Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009



Ποιοί ήταν οι Δώδεκα Απόστολοι και πως πέθαναν ;


1ος, Ο Πέτρος - Τον Σταύρωσαν.


2ος, Ο Ανδρέας - Τον Στάυρωσαν.


3ος, Ο Ματθαίος - Τον Έκαψαν Ζωντανό σε Καμίνι.


4ος, Ο Ιάκωβος - Τον Έσφαξαν.




5ος, Ο Σίμωνας ο Ζηλωτής - Τον Σταύρωσαν.


6ος, Ο Φίλιππος - Τον Κρέμασαν Ανάποδα.



7ος, Ο Ιάκωβος ο του Ζεβεδαίου - Τον Έσφαξαν.


8ος, Ο Βαρθολομαίος - Τον Σταύρωσαν.


9ος, Ο Ιούδας ο Θαδδαίος - Τον Θανάτωσαν με Τόξα.


10ος, Ο Θωμάς - Τον Θανάτωσαν με Τόξα.



11ος, Ο Ματθίας - Με Φρικτά Βασανιστήρια.


12ος, Ο Ιωάννης ο Θεολόγος - Πέθανε με Φυσικό Θάνατο.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009



Ο Απόστολος Πέτρος


Α. Α. Γκλαβίνα, Οι δώδεκα Απόστολοι, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη, 1993, σελ. 57-67


Ο Πέτρος γεννήθηκε στη Βηθσαϊδά (Ιωάν. 1, 45), κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ, όπου με τον αδελφό του Ανδρέα, που και αυτός έγινε Απόστολος, ασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά, μαζί με δυο άλλους Αποστόλους (Ματθ. 4, 18), τον Ιάκωβο και Ιωάννη, γιους του Ζεβεδαίου.
Σ' όλους τους καταλόγους των Ευαγγελίων αναφέρεται πρώτα ως Σίμων (Ματθ. 10, 2. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14), ενώ σ' άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης αναφέρεται και ως Συμεών (Πρ. 15, 14. 2 Πετρ. 1, 1). Αρκετές φορές μνημονεύεται ως Σίμων Πέτρος (Ματθ. 10, 2. 16, 16. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14. Ιωάν. 1, 40. 6, 68. 13, 6· 8· 24. 18, 10) καθώς επίσης και Κηφάς (1 Κορ. 1, 12. 3, 12. 9, 5. 15, 5. Γαλ. 1, 18. 2, 9 · 11· 14).
Στην Καινή Διαθήκη δε φαίνεται καθαρά πότε ο Ιησούς ονόμασε το Σίμωνα Κηφά, δηλ. βράχο, πέτρα. Κατά το Ματθαίο (16, 18) η μετονομασία αυτή συνδέεται με την ομολογία του Πέτρου στην Καισαρεία του Φιλίππου. Κατά το Μάρκο (3, 16) και το Λουκά (6, 14) η αλλαγή αυτή του ονόματος του από Σίμωνα σε Πέτρο μνημονεύεται στην αρχή του καταλόγου των δώδεκα, όταν δηλ. συγκροτήθηκε και ολοκληρώθηκε από τον Ιησού η ομάδα των δώδεκα. Ο Ιωάννης (1, 42) τοποθετεί το θέμα αυτό διαφορετικά: όταν για πρώτη φορά ο Σίμων συναντήθηκε με τον Ιησού (τον παρουσίασε στον Ιησού ο αδελφός του Ανδρέας), ο Ιησούς του είπε ότι θα ονομαστεί Κηφάς, που σημαίνει Πέτρος.
Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης και Ιωνάς (Ιωαν. 1, 43. 21, 15-17). Ο Ματθαίος (16, 17) ονομάζει το Σίμωνα γιο του Ιωνά (Βαριωνά ). Πιθανώς το όνομα Ιωνάς να είναι σύντμηση και απλογραφία του Ιωάννης, ενώ το Βαριωνάς να μη μπορεί με απόλυτη βεβαιότητα να μεταφραστεί ως γιος του Ιωάννη.
Υπάρχει και η άποψη, που δεν μπορεί να υποστηριχτεί με σιγουριά, ότι η λέξη Βαριωνάς σημαίνει τρομοκράτης, οπότε ο Σίμων αποκτάει και τον προσδιορισμό Ζηλωτής. Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Πέτρος χρησιμοποίησε μαχαίρι, φονικό όργανο, το βράδυ της σύλληψης του Ιησού από τους Ρωμαίους.
Ο Πέτρος κατοικούσε στην Καπερναούμ (Ματθ. 5, 14. Μάρκ. 1, 21· 29. Λουκ. 4, 31· 38), απ' όπου καταγόταν η γυναίκα του και εκεί εγκαταστάθηκε μετά το γάμο του. Για τη γυναίκα του τίποτε δεν αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και είναι γνωστό ότι ο Πέτρος ήταν έγγαμος, γιατί ο Χριστός θεράπευσε την πεθερά του (Ματθ. 8, 14-15. Μάρκ. 1, 29-30. Λουκ. 4, 38-39). Είναι πολύ πιθανό ότι η σύζυγος του δε ζούσε όταν τον κάλεσε ο Χριστός στο αποστολικό αξίωμα. Μάλιστα αργότερα, στις ιεραποστολικές του περιοδείες, είχε και ο Πέτρος μαζί του όχι τη γυναίκα του αλλά χριστιανή αδελφή για να τον υπηρετεί (1 Κορ. 9, 5).
Τόσο το επάγγελμα του όσο και το γεγονός ότι τα μέλη του Συνεδρίου καλούν τον Πέτρο και τον Ιωάννη αγράμματους και απλοϊκούς (Πρ. 4, 13) φανερώνουν ότι δε φοίτησαν σε ραββινική σχολή· ίσως διετέλεσε μαθητής του Προδρόμου.
Η κλήση του στο αποστολικό αξίωμα έγινε σταδιακά. Πρώτα παρουσίασε τον Πέτρο στο Χριστό ο αδελφός του Ανδρέας (Ιωάν. 1, 42-43). Ήταν παρών, προφανώς, στο γάμο της Κανά και αμέσως μετά από το γάμο αυτόν εγκαταστάθηκε με τον Ιησού και άλλους μαθητές στην Καπερναούμ (Ιωάν. 2, 1-12). Την κλήση του αναφέρουν οι τρεις συνοπτικοί Ευαγγελιστές (Ματθ. 4, 18. Μάρκ. 1, 16-18. Λουκ. 5, 3-11).
Από την πρώτη στιγμή ο Πέτρος κατέλαβε πρωτεύουσα θέση στον αποστολικό κύκλο· πρώτος αναφέρεται πάντοτε μεταξύ των μαθητών στους καταλόγους της Καινής Διαθήκης (Ματθ. 10, 2. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14. Πρ. 1, 13) και αποτελούσε, μαζί με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη τον πιο στενό κύκλο των μαθητών προς τους οποίους ο Χριστός έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση (π.χ. ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου Λουκ. 8, 51· Μεταμόρφωση Ματθ. 17, 1. Μάρκ. 9, 2· προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή Ματθ. 26, 37).
Ο Πέτρος είχε χαρακτήρα ενθουσιώδη, ορμητικό· διακρινόταν για την ενεργητικότητα του και την αυτοπεποίθηση· αναλάμβανε πρωτοβουλίες· εξαπτόταν αμέσως· μπορούσε όμως αμέσως να ηρεμήσει γιατί έχανε το θάρρος του.
Κάτω από τον ευμετάβλητο και ασταθή χαρακτήρα κρυβόταν ένας ειλικρινής και θερμά αφοσιωμένος στο Χριστό άνθρωπος, που σε πολλές στιγμές έπαιζε το ρόλο πρωταγωνιστή (καταδίωξε ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του το Χριστό για να του αναγγείλουν ότι όλοι τον ζητούν Μάρκ. 1, 31· βάδισμα στη θάλασσα Ματθ. 14, 28-32· η θαυμαστή πληρωμή του φόρου Ματθ. 17, 24-27· αναρίθμητη συγχώρηση των ανθρώπων Ματθ. 18, 21-22· Μεταμόρφωση Μάρκ. 9, 2· θεραπεία της αιμορροούσας Λουκ. 8,45· Πέτρος και Ιωάννης ετοιμάζουν το Πάσχα Λουκ. 22, 8· απάντηση Πέτρου στο όνομα των δώδεκα Ιωάν. 6, 68).
Στην Καισαρεία του Φιλίππου, λίγο πριν από το πάθος, ο Χριστός υπέβαλε στους μαθητές του την ερώτηση ποια γνώμη είχαν οι άνθρωποι για τον Υιό του ανθρώπου. Στο όνομα όλων απάντησε ο Πέτρος ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού (Ματθ. 16, 13-16). Τότε ο Χριστός είπε στους μαθητές του να μη πουν σε κανένα ότι αυτός είναι ο Μεσσίας: τους φανέρωσε όμως ότι θα μεταβεί στα Ιεροσόλυμα, όπου θα σταυρωθεί και θα αναστηθεί την τρίτη ημέρα, ενώ ο Πέτρος πήρε το Χριστό ιδιαιτέρως και προσπάθησε να τον αποτρέψει από αυτό. Ο Χριστός όμως ξεσηκώθηκε από τις προτροπές αυτές του Πέτρου και τον αποκάλεσε σατανά (Ματθ. 16,23).
Στην εβδομάδα των παθών του Κυρίου αρνείται ο Πέτρος προς στιγμή να νίψει τα πόδια του ο Ιησούς (Ιωάν. 13, 5-10), διακατέχεται από αγωνία να μάθει ποιος είναι ο προδότης του Ιησού (Ιωάν. 13, 24), διαμαρτύρεται γιατί ο Ιησούς του απαντάει εκεί που πηγαίνω δεν μπορείς να μ' ακολουθήσεις τώρα, θα μ' ακολουθήσεις αργότερα και υπόσχεται στο Χριστό ότι είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του γι' αυτόν (Ιωάν. 13, 36-37· πρβλ. Ματθ. 26, 33. Μάρκ. 14, 29). Και όμως ύστερα από λίγο τον αρνήθηκε!
Όταν ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο της Γεθσημανή και γύρισε κοντά στους μαθητές του, τους βρήκε να κοιμούνται τότε απευθύνθηκε στον Πέτρο (Μάρκ. 14, 37).
Την ώρα που συνέλαβαν το Χριστό, ο Πέτρος έβγαλε μαχαίρι και έκοψε το αυτί ενός από τους δούλους του αρχιερέα, του Μάλχου. Ο Χριστός επετίμησε τον Πέτρο (Ματθ. 26, 51. Μάρκ. 14, 47. Λουκ. 22, 50. Ιωάν. 18, 10). Από το γεγονός αυτό έβγαλαν μερικοί το συμπέρασμα ότι ο Πέτρος ήταν ένας αναρχικός Σικάριος (τρομοκράτης) και ανήκε στον όμιλο των Ζηλωτών, που αντιστέκονταν ενεργητικά στη ρωμαϊκή εξουσία, στον οποίο ήταν ο Σίμων ο Ζηλωτής και ίσως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.
Όταν συνέλαβαν τον Ιησού Χριστό ο Πέτρος συνήλθε από την πρώτη ταραχή και τον ακολούθησε μέχρι την αυλή του αρχιερέα (Ματθ. 26, 58. Μάρκ. 14, 54. Λουκ. 22, 54. Ιωάν. 18, 15-16).
Πρώτος ο Πέτρος αξιώθηκε να διαπιστώσει το γεγονός της Ανάστασης (Λουκ. 24, 12' πρβλ. και Μάρκ. 16, 7) και πρώτος να δει τον αναστηθέντα Χριστό (Λουκ. 24, 35. 1 Κορ. 15, 5).
Οι ειδήσεις για την ιστορία του Πέτρου μετά την Ανάσταση δεν είναι πολλές και δε μπορούμε να έχουμε ένα διάγραμμα της πορείας του και κανένα σταθερό σημείο για μια σωστή χρονολόγηση.
Στην ιστορία της πρώτης Εκκλησίας και πάλι πρωτοστατεί ο Πέτρος στην πρώτη διοικητικού χαρακτήρα πράξη των Αποστόλων, όταν υπέδειξε σε κοινή σύναξη των πιστών να εκλέξουν τον αντικαταστάτη του Ιούδα του Ισκαριώτη (Πρ. 1, 13-26).
Την ημέρα της Πεντηκοστής πάλι ο Πέτρος σηκώθηκε μαζί με τους άλλους έντεκα Αποστόλους και μίλησε προς το συγκεντρωμένο πλήθος με παρρησία και ομορφιά ώστε να πιστέψουν και να βαπτιστούν 3.000 (Πρ. 2, 14-41).
Στη συνέχεια ο Πέτρος θεράπευσε κάποιο χωλό στο Ναό, όντας με τον Ιωάννη (Πρ. 3, 1-11), μίλησε για δεύτερη φορά προς το πλήθος (Πρ. 2, 12-26). Αυτός ο λόγος είχε συνέπεια να οδηγηθεί με τον Ιωάννη στο συνέδριο, όπου μίλησε με παρρησία (Πρ. 4, 1-12), λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούσε να μη μιλήσει γι' αυτά που είδε και άκουσε (Πρ. 4, 20).
Οι Ιουδαίοι και μάλιστα οι Σαδδουκαίοι συνέλαβαν για δεύτερη φορά τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τους φυλάκισαν, για να αποφυλακιστούν όμως με θαυμαστό τρόπο (Πρ. 5, 17-42).
Όλα αυτά και κάποια άλλα γεγονότα, όπως η θανατική τιμωρία του Ανανία και της γυναίκας του Σαπφείρας (Πρ. 5, 1-11) και τα θαύματα που έκαμνε και με τη σκιά του { Πρ. 5, 15-16) μεγάλωσαν πολύ τη φήμη του.
Ο Πέτρος και ο Ιωάννης στάλθηκαν αργότερα από τους Αποστόλους στη Σαμάρεια, όταν άκουσαν ότι εκεί διαδόθηκε ο λόγος του Θεού (Πρ. 8, 14). Στη Σαμάρεια συναντήθηκε ο Πέτρος με το Σίμωνα το μάγο (Πρ. 8, 18-24) και οι δυο Απόστολοι, Πέτρος και Ιωάννης, κήρυξαν το λόγο του Θεού σε πολλά χωριά της Σαμάρειας (Πρ. 8, 25).
Ο Πέτρος, με κέντρο πάντοτε τα Ιεροσόλυμα, πολλές φορές μετέβαινε σε περιοδείες και επισκεπτόταν τις πλησιόχωρες Εκκλησίες (Πρ. 9, 32). Και ο Παύλος, δυο φορές που ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα, συνάντησε τον Πέτρο (Γαλ. 1, 18. 2, 9), τον Απόστολο της περιτομής όπως τον αναφέρει (Γαλ. 2, 7), που μαζί με τον αδελφόθεο Ιάκωβο και τον Ιωάννη θεωρούνταν «στύλοι» της Εκκλησίας (Γαλ. 2, 9).
Σε μια περιοδεία ο Πέτρος θεράπευσε στη Λύδδα τον παραλυτικό Αινέα (Πρ. 9, 32-34) και στην Ιόππη ανέστη-σε την Ταβιθά ή Δορκάδα (Πρ. 9, 36-42). Πάντως στις περιοχές αυτές προϋπήρχαν Χριστιανοί και δεν είναι ο Πέτρος ο πρώτος ιεραπόστολος των μερών αυτών (πρβλ. Πρ. 9, 32)' ο Πέτρος φαίνεται ότι είχε μεγάλα αποτελέσματα στη Λύδδα και Σάρωνα (Πρ. 9, 35). Στην Ιόππη ο Πέτρος έμεινε αρκετές ημέρες (Πρ. 9, 43) και στην Καισαρεία, όπου πορεύτηκε με θεία εντολή, κατήχησε και βάφτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο και όλους τους δικούς του (Πρ. 10, 1-48).
Όταν γύρισε στα Ιεροσόλυμα εξιστόρησε τα γεγονότα με τον Κορνήλιο και έδωσε απάντηση στους χριστιανούς ε κ περιτομής, που δυσαρεστήθηκαν γιατί βάφτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο (Πρ. 11, 1-17). Η απάντηση του Πέτρου τους έπεισε ότι ο Θεός δεν είναι μόνο γι' αυτούς αλλά για όλο τον κόσμο, αφού, όπως ομολόγησαν, ο Θεός έδωσε και στους εθνικούς τη δυνατότητα να μετανοήσουν και να κερδίσουν την αληθινή ζωή (Πρ. 11, 18). Το 42 ή 44 ο Ηρώδης Αγρίππας Α' συνέλαβε, μετά τη θανάτωση του Αποστόλου Ιακώβου και αφού είδε ότι αυτή η πράξη άρεσε στους Ιουδαίους, τον Πέτρο και τον φυλάκισε με σκοπό να τον θανατώσει. Ο Θεός όμως τον έσωσε με θαυμαστό τρόπο· τότε ο Πέτρος ήρθε στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Μάρκου (Πρ. 12, 1-17). Από εκεί έφυγε και πήγε σ' άλλον τόπο (Πρ. 12, 17).
Ύστερα από αυτά δυο φορές ακόμη γίνεται λόγος για τον Πέτρο. Την πρώτη φορά έλαβε μέρος στην Αποστολική Σύνοδο, το 49 στα Ιεροσόλυμα, όπου ο Πέτρος μαζί με τον Παύλο, τον αδελφόθεο Ιάκωβο και το Βαρνάβα διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο (Πρ. 15, 14. Γαλ. 2, 7-8). Κατά τη Σύνοδο ο Πέτρος, με τη σύντομη όγδοη και τελευταία ομιλία του στις Πράξεις των Αποστόλων, τάχθηκε με σθένος υπέρ της ελευθερίας των Εθνικοχριστιανών σε σχέση με την περιτομή και τις νομικές διατάξεις και υποστήριξε τη θέση ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι οι Εθνικοχριστιανοί να συμμορφώνονται με αυτές γιατί και οι Εθνικοί, όπως και οι Ιουδαίοι, σώζονται μόνον με την πίστη στο Χριστό (Πρ. 15, 1-29).
Και τη δεύτερη φορά ο Πέτρος είχε μια συνάντηση στην Αντιόχεια με τον Παύλο, ο οποίος τον έψεξε γιατί επέδειξε έλλειψη θάρρους και έκανε παραχωρήσεις στους ιουδαΐζοντες σε βάρος των Εθνικοχριστιανών (Γαλ. 2, 11-21). Η χριστιανική κοινότητα της Αντιοχείας ήταν παλιά, έγινε αμέσως μετά το θάνατο του Στεφάνου από Ελληνιστές από την Κύπρο και Κυρήνη και αποτελέστηκε από μεταστραφέντες Εθνικούς (Πρ. 15, 19-21). Στην Αντιόχεια έφτασε ο Πέτρος με το Μάρκο, λίγο ύστερα από τον Παύλο και το Βαρνάβα. Στη συνέχεια ήρθαν στην Αντιόχεια οι Ιουδαιοχριστιανοί, για τους οποίους μιλάει ο Παύλος στους Γαλάτες (2, 11-13). Ο Πέτρος έμεινε στην Αντιόχεια τον ίδιο χρόνο που ήταν εκεί οι Μάρκος, Παύλος, Βαρνάβας, Ιούδας και Σίλας. Από αυτούς μόνο ο Ιούδας έφυγε για τα Ιεροσόλυμα 14 περίπου ημέρες πιο μπροστά.
Ο Ευσέβιος, που χρησιμοποιεί στην περίπτωση αυτή τον Ωριγένη, αναφέρει ότι ο Πέτρος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ιουδαίους της διασποράς, στον Πόντο, τη Γαλατία, τη Βιθυνία, την Καππαδοκία και την Ασία (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 1.4, 2). Η μαρτυρία αυτή του Ευσεβίου στηρίζεται στον πρόλογο της πρώτης Καθολικής Επιστολής του Πέτρου. Ο Πέτρος πάντως μπορούσε να γράψει και χωρίς να έχει κηρύξει. Και ο Σίλας (πρβλ. Γαλ. 1, 2) κήρυξε, συνοδεύοντας τον Παύλο, στην περιοχή των αποδεκτών της επιστολής. Έτσι μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Πέτρος απευθύνεται σ' αυτούς με τη μεσιτεία του Σίλα.
Αν ο Πέτρος πήγε στην Κόρινθο, όπου πιθανώς υπήρχε μια μερίδα Χριστιανών, που εμφανίζονταν ως οπαδοί του (1 Κορ. 1, 12), δεν μπορεί να αποδειχτεί. Από τις Επιστολές προς Κορινθίους του Παύλου και αυτές που γράφτηκαν από την Κόρινθο (Θεσσαλονικείς, Ρωμαίους), κανένας δεν βγαίνει υπαινιγμός για μετάβαση του Πέτρου στην Κόρινθο. Ούτε οι Πράξεις των Αποστόλων μιλούν για κάτι τέτοιο. ʼλλωστε δεν ήταν δυνατό να αναφέρεται κάτι τέτοιο στις Πράξεις, αφού αυτές σταματούν οπωσδήποτε πριν από την άφιξη του Πέτρου στη Ρώμη, που δεν αναφέρουν. Κατά συνέπεια οι Πράξεις δεν μπορούσαν να αναφέρουν την πιθανή διέλευση του Πέτρου από την Κόρινθο όταν πήγαινε στη Ρώμη, όπως αναφέρει ο Κορίνθου Διονύσιος στην Επιστολή του προς την Εκκλησία της Ρώμης (το 170). Έπειτα και οι «αδελφοί» του Κυρίου αναφέρονται στην ίδια επιστολή, χωρίς να γίνεται δεχτό ότι μετέβησαν στην Κόρινθο.
Το κήρυγμα του Πέτρου περιορίστηκε κυρίως στους Εβραίους και μάλιστα στην Παλαιστίνη, ενώ του Παύλου απευθύνεται στους Ιουδαίους της διασποράς και στους Εθνικούς (Γαλ. 2, 7-8. Πρ. 22, 18-21).
Στην πρώτη Επιστολή του αναφέρει ο Πέτρος (5, 13) την εν Βαβυλώνι συνεκλεκτήν και μερικοί υποθέτουν ότι εδώ πρόκειται για την αρχαία Βαβυλώνα ή την ομώνυμη της Αιγύπτου, όπου πιθανώς έδρασε. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι πρόκειται για τη Ρώμη, στην οποία βρέθηκε ο Πέτρος το 64 και μαρτύρησε εκεί στις 13 Οκτωβρίου του ίδιου έτους στο τσίρκο του Νέρωνα.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δέχεται ότι ο Πέτρος βρέθηκε στη Ρώμη ύστερα από τη θαυμαστή αποφυλάκιση του(Πρ. 12, 1-17) το 42 ή 44 και έμεινε στην πόλη αυτή ως πρώτος επίσκοπος μέχρι το θάνατο του. Πρώτος όμως Επίσκοπος της Ρώμης ήταν ο Αίνος, όπως μαρτυρείται από αρχαίο κατάλογο που συνέταξε ο Επίσκοπος Ρώμης Σωτήρ (166-174).
Η ίδια Εκκλησία προσπαθεί, αιώνες τώρα, να στηρίξει πάνω στον Πέτρο το πρωτείο της. Γι' αυτό επικαλείται:
1) το χωρίο Ματθ. 16, 18: Κι εγώ λέω σ' εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ' αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου, και δε θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις τον άδη. Εδώ όμως ο Πέτρος απάντησε στον Ιησού στο όνομα όλων των Αποστόλων, που ρωτήθηκαν από το Χριστό (Ματθ. 16, 15), η απάντηση του Χριστού δεν απευθύνεται σε προσωπική γνώμη του Πέτρου και η έκφραση και πάνω σ' αυτή την πέτρα δεν αναφέρεται στο πρόσωπο του Πέτρου αλλά στην ομολογία του, που έγινε ύστερα από αποκάλυψη του Θεού Πατέρα. Επίσης στην Καινή Διαθήκη θεμέλιος πέτρα είναι ο Χριστός όπως θεμέλιοι λίθοι είναι οι Απόστολοι. Πέτρα είναι ο Πέτρος όπως και οι άλλοι μαθητές του Ιησού και σε ευρύτερη έννοια πέτρες είναι όλοι οι πιστοί της Εκκλησίας. Συνεπώς η πέτρα του χωρίου αυτού δεν ταυτίζεται με τον Πέτρο αποκλειστικά, όπως η εξουσία του δεσμεῖν και λύειν δεν ήταν δικαίωμα μόνον του Πέτρου αλλά και των άλλων Αποστόλων και των διαδόχων τους κληρικών.
2) Το χωρίο του Λουκά 22, 32 όπου ο Χριστός λέει στον Πέτρο: εγώ όμως προσευχήθηκα για σένα να μη σε εγκαταλείψει η πίστη σου. Και συ όταν ξαναβρείς την πίστη σου, στήριξε τους αδερφούς σου.
3) Το χωρίο Ιωάννου 21, 15-17 όπου ο Ιησούς ομιλεί με τον Πέτρο στην Τιβεριάδα μετά την Ανάσταση. Εδώ έχουμε σαφέστατα αποκατάσταση του Πέτρου στο αποστολικό αξίωμα ύστερα από την άρνηση του Χριστού από τον Πέτρο, που έγινε λίγο πριν από το σταυρικό θάνατο.
Πέρα από αυτά πρέπει να τονιστεί ότι ο Πέτρος δεν είναι ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης. Στη Ρώμη ο Χριστιανισμός δεν κηρύχτηκε από τους Αποστόλους, γιατί κανένας δεν φαίνεται να πήγε στη Ρώμη για να κηρύξει το Ευαγγέλιο.
Ο Απόστολος Παύλος, που συνήθιζε να κηρύττει εκεί όπου δεν είχε ακόμη ακουστεί το όνομα του Χριστού, γιατί δεν ήθελε να οικοδομεί πάνω σε ξένα θεμέλια (Ρωμ. 15, 20), ομολογεί ότι θέλει να κηρύξει στη Ρώμη (Ρωμ. 1, 15)' την επιθυμία του αυτή αναφέρουν και οι Πράξεις των Αποστόλων (19, 21. 23, 11). Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη, που γράφει προς τους Ρωμαίους (56), κανένας Απόστολος δεν πέρασε από τη Ρώμη.
Χριστιανοί στη Ρώμη υπήρχαν ήδη πριν από το διάταγμα του Κλαυδίου (Πρ. 18, 2), το 50. Εδώ ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε από άγνωστους Χριστιανούς που άκουσαν άλλοι τον Πέτρο στα Ιεροσόλυμα την ημέρα της Πεντηκοστής (Πρ. 2, 10 καί οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καί προσήλυτοί) και άλλοι τον Παύλο αργότερα στις διάφορες πόλεις, όπου κήρυξε. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι ο Παύλος στο 16 κεφάλαιο της Επιστολής του προς τους Ρωμαίους στέλνει πλήθος ασπασμών σε πιστούς μιας πόλης στην οποία δεν κήρυξε ακόμη και οι οποίοι ήταν γνωστοί του και συνδέονταν μαζί του.
ʼλλωστε η συνεχής μετάβαση πολλών ανθρώπων από τις ανατολικές επαρχίες στη Ρώμη, για προσωπικές υποθέσεις και για εμπορικούς λόγους, και αντίστροφα πολλών Ρωμαίων προς τις ανατολικές επαρχίες συντέλεσαν ώστε να υπάρχει νωρίς ακόμη στη Ρώμη κοινότητα χριστιανική. Από τη Ρώμη έγραψε ο Πέτρος την άνοιξη του 64 τις δυο Καθολικές Επιστολές του.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009


Ο Aπόστολος Παύλος .


Α. Α. Γκλαβίνα, Οι δώδεκα Απόστολοι, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη, 1993, σελ. σελ. 145-161.


Ο Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας (Πρ. 22, 3) από Εβραίους γονείς της φυλής Βενιαμίν (Ρωμ. 11, 1. Φιλιππ. 3, 6). Ως προς την εξήγηση τον νόμου ανήκε στους Φαρισαίους (Φιλιππ. 3, 6), ήταν ρωμαίος πολίτης (Πρ. 16, 37-38), πολίτης της ξακουστής πόλης Ταρσού (Πρ. 21, 39). Το εβραϊκό του όνομα ήταν Σαούλ.
Ο Ιερώνυμος αναφέρει ότι ο Παύλος, κατά παράδοση, καταγόταν από τα Γίσχαλα της Παλαιστίνης. Τούτο πιθανώς να σημαίνει ότι κάποιος προγονός του καταγόταν από τα Γίσχαλα.
Στην Ταρσό, που ήταν τότε κέντρο ελληνικής παιδείας και στωικής φιλοσοφίας, διδάχτηκε ο Παύλος τα ελληνικά και γνώρισε την ελληνική σκέψη. Γι' αυτό όταν μιλάει στους Αθηναίους φέρνει στο νου τους εκφράσεις γνωστές σ' αυτούς, μέσα από τις οποίες θέλει να περάσει το μήνυμα του και να δώσει ένα παράδειγμα για τον τρόπο διοχέτευσης του χριστιανικού κηρύγματος.
Η εβραϊκή του καταγωγή, η ελληνική του παιδεία και η ιδιότητα του ως ρωμαίου πολίτη καθιστούσαν τον Παύλο ίσως τον πιο κατάλληλο κήρυκα των χριστιανικών ιδεών στον κόσμο της εποχής του. Ο κοσμοπολιτισμός του όμως δεν τον εμπόδισε να γίνει τακτικός επισκέπτης της ιουδαϊκής συναγωγής της Ταρσού και φανατικός υποστηρικτής του ιουδαϊκού νόμου και των οραματισμών των ομοφύλων του: διδάχτηκα με ακρίβεια το νόμο των πατέρων μας, αγωνίστηκα με ζήλο για το Θεό (Πρ. 22, 3) και ήμουν άμεμπτος σε ό,τι αφορά την τήρηση του νόμου (Φιλιπ. 3, 6). Σ' αυτό συνέτεινε περισσότερο και το γεγονός ότι νωρίς πήγε στα Ιεροσόλυμα για να σπουδάσει το νόμο κοντά στους ραββίνους.
Οι εύποροι, όπως φαίνεται, γονείς του θέλησαν όχι μόνο να τον μορφώσουν περισσότερο, αλλά και να τον απομακρύνουν ίσως από επιδράσεις που μπορούσαν να ασκήσουν επάνω του τα φιλοσοφικά ρεύματα που διακινούνταν στην Ταρσό και το ειδωλολατρικό και ελληνιστικό περιβάλλον καθώς και η διάδοση των μυστηριακών θρησκειών.
Στα Ιεροσόλυμα έμενε και η αδελφή του Παύλου, όπως φαίνεται από τις Πράξεις, όπου γίνεται λόγος για τον ανεψιό του (Πρ. 23, 16). Στην πόλη αυτή έγινε μαθητής του Γαμαλιήλ (Πρ. 22, 3), βυθίστηκε στη μελέτη της νομικής θεολογικής επιστήμης του ραββινισμού και καυχόταν ότι αυτός ο Ιουδαίος της διασποράς πρόκοβε στον Ιουδαϊσμό πιο πολύ από πολλούς συνομήλικους συμπατριώτες του, γιατί είχε μεγαλύτερο ζήλο για τις προγονικές του παραδόσεις (Γαλ. 1, 14).
Ο Παύλος φαίνεται ότι έμεινε διά βίου άγαμος, γιατί αυτό που γράφει προς τους Κορινθίους (1 Κορ. 9, 5), μήπως δεν έχω δικαίωμα να έχω μαζί μου στα ταξίδια «αδελφή γυναίκα», όπως κάνουν και οι άλλοι απόστολοι και τα αδέρφια τον Κυρίου και ο Κηφάς ; σημαίνει μάλλον το δικαίωμα να τον συνοδεύει στις ιεραποστολικές του περιοδείες μια γυναίκα, χριστιανή αδερφή, για να τον υπηρετεί, ώστε ο ίδιος να επιδίδεται ανενόχλητα στο έργο του. ʼλλωστε είχε, όπως ο ίδιος αναφέρει, αρρώστια αθεράπευτη που και αυτή ίσως δεν τον επέτρεπε να δημιουργήσει οικογένεια: Για να μην περηφανεύομαι, ο Θεός μου έδωσε μια αρρώστια, ένα υπηρέτη το σατανά να με ταλαιπωρεί. Γι' αυτή την αρρώστια τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να τη διώξει από πάνω μου. Η απάντηση του ήταν: «Σου αρκεί η δωρεά μου, γιατί η δύναμη μου φανερώνεται στην πληρότητα της μέσα σ' αυτή την αδυναμία σου» (2 Κορ. 12, 7-9).
Η γέννηση του τοποθετείται μεταξύ του 5 και 15 μ.Χ. Στην Ιερουσαλήμ πρέπει να ήρθε γύρω στο 30 και δεν είναι βέβαιο αν γνώρισε το Χριστό κατ' άνθρωπο (πρβλ. 2 Κορ. 5, 16).
Στο λιθοβολισμό του Στεφάνου ο νεανίας καλούμενος Σαύλο ς ήταν παρών και όχι μόνο στα πόδια του άφησαν οι λιθοβολήσαντες το Στέφανο Ιουδαίοι τα ιμάτια τους αλλά και ο ίδιος επικροτούσε τη θανάτωση του Στεφάνου (Πρ. 7, 59-60). Ύστερα από την εμπειρία αυτή ο Παύλος φανατίστηκε ακόμη περισσότερο εναντίον των Χριστιανών, ρήμαζε την Εκκλησία, έμπαινε με τη βία στα σπίτια, έσερνε έξω άντρες και γυναίκες και τους έριχνε στη φυλακή (Πρ. 8, 3).
Σε μια τέτοια στιγμή παροξυσμού, το 34, τον κάλεσε ο Χριστός κοντά του και από εχθρό του (πρβλ. Ρωμ. 5, 10) τον έκαμε εκείνη τη στιγμή σκεύος εκλογής (Πρ. 9, 15). Το όραμα του Παύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό (Πρ. 9, 1-29. 22, 3-21. 26, 9-20· πρβλ. Γαλ. 1, 13-16. 1 Κορ. 15, 8. Φιλιππ. 3, 12. Εφ. 3, 3), όπου πήγαινε να συλλάβει χριστιανούς, άνδρες και γυναίκες, να τους φέρει στα Ιεροσόλυμα (Πρ. 9, 1 εξ.), αποτελεί συγκλονιστικό γεγονός για τους Ιουδαίους. Η Δαμασκός σημάδεψε καίρια τη ζωή του Παύλου και από τη στιγμή εκείνη της μεταστροφής του άρχισε για την Εκκλησία η θετική μέτρηση.
Στη Δαμασκό ο Παύλος βαφτίστηκε και κατηχήθηκε από τον Ανανία (Πρ. 9, 17-19) και αναχώρησε στην Αραβία (Γαλ. 1, 17), ίσως για λόγους ασφάλειας.
Από την Αραβία (το βασίλειο των Ναβαταίων στα νότια της Δαμασκού) γύρισε και πάλι στη Δαμασκό (Γαλ. 1, 17), όπου για τρία χρόνια εργάστηκε ιεραποστολικά, από το 34 μέχρι το 37. Εξαιτίας των επιβουλών των Ιουδαίων εναντίον του αναγκάστηκε να φύγει από τη Δαμασκό (Πρ. 9, 23-25) και στη φυγή του αυτή συντέλεσε και ο εθνάρχης Αρέθας, βασιλιάς των Ναβαταίων, που ήθελε να τον πιάσει (2 Κορ. 11, 32-33).
Το 37 πήγε στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσει τον Πέτρο και εκεί έμεινε 15 ημέρες. Τότε γνώρισε, από τους άλλους Αποστόλους, μόνο τον αδελφόθεο Ιάκωβο (Γαλ. 1, 18-19). Από τις Πράξεις των Αποστόλων μαθαίνουμε ότι ο Βαρνάβας έκαμε γνωστό τον Παύλο στους χριστιανικούς κύκλους της Ιερουσαλήμ και στους άλλους Αποστόλους, που δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι ο Παύλος ήταν πια μαθητής του Χριστού. Και ενώ ο Παύλος προσπαθούσε να συνδεθεί με τους μαθητές του Χριστού, αυτοί τον φοβούνταν (Πρ. 9, 26). Στις λίγες ημέρες της παραμονής του στα Ιεροσόλυμα, συζητούσε ο Παύλος με τους ελληνιστές Ιουδαίους που ήθελαν να τον φονεύσουν· γι' αυτό οι Χριστιανοί τον πήγαν μέχρι την Καισαρεία και από εκεί τον εξαπέστειλαν στην πατρίδα του Ταρσό (Πρ. 9, 26-30).
Για τη δράση του Παύλου στις περιοχές της Συρίας και Κιλικίας (Γαλ. 1,21), στη δεκαετία από το 37 μέχρι το 47, για την οποία άκουγαν οι άλλες Εκκλησίες και δόξαζαν το Θεό, πώς αυτός που κάποτε τις καταδίωκε και τώρα κηρύττει την πίστη που άλλοτε προσπαθούσε να εξαφανίσει (Γαλ. 1, 22-23), δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο.
Αργότερα ο Βαρνάβας βρήκε τον Παύλο στην Ταρσό και τον έφερε στην Αντιόχεια, όπου αφοσιώθηκαν για ένα ολόκληρο χρόνο στο κήρυγμα κυρίως ανάμεσα στους Εθνικούς (Πρ. 11, 25-26).
Από την Αντιόχεια ο Παύλος και ο Βαρνάβας πήγαν στα Ιεροσόλυμα για να μεταφέρουν τη βοήθεια των χριστιανών της Αντιοχείας προς τους αδελφούς της Ιερουσαλήμ, που υπόφεραν από το λιμό την εποχή του Κλαυδίου (Πρ. Π, 27-30). Στην επιστροφή τους στην Αντιόχεια πήραν μαζί τους και το Μάρκο (Πρ. 12, 25). Ίσως ο Παύλος έκαμε ακόμη ένα ταξίδι στα Ιεροσόλυμα με το Βαρνάβα και τον Τίτο (Γαλ. 2, 1 εξ.)-
Από την Αντιόχεια άρχισε το τεράστιο έργο του Παύλου με την πρώτη αποστολική περιοδεία (47-48), στην οποία τον έστειλε μαζί με το Βαρνάβα η χριστιανική κοινότητα της Αντιοχείας (Πρ. 13, 2-3).
Από την Αντιόχεια κατέβηκαν στη Σελεύκεια, απέπλευσαν στην Κύπρο και δίδαξαν στη Σαλαμίνα, στις εβραϊκές συναγωγές. Κοντά τους ήταν και ο ανεψιός του Βαρνάβα, ο Μάρκος. Πέρασαν το νησί μέχρι την Πάφο· εδώ πίστεψε ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος και τιμωρήθηκε ο μάγος Ελίμας (Βαριησούς ), Ιουδαίος ψευδοπροφήτης. Από την Πάφο πήγαν στην Πέργη της Παμφυλίας. Από εδώ τους εγκατέλειψε ο Μάρκος, που γύρισε στα Ιεροσόλυμα. Η Αντιόχεια της Πισιδίας ήταν ο επόμενος σταθμός του Παύλου και του Βαρνάβα. Στην πόλη αυτή κήρυξαν όχι μόνο στη συναγωγή αλλά και στους Εθνικούς που ήταν προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό. Η παρουσία τους στην Αντιόχεια ήταν εντυπωσιακή, ώστε οι Ιουδαίοι ξεσήκωσαν εναντίον τους τον κόσμο και τις αρχές της πόλης. Ο Παύλος και ο Βαρνάβας αναγκάστηκαν τότε να εγκαταλείψουν την Αντιόχεια και να πάνε στο Ικόνιο (Πρ. 13, 4-52). Και εδώ όμως τους ακολούθησαν πολλοί Ιουδαίοι και Εθνικοί αλλά και πάλι εκδιώχτηκαν, οπότε αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις πόλεις της Λυκαονίας Λύστρα και Δέρβη και τα περίχωρα, κηρύττοντες το λόγο του Θεού. Στα Λύστρα ο Παύλος θεράπευσε κάποιο χωλό από γεννησιμιού του. Οι Ιουδαίοι από την Αντιόχεια και το Ικόνιο, αφού ξεσήκωσαν το λαό των Λύστρων, λιθοβόλησαν τον Παύλο μέχρι θανάτου και τον μετέφεραν έξω από την πόλη. Την άλλη ημέρα ο Παύλος και ο Βαρνάβας πήγαν στη Δέρβη, όπου άγρευσαν αρκετούς. Από τη Δέρβη επέστρεψαν στα Λύστρα, στο Ικόνιο και την Αντιόχεια για να στηρίζουν τους πιστεύσαντες και να χειροτονήσουν γι αυτούς Πρεσβυτέρους σε κάθε Εκκλησία. Μέσω της Πισιδίας ήρθαν στην Παμφυλία, κήρυξαν στην Πέργη και κατέβηκαν στην Αττάλεια.
Ύστερα από την περιοδεία αυτή, που είχε στόχο τις μεγάλες ιουδαϊκές κοινότητες της Κύπρου και Ασίας και σε δεύτερο λόγο τους Εθνικούς, προς τους οποίους στρεφόταν ο Παύλος μέσω των Εθνικών προσήλυτων, ξαναγύρισαν στην Αντιόχεια της Συρίας (Πρ. 14, 1-26).
Η περιοδεία αυτή, που ήταν γεμάτη διωγμούς και ταλαιπωρίες (2 Τιμ. 3, 11), πέτυχε γιατί δημιουργήθηκαν πολλές χριστιανικές κοινότητες κυρίως ανάμεσα στους Εθνικούς.
Στην Αντιόχεια ο Παύλος και ο Βαρνάβας έμειναν αρκετό καιρό με τους Χριστιανούς (Πρ. 14, 28). Το 49 ο Παύλος έλαβε μέρος στην Αποστολική Σύνοδο στα Ιεροσόλυμα.
Από την Αντιόχεια ξεκίνησε και πάλι ο Παύλος για τη δεύτερη περιοδεία του (49-52) · αυτή τη φορά όμως είχε ως συνοδό το Σίλα και όχι το Βαρνάβα. Ο Βαρνάβας δε δέχτηκε να λάβει μέρος στην περιοδεία αυτή, γιατί ο Παύλος αρνήθηκε να πάρουν μαζί τους το Μάρκο, που τους άφησε στη διάρκεια της πρώτης περιοδείας και γύρισε στην Αντιόχεια. Ύστερα από το επεισόδιο αυτό ο Βαρνάβας πήρε το Μάρκο και πήγαν στην Κύπρο (Πρ. 15, 35-40).
Ο Παύλος με το Σίλα πέρασαν τη Συρία και Κιλικία, στηρίζοντες τις Εκκλησίες στις χώρες αυτές (Πρ. 15, 41) και έφτασαν στη Δέρβη και στα Λύστρα. Από την πόλη αυτή παρέλαβαν μαζί τους τον Τιμόθεο, αφού τον περιέτεμαν για να ικανοποιήσουν έτσι τους Ιουδαίους των περιοχών εκείνων. Στη συνέχεια πέρασαν από τη Φρυγία και τη Γαλατική χώρα, τη χώρα δηλ. των παλαιών Γαλατών (Πρ. 16, 1-6). Εδώ ο Παύλος ασθένησε, αναγκάστηκε έτσι να μείνει κοντά στους Γαλάτες και να κηρύξει το λόγο του Θεού (Γαλ. 4, 13-15). Με την υπόδειξη του Αγίου Πνεύματος, αφού ο Παύλος, ο Σίλας και ο Τιμόθεος παρέκαμψαν τη Μυσία και απέφυγαν τη Βιθυνία, κατέβηκαν στην Τρωάδα. Εδώ προστέθηκε στη συνοδεία τους και ο Λουκάς.
Ενώ ο σκοπός του Παύλου, στη δεύτερη του αυτή περιοδεία, ήταν να επισκεφθεί τις Εκκλησίες που είχε ιδρύσει πιο μπροστά και να ιδεί πώς έχουν, τώρα, με τον ερχομό του στην Τρωάδα, η τωρινή περιοδεία του θα πάρει άλλη μορφή και οι διαστάσεις της θα διευρυνθούν.
Ύστερα από ένα νυχτερινό όραμα ήρθε ο Παύλος με τους συνεργάτες του μέσω Σαμοθράκης στη Νεάπολη της Μακεδονίας και από τη Νεάπολη στους Φιλίππους. Το πέρασμα από την Ασία στην Ευρώπη ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην Εκκλησία και στον κόσμο.
Στους Φιλίππους έμειναν μερικές ημέρες και βάφτισαν τη Λυδία και τους δικούς της. Η θεραπεία όμως μιας μαντευόμενης δούλης, που έφερνε πολλά κέρδη στους κυρίους της, έγινε αιτία να ραβδιστούν και να μπουν στη φυλακή για αντιρωμαϊκές δήθεν ενέργειες. Οι κατηγορίες, που τους προσάπτονται, όταν οδηγούνται βιαίως στην αγορά για να παρουσιαστούν στις αρχές, είναι ότι ο Παύλος και οι συνεργάτες τους είναι Ιουδαίοι και προκαλούν ταραχές στην πόλη, θέλοντας να εισαγάγουν έθιμα που δεν επιτρέπονταν να τα δεχτούν ή να τα τηρούν όσοι ήταν Ρωμαίοι. Έτσι οι Ρωμαίοι άρχοντες των Φιλίππων υποκύπτουν στο αντιϊουδαϊκό πνεύμα των πολιτών και τιμωρούν τον Παύλο και τους συνεργάτες του ως Ιουδαίους, χωρίς καν να υποψιάζονται ότι το κήρυγμα των Αποστόλων ξεπέρασε τους Ιουδαίους και το μωσαϊκό νόμο και γι' αυτό αποτελούσε πρόκληση και για τους Ιουδαίους.
Οι φυλακισμένοι Απόστολοι ελευθερώθηκαν με θαυμαστό τρόπο και αυτό έγινε αιτία να βαπτιστούν Χριστιανοί ο φύλακας τους μαζί με όλους τους δικούς του (Πρ. 16, 7-40).
Από τους Φιλίππους, μέσω της Αμφίπολης και της Απολλωνίας, ο Παύλος με το Σίλα και τον Τιμόθεο ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, ρωμαϊκή αποικία με δικαιώματα ελεύθερης πόλης, πρωτεύουσα της μεγάλης σε έκταση ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας, πόλη πλούσια και σημείο αναφοράς για το εμπόριο, τις συγκοινωνίες και την πνευματική κίνηση. Ο Λουκάς δεν τους συνόδεψε ως τη Θεσσαλονίκη· έμεινε στους Φιλίππους.
Στη Θεσσαλονίκη ο Παύλος κήρυξε στη συναγωγή των Ιουδαίων επί τρία συνεχόμενα Σάββατα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρέμεινε στην πόλη αυτή περισσότερο χρόνο από τρεις εβδομάδες. Ίσως τα λόγια του Παύλου (1 Θεσσ. 1, 7-8 και Φιλιππ. 4, 16) προϋποθέτουν περισσότερο χρόνο δράσης του Παύλου στη Θεσσαλονίκη. Η δράση αυτή του Παύλου προκαλεί τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης, που δημιουργούν αναταραχή και κατηγορούν τους Αποστόλους. Έτσι οι αρχές της πόλης, οι πολιτάρχες, ετοιμάζονται να επέμβουν, οπότε ο Παύλος με τους συνοδούς του αναγκάζονται να φύγουν νύχτα στη Βέροια.
Η ολιγόχρονη μα καρποφόρα παραμονή του Παύλου στη Θεσσαλονίκη συνοδεύτηκε από πόνους προσωπικούς και οι Θεσσαλονικείς, που πίστεψαν στο κήρυγμα του και αποτέλεσαν την πρώτη χριστιανική κοινότητα της πόλης αυτής, δοκίμασαν πολλή θλίψη και σκληρό διωγμό. Σ' αυτές τις σκέψεις μας οδηγούν τα λόγια του ίδιου του Παύλου: κάτω από σκληρό διωγμό αποδεχτήκατε το κήρυγμα (1 Θεσσ. 1, 6), ο Θεός μας έδωσε θάρρος, ώστε να σας κηρύξουμε το Ευαγγέλιο τον μέσα από πολλές δυσκολίες (1 Θεσσ. 2, 2) εσείς, αδελφοί μιμηθήκατε εκείνες τις εκκλησίες του Θεού που βρίσκονται στην Ιουδαία και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Γιατί κι εσείς πάθατε τα ίδια από τους συμπατριώτες σας, όπως κι εκείνοι από τους Ιουδαίους (1 Θεσσ. 2, 14).
Στη Βέροια τα αποτελέσματα του κηρύγματος του ήταν ευχάριστα και οι Ιουδαίοι της πόλης αυτής, πιο ευγενείς από τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης, δέχτηκαν το κήρυγμα του πρόθυμα, όπως και πολλές Ελληνίδες και Έλληνες επίσημοι. Οι σκληροί όμως Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης έφτασαν στη Βέροια και ανάγκασαν μερικούς Χριστιανούς να συνοδέψουν τον Παύλο μέχρι τη θάλασσα για να φύγει μ' αυτούς για την Αθήνα (Πρ. 17, 1-14). Στη Βέροια έμειναν ο Σίλας και ο Τιμόθεος.
Στην Αθήνα δεν είχε το κήρυγμα του Παύλου μεγάλες επιτυχίες (Πρ. 17, 16-34), γι' αυτό σκεφτόταν πώς να πάει στην Κόρινθο, μήπως και εκεί έχει την ίδια τύχη (1 Κορ. 2, 3). Στον ' Αρειο Πάγο ο Παύλος «ανακρίθηκε» από τους Αθηναίους, χλευάστηκε και αποπέμφθηκε με προοπτική να ξαναανακριθεί, αφού από την πρώτη επαφή τους με τον Παύλο οι Αθηναίοι δεν πολυκατάλαβαν τι τους έλεγε και θεώρησαν τα λόγια του και το κήρυγμα του σπερμολογίες (παραμύθια).
Στην Κόρινθο έμεινε ενάμιση χρόνο κοντά στους σκηνοποιούς Ακύλα και Πρίσκιλλα, που είχαν έρθει από την Ιταλία εξαιτίας του Κλαυδίου, ο οποίος έδιωξε όλους τους Ιουδαίους από τη Ρώμη. Κάθε Σάββατο ο Παύλος κήρυττε στη συναγωγή, διαλεγόταν με τους Ιουδαίους και Έλληνες προσήλυτους, και τους έπειθε. Έτσι στην Κόρινθο το κήρυγμα του είχε σημαντική επιτυχία. Κοντά του τώρα ήρθαν από τη Βέροια ο Σίλας και ο Τιμόθεος, που είχαν ειδοποιηθεί από τον Παύλο με τους Βεροιώτες συνοδούς του Παύλου, όταν αυτοί άφησαν τον Παύλο στην Αθήνα και γύρισαν στην πατρίδα του (Πρ. 17, 15. 1 Θεσσ. 3, 1-2. Πρ. 18, 5). Τα νέα από τη Μακεδονία ήταν ευχάριστα (η πίστη στερεωνόταν) και δυσάρεστα (η συμπεριφορά των Ιουδαίων απέναντι στους Χριστιανούς ήταν σκληρή).
Ο Παύλος αλλάζει πια στην Κόρινθο τακτική, εγκαταλείπει τη συναγωγή και στρέφεται προς τους Εθνικούς. Ο αρχισυνάγωγος Κρίσπος με όλους τους δικούς του και πολλοί Κορίνθιοι πίστεψαν στο κήρυγμα του Παύλου.
Και εδώ όμως οι Ιουδαίοι δεν τον άφησαν ήσυχο· τον οδήγησαν στον ανθύπατο της Αχαίας Γαλλίωνα, που ήρθε το 51, με την κατηγορία ότι προσπαθεί να πείσει τους ανθρώπους να λατρεύουν το Θεό με τρόπο που είναι αντίθετος στο νόμο (Πρ. 18, 13). Η στάση όμως του Γαλλίωνα, να μη δώσει σημασία στις αιτιάσεις των Ιουδαίων, ήταν ενισχυτική για το έργο του Παύλου. Εκείνος όμως που τελικά πλήρωσε για όλα αυτά ήταν ο αρχισυνάγωγος Σωσθένης, που έφαγε αρκετό ξύλο από τους Ιουδαίους μπροστά στο δικαστήριο: Ο Γαλλίων είπε στους ιουδαίους: Αν ήταν για κανένα αδίκημα ή για ένα κακούργημα δόλιο, θα ήταν λογικό να σας ακούσω, ιουδαίοι. Εφόσον όμως πρόκειται για θέματα διδασκαλίας και ονομάτων και νόμου δικού σας, τακτοποιήστε τα μόνοι σας. Δικαστής εγώ αυτών των ζητημάτων δε θέλω να είμαι. Και τους έδιωξε από το δικαστήριο. Τότε όλοι έπιασαν το Σωσθένη τον αρχισυνάγωγο και τον χτυπούσαν μπροστά στο δικαστήριο. Ο Γαλλίων όμως δε νοιαζόταν καθόλου γι' αυτά (Πρ.18, 14-17).
Ο Παύλος, αφού έμεινε αρκετές ακόμη ημέρες στην Κόρινθο, και αφού είχε γράψει τις δυο επιστολές του προς τους Θεσσαλονικείς (το 50 και το 51), έφυγε για την Έφεσο, συνοδευόμενος από τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα (Πρ. 18, 18). Στην Έφεσο ο Παύλος διαλέχτηκε στη συναγωγή με τους Ιουδαίους.
Από την Έφεσο κατέβηκε στην Καισαρεία, πήγε, πιθανώς, για λίγο στα Ιεροσόλυμα και επέστρεψε στη βάση των εξορμήσεων του, στην Αντιόχεια (Πρ. 18, 1-23). Φαίνεται ότι επήλθε κάποια διάσταση ανάμεσα στον Παύλο και το Σίλα και ίσως έτσι εξηγείται γιατί ο Σίλας δε συνοδεύει τον Παύλο στο έργο του και εμφανίζεται ως συνοδός και γραμματέας του Πέτρου (1 Πέτρου 5, 12).
Ο Παύλος, πιστός στην υπόσχεση που έδωσε στους Εφεσίους ότι θα τους ξαναδεί (Πρ. 18, 21) έφυγε από την Αντιόχεια και πέρασε από τη Γαλατική χώρα και τη Φρυγία για να ενδυναμώσει τους μαθητές του Χριστού. Αυτή είναι η τρίτη ιεραποστολική του πορεία (52-56).
Στην Έφεσο εργάζονταν με ζήλο δυο ιδιαίτερα γνωστοί του, ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα, και το ζεύγος αυτό διαφώτισε σωστά τον Ιουδαίο Απολλώ, λόγιο από την Αλεξάνδρεια, που ήταν δυνατός γνώστης των Γραφών και δίδασκε στη συναγωγή. Από την Έφεσο ο Απολλώς πήγε στην Αχαΐα, σταλμένος από τους Εφεσίους Χριστιανούς (Πρ. 18, 23-28). Όταν ο Απολλώς ήταν στην Κόρινθο τότε ο Παύλος έφτασε στην Έφεσο, αφού πρώτα πέρασε από τα ενδότερα μέρη.
Στην Έφεσο βάφτισε ο Παύλος 12 μαθητές που είχαν βαφτιστεί προηγουμένως στο βάφτισμα του Ιωάννη. Επί τρεις μήνες ο Παύλος δίδασκε στη συναγωγή και ύστερα, αφού συνάντησε δυσκολίες, περιόρισε τη διδασκαλία του στους Χριστιανούς που τον ακολουθούσαν και σ' όσους έρχονταν στη σχολή κάποιου Τυράννου. Αυτό κράτησε δυο ολόκληρα χρόνια και στο διάστημα αυτό άκουσαν το λόγο του Θεού όλοι όσοι κατοικούσαν στην επαρχία της Ασίας, Ιουδαίοι και Έλληνες. Ο Παύλος στην Έφεσο αντιμετώπισε πρώην οπαδούς της αίρεσης του Ιωάννη του Προδρόμου, αβάπτιστους μαθητές που αγνοούσαν το ʼγιο Πνεύμα, καθώς και τους εφτά εξορκιστές, γιους του Ιουδαίου αρχιερέα Σκευά, που θαυματουργούσαν στο όνομα του Ιησού (Πρ. 19, 1-16).
Στο διάστημα των τριών ετών που έμεινε ο Παύλος στην Έφεσο, έγιναν πολλά που δεν αναφέρονται στις Πράξεις των Αποστόλων. Τίποτα δεν αναφέρεται για τις σχέσεις του με τις Εκκλησίες της Γαλατίας. Έπειτα δεν αναφέρεται το ενδιάμεσο ταξίδι του στην Κόρινθο, όπου κακοποιήθηκε και αναγκάστηκε να επιστρέψει αμέσως στην Έφεσο. Ούτε γίνεται λόγος για την επίσκεψη του στο Ιλλυρικό (Ρωμ. 15, 19).
Στις επιστολές του προς τους Κορινθίους (1 Κορ. 15, 32, 2 Κορ. 1, 8-10) αναφέρει ο ίδιος ότι πάλαιψε με τα θηρία στην Έφεσο και αντιμετώπισε βέβαιο θάνατο και ίσως τον έσωσε η αυτοθυσία του Ακύλλα και της Πρίσκιλλας (Ρωμ. 16, 3-4). Ίσως αυτά να σημαίνουν ότι κατά τα τρία χρόνια της παραμονής του στην Έφεσο πέρασε ένα διάστημα στη φυλακή. Αν αυτό είναι γεγονός, τότε πολύ πιθανό οι επιστολές της αιχμαλωσίας (Φιλιππισίους, Κο - λοσσαείς, Φιλήμονα ) να γράφτηκαν από την Έφεσο και όχι ύστερα από πέντε περίπου χρόνια από τη Ρώμη, όπως δέχεται η παράδοση. Στην Έφεσο γράφτηκε και η επιστολή προς τους Γαλάτες.
Από την Έφεσο έγραψε ο Παύλος επιστολή προς τους Κορινθίους, για τη χαλαρότητα των ηθών, που δε σώζεται (Ι Κορ. 5, 9). Οι Κορίνθιοι απάντησαν με επιστολή (1 Κορ. 7, 1. 16, 17) και έθεσαν διάφορα προβλήματα. Εκτός από αυτά ο Παύλος πληροφορήθηκε από την Κορίνθια Χλόη (1 Κορ. 1,11) για τις έριδες στην Κόρινθο. Σ' αυτά απάντησε ο Παύλος με την πρώτη επιστολή του προς τους Κορινθίους. Με αυτή αγγέλλεται μετάβαση του Τιμοθέου στην Κόρινθο (1 Κορ. 16, 10) καθώς και δικό του ταξίδι κοντά τους για δεύτερη φορά. Στην Κόρινθο ο Παύλος υπέστη ατιμωτική προσβολή από κάποιο μέλος της Εκκλησίας.
Ο Παύλος ήθελε να περάσει από τη Μακεδονία και Αχαΐα και να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και από εκεί να μεταβεί στην άγνωστη του ακόμη Ρώμη (Πρ. 19, 21). Με αυτές τις σκέψεις έστειλε στη Μακεδονία τους συνεργάτες του Τιμόθεο και Έραστο, αυτός όμως καθυστέρησε λίγο στην επαρχία της Ασίας (Πρ. 19, 22). Γι' αυτό το ταξίδι, που ήταν σύντομο και που το έκαμε πιθανώς δια θαλάσσης, τίποτα δεν μας αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων.
Με την επιστροφή του στην Έφεσο, εξαιτίας της δραστηριότητας του κατά των ειδώλων, συνάντησε την αντίδραση του λαού που ξεσήκωσε ο αργυροκόπος Δημήτριος και όσοι ήταν δεμένοι συμφεροντολογικά με τη λατρεία της θεάς ʼρτεμης στην πόλη αυτή (Πρ. 19, 24). Ύστερα από αυτά ο Παύλος αποχαιρέτησε τους μαθητές του και έφυγε για τη Μακεδονία (Πρ. 20, 1). Στην Τρωάδα περίμενε με αγωνία τον Τίτο, στον οποίο προηγουμένως είχε δώσει οδηγίες να περάσει από τη Μακεδονία και να συναντηθούν στην ξακουστή αυτή πόλη. Επειδή ο Τίτος άργησε να έρθει, ξεκίνησε ο Παύλος γεμάτος ανησυχία για τη Μακεδονία. Από τον Τίτο, που τελικά τον συνάντησε, έμαθε ότι τα περισσότερα μέλη της Εκκλησίας της Κορίνθου ήταν με το μέρος του. Επίσης έμαθε ότι υπήρχε πάλι αντίδραση από τους Ιουδαΐζοντες, που μαζεύτηκαν στην Κόρινθο για να ενισχύσουν ίσως την προϋπάρχουσα μερίδα του Κηφά. Με αυτά τα νέα του Τίτου ο Παύλος έγραψε δεύτερη, αυστηρή επιστολή προς τους Κορινθίους και την έστειλε με τον Τίτο και με δυο άλλους αδελφούς (2 Κορ. 8, 16 εξ.). Οι τρεις αυτοί μαθητές θα συγκέντρωναν και τη λογία της Κορίνθου, πριν να φτάσει ο ίδιος εκεί (2 Κορ. 9, 1 εξ.).
Τώρα είναι η τρίτη φορά που ο Παύλος επισκέπτεται την Κόρινθο, όπως ο ίδιος αναφέρει (2 Κορ. 2, 1. 12, 14. 13, 1). Στην Κόρινθο έμεινε τρεις μήνες. Το χειμώνα του 56 έγραψε την επιστολή προς τους Ρωμαίους, κινδύνεψε από τους Ιουδαίους και αντί να πάει κατευθείαν στη Συρία έκρινε σκόπιμο να περάσει από τη Μακεδονία.
Στην ακολουθία του Παύλου ήταν τώρα ο Σώπατρος από τη Βέροια, ο Αρίσταρχος και Σεκούνδος από τη Θεσσαλονίκη, ο Γάιος από τη Δέρβη και ο Τυχικός και ο Τρόφιμος από την Ασία. Όλοι αυτοί έφυγαν πιο μπροστά και περίμεναν στην Τρωάδα τον Παύλο με το Λουκά να έρθουν από τους Φιλίππους.
Από την Τρωάδα, ύστερα από παραμονή επτά ημερών, ο Παύλος πήγε με τα πόδια στην ʼσσο, ενώ οι συνοδοί του πήγαν στην ʼσσο με πλοίο για να παραλάβουν τον Παύλο. Από την ʼσσο όλοι μαζί πήγαν στη Μυτιλήνη, πέρασαν απέναντι από τη Χίο, σταμάτησαν στη Σάμο, έμειναν στο ακρωτήριο Τρωγύλλιο και έπειτα πήγαν στη Μίλητο (Πρ. 20, 13-15).
Δε θέλησε ο Παύλος να μεταβεί στην Έφεσο για να μη χρονοτριβήσει στην Ασία, αφού επειγόταν να βρίσκεται την Πεντηκοστή του 57 στα Ιεροσόλυμα (Πρ. 20, 1-16). Στη Μίλητο μίλησε ο Παύλος προς τους πρεσβυτέρους και ο λόγος του αυτός πρέπει να είναι το καθημερινό εντρύφημα των κληρικών μας (Πρ. 20, 17-35).
Με πλοίο έφυγαν από τη Μίλητο (Πρ. 20, 38), πέρασαν την Κω, τη Ρόδο και έφτασαν στα Πάταρα. Από εκεί πήραν άλλο πλοίο φορτηγό, που πήγαινε για τη Φοινίκη, προσπέρασαν την Κύπρο και κατέβηκαν στην Τύρο, όπου έμειναν επτά ημέρες κοντά στους Χριστιανούς. Με πλοίο από εκεί πήγαν στην Καισαρεία και κατέλυσαν στο σπίτι του διακόνου Φιλίππου. Εδώ ο προφήτης ʼγαβος είπε στον Παύλο ότι στα Ιεροσόλυμα θα τον συλλάβουν οι Ιουδαίοι και θα τον παραδώσουν στους Ρωμαίους. Ο Παύλος όμως παρά τις παρακλήσεις των συνοδών του και των Χριστιανών της Καισαρείας αποφάσισε να πάει στα Ιεροσόλυμα και να πάθει για το Χριστό (Πρ. 21,1-14).
Στα Ιεροσόλυμα, όπου ξεσηκώθηκαν οι Ιουδαίοι, σώθηκε ο Παύλος από βέβαιο θάνατο από το Ρωμαίο χιλίαρχο Κλαύδιο Λυσία, που τον έστειλε με συνοδεία στην έδρα του Ρωμαίου διοικητή της Καισαρείας Φήλικα (Πρ. 21, 15-23, 33).
Ο Φήλικας κράτησε τον Παύλο στη φυλακή δυο χρόνια, από το 57 μέχρι το 59 (Πρ. 23, 34-24, 27). Οι Ιουδαίοι όμως ζήτησαν από το διάδοχο του Φήλικα Πόρκιο Φήστο να τους παραδώσει τον Παύλο για να τον δικάσουν στα Ιεροσόλυμα. Τότε ο Παύλος απαίτησε να δικαστεί, ως ρωμαίος πολίτης που ήταν, προ του βήματος του καίσαρα (Πρ. 25, 1-26, 32).
Το ταξίδι του Παύλου για τη Ρώμη, στο οποίο τον συνόδεψαν οι συνεργάτες του Λουκάς και Αρίσταρχος, αρχίζει από τις Πράξεις 27, 1 εξ. Η Σιδώνα και τα Μύρα της Λυκίας ήταν οι δυο πρώτοι σταθμοί. Στα Μύρα άλλαξαν πλοίο και με το νέο προσάραξαν στους Καλούς Λιμένες της Κρήτης. Ο επόμενος σταθμός ήταν το νησί Μελίτη. Ύστερα από τρεις μήνες με άλλο πλοίο πήγαν στις Συρακούσες, όπου έμειναν τρεις ημέρες. Το Ρήγιο και οι Ποτίολοι ήταν οι δυο άλλοι σύντομοι σταθμοί. Ο τελευταίος σταθμός ήταν η Ρώμη. Οι Χριστιανοί της Ρώμης, όταν έμαθαν τον ερχομό του Παύλου, βγήκαν μέχρι τον Αππίου Φόρο και τις Τρεις Ταβέρνες για να τον προϋπαντήσουν.
Στη Ρώμη επέτρεψαν τον Παύλο να μείνει σε ιδιωτικό κατάλυμα μαζί με το στρατιώτη που τον φύλαγε. Ο Παύλος έμεινε μια ολόκληρη διετία (59-61) σε ιδιαίτερη νοικιασμένη κατοικία, όπου δεχόταν όλους όσοι τον επισκέπτονταν, κήρυττε τη βασιλεία του Θεού και δίδασκε για τον Κύριο Ιησού Χριστό με όλη την παρρησία και χωρίς κανένα εμπόδιο (Πρ. 28, 30-31). Με αυτά τα λόγια τελειώνει η διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων.
Από την παραμονή αυτή του Παύλου στη Ρώμη προέρχεται η επιστολή προς τους Εφεσίους και σύμφωνα με την παράδοση και οι άλλες επιστολές της αιχμαλωσίας, όπως λέγονται.
Φαίνεται ότι ο Παύλος, αφού δικάστηκε και απαλλάχτηκε, επιχείρησε και τέταρτη περιοδεία (61-64;). Κατά τον Κλήμεντα Ρώμης (Προς Κορινθίους 5, 7), ο Παύλος ταξίδεψε μέχρις εσχάτων της Δύσεως, που για μερικούς νοείται η Ισπανία, ενώ από τις ποιμαντικές επιστολές (1 και 2 Τιμόθεο και Τίτο) φαίνεται ότι ταξίδεψε στην Ανατολή (Μ. Ασία, Κρήτη, Μακεδονία, Ιλλυρικό) για να καταλήξει πάλι στη Ρώμη, πιθανώς τον Ιούλιο του 64.
Ο διωγμός του Νέρωνα βρήκε τον Παύλο στη Ρώμη και οι διαβολές των Ιουδαίων και Ιουδαιοχριστιανών της Ρώμης εναντίον των Χριστιανών, ότι ήταν δήθεν υπαίτιοι για την πυρκαϊά της Ρώμης, είχαν στόχο να στρέψουν τη μανία του ανισόρροπου αυτοκράτορα εναντίον τους.
Ο Πέτρος και ο Παύλος δε γλίτωσαν το θάνατο. Έτσι πρέπει να δεχτούμε ότι ο Παύλος θανατώθηκε το φθινόπωρο και μάλιστα τον Οκτώβριο του 64.
Ο ίδιος ο Παύλος κάνει ένα σύντομο απολογισμό των δυσκολιών που συνάντησε, μιλώντας για τον εαυτό του στους Κορινθίους: Μόχθησα πιο πολύ από αυτούς (τους ψευτοαποστόλους ), φυλακίστηκα περισσότερες φορές, με χτύπησαν με αφάνταστη αγριότητα, κινδύνεψα πολλές φορές να θανατωθώ. Πέντε φορές μαστιγώθηκα από Ιουδαίους με τα τριάντα εννιά μαστιγώματα. Τρεις φορές με τιμώρησαν με ραβδισμούς, μια φορά με λιθοβόλησαν, τρεις φορές ναυάγησα, ένα μερόνυχτο έμεινα ναυαγός στο πέλαγος. Έκανα πολλές κοπιαστικές οδοιπορίες, διάβηκα επικίνδυνα ποτάμια, κινδύνεψα από ληστές, κινδύνεψα από τους ομογενείς μου Ιουδαίους, κινδύνεψα από τους εθνικούς, πέρασα κινδύνους σε πόλεις, κινδύνους σε ερημιές, κινδύνους στη θάλασσα, κινδύνεψα από ανθρώπους που υποκρίνονταν τους αδερφούς. Κόπιασα και μόχθησα πολύ, ξαγρύπνησα πολλές φορές, πείνασα, δίψασα, πολλές φορές μου έλειψε εντελώς το φαγητό, ξεπάγιασα και δεν είχα ρούχα να φορέσω. Εκτός από τα άλλα είχα και την καθημερινή πίεση των εχθρών μου και τη φροντίδα για όλες τις εκκλησίες. Ποιανού η πίστη ασθενεί και δεν ασθενώ κι εγώ; Ποιος υποκύπτει στον πειρασμό και δεν υποφέρω κι εγώ; Αν πρέπει να καυχηθώ, θα καυχηθώ για τα παθήματα μου. Ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου Ιησού Χριστού - ας είναι ευλογημένο το όνομα του στους αιώνες - ξέρει ότι δε λέω ψέματα (2 Κορ. 11, 23-31).

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009


Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου.


«Τότε κτυπούσαν τον Παύλο με πέτρες… ».


Πιστέψτε με τώρα είναι μπροστά μας να υποστούμε χειρότερα από όσα έπαθε ο Παύλος. Τότε εκείνοι κτυπούσαν τον Παύλο με πέτρες. Τώρα μας κτυπούν με λόγια οδυνηρότερα και από πέτρες. Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Ότι έκανε και κείνος. Δεν εμίσησε εκείνους που τον ελιθοβόλησαν, αλλά ενώ εκείνον τον έσυραν δια της βίας έξω από την πόλη, αυτός μπήκε πάλι για να ευεργετήσει εκείνους που τόσο τον αδίκησαν. Αν υπομείνεις και συ τον υβριστή, τον βάναυσο, εκείνον που σε αδικεί τόσο πολύ, λιθοβολήθηκες και συ. Μην πεις ότι δεν έφταιξα τίποτε, γιατί σε τι είχε φταίξει ο Παύλος για να λιθοβοληθεί. Εκήρυττε τη Βασίλεια των ουρανών, απομάκρυνε από την πλάνη, ωδηγούσε στο Θεό. Αυτά είναι άξια για στεφάνους, για δημόσιο έπαινο, για χίλια καλά, όχι για λιθοβολισμό. Αλλά όμως έπαθε τα αντίθετα. Αυτό είναι που αποτελεί περίλαμπρη νίκη. «Και έσυραν αυτόν» (Πραξ 14. 19). Και σένα πολλές φορές σε σέρνουν. Μη θυμώσεις, αλλά κήρυξε το Ευαγγέλιο με την επιείκειά σου. Σε έβρισαν; Σώπασε και ευλόγησε αν μπορείς, και έτσι εκήρυξες και συ το Λόγο, εδίδαξες επιείκεια, εδίδαξες πραότητα. Γνωρίζω πολλούς που δεν πονούν τόσο από τα τραύματα, όσο από τα λόγια γιατί το τραύμα το δέχεται το σώμα, ενώ τα λόγια η ψυχή. Αλλά ας μη πονάμε, ή καλύτερα ας υπομένουμε τους πόνους. Δε βλέπετε τους πυγμάχους, που με τραυματισμένα τα κεφάλα, με σφιγμένα τα δόντια, υποφέρουν τους πόνους τόσο ήρεμα. Εδώ δεν υπάρχει ανάγκη να τρίξεις τα δόντια, να δαγκώσεις τα χείλη. Σκέψου τον Δεσπότη σου και αμέσως έβαλες το φάρμακο στη σκέψη. Σκέψου τον Παύλο. Κατάλαβε ότι νίκησες συ ο κτυπημένος, ενώ εκείνος που σε κτύπησε νικήθηκε και τότε όλα τα θεράπευσες.
Είναι μια κρίσιμη στιγμή μην παρασυρθείς, και αμέσως κατώρθωσες τα πάντα. Μην ταραχθείς και έσβησες τα πάντα. Είναι μεγάλη παρηγοριά να πάθεις κάτι για το Χριστό.


Ομιλία 31 PG 60. 231

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΥΝΑΞΗ» ΤΕΥΧΟΣ 8

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009


Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Κύριος εἶπε στούς μαθητές Του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολου θείτω μοι» (Ματθ. ιστ' 24).
Τί σημαίνει «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώ που»; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυ ρός τοῦ Χριστοῦ»;
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήινης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ἄλλα εὐλαβῆ κατορθώματα, μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα. Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα, ἤ πάθη, πού - στόν κάθε ἄνθρωπο - εἶναι δικά του! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήινου βίου μας.
«Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.
Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» - ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι - ἐάν δέν μεταμορφωθεῖ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ γίνεται «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ εἶναι στερρά πεπεισμένος, ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν (τόν μαθητή) ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός. Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς μοίρας Του στή γῆ καί - γιά τόν λόγο αὐτό - καί στόν οὐρανό.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» γίνεται γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀληθινός μαθητής Του σέβεται καί θεωρεῖ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σάν τόν μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του. Αὐτές οἱ πανίερες ἐντολές γίνονται γι᾽ αὐτόν σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο συνεχῶς σταυρώνει τόν παλαιό του ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» του (Γαλ. ε' 24).
Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι φανερό γιατί, γιά νά λάβουμε τόν σταυρό μας, εἶναι ἀνάγκη ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε προηγουμένως τόν ἑαυτό μας μέχρι καί ν᾽ ἀπολέσουμε ἀκόμα καί τή ζωή μας.
Τόσο βαθιά καί τόσο πολύ ἔχει συνηθίσει στήν ἁμαρτία καί οἰκειώθηκε σ᾽ αὐτήν ἡ πεσμένη στήν ἁμαρτία φύση μας, πού ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν παύει νά ἀποκαλεῖ αὐτή τή φύση ψυχή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
Γιά νά δεχτοῦμε τόν σταυρό στούς ὤμους μας, πρέπει πρῶτα νά πάψουμε νά ἱκανοποιοῦμε τό σῶμα στίς ἰδιότροπές του ἐπιθυμίες παρέχοντάς του μονάχα ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν ὕπαρξή του. Πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἀλήθειά μας εἶναι ἕνα σκληρότατο ψέμα μπροστά στόν Θεό καί ἡ λογική μας εἶναι μιά τέλεια ἀνοησία. Τέλος: ἀφοῦ παραδοθοῦμε στόν Θεό μ᾽ ὅλη τή δύναμη τῆς πίστης μας καί ριχτοῦμε στή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νά ἀπαρνηθοῦμε τό δικό μας θέλημα.
Ὅποιος πραγμάτωσε μιά τέτοια ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἱκανός νά λάβει τόν σταυρό του. Αὐτός μέ ὑπακοή καί ὑποταγή στόν Θεό καί ἐπικαλούμενος τή βοήθειά Του γιά νά ἐνισχυθεῖ ἔναντι τῆς ἀδυναμίας του, ἀτενίζει δίχως φόβο καί ἀμηχανία τή θλίψι πού προσεγγίζει. Ὅποιος ἀπαρνήθηκε τόν ἑαυτό του προετοιμάζεται μεγαλόψυχα καί γενναῖα νά τήν ὑπομείνει, ἐλπίζει ὅτι μέσω αὐτῆς τῆς θλίψεως θά γίνει κοινωνός καί συμμέτοχος τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί φτάνει τή μυστική ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά του, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν πράξη, τήν ἴδια τή ζωή του.
Ὁ σταυρός εἶναι καί παραμένει βαρύς καί καταθλιπτικός, ἐνόσω παραμένει ὁ σταυρός μας. Ὅταν ὅμως μεταμορφωθεῖ σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τότε γίνεται ἀσυνήθιστα ἐλαφρός. «Ὁ ζυγός μου», εἶπε ὁ Κύριος, «χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια' 30).
Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τόν σταυρό στούς ὤμους του, ὅταν παραδέχεται πώς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων πού ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ καταπέμπει.
Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ τότε φέρει καί ὑπομένει τόν σταυρό του σωστά, ὅταν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ θλίψεις πού τοῦ στάλθηκαν εἶναι ἀκριβῶς -αὐτές καί ὄχι ἄλλες- εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ἐν Χριστῷ μόρφωσή του καί τή σωτηρία του.
Τότε φέρουμε καρτερικά τόν σταυρό μας, ὅταν ἀληθινά ἀντιλαμβανόμαστε καί ἀνα γνωρίζουμε τό ἁμάρτημά μας. Σ᾽ αὐτή τή συναίσθηση τοῦ ἁμαρτήματός μας δέν ὑπάρχει καμιά αὐταπάτη. Ὡστόσο, ὅποιος παραδέχεται τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό καί ταυτόχρονα γογγύζει καί μοιρολογάει ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ του, ἀποδεικνύει μ᾽ αὐτό ὅτι μέ τό νά παραδέχεται τήν ἁμαρτία του ἐπιφανειακά, κολακεύει μονάχα τόν ἑαυτόν του καί τόν ξεγελᾶ.
Τό νά ὑπομένουμε καρτερικά τόν σταυρό μας ἀποτελεῖ ἀληθινή μετάνοια.
Ἐσύ, ἀδελφέ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, ἐξομολογήσου στόν Κύριο μέσα στή δικαιοσύνη καί τή χρηστότητα τῶν κριμάτων Του. Μέ τήν αὐτοκατάκριση δικαί ωσε τήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί θά λάβεις ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.
Ἐσύ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, γνώρισε τόν Χριστό - καί θά σοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου.
Ἀπό τόν σταυρό σου δοξολόγησε τόν Κύριο, ἀποκρούοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου κάθε λογισμό μεμψιμοιρίας καί γογγυσμοῦ, ἀπορ ρίπτοντάς τον σάν ἔγκλημα καί σάν βλασφη μία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.
Ἀπό τήν κορυφή τοῦ σταυροῦ σου εὐχαρίστησε τόν Κύριο γιά τήν ἀνεκτίμητη δωρεά - γιά τόν σταυρό σου. Εὐχαρίστησε γιά τό πολύτιμο προνόμιό σου, τό προνόμιο νά μιμεῖσαι τόν Χριστό μέ τά βάσανα καί τό μαρτύριό σου.
Ἀπό τό σταυρό, ὅπου εἶσαι σταυρω μένος, θεολόγησε, γιατί ὁ σταυρός εἶναι τό ἀληθινό καί μόνο σχολεῖο, φυλακτήριο καί ἁγία τράπεζα τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας. Ἔξω ἀπό τόν σταυρό, δίχως τόν σταυρό, δέν ὑπάρχει ζῶσα γνώση Χριστοῦ.
Μή ἀναζητᾶς τή Χριστιανική τελείωση στίς ἀνθρώπινες ἀρετές. Ἐκεῖ δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ τελείωση. Αὐτή εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου μετατρέ πεται σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φέρει τόν σταυρό του μέ ἐνεργό τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη κολασμοῦ. Φέρνει κανείς τό σταυρό του, ὅταν σηκώνει τόν σταυρό του μέ εὐχαριστία πρός τόν Χριστό καί μέ δοξολόγησή Του. Σάν ἀποτέλεσμα αὐ τῆς τῆς δοξολογίας καί εὐχαριστίας μέσα στόν βασανισμένο ἄνθρωπο ἐμφανίζεται ἡ πνευματική παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία αὐτή γίνονται πλουσιώτατη πηγή ἀσύλληπτης καί αἰώνιας χαρᾶς, πού ξεπηδάει μέ χάρη ἀπό τήν καρδιά, ξεχύνεται στήν ψυχή καί στό ἴδιο τό σῶμα.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μονάχα στήν ἐξωτερική του ὄψη, γιά τούς σαρκικούς ὀφθαλ μούς, εἶναι πεδίο καί χῶρος σκληρός καί δύσκολος.
Γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού Τόν ἀκολουθεῖ, ὁ σταυρός εἶναι πεδίο καί χῶρος ὑψίστης πνευματικῆς ἡδονῆς καί ἀπολαύσεως. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτή ἡ ἡδονή καί ἀπό λαυση, ὥστε ἡ θλίψη πνίγεται καί σβήνει ὁλότελα ἀπό τήν ἀπόλαυση. Καί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἀκολουθεῖ, αἰσθάνεται μονάχα ἡδονή τήν ὥρα πού βρίσκεται ἀνά μεσα στά πιό σκληρά βάσανα.
Ἔλεγε ἡ νεαρή Μαύρα στόν νεαρό σύζυγό της Τιμόθεο, ὁ ὁποῖος ὑπέμενε φοβερά βασανιστήρια καί πόνους καί τήν καλοῦσε νά δεχτεῖ καί ἐκείνη τό μαρτύριο: «Φοβοῦμαι, ἀδελφέ μου, μήπως τρομάξω, ὅταν θά δῶ τά φοβερά βασανιστήρια καί τόν ἐξοργισμένο ἡγεμόνα, μήπως ἀποκάμω σέ καρτερία καί ὑποκύψω ἐξαιτίας τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας». Ὁ μάρτυρας Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε τότε: «Ἔλπιζε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τά βασανιστήρια θά εἶναι γιά σένα λάδι, πού ξεχύνεται ἀπάνω στό σῶμα σου καί πνεῦμα δρόσου στά κόκκαλά σου, πού θά ἀνακουφίζει ὅλες σου τίς ἀσθένειες».
Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ ἰσχύς καί ἡ δόξα ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Ἁγίων.
Ὁ Σταυρός εἶναι ἰατήρας τῶν παθῶν, ἐξολοθρευτής τῶν δαιμόνων.
Θανάσιμος εἶναι ὁ σταυρός γιά ἐκείνους, πού τόν σταυρό τους δέν τόν μεταμόρφωσαν σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἀπό τόν σταυρό τους γογγύζουν κατά τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ.Σταυρός εἶναι γιά ἐκείνους πού τόν μέμφονται καί τόν βλασφημοῦν καί παραδί δονται στήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση. Οἱ ἁμαρτωλοί, πού δέν ἐξομολογοῦνται καί δέν μετανοοῦν, πεθαίνουν πάνω στόν σταυρό τους μέ θάνατο αἰώνιο. Μέ τό νά μήν ὑπομένουν καρτερικά ἀποστεροῦνται τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή μέσα στόν Θεό. Τούς ἀποκαθηλώνουν ἀπό τόν σταυρό τους, γιά νά κατέβουν σάν ψυχές στόν αἰώνιο τάφο.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει ἀπό τή γῆ τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ πού 'ναι σταυρωμένος ἀπάνω του. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού 'ναι σταυρωμένος πάνω στό σταυρό του, φρονεῖ τά ἄνω, μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά του ζεῖ στόν οὐρανό καί καθορᾶ τά μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», εἶπε ὁ Κύριος, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009


Η αληθινή ελευθερία.

Όλοι μας ταλαιπωρούμαστε στη γη και ζητάμε ελευθερία, μα λίγοι ξέρουν τι είναι η ελευθερία και που βρίσκεται. Κι εγώ θέλω επίσης ελευθερία και την αναζητώ μέρα και νύχτα. Έμαθα πως βρίσκεται κοντά στο Θεό και δίνεται απ’ Αυτόν σ’ όσους έχουν ταπεινή καρδιά, σ’ όσους μετανόησαν και έκοψαν το θέλημά τους ενώπιον του Κυρίου. Σ’ όποιον μετανοεί, ο Θεός δίνει την ειρήνη Του και την ελευθερία να Τον αγαπάει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο στον κόσμο από την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Σ’ αυτά βρίσκει η ψυχή ανάπαυση και χαρά. Η καρδιά μου πονάει για όλο τον κόσμο και προσεύχομαι με δάκρυα γι’ αυτόν, να μετανοήσουν όλοι και να γνωρίσουν το Θεό, να ζήσουν με αγάπη και να γευθούν τη γλυκύτητα της ελευθερίας του Θεού. Ω, όλοι οι άνθρωποι, προσευχηθείτε και κλάψτε για τις αμαρτίες σας, για να σάς συγχωρήσει ο Κύριος. Όπου υπάρχει άφεση αμαρτιών, εκεί βρίσκεται η ελευθερία της συνειδήσεως και η αγάπη, έστω και λίγη. Ο Κύριος μάς έδωσε την εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Αυτή είναι η αληθινή ελευθερία: η αγάπη για το Θεό και τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα. Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να υπάρξει ισότητα- αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς ή άρχοντας, πατριάρχης ή ηγούμενος ή διοικητής. Μπορεί όμως ο καθένας, σε όποια τάξη κι αν ανήκει, ν’ αγαπάει το Θεό και να είναι ευάρεστος σ’ Εκείνον- κι αυτό είναι το σπουδαίο. Και όσοι αγαπούν περισσότερο το Θεό στη γη, θα έχουν περισσότερη δόξα στη βασιλεία των ουρανών και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του. Η θεία χάρη δεν αφαιρεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί μόνο στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Ο Αδάμ βρισκόταν στην κατάσταση της χάριτος, αλλά δεν του αφαιρέθηκε το αυτεξούσιο. Οι άγγελοι παραμένουν επίσης στο Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν τους έχει αφαιρεθεί η ελεύθερη βούληση. Ο Κύριος έδωσε στη γη το Άγιο Πνεύμα και όσοι το έλαβαν, αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους. Ίσως πεις: «Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη;». Επειδή εσύ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζεις σύμφωνα με το δικό σου θέλημα. Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημά του: Δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι’ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο. Έτσι δόθηκε στο Θεό η Υπεραγία Παρθένος: «Ιδού δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ.1, 38). Αν λέγαμε κι εμείς, «Ιδού ο δούλος Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», τότε τα ευαγγελικά λόγια του Κυρίου θα ζούσαν στις ψυχές μας, η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ’ όλο τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία. Αλλά μολονότι τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ’ όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν. Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός θα δοξαστεί και στον ουρανό και στη γη.

Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009


«ΝΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ ΕΚΚΕΧΥΤΑΙ»


Κείμενο: ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος - Καθηγητής


Η μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής, την οποία η Εκκλησία μας εορτάζει και πανηγυρίζει λαμπρά, φέρνει στη σκέψη όλων ημών των πιστών το τρίτο Πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας, το Πνεύμα το Άγιο, τον Παράκλητο κι' αυτό διότι, το Θείο Αυτό Πρόσωπο είναι ο πρωτοστάτης αυτής της εορτής. Η κάθοδός Του στον κόσμο την ευλογημένη εκείνη ημέρα της Πεντηκοστής, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ (Πράξ.2:1) σήμανε μια νέα εποχή για την πορεία του κόσμου και την ιστορία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Για τον πολύ κόσμο και δυστυχώς και για πολλούς πιστούς ο Κύριος και Θεός μας Άγιον Πνεύμα είναι o «μεγάλος άγνωστος» και λίαν δυσχερής η κατανόησή Του. Δεν είναι άμοιρη ευθυνών, βεβαίως, η δυτικής εμπνεύσεως εικονογραφία της Αγίας Τριάδος, η οποία παρουσιάζει τον Θεό Παράκλητο με τη απαράδεκτη πτηνομορφική παράσταση, με συνέπεια να μην εκλαμβάνεται Αυτός, από τους μη έχοντας θεολογική παιδεία και εκκλησιαστική συνείδηση, ως θείον Πρόσωπο, αλλά ως μια απλή συμβολική παράσταση κάποιας αφηρημένης δυνάμεως του Θεού. Επί τη ευκαιρία είναι ανάγκη, η εν λόγω εικονική παράσταση της Αγίας Τριάδος να αποσυρθεί από την ορθόδοξο λατρεία και να αντικατασταθεί από την συμβολική παράσταση των τριών αγγελικών μορφών, της Φιλοξενίας του Αβραάμ. Αυτή είναι η γνήσια ορθόδοξη εικονογράφηση του Τριαδικού Θεού.
Το Άγιον Πνεύμα δεν είναι κάποια απρόσωπη δύναμη του Θεού, όπως βλάσφημα δίδασκαν και διδάσκουν οι ανά τους αιώνες πνευματομάχοι αιρετικοί. Είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, Θεός αληθινός, διότι μετέχει της θείας ουσίας ισότιμα με τον Πατέρα και τον Υιό. Είναι επίσης πρόσωπο αληθινό, προσωπικότητα ενσυνείδητη, έχοντας τη δική Του υποστατική ιδιότητα, η οποία Τον καθιστά ξεχωριστή και μοναδική προσωπικότητα, χωρίς να συγχέεται με τα άλλα πρόσωπα της Θεότητος. Σύμφωνα με την βιβλική διδασκαλία, η οποία κατανοήθηκε ορθώς μόνο μέσα στην Εκκλησία, το προσωπικό υποστατικό ιδίωμα του Κυρίου Παρακλήτου, τον Οποίο τον καθιστά μοναδικό, είναι η αϊδια εκπόρευσή Του από τον Πατέρα.
Η αιρετική προσθήκη από την παπική ετεροδοξία της βλάσφημης διδασκαλίας της εκ και του Υιού εκπορεύσεώς Του (Filioque), αποτελεί σοβαρή εκτροπή από την βιβλική και αγιοπατερική διδασκαλία της αρχέγονης Εκκλησίας και ανατροπή της χριστιανικής πίστεως περί υποστατικών ιδιωμάτων των Θείων Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η φράγκικη αυτή σοβαρή κακοδοξία, η οποία ενσωματώθηκε αυθαίρετα στο Σύμβολο της Πίστεως το 1019, από την παπική εκκλησία και έγινε πίστη της, αποτελεί την κυριότερη αιτία του σχίσματος του 1054 και το σοβαρότερο σημείο τριβής των σχέσεων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του παπισμού. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως οι Δυτικοί εμάς τους ορθοδόξους μας θεωρούν αιρετικούς, διότι απορρίπτουμε την διδασκαλία του Filioque!
Οι μετά το σχίσμα Πατέρες, Ομολογητές και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, με προεξάρχοντες τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον Άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό, τον Γεώργιο Σχολάριο και άλλους πολλούς, έδωσαν τιτάνιους αγώνες κατά αυτής της αιρετικής διδασκαλίας, διότι θεωρήθηκε ως μια ακόμα σοβαρή τριαδολογική κακοδοξία, η οποία βεβηλώνει (το σχετικώς αποκεκαλυμένο) μυστήριο της υπάρξεως του Τριαδικού Θεού. Επιγραμματικά αναφέρουμε ότι η αιρετική πίστη του Filioque καταργεί την μοναρχία της Θεότητος και δημιουργεί δύο αρχές στην Αγία Τριάδα. Συγχέει το προσωπικό υποστατικό ιδίωμα του Πατρός, περί της εκπορεύσεως του Πνεύματος, με αυτό του Υιού και υποβιβάζει τη θέση του Αγίου Πνεύματος, ως προς την ισότιμη ύπαρξή Του στη Θεότητα, ως δήθεν πρόσωπο υπηρετούντος την θέληση του Πατρός και του Υιού! Αυτό σημαίνει ότι η κακοδοξία αυτή, η οποία δυστυχώς συντηρείται επιδεικτικά από τους παπικούς, έχει τεράστιες σωτηριολογικές επιπτώσεις στο ανθρώπινο γένος και αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο επαναπροσέγγισης Ορθοδοξίας και δυτικών ετεροδόξων.
Το Άγιον Πνεύμα ήταν πάντοτε παρόν, μαζί με τα άλλα δύο Θεία Πρόσωπα της Τριάδος, στην διαδικασία της δημιουργίας του κόσμου και την επεργασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. «Πνεύμα Κυρίου πεπλήρωκε την οικουμένην» (Σοφ.Σολ.1:7). Είναι το Πνεύμα του Θεού (Ματθ.12:28), το Οποίο επισκιάζει, διαπερνά και ζωογονεί τα πάντα. Τακτοποιεί και ωραιοποιεί την δημιουργία του Θεού. «Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται, και ανακαινιείς το πρόσωπον της γης» αναφωνεί ο ψαλμωδός (Ψαλμ.103:30). Το «Πνεύμα του Κυρίου» (Πράξ.5:9) μεταμορφώνει ανθρώπινες προσωπικότητες της προχριστιανικής αρχαιότητος ώστε να γίνουν όργανα της θείας βουλήσεως για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, όπως οι προφήτες, οι οποίοι έγιναν οι διαμηνυτές του θελήματος του Θεού στον κόσμο (Πράξ.28:25,Εβρ.1:1).
Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ.1:35) ανήγγειλε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στην Θεοτόκο τη στιγμή του Ευαγγελισμού Της και «Το γαρ εν αυτή (τη Παρθένω) γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ.1:20) διαβεβαίωσε ο άγγελος Κυρίου στον Ιωσήφ. Το Άγιον Πνεύμα αναπαύεται στο Χριστό (Ησ.61:1), παρίσταται στην Βάπτισή Του για την επιβεβαίωση της μεσσιανικής Του ιδιότητος (Ματθ.3:15). Τον στηρίζει ως άνθρωπο στο έργο της σωτηρίας του κόσμου (Ματθ.4:1). Μέσω του Πνεύματος του Κυρίου ευαγγελίζεται τους πτωχούς, ιατρεύει τους ασθενείς, κηρύσσει την ελευθερία στους αιχμαλώτους και δίνει την ανάβλεψη των τυφλών (Λουκ.4:18). «Εν Πνεύματι Θεού» διώχνει τα δαιμόνια (Ματθ.12:28). Το Άγιο Πνεύμα είναι ο σύνδεσμός Του με τον Πατέρα (Λουκ.10:21).
Ο Παράκλητος, «το Πνεύμα της αληθείας», θα γίνει ο συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού «εις τον αιώνα» (Ιωάν.14:15). Αυτός θα πάρει τη θέση Του στο έργο της σωτηρίας, «εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν (τον Παράκλητον) προς ημάς και ελθών εκείνος ελέγξει τον κόσμον περί αμαρτίας και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως . όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16:7,13) διαβεβαίωσε ο Χριστός τους μαθητές Του, λίγο πριν το εκούσιο πάθος Του. Σε ερώτηση των μαθητών προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, μετά την ανάστασή Του: «Κύριε εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισραήλ;», τους απάντησε πως «ουχ υμών γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία, αλλά λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ' υμάς, και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1:6-8-). Με την έμμεση αυτή απάντησή Του ο Κύριος δήλωνε πως η Βασιλεία του Θεού είναι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία Του. Η αγία ημέρα της Πεντηκοστής είναι η απαρχή μιας νέας εποχής, της εσχατολογικής, η οποία θα περατωθεί με το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας.
Η ευλογημένη επαγγελία του Χριστού πραγματοποιήθηκε την αγία αυτή ημέρα. Πενήντα ημέρες μετά τη λαμπροφόρο Ανάστασή Του, το Πανάγιο Πνεύμα κατήλθε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, όπου «ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό» συνηγμένοι οι άγιοι Απόστολοι (Πράξ.2:1). Ο ερχομός Του ήταν κάτι σαν «εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας» και η ορατή παρουσία Του ήταν ως «γλώσσαι ωσεί πυρός», το Οποίον «εκάθισέ τε εφ' ένα έκαστον αυτών (των μαθητών)» (Πράξ.2:3-4). Σύμφωνα με τον θεόπνευστο συγγραφέα του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων, το «Ευαγγέλιον του Πνεύματος», όπως αποκαλείται αυτό, μεταμόρφωσε κυριολεκτικά τους αγράμματους μαθητές σε νέες δυναμικές προσωπικότητες, με πρώτο ορατό σημείο το φαινόμενο του «λαλείν ετέραις γλώσσες καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2:4), εκπληρώνοντας την θαυμαστή προφητεία του Ιωήλ, πως στους έσχατους καιρούς θα γίνει η έκχυσις των δωρεών του Αγίου Πνεύματος «επί πάσαν σάρκαν» σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, υπερνικώντας το εμπόδιο της γλωσσικής και οποιασδήποτε άλλης διαφοράς (Ιωήλ,3:1). Έτερο απτό φαινόμενο της προσωπικής μεταμορφώσεως των Αποστόλων υπήρξε η θαρραλέα ομιλία του Πέτρου προς τους εκστατικούς, μπροστά στο παράδοξο φαινόμενο, όχλους της Ιερουσαλήμ (Πραξ.2:1436). Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Ο εμπνευσμένος από το Πνεύμα του Θεού λόγος του κορυφαίου αποστόλου «κατενύγησε την καρδίαν» των όχλων (Πράξ.2:37) με αποτέλεσμα ευθύς αμέσως να ζητούν από τους αποστόλους: «τι ποιήσομεν άνδρες αδελφοί;». Ο Πέτρος τους προέτρεψε: «μετανοήσατε, και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί το ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και λήψεσθε την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος». Εκείνοι «ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πράξ.2:37-41). Έτσι γεννήθηκε το ορατό επί γης στρατευόμενο μέρος της Εκκλησίας του Θεού. Η αγία Πεντηκοστή θεωρείται ως η εν Αγίω Πνεύματι γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας!
Η Αγία μας Εκκλησία είναι, σύμφωνα με την βιβλική θεολογία, το σώμα του Χριστού και Αυτός η κεφαλή του σώματος (Εφεσ.5:23) Το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή του εκκλησιαστικού αυτού σώματος. Όπως στο φυσικό ανθρώπινο σώμα η ψυχή ζωοποιεί το σώμα, τι ίδιο και η παρουσία του Παρακλήτου ζωοποιεί την Εκκλησία, κάνει το εκκλησιαστικό σώμα εύρωστο, δυνατό και αθάνατο. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη του σώματος, οι πιστοί (Α΄Κορ.12:12), ζούμε, μέσα στην Εκκλησία, χάρις στο ενοικούν σε Αυτή Πνεύμα του Θεού, την όντως ζωή. Μέσα σε αυτή υπάρχουμε, τρεφόμαστε με ουράνια τροφή, κεχαριτωνόμαστε, αγιαζόμαστε, σωζόμαστε και θεωνόμαστε. «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ5:5) διακηρύττει ο απόστολος Παύλος.
Ο απόστολος των Εθνών τονίζει επίσης κατηγορηματικά πως «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη'ν Πνεύματι Αγίω» (Α'Κορ.12:3). Αυτό σημαίνει πως ο Θεός Παράκλητος είναι πλέον ο κύριος της Εκκλησίας και του κόσμου, μετά την Ανάληψη του Χριστού. Αυτός μας κάνει γνωστό τον Λυτρωτή μας Ιησού Χριστό και ενεργοποιεί το σωτήριο έργο Του σε κάθε άνθρωπο, που θέλει να σωθεί. Κατά συνέπεια, όχι μόνο η άρνηση του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, αλλά και η άρνηση της συμμετοχής του Αγίου Πνεύματος στη λυτρωτική διαδικασία του κόσμου, αποτελεί πρωταρχική αιτία απώλειας της σωτηρίας πολλών.
Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο εκδηλώνεται ποικιλότροπα, με «διαιρέσεις χαρισμάτων», με «διαιρέσεις διακονιών», με «διαιρέσεις ενεργημάτων» (Α'Κορ.12:4-6), με καρποφορία πνευματικών καρπών (Γαλ.5:22). Κάθε αγαθό και δωρεά που δίνεται στους ανθρώπους είναι προϊόν του Αγίου Πνεύματος. Σε κάθε άνθρωπο «δίδεται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον» αυτού (Α'Κορ.12:7)
Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς τα οποία είναι χρήσιμα για τη σωτηρία τη δική τους, αλλά και για το σωστικό έργο της Εκκλησίας. Σε άλλον «δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα, ετέρω δε πίστις εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών. Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται» (Α'Κορ.12:8-11).
Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει διακονίες στο λαό του Θεού, οι οποίες υπάρχουν για να διακονούν καθολικά τις πνευματικές και υλικές ανάγκες του, εις τρόπον ώστε να ζει ο πιστός αποκλειστικά μέσα στην χάρη του Θεού και να μην έχει ανάγκη από τα «σκύβαλα» του κόσμου (Φιλιπ.3:8). Η Εκκλησία του Θεού υπάρχει για να μεταλλάσσει ολοκληρωτικά και καθολικά τον άνθρωπο της αμαρτίας και της φθοράς σε νέα αναγεννημένη και χαριτωμένη ύπαρξη. Πρώτ' απ' όλα το «Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού» (Πραξ.20:28). Ακολούθως όρισε «εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Α'Κορ.12:28). Επίσης το Πνεύμα του Θεού «έδωκε τους μεν τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4:11-12).
Το Άγιο Πνεύμα καρποφορεί στις καρδιές των πιστών υπέροχους και σπανίους πνευματικούς καρπούς, ως αποτέλεσμα επίπονης καλλιέργειας. Ο θεόπνευστος απόστολος αφού αναφέρει τα βδελυρά έργα τη σαρκός, τα οποία είναι οι καρποί της αμαρτίας, παραθέτει στη συνέχεια του καρπούς του Πνεύματος, οι οποίοι είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ.5:22-23). Οι καρποί της σαρκός καταδεικνύουν τον άνθρωπο της πτώσεως, της αμαρτίας και της φθοράς, οι δε καρποί του Πνεύματος φανερώνουν, «ως πόλις επάνω όρους κειμένη» (Ματθ.5:14), τον αναγεννημένο εν Χριστώ άνθρωπο της χάριτος και της σωτηρίας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας είχε πει πως «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται» (Ματθ.12:33), έτσι και ο πνευματικός αναγεννημένος άνθρωπος ξεχωρίζει από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που είναι στολισμένος.
Το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει το απολυτρωτικό έργο του Χριστού μας μετά την εις Ουρανούς Ανάληψή Του. Αυτός διαχέει τις άκτιστες δωρεές του Θεού στους ανθρώπους και ολόκληρη τη δημιουργία. Αυτός είναι ο πραγματικός τελετουργός των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, μέσω των οποίων οι πιστοί αγιαζόμαστε και σωζόμαστε. Αυτός καθιστά τους λειτουργούς της Εκκλησίας μας κεχαριτωμένα όργανά Του, για την επιτέλεση του σωστικού έργου του λαού του Θεού. Αυτός εμπνέει πνεύματα προφητείας και σοφίας. Αυτός διαφυλάσσει την Εκκλησία από τις επιβουλές των οργάνων της πλάνης και του ψεύδους (Ιωάν.16:13). Αυτός μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς (Α΄Κορ.12:4) και πραγματοποιεί την υιοθεσία μας στο Θεό (Γαλ.4:6). Αυτός συγκροτεί όλον τον θεσμό της Εκκλησίας (Λουκ.24:49).
Η παρουσία λοιπόν του Κυρίου μας Παρακλήτου στην Εκκλησία είναι τόσο σημαντική ώστε «Ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία» τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.50,459). Χάρις στην παρουσία Εκείνου βιώνουμε το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού και γευόμαστε τις ακένωτες σωτήριες δωρεές Του. «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες΄ αύτη γαρ ημάς έσωσεν». Δεν έχουμε παρά να κλείνουμε γόνυ λατρείας και προσκυνήσεως προς Αυτόν και να Του ζητήσουμε έτι φωτισμό γνώσεως και ψυχοσωματική κάθαρση από κάθε ρύπο αμαρτίας.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009


Οι ευχές της Πεντηκοστής, σε μετάφραση, απο τον Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης κάμπου και φιλιππιάδας, Μελέτιο Καλαμαρά.



ΣΤΑΣΙΣ Α´


Αχραντε, ἀμίαντε, ἄναρχε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε, ἀνε-ξιχνίαστε, ἀναλλοίωτε, ἀνυπέρβλητε, ἀμέτρητε, ἀνεξίκακε, Κύριε, ὁ μόνος ἀθάνατος∙ τό φῶς τό ἀπρόσιτο· Σύ πού ἔφτιαξες τόν οὐρανό τήν γῆ καί τήν θάλασσα· καί τό κάθε τί, πού ὑπάρχει σέ αὐτά.
Σύ, πού πρίν ἀκόμα Σοῦ ζητήσωμε κάτι, μᾶς τό δίνεις:
Σέ παρακαλοῦμε καί Σέ ἱκετεύομε:
Δέσποτα φιλάνθρωπε, Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· πού γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους, καί γιά τήν σωτηρία μας, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ· καί μέ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔλαβε σάρκα ἀπό τήν ἔνδοξη Ἀειπάρθενο καί Θεοτόκο Μαρία, καί ἔγινε ἄνθρωπος! Καί ἄνθρωπος κοντά μας, πρῶτα μᾶς δίδαξε μέ λόγια· ὕστερα ὅμως μᾶς τό ἔδειξε ξεκάθαρα καί μέ ἔργα· Τότε πού βάδιζε πρός τό σωτήριο Πάθος· ἄφησε σέ μᾶς, τούς ταπεινούς καί ἁμαρτωλούς καί ἀνάξιους δούλους Σου, ὑπόδειγμα, ὅταν θέλωμε νά Σέ παρακαλέσωμε, νά συγχωρήσεις, σέ μᾶς τίς ἁμαρτίες μας, καί στόν λαό σου τά ἀπό ἄγνοια λάθη του, νά κλίνωμε τά γόνατα καί νά σκύβωμε τό κεφάλι.
Σύ λοιπόν, Πολυέλεε καί Φιλάνθρωπε, Θεέ Πατέρα ἄκουγέ μας, Σέ παρακαλοῦμε, ὅποτε καί ἄν Σέ ἐπικαλούμε-θα! Μά ἰδιαίτερα ἄκουσέ μας σήμερα, πού ἑορτάζομε τήν μεγάλη ἑορτή τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἀφοῦ ἀνελήφθη στούς οὐρανούς, καί ἐκάθισε στά δεξιά Σου, ἔστειλε στούς ἁγίους μαθητές καί ἀποστόλους Του τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
Καί Ἐκεῖνο κατέβη καί ἐκάθισε στόν καθένα ἀπό αὐτούς· καί ἐγέμισαν ὅλοι μέ τήν ἀκένωτη χάρη Του· καί ἄρ-χισαν νά μιλοῦν ξένες γλῶσσες, ἄγνωστές τους μέχρι τότε· νά κηρύττουν τά μεγαλεῖα Σου· καί νά κάνουν προφητεῖες.
Τώρα λοιπόν, πού Σέ παρακαλοῦμε, εἰσάκουσέ μας·
· Θυμήσου μας, τούς ταπεινούς καί κατακρίτους·
· Ἀπάλλαξέ μας ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν ψυχῶν μας, Σύ τόσο μᾶς ἀγαπᾶς!
Γονατιστοί μπροστά Σου, Σοῦ φωνάζουμε:
· Δέξου μας, ἁμαρτήσαμε. Εἴμαστε ἔνοχοι ἐνώπιόν Σου! Μά μή τό ξεχνᾶς, πώς ἀπό τήν στιγμή πού γεννηθήκαμε, ἀφιερωθήκαμε σέ Σένα. Ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας μας, Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Ἀλλά δέν πορευθήκαμε σωστά.
· Σέ ἐγκαταλείψαμε.
· Ἡ ζωή μας βουτήχθηκε στήν ἁμαρτία, γυμνωθήκαμε ἀπό τήν χάρη Σου, καί χάσαμε κάθε δικαίωμα, ἀκόμη καί νά Σοῦ μιλᾶμε!
Καί πάλι ὅμως, τήν ἐλπίδα μας σέ Σένα τήν στηρίζομε· στήν ἀπέραντη Εὐσπλαγχνία Σου.
Καί Σοῦ φωνάζομε:
· Μή θυμᾶσαι, Κύριε, τίς ἁμαρτίες μας, πού ἀπό ἄγνοι-ά μας ἐκάναμε στά νιᾶτα μας!
· Καθάρισέ μας ἀπό τό κάθε τι, πού βαρύνει τήν συνείδησή μας!
· Μή μᾶς ξεχνᾶς στά γηρατειά μας·
· Μή μᾶς ἐγκαταλείπεις, τότε πού σιγά-σιγά ἡ ζωή μας σβήνει.
· Ἀξίωσε μας, πρίν ξαναγυρίσωμε στήν γῆ, νά ἐπιστρέψουμε σέ Σένα!
· Δές μας μέ σπλαγχνική ματιά!
· Βάλε ἀντίβαρο στίς ἁμαρτίες μας τούς οἰκτιρμούς Σου.
· Ἀντίταξε στό πλῆθος τῶν πλημελημμάτων μας, τήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαγχνίας Σου!
· Δές, Κύριε, ἀπό τό ἅγιο κατοικητήριό Σου τόν λαό Σου, πού γονατιστός τριγύρω μου, περιμένει τό ἔλεός Σου.
· Ἔλα κοντά μας, μέ τήν καλωσύνη Σου.
· Ἀπάλλαξέ μας ἀπό τήν καταδυναστεία τοῦ Διαβόλου.
· Ἀσφάλισε τήν ζωή μας, μέ τόν ἅγιο νόμο Σου.
· Βάλε τόν λαό Σου κάτω ἀπό τήν προστασία τῶν ἀγγέλων Σου.
· Σύναξε μας ὅλους στήν βασιλεία Σου.
· Δῶσε συγγνώμη σέ ἐκείνους πού ἔχουν τήν ἐλπίδα τους σέ Σένα.
· Συγχώρεσέ μας, καί ἐμᾶς τούς κληρικούς καί ὅλον τόν λαό Σου, γιά τά ἁμαρτήματά μας.
· Καθάρισέ μας, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος.
· Διάλυσε τίς παγίδες, πού μᾶς στήνει ὁ διάβολος!
Μέ τίς πρεσβεῖες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου καί ὅλων τῶν ἁγίων Σου. Ἀμήν.
ΣΤΑΣΙΣ Β΄

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ καί Θεέ μας· τότε πού ἤσουν κοντά μας, ἐδῶ στήν γῆ, σ᾿ ἐκείνους πού Σέ πίστευαν Θεό καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἔδινες τήν εἰρήνη Σου καί τήν δωρεά τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νά εἶναι γιά πάντα κληρονομία τους ἀναφαίρετη.
Αὐτήν τήν χάρη, αὐτήν τήν δωρεά, τήν ἔστειλες μέ τρόπο πολύ πιό φανερό, τήν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, στούς ἁγίους μαθητές καί ἀποστόλους Σου, ἀφοῦ ἐγέμισες τό στόμα τους μέ τήν χάρη, πού τούς ἔδωκαν οἱ πύρινες γλῶσσες· Καί τότε ὅλοι ἐμεῖς, ἄνθρωποι ἀπό διαφορετικά ἔθνη, ἀκούσαμε ἀπό τό στόμα τους, μέ τά ἴδια τά αὐτιά μας, καί στή δική μας γλῶσσα, ποῖος εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ἀπό τότε:
v Τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς φώτισε.
v Ἀπαλλαγήκαμε ἀπό τό νοητό σκοτάδι·
v πάψαμε νά ἔχωμε ψεύτικη θρησκεία· καί νά ζοῦμε στήν πλάνη!
v Ναί, ἀπό τότε, πού μέ τρόπο αἰσθητό στά φυσικά μας μάτια, διένειμες στούς ἀποστόλους Σου τίς πύρινες γλῶσσες, ἐμάθαμε νά πιστεύωμε σέ Σένα. Τότε φωτισθήκαμε, τό πιστεύομε, καί τό ὁμολογοῦμε, καί τό διακηρύττομε, ὅτι Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Σύ, μαζί μέ τόν Πατέρα καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα· ὁ ἕνας Θεός μας· μία Θεότης· μία Δύναμη καί μία Ἐξουσία.
Σύ λοιπόν, Κύριε, τό ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ ἀνάρχου Πατέρα μας, ὁ ἀπαράλλακτος καί ἀμετακίνητος χαρακτήρας τῆς Οὐσίας Του, ἡ πηγή τῆς Χάρης καί τῆς Σοφίας, ἄνοιξέ μου, τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τά χείλη! Καί δίδαξέ με, πῶς καί γιά τί πρέπει νά προσεύχωμαι.
Σύ ξέρεις, πόσες εἶναι οἱ ἁμαρτίες μου! Ἀλλά ἡ εὐσπλαγχνία Σου θά τίς νικήσει· ὅσες κι ἄν εἶναι! Νά, στέκω μπροστά Σου μέ φόβο! Καί ρίχνω τήν ἀπόγνωση τῆς ψυχῆς μου στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἐλέους Σου.
Κυβέρνησε τήν ζωή μου, Κύριε· Σύ πού κυβερνᾶς ὁλό-κληρη τήν κτίση· Σύ πού μέσα στήν τρικυμία τῆς ζωῆς αὐτῆς, εἶσαι τό ἤρεμο λιμάνι μας.
Ἀξίωσέ με νά μάθω τόν δρόμο Σου· καί νά τόν βαδίζω!
· Δῶσε μου Πνεῦμα σοφίας· νά κυβερνάει τήν σκέψη μου·
· Δῶσε μου Πνεῦμα συνέσεως, σέ μένα τόν ἀνόητο.
· Κάμε νά ἔχω Πνεῦμα εὐλάβειας καί φόβου, σέ ὅλες μου τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
· Δῶσε μου τό Πνεῦμα Σου τό εὐθές βαθειά μέσα στόν ψυχικό μου κόσμο!
· Δῶσε μου τό ἡγεμονικό Σου Πνεῦμα, νά κυβερνάει καί νά στηρίζει τούς λογισμούς μου καί τίς σκέψεις μου, πού ὅλο καί μοῦ ξεφεύγουν!
Γιατί μόνο ἔτσι, Κύριε, μόνο ἄν κάθε ἡμέρα, καί στό κάθε μου βῆμα, ὁδηγοῦμαι στό σωστό ἀπό τό Πνεῦμα Σου τό ἅγιο, θά γίνω ἄξιος νά τηρῶ τίς ἐντολές Σου, καί νά φέρνω συνεχῶς στήν μνήμη μου τήν ἔνδοξη Δευτέρα Παρουσία Σου, πού θά ἔλθεις, νά μᾶς κρίνεις κατά τά ἔργα μας!
Μή μέ ἀφήνεις, Κύριε, νά μέ ξεγελᾶνε οἱ πρόσκαιρες καί φθαρτές ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου τούτου ἀλλά βοήθησέ με, νά ἐπιθυμῶ νά ἀπολαύσω τούς θησαυρούς τῆς μέλλουσας ζωῆς.
Σύ Κύριε, μᾶς τό εἶπες: Ὅ,τι κι ἄν ζητήσει ὁ καθένας μας στό Ὄνομά Σου, θά τό πάρει ὁπωσδήποτε ἀπό τόν συναΐδιο Θεό Πατέρα Σου. Καί γι᾿ αὐτό, καί ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, σήμερα, πού ἑορτάζομε τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος, Σέ ἱκετεύω:
Ὅσα σοῦ ζήτησα γιά σωτηρία μου, δῶσέ τά μου. Ναί, Κύριε, πλουσιοπάροχε καί πανάγαθε, μεγάλε Εὐεργέτη ὅλων μας· τόσο, πού μᾶς δίνεις πάντοτε πιό πολλά ἀπό ὅσα σοῦ γυρεύουμε· Σύ, πού εἶσαι πάντοτε γεμᾶτος εὐσπλαγχνία καί συμπόνια· Σύ, πού ἔγινες γιά χάρη μας ἄνθρωπος, σέ ὅλα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία· καί μᾶς ἀγαπᾶς τόσο, πού, ὅταν μᾶς βλέπεις νά λυγίζωμε τά γόνατά μας, λυγίζεις καί Σύ ἀπό ἀγάπη, ἀπό εὐσπλαγχνία καί ἀπό καλωσύνη γιά μᾶς, καί συγχωρεῖς τίς ἀμαρτίες μας.
Ἄκουσέ με ἀπό τόν ἅγιο Θρόνο Σου, Κύριε.
v Λυπήσου τόν κόσμο Σου, Κύριε.
v Ἁγίασε τό λαό Σου.
v Φύλαξέ τόν κάτω ἀπό τήν σκέπη τῶν πτερύγων Σου.
v Μή μᾶς παραβλέπεις. Μή μᾶς ξεχνᾶς. Ἔργα τῶν χειρῶν Σου εἴμαστε!
Σέ σένα μόνο ἁμαρτάνομε· ἀλλά καί Σένα μόνο λατρεύομε.
Δέν προσκυνήσαμε ποτέ ἄλλον Θεό. Ποτέ δέν ἁπλώσα-με παρακλητικά τά χέρια μας σέ ἄλλον, ἐκτός ἀπό Σένα, Θεό!
v Ἄφησε τά παραπτώματά μας. Συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μας.
v Δέξου τήν ἱκεσία, πού γονατιστοί Σοῦ ἀπευθύνομε.
v Ἅπλωσε μας χέρι βοηθείας.
Καί πρόσδεξε τήν προσευχή μας, σάν θυμίαμα δεκτό καί εὐάρεστο, πού φθάνει ἐνώπιον τῆς ὑπεράγαθης βασιλείας Σου. Μέ τίς πρεσβεῖες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου καί ὅ-λων τῶν ἁγίων Σου. Ἀμήν.
ΣΤΑΣΙΣ Γ´

Χριστέ ὁ Θεός, ἡ ἀστείρευτη πηγή τῆς ζωῆς καί τοῦ φωτός· Σύ, πού μᾶς δίνεις ζωή καί φῶς· ἡ συναΐδια μέ τόν Πατέρα δημιουργική δύναμη· πού ἐξεπλήρωσες μέ τόν καλλίτερο τρόπο ὁλόκληρη τήν θεία Οἰκονομία, γιά τήν σωτηρία μας·
Σύ, πού ἔκοψες τά ἄλυτα δεσμά τοῦ θανάτου.
Σύ, πού ἔσπασες τίς κλειδωμένες πύλες τοῦ ἅδου καί πάτησες κάτω ἀπό τά πόδια Σου ὅλα τά πονηρά πνεύματα.
Σύ, πού πρόσφερες, θυσία ἄμωμο γιά μᾶς, τόν ΕΑΥΤΟ Σου, τό σῶμα Σου τό ἄχραντο, τό ἄθικτο καί ἀμόλυντο ἀπό κάθε ἁμαρτία, καί μέ τήν φρικτή αὐτή καί ἀνέκφραστη ἱερουργία, μᾶς ἐχάρισες τήν αἰώνια ζωή.
Σύ, πού κατέβηκες στόν ἅδη καί ἔσπασες τίς πύλες του καί ἔλευθέρωσες τούς δεσμίους του, ἐνῶ ἀντίθετα τόν ἀρχέκακο καί βύθιο δράκοντα, μέ ἕνα δόλωμα θεόσοφο, τόν ἔπιασες στό ἀγκίστρι Σου, καί τόν ἔδεσες μέ βαριές ἁλυσίδες ζόφου· καί μέ τήν ἀπειροδύναμη ἰσχύ Σου, τόν ἔρριξες στά τάρταρα τοῦ ἅδη, στό πῦρ τό ἄσβεστο, στό σκότος τό ἐξώτερο,
Σύ, ἡ μεγαλώνυμη σοφία τοῦ Θεοῦ Πατέρα,
Σύ, ὁ μεγάλος συμπαραστάτης τοῦ κάθε ἀνθρώπου πού περνάει πειρασμό,
Σύ, πού ρίχνεις τό φῶς Σου ἀκόμη καί, σέ ἐκείνους πού ζοῦν σέ χώρα καί σκιά θανάτου,
Σέ Σένα στρεφόμαστε, Χριστέ, αἰώνιας δόξας Κύριε, καί Υἱέ ἀγαπητέ τοῦ Ὕψιστου Πατέρα· ἀΐδιο φῶς, ἐξ ἀϊδίου φωτός· ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης· καί Σέ παρακαλοῦμε, ἐπάκουσέ μας:
Ἀνάπαυσε τίς ψυχές τῶν δούλων Σου, τῶν κεκοιμημένων πατέρων καί ἀδελφῶν μας, καί τῶν λοιπῶν κατά σάρκα συγγενῶν μας, καί ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν. Σοῦ τούς μνημονεύομε, γιατί ἔχεις ἐξουσία σέ ὅλα, καί στά χέρια Σου κρατᾶς ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς.
Δέσποτα παντοκράτορ, Θεέ τῶν πατέρων μας, καί Κύριε τοῦ ἐλέους· Κύριε, καί τοῦ θνητοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων· καί τῶν ἀθανάτων ἀγγέλων· Δημιουργέ τῆς φύσης τῶν ἀνθρώ-πων, πού σέ μιά στιγμή ἔρχεται στόν κόσμο· καί σέ μιά στιγμή πάλι ξαναφεύγει· Κύριε,τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου· καί τῆς ἐδῶ συμπεριφορᾶς μας· καί τῆς ἐκεῖ μεταστάσεως μας.
Σύ, πού μετρᾶς τά χρόνια μας· καί ὁρίζεις στόν καθένα μας τήν στιγμή τοῦ θανάτου.
Σύ, πού κατεβάζεις στόν ἅδη, ἀλλά καί βγάζεις ἀπό τόν ἅδη.
Σύ, πού μέ τήν ἀρρώστια μᾶς εὐεργετεῖς – καί ὑγιεῖς, μᾶς ἀφήνεις ἐλεύθερους!
Σύ, πού οἰκονομεῖς ὅλα τά ἐδῶ γιά τήν σωτηρία μας, καί τά μέλλοντα τά κατευθύνεις στό καλό· καί σ᾿ ἐκείνους πού πέθαναν, τούς δίνεις πάλι ζωή καί ἐλπίδα γιά σωτηρία καί ἀνάπαυση.
Σύ, Δέσποτα παντοκράτορ, Θεέ καί Σωτήρα μας, ἐλπίδα τοῦ κόσμου ὁλόκληρου.
Σύ, πού αὐτήν τήν τελευταία μεγάλη καί σωτήρια ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μᾶς ἐφανέρωσες τό μυστήριο τῆς ἁγίας, ὁμοουσίου, συναΐδιας, ἀδιαιρέτου καί ἀσυγχύτου Τριάδος, καί μέ μορφή πυρίνων γλωσσῶν ἐξέχεες στούς ἁγίους ἀποστό-λους Σου, τήν ἐπιφοίτηση καί τήν παρουσία τοῦ ἁγίου καί ζωοποιοῦ Σου Πνεύματος, καί τούς ἔκαμες Εὐαγγελιστές, κήρυκες καί ὁμολογητές τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης μας καί τῆς ἀληθινῆς θεολογίας.
Σύ, πού κατά τήν μεγάλη αὐτή καί σωτήρια γιά μᾶς ἑορτή, καταδέχεσαι τίς ταπεινές μας προσευχές γιά τούς νεκρούς, καί τούς δίνεις ἄνεση καί ἀναψυχή ἀπό τήν θλιβερή κατάστασή τους, ἐπάκουσέ μας, τούς ταπεινούς Σου δούλους!
Καί ἀνάπαυσε, Κύριε, τίς ψυχές ὅλων τῶν κεκοιμημένων δούλων Σου, σέ τόπο φωτεινό, σέ τόπο χλοερό, σέ τόπο ἀναψυχῆς, σέ τόπο πού δέν ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός· κατάταξε τά πνεύματά τους σέ σκηνές δικαίων· καί κάμε τους να ἔχουν εἰρήνη καί ἄνεση.
Σέ παρακαλοῦμε ἐμεῖς, γιατί οἱ πεθαμένοι, πού βρίσκονται στόν ἅδη, δέν ἔχουν δικαίωμα, οὔτε νά Σέ ὑμνοῦν, οὔτε νά Σοῦ μιλᾶνε γιά μετάνοια καί γιά ἐξομολόγηση.
Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί Σέ δοξολογοῦμε.
Ἐμεῖς Σέ ἱκετεύομε.
Ἐμεῖς Σοῦ προσφέρομε εὐχές ἐξιλεωτικές καί θυσίες καί λειτουργίες, γιά τίς ψυχές τους.
* * *
Θεέ μας, μεγάλε καί αἰώνιε, ἅγιε καί φιλάνθρωπε, Σύ πού μᾶς ἀξίωσες νά στέκωμε αὐτήν τήν ὥρα μπροστά στήν ἀπρόσιτη δόξα Σου, νά Σέ ὑμνοῦμε καί νά αἰνοῦμε τά μεγαλεῖα Σου,
Ἀντιμετώπισε μας σπλαγχνικά τούς ἀναξίους δούλους Σου.
Δῶσε μας χάρη, νά Σοῦ προσφέρωμε μέ συντριβή καρδιᾶς καί μέ ταπείνωση, χωρίς ἀερολογίες, ἐγωισμό, χωρίς ἔπαρση, τόν τρισάγιο ὕμνο καί τήν εὐχαριστία μας, γιά τίς τόσες δωρεές Σου, τά τόσα καλά, πού ἔκαμες καί συνεχίζεις νά κάνεις σέ μᾶς.
Θυμήσου, Κύριε, ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι ἄνθρωποι. Μή μᾶς τιμωρεῖς γιά τίς ἁμαρτίες μας. Δεῖξε καί σέ μᾶς τούς ταπεινούς τό ἔλεός Σου· καί βοήθησέ μας, νά ἀποφεύγωμε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας· καί, τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, νά βαδίζωμε στό φῶς τῆς δικαιοσύνης Σου.
Ἀξίωσέ μας, νά ἐνδυθοῦμε τά ὅπλα τοῦ φωτός· νά μή μπορεῖ πιά ὁ διάβολος, νά μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει, μέ τίς ἐπιβουλές του καί μέ τίς πονηρίες του· Ἀξίωσέ μας νά ἔχωμε θάρρος, νά Σέ δοξάζωμε μέ παρρησία γιά ὅλα, Ἐσένα τόν μόνο ἀληθινό καί φιλάνθρωπο Θεό.
Καί πρό παντός Δέσποτα Κύριε, καί Δημιουργέ τοῦ κόσμου, νά Σέ δοξάζωμε καί νά Σέ εὐχαριστοῦμε γι᾿ αὐτό τό μεγάλο μυστήριο, γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη Σου εὐεργεσία, πού εἶναι ἡ προσωρινή διάλυση τῶν σωμάτων μας καί ἡ ἀνάστα-σή τους πάλι καί ἡ ἀνάπαυση στούς αἰῶνες.
Τό λέμε καί τό διακηρύττομε: Ὅλα σέ Σένα τά χρωστᾶ-με.
Σέ Σένα χρωστᾶμε καί τήν εἰσοδό μας στόν κόσμο τοῦ-το.
Σέ Σένα χρωστᾶμε καί τήν ἔξοδό μας, πού εἶναι γιά μᾶς, σύμφωνα μέ τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή Σου, τό προμήνυμα καί ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς χωρίς τέλους ζωῆς, τήν ὁποί-α θά ἀπολαύσωμε ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας κοντά Σου.
Γιατί Σύ, Κύριε, εἶσαι γιά μᾶς, ἡ ἀρχή τῆς ἀναστάσεως· Σύ μᾶς ἔδειξες, πῶς πρέπει νά ζοῦμε στήν ζωή αὐτή· Σύ εἶσαι ὁ φιλάνθρωπος Κριτής μας, καί μισθαποδότης μας· ὁ Κύριος μας· καί ὁ Δεσπότης μας· πού ἀπό ἄκρα συγκατάβαση, ἐπῆρες σάρκα καί αἷμα, ἴδια μέ μᾶς· Καί ἀφοῦ ἔτσι γεύθηκες τά πάθη μας τά ἀδιάβλητα, ξέρεις πιά, καί μᾶς κρίνεις μέ εὐσπλαγχνία καί μέ συγκατάβαση· καί ἀφοῦ Σύ στά ἅγια Πάθη Σου, πέρασες πειρασμούς τόσο σκληρούς, ξέρεις, πόσο χρειαζόμαστε βοήθειά καί παρεμβαίνεις αὐταπάγγελτα, καί μᾶς ἐνισχύεις.
Μᾶς δίνεις δύναμη νά ἀγωνιζόμαστε, νά φθάσωμε στήν δική Σου ἁγία ἀπάθεια καί μεῖς.
Δέξου λοιπόν, Δέσποτα Χριστέ, τίς δεήσεις καί τίς ἱκεσίες μας. Ἀνάπαυσε τούς πατέρες μας, τίς μητέρες μας, τούς ἀδελφούς μας, τίς ἀδελφές μας, τά τέκνα μας, καί κάθε ἄλλον συγγενῆ καί ὁμογενῆ μας· καί ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς ψυχές, πού ἀναπαύθηκαν μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Κατάταξε τά πνεύματα καί τά ὀνόματά τους στό βιβλίο τῆς ζωῆς, στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ· στήν χώρα τῶν ζώντων, στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς.
Ὁδήγησέ μας ὅλους, μέ ὁδηγούς τούς φωτεινούς ἀγγέλους σου, κοντά Σου. Καί ὅταν θά ἔλθει ἡ ἡμέρα καί ἡ ὥρα, πού Σύ ὥρισες, ἀνάστησε καί τά σώματά μας, κατά τίς ἀληθεῖς ὑποσχέσεις Σου.
Δέν ὑπάρχει θάνατος, Κύριε, γιά μᾶς τούς δούλους Σου. Δέν εἶναι θάνατος γιά μᾶς, οὔτε συμφορά, ὅταν φεύγωμε ἀπό τό σῶμα καί ἐρχόμαστε σέ Σένα, τόν Θεό μας. Μετάβαση εἶναι. Ἀπό μιά κατάσταση λυπηρή, σέ μιά ἄλλη πιό καλή καί πιό χαρούμενη! Ἀνάπαυση εἶναι καί χαρά!
Καί ἄν σέ κάτι Σέ πικράναμε, σπλαγχνίσου μας. Κανένας δέν θά βρεθῆ ἐνώπιον Σου καθαρός ἀπό ρύπο ἁμαρτίας, ἔστω καί ἄν ἡ ζωή του εἶναι μιά ἡμέρα μόνο. Ἕνας ὑπῆρξε στήν γῆ ἀναμάρτητος. Σύ, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ἀπό τόν ὁποῖο ὅλοι μας ἐλπίζομε νά βροῦμε ἔλεος καί ἄφεση ἁμαρτιῶν.
Γι᾿ αὐτό, Κύριε, σάν ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός, καί σέ μᾶς καί σέ ὅλους τούς κεκοιμημένους, συγχώρησέ μας τά παραπτώματά μας· τά ἑκούσια καί τά ἀκούσια· τά ἐν γνώσει· τά ἐν ἀγνοία· ὅσα θυμόμαστε καί ὅσα ξεχάσαμε· εἴτε τά διαπράξαμε μέ λόγο, εἴτε μἐ ἔργο, εἴτε κατά διάνοια, εἴτε μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, καί μέ ὁποιαδήποτε κίνηση, καί ἄν τά ἐκάμαμε!
Καί ἐκείνους μέν, πού πρόλαβαν καί ἔφυγαν, ἐλευθέρωσέ τους ἀπό κάθε βάρος καί κρῖμα. Καί δῶσε τους ἄνεση.
Καί ἐμᾶς, πού στέκομε γονατιστοί μπροστά Σου, εὐλόγησέ μας· καί δῶσε, καί σέ μᾶς, καί σέ ὅλο τόν λαό Σου, τέλος καλό καί εἰρηνικό· καί τήν φρικτή καί φοβερή ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας Σου, ἄνοιξε καί σέ μᾶς τά σπλάγχνα τοῦ ἐλέους Σου καί τῶν οἰκτιρμῶν Σου. Καί κάμε μας ἄξιους, νά μποῦμε ὅλοι στήν βασιλεία Σου, τήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη, μέ τίς πρεσβείες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου. Ἀμήν.

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009


«ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ,
ή
«Μια ευχή για να κοινωνήσω»

Παρουσιάζονται κατά διαστήματα στους Πνευ­ματικούς άνθρωποι μεγάλης συνήθως ηλικίας, σε σπάνιες περιπτώσεις στις πόλεις, αλλά πολύ συχνό­τερα στα χωριά και ζητούν να τους διαβάσουν (οι Εξομολόγοι) μια ευχή για να κοινωνήσουν. Είναι προφανώς προκατειλημμένοι από μακροχρόνια επικρατούσα συνήθεια, η οποία εμφανίζεται μάλι­στα και ως «παράδοση»!
Από αμνημονεύτων χρόνων, και μάλλον από της τουρκοκρατίας, λόγω απαιδευσίας κλήρου και λα­ού, διέφυγε το στοιχείο της εξομολογήσεως από το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως και ο λαός συνήθισε να «εξομολογείται» χωρίς να εξαγορεύει τα αμαρτήματά του, δηλ. στην ουσία χωρίς να εξομολογείται.
Προσέρχονταν στον Ιερέα και αυτός, χωρίς να τους συστήνει την εξομολόγηση, τους διάβαζε τη συγχωρητική ευχή, ή ατομικώς ή και ομαδικώς. Με­τά κοινωνούσαν έχοντας προφανώς και ήρεμη τη συνείδησή τους! Και επειδή οι άνθρωποι πάντοτε ρέπουν προς τα εύκολα, θέλουν δηλαδή λύση των προβλημάτων τους και στην προκειμένη περίπτωση των αμαρτημάτων τους, χωρίς μετάνοια και εξομο­λόγηση, χωρίς κόπο και θυσία, όσοι είναι αυτής της νοοτροπίας, συνεχίζουν την… «παράδοση»!
Αυτή η άγνοια και παρεξήγηση πρέπει να εκλεί­ψει. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι, διάγο­ντες τον 21ον αιώνα, δεν είναι επιτρεπτό και τιμητι­κό οι Ιερείς να δέχονται και οι «πιστοί» να ζητούν εξομολόγηση χωρίς εξαγόρευση των αμαρτιών. Αυτός που θέλει να κοινωνήσει, πρέπει να υποδε­χτεί τον Χριστό στο καθαρό «σαλόνι» της ψυχής του· και η κάθαρση της ψυχής, γίνεται με την εξομο­λόγηση.
Για να υποδεχτούμε στην ονομαστική μας γιορτή τους επισκέπτες μας, καθαρίζουμε μέρες το σπίτι μας και στολίζουμε ιδιαίτερα το σαλόνι μας. Εάν αυτά τα προσέχουμε για τους ανθρώπους, πώς θα υποδεχτούμε τον Χριστό με τη Θ. Κοινωνία στην καρδιά μας, χωρίς να την καθαρίσουμε από τις ποι­κίλες αμαρτίες που καθημερινά κάνουμε, χωρίς να εξομολογηθούμε; Γίνεται να βάλουμε τον επισκέ­πτη μας να καθίσει σε κάθισμα λερωμένο; Όταν δεν συμμετέχουμε σωστά στο μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως μοιάζει σαν να μη νοιώθου­με πού βάζουμε να «καθίσει» ο Χριστός.
Έκτος αυτών πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εξαγό­ρευση των αμαρτιών μας είναι τελείως απαραίτητη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι (η εξαγό­ρευση) αποτελεί ένα από τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου και χωρίς αυτό δεν υπάρχει Μυστήριο. Δεύτερον, διότι ο Εξομολόγος όταν διαβάζει τη σχετική ευχή μετά την εξομολόγηση του εξομολογουμένου, λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες που ήδη έχει πει ο εξομολογούμενος (και όχι αυτές που δεν είπε).

Επομένως, ποτέ ξανά να μη πει κανείς:
«Μια ευχή για να κοινωνήσω».
Αλλά

Όταν θέλω να κοινωνήσω προετοιμάζομαι για την εξομολόγησή μου με τη βοήθεια κάποιου βοη­θήματος και πάω να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου μετανοιωμένος και αποφασισμένος να διορθωθώ.
Δεν εξομολογούμαι από φόβο ή από συνήθεια, ούτε για να φύγει το βάρος που έχω μέσα μου. Δεν εξομολογούμαι δύο – τρεις μόνο αμαρτίες για να αναπαύσω τη συνείδησή μου ή για να απαλλαγώ από τις ενοχές που με βαραίνουν.
Εξομολογούμαι γνωρίζοντας ότι, όποιες αμαρ­τίες μου αποκρύπτω η «τις ξεχνώ», όποιες παρου­σιάζω συγκεκαλυμμένες για να μη φανεί το μέγεθος ή το είδος της αμαρτίας μου και όποιες ωραιοποιώ από ντροπή, μένουν αθεράπευτες και οι πληγές των αμαρτιών μου με μολύνουν. Στη Θεία Κοινωνία που ακολουθεί, η Θεία χάρη μένει ανενέργητη, διότι ο Χριστός δεν αναπαύεται μέσα μου, επειδή είμαι «ακάθαρτος».
ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΜΑΙ διότι αμάρτησα· προς τον Θεό, προς τον πλησίον μου (τον οποιονδήποτε) και προς τον εαυτό μου.
Εξομολογούμαι διότι ανακαλύπτω και αναγνω­ρίζω ΟΛΕΣ τις αμαρτίες που έκανα, διότι μετανοιώνω γι’ αυτές και τις καταθέτω χωρίς ντροπή στον Πνευματικό μου. (Όσες τυχόν τις ξέχασα και τις θυμήθηκα καθυστερημένα τις σημειώνω, για να μη τις ξεχάσω πάλι και τις λέω στην επόμενη εξομολό­γησή μου).
Εξομολογούμαι., διότι θέλω να λάβω τη συγχώ­ρηση και την ευλογία του Θεού, ώστε να ζήσω από δω και μπρος, όπως θέλει ο Θεός εν μετάνοια και υπακοή στο νόμο Του.