Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009


Η ΑΚΡΙΒΗΣ ΩΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟΝ

«Ακριβή δε ώραν τιθέναι επιζητείς και ώρα πάνυ μεμετρημένην,
όπερ και δύσκολον, και σφαλερόν εστί».
(Διονύσιος Αλεξανδρείας)


1. Το Ακριβές της Αναστάσεως
Είναι δύσκολο να πει κανείς πό­τε, ποια ώρα ακριβώς, αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός. Κανένας από τους Ευαγγελιστές δε κάνει σαφή λόγον. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει μέχρι την ανατολή του η­λίου της πρώτης ημέρας της εβδο­μάδος, δηλαδή τη Κυριακή· «Οψέ Σάββατων τη επιφωσκούση εις μί­αν σαββάτων» (κεφ. 28,1). Ο Μάρ­κος λέγει όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου, Μετά τη δύση του ηλί­ου που άρχιζε η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δηλαδή η Κυριακή·
«Και διαγενομένου του σαββάτου… λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον ανατείλαντος του ηλίου» (κεφ. 16, 1-2). Ο Λουκάς αναφέρεται στα βαθιά χαράματα της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, ήτοι την Κυριακή· «Τη δε μια των σαββάτων, όρθρου βαθέως ήλθον επί το μνήμα» (κεφ. 24, 1). Και ο Ιωάννης λέγει, όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου κατά την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δη­λαδή τη Κυριακή, που ήταν ακόμη σκοτάδι· «Τη δε μια των σαββάτων… έρχεται πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείον» (κεφ. 20, 1).
Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές, ως ημέρα αναστάσεως του Ιησού Χριστού, αναφέρουν την αρχή της ημέρας της Κυριακής· «Διαγενομένου του Σαββάτου· της μιας σαββάτων (= όταν επέρασε η ημέρα του Σαββάτου και άρχιζε η άλλη ημέ­ρα)» χωρίς να ορίζουν την ακριβή ώρα. Ο καθένας αναφέρεται σε διαφορετικά χρονικά όρια της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, που άρχιζε μετά το Σάββατο, ήτοι της Κυριακής. Δεν τους ενδιαφέρει η ακριβής ώρα, αλλά η ημέρα για ν’ απο­δείξουν το τριήμερο, όπως ακριβώς είχε διαβεβαιώσει ο Χριστός τους μαθητές του, ότι θα αναστηθεί· «Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς αυτού, ότι δει αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων και αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).
Λοιπόν, πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός:
Ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Διονύσιος, που ρωτήθηκε για το θέμα αυτό, απάντησε, ότι τούτο είναι πολύ δύσκολο και αβέβαιον· «Ακριβή δε όρον τιθέναι επιζητείς και ώρα πάνυ μεμετρημένην, όπερ και δύσκολον και σφαλερόν εστίν» («Σύνταγμα θείων και Ιερών Κανόνων», Γ. Ράλλη – Μ. Πότλη, τομ. Δ΄, σελ. 1. Επιστολή προς Επίσκοπον Βασιλείδην).
Οι δύο Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς συμφωνούν, ότι η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού έγινε τα μεσάνυκτα του Σαββάτου, ότε και είχε παρέλθει η έκτη ώρα της νύκτας. Τούτο συνάγεται από τα λεγόμενά τους, ότι οι γυναίκες πήγαν στο μνήμα «Οψέ Σαββάτων [και] Όρθρου βαθέος», ότε δηλαδή είχε περά­σει η έκτη ώρα της νύκτας, οπότε και άρχιζε η καινούργια μέρα κατά τους εκκλη­σιαστικούς όρους. Έτσι, οι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου αποφάσισαν, οι Χριστιανοί να νηστεύουν μέχρι τα μεσάνυκτα του Σαββάτου· «Χρή τους πιστούς περί μέσας της μετά το μέγα Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι, των θείων Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά, του μεν, δια του οψέ Σαββάτων προσρήματος, του δε, δια του όρθρου βαθέως, την βραδύτητα της νυκτός ημίν υπογράφο­ντος»· (Καν. ΠΘ΄). Όταν λέγει ο Κανόνας «περί μέσας της μετά το μέγαν Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι», εννοείται, ότι οι Χριστιανοί θα συμμετάσχουν στην Θεία Λειτουργία έως το τέλος «προσενέγκατε την θυσίαν ημών» και μετά θα αρχί­σουν το Πασχαλινό φαγητό, δηλαδή τα χαράματα της Κυριακής. Επ’ αυτού οι Αποστολικές Διαταγές είναι λίαν σαφείς· «Δια τούτο και ημείς, αναστάντος του Κυρίου, προσενέγκατε την θυσίαν ημών… και λοιπόν απονηστεύετε, ευφραινόμενοι και εορτάζοντες»· (ΒΕΠΕΣ, τομ. 2, παρ. 7 και 8, σελ. 90-91).

2. Το Τριήμερον της Αναστάσεως
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είχε δηλώσει στους μαθητές Του, ότι θα καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί· «αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).
Πράγματι, αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός την τρίτη ημέρα:
Οι δύο μαθητές του Χριστού που μετά τη θανατική Του καταδίκη και τη ταφή Του πήγαιναν «προς Εμμαούς» δηλώνουν, ότι ήδη έχουν περάσει τρεις ημέρας από το θάνατον του Χριστού· «... αλλά γε και συν πάσιν τούτοις τρίτην ταύτην ημέραν άγει σήμερον, αφ’ ου ταύτα εγένετο»· (Λουκ. 24, 21). Αλλά και οι γυναίκες, που «διαγενομένου του Σαββάτου, ή όψε σαββάτων, η τη μια των σαββάτων», πήγαιναν στον τάφο του Χριστού, για να επιτελέσουν τα Εβραϊκά νεκρικά ήθη και έθιμα, τα τρίμερα, αποδεικνύουν περίτρανα, πως πράγματι είχε ήδη αρχίσει το τριήμερον.
Όμως, ερωτάται: Πώς αποδεικνύεται αυτό το τριήμερον:
Το εικοσιτετράωρον οι Εβραίοι το μετρούσαν από το ένα βράδυ έως το άλλο βράδυ· «από εσπέρας έως εσπέρας σαββατιείτε» (Λευιτ. 23, 32).
Ο Ιησούς Χριστός «παρέδωκε το πνεύμα» το απομεσήμερον της ενάτης ώρας (= τρεις μ.μ.) της Παρασκευής· «Η δε ωσεί ώρα έκτη (= δώδεκα μ.μ.) και σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης (= τρεις μ.μ.) του ηλίου εκλείποντος… και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Λουκ. 23, 44, Ιωάν. 19, 30).
Η ημέρα της Παρασκευής είχε αρχίσει από τα μεσάνυχτα της Πέμπτης, οπότε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έχουμε την μία ημέρα. Από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έως τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έχουμε τη δεύτερη ημέρα. Και από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έως γα μεσάνυχτα της Κυριακής έχουμε τη τρίτη ημέρα, την Κυριακή, η οποία σημειωτέον έχει αρχίσει από τα μεσάνυχτα του Σαβ­βάτου. Επομένως την τρίτη ημέρα, την Κυριακή, αναστήθηκε ο Χριστός και κατά το διάστημα αυτής της ημέρας, πράγματι, τελείται η Ανάσταση. Όμως, επειδή οι Ευαγγελιστές ουδαμού αναφέρονται σε συγκεκριμένη ώρα, αλλάς τις αρχές της τρίτης ημέρας, της Κυριακής, η Μητέρα Ορθόδοξη Εκκλησία όρισε η Ανάσταση να γίνεται, όταν ακριβώς, αρχίζει η ημέρα της Κυριακής (μετά το μεσονύκτιο, δηλα­δή, του Σαββάτου), οπότε οποιαδήποτε ώρα και αν αναστήθηκε ο Χριστός η ακρι­βής ώρα περιέχεται μέσα στη τρίτη ημέρα, την ημέρα της Κυριακής.
Επομένως, η απάντηση στα ερωτήματα περί της ακριβούς ώρας και του τριημέρου της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού είναι ότι η ακριβής ώρα της Ανάστασης είναι δύσκολο ν’ αποδειχθεί, άλλωστε δεν έχει καμιά απολύτως σημασία για την σωτηρία μας, διό και οι Ευαγγελιστές δεν ασχολούνται. Όσο για το τριήμερο που έχει σημασία για ν’ αποδειχθούν αληθινά τα λεγόμενα του Κυρίου προς τους μαθη­τές Του, ότι· «και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» πράγματι αναστήθηκε τη τρίτη ημέρα, αφού η τρίτη ημέρα της Κυριακής αρχίζει από τα μεσάνυχτα της ημέρας του Σαββάτου.
Συνεπώς, η Ανάσταση του Χριστού έγινε, όπως λίαν κατηγορηματικώς μας δηλώ­νουν οι Ιεροί Ευαγγελιστές, την ημέρα της Κυριακής αφού είχε ήδη περάσει η δεύτερη ημέρα του Σαββάτου και οι γυναίκες, που είναι οι πλέον αψευδείς μάρτυ­ρες του τριημέρου, πήγαιναν στο μνημείο για τα τρίμερα· «Διαγενομένου του Σαβ­βάτου (= αφού πέρασε η ημέρα του Σαββάτου), Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν (= τον Ιησούν).


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.

Πρεσβ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
Πρόεδρος Κληρικών Ελλάδος
Πάσχα 2004
Περιοδικό Ενορία 5/4/04
Αριθμός φύλλου 974

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009


Kυριακή του Θωμά

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ 15-4-2007(Ἰω. κ΄, 19-31) .


Ζοῦμε ἰδιαιτέρως ἐτοῦτες τὶς ἡμέρες τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἑορτάζουμε τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν, τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα. Τὸ πανσεβάσμιο Πάσχα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγάπης, ὅπου τὰ πάντα συγχωροῦνται καὶ οἱ πάντες μονοιάζουμε καὶ φιλιώνουμε. Ὅπου τὰ πάντα λάμπουν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ οἱ πάντες ἀγαλλόμενοι κρατοῦν ὡς ἄγκυρα τὴν ἐλπίδα, γιὰ νὰ πορευτοῦν στὴ ζωή. Καὶ μέσα στὸ θάμπος τῆς ἑορτῆς προβάλλουν οἱ παρουσίες τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐχέγγυο τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐξαγελιῶν Του γιὰ τὴν Ἀνάστασή Του.
Ὁ Χριστὸς κάνει ἔντονη τὴν παρουσία Του, «γιὰ νὰ μὴν λέγουν οἱ χριστομάχοι πὼς δὲν ἀναστήθηκε καὶ νὰ μὴν μένουν οἱ Ἀπόστολοι μόνο μέσα στὴ φαντασία τους πὼς δὲν τὸ εἶδαν ἀναστημένο». Ἔτσι, δὲν ἀφήνει καὶ τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ στὶς ἀμφιβολίες του, μήτε στὴν ἀδυναμία του νὰ πιστεύσει. Γιατὶ ὁ Ἀπόστολος συγκαταλέγεται σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ πιστεύσουν μὰ δὲν μποροῦν καὶ ὄχι σ᾿ ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ πιστεύσουν καὶ δὲν θέλουν.
Γιατὶ ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νὰ θέλεις νὰ πιστεύσεις καὶ νὰ μὴ μπορεῖς, ἐπειδὴ ὑπάρχουν οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειες, καὶ ἄλλο πρᾶγμα νὰ μπορεῖς νὰ πιστεύσεις καὶ νὰ μὴ θέλεις. Ἐτοῦτο εἶναι ἐγωϊσμὸς καὶ καθαρὴ δαιμονικὴ ἐνέργεια.
Μπροστὰ λοιπὸν στὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καθὼς ἐξελίχθηκε στὰ ἀνθρώπινα μάτια, καὶ ἔτσι καθὼς ἑρμηνεύτηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους μὲ τὶς ἐπανειλημμένες παρουσίες τοῦ διδασκάλου, ὑπάρχει ἕνας προβληματισμός. Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ προβληματισμός; Στὴ σημερινὴ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον ὅλων τῶν Μαθητῶν, ἀκούγεται νὰ λέγει, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ: «Φέρε ἐδῶ τὸ δάκτυλό σου καὶ δὲς τὰ χέρια μου καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου...».
Ὅμως, λίγες ἡμέρες νωρίτερα, ὅταν εἶχε συναντήσει τὴ μαθήτρια Μαρία κοντὰ στὸν κενὸ τάφο Του καὶ ἐνῶ αὐτὴ προσπάθησε νὰ Τὸν ἀγγίξει, τῆς εἶπε: «Μὴ μὲ ἀγγίζεις!...».
Γιατὶ λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸν μὲν ἀπόστολο Θωμᾶ τοῦ λέγει νὰ Τὸν ἀγγίξει καὶ στὴ μαθήτρια Μαρία «μὴ μὲ ἀγγίζεις»; Μερικοὶ δὲ ποὺ ἐπιφανειακὰ ἐξετάζουν τὰ πράγματα θὰ ποῦν πὼς ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ ἰδιαίτερη μεταχείριση τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως κάτι τέτοιο δὲν συμβαίνει.
Τί συμβαίνει λοιπόν; Ἡ διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ Χριστοῦ στὸν ἀπόστολο Θωμᾶ καὶ τὴ μαθήτρια Μαρία ἐξηγεῖται ὄχι ὡς ἐνέργεια ἰδιαίτερης μεταχείρισης τοῦ ἑνός, μὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς διάφορες προθέσεις καὶ διαθέσεις τῶν δυό τους.
Δηλαδή, τί σημαίνει αὐτό; «Ἡ Μαρία δὲν ἀμφέβαλλε περὶ τοῦ ὅτι ὁ ὁμιλῶν πρὸς αὐτὴ εἶναι ὁ ἐκ τοῦ τάφου ἐπανελθὼν εἰς τὴν ζωὴ Κύριος». Ὅμως, παρ᾿ ὅτι πίστευε στὴν Ἀνάσταση, ἐντούτοις εἶχε μιὰ πλανεμένη ἀντίληψη. Ὅτι τάχατες ὁ Χριστὸς θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ συζεῖ μὲ τοὺς Μαθητὲς ὅπως πρῶτα.
Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀπαγόρευση τῆς Μαρίας ἐπιθυμεῖ νὰ τῆς τονίσει πὼς φυσικὰ θὰ εἶναι μαζί τους συνεχῶς, μὰ ὄχι ὅπως πρίν. Τώρα εἶναι ὁ Ἀναστημένος Χριστός, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ σχέσεις θὰ εἶναι διαφορετικές.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἐξ ἄλλου ἀπιστοῦσε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ζητοῦσε πειστήρια «περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπτὴ πραγματικότητα καὶ ὄχι πλάνη τῆς φαντασίας». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀφήνει νὰ Τὸν ἀγγίξει. Ἔτσι τὸ σφάλμα τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ τελειώνει ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ ἀρχίζει τὸ σφάλμα τῆς μαθήτριας Μαρίας.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔχει τὸ χῶρο της στὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ καλὴ ἀπιστία. Ὅταν ὅμως αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὀρθὴ καὶ καθαρὴ πίστη, τότε σκορπίζονται ὅλα τὰ διλήμματα καὶ ὅλες οἱ ἀμφιβολίες· ἀνοίγεται ἕνας καινούργιος ὁρίζοντας στὴ ζωή μας, ποὺ μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν οὐρανό, ποὺ μένει πάντα ἀνοικτὸς γιὰ ἐμᾶς. Γεννιέται κατόπιν ἀβίαστα ἡ ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη ὄντως, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὅλης διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου Κι αὐτὴ ἡ ὁμολογία μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ταυτόσημη πορεία τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ· δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀπιστία, στὴν πίστη· ἀπὸ τὴν πίστη στὴν ὁμολογία τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ πὼς Αὐτὸς εἶναι «ὁ Κύριος μας καὶ ὁ Θεός μας».------------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως


30/04/2006 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (Ἰω. κ΄ 19-31).


Ζοῦμε ἐντὸς τῆς Ἀναστάσιμης περιόδου. Ἑορτάζουμε τὴν Λαμπρὴ καὶ γινόμαστε δέκτες τοῦ φωτός της. Γευόμαστε τὴν μεγάλη χαρά, ποὺ δωρεῖται στοὺς ἀνθρώπους καὶ βιώνουμε μέσα μας τὴ ζωή, ποὺ παρέχεται μὲ πλουσιότητα καὶ ἀφθονία.
Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ πεμπτουσία τῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιατὶ δίχως αὐτή, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει οἱανδήποτε ἄλλη ἑορτή. Καὶ ὄχι μόνο· μὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἡ ἴδια ἡ πίστη μας. Συνεπῶς δὲ καὶ ἡ Ἐκκλησία παύει νὰ ὑφίσταται καὶ τὰ πάντα καταντοῦν μάταια καὶ ψευδῆ.
Μὰ ἡ Ἀνάσταση εἶναι πιὰ γεγονὸς ἱστορικό. Ἔτσι ἄλλωστε παραδόθηκε καὶ ἔτσι βιώνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Χριστὸς δὲν ἄφησε ἐτοῦτο τὸ γένος μετέωρο καὶ θολό. Οἱ ἀλλεπάληλες ἐμφανίσεις Του αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ἐξυπηρετοῦν. Νὰ βεβαιώσουν τὸ γεγονὸς καὶ νὰ πείσουν τοὺς ἀνθρώπους, ἰδιαιτέρως δὲ τοὺς Μαθητές, γιὰ τὴν πραγμάτωσή του.
Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στοὺς Μαθητὲς γίνεται σὲ δύο φάσεις. Ἡ μία δίχως τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ καὶ ἡ δεύτερη μ᾿ αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μὴν ἀφήσει κάποιον μέσα στὴν ἀμφιβολία καὶ τὴ σύγχυση. Ἐπιθυμεῖ νὰ ξεκαθαρίσει τὰ πράγματα.
Γι᾿ αὐτὴ τὴ δεύτερη ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στοὺς Μαθητὲς καὶ τὸν Θωμᾶ, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης θὰ σημειώνει στὸ σημερινὸ Εὐάγγελιό του, τὰ ἀκόλουθα: «Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες, ποὺ ἦταν πάλι οἱ μαθητὲς μέσα στὸ σπίτι καὶ μαζί τους κι ὁ Θωμᾶς, ξαναμπῆκε ὁ Χριστὸς, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστὲς καὶ στάθηκε ἀνάμεσά τους κι εἶπε· Εἰρήνη ὑμῖν. Καὶ ὕστερα λέγει στὸ Θωμᾶ· Ἀκούμπησε ἐδῶ τὸ δάκτυλό σου καὶ δὲς τὰ χέρια μου καὶ φέρε τὸ χέρι σου στὸ πλευρό μου καὶ μὴ γίνεσαι ἄπιστος ἀλλὰ πιστός».
Μιὰ παρουσία θεϊκῆς συγκαταβάσεως. Καὶ μιὰ πράξη ἀγάπης πρὸς τὸν Μαθητή, ποὺ ζητεῖ νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ ψηλαφήσει τὸ Διδάσκαλο. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν Μαθητή του, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους, καὶ θέλει νὰ τὸν διασώσει ἀπὸ τὶς ἀμφιβολίες του. Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἀξιώνει ἀγάπη, ἀλλὰ τὴ δωρίζει ὁ ἴδιος σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ θὰ τὸν ἀναζητήσει.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἀναζητεῖ καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἰδεῖ, ὅσα καὶ οἱ ἄλλοι Μαθητὲς εἶδαν. Γι᾿ αὐτὸ ἐνσαρκώνει τὴν καλοπροαίρετη ἀναζήτηση κι ὑπογραμμίζει τὴν ἀνάγκη τῆς ἀνθρώπινης ἱκανοποίησης. Νὰ ἰδεῖ, ν᾿ ἀκούσει καὶ ἴσως νὰ ψηλαφίσει τὸ Διδάσκαλο.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἱκανοποιεῖ τὶς ἐπιθυμίες του, ἀποδεικνύοντας σ᾿ αὐτόν, πὼς δὲν ὑστερεῖ τῶν ἄλλων. Μήτε ἐκλαμβάνεται ὡς κατώτερος, μὰ εἶναι κι αὐτὸς Ἀπόστολος καὶ Μαθητής Του. Γι᾿ σὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι εὐτυχὴς καὶ νὰ αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ὡς τὸν εὐλογημένο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀντίδραση δὲ τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ σηματοδοτεῖ ἕναν ἐσωτερικὸ συγκλονισμό. Ἕνα ξέσπασμα πίστεως καὶ ἀγάπης πρὸς τὸ Διδάσκαλο καὶ μιὰ ὁμολογία τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ. «Καὶ ἀποκρίθηκεν ὁ Θωμᾶς καὶ τοῦ εἶπε· Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος μου καὶ ὁ Θεός μου».
Σχετικὰ μ᾿ αὐτὴ τὴν ὁμολογία, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, θὰ γράφει: «Γιατὶ ὄχι ἁπλῶς εἶπε ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου... ἀλλὰ ἕνα Κύριο τὸν αὐτὸν καὶ Θεὸ, ποὺ γεννήθηκε κατὰ τὴν αὐτὴ φύση ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ Θεό». Δηλαδὴ, ὄχι ὅμοιον μὲ τὸν Πατέρα, μὰ ὁ αὐτὸς ὡς πρὸς τὴν φύση. Θεὸς ὁ Πατέρας, Θεὸς καὶ ὁ Χριστός. Ἡ αὐτὴ θεϊκὴ φύση στὸν Πατέρα. ἡ αὐτὴ θεϊκὴ φύση καὶ στὸν Υἱό, τὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ ἀποκαλοῦμε τὸν Χριστὸ ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως ἄλλωστε διατυπώνεται καὶ στὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας.
Ὁ Χριστὸς δέ, ἀποκαλύπτοντας τὸν ἑαυτόν Του στοὺς καλοπροαίρετους καὶ ἄδολους ἀνθρώπους, τονίζει τὸ γεγονὸς πὼς μιὰ γνήσια, ἁπλὴ καὶ ἀληθινὴ ὕπαρξη, μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ δοχέα τῆς χάριτός Του.
Νὰ αἰσθανθεῖ τὸν συγκλονισμὸ πὼς ὁ Χριστὸς τὸν ἀποδέχεται καὶ συνομιλεῖ μαζί του. Καὶ βιώνοντας αὐτὸν τὸν συγκλονισμὸ καὶ αἰσθανόμενος τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ δίπλα του, ἀνακράζει μὲ ἱερὸ δέος, ἀλλὰ θερμὴ πίστη: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιὰ ἕνα ἱστορικὸ γεγονός. Μὲ μάρτυρες τοὺς ἴδιους τοὺς Μαθητὲς, ποὺ βίωσαν ἐπανειλημμένες φορὲς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Μίλησαν μαζί Του· περπάτησαν δίπλα-δίπλα· ἔφαγαν Πῆραν τέλος ὡς δῶρο τὴν εἰρήνη Του.
Ὅπως καὶ ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, ποὺ σήμερα ξαναθυμώμαστε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἰδεῖ τὸν Χριστό. Νὰ συνομιλήσει μαζί Του· νὰ τὸν ἐγγίξει· νὰ τὸν ὁμολογήσει. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ τὰ ἔδωσε ὅλα. Ἔτσι γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ καὶ πάλι ὅπως πρῶτα Μαθητὴς καὶ Ἀπόστολος τοῦ Εὐαγγελίου Του.
Ἐμεῖς σήμερα ζοῦμε μέσα στὴν Ἀναστάσιμη περίοδο, λέμε καὶ ψάλλουμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Γνωρίζουμε ὅμως πῶς ἀποτελοῦμε τοὺς μάρτυρες καὶ τοὺς ὁμολογητὲς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Καὶ καλούμαστε νὰ βιώσουμε ἐτοῦτο τὸ γεγονὸς ὡς ἐσωτερικὸ συγκλονισμὸ καὶ ὡς ὁμολογία στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν πίστη πὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριός μας καὶ ὁ Θεός μας.


Πηγή: www.imml.gr

Κυριακή, 19 Απριλίου 2009



Αδελφοί και πατέρες, ήρθε το Πάσχα, η χαρμόσυνη μέρα της Αναστάσεως του Χριστού, η αιτία κάθε ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, που έρχεται μια φορά το χρόνο, μάλλον έρχεται καθημερινά και συνεχώς σ’ εκείνους που κατανοούν το μυστικό της νόημα.Ήρθε και γέμισε τις καρδιές μας χαρά και αγαλλίαση λύνοντας τον κόπο της πάνσεπτης νηστείας και τελειοποιώντας και παρηγορώντας τις ψυχές μας.
Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν τον Κύριο, που μάς πέρασε μέσα από το πέλαγος της νηστείας και μάς οδήγησε με ευφροσύνη στο λιμάνι της Αναστάσεώς του. Ας τον ευχαριστήσουμε και όσοι διανύσαμε τον δρόμο της νηστείας πρόθυμα, με ζέουσα προαίρεση και αγώνες για την αρετή, και όσοι υστερήσαμε από ολιγωρία και μικροψυχία, επειδή Αυτός είναι που χαρίζει γενναιόδωρα στους αγωνιστές τα στεφάνια και τους άξιους μισθούς των έργων τους και στους ασθενέστερους πάλι ως ελεήμων και φιλάνθρωπος χαρίζει τη συγγνώμη. Γιατί βέβαια υπολογίζει πιο πολύ την προαίρεση των ψυχών μας παρά τους σωματικούς κόπους, και αναλόγως ανταποδίδει τα έπαθλα και τα χαρίσματα του Πνεύματος: Η αναδεικνύοντας περίφημο και ένδοξο τον αγωνιστή ή αφήνοντας τον ακόμη στην αφάνεια, επειδή έχει ανάγκη από πιο επίπονη κάθαρση.
Το μυστήριο της Αναστάσεως
Ας εξετάσουμε όμως με προσοχή ποιο είναι το μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας, που συντελείται μυστικώς σ’ όσους το ποθούμε, πώς δηλαδή θάπτεται ο Χριστός μέσα μας σαν σε μνήμα και πώς ενώνεται με τις ψυχές μας και ανασταίνεται συνανασταίνοντας μαζί του κι εμάς:
Ο Χριστός και Θεός μας, αφού κρεμάσθηκε στον σταυρό, σταύρωσε επάνω σ’ αυτόν την αμαρτία του κόσμου, κι αφού γεύθηκε τον θάνατο, κατέβηκε στα κατώτατα του άδη. Όπως λοιπόν τότε ανεβαίνοντας από τον άδη επέστρεψε στο άχραντο σώμα του – από το οποίο δεν αποχωρίστηκε καθόλου - κι αμέσως αναστήθηκε και μετά ανήλθε στους ουρανούς με δόξα πολλή και δύναμη, έτσι ακριβώς και τώρα, όταν εμείς εξερχόμεθα από τον κόσμο και εισερχόμεθα με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, αυτός ο ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει την δυνατότητα σ’ εκείνον που αναστήθηκε μαζί του να βλέπει την δόξα της μυστικής του αναστάσεως.
Η Ανάσταση είναι δική μας
Ανάσταση λοιπόν του Χριστού είναι η δική μας ανάσταση, των κάτω κειμένων. Γιατί πως θα αναστηθεί αυτός που ποτέ δεν έπεσε σε αμαρτία, καθώς είναι γραμμένο, ούτε αλλοιώθηκε στο ελάχιστο η δόξα του; Ή πώς θα δοξασθεί εκείνος που είναι υπερδεδοξασμένος και εξουσιάζει τα σύμπαντα;
Η Ανάσταση και η δόξα του Χριστού, καθώς είπαμε, είναι η δική μας δόξα. Αφ’ ότου δηλαδή εκείνος οικειοποιήθηκε την ανθρώπινη φύση, όσα ενεργεί σ’ εμάς, τα επιγράφει στον εαυτό του. Η ανάσταση λοιπόν της ψυχής είναι η ένωσή της με την ζωή. Όπως ακριβώς το νεκρό σώμα δεν μπορεί να ζει, αν δεν δεχθεί μέσα του την ζωντανή ψυχή και δεν σμίξει άμικτα μ’ αυτήν, έτσι και η ψυχή δεν μπορεί να ζήσει μόνη της, αν δεν ενωθεί αρρήτως κι ασυγχύτως με τον Θεό, που είναι η όντως αιώνια ζωή. Είναι δηλαδή νεκρή, πριν από την εν γνώσει και οράσει και αισθήσει ένωσή της με τον Χριστό, κι ας είναι νοερή κι αθάνατη από την φύση της. Γιατί ούτε γνώση χωρίς όραση υπάρχει, ούτε όραση χωρίς αίσθηση.
Να, τι θέλω να πω. Έχουμε την όραση, και μέσα στην όραση την γνώση και την αίσθηση. Αυτά τα λέω για τα πνευματικά ζητήματα, γιατί στα σωματικά και χωρίς όραση υπάρχει αίσθηση: Ο τυφλός π.χ. αισθάνεται, όταν κτυπήσει το πόδι του στην πέτρα, ενώ ο νεκρός όχι. Αλλά στα πνευματικά θέματα, αν ο νους δεν έλθει σε θεωρία των υπέρ έννοιαν, δεν αισθάνεται την μυστική ενέργεια της χάριτος. Εκείνος λοιπόν που ισχυρίζεται ότι την αισθάνεται, προτού θεωρήσει τα υπέρ νουν και λόγον και έννοιαν, μοιάζει με τον τυφλό, που καταλαβαίνει μεν τα καλά ή τα κακά που παθαίνει, μα δεν αντιλαμβάνεται ούτε κι αυτά ακόμη που είναι μπροστά του και μπορεί να του προξενήσουν την ζωή και τον θάνατο. Γιατί τα επερχόμενα σ’ αυτόν κακά ή καλά δεν τα αισθάνεται καθόλου, επειδή στερείται της οπτικής δυνάμεως και αισθήσεως, γι’ αυτό, όταν σηκώνει το ραβδί για να αμυνθεί, κάποτε κτυπά τον φίλο του αντί για τον εχθρό του, που στέκεται μπροστά στα μάτια του και τον περιγελά.


Από το βιβλίο

«Αναστασιν Χριστού Θεασάμενοι»

Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009


Μεγάλο Σάββατο: ο νικητής του θανάτου.

Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου.


Σήμερα λοιπόν ο Κύριός μας περιοδεύει στον Άδη. Σήμερα συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και τους σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε την ακριβολογία. Δεν είπε, άνοιξε τις πύλες, αλλά «συνέτριψε τις χάλκινες πύλες», για να αχρηστεύσει το δεσμωτήριο.Δεν αφαίρεσε τους μοχλούς, αλλά τους συνέτριψε, για να αχρηστεύσει τη φυλακή. Όπου βέβαια δεν υπάρχει ούτε μοχλός ούτε θύρα, και αν κάποιος εισέλθει, δεν εμποδίζεται να εξέλθει. Όταν λοιπόν συντρίψει ο Χριστός, ποιος θα μπορέσει να διορθώσει; Οι βασιλείς όταν πρόκειται να αφήσουν ελεύθερους τους φυλακισμένους, δεν κάνουν αυτό που έκανε ο Χριστός, αλλά δίνουν διαταγές και αφήνουν στη θέση τους και τις πόρτες και τους φύλακες, δείχνοντας μ’ αυτό πώς θα χρειαστεί να μπουν πάλι εκεί μέσα ή εκείνοι που αποφυλακίστηκαν ή κάποιοι άλλοι στη θέση τους. Αλλά ο Χριστός δεν ενεργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Θέλοντας να δείξει ότι καταργήθηκε ο θάνατος, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες του. Και τις ονόμασε χάλκινες όχι επειδή ήταν από χαλκό, αλλά για να δηλώσει τη σκληρότητα και την αδιαλλαξία του θανάτου. Και για να μάθεις ότι ο χαλκός και ο σίδηρος εκφράζουν την ακαμψία και τη σκληρότητα, άκουσε τι λέει σε κάποιον αδιάντροπο: «Τα νεύρα σου είναι από σίδηρο και ο τράχηλος και το μέτωπό σου από χαλκό». Και εκφράστηκε έτσι όχι διότι είχε σιδερένια νεύρα ή χάλκινο μέτωπο, αλλά επειδή έδειχνε πως είναι αυστηρός, αδιάντροπος και σκληρός.
Θέλεις να μάθεις πόσο αυστηρός και άκαμπτος και ασυγκίνητος είναι ο θάνατος; Κανένας δεν τον κατάφερε ποτέ ν’ αφήσει ελεύθερο κάποιον από τους αιχμαλώτους του, έως ότου ήρθε και τον ανάγκασε ο Κύριος των αγγέλων. Πρώτα λοιπόν συνέλαβε και φυλάκισε εκείνον (το θάνατο) και ύστερα του πήρε ό,τι του ανήκε. Γι’ αυτό προσθέτει: «Θησαυροί που βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι κρυμμένοι και δεν φαίνονται». Αν και αναφέρεται σε ένα πράγμα, η σημασία του είναι διπλή. Υπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οι οποίοι μπορεί πολλές φορές να φωτιστούν, αν τοποθετήσουμε μέσα τους λυχνία και φως. Οι χώροι όμως του Άδη ήταν πολύ σκοτεινοί και θλιβεροί και ποτέ δεν μπήκαν μέσα του ακτίνες φωτός, γι’ αυτό και τους χαρακτήρισε σκοτεινούς και αόρατους. Επειδή ήταν στην πραγματικότητα σκοτεινοί μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε σ’ αυτούς ο Ήλιος της δικαιοσύνης και τους κατελάμπρυνε με το φως του και έκανε τον Άδη ουρανό. Γιατί όπου βρίσκεται ο Χριστός, ο τόπος μεταβάλλεται σε ουρανό. Εύλογα ονομάζει τον Άδη σκοτεινό θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί υπήρχε σωρευμένος πολύς πλούτος. Πραγματικά, όλο το ανθρώπινο γένος που αποτελούσε πλούτο του Θεού ληστεύτηκε από τον διάβολο που εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο και τον υποδούλωσε στο θάνατο. Το ότι το ανθρώπινο γένος αποτελούσε πλούτο του Θεού, το αποδεικνύει και ο Παύλος με όσα λέει: «Ο Κύριος είναι πλούσιος σε όλους και ιδιαίτερα σ’ εκείνον που τον επικαλείται». Όπως, λοιπόν, ένας βασιλιάς, όταν συλλάβει κάποιον ληστή, που λήστευε τις πόλεις, που άρπαζε από παντού, που κρυβόταν μέσα σε σπηλιές και αποθήκευε εκεί τα κλεμμένα πλούτη, αφού φυλακίσει τον ληστή, εκείνον μεν τον παραδίνει σε τιμωρία, τους δε θησαυρούς του μεταφέρει στα βασιλικά ταμεία, έτσι έκανε και ο Χριστός, με το θάνατό Του φυλάκισε τον ληστή και τον δεσμοφύλακα, δηλαδή τον διάβολο και το θάνατο, και μετέφερε όλα τα πλούτη, εννοώ το ανθρώπινο γένος, στα βασιλικά ταμεία. Αυτό δηλώνει και ο Παύλος λέγοντας: «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του». Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν κατδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του. Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Άδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά.
Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού; Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό. Το ξύλο την πρώτη φορά έστελνε απ’ τον Άδη στη ζωή ακόμη κι όσους είχαν πάει εκεί. Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου; Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού. Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο: «Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε. Πού είναι θάνατε η νίκη σου; Πού είναι Άδη το κεντρί σου;».


Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009


ΤΟ ΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

«Τῶ Αγίω καὶ Μεγάλω Σαββάτω, τὴν θεόσωμον Ταφήν, καὶ τὴν εἰς Ἄδου Κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν δι' ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν, πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε».


Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, αφότου εξέπνευσε ο Κύριος επί του σταυρού, έπρεπε να ταφεί και μάλιστα βιαστικά, διότι όπως μας πληροφορεί ο ιερός Ευαγγελιστής οι Ιουδαίοι «ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν» (Ιωάν.19: 31).

Οι στρατιώτες με χονδρές σιδερένιες βέργες τσάκισαν τα κόκαλα των δύο συσταυρωμένων ληστών, για να επιταχύνουν το θάνατό τους, διότι ακόμη δεν είχαν εκπνεύσει.
«ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, ἀλλ' εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ» (Ιωάν.19:33). Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε πραγματικός.
Κοντά στο σταυρό του Κυρίου είχαν απομείνει μόνο η Θεοτόκος και οι μαθήτριές Του, οι οποίες συνέπασχαν με Αυτόν, έκλαιγαν και πενθούσαν το άδικο πάθος και το θάνατό Του.

Αντίθετα οι ένδεκα μαθητές είχαν κρυφτεί για το φόβο των Ιουδαίων (Ιωάν.20:19). Όμως ήταν αδύνατο σ’ αυτές να αναλάβουν το δύσκολο έργο της αποκαθηλώσεως και της ταφής του Χριστού. Το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο ήταν η αίτηση στον Πιλάτο να τους δοθεί η άδεια της ταφής.


Το έργο αυτό ανάλαβαν οι ευσεβείς άρχοντες Ιωσήφ και Νικόδημος. «ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ.15: 43-46).


Τότε μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο και τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Χριστού μέχρι την Τρίτη ημέρα, διότι, όπως έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές του κλέψουν την νύχτα το σώμα του Ιησού και κηρύξουν κατόπιν στο λαό ότι αναστήθηκε, όπως προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμα ζούσε. Και τότε η πλάνη αυτή θα είναι χειρότερη από την πρώτη».
Ο Πιλάτος, αφού τους άκουσε, έδωσε την άδεια και πήγαν και ασφράγισαν τον τάφο. Για ασφάλεια, τοποθέτησαν και μια φρουρά από στρατιώτες και αποχώρησαν.


Κοντάκιον
«Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται, καὶ σμύρνη καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσαι πικρῶς καὶ ἐκβοῶσαι. Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ὧ, Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος».


«Αυτός που περιόρισε την απέραντη θάλασσα, παρουσιάζεται τώρα νεκρός. Αυτός ο Αθάνατος αφού τυλίχθηκε με σεντόνι κι αλείφθηκε με μύρα, τοποθετήθηκε σε μνήμα σαν θνητός. Και κάποιες γυναίκες ήλθαν να τον αλείψουν με αρώματα, κλαίγοντας πικρά και φωνάζοντας: Αυτό το Σάββατο είναι το ευλογημένο, γιατί σ’ αυτό ο Χριστός αφού κοιμήθηκε σα νεκρός, σε τρεις ημέρες θα αναστηθεί».


Ὁ Οἶκος
«Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη, καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις, τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο, ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῶ φόβω συνεκλονεῖτο, ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διερρήγνυντο, μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεώχθησαν, καὶ σώματα ἡγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν.

Ἅδης κάτω στενάζει, καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν, τὰ δὲ Γύναια κράζουσι. Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ὧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος».


«Αυτός που συγκρατεί τα σύμπαντα υψώθηκε πάνω στο Σταυρό, και όλη η κτίση θρηνεί καθώς τον βλέπει να κρέμεται γυμνός πάνω στο ξύλο. Ο ήλιος έκρυψε τις ακτίνες του, και τα άστρα έχασαν το φως τους. Η γη σείστηκε γεμάτη φόβο, η θάλασσα αποσύρθηκε και οι πέτρες έσπαζαν. Πολλοί τάφοι άνοιξαν και αναστήθηκαν σώματα αγίων ανδρών. Ο άδης κάτω (στο βασίλειό του) στενάζει και οι Ιουδαίοι σκέπτονται να διαδώσουν συκοφαντίες ότι είναι ψέμα η ανάσταση του Χριστού, οι γυναίκες δε επιμένουν να φωνάζουν: Αυτό το Σάββατο είναι το ευλογημένο, γιατί σ’ αυτό ο Χριστός αφού κοιμήθηκε σα νεκρός σε τρεις μέρες θα αναστηθεί».


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄
«Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελῶν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα, σινδόνι καθαρά, εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῶ κηδεύσας ἀπέθετο».


Μετάφρασις
«Ο ευγενής (επίσημος) Ιωσήφ, αφού κατέβασε απ’ το ξύλο του Σταυρού το αμόλυντο Σώμα Σου κι αφού το τύλιξε με καθαρό σεντόνι και το άλειψε με αρώματα το κήδευσε και το τοποθέτησε σε καινούργιο μνήμα».

«Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν Ἅδην ἐνέκρωσας, τὴ ἀστραπὴ τῆς θεότητος, ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοί».


«Όταν κατέβηκες στο βασίλειο του θανάτου, Εσύ που είσαι η αθάνατη ζωή, τότε νέκρωσες τον άδη με τη λάμψη της Θεότητάς Σου. Όταν δε ανέστησες από τα βάθη της γης τους πεθαμένους, τότε όλες οι ουράνιες Αγγελικές Δυνάμεις εφώναζαν: Δόξα σ’ Εσένα Χριστέ, ο Θεός μας, που δίνεις τη ζωή».


«Ταὶς Μυροφόροις Γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα. Τὰ μύρα τοὶς θνητοὶς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστὸς δὲ διαφθορὰς ἐδείχθη ἀλλότριος».


«Ο άγγελος, που είχε σταθεί κοντά στο μνήμα φώναξε στις μυροφόρες γυναίκες: Τα αρώματα ταιριάζουν στους θνητούς. Ο Χριστός όμως αποδείχτηκε τελείως ξένος προς τη φθορά (που υφίστανται οι θνητοί).».

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009


Μεγάλη Παρασκευή: Ο Σταυρός.


Από το φως της Μεγάλης Πέμπτης – με το Μυστικό Δείπνο: την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας – μπαίνουμε στο σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής, στην ημέρα δηλαδή του Πάθους του Κυρίου, του Θανάτου και της Ταφής Του. Στην πρώτη Εκκλησία αυτή η ημέρα, η Μεγάλη Παρασκευή, ονομαζόταν «Πάσχα του Σταυρού». Πραγματικά, αυτή η ημέρα, είναι η αρχή της Διάβασης, του Περάσματος, του οποίου το βαθύτερο νόημα θα μάς αποκαλυφθεί σιγά – σιγά, πρώτα στη θαυμαστή ησυχία του Μεγάλου και Ευλογημένου Σαββάτου και ύστερα, στη χαρά της Αναστάσιμης Ημέρας.
Ας δούμε πρώτα τι είναι αυτό το Σκοτάδι. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι απλά και μόνο συμβολικό ή αντικείμενο ανάμνησης. Πολύ συχνά, όταν συμμετέχουμε στις όμορφες και κατανυκτικές ακολουθίες αυτής της ημέρας, νιώθουμε την επιβλητική θλίψη που τις διακατέχει, αλλά ταυτόχρονα βιώνουμε και κάποιο αίσθημα αυτοθαυμασμού και αυτοδικαίωσης. Πριν από δυο χιλιάδες χρόνια κάποιοι «κακοί» άνθρωποι θανάτωσαν το Χριστό. Σήμερα εμείς, οι «καλοί» Χριστιανοί, στολίζουμε πολυτελείς Τάφους στις Εκκλησίες μας! Δεν είναι αυτό τρανό σημάδι της καλοσύνης μας;... Ναι, αλλά η Μεγάλη Παρασκευή δεν ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με το παρελθόν. Δεν είναι μια απλή ανάμνηση γεγονότων, αλλά είναι ημέρα που αποκαλύπτεται η Αμαρτία και το Κακό, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μάς καλεί ν’ αναγνωρίσουμε την τραγική πραγματικότητά τους και τη δύναμή τους στον «κόσμο τούτο». Γιατί η Αμαρτία και το Κακό δεν εξαφανίστηκαν, αλλά, αντίθετα, αποτελούν ακόμα το βασικό νόμο του κόσμου και της ζωής μας. Αλλά μήπως και μεις, οι αυτοκαλούμενοι Χριστιανοί, συχνά δεν έχουμε τη λογική του κακού που είχαν οι Αρχιερείς των Εβραίων, ο Πόντιος Πιλάτος, οι Ρωμαίοι στρατιώτες και όλο εκείνο το πλήθος που μισούσε, βασάνιζε και φόνευε τον Χριστό;
Ποια στάση θα κρατούσαμε άραγε αν ζούσαμε στα Ιεροσόλυμα την εποχή του Πιλάτου; Αυτή είναι μια ερώτηση που απευθύνεται στον καθένα μας μέσα από τις λέξεις των ύμνων της Μεγάλης Παρασκευής. Τούτη η ημέρα είναι πραγματικά η «ημέρα του κόσμου τούτου», κρίνεται ο κόσμος μας, αληθινά και όχι συμβολικά, και καταδικάζεται. Είναι μια πραγματική και όχι τελετουργικά καταδίκη της ζωής μας... Είναι η αποκάλυψη της αληθινής φύσης «του κόσμου τούτου» που προτίμησε τότε, αλλά και τώρα συνεχίζει να προτιμάει, το σκοτάδι αντί το φως, το κακό αντί το καλό, το θάνατο αντί τη ζωή. Έχοντας καταδικάσει τον Χριστό σε θάνατο ο «κόσμος τούτος» καταδίκασε ταυτόχρονα και τον εαυτό του σε θάνατο. Στο μέτρο που και μεις αποδεχόμαστε το πνεύμα του «κόσμου τούτου», την αμαρτία του, την προδοσία του κατά του Θεού, είμαστε και μεις επίσης καταδικασμένοι. Αυτό είναι το πρώτο και φοβερά ρεαλιστικό νόημα της Μεγάλης Παρασκευής: μια καταδίκη σε θάνατο...
Αλλά αυτή η ημέρα, οπότε φανερώθηκε και θριάμβευσε το Κακό, είναι επίσης και ημέρα Λύτρωσης. Ο Θάνατος του Χριστού αποκαλύπτεται σωτήριος για μάς, γίνεται πηγή λύτρωσης. Και είναι αυτός ο Θάνατος σωτήριος γιατί είναι η πλήρης, η τέλεια και η υπέρτατη Θυσία. Ο Ιησούς Χριστός προσφέρει το Θάνατό Του στον πατέρα Του, τον προσφέρει επίσης και σε μάς. Στον πατέρα Του γιατί, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να «πατήσει» (να καταστρέψει) το θάνατο, να σώσει τους ανθρώπους από το θάνατο. Αυτό είναι και το θέλημα του πατέρα: οι άνθρωποι να σωθούν από το θάνατο δια του θανάτου. Σε μάς προσφέρει ο Χριστός το Θάνατό Του γιατί στην πραγματικότητα ο Χριστός πεθαίνει αντί για μας. Ο θάνατος είναι ο φυσικός καρπός της αμαρτίας, είναι η τιμωρία σαν φυσική συνέπεια της αποστασίας. Ο άνθρωπος διάλεξε να αποξενωθεί από τον Θεό, αλλά μη έχοντας ζωή αφ’ εαυτού του, πεθαίνει. Στον Χριστό δεν υπάρχει αμαρτία, επομένως δεν υπάρχει θάνατος. Δέχεται όμως να πεθάνει για μάς, μόνο και μόνο γιατί μάς αγαπάει. Προσλαμβάνει και μοιράζεται μαζί μας την ανθρώπινη φύση μέχρι τέλους. Παίρνει επάνω Του την τιμωρία (θάνατος) που η ανθρώπινη φύση έχει να πληρώσει, γιατί ο Χριστός προσλαμβάνει ολόκληρη τη φύση μας μαζί με το φορτίο του ανθρώπινου ξεπεσμού. Πεθαίνει ο Χριστός γιατί έχει ουσιαστικά ταυτίσει τον Εαυτό Του με μάς, έχει κυριολεκτικά επωμιστεί την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής. Ο Θάνατος Του, λοιπόν, είναι η μεγαλειώδης αποκάλυψη της φιλανθρωπίας και της αγάπης Του. Και επειδή ο Θάνατός Του είναι αγάπη, ευσπλαχνία, φιλανθρωπία, αλλάζει αυτόματα η φύση του θανάτου. Από τιμωρία γίνεται πράξη που αντανακλά αγάπη και συγχώρεση, δηλαδή ο θάνατος γίνεται το τέλος της αποξένωσης από τον Θεό και της μοναξιάς. Η καταδίκη μετατρέπεται σε συγγνώμη, σε ζωή...
Τελικά, ο Θάνατος του Ιησού Χριστού είναι σωτήριος θάνατος επειδή εκμηδενίζει την πηγή του θανάτου: το Κακό. Ο Χριστός δέχεται το θάνατο από αγάπη για τον άνθρωπο, και προσφέρει τον Εαυτό Του στους φονευτές Του, οι οποίοι κερδίζουν φαινομενικά τη νίκη. Όμως στην ουσία αυτή η νίκη είναι η ολοκληρωτική και αποφασιστική ήττα του Κακού.
Για να θριαμβεύσει το Κακό θα πρέπει να εκμηδενίζεται το Καλό και να αποδεικνύει το Κακό σαν τέλεια αλήθεια για τη ζωή, να δυσφημίζεται το Καλό και, με μια λέξη, να φανερώνει το Κακό την υπεροχή του. Αλλά ύστερα από όσα έπαθε ο Χριστός, είναι ο μόνος που θριαμβεύει. Το Κακό δεν έχει την παραμικρή δύναμη επάνω Του, γιατί δεν είναι δυνατόν ο Χριστός να δεχτεί το Κακό σαν αλήθεια. Έτσι με τον Χριστό η υποκρισία αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπό της σαν υποκρισία, ο φόνος σαν φόνος, ο φόβος σαν φόβος, και καθώς ο Ιησούς Χριστός σιωπηλά πορεύεται προς το Σταυρό και το Τέλος, η ανθρώπινη τραγωδία φτάνει στην αποκορύφωσή της. Ο θρίαμβος του Χριστού, η νίκη Του κατά του Κακού, η δόξα Του γίνονται όλο και περισσότερο εμφανή. Βλέπουμε δε σταδιακά αυτή τη νίκη να την αναγνωρίζουν, να την ομολογούν και να την διακηρύσσουν πρώτα η γυναίκα του Πιλάτου, ύστερα ο συσταυρωμένος ληστής και ο κεντηρίωνας. Και καθώς ο Χριστός πεθαίνει στο Σταυρό, αφού αποδέχτηκε ολόκληρη τη φρίκη του θανάτου: την απόλυτη μοναξιά («Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες;»), δεν έμεινε παρά να ακουστεί η τελευταία ομολογία: «αληθώς Θεού Υιός ην ούτος»... Αυτός, λοιπόν, είναι ο Θάνατος, αυτή είναι η Αγάπη, η Υπακοή και η πληρότητα της Ζωής που καταστρέφει ό,τι έκανε το θάνατο παγκόσμιο μοιραίο προορισμό. «Και τα μνημεία ανεώχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη...» (Ματθ. 27, 53). Ήδη αρχίζει να ακτινοβολεί η ανάσταση... Αυτό είναι το διπλό μυστήριο της ημέρας αυτής, της Μεγάλης Παρασκευής, και οι ακολουθίες με τους υπέροχους ύμνους το αποκαλύπτουν και μάς καλούν να συμμετέχουμε σ’ αυτό.
Στους ύμνους της ημέρας αυτής βλέπουμε από τη μια μεριά τη διαρκή έμφαση στο πάθος του Χριστού σαν την αμαρτία των αμαρτιών, το έγκλημα των εγκληματιών. Στον Όρθρο, που γίνεται τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, διαβάζονται τα δώδεκα Ευαγγέλια των Παθών του Κυρίου. (Συνηθίζουμε να λέμε έτσι δώδεκα Ευαγγελικά αναγνώσματα διαλεγμένα από τα Ευαγγέλια των τεσσάρων Ευαγγελιστών της Καινής Διαθήκης). Τα δώδεκα, λοιπόν, αυτά Ευαγγελικά αποσπάσματα μάς βοηθούν να παρακολουθήσουμε βήμα με βήμα όλα τα πάθη του Χριστού. Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί διαβάζονται οι Ώρες στη θέση της Θείας Λειτουργίας. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μοναδική ημέρα του έτους κατά την οποία δεν τελείται Θεία Λειτουργία. Και αυτό ακόμα δείχνει πως το Ιερό Μυστήριο της Παρουσίας του Χριστού (η Θεία Ευχαριστία) δεν ανήκει στον «κόσμο τούτο», στον κόσμο της αμαρτίας, του σκότους και του θανάτου, αλλά είναι το Μυστήριο του «κόσμου που έρχεται». Μετά τις Ώρες ακολουθεί ο Εσπερινός και στο τέλος γίνεται η Αποκαθήλωση του Κυρίου από το Σταυρό και ο ενταφιασμός Του.
Οι ύμνοι, στις ακολουθίες αυτές, και τα αναγνώσματα είναι γεμάτα από σοβαρές κατηγορίες εναντίον αυτών που με τη θέλησή τους και ελεύθερα αποφάσισαν να φονεύσουν τον Χριστό δικαιολογώντας αυτόν το φόνο με τη θρησκεία τους, την υπακοή στην πολιτεία τους και για λόγους πρακτικούς ή για λόγους επαγγελματική υπακοής.
Από την άλλη μεριά βλέπουμε, στους ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής, τη θυσία της αγάπης που προετοιμάζει την τελική νίκη, να είναι επίσης παρούσα εντελώς από την αρχή. Το πρώτο από τα δώδεκα Ευαγγέλια του Όρθου (Ιω. 13, 31 -18, 1) αρχίζει με τη γεμάτη ιεροπρέπεια αναγγελία του Χριστού: «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ». Στο παρακάτω στιχηρό –ένα από τα τελευταία του Εσπερινού της ημέρας- διαφαίνεται καθαρά η ανατολή του φωτός, ζωντανεύει η ελπίδα και η βεβαιότητα ότι «με το θάνατο θα νικηθεί ο θάνατος...». «Ότε εν τω τάφω τω κενώ, υπέρ του παντός κατετεθής, ο Λυτρωτής του παντός, Άδης ο παγγέλαστος, ιδών σε έπτηξεν οι μοχλοί συνετρίβησαν, εθλάσθησαν πύλαι, μνήματα ανοίχθησαν, νεκροί ανίσταντο. Τότε ο Αδάμ ευχαρίστως, χαίρων ανεβόα σοι Δόξα τη συγκαταβάσει σου Φιλάνθρωπε.»
Όταν στο τέλος του Εσπερινού μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και αφού γίνει η αποκαθήλωση, βάζουμε στο κέντρο του ναού τον Επιτάφιο με την εικόνα του Κυρίου στον τάφο, όταν πια η μεγάλη αυτή ημέρα βρίσκεται στο τέλος, ξέρουμε ότι και μεις βρισκόμαστε στο τέλος της μακράς ιστορίας της σωτηρίας και της λύτρωσης. Η Έβδομη Ημέρα, «Ημέρα της αναπαύσεως», το ευλογημένο Σάββατο έρχεται. Μαζί του έρχεται η αποκάλυψη του Ζωηφόρου Τάφου...


Από το Βιβλίο «Μικρό Οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος»

Αλέξανδρος Σμέμαν

Εκδ. Ακρίτας

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009


Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη, οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν, τὸν ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν μυστικὸν Δεῖπνον (δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ' ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων), τὴν ὑπερφυὰ Προσευχήν, καὶ τὴν Προδοσίαν αὐτήν».


Το βράδυ της ημέρας αυτής, που ήταν η προ των αζύμων ημέρα, δηλαδή παραμονή του Εβραϊκού Πάσχα, ο Ιησούς δείπνησε στην πόλη με τους δώδεκα Μαθητές του. Ευλόγησε το ψωμί και το κρασί και μ’ αυτό τον τρόπο παρέδωσε το Mυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η οποία θα τελείται στο διηνεκές ως η αέναη παρουσία Του στην Εκκλησία.
Αφού κάθισαν στο τραπέζι του δείπνου, ο Κύριος θέλησε κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την υπόθεση του προδότη μαθητή. Δεν ήταν δυνατόν να καθίσει ο άνομος εκείνος μαζί τους στην παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, πολλώ δε μάλλον να κοινωνήσει σε αυτό.
Λέγει λοιπόν «Εις εξ’ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού» (Μάρκ.14:18, Ιωάν.13:22). Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στους μαθητές. Δεν περίμεναν να ακούσουν τέτοια φοβερή αγγελία και άρχισαν να διερωτώνται ποιος είναι αυτός. Ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης πέφτοντας στον τράχηλο του Διδασκάλου ρώτησε εξ’ ονόματος όλων: «Κύριε τις εστιν»; και ο Κύριος απάντησε: «Εκείνος εστιν ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω» (Ιωάν.13:26). Και βουτώντας τεμάχιο άρτου στο φαγητό το έδωσε στον Ιούδα. Αυτός το έφαγε και μετά από αυτό «εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς» (Ιωάν.13:27).
Ο Ιησούς του είπε: «ό ποιείς, ποίησον τάχιον» (Ιωάν.13:27). Ο προδότης μαθητής έφυγε βιαστικά, απομακρυνθείς για πάντα από τη χορεία των μαθητών και από την κοινωνία του Θείου Διδασκάλου. «Ην δε νύξ» προσθέτει ο Ιωάννης. «Νυξ πραγματική, τονίζει σύγχρονος συγγραφέας, αλλά και νυξ πνευματική εν τη ψυχή του Ιούδα, εν η το φως του θείου Πνεύματος δια παντός εσβέσθη».
Μετά από αυτό ο Κύριος προέβη στη σύσταση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Έλαβε άρτο και αφού ευχαρίστησε έκοψε αυτόν σε τεμάχια και έδωκε στους μαθητές του λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το σώμα μου», το αληθινό το πραγματικό, «το υπέρ υμών διδόμενον» (Λουκ.22:19). Ύστερα πήρε το ποτήριο της ευλογίας, που ήταν γεμάτο με οίνο και αφού ανέπεμψε ευχαριστήριο δέηση στο Θεό Πατέρα έδωκε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες΄ τούτο γαρ εστι το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ.26:28, Μάρκ.14:24).

Αφού κοινώνησαν όλοι και έφαγαν, ο Κύριος μίλησε και απεύθυνε την τελευταία αποχαιρετιστήρια ομιλία Του στους Mαθητές Του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει στο Ευαγγέλιό Του ολόκληρη αυτή την εκτενή ομιλία στα κεφάλαια 13-16. Ο τρόπος της ομιλίας προδίδει στον Κύριο δραματική έκφραση. Ως άνθρωπος μπροστά στο μαρτύριο, το οποίο γνωρίζει ως Θεός αγωνιά και λυπάται. Αρχίζει με το «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιωάν.13:31). Τα παθήματα που θα ακολουθήσουν και η ταπείνωση θα είναι η δόξα του Υιού και συνάμα αυτή θα είναι η δόξα του Πατέρα. Οι αλήθειες και οι ηθικές ιδέες της ομιλίας την καθιστούν πραγματικά μοναδική. Η τρυφερότητα προς τους μαθητές Του είναι έκδηλη, τους αποκαλεί «τεκνία». Κύριο χαρακτηριστικό της ομιλίας είναι η προτροπή για ενότητα και αγάπη μεταξύ των μαθητών και κατ’ επέκταση όλων των ανθρώπων. «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν.13:3) και «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν.14:27).
Στη συνέχεια ένιψε τα πόδια των Μαθητών του και το γεγονός αυτό της νίψεως των ποδιών των Μαθητών από τον Κύριο λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα «Νιπτήρ». Ο Νιπτήρ μας διδάσκει ότι πρέπει να εκδηλώνουμε την αγάπη μας προς τους άλλους ανθρώπους με ταπεινοφροσύνη. Η Εκκλησία, θέλοντας να μας δείξει τη σημασία του γεγονότος αυτού, όρισε την ανάμνησή του την ημέρα αυτή.
Τότε, ο Κύριος αποσύρεται στο όρος των Ελαιών, όπου μόνος του προσεύχεται γονατιστός και ο ιδρώτας του σαν κόμβοι πηκτού αίματος, πέφτουν στη γη. Προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα για την ενότητα των μαθητών Του. Δεν εύχεται να τους άρει από τον κόσμο, αλλά να τους διαφυλάξει από τον πονηρό και τα έργα του. Είναι η περίφημη αρχιερατική προσευχή του Κυρίου.
Μόλις τελειώνει την προσευχή, φτάνει ο Ιούδας με τους στρατιώτες και πολύ όχλο. Αφού φίλησε τον Κύριο στο πρόσωπο, τον παραδίδει. Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και οδηγείται δεμένος στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι Μαθητές σκορπίζονται και ο θερμόαιμος Πέτρος, που τον είχε ακολουθήσει μέχρι την αρχιερατική αυλή, τον αρνείται και αυτός λίγο πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές.
Ο Κύριος οδηγείται μπροστά στο παράνομο συνέδριο και εξετάζεται για τους Μαθητές του και τη διδασκαλία του. Εξορκίζεται στον Θεό να πει αν ο ίδιος είναι πράγματι ο Χριστός και λέγοντας την αλήθεια, κρίνεται ένοχος θανάτου, επειδή δήθεν βλαστήμησε. Στη συνέχεια τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χαστουκίζουν και τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί.


Κοντάκιον
« Τὸν ἄρτον λαβών, εἰς χείρας ὁ προδότης, κρυφίως αὐτάς, ἐκτείνει καὶ λαμβάνει, τὴν τιμὴν τοῦ πλάσαντος, ταὶς οἰκείαις χερσὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος».


«Αφού ο προδότης πήρε τον Άρτο στα χέρια του, (μετά από λίγο) τα απλώνει κρυφά και παίρνει το αντίτιμο (για να παραδώσει) Εκείνον που με τα δικά του χέρια έπλασε τον άνθρωπο. Κι (έτσι) έμεινε αδιόρθωτος ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του) και δόλιος».


Ὁ Οἶκος
«Τὴ μυστικὴ ἐν φόβῳ τραπέζη, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταὶς ψυχαίς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῶ Δεσπότη, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῶ λεντίω, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες, καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες, αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε, τοὶς αὐτοῦ Μαθηταῖς ὡς προέφησεν, ἀλλ' οὐκ ἤκουσεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος».


«Αφού με φόβο πλησιάσαμε όλοι το μυστικό Τραπέζι, ας υποδεχθούμε με καθαρές καρδιές τον Άρτο, παραμένοντας μαζί με τον Δεσπότη Χριστό. Για να δούμε πως πλένει τα πόδια των μαθητών και τα σκουπίζει με την ποδιά. Και για να πράξουμε κι εμείς όπως ακριβώς είδαμε καλά να πράττει ο Κύριος). Δηλαδή αφού υποταχθούμε ο ένας στον άλλο, και αφού πλένουμε ο ένας τα πόδια του άλλου. Γιατί κι ο Ίδιος ο Χριστός έτσι διέταξε τους μαθητές του, όπως τους το είχε από νωρίτερα πει. Αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν πρόσεξε ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του) και δόλιος.».


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄
«Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτήρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλω τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοί».


Μετάφρασις
«Την ώρα που οι δοξασμένοι μαθητές, στο μυστικό Δείπνο, καθώς τους έπλενε ο Κύριος τα πόδια, φωτίζονταν, ο ασεβής Ιούδας, άρρωστος από φιλαργυρία, βυθιζόταν στο πνευματικό σκοτάδι. Παραδίδει σε παράνομους κριτές. Εσένα το Δίκαιο Κριτή. Κοίτα καλά τον Ιούδα. Εσύ που αγαπάς πολύ τα χρήματα (και σκέψου), πως γι’ αυτά έφτασε στο κατάντημα να απαγχονισθεί. Απόφευγε την απληστία της ψυχής του Ιούδα που τόλμησε τέτοια φοβερά έργα (να κάνει) κατά του Διδασκάλου του. Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που είσαι προς όλους αγαθός».

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009


Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη, τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρω Πόρνης γυναικός, μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε».


Οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο ήταν δύο. Η μεν μία τον άλειψε πολύ καιρό πριν το Πάθος του και ήταν πόρνη, η δε άλλη λίγες μέρες πριν και ήταν φρόνιμη και ενάρετη. Αυτού του ευλαβικού έργου τη μνήμη επιτελεί η Εκκλησία, αναφέροντας συγχρόνως και την προδοσία του Ιούδα.


Το πολύτιμο εκείνο μύρο, που η γυναίκα εκείνη άλειψε το κεφάλι και τα πόδια του Ιησού, και στη συνέχεια το σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της, εκτιμήθηκε 300 δηνάρια. Απ’ τους Μαθητές, ο φιλάργυρος Ιούδας δήθεν σκανδαλίζεται, για την απώλεια τέτοιου μύρου.


Ο Ιησούς του κάνει παρατήρηση να μην ενοχλεί την γυναίκα. Τότε ο Ιούδας πηγαίνει στους αρχιερείς, που ήταν συγκεντρωμένοι στην αυλή του Καϊάφα και έκαναν ήδη συμβούλιο προκειμένου να θανατώσουν τον Ιησού. Και συμφωνεί μαζί τους την προδοσία του διδασκάλου για 30 αργύρια και από τότε ζητούσε ευκαιρία να τον προδώσει.


Να σημειώσουμε εδώ ότι, από το γεγονός αυτό της προδοσίας καθιερώθηκε και η νηστεία της Τετάρτης, ακόμα από τα αποστολικά χρόνια.
Οι συνοδοιπόροι του πάθους του Χριστού μας πιστοί καλούμαστε αυτή την ιερή ημέρα να τιμήσουμε την έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοια της πρώην πόρνης γυναικός, η οποία έγινε συνώνυμη με την συντριβή και την αλλαγή ζωής.


Ο Χριστός, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εντελώς διάφορη από εκείνη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Δεν είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος μιασμένος από τη φύση του, αλλά ένας πνευματικά ασθενής, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια. Έθεσε ως αντίδοτο της πνευματικής ασθένειας τη μετάνοια, η οποία είναι ο ισχυρότατος εκείνος μοχλός, ο οποίος γκρεμίζει το οικοδόμημα της αμαρτίας και αναγεννά τον άνθρωπο. Δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παρήλθε ανεπιστρεπτί το καθεστώς του νόμου και της μισθαποδοσίας, και ανέτειλε η εποχή της χάρητος και του ελέους.


Η αφιέρωση της ημέρας αυτής στην μακάρια πρώην πόρνη γυναίκα έγινε σκόπιμα από τους Αγίους Πατέρες. Η μορφή της προβάλλει ως φωτεινό ορόσημο καταμεσής στην οδοιπορία προς το Θείο Πάθος για να δείξει και σε μας πως αν δεν συντριβούμε, σαν και εκείνη, και δεν δείξουμε έμπρακτη μετάνοια δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το Χριστό στο Πάθος και την Ανάσταση.


Η Αγία μας Εκκλησία θέσπισε τη μετάνοια ως ύψιστη δωρεά η οποία ανανεώνει την ουρανοδρόμο πορεία μας προς το Χριστό και την τελείωσή μας. Καλός χριστιανός δεν είναι εκείνος, ο οποίος γεμάτο κομπασμό και εγωιστική αυτάρκεια, ισχυρίζεται ότι έφτασε σε επίπεδο αγιότητας και δεν χρειάζεται πια άλλο αγώνα, αλλά ο διατελών σε διαρκή μετάνοια.


Κοντάκιον Ἦχος β'
« Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομησας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοὶ προσήξα, ἀλλὰ σιγὴ δεόμενος προσπίπτω σοί, πόθω ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ὅπως μοὶ τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχης, τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».


«Αν και αμάρτησα, Πανάγαθε Κύριε, περισσότερο κι από την πόρνη, καθόλου δεν πρόσφερα σ’ Εσένα βροχή από δάκρυα μετανοίας. Όμως, γονατιστός μπροστά Σου και φιλώντας με πόθο τα αμόλυντα πόδια Σου, σιωπηλά Σε ικετεύω να δώσεις, ως Θεός που είσαι, τη συγχώρεση των αμαρτιών σ’ εμένα που (με πόνο) κράζω: Σωτήρα μου, λύτρωσέ με απ’ το βόρβορο των αμαρτωλών μου έργων».


Ὁ Οἶκος
«Ἡ πρώην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας, καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν πὲρ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ' ἐμμένω τὴ φαύλη συνηθεία ὁ ἄφρων, ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν. Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».


«Η γυναίκα εκείνη που μέχρι τότε ήταν άσωτη, ξαφνικά παρουσιάστηκε αγνή με το να μισήσει τα έργα της αισχρής αμαρτίας και τις ηδονές του σώματος και ταυτόχρονα με το να θυμηθεί τη μεγάλη ντροπή και την καταδίκη της κολάσεως που περιμένει τους πόρνους και τους άσωτους. Ανάμεσα σ’ αυτούς πρώτος είμαι εγώ και (γι’ αυτό) τρέμω. Αλλά παρόλα αυτά μένω ο άμυαλος προσκολλημένος στην πονηρή μου συνήθεια. Όμως εκείνη η αμαρτωλή γυναίκα φοβήθηκε και φρόντισε γρήγορα να τρέξει στο Λυτρωτή και να του φωνάξει: Φιλάνθρωπε και σπλαχνικέ Κύριε, λύτρωσέ με από το βόρβορο των έργων μου».

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009


Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τρίτη, τῆς τῶν δέκα Παρθένων παραβολῆς, τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα».


Κατά την Αγία και Μεγάλη Τρίτη τελούμε την ανάμνηση της παραβολής των Δέκα Παρθένων. Οι θείοι Πατέρες όρισαν την αγία αυτή ημέρα να θυμηθούμε μια από τις πιο παραστατικές και διδακτικές παραβολές του Κυρίου μας.


Η συνοδοιπορία με το Χριστό μας προς το Θείο Πάθος δεν θα πρέπει να είναι τυπική και απλά συναισθηματική, αλλά να είναι ολοκληρωτική συμμετοχή στην εν Χριστώ πορεία και να συνοδεύεται από οντολογική αλλαγή του είναι μας. Η ενθύμηση της παραβολής των δέκα παρθένων είναι μια άριστη πνευματική άσκηση για να μην διαφεύγει από τη σκέψη μας η επερχόμενη μεγάλη, επιφανής και συνάμα φοβερή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας.


Οι παρθένες είναι οι ψυχές μας και η προμήθεια λαδιού για το λυχνάρι είναι ο επίγειος συνεχής αγώνας για να κάνουμε το θέλημα του Θεού, να κάνουμε έργα ευποιίας, να παραμερίζουμε από την ύπαρξή μας συνεχώς όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι παρείσακτα στη φύση μας και αντιστρατεύονται την πνευματική μας πρόοδο και τελείωση. Το λυχνάρι είναι η παρρησία μας μπροστά στο Θεό.


Οι φρόνιμες παρθένες συμβολίζουν τις αγαθής προαίρεσης ψυχές, οι οποίες ζουν αδιάκοπα την λαχτάρα της ένωσής τους με το Νυμφίο της Εκκλησίας, τον σωτήρα Χριστό. Γι’ αυτό αγωνίζονται αέναα να αποκτούν αρετές και πνευματική προκοπή και να περιθωριοποιούν όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία αντιστρατεύονται την ένωσή τους με το Θεό. Οι μωρές παρθένες συμβολίζουν τις ράθυμες, αδιάφορες και εν πολλοίς εχθρικά προς το Χριστό διατελούσες ψυχές. Είναι εκείνες οι ψυχές οι οποίες απορροφημένες από την υλιστική ευδαιμονία, αδιαφορούν για την πνευματική πρόοδο και την εν Χριστώ σωτηρία.


Η Εκκλησία μας καλεί να είμαστε έτοιμοι για να υποδεχθούμε , τον ουράνιο Νυμφίο, τον Κύριο Ιησού, ο Οποίος θα έρθει αιφνιδίως, είτε ειδικώς κατά την στιγμή του θανάτου μας, είτε γενικώς κατά την Δευτέρα Παρουσία.


Επίσης μας καλεί, φέρνοντας ενώπιόν μας την παραβολή των ταλάντων να καλλιεργήσουμε και να αυξήσουμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Κύριος.
Κοντάκιον Ἦχος β'
«Τὴν ὥραν ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, καὶ τὴν ἐκκοπήν, τῆς συκῆς δειλιάσασα, τὸ δοθὲν σοὶ τάλαντον, φιλοπόνως ἔργασαι ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καὶ κράζουσα. Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».


«Να σκέπτεσαι, ψυχή μου, την ώρα του τέλους σου και να αισθάνεσαι φόβο (καθώς θα θυμάσαι) το πάθημα της συκιάς που (ξεράθηκε και) κόπηκε. Έτσι, ταλαίπωρη ψυχή μου, να εργάζεσαι με επιμέλεια, για να αξιοποιήσεις τα χαρίσματα που σου έδωσε ο Θεός. Κι αυτό, μένοντας άγρυπνος και φωνάζοντας, προσοχή μη τυχόν και μείνουμε έξω από το νυμφώνα του Χριστού (από τη Βασιλεία Του)».


Ὁ Οἶκος
«Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου; τὶ φαντάζη ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς; τὶ ἀσχολεὶς πρὸς τὰ ῥέοντα; ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπάρτι, καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα, ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα. Ἡμάρτηκά σοὶ Σωτήρ μου, μὴ ἐκκόψης με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκήν, ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβω κραυγάζουσαν. Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».


«Γιατί αδιαφορείς, άθλια ψυχή μου; Γιατί φέρνεις στη φαντασία σου άκαιρα σ’ ανόητες φροντίδες; Γιατί καταγίνεσαι με πράγματα παροδικά; Φτάνει η τελευταία ώρα και πρόκειται να χωριστούμε από τα γήινα. Όσο ακόμα έχεις καιρό, σύνελθε και φώναξε: Έχω αμαρτήσει. Σωτήρα μου, σ’ Εσένα. Μη με κόψεις από την ρίζα σαν την άκαρπη συκιά, αλλά ως σπλαχνικός που είσαι, Χριστέ, λυπήσου με, τώρα που με φόβο κραυγάζω: Προσοχή μη τυχόν και μείνουμε έξω από το νυμφώνα του Χριστού (από τη Βασιλεία Του)».

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009


Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

«Τὴ ἁγία καὶ μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου, καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταραθείσης καὶ ξηρανθείσης Συκῆς».


Κατά την Μ. Δευτέρα επιτελούμε ανάμνηση του ενάρετου Ιωσήφ (γιος του πατριάρχη Ιακώβ και δισέγγονο του Αβραάμ), ο οποίος είναι τύπος του Κυρίου Ιησού Χριστού.


Ο Ιωσήφ, αγαπητός γιος του πατέρα του, φθονήθηκε από τα αδέρφια του. Στην αρχή τον έριξαν σε ένα λάκκο, έπειτα όμως πουλήθηκε από τα αδέρφια του αντί είκοσι χρυσών νομισμάτων στους εμπόρους. Αυτοί με τη σειρά τους τον πούλησαν στον Πετεφρή που ήταν αρχιμάγειρας του βασιλιά της Αιγύπτου.


Ο Ιωσήφ ήταν ωραιότατος νέος και γι’ αυτό η σύζυγος του Πετεφρή επιθύμησε να αμαρτήσει μαζί του. Αυτός αρνήθηκε και τότε αυτή τον συκοφάντησε στον άντρα της, ότι δήθεν ο Ιωσήφ της επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς. Ο Πετεφρής την πίστεψε και ο αθώος Ιωσήφ ρίχτηκε στην φυλακή.


Κάποτε όμως ο Φαραώ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, είδε ένα παράδοξο όνειρο και ζητούσε να βρει εξήγηση αυτού του ονείρου. Τότε του είπαν ότι στις φυλακές υπάρχει ένας Εβραίος νέος, που είχε άλλοτε εξηγήσει όνειρα συγκρατούμενων του. Ο Ιωσήφ, κατ’ εντολή του Φαραώ, οδηγήθηκε ενώπιόν του και με το φωτισμό του Θεού, εξήγησε το όνειρο του Φαραώ, λέγοντάς του ότι θα έρθουν για τη χώρα του επτά έτη εφορίας και επτά έτη ακαρπίας και πείνας.
Τότε ο Φαραώ, καταγοητευμένος από τη θεία σοφία του Ιωσήφ, τον ενδύει με βασιλική στολή, τον αναβιβάζει σε βασιλικό άρμα και τον καθιστά γενικό άρχοντα της Αιγύπτου.


Ο Ιωσήφ διαχειρίστηκε με θαυμαστή φρόνηση την εξουσία. Και αργότερα, όταν ήρθαν τα έτη της πείνας λόγω της ακαρπίας της γης, αυτός άνοιξε τις αποθήκες που είχε γεμίσει κατά τα πρώτα έτη και χόρτασε το λαό.
Θεωρήθηκε ο Ιωσήφ τύπος και προεικόνιση του Κυρίου, διότι και Αυτός, αγαπητός Υιός του Πατρός, φονεύθηκε από τους Ιουδαίους, πουλήθηκε από τον μαθητή Του και βασανίστηκε. Ρίχτηκε στον σκοτεινό τάφο, ακολούθως αναστήθηκε.


Επίσης κατά την Μ. Δευτέρα επιτελούμε ανάμνηση και της άκαρπης συκής, την οποία καταράστηκε ο Κύριος και ξεράθηκε.
Η συκή αυτή συμβολίζει τόσο την Συναγωγή των Εβραίων, η οποία δεν είχε πνευματικούς καρπούς και γι’ αυτό καταδικάστηκε από τον Κύριον, όσο και κάθε άνθρωπο στερούμενο πνευματικών καρπών, δηλαδή αρετών.


Η Εκκλησία, φέρνοντας ενώπιόν μας το παράδειγμα της συκής, θέλει να μας προτρέψει σε αγώνες πνευματικούς προς απόκτηση αρετών.
Η υμνογραφία της ημέρας είναι αφιερωμένη στα δύο ανώτερα θέματα (του Ιωσήφ και της συκής) και επί πλέον στο θέμα της ελεύσεως του Κυρίου προς το Πάθος.


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄
«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῶ ὕπνω κατενεχθής, ἵνα μῄ τῶ θανάτω παραδοθής, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθής, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα. Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς».


Μετάφρασις:
«Ο Χριστός, ο Νυμφίος (της Εκκλησίας) να, έρχεται ξαφνικά μέσα στην νύχτα. Μακάριος αυτός που αγρυπνεί και τον περιμένει. Αντίθετα, είναι ανάξιος εκείνος που θα τον εύρει ράθυμο και αμελή. Πρόσεχε, λοιπόν, ψυχή μου, μη τυχόν και καταληφθείς από τον (πνευματικό) ύπνο, για να μην παραδοθείς στον πνευματικό θάνατο, Κι έτσι κλειστείς έξω από την (ουράνια) βασιλεία. αλλά φρόντισε να συνέλθεις και φώναξε δυνατά: Άγιος, άγιος, άγιος είσαι Εσύ ο Θεός μας. δια της Θεοτόκου ελέησέ μας»

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009


Εισαγωγικά σχόλια στη Μεγάλη Εβδομάδα του Θεολόγου Λάμπρου Σκόντζου)

«ΦΘΑΣΑΝΤΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΘΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»



Για μια ακόμα φορά, με τη χάρη του Θεού, οδεύουμε στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, στην ιερότερη εορτολογική περίοδο του έτους. Για μια ακόμη φορά θα ακολουθήσουμε τα ίχνη του Νυμφίου της Εκκλησίας μας Χριστού και θα γίνουμε συνοδοιπόροι του Θείου Πάθους Του. Σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο, καλούμαστε όπως «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι΄αυτόν ταις του βίου ηδοναίς΄ ίνα και συζήσωμεν αυτώ». Με αυτή την προϋπόθεση θα γίνουμε πραγματικοί κοινωνοί της Αναστάσεώς Του. Μόνο έτσι θα νοιώσουμε πραγματικά τη χαρά της Θείας Εγέρσεως.
Η αφετηρία αυτής της τόσο σημαντικής εορτολογικής περιόδου είναι πανάρχαια και ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Η νηστεία και η πνευματική προετοιμασία των πιστών της αρχαίας Εκκλησίας είναι πιθανόν να έχει καθιερωθεί από τους ίδιους τους Αποστόλους, σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου προς αυτούς: «Ελεύσονται δε ημέραι, όταν απαρθή απ΄αυτών ο νυμφίος και τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ.9:15). Ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας (+264) μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδος τον 3ο αιώνα. Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η προσκυνήτρια Αιθερία (5ος αιώνας), η οποία στο περίφημο Οδοιπορικό της στους Αγίους Τόπους μας πληροφορεί πώς η Ιεροσολυμίτικη Εκκκλησία εόρταζε τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στα πρωτοχριστιανικά χρόνια.
Σύμφωνα με το ιερό Χρυσόστομο «Μεγάλην καλούμεν την Εβδομάδα, ουκ επειδή πλέον έχει το μήκος των ωρών΄ και γαρ εισί έτεραι πολλώ μείζους ώρας έχουσαι΄ ουκ επειδή πλείους ημέρας έχει΄ και γαρ ο αυτός αριθμός και ταύτης και ταις άλλαις πάσαις. Τίνος ουν ένεκεν μεγάλην ταύτην καλούμεν; Μεγάλα τινά και απόρρητα τυγχάνει τα υπάρξαντα ημίν εν αυτή αγαθά. Εν γαρ ταύτη ο χρόνιος ελύθη πόλεμος, θάνατος εσβέσθη, κατάρα ανηρέθη, του διαβόλου η τυραννίς κατελύθη, τα σκεύη αυτού διερπάγη, Θεού καταλλαγή προς ανθρώπους γέγονεν» (Ομιλ.30, Εις Γένεσιν,P.G.53,273).
Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα σπουδαιότατο σταθμό πλουσίου πνευματικού ανεφοδιασμού των ψυχών μας. Η μνεία των ιερών γεγονότων μαζί με τις θεσπέσιες ακολουθίες των αγίων ημερών, δημιουργούν ατμόσφαιρα κατάνυξης και περισυλλογής. Τα ʼγια και Σεπτά Πάθη του Χριστού μας ελάχιστες ψυχές ανθρώπων αφήνουν ασυγκίνητες. Μόνο οι πωρωμένοι από την αμαρτία και το κακό ελάχιστοι άνθρωποι παραμένουν απαθείς τις άγιες αυτές ημέρες. Το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι μάλλον θα μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει αδιάφορους, αυτές τις άγιες ημέρες κατακλύζουν τους ναούς με τη «Σύνοψη» στο χέρι να σιγοψάλλουν μαζί με τους ψάλτες τους ύμνους των ιερών ακολουθιών.
Πρέπει να επισημάνουμε σε αυτούς που δεν γνωρίζουν την εκκλησιαστική τάξη, πως η Εκκλησία μας έχει καθιερώσει τη Μ. Εβδομάδα να τελείται ο Όρθρος της ημέρας το προηγούμενο βράδυ, π.χ. ο Όρθρος της Μ. Δευτέρας τελείται το βράδυ της Κυριακής, ο Όρθρος της Μ. Τρίτης το βράδυ της Μ. Δευτέρας κ.ο.κ. Αυτό γίνεται για να μπορούν οι εργαζόμενοι πιστοί να συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες.
Η δομή της Μεγάλης Εβδομάδος είναι ακριβώς η αναπαράσταση της τελευταίας εβδομάδος της επί γης παρουσίας του Χριστού μας. Κάθε ημέρα «μνείαν ποιούμεθα», όπως αναφέρει το ιερό συναξάρι, κάποιου από εκείνα τα σωτήρια γεγονότα. Τη Μεγάλη Δευτέρα τιμάμε μια μεγάλη προσωπικότητα της Π.Δ. τον Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος είναι ο ίδιος, με τα άδικα παθήματά του, τύπος του Χριστού και επίσης ενθυμούμαστε το γεγονός της «ξηρανθείσης συκής» από τον Κύριο, ως ζωντανή προτροπή στους πιστούς για παραγωγή πνευματικών καρπών. Τη Μεγάλη Τρίτη ενθυμούμαστε τις διδακτικότατες παραβολές των Δέκα Παρθένων και των Ταλάντων, οι οποίες έχουν υψίστη σημασία για τη σωτηρία μας, υπενθυμίζοντάς μας την φοβερή και αδέκαστη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Την Μ. Τετάρτη τιμάμε τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναικός, η οποία άλειψε με μύρο από ευγνωμοσύνη τα πόδια του Κυρίου, λίγο πριν το Πάθος Του και ακόμα τη μέρα αυτή θυμόμαστε την προδοσία του άθλιου Ιούδα. Τη Μ. Πέμπτη εορτάζουμε τα σωτήρια γεγονότα που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, τον ιερό Νιπτήρα, την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου και την σύλληψη του Κυρίου. Την Μ. Παρασκευή προσκυνούμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το Μ. Σάββατο τιμάμε τη θεόσωμο Ταφή του Κυρίου μας και την εις ʼδου Κάθοδόν Του.
«Αι μνήμαι και τα γεγονότα των ημερών της Μ. Εβδομάδος, γράφει σύγχρονος λόγιος κληρικός, έχουν ορισθή κατά την ιστορικήν των σειράν, ώστε δι' αυτών να δύνανται οι Χριστιανοί να παρακολουθούν, ως να είσαν παρόντες, πρώτον την πορείαν του Κυρίου προς το πάθος, έπειτα αυτό το πάθος και την ταφήν και τέλος την ανάστασίν του» (Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1990, σελ.10).
Οι άγιοι Πατέρες στόλισαν τη Μ. Εβδομάδα με υμνολογικό περιεχόμενο υψίστης ποιητικής και μουσικής αξίας. Οι μεγαλύτεροι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας, εμπνευσμένοι από το Θεό, με πίστη και ευλάβεια, συνέθεσαν για τη Μεγάλη Εβδομάδα ύμνους ύψιστης θεολογικής και αισθητικής αξίας. Η υμνολογία της Μ. Εβδομάδος αποτελεί το απόγειο της παγκοσμίου ποιήσεως. Μεγάλοι μουσουργοί έντυσαν αυτούς με έξοχη μελωδία. Ποια ανθρώπινη καρδιά δεν μένει ασυγκίνητη στο άκουσμα του κατανυκτικού τροπαρίου «Ιδού ο Νημφίος έρχεται», ή του άφθαστου δοξαστικού «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», η του συγκλονιστικού καθίσματος «Σήμερον Κρεμάται επί ξύλου», ή του περίφημου δοξαστικού «Εξέδυσάν με τα ιματιά μου» ή των μελωδικότατων εγκωμίων του Επιταφίου «Η Ζωή εν τάφω»;
Η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί αυτές τις ημέρες να βιώσουμε με συντριβή και κατάνυξη τα άγια και σεπτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Καλούμαστε να γίνουμε συνειδητοί κοινωνοί των παθημάτων του Λυτρωτή μας, διότι έτσι θα νοιώσουμε το μέγεθος της θείας αγάπης και φιλανθρωπίας. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε πως «ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω ελυτρώθημεν εκ της ματαίας αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού» (Α΄Πέτρ.1:19-20). Η σωτηρία μας είναι αποτέλεσμα των Παθημάτων και της αδίκου Θυσίας του Κυρίου μας, καθ ότι «τας αμαρτίας ημών αυτός ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον, ίνα ταις αμαρτίαις απογενόμενοι τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πετρ.2:24). Ο Χριστός «υπέρ πάντων απέθανεν ... ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Ρωμ.5:15). Αυτό προϋποθέτει η βίωση από μέρους μας των σωτηρίων Παθημάτων του Λυτρωτή μας Χριστού να μην είναι τυπική ή μόνο συναισθηματική, αλλά πρέπει να είναι καθολική οντολογική μέθεξη των σωτηριωδών ενεργειών, οι οποίες απορρέουν από «τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ.12:2).

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009


Καθηγητὴς Παντελὴς Πᾶσχος


Εἰσαγωγικὰ στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα


Περάσαμε πιὰ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Καὶ τώρα στεκόμαστε μπροστὰ στὴ θύρα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ὁποῦ ὀνομάζεται Μεγάλη ὄχι γιατί εἶναι μεγαλύτερη, ἢ ἔχει περισσότερες μέρες, ἀλλὰ «ἐπειδὴ μεγάλα ἡμῖν γέγονεν ἐν αὐτῇ παρὰ τοῦ Δεσπότου κατορθώματα. Καὶ γὰρ ἐν αὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῇ Μεγάλῃ, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ χρονία τοῦ διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ὁ θάνατος ἐσβέσθη· ὁ ἰσχυρὸς ἐδέθη· τὰ σκεύη αὐτοῦ διηρπάγη· ἁμαρτία ἀνηρέθη· ἡ κατάρα κατελύθη· ὁ Παράδεισος ἀνεώχθη· ὁ Οὐρανὸς βάσιμος γέγονεν· ἄνθρωποι ἀγγέλοις ἀνεμίγησαν· τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ ἤρθη· τὸ θριγγίον περιηρέθη· ὁ τῆς εἰρήνης Θεὸς εἰρηνοποίησε τὰ ἄνω καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· διὰ τοῦτο Μεγάλη καλεῖται Ἑβδομάς».


Ὄντως φοβερὰ αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος τὰ Μυστήρια! Ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὅλη ἡ δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα πηγάζουν. Ἀπ᾿ τὸν καιρὸ πού, μαθητούδια ἀκόμη, παίρναμε ἀπ᾿ τὸ ζεστὸ χέρι τῆς μάνας μας τὴ σύνοψη καὶ τὸ κερί, ποὺ καθὼς ἦταν ἁγνὸ μοσκοβολοῦσε σὰν λιβάνι ὅταν ἔκαιγε, καὶ πηγαίναμε στὶς ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου, ἢ στὶς Μεγάλες Ὧρες τῶν Παθῶν, τῆς Μεγ. Πέμπτης καὶ τῆς Μεγ. Παρασκευῆς, ὅπου κλαίγαμε ἀπὸ καρδιᾶς μπρὸς στὸν Ἐσταυρωμένο, καθὼς ἀποθέταμε μὲ τρέμοντα δάχτυλα τὰ παρθενικὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ μὲ μίαν ὁλόζεστη λαχτάρα τρέχαμε νὰ μάσουμε στοὺς κήπους καὶ στὰ χωράφια· ἀπ᾿ τὰ μικρά μας ἐκεῖνα χρόνια, ποὺ προσμέναμε νά ῾ρθει ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γιὰ νὰ δεχτοῦμε ὕστερα καὶ τὴν Ἀνάσταση, μέχρι τὰ γηρατειά μας τὰ βαθιά, αὐτὴ ἡ Ἑβδομάδα εἶναι ποὺ μᾶς κρατάει συντροφιὰ μὲ τὸν πόνο της, μὲ τὰ δάκρυά της, μὲ τὴ λύπη της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ ἀκολουθεῖ.


Κι αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη φιλοσοφία τῆς ζωῆς, ποὺ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας τὴν δίνει μὲ τὸν πιὸ ὡραῖο, ἁπλὸ καὶ κατανυκτικὸ τρόπο στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ θεολογία τοῦ Σταυροῦ, δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ κανεὶς νὰ τὴν ἀφομοιώσει καὶ νὰ τὴν κατανοήσει ἔξω ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ περίβολο, ἔξω ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.


Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Σταυρὸς ἢ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ἢ κινηματογράφος, γίνεται στοχαστικὴ διάλεξη ἢ δημοσιογραφικὸ ἄρθρο, γίνεται εὐκαιρία γιὰ νὰ δοκιμάσει κανεὶς τὶς ἱκανότητές του μ᾿ ἕναν τρόπο – ὁποιοδήποτε – ἐπάνω σ᾿ ἕνα σοβαρὸ θέμα. Καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὴν κορφὴ τῆς πνευματικῆς φιλοσοφίας καὶ στὴ δόξα τῆς Ἀναστάσεως, ἀνεβαίνοντας τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ περνώντας πνευματικὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τῆς Σταυρώσεως.


Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, ὅλη τὴν Ἑβδομάδα ἔχει ἕνα μεγάλο δρόμο νὰ ὁδοιπορήσει. Μεγάλο, ὄχι μὲ τὶς ἐξωτερικές, ἀλλὰ μὲ τὶς ἐσωτερικὲς διαστάσεις. Ἕνα δρόμο, ποὺ περπάτησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ναί, κι ἂς μὴ φανεῖ σὲ κανέναν αὐτὸ τὸ πράγμα παράδοξο. Ἂν δὲν «συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν», δὲν θὰ μπορέσουμε οὔτε τὴ Μεγαλοβδομάδα νὰ νιώσουμε, οὔτε καὶ στὴν Ἀνάσταση νὰ φτάσουμε μαζί του. Σ᾿ αὐτὸ τὸ δρόμο, ποὺ βρίσκεται πάντα κάτω ἀπ᾿ τὴ σκιὰ τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἀντικρύζει στὸ βάθος τὸ φωτεινὸ λόφο τῆς Ἀναστάσεως, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔβαλαν μερικὰ σημάδια σὰν ὁρόσημα, ποὺ μᾶς βοηθοῦν κι αὐτὰ μ᾿ ἕναν εἰδικὸ τὸ καθένα τρόπο, γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό μας.


Τὴ Μεγάλη Δευτέρα, μετὰ τὸ Κοντάκιο καὶ τὸν Οἶκο τῆς ἡμέρας, θ᾿ ἀκούσουμε μαζὶ μὲ τὸ σύντομο συναξάρι, αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα: «τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Δευτέρᾳ, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ παγκάλου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθείσης συκῆς». Δοξάζεται καὶ τιμᾶται ὁ πάγκαλος Ἰωσήφ, γιατί «τῆς Αἰγυπτίας τότε ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας», ἐσκλαβώθηκε μὲν κατὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ψυχὴ ἔμεινε ἀδούλωτος, ὁ ἀοίδιμος καὶ σώφρων, καὶ ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ γίνει κυρίαρχος ὅλης τῆς Αἰγύπτου. «Ὁ Θεὸς γὰρ παρέχει τοῖς δούλοις αὐτοῦ στέφος ἄφθαρτον». Ἡ κατάρα ἔπειτα τῆς ἄκαρπης συκιᾶς, μᾶς λέει ν᾿ ἀποφεύγουμε τὸ πάθος καὶ νὰ κάνουμε ἔργα καὶ καρποὺς πνευματικούς, γιὰ νὰ μὴ μᾶς εὕρει ὁ Χριστὸς μὲ φύλλα μοναχὰ σὰν ἔρθει, καὶ μᾶς δείξει τὴ φωτιά, σὰν μοίρα ἀναπόφυγη τῶν ἀκάρπων μας δέντρων.


Τὴ Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ἀκούσουμε: «τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς μνείαν ποιούμεθα», δηλ. τῶν πέντε φρονίμων καὶ τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, μὲ τὶς διδακτικὲς λαμπάδες τους. Μᾶς συμβουλεύει κ᾿ ἐδῶ μὲ ὕμνους ἐξαίσιους ἡ Ἐκκλησία μας, «νὰ σπουδάσωμεν νὰ ἀνάψωμεν τὰς νοητὰς λαμπάδας τῶν ψυχῶν μας, ὡς αἱ φρόνιμοι ἐκεῖναι παρθένοι. Διατί; Ἵνα μὲ τὸ λαμπρὸν φῶς τῶν λαμπάδων μας καὶ μὲ ὕμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τὸν ἀθάνατον νυμφίον τῶν ψυχῶν, δηλαδὴ τὸν Δεσπότην μας Ἰησοῦν Χριστόν, ὅστις θὰ ἔλθει ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἐμβάσει τὰς δρονίμους ψυχὰς μέσα εἰς τὸν οὐράνιον νυμφώνα τῆς ἀϊδίου τρυφῆς τεσ καὶ βασιλείας».


Τὴ Μεγάλη Τετάρτη: «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικὸς μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονεν». Ποιὸς δὲν δακρύζει, ὅταν σκεφθεῖ ὅτι, ἐνῶ ὅλοι ἁμαρτάνουμε (καὶ πολλὲς φορὲς βαρύτερα ἀπὸ τὴν πόρνη) ὡστόσο δὲν ἀκολουθοῦμε τὸ παράδειγμά της, γιὰ νὰ σβήσουμε μὲ δάκρυα μετανοίας τὸ χειρόγραφο, ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας.


Τὴ Μεγάλη Πέμπτη «ἐορτάζομεν τὸν Ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον, τὴν ὑπερφυᾶ προσευχὴν καὶ τὴν Προδοσίαν». Ἡ κυριαρχοῦσα μορφὴ – αἰώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως καὶ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγὴν – εἶναι ἡ προδοτικὴ ὄψη τοῦ Ἰούδα.


Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ «τὰ Ἅγια καὶ Σωτήρια καὶ Φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν».


Καὶ τὸ Μέγα Σάββατον «τὴν Θεόσωμον Ταφὴν καὶ τὴν εἰς ᾍδου κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν».


Εἴπαμε, ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ μαρτύριο καὶ τὸ Πάθος τῆς Σταυρώσεως, ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς βλέπει πάντοτε τὸ γλυκὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν ἐμποδίζει νὰ ἰδεῖ τὰ Πάθη μέσα σ᾿ ἕνα ζοφερὸ καὶ καταλυτικὸ σκοτάδι. Ὁ ὀρθόδοξος – καὶ ὁ Ἕλληνας ἰδιαίτερα, ποὺ πέρασε τόσα καὶ τόσα πάθη μέσα στὴ μακραίωνη πορεία τῆς ἱστορίας του – εἶναι ντυμένος μὲ τὸ ζεστὸ ἔνδυμα τῆς χαρμολύπης. Πάσχει καὶ ὑποφέρει, ἀλλὰ ὄχι μὲ ἀσυγκράτητο σαρκικὸ πόνο. Ἡ πνευματικὴ φιλοσοφία τοῦ Σταυροῦ, αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἰδικώτερα, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος μας, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς μας. Ἰδοὺ πῶς βλέπουν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας τὸ Σταυρὸ καὶ τὸ μυστήριο τῆς Σταυρώσεως.


Ὁ ἀκάνθινος στέφανος φανέρωσε ὅτι ὁ Κύριος ἐξάλειψε τὴν κατάρα ποὺ ἔλαβε ἡ γῆ, νὰ βλαστάνει ἀγκάθια καὶ τριβόλια καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀφάνισε τὶς μέριμνες καὶ τὶς ὀδύνες τῆς παρούσης ζωῆς.


«Ἐξεδύθη τὰ ἱμάτια καὶ ἐνεδύθη τὴν πορφύραν, διὰ νὰ ἐκδύσει τοὺς δερματίνους χιτώνας τῆς νεκρώσεως, ὁποῦ ἐφόρεσεν ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβασιν. Κάλαμον ἔλαβεν ὁ Κύριος εἰς τὴν δεξιάν, ὡς σκῆπτρον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν ἀρχαῖον ὄφιν καὶ δράκοντα· ἔλαβε κάλαμον, διὰ νὰ σβήσει τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἔλαβε τὸν κάλαμον διὰ νὰ ὑπογράψει βασιλικῶς, μὲ τὸ κόκκινον αἷμα του, τὸ γράμμα τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, καθότι καὶ οἱ βασιλεῖς μὲ κόκκινον κιννάβαρι ὑπογράφουσιν».


»Εἰς τὸ ξύλον ἐσταυρώθη, διὰ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως. Ἔλαβε τὴν γεῦσιν τῆς χολῆς καὶ τοῦ ὄξους, διὰ τὴν γλυκείαν γεῦσιν τοῦ καρποῦ τοῦ ἀπηγορευμένου. Ἔλαβε τὰ καρφία διὰ νὰ καρφώσει τὴν ἁμαρτίαν. Ἅπλωσε τὰς χείρας εἰς τὸν Σταυρόν, διὰ νὰ ἰατρεύσει τὸ ἅπλωμα τῶν χειρῶν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ὁποῦ ἐποίησαν εἰς τὸ ἀπηγορευμένον ξύλον, καὶ διὰ νὰ ἑνώσει τὰ μακρὰν διεστῶτα, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, οὐράνια καὶ ἐπίγεια. Ἔλαβε τὸν θάνατον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν θάνατον. Ἐτάφη, διὰ νὰ μὴ στρεφώμεθα πλέον ἡμεῖς εἰς τὴν γῆν, ὡς τὸ πρότερον...».


»Ἐσκοτίσθησαν οἱ φωστῆρες, διὰ νὰ φανερώσουν ὅτι πενθοῦσι τὸν Σταυρωθέντα. Αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, διότι ἔπασχεν ἡ πέτρα τῆς ζωῆς. Εἰς τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ ἀνέβη, διὰ τὸ πτῶμα ὁποῦ ἔπαθεν ὁ Ἀδάμ. Καὶ τελευταῖον ἀνέστη, διὰ τὴν ἰδικήν μας ἀνάστασιν!».
Ὤ! Εὐτυχισμένοι καὶ τρισμακάριοι, ὅσοι μπορέσουν ν᾿ ἀφήσουν τὶς βιοτικές τους μέριμνες αὐτὲς τὶς μέρες, κι ἀρχίσουν ἀπὸ τώρα, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα κιόλας, τὴν εὐλογημένη πορεία δίπλα στὸν πορευόμενο πρὸς τὸ Πάθος Χριστό! «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι᾿ αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς», «ἵνα μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Δοξαστικόν της Πέμπτης Κυριακής των Νηστειών.
Ψάλλει ο Πρωτοψάλτης Δημοσθένης Παικόπουλος σε ήχο πρώτο.


Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009


ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ ἤ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ).


Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα προβάλλει καί τιμᾶ τήν ἱερά μνήμη μιᾶς ἁγίας γυναικός, τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπό τήν περιθωριακή ζωή καί τελειώθηκε στήν ἄσκηση. Ὁ βίος της εἶναι μιά ἀκραία ὁσιακή ἱστορία, ἱστορία ἀδαμικῆς γυμνότητας, φυσικῆς καί ψυχικῆς ἀπάθειας, ἀποβολῆς τῶν ἀνθρωπίνων ἰδιωμάτων, ἐγκαταλείψεως τῶν ἰδίων νοημάτων καί θελημάτων, ἀνακλήσεως τῆς ἀρχαίας ὑγείας τῆς ψυχῆς, ἱστορία τῆς παρθενίας τοῦ σώματος καί τοῦ πνεύματος, ἱστορία καταδύσεως στό ἄπειρο βάθος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού ἑορτάζεται πρός τό τέλος τῆς Σαρακοστῆς, γιά ἐξέγερση καί βαθύ προβληματισμό, γιατί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔζησε τό χάος τῆς ἁμαρτίας καί ἀπεκάλυψε τό νόημα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας καί συγγνώμης, ζώντας σαράντα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου.
Ἀπεκάλυψε τό πόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς ἀδύναμους καί ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους. Τό πόσο ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ δρόμοι πού κατασκευάζει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, γιά νά ὁδηγήση τόν καθένα μας στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Τό μέ πόση ταπείνωση, πραότητα καί μακροθυμία ἑτοιμάζει καί ἀναμένει τήν μετάνοια τοῦ καθενός μας.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέσα στό Εὐαγγέλιο ἐπαναλαμβάνει, ὅτι οἱ "τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ἡμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν", καί ἡ ἄποψη αὐτή ξενίζει τούς Φαρισαίους κάθε ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονται ἐπί πλέον, γιατί ὁ Ἰησοῦς δέν περιφρονεῖ, ἀλλά ἀγκαλιάζει τούς ἁμαρτωλούς.
Ὁ Χριστός προβαίνει στήν προσφορά ἑνός νέου Νόμου χάριτος καί φιλανθρωπίας. Ἀποκαλύπτει στόν λαό Του ἕνα Θεό ἀγάπης καί συγγνώμης. Ἕνα Θεό σώζοντα τόν κόσμο. Ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός, ὁ ὑπερασπιστής τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος παραμερίζει ὅλα τά ἀνθρώπινα τεκμήρια καί ἀπευθύνεται στόν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο. Ἔτσι Τόν βλέπουμε, στό Εὐαγγέλιο, νά ἐμπιστεύεται τήν μοιχαλίδα γυναίκα. Δέν πηγαίνει ἀντίθετα στόν Νόμο, ἀλλά ἀντιμετωπίζει τήν γυναίκα πέρα ἀπό τά φαινόμενα. Ἡ μοιχαλίδα εἶχε καταδικασθῆ σέ λιθοβολισμό. Ὁ Χριστός τήν ἐλευθερώνει, τήν ἀφήνει νά φύγη ἀναστημένη σέ μιά νέα ζωή. Εἶδε τήν καρδιά της, μίλησε στόν βαθύτερο ἑαυτό της. Τά φαινόμενα ξεπεράσθηκαν ἀπό μιά μεγάλη καί σωτηριώδη ἀλήθεια: τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου.
Τό "προνόμιο" ἑνός ἀνθρώπου πού πουλάει τό σῶμα του, τόν ἑαυτό του, καί προσποιεῖται τήν ἀγαπητική σχέση, εἶναι οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς του καί τό βίωμα τῆς κολάσεως. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν μεγαλύτερη κόλαση. Γιατί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος πού ὑποβιβάζει τήν ἱερώτερη σχέση καί τήν κάνει ἀντικείμενο συναλλαγῆς, ζεῖ τήν πιό μεγάλη τραγωδία. Ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν κοινωνία καί τήν δημιουργία.
Ἡ τρομακτική ὅμως ἐμπειρία τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά γίνη ἀφετηρία γιά μιά νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, πού ἔθεσε ὡς μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς της τήν μετάνοια καί τήν συγγνώμη.
Ἡ μνήμη μιᾶς Ἁγίας γυναικός, πού ἦταν πόρνη στόν πρότερό της βίο, μᾶς κάνει νά ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.
Τί ἀνοίγει ἀπό μέρους μας τόν δρόμο πρός τόν Κύριο, πού ἔρχεται νά σταυρωθῆ γιά τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ἤ τί εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει; Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή, ἡ σοφία καί δύναμή μας, ὅλη ἐκείνη ἡ ἀξιόμισθη φλυαρία καί πολυπραγμοσύνη σέ κάποιο σχῆμα τυπικῆς θρησκευτικότητας καί ἐπιβαλλόμενου ἠθικισμοῦ, ἤ οἱ οἰκτιρμοί καί τά ἐλέη, ἡ χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔρχεται μέ ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητας, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο;
Ὁ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μᾶς μαθαίνει, ὅτι ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαιτητό ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ἤ ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, πού μᾶς στρέφει, ὅταν μᾶς κατακαίει ἡ δίψα τῆς προσωπικῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς ἀγάπης καί μᾶς φλογίζη ὁ ἄνθρωπος τῆς ὀδύνης καί τοῦ θείου πόθου, στήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Δέν μποροῦμε νά ἐλπίζουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά ἔχουμε πεποίθηση μόνο στόν Θεό, πού ἐγείρει τούς νεκρούς, "τούς νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ". Ἐκεῖνο πού τελικά μᾶς σώζει εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σφραγίζει τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰωνιότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Κανένας δέν ἔχει ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε καί μιά πόρνη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος καί μέσα στήν ἁμαρτωλότητά του, ἀκόμη καί στά ἔσχατα ὅρια τῆς ἀξιοπρέπειάς του, δέν παύει νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ, καί γιατί "δέν εἶναι κακό ἡ γυναίκα, ἀλλά ἡ πορνεία", γράφει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός. Μποροῦμε καί πρέπει νά μισοῦμε τήν πορνεία, ἀλλά ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τήν πόρνη, πού δέν παύει νά εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κι ὅταν φέρνει τήν πληγή καί τήν ὀδύνη τῶν πταισμάτων της. Ἄλλωστε ποιός μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι πράττει ἤ ὅτι εἶναι ἐλεύθερος στίς πράξεις του ἤ ἀγαπᾶ αὐτό πού πράττει;
Ἡ Ὁσία Μαρία γίνεται τύπος τῶν πιστῶν, πού τόσο παγιδεύονται στόν πειρασμό τῆς αὐτοδικαίωσης καί τῆς αὐτάρκειας, γιατί δίνει αὐτό πού εἶναι: τό εἶναι της γυμνό, γιά νά τό ἐνδύση καί πάλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δίνει ἀκριβῶς αὐτό πού γνωρίζει καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο: τήν ἄβυσσο τοῦ μυστηρίου τῆς καρδιᾶς, τήν μετάνοια, ἡ ὁποία μᾶς σώζει καί μᾶς ἁγιάζει.
Τό πρότυπο στό ὁποῖο ἀπέβλεπε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ πληρότητα τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας, ἀλλά ὁ θρῆνος τῆς ἀδιάκοπης μετάνοιας, βεβαίωση τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στήν ἁμαρτία, πού προϋποθέτει μιά προσωπική καί βαθειά αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Αὐτό πού μετράει εἶναι, ὅτι ἡ ἀρετή ὑπάρχει γιά τήν ἀλήθεια καί ὄχι ἡ ἀλήθεια γιά τήν ἀρετή. Αὐτό σημαίνει, ὅτι πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε, νά ζήσουμε τήν μετάνοια μέ αὐθεντικά ὀρθόδοξο τρόπο.
"Ὁ αἰσθηθείς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, κρείττων ἐστί τοῦ ἐγείροντος τούς νεκρούς" καί αὐτό σημαίνει ὄχι ἁπλῶς "νά πουλήσουμε ὅ,τι ἔχουμε" - κατά τόν εὐαγγελικό λόγο - ἀλλά "νά πουλήσουμε ὅ,τι εἴμαστε". Νά τί λέγει ἡ Ὁσία Μαρία στόν Ἀββά Ζωσιμᾶ κατά τήν συνάντησή τους στήν ἔρημο: "Γιά ποιό λόγο ἦλθες ἄνθρωπε σέ μένα τήν ἁμαρτωλή; Γιά ποιό λόγο θέλησε νά δῆς μιά γυναίκα γυμνή ἀπό κάθε ἀρετή;"
Σέ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοση καί διδασκαλία τονίζεται, ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τήν συναίσθηση διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί συνεχῆ διάθεση γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀλλαγή τοῦ νοῦ, τό νέο φρόνημα, ἡ δυναμική μετάβαση "ἐκ τοῦ παρά φύσιν εἰς τό κατά φύσιν, καί ἐκ τοῦ διαβόλου πρός τόν Θεόν ἐπάνοδος δι' ἀσκήσεως καί πόνων". Αὐτός ὁ ὁρισμός καθιστᾶ σαφές, ὅτι ἡ μετάνοια δέν εἶναι συμμόρφωση πρός τόν Νόμο, ἀλλά συγκλονιστική συνάντηση μέ τόν Χριστό. Δέν εἶναι εἴσοδος σέ μιά κοινότητα Φαρισαίων, ἀλλά στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τῶν ἐργατῶν τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, τῶν τελωνῶν καί τῶν πορνῶν.
Ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ μετάνοια δέν διαδραματίζονται ἀνάμεσα στό καλό καί τό κακό μιᾶς ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ἀλλά ἀνάμεσα στούς δύο ληστές, δεξιά καί ἀριστερά στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀνάμεσα στόν μετανοήσαντα καί ἀμετανόητο ληστή. Μέ ἄλλα λόγια καλούμεθα ὄχι νά γίνουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἀλλά νά εἴμαστε στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό.
"Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καί ἐγγιεῖ ὑμῖν". Ἐμεῖς ἔχουμε χρέος ν' ἀρχίσουμε. Ἄν κάνουμε ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος κάνει δέκα πρός ἐμᾶς.
Ἡ κόλαση, ἀδελφοί μου, ξέρετε, δέν εἶναι γιά τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά γιά τούς ἀμετανόητους. Γιά ἐκείνους, πού δέν αἰσθάνονται τήν ἀναξιότητά τους, πού δέν γνωρίζουν τό μεγαλεῖο τῆς συγγνώμης, πού ἀγνοοῦν τόν παράδεισο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού δέν ζοῦν τήν ἐλπίδα τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά λέγη στόν κάθε ἄνθρωπο: Τίποτε μήν φοβᾶσαι, ποτέ μήν φοβᾶσαι καί μήν θλίβεσαι. Μιά καί μετανοεῖς ὅλα θά στά συγχωρέση ὁ Θεός. Μά κι οὔτε ὑπάρχει οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρχη, νά γίνη στόν κόσμο τέτοιο κρῖμα, πού νά μήν τό συγχωρέση ὁ Θεός σέ κεῖνον πού μετανοεῖ ἀληθινά. Μά κι οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη ἕνα τόσο μεγάλο ἁμάρτημα πού θά μποροῦσε νά ἐξαντλήση τήν ἀστείρευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἄς ἔχουμε πάντοτε στό νοῦ μας πόσο σωτήρια εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς γυμνότητάς μας, ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἡ βεβαιότητα, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Πόσο ψεύτικες καί ἀνεπαρκεῖς εἶναι οἱ αὐτονόητες ἤ αὐτάρκεις καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν στήν καρδιά τοῦ κάθε μαθητῆ μπορεῖ νά κρύβεται καί ἕνας προδότης, γιατί δέν εἶναι μόνο ὁ Ἰούδας, ἤ ὅταν στήν καρδιά μιᾶς πόρνης μπορεῖ νά φυλάσσεται μιά ἁγνή καρδιά.


π. Α.Χ. (πηγή: www.apostoliki-diakonia.gr).