι ν' αρνηθούν την πίστι τους. Ο Μηνάς εμίσησε αυτό το ασεβές πρόσταγμα και αφήνοντας τη στρατιωτική ζωή έφυγε και ανέβηκε στο βουνό, όπου ήταν πάνω από το Κοτυάειο. Προτίμησε να ζη με τα θηρία, παρά να βρίσκεται με τους εχθρούς του Χριστού ειδωλολάτρες. Εκεί έμεινε αρκετό καιρό καθαρίζοντας συνεχώς τον εαυτό του με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Άναψε στην καρδιά του ο πόθος της ομολογίας και του μαρτυρίου.

Ομολογία ενώπιον του ηγεμόνος.

Μια μέρα, λοιπόν, που είχαν μεγάλο πανηγύρι οι ειδωλολάτρες, κατέβηκε από το βουνό και μέσα στο πλήθος κήρυξε το Χριστό Θεό αληθινό, λέγοντας:
- Μάθετε καλά, ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός, αυτά δε που σεις λατρεύετε είναι ξύλα αναίσθητα. Όλοι συγκεντρώθηκαν γύρω του γεμάτοι απορία για το πώς τόλμησε αυτός μόνος να παρουσιασθή μπροστά. Όσοι πάλι ήσαν κρυφοί Χριστιανοί χάρηκαν για το θάρρος του Αγίου. Οι ειδωλολάτρες έπιασαν τον Άγιο και κτυπώντάς τον τον έφεραν μπροστά στον ηγεμόνα της πόλεως Πύρρο. Ο Πύρρος σεβάστηκε τον Άγιο εξ αιτίας της ηλικίας του -ήταν τότε πενήντα ετών- και της σεβασμίας μορφής του. Τον ρώτησε, λοιπόν, με ημερότητα:- Ποιος είσαι, άνθρωπέ μου, από πού είσαι και ποια είναι η θρησκεία σου;- Πατρίδα μου είναι η Αίγυπτος, αποκρίθηκε ο Άγιος, ονομάζομαι Μηνάς και ήμουν κάποτε στρατιώτης. Επειδή όμως είσθε ασεβείς και ειδωλολάτρες, άφησα το στράτευμα και πήγα στο βουνό. Τώρα δε ήλθα να παρουσιασθώ μπροστά σε όλους και να ομολογήσω την πίστι μου στον Χριστό, για να με ομολογήση και εκείνος σαν δούλο του στην βασιλεία των ουρανών, όπως το λέγει και μόνος του: «Όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς». Θυμωμένος ο Πύρρος από την απάντησι, διατάζει την φυλάκισι του Μηνά μέχρι να σκεφθή πως θα τον θανατώση. Το άλλο πρωί, αφού είχε τελειώσει πλέον η εορτή, έφερε πάλι ο ηγεμόνας τον Άγιο μπροστά του και τον κατηγόρησε για δύο λόγους: Πρώτα διότι άφησε την υπηρεσία του βασιλιά στο στρατό και δεύτερο επειδή τόλμησε να μιλήση με ασέβεια εμπρός σε τόσο πλήθος κατά την διάρκεια της εορτής. Ο Άγιος τότε με θάρρος προσπάθησε ν' απολογηθή:- Ναι, άρχοντα, έτσι πρέπει να ομολογούμε φανερά και με θάρρος και να μην φοβούμεθα, καθώς εκείνος είπε: «από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι' 28), αλλά να τον κηρύττωμε με την καρδιά και με τα λόγια, όπως ο Απόστολος Παύλος μας δίδαξε λέγοντας: «Καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. ι' 10).- Βλέπω, Μηνά, ότι δεν είσαι νέος άμυαλος, για να μην καταλαβαίνης το συμφέρον σου. Βρίσκεσαι πλέον σε γεροντική ηλικία. Μη φανής ανόητος και αφήσης τη γλυκειά ζωή προτιμώντας τον θάνατο. Σκέψου φρόνιμα και θα τιμηθής από τον βασιλιά, αλλά και οι θεοί θα σε συγχωρήσουν και ας τους ύβρισες χθες. Ο Άγιος γέλασε μ' αυτά τα λόγια και αποκρίθηκε:- Τίποτα δεν είναι ικανό να με χωρίση από την αγάπη του Χριστού μου, ούτε τιμές, αλλά ούτε και βασανιστήρια. Δοκίμασε, αν θέλης, και θα δης.Βασανιστήρια σκληρά
Τότε ο Πύρρος με πολύ θυμό λέγει στους στρατιώτες:
- Πιάστε αυτόν τον ασεβή και τεντώστε τα μέλη του και κτυπήστε τον αλύπητα, για ν' απολαύση ό,τι ζητάει. Δυο και τρεις φορές άλλαξαν οι στρατιώτες, επειδή εκουράζοντο, αλλά ο Άγιος καρτερικά υπέμενε, ώστε όλοι απορούσαν και τον θαύμαζαν. Κάποιος παλιός φίλος του Αγίου, στρατιώτης, που λεγόταν Πηγάσιος, βλέποντας το καταπληγωμένο σώμα του Αγίου, τον πλησίασε και του λέγει:- Δεν βλέπεις, Μηνά, ότι διαλύθηκε το σώμα σου από τις πληγές; Θέλεις να πεθάνεις άδικα; Πες, ότι θα θυσιάσης και ο θεός σου θα σε συγχωρήση, γιατί βλέπει ότι δεν το κάνεις με τη θέλησί σου. Ο Άγιος τότε με ιερή αγανάκτησι του απαντά:
- «Απόστητε απ' εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ψαλμ. στ' 9). Φύγε από μένα εχθρέ της αλήθειας που δεν είσαι φίλος. Εγώ τον Χριστό μου μόνο λατρεύω και θα με δυναμώση να υποφέρω τις πληγές. Βλέποντας ο Πύρρος το άκαμπτο φρόνημα του Αγίου διέταξε να τον δέσουν ψηλά σε ξύλο όρθιο και με σιδερένια νύχια να του σχίζουν τις σάρκες του. Ενώ ο Άγιος υφίστατο αυτό το σκληρό μαρτύριο, ο άρχοντας τον περιέπαιζε λέγοντας:- Κατάλαβες, Μηνά, καθόλου πόνο στο σώμα σου, ή θέλεις να σου προσθέσωμε κι άλλες τιμωρίες για να χαρής περισσότερο;- Τι νομίζεις, άρχοντα, ότι με τέτοια παιγνίδια θα με αποσπάσεις από την ορθή πίστι; αποκρίνεται ο Μηνάς.- Άφησε την κακή επιμονή, Μηνά, και δήλωσε υποταγή στον βασιλιά Μαξιμιανό, τον συμβουλεύει ο Πύρρος.- Δεν αρνούμαι εγώ, άρχοντα, τον αιώνιο και ουράνιο Βασιλιά για να υποταχθώ στο φθαρτό και γήινο. Βλέποντας ο Πύρρος την σταθερότητα του Αγίου προσπαθεί με άλλον τρόπο να τον κερδίση.- Ποιος είναι αυτός ο αιώνιος βασιλιάς, Μηνά;- Ο Ιησούς Χριστός είναι, ο Υιός του Θεού, εις τον οποίον υποτάσσεται γη και ουρανός.- Και δεν ξέρεις ότι γι' αυτό το όνομα οργίζονται οι αυτοκράτορες και διατάζουν να τιμωρούμε χωρίς έλεος; - Αν οργίζωνται οι αυτοκράτορες, εμένα δεν με στενοχωρεί, ούτε το σκέπτομαι. Εγώ έχω ένα σκοπό να πεθάνω ομολογώντας το Χριστό, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. η' 35). Στη συνέχεια ο Μάρτυρας υπομένει σειρά βασανιστηρίων. Του τρίβουν το πληγωμένο σώμα με τρίχινο ύφασμα ή του καίουν τα μέλη με αναμμένες λαμπάδες. Τα λόγια του κατά την ώρα των φοβερών μαρτυρίων είναι:- Σήμερα βγάζω τα δερμάτινα ενδύματα της αμαρτίας και παίρνω το φωτεινό ένδυμα της βασιλείας του Θεού. Έχω τον Χριστό μου βοηθό, που είπε να μην φοβούμεθα «από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι». Ο Πύρρος απορούσε με την συμπεριφορά του μάρτυρος και του λέγει:- Πες μου, Μηνά, από πού σου ήλθε τόση σοφία και απαντάς έτσι εσύ ένας στρατιώτης συνηθισμένος σε πολέμους και σφαγές;
- Ο Θεός μου μου δίνει την σοφία για να ελέγχω την ασέβειά σας. Αυτός είπε: Όταν πάτε μπροστά σε τυράννους για το όνομά μου μη σκεφθήτε τι θα πήτε, διότι θα σας δοθή εκείνη την ώρα σοφία»η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ. κα' 15).
- Εγνώριζε ο Χριστός σας, ότι πρόκειται οι Χριστιανοί να τιμωρηθήτε από μας; ρωτά ο Πύρρος.
- Επειδή είναι αληθινός Θεός, βεβαίως το εγνώριζε.
Ο άρχοντας δεν ήξερε πλέον τι άλλο να πη και προσπαθεί πάλι να επιτύχη το σκοπό του λέγοντας:
- Άφησε τα μάταια λόγια, Μηνά, και διάλεξε ένα από τα δύο: ή την φιλία σου με μας κερδίζοντας την ζωή σου, ή την ομολογία στο Χριστό σου κερδίζοντας τον θάνατο.
Και ο Άγιος:
- Με τον Χριστό μου ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντα.
- Σε λυπάμαι, Μηνά, να σε θανατώσω. Έχεις μια ώρα ακόμα να σκεφθής και να αποφασίσης για την σωτηρία σου.
- Και δέκα χρόνια να μ' αφήσης δεν πρόκειται να αποφασίσω κάτι άλλο από αυτό: να κηρύττω τον Χριστό μου Θεό αληθινό και να ονομάζω τους δικούς σας θεούς ξύλα και δαιμόνια.

Μαρτυρικό τέλος του Αγίου.

Τα βασανιστήρια συνεχίσθηκαν σκληρότερα μέχρι που ένας από τους στρατιώτες του άρχοντα που λεγόταν Ηλιόδωρος, συμβούλευσε τον Πύρρο λέγοντας:
- Αφέντη μου, οι Χριστιανοί, όπως και συ ξέρεις, είναι πολύ επίμονοι και δεν αλλάζουν γνώμη. Για να απαλλαγής, λοιπόν, απ' αυτόν, διάταξε να τον αποκεφαλίσουν. Ο Πύρρος συμφώνησε και έδωσε εντολή για την θανάτωσι με αποκεφαλισμό. Ενώ εβάδιζε ο Άγιος για τον τόπο της καταδίκης του, είπε σε μερικούς κρυφούς Χριστιανούς, που ακολουθούσαν:
- Σας παρακαλώ μετά τον θάνατό μου να πάρετε το σώμα μου και να το πάτε στην πατρίδα μου την Αίγυπτο. Μόλις έφθασαν στο καθωρισμένο μέρος, ο Μάρτυρας ύψωσε τα χέρια του και προσευχόμενος έλεγε:- Σ' ευχαριστώ, Κύριε, γιατί με αξίωσες να γίνω κοινωνός των παθημάτων. Σ' ευχαριστώ γιατί με κράτησες σταθερό στην ομολογία μου. Σε παρακαλώ, παράλαβε την ψυχή μου στην βασιλεία Σου. Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του Αγίου. Τον αποκεφάλισαν στις 11 Νοεμβρίου. Το σώμα του και το κεφάλι του το έρριξαν στη φωτιά. Ό,τι απέμεινε το πήραν οι Χριστιανοί και το πήγαν στην Αίγυπτο, κατά την παραγγελία του Αγίου.

Θαύματα.

Ο Μεγαλομάρτυρας Μηνάς έλαβε την χάρι να κάνη θαύματα, μερικά από τα οποία αναφέρομε:
1) Κάποιος Χριστιανός πλούσιος υποσχέθηκε να δωρίση ένα δίσκο αργυρό στην εκκλησία του Αγίου. Πήγε, λοιπόν, στον χρυσοχόο και του είπε να κατασκευάση δύο δίσκους και να γράψη επάνω στον ένα το όνομα του Αγίου και στο άλλο το δικό του. Όταν πήγε να τους πάρη, είδε ότι του Αγίου ήταν ωραιότερος, τον κράτησε, λοιπόν, χωρίς να σκεφθή, για δικό του. Ταξιδεύοντας στην θάλασσα του έφερε ο υπηρέτης του, ενώ έτρωγε, τον δίσκο του Αγίου με φαγητά. Όταν τελείωσε το γεύμα ο υπηρέτης πήρε τον δίσκο για να τον πλύνη στη θάλασσα, του έφυγε όμως από τα χέρια του και έπεσε στο βυθό. Ο υπηρέτης φοβήθηκε και έπεσε κι αυτός στη θάλασσα για να τον βρη. Βλέποντας αυτά ο αφέντης του κατάλαβε το σφάλμα του και έλεγε:- Αλλοίμονό μου, επειδή κράτησα το δίσκο του Αγίου έχασα και τον δούλο μου. Θεέ μου, σε παρακαλώ να βρω έστω το λείψανο του δούλου μου και να προσφέρω δυο δίσκους στον Άγιο. Βγήκε από το πλοίο και έψαχνε στην παραλία ελπίζοντας να δη το νεκρό δούλο του. Τότε βλέπει τον υπηρέτη του ζώντα να βγαίνη από τη θάλασσα κρατώντας τον δίσκο του Αγίου. Όλοι όσοι ταξίδευαν με το πλοίο είδαν το θαύμα και εδόξασαν τον Θεό. Ο δε δούλος διηγήθηκε τα εξής:- Μόλις έπεσα στη θάλασσα ήλθαν και με πήραν τρεις άνδρες. Ο ένας ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία και φορούσε στρατιωτική στολή, ο άλλος ήταν πολύ νέος και ο τρίτος ήταν διάκονος. Αυτοί από τον βυθό με ωδήγησαν μέχρι την παραλία. Οι τρεις εκείνοι άνθρωποι ήταν ο Άγιος Μηνάς, ο νέος ήταν ο Άγιος Βίκτωρ και ο διάκονος ο Άγιος Βικέντιος, οι οποίοι μαρτύρησαν την ίδια ημέρα (11 Νοεμβρίου). Ο Άγιος Βίκτωρ στις 11 Νοεμβρίου του 160, ο Άγιος Βικέντιος στις 11 Νοεμβρίου του 235 και ο Άγιος Μηνάς στις 11 Νοεμβρίου του 296.2) Άλλοτε πάλι ήρθαν στον Ναό του Αγίου ένας χωλός και μια γυναίκα βωβή, για να ζητήσουν θεραπεία. Κατά τα μεσάνυχτα ενώ κοιμόντουσαν, παρουσιάζεται ο Άγιος στο χωλό και του λέγει:- Τώρα που είναι ησυχία πήγαινε και πάρε το σκέπασμα της βωβής και θα γίνης καλά. Τραβώντας το σκέπασμα ο χωλός ετρόμαξε η βωβή και εφώναξε κατηγορώντας τον χωλό, εκείνος πάλι ντροπιάσθηκε και έφυγε τρέχοντας. Έτσι θεραπεύθηκαν και οι δύο.3) Κάποιος Εβραίος είχε φίλο κάποιο Χριστιανό, στον οποίον εμπιστευόταν χρήματα όταν επρόκειτο να ταξιδέψη. Μια φορά, λοιπόν, του άφησε πεντακόσια νομίσματα. Όταν γύρισε ο Εβραίος ο Χριστιανός αρνήθηκε λέγοντας:- Αυτή τη φορά δεν μου άφησες τίποτα. Τι μου ζητάς λοιπόν; Ο Εβραίος ξαφνιάστηκε από την συμπεριφορά του φίλου του και του πρότεινε:- Για να διαλυθή αυτή η αμφιβολία, επειδή δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας όταν σου παρέδωκα τα χρήματα, να πάμε στο Ναό του Αγίου Μηνά να δηλώσης με όρκο, ότι δεν πήρες τα πεντακόσια νομίσματα. Πήγαν λοιπόν, χωρίς αργοπορία και ο Χριστιανός αρνήθηκε με όρκο. Μόλις βγήκαν από τον Ναό ανέβηκαν στα άλογά τους για να φύγουν. Του Χριστιανού το άλογο ήταν αγριεμένο και σε μια στροφή τον έρριξε κάτω. Δεν κτύπησε αλλά έχασε το κλειδί του και τη χρυσή σφραγίδα του. Συνέχισαν τον δρόμο τους και σταμάτησαν κάπου για να φάνε. Ενώ έτρωγαν βλέπει ο Χριστιανός τον δούλο του να έρχεται τρέχοντας κρατώντας στο ένα χέρι το κλειδί και τη σφραγίδα του και στο άλλο το βαλάντιο με τα χρήματα του Εβραίου. Έκπληκτος ο Χριστιανός ρώτησε τον υπηρέτη του:- Τι είναι όλα αυτά; Και εκείνος αποκρίθηκε:- Κάποιος γρήγορος καβαλάρης ήλθε στην κυρία μου και δίνοντάς της το κλειδί και την σφραγίδα σου της είπε: «Στείλε γρήγορα το βαλάντιο του Εβραίου στον άνδρα σου για να μην κινδυνεύση η ζωή του. Ο Εβραίος χαρούμενος και ο Χριστιανός μετανοιωμένος για την πράξι του γύρισαν στον Ναό και ο μεν Εβραίος παρακαλούσε να βαπτισθή, ο δε Χριστιανός ζητούσε συγχώρησι για τον ψεύτικο όρκο του.4) Κατά το έτος 1826, την εποχή του τρόμου και των σφαγών, οι Τούρκοι του Ηρακλείου Κρήτης ενόμισαν ότι κατάλληλη ευκαιρία να εκδηλώσουν την μανία τους κατά των Χριστιανών ήταν η ημέρα του Πάσχα, 18 Απριλίου, οπότε θα εύρισκαν μαζεμένους τους Χριστιανούς στον Μητροπολιτικό ναό, που έφερε το όνομα του Αγίου Μηνά. Κατά την ώρα που διαβαζόταν το Ευαγγέλιο κύκλωσαν οι άπιστοι τον ναό με σκοπό να αρχίσουν την σφαγή. Ξαφνικά όμως κάποιος γέρος εμφανίζεται έφιππος και τρέχει γύρω από την εκκλησία με γυμνό ξίφος διώχνοντας τους εχθρούς. Οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, επειδή καταλήφθηκαν από περίεργο φόβο. Έτσι ο Μεγαλομάρτυς Μηνάς έσωσε τους πιστούς. Οι Τούρκοι έκαναν σύγχυσι και ενόμισαν ότι ο Άγιος ήταν ο πρώτος των προκρίτων, που τον έστειλε ο Διοικητής της πόλεως για να μεταιώση τη σφαγή. Πήγαν, λοιπόν, στο Διοικητή και διαμαρτυρήθηκαν. Αυτός όμως δεν γνώριζε τίποτε, διεπιστώθη δε ότι ο πρώτος των προκρίτων δεν είχε φύγει καθόλου από το σπίτι του εκείνη τη νύχτα. Έτσι το θαύμα διαδόθηκε από τους ίδιους τους Τούρκους, πολλοί από τους οποίους κάθε χρόνο προσέφεραν και δώρα στον Άγιο.Γι' αυτό το θαύμα έγινε σύσκεψι μεταξύ των επισκόπων Αρκαδίας Μαξίμου, Σητείας Μελετίου και Πέτρας Δωροθέου και θεσπίσθηκε κάθε χρόνο την Τρίτη της Διακαινησίμου να εορτάζεται το θαύμα. Αυτήν την ημέρα, που θεωρείται η δεύτερη ετήσια εορτή του Αγίου, εκτίθεται σε προσκύνησι στην Μητρόπολι το άγιο λείψανο.5) Άλλο θαύμα του Αγίου έγινε κατά τις δύσκολες ημέρες του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1939-1945). Μετά την κατάκτησι της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος λίγος Ελληνικός στρατός πέρασε στην Αίγυπτο, πατρίδα του Αγίου, και από εκεί συνέχισε να μάχεται για την απελευθέρωσι της σκλαβωμένης Ελλάδος. Σπουδαία ήταν η μάχη του Ελ Αλαμέιν (1942), όταν οι συμμαχικές δυνάμεις ανέκοψαν την πορεία του Ρόμμελ. Το όνομα του Ελ Αλαμέιν είναι Αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά, πήρε δε αυτό το όνομα διότι εκεί βρίσκεται Ναός του Αγίου Μηνά και υπάρχει και η παράδοσι ότι εκεί ήταν και ο τάφος του Αγίου. Όταν, λοιπόν, οι στρατιές του Ρόμμελ εβάδιζαν κατά της Αλεξανδρείας, έφθασαν στο Ελ Αλαμέιν και εστρατοπέδευσαν εκείνη τη νύχτα για να επιτεθούν το πρωί. Αυτή τη νύχτα είδαν μερικοί ευσεβείς να βγαίνη από τα ερείπια του ναού αυτού ο Άγιος και να οδηγή καμήλες, όπως ακριβώς εικονίζεται σε μια τοιχογραφία, όταν έσωσε κάποιο καραβάνι. Τους εχθρούς τους κατέλαβε πανικός και η έκτασις της καταστροφής ήταν μεγάλη. Αυτό το θαύμα εκτιμώντας οι αλλόδοξοι σύμμαχοι πρόσφεραν στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον τόπο εκείνο για να ξανακτισθή ο Ναός του Αγίου και να ιδρυθή και Μοναστήρι.


Την μνήμη του Μεγαλομάρτυρα Μηνά εορτάζει η Εκκλησία μας στις 11 Νοεμβρίου.