Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009


ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ


Διαθέτουμε το εργόχειρο μας, για την αναστύλωση της Ιεράς Καλύβης Υπαπαντής Του Κυρίου στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους. Σε λογικές τιμές διαθέτουμε: κομποσκοίνια, λιβάνι σε διάφορα αρώματα, σταυρουδάκια, εικόνες από κερί-μαστίχα-λιβάνι, φυλακτά από τα Ιεροσόλυμα, Σταυρούς ξύλινους από τα Ιεροσόλυμα, εικόνες διαφόρων αγίων και βιβλία διαφόρων ορθοδόξων συγγραφέων που μας τα έδωσαν δωρεάν και τα δίνουμε σε συμβολική τιμή, ημερολόγια του νέου έτους 2010 τσέπης και τοίχου. Τα έσοδα από την πώληση των παραπάνω θα διατεθούν για την αναστύλωση της Ιεράς Καλύβας. Δυστυχώς η Ιερά Καλύβη δεν έχει αλλά έσοδα. Τα μοναδικά έσοδα είναι η πώληση του εργόχειρου. Δυστυχώς το έργο αναστύλωσης δεν το χρηματοδοτεί κάποιο πρόγραμμα οικονομικό όποτε η πώληση του εργόχειρου είναι τα μοναδικά έσοδα για την αναστύλωση. Η βοήθεια σας αγαπητοί αδελφοί είναι αναγκαία. Περισσότερες πληροφορίες στο e-mail:
ergoxeiro2009@gmail.com

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009


Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ
ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
ΠΑΣΑΛΟ ΤΟΝ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΙΕΧΩΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ



Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας.

Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν.

Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία διασώζει μόνη Αυτή ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως Αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.

Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.
Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6:13), διότι « ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι,»(Α΄Κορ. 1:17»,επιεδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (1 Κορ.1:30) ως ο «Εσταυρωμένος» (1 Κορ.1:23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως έσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5:8-10).

Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3:1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.

Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄ Ιωάν.4:8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή.

Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως.

Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμωνος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν. γ΄ κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν.

Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά φυλακτήρια του παρελθόντος.

Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν, ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο!.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ’ αυτού τον ονομάζουν πάσαλο. Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την ονομασία του Σταυρού με ξύλο!

Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά.

Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει»(Ρωμ.6:8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν.

Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος. «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας.

Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.



Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009




Υμνολογική εκλογή.
Απολυτίκιον. Ήχος δ’.


Η γέννησίς σου Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη” εκ σου γαρ ανέτειλεν ο Ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο θεός ημών’ και λύσας την κατάραν, έδωκε την ευλογίαν’ και καταργήσας τον θάνατον, εδωρήσατο ημίν ζωήν την Αιώνιον.


Η γέννησή Σου, Θεοτόκε, μήνυσε την χαράς σε όλη την οικουμένη, γιατί από Σένα σαν άλλος ήλιος, ανέτειλε ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Χριστός και Θεός μας. Και αφού διέλυσε την κατάρα των πρωτοπλάστων, μας δώρισε την ευλογία’ και αφού κατάργησε τον θάνατο, μας χάρισε την αιώνια ζωή.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Αυτόμελον.
Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα, εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν, Άχραντε, εν τη αγία γεν¬νήσει σου’ αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων, λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι, η στείρα τίκτει την θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.
Ο Ιωακείμ και η Αννα ελευθερώθηκαν Αχραντε Θεοτόκε, από το όνειδος της ατεκνίας, και ο Αδάμ και η Εύα από την καταστροφή του θανάτου με την αγία γέννησή Σου. Αυτή λοιπόν την γέννηση εορτάζει και ο πιστός λαός Σου, Θεοτόκε, λυτρωμένος από την ενοχή της αμαρτίας, και γι’ αυτό χαρούμενος κραυγάζει: Η στείρα γεννά την Θεοτόκο και συγχρόνως αυτήν που τρέφει την ζωή μας.


Ο Οίκος.
Η προσευχή ομού καϊ στεναγμός, της στειρώσεως και ατεκνώσεως Ιωακείμ τε και Άννης, ευπρόσδεκτος, και εις τα ώτα Κυρίου ελήλυθε, και εβλάστησαν καρπόν ζωηφόρον τω κόσμω’ ο μεν γαρ προσευχήν εν τω όρει ετέλει, η δε εν παραδείσω όνειδος φέρει’ αλλά μετά χαράς, η στείρα τίκτει την θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.
Η προσευχή μαζί και ο στεναγμός για τη στείρωση και την ατεκνία του Ιωακείμ και της Αννας, έφθασε στα «αυτιά» του Θεού ευπρόσδεκτη, και βλάστησαν καρπό που έδωσε ζωή στη γη και στους ανθρώπους. Ο μεν Ιωακείμ στο όρος προσευχόταν, η Άννα δε έκανε την προσευχή της μέσα στον κήπο, υποφέροντας από την ντροπή της ατεκνίας. αλλά τελικά η στείρα Άννα έτεκε την Θεοτόκο, και τροφό της ζωής μας.


Συναξάριον
Τη Η’ του αυτού μηνός (Σεπτεμβρίου), το Γενέθλιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.
Στίχοι. Πάσας αληθώς, Άννα, νικάς μητέρας,Μήτηρ έως αν ση γένηται θυγάτηρ.Εξάγαγε προς φως θεομήτορα ογδόη Άννα.
Ολες τις μητέρες τις νικάς, Αννα, μέχρι να γίνει μητέρα η Κόρη σου!Στο φως της ζωής έφερε η Αννα την Θεοτόκο κατά την όγδοη ημέρα του Σεπτεμβρίου.
Τη αυτή ημερα οι άγιοι αυτάδελφοι, Ρούφος και Ρουφιανός, ξίφει τελειούνται.Στίχοι. Κλίνων εαυτόν Ρουφιανός τω ξίφει,Μένω σε, φησί, Ρούφε, μη μέλλης, έπου.Γέρνοντας το κεφάλι του στο ξίφος ο Ρουφιανός, λέγει στο Ρούφο τον αδελφό του: Σε περιμένω, Ρούφε, μην αργείς: ακολουθησέ με.
Τη αυτή ημέρα ο άγιος Σεβήρος ξίφει τελειούται.Στίχοι. Έτοιμος ειμί προς το πάν οίσειν πάθος,Σεβήρος είπε” και προς με το ξίφος.Είναι έτοιμος να υπομείνω κάθε πάθος για τον Χριστό, είπε ο Σεβήρος, ακόμη και το ξίφος.
Τη αυτή ημέρα ο άγιος Αρτεμίδωρος πυρί τελειούται.Στίχοι. Αρτεμίδωρος ως καθάλλεσθαι σθένει,Και του πυρός φλέγοντος έργω δεικνύει.
Ταις των Σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.


Εξαποστειλάριον. Γυναίκες ακουτίσθητε.
Αγάλλονται τα πέρατα, της οικουμένης σήμερον, εν τη γεννήσει σου Κόρη, θεοκυήτορ Μαρία, και απειρόγαμε νύμφη’ εν η και των φυσάντων σε, το λυπηρόν διέλυσας, της ατεκνίας όνειδος, και της Προμήτορος Εύας, την εν τω τίκτειν κατάραν.
Σήμερα σκιρτούν από αγαλλίαση τα πέρατα του κόσμου για τη γέννησή Σου, Κόρη, αφού γέννησες τον Θεό, Μαρία, συ η άγαμη νύμφη του Χριστού. Με τη γέννησή Σου διέλυσες τη ντροπή των γονέων Σου για την ατεκνία τους αλλά και την κατάρα που δέχθηκε η Εύα για το αμάρτημα στον Παράδεισο.


Έτερον, όμοιον.
Αδάμ ανακαινίσθητι, και Εύα μεγαλύνθητι’ Προφήται συν Αποστόλοις, χορεύσατε και Δικαίοις’ κοινή χαρά εν τω κόσμω, Αγγέλων τε και ανθρώπων’ εκ των Δικαίων σήμερον, Ιωακείμ και της Άννης, γεν¬νάται η Θεοτόκος.
Αδάμ, σήμερα γίνεσαι καινούριος’ και η Ευα αναδεικνύεται μεγάλη μετά την πτώση’ οι προφήτες και οι απόστολοι μαζί με όλους τους δικαίους χορέψτε από χαρά, γιατί υπάρχει μεγάλη κοινή χαρά στον κόσμο, αφού από τους δικαίους Ιωακείμ και Αννα γεννάται η Θεοτόκος.


Δόξα. Και νυν των αίνων. Ήχος πλ. β’.
Αύτή ημερα Κυρίου, αγαλλιάσθε λαοί” ιδού γαρ του φωτός ο νυμφών,
και η βίβλος του λόγου της ζωής, εκ γαστρός προελήλυθε’ και η κατά ανατολάς πύλη αποκυηθείσα, προσμένει την είσοδον, του Ιε¬ρέως του Μεγάλου” μόνη, και μόνον εισάγουσα Χριστόν εις την οικουμένην, προς σωτηρίαν των ψυχών ημών.


Αυτή είναι η ημέρα του Κυρίου. Χαρείτε με αγαλλίαση όλοι οι λαοί του κόσμου. Τώρα να, μπροστά μας η Παναγία που είναι το νυφικό δωνάτιο του Χριστού, το φως του κόσμου, και η βίβλος που μέσα της γράφεται ο Λόγος του Θεού, προέρχεται από την μητέρα της την Αννα. Και η πύλη που στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται προφητικά, ανοίγει, και περιμένει την είσοδο του Μεγάλου ιερέως. Μόνη αυτή εισάγει μόνο τον Χριστό στην οικουμένη, για την σωτηρία μας.


Μεγαλυνάριον. (Εκ του ενιαυσίου στεφάνου.)
Σήμερον γεννάται περιφανώς, εξ επαγγελείας, η Θεόνυμφος Μαριάμ, η προορισθείσα, τω Λόγω προ αιώνων’ υμνήσωμεν ουν πάντες, ταύτης την γέννησιν.
Σύμερα γεννάται με δόξα και φανερή σε όλους η Νύμφη του Θεού Μαριάμ, μετά από την υπόσχεση του Θεου, αυτή που προ των αιώνών έχει προορισθεί για τον Λόγο Χριστό. Ελάτε λοιπόν να υμνήσουμε όλοι την γέννησή της.


Απόδοση Μοναχής Θεοδοσίας.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009


Ο ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ, Η ΜΟΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ*


π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου


O άνθρωπος είναι το «κατ' εικόνα» του Θεού και επομένως η ζωή του, για να ανταποκριθεί στην αληθινή του φύση, πρέπει να είναι μικρογραφία της ζωής του Θεού. Επειδή ο Θεός είναι Τριαδικός, και ο άνθρωπος καλείται να γίνει «Τριαδικός», ζώντας «Τριαδικά», δηλαδή τη ζωή της πλήρους ενότητας και της ολοκληρωτικής αγάπης. Σε μια τέτοια ζωή καλεί τον άνθρωπο ο Τριαδικός Θεός που είναι το αρχέτυπο του άνθρωπου. Η ζωή της αγάπης δεν ανταποκρίνεται μόνο στην αληθινή φύση του ανθρωπου, αλλα οδηγεί τον άνθρωπο και στην αληθινή Θεογνωσία.
«Όποιος δεν αγαπά, δεν εγνώρισε τον Θεό, διότι ο Θεός είναι αγάπη. Με τούτο εφανερώθη η αγάπη του Θεού σ' εμάς: ότι τον Υιόν Του τον μονογενή έστειλε ο Θεός εις τον κόσμο, δια να ζήσωμε δι' αυτού. Εις τούτο συνίσταται η αγάπη, όχι εις το ότι εμείς αγαπήσαμε τον Θεόν, αλλ' ότι αυτός μας αγάπησε και έστειλε τον Υιόν Του ως ιλασμόν δια τας αμαρτίας μας. . . Με τούτο ξέρομεν ότι μένομεν εν αυτώ και αυτός εν ημίν, διότι μας έδωκε από το Πνεύμα Του» (Α' Ιω. δ' 813). Η μεγάλη ελπίδα του ανθρώπου, το νόημα της ζωής του, είναι η κοινωνία της αγάπης, που δεν περιλαμβάνει μόνο στους συνανθρώπους, αλλά αποτελεί ενότητα και αρμονία με τον ίδιο τον εαυτό μας και με τον Θεό, που είναι η ζωή! Αυτή η Θεοκοινωνία (Β' Πέτρ. α' 4), κατά την οποία ο άνθρωπος «μένει εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ» (Α Ίω. δ' 16 Πρβλ. Ίω. ιζ' 2026) εξασφαλίζεται με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος του Θεού (Α' Ίω. δ' 13), με το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος (Α' Ίω. β' 2027), που είναι η σφραγίδα του Θεού (Αποκ. Θ' 4). Εάν ο Υιός, που εστάλη από τον Πατέρα, «δια να ζήσωμεν δι' αυτού» ή το Άγιο Πνεύμα ήσαν κτίσματα, τότε δεν θα μπορούσαμε δι' αυτών να έχουμε καμμία κοινωνία με τον Θεό• «θα ηνωνόμεθα απλώς με κάποιο κτίσμα και θα ήμεθα αποξενωμένοι από τη θεία φύση, αφού τίποτα δεν θα μας ήνωνε με αυτήν. Τώρα δε, που λεγόμεθα μέτοχοι Χριστού και μέτοχοι του Θεού, φαίνεται ότι το εν ημίν χρίσμα και η σφραγίς δεν είναι εκ της φύσεως των δημιουργημάτων, αλλά εκ της φύσεως του Υιού, ο οποίος συνάπτει ημάς με τον Πατέρα δια του εν αυτώ Αγίου Πνεύματος» (Μ. Αθαν. Πρβλ. Έβρ. γ' 14, Ρωμ. η' 1417, Β' Πέτρ. α' 4). Η πίστη στον Τριαδικό Θεό αποτελεί για τον άνθρωπο πραγματική ελπίδα. Αν ο άνθρωπος γνωρίσει ποιο είναι το αρχέτυπό του, πως είναι δηλαδή εικόνα της Αγίας Τριάδος, τότε θα πιστέψει πως είναι δυνατόν να ζήσει και αυτός τη ζωή της ενότητας και της αγάπης. Τότε ο άνθρωπος θα μπορέσει να βρει τη σωτηρία. Τούτο δεν είναι δύσκολο να το εννοήσουμε, όταν σκεφθούμε πως ο άνθρωπος, ιδιαίτερα σήμερα, ζει εσωτερικά διεσπασμένος και εξωτερικά απομονωμένος. Αισθάνεται πως αποτελείται από πολλαπλά στοιχεία έχει σώμα, πνεύμα, βούληση, συναίσθημα κ. α. Ένας άνθρωπος διηρημένος εσωτερικά δεν μπορεί να πει ότι είναι λυτρωμένος• το ίδιο και όταν αισθάνεται ότι ζει σε πλήρη αποξένωση και μοναξιά ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει τη δύναμη να αγαπήσει, δεν μπορεί να βρει την εσωτερική του ισορροπία.
Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίσει πως δεν ανήκει στη φύση του η εσωτερική διάσπαση και η εξωτερική αποξένωση, αλλά η αρμονία και οι διαπροσωπικές σχέσεις• γι' αυτό πρέπει να γνωρίσει τον Τριαδικό Θεό και να πιστέψει πως δημιουργήθηκε «κατ' εικόνα» Του! Να βεβαιωθεί πως ο Θεός ζει στην πληρότητα, την ενότητα και την αγάπη και να πιστέψει πως σ' αυτό το σημείο βρίσκεται και ο δικός του τελικός προορισμός, το νόημα της δικής του ζωής (Β' Κορ. ε' 1721, Α' Ίω. γ' 23). Αν ο άνθρωπος δεχθεί τον Τριαδικό Θεό και ανακαλύψει την προσωπική του ταυτότητα στην εικόνα του Τριαδικού Θεού, τότε μόνο μπορεί να βεβαιωθεί πως και ο ίδιος, από την φύση του, είναι δυνατόν να φθάσει στην πληρότητα της αρμονίας, της αγάπης, της κοινωνίας• τότε αποκτά νόημα όχι μόνο η ζωή του, αλλά και ο αγώνας του. Ιδού γιατί είπαμε πως η αλήθεια του Τριαδικού Θεού, η πίστη στην Αγία Τριάδα, είναι η μόνη ελπίδα του ανθρώπου. Μακριά από την πίστη στον Τριαδικό Θεό και την ορθόδοξη διδασκαλία για το τι είναι ο άνθρωπος, δεν μπορούμε να θέσουμε ως νόημα της ύπαρξής μας την κοινωνία και τη βίωση της αγάπης• αναγκαστικά θα πέσουμε σε άκοπους υλοκρατικούς και υλιστικούς ή θα κινηθούμε σε επίπεδα πανθεϊστικής τάξης. Σε τέτοιους δρόμους οδηγούν επί παραδείγματι όλες οι ινδουιστικής προέλευσης ομάδες, που κηρύττουν πως ο Θεός δεν είναι προσωπικός και πως ο άνθρωπος δεν επλάσθη «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν θεού», αλλά είναι μέρος της θείας ουσίας. Κάτω από αυτό το πρίσμα, το νόημα της ζωής του ανθρώπου δεν είναι πλέον η ανάπτυξη σχέσεων κοινωνίας και αγάπης, αλλά αντίθετα η αποδέσμευση από οποιεσδήποτε «προσκολλήσεις» και η διάλυση της προσωπικότητας του άνθρωπου στη λεγόμενη «παγκόσμια συνειδητότητα».
Αυτό αποδεικνύει πόσο επιπόλαιο θα ήταν να θελήσουμε να συμβιβάσουμε τη χριστιανική μας υπόσταση με οποιαδήποτε συμμετοχή σε τεχνικές της γιόγκα, του διαλογισμού και σε παρόμοιες «πρακτικές», που βασίζονται σε εξωχριστιανικές θεολογικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις. Ο ισχυρισμός ότι όλες οι θρησκείες αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό ή ότι με τις «τεχνικές» αυτές μπορεί κανείς να γίνει καλύτερος χριστιανός, αν δεν οφείλεται σε άγνοια των βασικών χριστιανικών θέσεων ή σε αποκρυφιστική ερμηνεία του χριστιανικού μηνύματος, αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση της χριστιανικής πίστης και ελπίδας, επικίνδυνη αλλοίωση της έννοιας του χριστιανικού νοήματος της ζωής, επιβουλή της σωτηρίας του ορθοδόξου πιστού. Υπογραμμίζουμε πως η θεία αποκάλυψη, δηλαδή η συγκατάβαση του Θεού, πραγματοποιήθηκε βαθμιαία, προσαρμοζόμενη στην πνευματική κατάσταση του άνθρωπου της πτώσης.
Η αποκάλυψη αυτή ολοκληρώθηκε με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής και αναφέρεται στον Ένα και Τριαδικό Θεό. Ο Θεός δεν μας αποκάλυψε τα πάντα για τον Εαυτό Του, αλλά όσα ήσαν απαραίτητα για τη σωτηρία μας. Οι δογματικοί όροι της Εκκλησίας δεν αποδίδουν αυτό που στην ουσία Του είναι ο Θεός, αλλά «οριοθετούν» την πίστη και περιφρουρούν το περιεχόμενο της έναντι της αιρετικής απειλής. Πιστεύουμε σε Ένα Θεό, που είναι Τριαδικός, δηλαδή κοινωνία προσώπων. Υπάρχει μόνο μία Θεία ουσία, γι' αυτό κάνουμε λόγο για ένα Θεό. Όμως αυτής της Θείας ουσίας μετέχουν όχι μόνο ο Πατήρ, αλλά και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Γι' αυτό και ο Ένας Θεός είναι ταυτόχρονα και Τριαδικός. Ο Πατήρ, ως μοναδική Αρχή και Πηγή, μεταδίδει τη Θεία ύπαρξη στον Υιό με προαιώνια γέννηση και στο Άγιο Πνεύμα με προαιώνια εκπόρευση.
Αλλά μέσα στο χρόνο για τη σωτηρία του κόσμου, τα πάντα συντελούνται «Τριαδικά», από τον Πατέρα δια του Υιού «εν Αγίω Πνεύματι». Γι' αυτό και αναφέρεται ότι το Άγιο Πνεύμα «πέμπεται» δια του Υιού. Και τα τρία Θεία πρόσωπα έχουν μία θέληση και μία ενέργεια, είναι μεταξύ τους ενωμένα αδιαιρέτως. Ο άνθρωπος, έχοντας σαν αρχέτυπό του τον Τριαδικό Θεό, είναι από τη φύση του («κατ’ εικόνα») ενότητα, αρμονία, αγάπη. Αν όμως απορρίψουμε την πίστη στην Αγία Τριάδα, εκλάβουμε τον Υιό ή το Άγιο Πνεύμα ως κτίσμα, εάν εισαγάγουμε «σύγχυση» στις σχέσεις των θείων προσώπων, τότε και ο άνθρωπος ως το «κατ’ εικόνα» αυτού του Θεού, από τη φύση του δε θα είναι ενότητα και αγάπη, αλλά διάσπαση, δυσαρμονία ή σύγχυση. Γι' αυτό λέμε πως η πίστη στον Τριαδικό Θεό είναι η μόνη ελπίδα του ανθρώπου.


* Απόσπασμα από το βιβλίο του «Η Ορθοδοξία μας».

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009


Ως πότε Επίσκοποι
θα κρύπτουν την διαφωνία τους
σε άνωθεν επιβαλλόμενες
αντι-ευαγγελικές πρακτικές;
Η Εκκλησία μας συμμετέχει στην ομάδα
των αιρετικών «εκκλησιών» (Σ.Ε.Ε.)
και την προβάλλει!


του Σημάτη Παναγιώτη
Θεολόγου.


Σε κάθε Μήνυμα που τα τελευταία χρόνια εκδίδεται από Συνελεύσεις και Συμβούλια, τα οποία πραγματοποιούν από κοινού οι Ορθόδοξοι «εκπρόσωποί» μας με ετερόδοξους, με θλίψη διαπιστώνει κανείς, ότι το αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω άμβλυνση του ορθόδοξου κριτηρίου και το γκρέμισμα των ορίων, δηλαδή των Διατάξεων των Οικουμ. Συνόδων που διδάσκουν ότι η Εκκλησία είναι ΜΙΑ, και που ακόμα διδάσκουν πως η διαφύλαξη αυτής της αυτοσυνειδησίας επιτυγχάνεται με την αποφυγή κάθε σχέσεως με την αμετ-ανόητη αίρεση.
Αυτή η άμβλυνση και η απώλεια της αυτοσυνειδησίας παρατηρούμε ότι συντελείται και με το «Μήνυμα της 13ης Γεν. Συνέλευσης του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών» (3/8/09), που δημοσίευσε η ιστοσελίδα της Εκκλησίας μας, ως μέλος αυτού του Συμβουλίου των ετερόδοξων.
1. Το ίδιο το θέμα της Συνέλευσης «κληθέντες σε μίαν πίστιν εν Χριστώ», είναι παραπλανητικό, αφού οι κληθέντες έχουν διαφοροποιήσει την εν Χριστώ πίστη, παρά την σαφή Εντολή του Χριστού να μην αλλάξουμε ούτε μια κεραία από την διδασκαλία Του, και παρά την συμβουλή του απ. Παύλου να έχουμε μία πίστη κι ένα βάπτισμα (Εφ. 4, 5).
2. Και αφού δεν έχουμε την ίδια ΜΙΑ Πίστη -άρα ούτε και ΜΙΑ ελπίδα εν Χριστώ-, πώς ομιλούν για «Μία Ελπίδα εν Χριστώ», που «σαν χριστιανοί τολμάμε να ελπίζουμε» και πως «ως χριστιανοί μοιραζόμαστε την (ίδια) ελπίδα μας στον Αναστάντα»; Δεν ισοπεδώνονται έτσι οι διαφορές; Και ως εκ τούτου, το μήνυμα που βγαίνει δεν είναι, πως οι αιρετικά πιστεύοντες είναι ένα με τους Ορθόδοξους, αφού μοιραζόμαστε όλοι την ίδια ελπίδα;
3. Στη συνέχεια της Δηλώσεως, το Σ.Ε.Ε. διαπιστώνει μια πορεία της Ευρώπης προς το καλύτερο, στην οποία το Συμβούλιο έχει συμβάλλει, και μας προσανατολίζει προς τους μελλοντικούς του στόχους: «καθώς γιορτάζουμε (γράφουν) τα 50 χρόνια της ύπαρξης του Σ. Ε. Ε., η κατάσταση στην Ευρώπη έχει αλλάξει αρκετά». Και πού έγκειται αυτή η αλλαγή; Μήπως ο ευρωπαϊκός κόσμος έγινε ηθικότερος με τις δραστηριότητες του Σ.Ε.Ε.; Ή αντίθετα, όχι απλώς ο κόσμος, αλλά και οι ίδιες οι «εκκλησίες» χειροτέρεψαν, αφού δέχονται να χειροτονούν ομοφυλόφιλους και λεσβίες ως ιερείς;
Μήπως, ακόμα, κάποιοι αιρετικοί επανήλθαν στην ΜΙΑ Εκκλησία; Μήπως αρνήθηκε τα αιρετικά της φρονήματα και έδειξε μετάνοια και διάθεση επιστροφής, έστω και μία από τις «εκκλησίες» που συμμετέχουν στο Συμβούλιο; Όχι, τίποτε από αυτά. Εξ άλλου, αυτά δεν αποτελούν στόχους του Συμβουλίου. Το πρίσμα που βλέπει τα πράγματα είναι τελείως εκκοσμικευμένο.
Ως επιτυχία θεωρεί την «κατάρρευση του σιδηρού παραπετάσματος» και την συνέχιση του αγώνα για την εκρίζωση και των αθεϊστικών συνεπειών του κομμουνισμού, αλλά και των «νέων διαχωριστικών τειχών που εγείρονται ανάμεσα σε Έθνη, πολιτισμούς και θρησκείες», που «εμποδίζουν την πραγματική καταλλαγή μεταξύ ανατολής και δύσεως».
Ο Χριστός, όμως, δεν ήλθε να γκρεμίσει, παρά ένα ουσιαστικά «μεσότοιχο»: το μεσότοιχο της έχθρας μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Τα άλλα «μεσότοιχα», τις διαφορές δηλ. μεταξύ πίστεως, απιστίας και αιρέσεως δεν τα κατήργησε, αλλά τα ετόνισε, για να κάνει συνειδητό τον εξ αυτών κίνδυνο. Γι’ αυτό και είπε ο Απ. Παύλος: «Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; Τις δε συμφώνησις Χριστού προς Βελίαρ;» (Β' Κορ. στ' 14).
Ένα από τα οράματα του Συμβουλίου είναι και μια μονιασμένη Ευρώπη: «Παρ’ ότι εργαζόμαστε με ζήλο και αναμένουμε μια μονιασμένη και ενωμένη Ευρώπη, θρηνούμε γιατί Βλέπουμε να εμφανίζονται νέες διαιρέσεις – μεταξύ των εγκαταστημένων και των μεταναστευόντων, των πλουσίων και των φτωχών». Επίσης -γράφουν- «οι κλιματολογικές αλλαγές και η καταστροφή του περιβάλλοντος μας καλούν να εργασθούμε δια την ακεραιότητα της δημιουργίας …Η οικονομική κρίση με τις μεγάλες διαστάσεις της …Όλα αυτά προκαλούν τη μεγάλη μας δέσμευση να εργασθούμε μέσα στη συνοδική διαδικασία για τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ακεραιότητα της δημιουργίας» ∙ το 2010 μάλιστα, «θα μας δοθεί η ευκαιρία μαζί να δώσουμε μαρτυρία για την δέσμευση των εκκλησιών μας υπέρ των προσφύγων και των μεταναστών». Για όλα τα εγκόσμια εργάζεται και προνοεί το Συμβούλιο, εκτός από την ακεραιότητα των Εντολών του Θεού. Αυτό κατάντησε πάρεργο.
Και τελειώνουν: «Διακηρύττομαι: Υπάρχει ελπίδα! – μέσα στον αγώνα μας για την αλήθεια και την δικαιοσύνη… Διαβεβαιώνουμε ότι χρειάζεται οι εκκλησίες να εργάζονται για την προαγωγή της δικαιοσύνης και να ομολογούν την αλήθεια σε κάθε δύναμη! Πρόκειται για το γκρέμισμα τειχών που χωρίζουν λαούς, πολιτισμούς και θρησκείες».
Διαβάζοντας αυτά κανείς σκέπτεται: σε τι διαφέρουν τα οράματα του Συμβουλίου των «εκκλησιών» από μια οικολογική οργάνωση ή ένα πολιτικό κόμμα; Εκεί κατάντησε η Εκκλησία μας, να συμμετέχει σε μια οργάνωση αιρετικών «εκκλησιών», που παραθεωρεί την αληθινή Πίστη και τα ορθά Δόγματα της Εκκλησίας, δεν κάνει δηλαδή ορθόδοξη Ομολογία Πίστεως.
Δεν διάβασαν άραγε ή δεν άκουσαν ποτέ τον ευαγγελικό λόγο: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; (Ματθ. 6,33). Αν δεν εκζητείται πρώτον η «βασιλεία του Θεού», (κατά τους Πατέρας έτσι αποκαλείται και το Άγιον Πνεύμα), αλλ’ αντίθετα, οι μεν αιρετικοί το υβρίζουν με την καθιέρωση του Filioque, οι δε ημέτεροι το υβρίζουν ως συμπνευματιζόμενοι και κοινωνούντες με αυτούς, τίποτα από αυτά δεν πρόκειται ποτέ να επιτευχθεί;
Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά, πως αυτή η νοοτροπία είναι καθαρά ανθρωποκεντρική και αντιευαγγελική, αφού ασχολείται κυρίως με τα εγκόσμια προβλήματα, και θέτει σε δεύτερη μοίρα την πίστη, ή αποφεύγει αναφορά σ’ αυτή, για να μη επέλθουν αμέσως προστριβές και διάλυση του Συμβουλίου, στο οποίο συμμετέχει μια πανσπερμία ανθρώπων με διαφορετική πίστη.
Να τι έγραφε ο Φλωρόφσκυ σχετικά με το θέμα, όταν κατάλαβε ότι ο οικουμενισμός (στον οποίο αρχικά συμμετείχε) είχε πάρει λάθος δρόμο:
«Μια ικανοποιητική συνεργασία των διηρημένων χριστιανών επί κοινωνικών θεμάτων, ή στο πεδίο των διεθνών υποθέσεων, χωρίς κάποια βαθύτερη ώθηση για τελική ένωση σε μια Εκκλησία, μπορεί να αμαυρώσει ή ακόμα και να καταστρέψει το όραμα της αληθούς χριστιανικής Ενότητας, η οποία είναι ...η ένωση της Εκκλησίας και εντός της Εκκλησίας» (Μεθοδίου Φούγια, Ορθοδοξία, ΡΚαθολικισμός, Αγγλικανισμός, σ. 371). «Δεν θα ήτο μία παράλογος κατάστασις, εάν οι χριστιανοί ηδύναντο να έχουν συμφωνίαν εις πράγματα εγκόσμια, τα οποία από πνευματικής απόψεως είναι επουσιώδη και όμως να διαφωνούν εις πράγματα ουσιώδη και πνευματικά; Δεν θα υπεδήλωνε ότι όλαι αι δογματικαί ή ομολογιακαί διαφωνίαι είναι άνευ ουδεμίας ζωτικής σπουδαιότητος;».
Και για να θυμηθούμε τον καθηγητή Μουρατίδη: «Εν τω χώρω του Π.Σ.Ε. συντελείται, ό,τι κατηγορηματικώτατα υπό ...του ι. Χρυσοστόμου αποκλείεται και καταδικάζεται, ήτοι η συνεργασία μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως... επί θεμάτων πίστεως, ως και η εν συνεργασία σύνταξις θεολογικών κειμένων και η από κοινού συμμετοχή εις λατρευτικάς συνάξεις και η άπω κοινού εκπροσώπησις της χριστιανικής θρησκείας επί των μεγάλων προβλημάτων της ανθρωπότητος...».
Ως πότε οι Επίσκοποί μας θα ανέχονται την συμμετοχή μας σε τέτοιους οργανισμούς και Συμβούλια, με μοναδικό κέρδος τον διασυρμό της ΜΙΑΣ, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας; Και πόσο ακόμα, εμείς θα αντέξουμε την διαποίμανσή μας από τέτοιους Επισκόπους;