Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008


ΜΟΡΦΗΝ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΩΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΝ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕΣ


(Αναφορά στη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου)


ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού


Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου δεν είναι κάποιο αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, ούτε κάποια μυθοπλασία κάποιου ευφάνταστου μυθογράφου, αλλά πραγματικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο (Γαλ.4:4). Η μεγάλη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου μας υπενθυμίζει αυτή την μεγάλη αλήθεια και τονίζει ιδιαίτερα την πραγματική ανθρώπινη φύση, την οποία εκών ενδύθηκε, για χάρη της δικής μας σωτηρίας.
Η καθιέρωση του εορτασμού της Περιτομής του Κυρίου από την Εκκλησία, συνέτεινε αναμφίβολα η δράση κάποιων αιρετικών κύκλων της αρχαίας Εκκλησίας, οι οποίοι αρνούνταν την πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και δίδασκαν την μη πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Τέτοιοι υπήρξαν οι αιρετικοί δοκήτες, οι οποίοι δίδασκαν την κακοδοξία ότι δήθεν η ενανθρώπηση του Χριστού έγινε φαινομενικά, «κατά δόκησιν», όπως τόνιζαν. Αυτοί μαζί με τους μαρκιωνίτες, τους μανιχαίους και άλλους αιρετικούς, όλοι τους πρόδρομοι των αιρετικών Μονοφυσιτών του 5ου αιώνα, επιχείρησαν να νοθεύσουν την αλήθεια της Εκκλησίας μας.
Η Εκκλησία μας μεταχειρίστηκε κάθε μέσον να προασπίσει την άπαξ αποκαλυφθείσα και παραδοθείσα αλήθεια (Ιουδ.3). Ακόμα και εορτές καθιέρωσε για να περιχαρακώσει τις ύψιστες και σωτήριες αλήθειές Της. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως οι εορτές των Χριστουγέννων, της Περιτομής και των Θεοφανείων καθιερώθηκαν από την ανάγκη του αντιαιρετικού αγώνα της Εκκλησίας μας και κατόπιν έλαβαν εορταστικό χαρακτήρα, όπως εμείς τις βιώνουμε σήμερα.
Η περιτομή ήταν μια πρακτική συνηθισμένη σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως πρώτοι που έκαναν περιτομή στα άρρενα τέκνα τους ήταν οι Αιθίοπες και οι Αιγύπτιοι, κυρίως για λόγους υγιεινής (Ηροδ.Ιστ.Β΄,104). Ιστορικά ίσως οι Εβραίοι πήραν την συνήθεια αυτή από τους Αιγυπτίους. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη όμως την περιτομή θέσπισε ο Ίδιος ο Θεός κατά παραγγελία Του στον πιστό Αβραάμ, ως μια πράξη διαφοροποιήσεως των απογόνων του από τους άλλους λαούς, ώστε μέσω αυτών να υλοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. «Αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών΄ περιτμηθήσεται υμών παν αρσενικόν, και περιτμηθήσεθε την σάρκαν της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών. Και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν» (Γεν.17:12).
Η περιτομή όλων των αρένων νηπίων γινόταν από τον πατέρες τους ή από ειδικούς στην περιτομή που ονομάζονταν mohel, την ογδόη ημέρα από τη γέννησή τους, όπως είχε διατάξει ο Θεός. Γινόταν στα σπίτια των νηπίων ή συχνότερα στις συναγωγές ενώπιον συγγενών και φίλων. Η τελετουργία της περιτομής ήταν για τους Ιουδαίους της εποχής εκείνης μεγάλης σπουδαιότητας γεγονός. Το παιδί που περιτέμνονταν θεωρούνταν πια μέλος του λαού του Θεού, τηρητής της διαθήκης, η οποία συνήφθη μεταξύ του Θεού και του Αβραάμ (Γεν,17:12). Ο περιτμημένος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί τις διατάξεις του Νόμου και είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να εορτάζει το Πάσχα, σε αντίθεση με τους απερίτμητους, οι οποίοι δεν είχαν αυτό το δικαίωμα.
Μαζί με την περιτομή γινόταν και η ονοματοδοσία. Η τελετουργία της περιτομής ήταν κάτι σαν το χριστιανικό βάπτισμα, του οποίου υπήρξε τύπος. Όπως ο περιτμημένος γινόταν μέλος του λαού της Διαθήκης, ξεχωριστός από τους μη περιτμημένους, έτσι και ο βαπτισμένος αναγεννιέται και γίνεται άγιος, ξεχωριστός, μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, προορισμένος να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού (Ρωμ.6:4).
Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του Κυρίου, ο Ιωσήφ και η Μαρία τήρησαν τη μωσαϊκή εντολή της περιτομής. Με λακωνικό τρόπο ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει πως «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του περιτεμείν το παιδίον, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το κληθέν υπό του αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία» (Λουκ.2:21). Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος αναφέρει την πληροφορία ότι την περιτομή του Κυρίου έκαμε ο μνήστωρ Ιωσήφ. Επίσης ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου αναφέρει πως η περιτομή έγινε στο Σπήλαιο της Γεννήσεως. Βεβαίως ο ιερός ευαγγελιστής αποσιωπά κάθε λεπτομέρεια από την τελετή αυτή, διότι προφανώς δεν έχουν να μας προσφέρει, σύμφωνα με τους Πατέρες, όφελος για τη σωτηρία μας.
Την Εκκλησία μας δεν ενδιέφερε αυτή καθ' εαυτή η εκπλήρωση αυτής της νομικής διάταξης του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο. Την ενδιέφερε κυρίως να τονισθεί, δια της περιτομής Του, και να αποδειχθεί, η πραγματική ανθρώπινη φύση Του, την οποία αρνούνταν οι αιρετικοί. Ο θεόπνευστος ευαγγελιστής συμπεριέλαβε στο ευαγγέλιό του και το γεγονός της περιτομής για να μπορεί η Εκκλησία να αποκρούει κάθε δοκητική, μανιχαϊστική και μονοφυσιτική κακοδοξία.
Η μη παραδοχή της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας μας, περί της αληθινούς ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, εκθεμελιώνει κυριολεκτικά ολόκληρο το οικοδόμημα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Αν δεν έγινε πραγματικά η σάρκωση του Λυτρωτή δεν έχουμε πραγματική σωτηρία, ο Χριστός δεν είναι πραγματικός σωτήρας, αλλά ένας από τους πολλούς ιδρυτές θρησκειών της ανθρωπότητας. Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε έντονα την Εκκλησία τον 5ο αιώνα, όταν ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής από την Κωνσταντινούπολη αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Για το λόγο αυτό συγκλήθηκε η Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος, το 451.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο φυσικός Υιός του Θεού, απόρροια της δικής Του φύσεως. Γεννήθηκε προπάντων των αιώνων από τον Πατέρα, όπως μας βεβαιώνει ξεκάθαρα η αγία Γραφή. «Υιός μου ει συ εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Εβρ.1:5) είπε, δια του Ψαλμωδού ο Θεός Πατέρας, στο Θεό Υιό. Η προαιώνια βουλή του Θεού αποφάσισε να αποστείλει τον Λόγο στον κόσμο ως σωτήρα του από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου. Έτσι, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ.4:4), ο Λόγος, δια της Παρθένου Μαρίας, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και αφού την καθάρισε από τους ρίπους της αμαρτίας, την αναδημιούργησε και την επανέφερε στην προπτωτική της κατάσταση, την έκαμε δική Του φύση, χωρίς να αφήσει ούτε στιγμή τη θεία φύση Του. Ένωσε ασύγχυτα και αρμονικά τις δύο φύσεις στο θεανδρικό Του πρόσωπο. Έγινε ο Θεάνθρωπος. Η ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Λυτρωτή σημαίνει αντικειμενική πραγμάτωση της σωτηρίας μας.
Η ενανθρώπηση του Λόγου όμως είναι γεγονός ασύλληπτης αυτοταπείνωσής Του. «Εν μορφή Θεού υπάρχων ... εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπόκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2:7). Εάν δεν δούμε το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως υπό το πρίσμα της άμετρης αγάπης του Θεού για το πλάσμα Του τον άνθρωπο, αποτελεί αυτό το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών. Το αρχαιοελληνικό αξίωμα «Θεός, ανθρώποις ου μείγνηται», πολλώ δε μάλλον η ανθρωποποίηση Θεού αποτελεί ορθολογικά τη χειρότερη μωρία της ιστορίας. Όμως η αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού υπερέβη όλα τα διαχωριστικά με την ανθρωπότητα. Έκαμε τη μεγάλη κίνηση και ταπείνωσε τον Υιό Του και τον έκαμε άνθρωπο, προκείμενου να σωθεί το ανθρώπινο γένος. Κατέβηκε Αυτός στα ανθρώπινα πλαίσια, μέχρι και της κατάστασης του θανάτου για να αναστήσει τον άνθρωπο από την κατάσταση της πνευματικής νεκρώσεως και να τον ανεβάσει τον άνθρωπο στα ουράνια του θρόνου Του.
Όσο καιρό ο σαρκωμένος Λόγος βρισκόταν στη γη, ταυτόχρονα ως Θεός βρισκόταν και στον ουρανό. Βρισκόταν παντού, ως πανταχού παρών, διότι με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως δεν αποποιήθηκε τη θεία φύση Του. Σε αυτήν Του την διπλή ιδιότητα, ως αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου, έγκειται και το γεγονός του αληθινού σωτήρα. Σώζει ως αληθινός Θεός με το ότι έγινε αληθινός άνθρωπος, καθ' ότι προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση και την έσωσε στο πρόσωπό Του. Κάθε παρέκκλιση από αυτή την αλήθεια αποτελεί αίρεση για την Εκκλησία μας. Ο Νεστοριανισμός είχε αρνηθεί τη θεία φύση του Χριστού και ο Μονοφυσιτισμός είχε αρνηθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και οι δυο αυτές δογματικές παρεκτροπές καταδικάστηκαν από την Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ως εκτροπή από την αλήθεια και ως έχοντες σοβαρότατες σωτηριολογικές συνέπειες. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης τόνισε ιδιαίτερα πως «οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί΄ ούτος εστιν ο πλάνος και ο αντίχριστος» (Β΄Ιωάν.7).
Αξίζει να αναφέρουμε δύο αποσπάσματα από τους δογματικούς όρους των αναφερόμενων αγίων Συνόδων, για να δούμε τη θεολογική σαφήνεια της Εκκλησίας μας για το μεγάλη αυτή αλήθεια: «... Ομολογούμεν τοιγαρούν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον εκ ψυχής λογικής και σώματος ... ομοούσιον τω Πατρί τον αυτόν κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα. Δύο γαρ φύσεων ένωσις γέγονεν΄ δι' ο ένα Χριστόν, ένα υιόν, ένα κύριον ομολογούμεν» (Γ΄ Οικουμ.Σύνοδος, Έκθεσις Πίστεως των Διαλλαγών). Και «Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις Πατράσιν ένα και τον αυτόν ομολογούμεν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα ... ένα και τον αυτόν Χριστόν, υιόν, κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωρίζομεν, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν, σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις εν πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ' ένα και τον αυτόν υιόν, μονογενή, Θεόν, Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν...» (Όρος Δ΄Οικ. Συνόδου, παρά Ι. Καρμίρη, τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία, Αθήναι 1952, σελ.165).
Το γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως πρέπει να αποτελεί για κάθε πιστό χριστιανό τη βάση της πίστεώς του. Να μην έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι «επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», για να μας λυτρώσει από τη δουλεία της αμαρτίας και τη φθορά του θανάτου. Σύμφωνα με την θεσπέσια υμνολογία της εορτής, «Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ τω γένει των ανθρώπων κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν΄ ουκ εβδελύξατο σαρκός την περιτομήν ο οκταήμερος κατά την Μητέρα και άναρχος κατά τον Πατέρα» για την ημών σωτηρία. Αυτός έκαμε τη μεγάλη κίνηση, περιμένοντας από τον άνθρωπο να κάνει τη δική του μικρή κίνηση, να Του δώσει το χέρι του, για να τον σώσει, να τον δοξάσει και να τον κάνει υιό και κληρονόμο της ατέρμονης βασιλείας Του. Είναι ανάγκη να ξεφύγουμε από τα νοητά δεσμά του αμαρτωλού κόσμου και να ανεβάσουμε το νου μας στα ουράνια. Μόνο έτσι θα επωφεληθούμε από τις δωρεές της θείας συγκαταβάσεως.


Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ.
Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ:


Πότε και πού οι Μάγοι βρήκαν τον γεννηθέντα Χριστό;

«Πού εστίν ο βασιλεύς των Ιουδαί­ων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ». (Ματθ. Κεφ. 2, 2).

Ο ερχομός του «ουράνιου αν­θρώπου», του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού στον κόσμο και η Γέννησή Του μέσα σε ένα στάβλο αλόγων ζώων είναι ένα γεγονός ιστορικά ε­ξακριβωμένο. Και μόνον η συνάντη­ση και συζήτηση του βασιλιά Η­ρώδη με το Εβραϊκόν ιερατείο, σε θρησκευτικο-ιστορική βάση, απο­δεικνύουν του λόγου του αληθές. «Και συναγαγών (ο Ηρώδης) πάντας τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού επυνθάνετο, που ο Χριστός γεννάται. Οι δε είπον αυτώ· εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας· ούτω γαρ γέγραπται…» (Ματθ. Κεφ. 2, 5-6).
Εκεί λοιπόν γεννήθηκε ο Χριστός, στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, και οι πρώτοι που τον επισκέφτηκαν «εν τη φάτνη των αλόγων» ήσαν οι ποιμένες, όπως ακριβώς τους είχε πληροφορήσει ο άγγελος Κυρίου· «και ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή… φυλάσσοντες την ποίμνην αυτών. Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς… και είπεν… ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην… ότι ετέχθη υμίν σήμε­ρον σωτήρ, ος εστί Χριστός Κύριος… και τούτο το σημείον· ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον κείμενον εν φάτνη… (και) οι ποιμένες είπον προς αλλήλους· διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο… και ήλθον σπεύσαντες και ανεύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη» (Λου­κά, κεφ. 2, 8-18).
Οι ποιμένες λοιπόν αυθημερόν, τις πρώτες ώρες της γέννησης, πήγαν και είδαν πρώτοι τον σπαργανωμένο Χριστό στην φάτνη των αλόγων ζώων, όπως τους ενημέρωσε ο άγγελος Κυρίου και το ερώτημα που γεννάται είναι τούτο:
Πότε και που οι «εξ ανατολών Μάγοι (= αστρονόμοι, ειδωλολάτρες)» βρήκαν και προσκύνησαν τον Χριστό; Κατά τα λεγόμενα της Γραφής, μάλλον, θα πρέπει να τον βρήκαν με τη βοήθεια του «φαινομένου αστέρος» πάνω από έξι μήνες και ολιγότερον του ενός έτους μετά την γέννησή Του σε κάποιο σπίτι της Βηθλεέμ.
Για να δούμε πώς ακριβώς έχουν τα ιστορικά γεγονότα και κατά πόσον τα λεγό­μενά μας αυτά ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
1. Η απόσταση μεταξύ Βαβυλώνας και Ιερουσαλήμ είναι 900 μίλια συν την απόσταση Ιερουσαλήμ – Βηθλεέμ. Την απόσταση αυτή ο διακεκριμένος Ιουδαίος ιε­ρέας και μεγάλης υπόληψης γραμματέας βασιλικής Περσικής αυλής Έσδρας, οοποίος οδήγησε τους Ισραηλίτες από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ, την κάλυψεσε χρόνο πέραν των πέντε μηνών (Μάρτιος – Αύγουστος)· «Εν μία του μηνός τουπρώτου (Μάρτιος), αυτός εθεμελίωσε την ανάβασιν την από Βαβυλώνος, εν δε τηπρώτη του μηνός του πέμπτου ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ»· (Β΄ Έσδρας κεφ. 7, 9).
2. Οι Μάγοι, οι οποίοι ξεκίνησαν μετά τον «φανέντα αστέρα» και ύστερα απόκάποια οπωσδήποτε καθυστέρηση λόγω συνεννόησης και προετοιμασίας για τοταξίδι, κάλυψαν την ίδια απόσταση σε χρονικό διάστημα πέραν των έξι μηνών. Τούτο εξάγεται και από τα εξής λεγόμενα της Γραφής σχετικά με την προσκύνηση των Μάγων:
α) Όταν ερώτησαν οι Μάγοι, που έφτασαν στην Ιερουσαλήμ, πού εγεννήθη «ο βασιλεύς των Ιουδαίων», ο βασιλιάς Ηρώδης, πέραν από την ταραχή του και την ακριβή πληροφόρηση περί του τόπου της γέννησης του Χριστού, σε όλως τυπική και ίσως σκηνοθετημένη όπως φαίνεται πράξη, κάλεσε κρυφά τους Μάγους σε τιμητική δήθεν δεξίωση, όπου και εξακρίβωσε τον χρόνο που φάνηκε το αστέρι· «Τότε ο Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους ηκρίβωσε παρ’ αυτών τον χρόνο του φαινομένου αστέρος, και πέμψας αυτούς εις Βηθλεέμ είπε· πορευθέντες ακρι­βώς εξετάσετε περί του παιδιού, επάν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως κ’ αγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ» (Ματθ. Κεφ. 2, 7-9) και ο χρόνος αυτός, σύμφωνα με τα ως άνω δεδομένα, δεν πρέπει να υπολογίστηκε από τον Ηρώδη πέραν του έτους.
β) Ο Ηρώδης όταν διαπίστωσε πως εξαπατήθηκε από τους Μάγους, οι οποίοι «χρηματισθέντες κατ’ όναρ μη ανακάμψαι προς Ηρώδην δι’ άλλης οδού ανεχώρησαν», πήρε την απόφαση να φονεύσει όλα τα παιδιά και πέραν ακόμη από τα όρια της Βηθλεέμ· «Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων» (Ματθ. Κεφ. 2, 16).
Δηλαδή, συνοψίζοντας τα ως άνω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι Μάγοι βρήκαν και προσκύνησαν το Χριστό σε λιγό­τερο από ένα χρόνο και τούτο είναι αληθές από τον ακριβή χρόνο που ορίζει ο βασιλιάς Ηρώδης για την θανάτωση των νηπίων «από διετούς και κατωτέρω» γνωστού όντως, ότι ο αιμοβόρος Ηρώδης συγχρόνως με τον διπλασιασμό των τοπι­κών ορίων της Βηθλεέμ όπου γεννήθηκε ο Χριστός, διπλασίασε και τον χρόνο της γέννησής Του, ώστε να είναι βέβαιος, ότι και σε χώρο, αλλά και σε χρόνο θα εξασφάλιζε, οπωσδήποτε, τον βέβαιο θάνατο του γεννηθέντος Χριστού.
Ύστερα από τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω η απάντηση στην ερώτησή μας, «πότε και πού οι Μάγοι βρήκαν και προσκύνησαν τον Ιησού Χριστό», είναι προφανής. Τον βρήκαν προς το τέλος του έτους από τη γέννησή Του και βεβαίως όχι στη «φάτνη των αλόγων ζώων», αλλά σε κάποιο σπίτι της Βηθλεέμ, γιατί μετά την ευλογία του Ιησού Χριστού από τον Συμεών την όγδοη ημέρα στον ναό του Σολομώντος, επέστρεψαν πάλι στη Βηθλεέμ και είτε ο Ιωσήφ βρήκε σπίτι, είτε εφιλοξενούντο σε κάποιο σπίτι. Η Γραφή στο σημείον αυτό είναι λίαν σαφής· «Και ιδού ο αστήρ, ον είδον εν τη ανατολή, προήγεν αυτούς, (τους Μάγους), έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον… Και ελθόντες (οι Μάγοι) εις την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού». Ο Ιωσήφ ίσως, για την κάλυψη κάποιας οικογε­νειακής ανάγκης, να απουσίαζε εκείνες τις ώρες (Ματθ. Κεφ. 2, 9-10).
Επομένως, Ορθόδοξες εικόνες με επιλόχεια αντικείμενα και τους Μάγους να παρουσιάζονται στη φάτνη της γέννησης, αλλά και εορταστικές ακόμη παραστά­σεις που παρουσιάζουν την προσκύνηση των Μάγων στη φάτνη αλόγων ζώων, ουδόλως ανταποκρίνονται στην αγιογραφική ιστορική αλήθεια. Εκεί, στην φάτνη των αλόγων ζώων μόνον οι τσοπάνηδες πήγαν και από Ορθοδόξου πλευράς μόνον αυτοί πρέπει να παρουσιάζονται, και μάλιστα χωρίς κανένα απολύτως δώρον.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2004
Πρεσβ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ
Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
Εκπρόσωπος του Δ.Σ. του Ι.Σ.Κ.Ε.
επί Νομο-Κανονικών θεμάτων
Περιοδικό Ενορία 20/12/04
Αριθμός φύλλου 983

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008


A. Τα Χριστούγεννα είναι πνευματική εορτή.

Ασφαλώς τα Χριστούγεννα έχουν νόημα βαθύτατα πνευματικό, άγιο και σωτήριο. Γιατί με αυτά δεν εορτάζουμε ένα οποιοδή­ποτε γεγονός, ως και εθνικό ακόμη, αλλά την ίδια την εμφάνιση, με σάρκα και οστά του Θεού στη γη κι ανάμεσά μας. Μας τίμησε ιδιαίτερα με την επίσκεψή Του αυτή, υπέροχα, ανυπέρβλη­τα, μοναδικά, καθώς ένωσε την δική μας ανθρώπινη φύση με τη δική Του τη Θεϊκή.
Έτσι έχουμε την εμφάνιση του Θεανθρώπου στην ιστορία. Την ένωση του κτιστού πλάσμα­τος, με τον ίδιο τον Άκτιστο Πλάστη και Θεό.
Σκοπός δε αυτής της Θείας παρέμβασης, είναι η Θέωση του ανθρώπου. «Αυτός ενηνθρώπησε, ίνα ημείς Θεοποιηθώμεν», λέγει ο Μ. Αθανάσιος. «Άνθρωπος εγένετο ο Θεός και Θε­ός ο άνθρωπος», τονίζει ο Άγ. Ιω. Χρυσό­στομος. «Άνθρωπος γίνεται ο Θεός, ίνα τον Αδάμ απεργάσηται», ψάλλουμε σε τροπάριο των Χριστουγέννων.
Όποτε με τα Χριστούγεννα δεν κάνουμε τίποτ’ άλλο τελικά, απ’ το να ζούμε την ανα­δημιουργία μας, την ανάπλασή μας απ’ το κατάντημα στο όποιο μας οδήγησε η αμαρτία, ώστε να επανέλθουμε πάλι στην πρότερα μας κατάσταση.
Αυτή δε η ενανθρώπηση του Θεού, είναι και η κορυφαία έκφραση της αγάπης Του προς τον άνθρωπο. Το επιστέγασμα της εφαρμογής του Θείου σχεδίου για την σωτηρία μας. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Κύριος μας τονίζει: «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. γ΄, 15). Αλλά και ο Θεόπνευστος Απ. Παύλος γράφει πως ο Πατέρας «του ιδίου του Υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν» (Ρωμ. η΄, 32).
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν μπορούσε να γίνει με κανέναν άλλο τρόπο, και μάλιστα τόσο αποτελεσματικό, γιατί ολόκληρη η δημιουργία ήταν υποκείμενη στην πτώση.
Μην ξεχνούμε πως και οι δυο μεγάλες πτώ­σεις, η πρώτη μερίδας των αγγέλων και η δεύ­τερη των ανθρώπων, έφεραν όχι απλά αναστά­τωση στην κτίση του Θεού, αλλά εισήγαγαν σ’ αυτήν το κακό ως μόνιμη κατάσταση, ως αντί­θεση στο πρόσωπο και το έργο του απόλυτα αγαθού Θεού.
Απ’ αυτές τις πτώσεις δε, προήλθε και όλο το γνωστό ανθρώπινο δράμα. Ένα δράμα που με τίποτα δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν οι ειδωλολατρικές θρησκείες, οι φιλοσοφίες, οι ιδεολογίες, η όποια σοφία των ανθρώπων, τα όποια πρόσωπα (όσο σοφά και μεγάλα κι αν ήταν) και τα όποια πράγματα!
Να γιατί το μήνυμα των Χριστουγέννων, της Βηθλεέμ το μήνυμα, είναι το πλέον χαρμόσυνο και τόσο ελπιδοφόρο άγγελμα της ιστορίας. Και δεν είναι άλλο, απ’ αυτό του αγγέλου κατά τη Γέννηση του Χριστού προς τους ποιμένες: «Ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τώ λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ός εστί Χριστός Κύριος, εν πάλει Δαυίδ». (Λουκ. β΄, 11). Δηλαδή, σας αναγγέλλω χαρά μεγάλη, η οποία θα είναι για όλο τον λαό, ότι γεννήθηκε σήμερα για σας στην πόλη του Δαυίδ, σωτήρας, ο οποίος είναι ο Χριστός ο Κύριος.
Αυτό δε το όλο νόημα της εορτής ενυπάρχει και στον γνωστότατο ύμνο (καταβασία) των Χριστουγέννων, που μας το υπενθυμίζει με τον πλέον υπέροχο και μοναδικό τρόπο, ως έξης:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε
Χριστός επί γης, υψώθητε...»

Να δε και τα αποτελέσματα αυτής της Θείας παρέμβασης, όπως τα αναπτύσσει με τον δικό του υπέροχο τρόπο, ο Άγ. Ιω. Χρυσόστομος:

«Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά.
Ο διάβολος καταντροπιάσθηκε.
Οι δαίμονες δραπέτευσαν.
Ο θάνατος καταργήθηκε.
Ο Παράδεισος ανοίχθηκε.
Η κατάρα εξαφανίστηκε.
Η αμαρτία διώχθηκε.
Η πλάνη απομακρύνθηκε.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε.
Το κήρυγμα της ευσέβειας ξεχύθηκε και δια­δόθηκε παντού.
Η Βασιλεία των Ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη.
Οι άγγελοι συνομιλούν με τους ανθρώπους.
Όλα έγιναν ένα»

Και πιο κάτω το ίδιο υπέροχα τονίζει:
«Κατέβηκε ο Θεός στη γη κι ο άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς!
Κατέβηκε ο Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον ουρανό!
Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος είναι στη γη!
Έγινε άνθρωπος κι είναι Θεός!
Είναι Θεός κι έλαβε σάρκα!
Κρατιέται σε παρθενική αγκαλιά, και στα χέρια Του κρατεί την οικουμένη!»

Οπότε η γέννηση του Χριστού δεν είναι βέβαια με τίποτα ένα κοινό γεγονός, αλλά ένα γεγονός μοναδικό στην ιστορία, διεθνούς αντί­κτυπου, παγκοσμίων αποτελεσμάτων. Είναι σαφώς παγκόσμιο γεγονός. Εξάλλου και ο Σωτήρας Χριστός ήταν και είναι «προσδοκία εθνών» (Γεν. 49, 10). Όλων των εθνών. Όλων μας.
Δεν είναι τυχαίο που με την σάρκωσή Του η Ιστορία χωρίστηκε στα δύο, στις περιόδους πριν και μετά τον Χριστό, στην περίοδο δηλαδή της άγνοιας και στην περίοδο της γνώσης του Θεού, όπως γίνεται και στον καθένα μας προ­σωπικά όταν Τον γνωρίσουμε πραγματικά. Ένα προ Χριστού κι ένα μετά Χριστό γίνεται η ζωή μας.
Λοιπόν, όπως τονίζουν οι Πατέρες της Εκ­κλησίας, «τούτο εορτάζομεν σήμερον. Επιδημίαν του Θεού προς τους ανθρώπους, ίνα προς τον Θεό ενδημήσωμεν ή επανέλθωμεν».
Το προσέξαμε αυτό το τελευταίο;

Β. Πως καθιερώθηκε η εορτή των Χριστουγέννων;

Είναι και αυτό πολύ σημαντικό να το δούμε. Για να κατανοηθεί τι επικρατούσε την εποχή εκείνη, τι καταργήθηκε με την καθιέρωση της εορτής και που ακριβώς έχουν τη ρίζα τους πολλά (παγανιστικά) στοιχεία που αναβιώνουν σήμερα.
Λοιπόν, είναι αλήθεια, πως δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την ακριβή ημέρα της Γέννησης του Χριστού, αφού δεν γίνεται σχετι­κή αναφορά στα Ευαγγέλια. Οι Χριστιανοί φέρεται να γιόρταζαν τα Χριστούγεννα σε διά­φορες ημερομηνίες, ενδεχομένως και ως κινη­τή εορτή, όχι όμως στις 25 Δεκεμβρίου. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι αυτά εορτάζονταν ως και τα μέσα του 4ου αιώνα στις 6 Ιανουαρίου, μαζί με τα Θεοφάνια.
[1]
Ο Άγ. Γρηγόριος Θεολόγος σε ομιλία του για την 6η Ιανουαρίου τονίζει ότι οι Χριστιανοί εορτάζουν τα Θεοφάνια διότι ο Θεός εφάνη ως άνθρωπος, αλλά και τα Χριστούγεννα διότι ο Χριστός γεννήθηκε ως άνθρωπος. Ο Απ. Παύλος παραβάλει τον Ιησού προς τον Αδάμ. Κι επειδή ο πρώτος άνθρωπος, ο χοϊκός, πλά­στηκε την 6η ήμερα της δημιουργίας, οι Χριστιανοί καθόρισαν την εορτή των Χριστου­γέννων την 6η Ιανουαρίου, δηλαδή την 6η ήμερα από την πρωτοχρονιά, προς ανάμνηση της επί γης παρουσίας του Σωτήρα.
Η μεγάλη, όμως, εξάπλωση του Χριστια­νισμού στη Δυτική Ευρώπη έφερνε μεγάλα προβλήματα στην κατήχηση των πιστών, γιατί εκεί λατρευόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα και πλήθος από παγανιστικές τελετές λίγο μετά τη χειμερινή Ισημερία, και συγκεκριμένα στις 25 Δεκεμβρίου, ο «θεός ήλιος», όπως πιο κάτω θα αναφέρουμε!
Τότε, η Εκκλησία της Ρώμης θέτει την ανάγκη ορισμού ειδικής εορτής για την Γέννηση του Χριστού. Το δε έτος 350 μ.Χ. ο Επίσκοπος της Ρώμης Ιούλιος Α΄, επέλεξε την 25η Δεκεμβρίου ως ήμερα εορτής των Χριστουγέννων, που συνέπιπτε με προαναφερ­θείσες παγανιστικές τελετές, προκειμένου να αντικατασταθούν αυτές με τα Χριστούγεννα και να αρθούν τα εμπόδια διάδοσης της Χριστιανικής Πίστης.
[2]
Κύριος υποστηρικτής για την εφαρμογή της νέας εορτής στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, φαίνεται δε να εορτάσθηκαν εκεί για πρώτη φορά το 379 ή 380 μ.Χ. Ο Μ. Βασίλειος την εισήγαγε το 379 μ.Χ. στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, το δε 386 μ.Χ. ο Άγ. Ιω. Χρυσό­στομος συγγράφει για την εορτή αυτή η οποία, όπως επισημαίνει, ήταν γνωστή επί δεκαετίες στην Αντιόχεια και με πολλά επιχειρήματα αναφέρει ότι ο Χριστός γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί το έξης πολύ σημαντικό γεγονός. Για την καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων την 25η Δε­κεμβρίου, πέραν από την Εκκλησία της Ρώμης (Δύση) και στην Εκκλησία της Κωνσταντινού­πολης (Ανατολή), συνετέλεσε κατά πολύ (ίσως και καταλυτικά) ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και τα σχέδιά του!
Αυτός, αφού είχε επαναφέρει την ειδωλολα­τρία ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας(!), καθόρισε με διάταγμά του να εορτάζε­ται την 25η Δεκεμβρίου ο «θεός ήλιος», όπως ακριβώς συνέβαινε την ειδωλολατρική εποχή!!! Πέραν της εορτής αυτής, με άλλο διάταγμά του, έδωσε εντολή να εορτάζεται προς… τιμή του ηλίου πάλι(!) και η 1η Ιανουαρίου, καθ’ όσον αυτή ήταν η 1η ήμερα του έτους της αυτοκρατορίας!
Τότε η Εκκλησία διαπίστωσε ότι, αυτές οι κρατικές εορτές που γίνονταν κατά διαταγή του Ιουλιανού με κάθε μεγαλοπρέπεια και ήταν μάλιστα και αργίες, παρέσυραν τους Χριστια­νούς να τις παρακολουθούν, με αποτέλεσμα να παρασύρονται τελικά και σε ειδωλολατρικές λατρευτικές εκδηλώσεις! Έτσι, η Εκκλησία αποφάσισε να μεταφέρει την εορτή των Χριστουγέννων και της Γεννήσεως του νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης
[3] από την 6η Ιανουαρίου στην 25η Δεκεμβρίου και να εορτάζεται μαζί με την ειδωλολατρική εορτή του φυσικού ηλίου των ειδωλολατρών!!! Οι Πατέρες της Εκκλη­σίας (όπως ο Άγ. Αυγουστίνος) αναφέρουν ότι την ήμερα αυτή δεν γιορτάζουμε τον ήλιο, όπως οι ειδωλολάτρες, αλλά Εκείνον ο οποίος δημιούργησε εκ του μηδενός τον ήλιο!
Αποτέλεσμα αυτού ήταν, οι Χριστιανοί να πηγαίνουν στους ναούς και να εορτάζουν μεγα­λοπρεπώς την Γέννηση του Χριστού και να μην παρασύρονται πλέον στην παρακολούθηση των ειδωλολατρικών εορτών.
Επιπλέον, αφού η Γέννηση μετατέθηκε για την 25η Δεκεμβρίου, για την 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε η εορτή της Περιτομής του Χριστού, τότε που οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν για δεύτερη φορά τον… ήλιο!
Αργότερα (τον 6ο αιώνα μ.Χ.) ο Ιουστινια­νός, επιδιώκοντας την ενοποίηση της αυτοκρα­τορίας μέσω μιας ενιαίας θρησκείας, όχι μόνο καθιέρωσε την 25η Δεκεμβρίου ως ήμερα εορτής των Χριστουγέννων, αλλά προσδιόρισε αυτή να είναι και αργία, επιπλέον δε, εξέδωσε και διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η 25η Δεκεμβρίου του έτους 754 της Ρωμαϊκής επο­χής θα εθεωρείτο το έτος 1 μιας νέας περιόδου κι ενός νέου τρόπου χρονολόγησης που θα εχρησιμοποιείτο σε όλη την επικράτεια. Έκτοτε έχουμε τη χρονολόγηση της προ Χρίστου και μετά Χριστόν εποχής.
Ωστόσο, είτε ο Χριστός γεννήθηκε πράγμα­τι την 25η Δεκεμβρίου, είτε η ήμερα αυτή επιλέχθηκε για την αντιμετώπιση ή και την κα­τάργηση των παγανιστικών τελετών που γίνο­νταν την ήμερα αυτή, το βέβαιο είναι ότι ο Χριστός ήρθε να καταργήσει τα είδωλα και τον διάβολο που τα δημιούργησε και τα εμπνέει, γι’ αυτό και ως εορτή έχει ιδιαίτερη σημασία για όλους μας. Δεν είναι δε καθόλου τυχαίο το γεγονός που, πολύ γρήγορα, τα Χριστούγεννα κατέκτησαν τις ψυχές όλων.

Γ. Τι ακριβώς γιόρταζαν οι ειδωλολάτρες την 25η Δεκεμβρίου;

Όλες σχεδόν οι ειδωλολατρικές θρησκείες του κόσμου, γιόρταζαν με πολύ έντονο τρόπο τον μήνα Δεκέμβριο διάφορες εορτές, που ουσιαστικά είχαν να κάνουν με το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 ή 22 Δεκεμβρίου!
Κατά το θερινό ηλιοστάσιο η ήμερα είναι η μεγαλύτερη του έτους (21 ή 22 Ιουνίου) και ση­ματοδοτεί την αρχή του καλοκαιριού, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο δε, η ημέρα είναι η μικρό­τερη του έτους και σηματοδοτεί την έναρξη του χειμώνα.
Τότε ο πρωτόγονος άνθρωπος φοβόταν ότι ο ευεργετικός και ζωοδότης ήλιος, που κάθε σού­ρουπο χανόταν όλο και πιο νωρίς στο καταχεί­μωνο αυξάνοντας απειλητικά τη νύχτα, θα «σβηστεί» για πάντα, οπότε και ο ίδιος θα βυθι­ζόταν σ’ ένα αιώνιο σκοτάδι και μάλιστα με αφόρητο κρύο! Μετά δε το χειμερινό ηλιοστά­σιο, γιόρταζαν την αναμενόμενη επαναφορά του ηλίου, πολλές δε αντιλήψεις για τη ζωή και τον θάνατο ή την αναγέννηση, είχαν συνδεθεί με αυτό! Όργανα δεν είχαν για να προσδιορί­σουν ακριβώς πότε γινόταν αυτό, υπολόγιζαν όμως ότι ο ήλιος άρχιζε να παίρνει τη θέση του στον ουρανό λίγες μέρες μετά, πιθανόν στις 25 Δεκεμβρίου.
Ακριβώς στο σημείο αυτό, πλάστηκαν μύθοι, θρύλοι και παραδόσεις, δημιουργήθηκε πλήθος από προλήψεις και δεισιδαιμονίες, όλα τους με μεγάλη θρησκευτική (δηλ. ειδωλολατρική) ση­μασία!
Και τούτο γιατί ο πρωτόγονος άνθρωπος αισθανόταν ότι έπρεπε να βοηθήσει τον κύκλο αυτό, να βοηθήσει ακόμη και τον ήλιο για να ξαναρχίσει να ανεβαίνει και μ’ αυτόν ολάκερη τη φύση, που νεκρή και παγωμένη περιμένει μια δύναμη για να ξαναγεννηθεί, να γονιμοποιηθεί και να καρποφορήσει! Γιατί πίστευε πως, αν οι θεότητες του κάκου υπερίσχυαν στην αιώνια πάλη τους με το καλό, τότε ήταν πολύ πιθανόν ο ήλιος και η γη να μην ξαναγεννηθούν και μαζί τους να χαθούν για πάντα όλες οι σοδειές που εξασφάλιζαν τη ζωή σε ανθρώπους και ζώα!!
Αυτός ήταν και ο λόγος που κατέφευγε σε διάφορες μαγικές ή μυστικιστικές πράξεις και τελετές, ηλιολατρικού περιεχομένου, προκει­μένου να αποτρέψει το χάος και τις δαιμονικές δυνάμεις που πίστευε ότι ξεχύνονταν απ’ αυτό! Γιατί κατά την παχυλή του αντίληψη, μόνο με εορτασμούς κι εκδηλώσεις λατρείας μπορούσε να αποτρέψει το κακό!!
Τις τελετουργίες αυτές τις τελούσαν ντυμέ­νοι με δέρματα και κεφάλια ζώων, άναβαν φωτιές όλη τη νύχτα για να απομακρύνουν το σκοτάδι, χόρευαν και τραγουδούσαν γύρω από τις φωτιές, στόλιζαν τα σπίτια τους με τα λιγο­στά φυτά που επιβίωναν τον χειμώνα όπως γκί, ού, κισσό και κλαδιά δέντρων, ψιθύριζαν ξόρ­κια, ζωγράφιζαν μαγικά σύμβολα με αίμα ζώων στις πόρτες και τα ρούχα τους, τέτοια…
Λέγεται πως στους λόφους της Σκωτίας και της Ιρλανδίας, στα βουνά της Γαλλίας και της Γερμανίας, στα παλάτια των Νορβηγών βασιλιά­δων κ.λπ. οι φωτιές δεν έσβηναν όλο τον χει­μώνα, ενώ στις χώρες του Νότου την φωτιά που έδιωχνε τα υποχθόνια πνεύματα, είχαν αντικα­ταστήσει με τα κεριά!
Έτσι η περίοδος του χειμερινού ηλιοστασί­ου (που αργότερα έγινε Δωδεκαήμερο) είχε ιδιαίτερα συμβολική-μαγική σημασία κι έπαιζε σημαντικό ρόλο, τόσο στις ειδωλολατρικές τελετουργίες της γονιμότητας, όσο και του εξορκισμού των δαιμόνων και «η γέννηση του φωτός» συνδέθηκε πια με «την γέννηση του θεού» που την συμβολίζει.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να τονιστεί και το εξής σημαντικό. Υπάρχει διαφορά στους θρύ­λους και την αντιμετώπιση αυτής της κατάστα­σης στις χώρες του Βορρά από τις χώρες του Νότου. Στον περισσότερο σκοτεινό αλλά και παγωμένο Βορρά, οι θρύλοι είναι γεμάτοι από τρομακτικά πλάσματα, φαντάσματα νεκρών και υποχθόνιες θεότητες, που τα αντιμετώπιζαν περισσότερο με τελετουργίες! Αντίθετα στο Νότο, την Ιταλία και την Ελλάδα, που ο χειμώ­νας ήταν διαφορετικός, το βάρος έπεφτε στο γλέντι και την οργιαστική διασκέδαση, γιατί αυτά από μόνα τους ήταν ικανά να εξορκίσουν, λέει, ακόμη και τα πλέον τρομακτικά πλάσμα­τα!!!
Και μόνον αυτά αρκούν για να δείξουν από τι φοβερό σκοτάδι μας απάλλαξε το Θείο Βρέφος της Βηθλεέμ! Κι είναι το ίδιο σκοτάδι στο οποίο η εωσφορική «Ν. Εποχή» θέλει να μας οδηγή­σει πάλι. Θεέ μου!!
Ακριβώς πάνω σ’ αυτή τη λογική οι αρχαίοι ειδωλολάτρες, εκεί στις 25 Δεκεμβρίου, γιόρταζαν:
Ø Την γέννηση πολλών ηλιακών θεοτήτων, όπως των: Όσιρη, Βάαλ, Διονύσου, Άδωνι, Άττι, του Περσικού Μίθρα που εκείνη την εποχή είχε μεγάλη απήχηση στη Ρώμη και στις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, του σκανδιναβού Μπάλντουρ κ.λπ. και ένεκα αυτού,
Ø Είχαν καθιερώσει διάφορες σχετικές εορτές. Για παράδειγμα οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τα Κρόνια, τα Διονύσια και τα Επιφάνεια του ηλιακού θεού Φοίβου-Απόλλωνα. Οι Ρωμαίοι γιόρταζαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία τους τα Βρουμάλια (από 24 Νοεμβρίου μέχρι 17 Δεκεμβρίου) και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια (από 18 έως 24 Δεκεμβρίου). Την 1η Ιανουαρίου γιόρταζαν τις Καλένδες, στις 3 Ιανουαρίου τα Βότα (δηλαδή οι ευχές – vota) και στις 4 τα Λαρεντάλια ενώ στις 7 Ιανουαρίου τελείωνε η περίοδος των εορτών αυτών! Οι Αιγύπτιοι, εκτός από τον Όσιρη και τον Σάραπη είχαν και την ηλιακή εορτή των Φαραώ Οπέτ, που ήταν μια σύν­θετη και ιδιαίτερα διαδεδομένη εορτή της αναγέννησης του ηλίου (Άμμων-Ρά) και στην εποχή των Πτολεμαίων ονομαζόταν «Επιφάνεια». Για τους Κέλτες ο χειμώνας ξεκινούσε την 1η Νοεμβρίου με την εορτή Samain, όπως και για τους Νορβηγούς με την εορτή Yule κ.λπ.
Ας σημειωθεί ότι ο αυτοκράτορας Αυριλιανός (270 ή 275 μ.Χ.) συνένωσε μια σειρά τέτοι­ων παγανιστικών εορτασμών του χειμερινού ηλιοστασίου που είχαν σχέση με τον θεό ήλιο σε μια, σε ένα είδος «φεστιβάλ» θα λέγαμε σήμερα, που το ονόμασε «Γενέθλια του Αήττητου Ηλίου» (με την έννοια ότι ο ήλιος δεν νικιέται από τίποτα, ούτε και από το σκοτά­δι) με ήμερα εορτασμού την 25η Δεκεμβρίου!
Έκτοτε η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως ημέρα γέννησης του ηλίου κι επομένως ως ημέρα εορτασμού όλων των παγανιστικών θρησκειών!!!


Δ. Έτσι θα νοιώσουμε τη χαρά των Χριστουγέννων…

Αλλ’ ας κάνουμε τα πράγματα πιο συγκεκρι­μένα. Κι’ ας σταθούμε και πάλι στον γνωστότατο ύμνο (καταβασία) των Χριστου­γέννων στον όποιο βρίσκεται όλο το μυστικό, γιατί τονίζει θεσπέσια:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε.
Χριστός εξ’ ουρανών, απαντήσατε.
Χριστός επί γης, υψώθητε.
Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη
και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε λαοί
ότι δεδόξασται».

Ένας ύμνος σφόδρα δοξολογικός, χαρούμε­νος και ενθουσιαστικός, ευχαριστιακός, οικου­μενικός και σωτηριολογικός. Που ταυτόχρονα μας καλεί να κάνουμε πράξη συγκεκριμένα πράγματα, μέσα από τα όποια νοιώθουμε χαρά και ευφροσύνη, γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ, γινό­μαστε ένα μ’ Εκείνον που ήρθε να μας συναντή­σει! Εκείνον ο όποιος «εφάπαξ κατά σάρκα γεν­νηθείς, αεί γεννάται» κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Δηλαδή Εκείνον που ενώ για μια και μόνο φορά γεννήθηκε με σάρκα, πάντοτε, σε κάθε ώρα και στιγμή, σε κάθε ψυχή γεννιέται, επομένως και σε κάθε εορτή των Χριστου­γέννων, αρκεί αυτή η ψυχή να το θελήσει!
Ναι, είναι δύο οι Γεννήσεις του Χρίστου. Η πρώτη είναι το ίδιο το ιστορικό γεγονός και η δεύτερη είναι αυτή η μυστική, που ασύλληπτα διενεργείται στην ψυχή κάθε ανθρώπου, σ’ εκείνον που πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά και τον ακολουθεί πιστά ως Σωτήρα και Λυτρωτή του.
Όπως τα πρώτα Χριστούγεννα ήταν μοναδι­κά, έτσι είναι και τα δεύτερα. Υπό την έννοια ότι απευθύνονται κάθε φορά στον καθένα μας ξεχωριστά, στον καθένα μας προσωπικά, έτοιμα να μας μεταμορφώσουν. Να μας υψώσουν στα ουράνια. Να μας αγιάσουν. Είναι μοναδικά, γιατί είναι ανυψωτικά και αγιαστικά. Οπότε δεν μπορούν να έρχονται κι εμείς να χάνουμε την ευκαιρία. Κι αν σκεφθούμε πως ο ερχομός τους είναι λίγο πριν από τη νέα χρονιά, στο λυκαυγές της, τότε είναι μοναδική ευκαιρία για νέα ζωή, στο νέο χρόνο, στην καμπή του χρόνου της ζωής μας.
Ας είμαστε ρεαλιστές! Όπως και να το κάνουμε, όλα τα κακά της ζωής μας, προέρχο­νται από την αμαρτία, η οποία είναι η χειρότερη και η μεγαλύτερη μάστιγά μας. Η ζωή των ανθρώπων προ του Χρίστου ήταν τραγική, γιατί ζούσαν και πέθαιναν υπό το κράτος της αμαρ­τίας, τελείως ανίκανοι να απαλλαγούν απ’ αυτήν! Το μόνο που έκαναν ήταν να ποθούν όσο τίποτ’ άλλο τη λύτρωση και βέβαια τον Λυτρωτή. Με τίποτα όμως δεν μπορούσαν να νοιώσουν τη χαρά της λύτρωσης, αφού δεν την γνώριζαν, δεν είχε έλθει ο Λυτρωτής.
Είναι ακριβώς το ίδιο αίσθημα που αισθάνο­νται και οι σημερινοί άνθρωποι, που ενώ έχει έλθει ο Λυτρωτής, εκείνοι δεν Τον πλησιάζουν και δεν Τον δέχονται ακόμη, αν κι’ Εκείνος «έστηκεν επί την θύραν και κρούει». Είναι έξω από την πόρτα τους και τους χτυπάει για να Του ανοίξουν, όπως και τούτα τα Χριστούγεννα ας πούμε… Όποτε ζουν όπως οι αρχαίοι εκείνοι ειδωλολάτρες υπό την αμαρτία! Και τότε, ποια χαρά να νοιώσουν και μάλιστα μ’ έναν αμαρτω­λό (υλιστικό, μαγικό, ειδωλολατρικό, τοτεμικό κ.λπ.) εορτασμό;
Αλλά στο σημείο αυτό, είναι καλύτερο να ακούσουμε τι μας λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο όποιος αναφέρει Θεόπνευστα:
[4]
«Ας εορτάζουμε επομένως όχι με δημόσι­ους πανηγυρισμούς, αλλά κατά τρόπο Θεϊκό.
Όχι κατά τρόπο κοσμικό, αλλά κατά τρόπο υπερκόσμιο.
Όχι τα δικά μας, αλλά περισσότερο τα του Κυρίου.
Όχι τα σχετικά με την ασθένεια, αλλά τα σχετικά με την θεραπεία.
Όχι τα της δημιουργίας, αλλά τα της αναδη­μιουργίας».

Πώς θα γίνει αυτό;
Να τι απαντά ο ίδιος:
«Μην στολίσουμε τις εισόδους, μην δημι­ουργήσουμε χορούς, μην στολίσουμε τους δρόμους, μην χορτάσουμε τα μάτια μας, μην τέρψουμε την ακοή μας με μελωδίες, μην κάνουμε θηλυπρεπή την όσφρησή μας, μην δια­φθείρουμε τη γεύση μας, μην επιτρέψουμε στην αφή να ευχαριστηθεί, δηλαδή στις εύκολες αυτές εισόδους της αμαρτίας.
Ας μη δείξουμε αδυναμία σε ένδυμα μαλακό και πλούσιο, Ας μην φορτωθούμε με πολύτι­μους λίθους και αστραφτερό χρυσάφι, Ας μην μεταχειριστούμε βαψίματα, τα όποια κάνουν ψεύτικο το φυσικό κάλλος και τα όποια έχουν εφευρεθεί για να καταστρέφουν την εικόνα.
Ας μην παραδιδόμαστε σε γλέντια και οινο­ποσίες, με τις όποιες γνωρίζω ότι είναι συνυφα­σμένα και σαρκικά όργια, επειδή τα κακά μαθή­ματα προέρχονται από τους κακούς δασκάλους ή καλύτερα, από κακό σπόρο κακός βλαστός θα φυτρώσει…
Ας μην προσπαθούμε να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο στην ακολασία. Διότι ακολασία για μένα είναι κάθε τι περιττό και παραπανίσιο απ’ ό,τι χρειαζόμαστε. Κι’ αυτά να συμβαίνουν όταν άλλοι, οι οποίοι προέρχονται από τον ίδιο πηλό με μας και από την ίδια ένωση, πεινούν κι έχουν ανάγκη.
Αλλά αυτά ας τα αφήσουμε στους ειδωλο­λάτρες, και στους ειδωλολατρικούς κομπα­σμούς και στα ειδωλολατρικά πανηγύρια. Αυτοί αποκαλούν θεούς όντα τα οποία ευφραίνονται από την τσίκνα των σφαγίων κατά τις θυσίες, και εν συνεχεία λατρεύουν τους θεούς αυτούς μα φαγοπότια, επειδή είναι πονηροί δημιουργοί και ιερείς και πιστοί πονηρών δαιμόνων.
Εμείς δε που προσκυνούμε τον Λόγο, ακόμη και αν θα πρέπει να απολαύσουμε κάτι, ας το απολαύσουμε με τη λογική και τον Θείο νόμο και με αφηγήσεις που θα αναφέρονται στη σημερινή εορτή, για να είναι αρμόζουσα η απόλαυση και για να μην απομακρυνθούμε από Εκείνον που μας έχει συγκεντρώσει να εορτά­σουμε».
Αυτός είναι ο εορτασμός των Χριστουγέν­νων. Το ξέκομα, όσο γίνεται, από την ύλη και το δόσιμο στο πνευματικό μέρος της εορτής. Πάνω σ’ αυτή τη βάση ήταν στηριγμένος και ο παραδοσιακός εορτασμός του λαού μας, που δυστυχώς κάποιοι θέλουν να εκλείψει. Δηλαδή νηστεία (40 ήμερων), μετάνοια, εξομολόγηση, κάλαντα την παραμονή, συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία αλλά και την Θεία Κοινωνία, οικογε­νειακό τραπέζι. Τίποτ’ άλλο!
Τα άλλα, το μπούχτισμά μας με την ύλη, τα παγανιστικά στολίδια, τα ειδωλολατρικά έθιμα, οι εξαλλοσύνες, της παγκοσμιοποίησης και της «Ν. Εποχής» είναι, αυτών που με όχημα τον καταναλωτισμό και την εμπορευματοποίηση όλων όσων αφορούν την εορτή, θέλουν να ξεφύγουμε από το βαθύτατο νόημά της, οπότε να χάσουμε τη γαλήνη, την ψυχική μας ομορ­φιά, την ειρήνη και τη χαρά μας. Της αμαρτίας όλα τους…
Λοιπόν, εορτάσαμε όπως πρέπει τα Χριστού­γεννα; Θα νοιώσαμε και τον Χριστό γεννημένο μέσα μας! Νοιώσαμε τον Χριστό γεννημένο μέσα μας; Ώ πόσο μεγάλη είναι τότε η χαρά μας!…


[1] Κατάλοιπο της κοινής εορτής Χριστουγέννων και Θεοφανίων είναι και ο εορτασμός στην Ισπανία και σε χώρες με τις Ισπανικές συνήθειες (όπως το Μεξικό και πολλές χώρες της Ν. Αμερικής) την 6η Ιανουαρίου.


[2] Κατά παράδοση του 8ου αιώνα ο επίσκοπος Ιεροσο­λύμων έγραψε προς τον επίσκοπο της Ρώμης Ιούλιο: «Μέγας κόπος και στέρησις γίνεται εις τάς μεγάλας και λαμπράς εορτάς (της Γεννήσεως και του Βαπτίσματος), ότι τελούνται εν μία ήμερα… Προσταξάτω ούν η αγιωσύνη σου ερευνήσαι πάντα τα συγγράμματα των Ιουδαίων, άτινα, σκυλεύσας ο Καίσαρ Τίτος, απήγαγεν από Ιεροσαλήμ εις Ρώμην…». Τότε ο Ιούλιος Ρώμης συγκέ­ντρωσε και μελέτησε με ειδικούς όλα τα συγγράμματα των Ιουδαίων, που είχαν αρπαχθεί και μεταφερθεί στη Ρώμη και βρήκε σύγγραμμα του Ιστορικού Ιωσήπου ότι την 9η του Σαπέτ, 25η Δεκεμβρίου, έγινε η γέννηση του Χριστού, οπότε και ορίστηκε να εορτάζεται τότε η εορτή. Απ’ αυτόν, λοιπόν, άρχισε η εορτή με αγαλλίαση στην Εκκλησία της Ρώμης και από εκεί σε όλες τις Χριστιανικές Εκκλησίες (βλ. PG 96, 1441 και «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ»).


[3] Λέγει ο γνωστός ύμνος των Χριστουγέννων: «...Σε προσκυνείν, τον Ήλιον της Δικαιοσύνης, και Σε γιγνώσκειν εξ ύψους Ανατολήν...». Το ίδιο αναφέρει και η λαϊκή σοφία: «Χριστός γεννιέται, σαν ήλιος λάμπει / σαν ήλιος λάμπει, σα νιο φεγγάρι...».


[4] Λόγος 38ος «Εις τα Θεοφάνια, δηλαδή την Γέννησιν του Σωτήρος», 4-6, ΕΠΕ. Σημειώνεται ότι ο ύμνος των Χριστουγέννων που αναφέραμε στην αρχή, προέρχεται από την εισαγωγή στον λόγο του αυτό.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008


Η ΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΣΗΜΕΡΑ


Στην Εκκλησία αγωγή σημαίνει οδηγία, οδήγηση των ανθρώπων όχι προς συγκεκριμένες ιδέες ή αξίες ή ιδανικά, αλλά οδήγηση των ανθρώπων εις την αγάπη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αγωγή στην Εκκλησία σημαίνει να μάθει ο άνθρωπος να αγαπά το Χριστό, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο της. Η Εκκλησία μιλά για την αγάπη προς το Θεό. Μια εκκοσμικευμένη αντίληψη της θρησκείας, της Εκκλησίας, μιλά για την πίστη εις τον Θεό και μόνο αυτή. Ενώ το τέλειο εις την Εκκλησία είναι η αγάπη η οποία θα παραμείνει εις τους αιώνας, αφού τόσο η πίστη όσο και η ελπίδα θα καταργηθούν εις την εσχάτη ημέρα και εκείνο που θα απομείνει θα είναι η αγάπη. Επομένως το ζητούμενο εις τον άνθρωπο είναι να μάθει να αγαπά το Θεό. Το να πιστεύει στο Θεό είναι ένα βασικό σκαλί, είναι το πρώτο, το οποίο το πατά και ανεβαίνει στο επόμενο και στο επόμενο. Δε μένει σ' αυτό μόνο, γιατί ένας άνθρωπος, δεν μπορεί να παραδώσει τη ζωή του ολόκληρη σε κάτι το οποίο απλώς το πιστεύει. Αν είναι τόσο ιδεολόγος, μπορεί να το κάνει, όπως γίνεται σε άλλες περιπτώσεις στην καθημερινότητα που βλέπουμε γύρω μας. Αλλά όμως εις την Εκκλησία αυτό το οποίο υπάρχει είναι η αγάπη του Χριστού. Σε μας ο Χριστός είναι το ζητούμενο. Ο Χριστός είναι αυτός, ο οποίος είναι ο Διδάσκαλος του κάθε ανθρώπου. Βλέπετε πόσο ωραία ο Κύριος εις το Ευαγγέλιο μας λέει: "Μάθετε απ’ εμού...". Δηλαδή ο άνθρωπος μαθαίνει από τον Χριστό, από τον ίδιο τον Χριστό, από τη ζωή του Χριστού, από τα λόγια του Χριστού, άλλα προ πάντων από την εμπειρία της αγάπης του Θεού μέσα του. Γι’ αυτό αυτή η εμπειρία είναι τόσο δυνατή που νικά όλες τις αγάπες του κόσμου τούτου. Δεν είναι αρκετό, αδελφοί μου, να λέμε στα παιδιά μας για τις ιδέες του Ευαγγελίου, δεν ε ίναι αρκετό να λέμε ότι το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία είναι το καλύτερο που μπορεί κανείς να τους δώσει, ότι είναι ωραία η αγάπη, η χαρά, η ελευθερία, η δικαιοσύνη. Βέβαια είναι ωραία όλα αυτά, αλλά εκείνο που χρειάζεται ο νέος άνθρωπος σήμερα είναι να μάθει να αγαπά το Χριστό. Να μάθει ότι αυτό που του δίδει η Εκκλησία είναι ο Χριστός, και αυτό δεν μπορεί να του δώσει ο κόσμος. Ο άνθρωπος μπορεί παντού να μάθει να σέβεται τους συνανθρώπους του, να τους αγαπά, να είναι τίμιος, ειλικρινής, δίκαιος, δημοκρατικός, φιλελεύθερος και όλα αυτά. Δεν χρειαζόταν η Εκκλησία για να μας μάθει αυτά τα πράγματα, που μας τα διδάσκει η ίδια η φύση μας. Γιατί άλλωστε ο ανθρώπινος εαυτός μας και η ανθρώπινη μας υπόσταση μας διδάσκει την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, τον σεβασμό, την αγάπη προς τους άλλους. Εκείνο που η Εκκλησία έχει να μας πει είναι για την αγάπη του Χριστού. Κι εδώ, να μου επιτρέψετε, να σας πω ότι είναι το σημείο στο οποίο σκοντάφτουμε εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί, γιατί θεωρούμε την Εκκλησία ως ένα σύστημα ιδεολογικό και είναι αρκετό για μας να είμαστε καλοί άνθρωποι. Είναι αρκετό για μας να τηρούμε τα καθήκοντα μας. Είναι αρκετό τα παιδιά μας να έχουν τα όρια τους. Να μην κάνουν αταξίες. Να μην κάνουν άσχημα πράγματα. Λένε καμιά φορά πράγματα που τ' ακούμε, χαμογελούμε βέβαια με επιείκεια, άλλα δεν εκφράζουν την Εκκλησία. Τι λένε: "Παρά να είναι κάποιος στα ναρκωτικά, καλύτερα στην Εκκλησία". "Παρά να είναι κάποιος στη φυλακή, καλύτερα στην Εκκλησία". Λες και η Εκκλησία είναι το αντίθετο των ναρκωτικών και της φυλακής. Θα έλεγε κανείς, όπως έλεγε και η καμήλα: "Καλά δεν υπάρχει ίσιος δρόμος, μέσος δρόμος"; Δηλαδή ή ναρκωτικά ή Εκκλησία; Δηλαδή όποιος δεν είναι στην Εκκλησία είναι στα ναρκωτικά; Ασφαλώς όχι! Μπορεί να μην είσαι της Εκκλησίας και να είσαι τίμιος, σωστός, ειλικρινής, καλός σύζυγος, καλός πατέρας, καλός μαθητής κι όλα τα καλά να έχεις πάνω σου. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να καταλάβουμε πολλές φορές, γιατί τα παιδιά μας έχουν μια άλλη σχέση με το Θεό. Γιατί εμείς οι μεγαλύτεροι δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Λέμε: "Γιατί θέλεις αυτό το πράγμα; Δεν είναι αρκετό για σένα ότι έγινες καλός άνθρωπος και καλός επιστήμονας κι έχεις τη δουλειά σου και προσφέρεις στον κόσμο και στην κοινωνία; Τα περισσότερα τι τα θέλεις; Αυτά είναι υπερβολές, είναι φανατισμοί, εκκεντρικότητες, άρρωστα πράγματα". Γιατί όμως εκφράζουμε τέτοιες απόψεις: Διότι μετρούμε τη ζωή μας όχι με την αγάπη, αλλά με την καθηκοντολογία. "Το καθήκον σου να κάνεις και είναι αρκετό". Αλλά η αγάπη, αδελφοί μου, δεν έχει όρια. "Όταν αγαπάς το Θεό, δεν έχεις όρια. Όπως και όταν αγαπάς οποιονδήποτε άνθρωπο. Εάν αγαπάς έναν άνθρωπο, θέλεις να είσαι μαζί του, να ενώσεις τη ζωή σου μαζί του. Μπορείς να βάλεις όρια σ' αυτή την αγάπη; Η αγάπη είναι φωτιά που καίει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Δεν μπαίνει σε όρια και σε καλούπια της λογικής, αλλά ενεργεί από μόνη της, γιατί ενεργεί καρδιακά κι όχι εγκεφαλικά. Η Εκκλησία διδάσκει και καλεί τον άνθρωπο να αγαπήσει το Χριστό πάνω απ’ όλα. Ξέρετε, παρατηρείτο παλαιότερα το φαινόμενο εις την Εκκλησία να υπάρχουν πάρα πολλά παιδιά. Θυμόμαστε, όσοι είμαστε μεγαλύτεροι, ότι μέχρι μιαν ηλικία σχεδόν όλα τα παιδιά πήγαιναν στο κατηχητικό, στην Εκκλησία, είχαν σχέση με το Θεό. Από μια ηλικία και ύστερα χάνονταν. Στα δεκατέσσερα, στα δεκαπέντε ή τα δεκαοχτώ. Ερχόταν ο στρατός, το πανεπιστήμιο, εξαφανιζόταν όλη αυτή η προσπάθεια των ανθρώπων, των κατηχητών, των κύκλων, των συνάξεων, των πάντων. Γιατί, νομίζετε; Πού ήταν το λάθος; Εντάξει βέβαια η ανθρώπινη αδυναμία, οι ανθρώπινες προκλήσεις, τα αίτια τα οποία πληθαίνουν, όταν μεγαλώνει ο άνθρωπος. Αλλά το "λάθος", ας το πω έτσι εντός εισαγωγικών, "της Εκκλησίας", όχι της Εκκλησίας καθαυτό, αλλά ημών των ανθρώπων της Εκκλησίας, ήταν ότι, δυστυχώς, δεν αντιληφθήκαμε ότι αυτό το οποίο έπρεπε να δώσουμε στα παιδιά μας ήταν η αγάπη του Χριστού. Τους μαθαίναμε τις ιδέες του Ευαγγελίου: "Να' σαι καλό παιδί, τίμιο παιδί, ν' αγαπάς τους άλλους ανθρώπους, να κάνεις ελεημοσύνες, να' σαι σωστός άνθρωπος", αλλά για την αγάπη του Χριστού δε μιλούσαμε. Επειδή και για εμάς η θεολογία ήταν ιδεολογική, φιλοσοφική, ανθρωποκεντρική. Αγνοούσαμε την αγάπη του Θεού, το τι σημαίνει ν' αγαπάς το Χριστό. Γι’ αυτό το λόγο δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τους ανθρώπους να μάθουν να νηστεύουν, να αγρυπνούν, να κοινωνούν, να εξομολογούνται, να διαβάζουν τους βίους των Αγίων. Όχι. Ήταν αρκετό να διαβάζουν άλλα βιβλία. Οι βίοι των Αγίων παραμερίστηκαν. Η ασκητική ζωή της Εκκλησίας παραμερίστηκε. Ο άνθρωπος, ο οποίος εκαλείτο να βιώσει το Χριστό μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας ήταν περιθωριοποιημένος. Μπαίναν άλλα πράγματα μπροστά. Γι’ αυτό το λόγο χάναμε τους ανθρώπους, τον έναν μετά τον άλλο, μόλις πλησίαζαν στην εφηβική ηλικία. Γιατί βέβαια η αμαρτία έχει δύναμη και είναι εμπειρία. Είναι κάτι το οποίο ελκύει τον άνθρωπο και τον αιχμαλωτίζει. Από την άλλη πλευρά, τι θα τραβήξει τον άνθρωπο πέρα; Οι ιδέες; Οι ιδέες είναι νεκρές σκιές των πραγμάτων. Δεν μπορεί μια ιδέα να σε κρατήσει, όσο ιδεολόγος και να είσαι. Ευτυχώς παρήλθε η εποχή αυτή και σήμερα βλέπουμε ότι ανακαλύψαμε, ξαναβρήκαμε τον εαυτό μας, τις ρίζες μας, την παράδοση μας. Και βλέπουμε νέους ανθρώπους εις την Εκκλησία, βλέπουμε νέους ανθρώπους να αγαπούν το Θεό, να μπαίνουν στην Εκκλησία με νέα δεδομένα, με νέες προϋποθέσεις. Μπορεί να έχουν τις δυσκολίες τους, τα προβλήματα τους, τις πτώσεις τους, τις αδυναμίες τους, όπως κι όλοι μας. Αλλά ακούν για την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι που πρέπει, αδελφοί μου, να λέμε στα παιδιά μας. Να μάθουν να αγαπούν το Θεό. Όταν αγαπούν το Θεό, τότε ανακαλύπτουν μέσα τους τη μεγάλη εμπειρία της αγάπης Του. Τότε μαθαίνουν και αποκτούν ένα ισχυρό πνευματικό αντίσωμα μέσα τους, το οποίο είναι ένα αντίβαρο εις το βάρος της αμαρτίας. Και ότι, κι αν πληγωθεί από την αμαρτία, η παρουσία της αγάπης του Χριστού παρηγορεί την καρδιά του. Ξέρει ότι δε θα σωθεί απ’ τις δικές του δυνάμεις, δε θα σωθεί με τα δικά του δεδομένα. Αλλά με την αγάπη του Θεού, με την ευσπλαχνία του Θεού, με την ελεημοσύνη του Θεού, με τη θυσία του Χριστού πάνω στο Σταυρό για μας όλους. Αν μιλούμε για αγωγή σήμερα στην Εκκλησία, μιλούμε ακριβώς γι' αυτή τη μύηση, γι' αυτή την οδηγία. Να βοηθήσεις τον άνθρωπο να αγαπήσει το Θεό.



Γράφει: Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008


Πνευματικές νουθεσίες του γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου.


Ευλογημένα μου παιδάκια,Εύχομαι εγώ, ο ταπεινός και ανάξιος πατέρας σας, από τα βάθη της ελεεινής μου ψυχής, το έλεος και η αγάπη του Tρισαγίου Θεού μας, να μη σας εγκαταλείψη ποτέ έως ότου φθάσετε στην Άνω Ιερουσαλήμ στην πόλη των τέκνων του Θεού. Αμήν.Όλοι οι Χριστιανοί δίνουν υποσχέσεις στο Θεό κατά την τέλεση του Mυστηρίου του Bαπτίσματος. Όσοι όμως ασπάζονται το μοναχισμό, εκτός από τις κοινές για όλους τους χριστιανούς υποσχέσεις, προσθέτουν κι άλλες που αφορούν αποκλειστικά τη μοναχική ζωή. Γνωρίζετε, παιδιά μου, τις υποσχέσεις αυτές. Τις δώσατε μπροστά σε πολλούς, μοναχούς και λαϊκούς. Ακούσατε μάλιστα τότε το λόγο του Πνευματικού σας Πατέρα «Ο Κύριος θα σας αμείψει όχι σύμφωνα με τα λόγια των υποσχέσεων, αλλά σύμφωνα με την πιστή τήρησή τους».Δε σας υπενθυμίζω αυτά επειδή φοβάμαι μήπως αδιαφορείτε για τη σωτηρία σας. Κάθε άλλο. Είμαι, ο ταλαίπωρος, πεπεισμένος ότι φροντίζετε για την απολογία που θα δώσετε στη μέλλουσα κρίση. Είμαι επίσης πεπεισμένος ότι ο καθένας αγωνίζεται και κοπιάζει ανάλογα με τις δυνάμεις του. Όπως η επιμελής κλώστρια κλώθει ομοιόμορφα το νήμα όσο μακρύ κι αν είναι, έτσι κι εσείς πρέπει να κλώθετε το νήμα της μοναχικής ζωής με τον ίδιο ζήλο από τη στιγμή που πατήσατε το κατώφλι του κοινοβίου μέχρι την ώρα του θανάτου. Ο ζήλος που δε χαλαρώνει έχει μεγάλη σημασία. Παρακολουθήσατε ποτέ τη λειτουργία της ατμομηχανής; Κινείται όταν υπάρχει ατμός. Κι όσο περισσότερος ατμός υπάρχει, τόσο γρηγορότερα κινείται. Όταν όμως εξασθενεί η πίεση του ατμού, μικραίνει και η ταχύτης της κινήσεως. Η ατμομηχανή τελικά σταματά. Ό,τι είναι ο ατμός για τη μηχανή, είναι ο ένθεος ζήλος για την αφιερωμένη ζωή. Όταν υπάρχει ο ζήλος, όλα προχωρούν κανονικά. Όταν όμως ατονήσει ο ζήλος, τότε η πρόοδος σταματά. Όλα οδηγούνται στη διάλυση.Μην ψυχραίνετε την πνευματική σας θέρμη και μην αποκάμετε από τους κόπους της μοναχικής ζωής. Να ελέγχετε διαρκώς την ψυχή σας, για να μη πέσετε σε αμέλεια και δώσετε ευκαιρία στον εχθρό να σας εμπαίξει. Αγωνισθείτε με κάθε τρόπο, για να μην αδυνατίσουν τα τείχη της καρδιάς. Συχνά να ενθυμήσθε τον πρώτο σας ενθουσιασμό, τότε που ήλθατε εδώ, αφήνοντας την οικογένειά σας, τους συγγενείς και τα φιλικά σας πρόσωπα... Όταν περάσατε το κατώφλι της Mονής, επιθυμούσατε μόνο να προσεύχεσθε, ν’ απασχολείτε το νου σας μόνο με θείες σκέψεις, να συνομιλείτε μόνο πνευματικώς, να μελετάτε μόνο το λόγο του Θεού και τα βιβλία των Oσίων, να απωθείτε κάθε κοσμικό, να ζήτε με ειρήνη προς όλους και με αδιάκριτη υπακοή στον Πνευματικό Πατέρα και σ’ ολόκληρη την αδελφότητα. Ασφαλώς ήσαν ειλικρινείς αυτές σας οι επιθυμίες. Φέρνετε λοιπόν, συχνά στη μνήμη τον πρώτο σας ενθουσιασμό. Θα τον ανανεώνετε έτσι μέσα σας, όπως ανανεώνετε την ατμόσφαιρα σ’ ένα δωμάτιο ανοίγοντας τα παράθυρα.Μαζί με την αφυπνιστική αυτή προσπάθεια, να φέρνετε πιο συχνά, τα παραδείγματα ζήλου των μεγάλων Oσίων. Να εντρυφάτε στα Μηναία και στα Συναξάρια. Να συλλογίζεσθε με πόση θέρμη ευαρεστούσαν το Θεό οι Άγιοι, άνδρες και γυναίκες. Θυμηθήτε τους θαυμαστούς ασκητικούς αγώνες τους. Μην αρκεσθείτε όμως, σε μια απλή ενθύμηση. Σκεφθείτε πως είστε υποχρεωμένοι να μοιάσετε τους ήρωες του Χριστού. Όπως στα διάφορα αθλήματα ο ένας αθλητής παρακινείται κι ενθαρρύνεται από την προσπάθεια του άλλου, όπως επίσης στις διάφορες εργασίες σας, δηλαδή στα διακονήματα, ο ένας συναγωνίζεται τον άλλο, έτσι ας θερμαίνεται κι ο ζήλος σας καθώς θα παραδειγματίζεσθε από τα κατορθώματα των Aγίων εκείνων αγωνιστών.Πολύ καλό κι άγιο είναι το ότι εγκαταλείψατε το μάταιο κόσμο και φθαρτό και αφιερωθήκατε στο Χριστό μας. Προσπαθήστε όμως, Πατέρες μου και παιδιά μου, να ολοκληρώσετε το έργο αυτό. Δεν είναι μοναχός (όπως δεν είμαι και εγώ) όποιος φορά τα ράσα και βρίσκεται στη μάνδρα της Mονής. Μοναχός είναι εκείνος που αγωνίζεται να οικοδομήσει μέσα του το πνεύμα της μοναχικής ζωής. Σ’ αυτήν λοιπόν την πνευματική προσπάθεια χρειάζεται πολύ υπομονή, προσευχή και ταπείνωση. Αυτή καθ’ αυτή η Mονή σας, μοιάζει με ιαματική κολυμβήθρα... Nα θεωρείτε τον εαυτό σας γεμάτο από αδυναμίες, τύφλωση, αναπηρία. Παιδιά μου φίλτατα, ασφαλώς σεις γνωρίζετε πολλά μέσα θεραπείας. Γνωρίζετε και τις πνευματικές ασθένειες, δηλαδή τα πάθη. Όταν ο άνθρωπος είναι παραδομένος στα πάθη, δυσκολεύεται να κατανοήσει την κατάστασή του και να ελευθερωθεί. Όταν όμως δεχθεί την επίσκεψη της Θείας Χάριτος, τότε αρχίζει να ξεχωρίζει μέσα του τα φρικτά συμπτώματα των παθών, μετανοεί και προσπαθεί να καθαρθεί. Αρχίζει λοιπόν ο αγώνας, ο πόλεμος. Πρώτα εναντίον των αμαρτωλών πράξεων και κατόπιν εναντίον των αμαρτωλών σκέψεων και αισθημάτων.Ο πνευματικός πόλεμος έχει πολλές φάσεις. Όταν ο αγωνιστής χριστιανός σταματήσει την έμπρακτη αμαρτία, διακρίνει ότι ο νους του ασχολείται με άπρεπες σκέψεις κι η καρδιά του ικανοποιείται με αθέμιτα αισθήματα. Στρέφοντας την προσοχή του στο έργο της εσωτερικής πλέον κάθαρσης αρχίζει να επισημαίνει πώς επιτίθεται ο εμπαθής λογισμός, πώς κρύβεται, πώς σαγηνεύει και αιχμαλωτίζει την ψυχή. Συνηθίζει όμως, ταυτόχρονα και να πολεμά και να διώχνει τον πειρασμό.Όσο ο αγώνας συνεχίζεται, τόσο περισσότερο τα πάθη ξεριζώνονται, έως ότου το έδαφος της καρδιάς τελείως καθαρισθεί. Σημείο καθάρσεως είναι η αποστροφή, η αντιπάθεια, το μίσος προς τα πάθη και τις αφορμές τους. Οι προσβολές του πονηρού εύκολα τότε αποκρούονται, αλλά και πάλι δε σταματούν. Τα πάθη απομακρύνθηκαν από το εσωτερικό της καρδιάς, μένουν όμως στην περιοχή της και όποτε βρουν ευκαιρία, προσπαθούν πάλι να κυριαρχήσουν.Έτσι, ο αγωνιστής επισημαίνει διαρκώς την παρουσία της φιλαυτίας, της κατακρίσεως, της ραθυμίας, της ζηλοτυπίας, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας κι αν και νικητής στον αγώνα, νιώθει ότι είναι ακάθαρτος. Οι προσβολές και μόνο των αισχρών λογισμών, τον κάνουν να θεωρεί αισχρό τον εαυτό του.Θυμηθείτε τέκνα μου, την περίπτωση εκείνου του ασκητού που κατέκρινε διαρκώς τον εαυτό του και απαριθμούσε πλήθη αμαρτιών σα να τις είχε κάνει. Ενώ απλώς μόνο δοκίμαζε τις προσβολές των λογισμών. Θεωρούσε τον εαυτό του ένοχο κι αμαρτωλό. Με τον τρόπο αυτόν προόδευσε και στην κάθαρση και στην ταπεινοφροσύνη. Όσο τελειώτερος γίνεται κανείς, τόσο αμαρτωλότερο θεωρεί τον εαυτό του. Αντίθετα, εκείνος που είναι γεμάτος πάθη, δυσκολεύεται πολύ ν’ αναγνωρίσει την κατάστασή του.Εύχομαι παιδιά μου, από τα βάθη της ελεεινής μου καρδιάς, κάθε πρόοδο στον πανέμορφο αυτόν αγώνα της μοναχικής ζωής και πολιτείας και άξιοι να γίνετε των σωζομένων στη Βασιλεία των Ουρανών.


* Ομιλία στο Σικάγο στις 20 Μαρτίου 1994 του γέροντος Εφραίμ, προηγουμένου της Ιεράς Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους ο οποίος εφησυχάζει στην Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου στην Αριζόνα των ΗΠΑ

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008


ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

7η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008


ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ


1. ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΛΗΣΕΩΣ
Ό απόστολος Παύλος από τη φυλακή της Ρώμης παρακαλεί τούς Έφεσίους στο όνομα του Χρίστου, να πολιτευθούν άξίως της κλήσεως στην οποία ο Θεός τούς κάλεσε. Και παραθέτει κάποιες αρετές πού θα πρέπει νά έχουν σ' αυτή τη νέα εν Χριστώ πολιτεία τους. Νά ζουν δηλα­δή με ταπεινοφροσύνη και πραότητα, με μακροθυμία και υπομονή, άνεχόμενοι με αγάπη ο ένας τα ελαττώματα του άλλου.
Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση σε όλους μας ότι ο φυλακισμένος Απόστολος του Χριστού δεν ζητάει από τούς Έφεσίους κάτι για τον εαυτό του, δεν ζητάει κάποια βοήθεια για τις στερήσεις του μέσα στη φυλακή ούτε ζητάει ν' αποφυλακισθεί. Άλλά ζητάει από αυτούς κάτι πολύ μεγά­λο, το μεγαλύτερο πού θα μπορούσε νά τούς ζητήσει: νά ζουν αξίως της κλήσεως τους. Ποια όμως είναι αυτή ή κλήση πού έκανε στους Έφεσίους και σε όλους εμάς ο Θεός και πώς θα πολιτευθούμε αξίως της κλήσεως;
Ό Θεός μάς έκανε την πλέον τιμητική κλήση πού θα μπορούσαμε νά δεχθούμε. Μάς κάλεσε νά γίνουμε υιοί Θεού, παι­διά του αγαπημένα. Και μάς αξίωσε νά έχουμε το πιο τιμημένο όνομα, το δικό του όνομα. Νά ονομαζόμαστε Χριστιανοί. Και μάς προόρισε νά γίνουμε πρίγκιπες του ουρανού, συμπολίτες στη Βασιλεία του, σύνθρονοι και συμβασιλείς του. Νά γίνουμε κατά χάριν θεοί.
Εμείς άραγε πόσο συχνά σκεπτόμαστε τη μεγάλη αυτή κλήση πού μάς έκανε ο Θεός; Και κατά πόσο συμπεριφερόμαστε ως κληρονόμοι του Θεού; Βέβαια είμα­στε πολιτογραφημένοι πολίτες της Βα­σιλείας του Θεού. Όμως οφείλουμε αυτή την ιδιότητα μας νά τη ζούμε. Νά μάς συνοδεύει αυτή παντού, σε οποιαδήποτε συναναστροφή και έργο μας. Νά είμα­στε όχι Χριστιανοί μόνο της Κυριακής άλλά κάθε ημέρας και ώρας, πάντοτε και παντού. Νά ζούμε ως πρόσωπα πού πρόκειται σύντομα νά κληθούμε στους ουρανούς, για νά εγκατασταθούμε στην ετοιμασμένη εκεί κληρονομιά μας.
Κι όταν το αισθανθούμε αυτό, δεν θα προσκολλάται ή καρδιά μας στη γη ούτε θ' αναζητούμε πάνω απ’ όλα τα υλικά α­γαθά. Όταν αισθανθούμε ότι ίσως και αύριο θα βρισκόμαστε στους ουρανούς, θα περιφρονήσουμε τα μάταια και αμαρ­τωλά και θα αγωνιστούμε νά γίνουμε άν­θρωποι πνευματικοί, άγιοι. Άγιοι όχι στα λόγια ούτε μόνο στις πράξεις μας, άλλά σε κάθε πλευρά τής ζωής μας. Στις δια­θέσεις μας, στις σκέψεις μας, στις επι­θυμίες μας. Στολίζοντας την ψυχή μας με τις αρετές πού αναφέρει ο απόστο­λος Παύλος. Κι έτσι θα θεμελιώνεται σι­γά - σιγά μέσα μας ή εν Χριστώ πολι­τεία και αγιότητα. Διότι ή αγιότητα δεν επιτυγχάνεται μόνο με τα φρικτά βασα­νιστήρια των μαρτύρων ή τις αιματηρές ασκήσεις των αναχωρητών. Άλλά και με τον καθημερινό μας αγώνα καλλιερ­γώντας λίγο - λίγο τις πρακτικές αρετές. Έτσι πολιτευόμαστε αξίως τής κλήσεως μας.
2. ΕΝΟΤΗΤΑ
Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος το­νίζει ιδιαιτέρως την ενότητα πού πρέπει νά έχουν οι πιστοί μεταξύ τους. Και λέει: νά φροντίζετε νά διατηρείτε τη μεταξύ σας ενότητα με την οποία μάς ένωσε το Άγιον Πνεύμα. Αποτελείτε ένα πνευματικό σώμα, την Εκκλησία, την όποια ζωοποιεί το ίδιο Άγιο Πνεύμα. Άλλά και όλοι σας μία ελπίδα έχετε, διότι ο Θεός σάς κάλε­σε όλους για την ίδια Βασιλεία και τα ίδια αγαθά.
Πού λοιπόν θεμελιώνεται ή ενότητα των πιστών; Ούτε σε ιδεολογική ούτε σε ψυχολογική βάση, άλλά σε μυστηριακή. Και ποια είναι αυτή; Ή πηγή τής ενότητας μας είναι ο ένας Κύριος, ή μία πίστη, το ένα Βάπτισμα. Όλοι οι πιστοί έχουμε βαπτισθεί και πιστεύουμε στον ένα και μόνο αληθινό Θεό. Κι όλοι μας αποβλέ­πουμε στον ίδιο ουρανό κι ελπίζουμε στην Ίδια ευτυχία, στον ίδιο Θεό. Αυτός είναι ο αρχηγός όλων μας, ο συνδετικός κρίκος και ο εγγυητής τής ένότητος. Με το δικό του αίμα μάς εξαγόρασε. Μέσα σ' όλους μας ο Ίδιος κατοικεί. Αυτός μάς δένει σφιχτά μεταξύ μας. Όχι απλώς για νά ζούμε ειρηνικά και για ν' αγαπούμε ο ένας τον άλλο, άλλά για νά είμαστε μέσα στην Εκκλησία του όλοι ένα πνευματικό σώμα, ένα πνεύμα, μία ψυχή.
Μπορεί βέβαια οι πιστοί νά διαφέρου­με στα σωματικά ή διανοητικά χαρίσμα­τα, νά έχουμε διαφορετική καλλιέργεια στην αρετή, διαφορετικούς χαρακτήρες, κλίσεις ή προτιμήσεις. Όμως ο Θεός μάς ενώνει όλους σε μία αδιάσπαστη ενότητα. Αυτή ή ενότητα δεν δημιουργεί ανταγωνισμούς και διαιρέσεις μεταξύ μας. Διότι δεν έχει άλλον Θεό ο πλούσιος και άλλον ο πτωχός, άλλον ο μορφωμένος και άλλον ο ολιγογράμματος. Όλοι μέσα στην Εκκλησία του Χριστού τα ίδια αγαθά απολαμβάνουμε. Άλλά και στην ουράνια Βασιλεία του όλοι θα απολαύσουμε τα ανεξάντλητα ουράνια αγαθά, τα όποια υπόσχεται ο Θεός στα παιδιά του.
Ας καλλιεργούμε λοιπόν μεταξύ μας οι πιστοί την ενότητα του Αγίου Πνεύματος με την ταπείνωση, την αγάπη,την υπομονή, την ανεκτικότητα. Αυτή ή ενότητα θα μάς κάνει πιο δυνατούς στους πειρασμούς και στον πνευματικό πόλεμο. Αυτή ή ενότητα θα μάς πλουτίσει με τις ανεξάντλητες δωρεές του Θεού και θα μάς καταστήσει μετόχους τής αιώνιας Βασιλείας του.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008


Ο πόλεμος του διαβόλου


Όταν ο εχθρός της ψυχής μας διάβολος δεν μπορεί να πετύχει τον σκοπό του με άλλα μέσα, καταφεύγει σ΄αυτό το μέσο : Προσβάλλει τον άνθρωπο στις φυσικές του ροπές. Λόγου χάρη, πολλές φορές τυφλώνεται ο νους του αγωνιστού βλέποντας ωραία πρόσωπα. Και ο διάβολος τότε μεταχειρίζεται το παν, ώστε να του δημιουργήσει αισχρούς και ακάθαρτους λογισμούς. Έτσι με τη σατανική πονηρία δεν χτυπάει τον χριστιανό άμεσα, γιατί θα ήταν και η αντίδραση άμεση, αλλά έμμεσα. Και αφού νικήσει τον άνθρωπο στο πρώτο στάδιο και συγκατατεθεί στην αμαρτία, ύστερα τον οδηγεί και στην πονηρή και αισχρή πράξη. Χρειάζεται πολλή προσοχή, γιατί μπορεί να πέσει έτσι κάποιος που να έχει φτάσει ψηλά στην αρετή. Το κάλλος των γυναικών, τα φορέματα, οι καλλωπισμοί και γενικά η απρόσεκτη και άσεμνη συμπεριφορά τους, είναι αφορμές να πέσει ο αγωνιστής. Χρειάζεται λοιπόν πολλή προσοχή.

Οι ηδονές του σώματος και οι πειρασμοί της σάρκας είναι φωτιά και δεν πρέπει να παίζει κανείς μ’αυτή, γιατί οπωσδήποτε θα καεί. Εκείνο που χρειάζεται στην περίπτωση αυτού του πολέμου είναι η περιφρόνηση. Γιατί όσο περισσότερη σημασία δίνει κανείς στους πειρασμούς, τόσο ο σατανάς προχωράει.

Χωρίς καμία αμφιβολία, αυτοί που υπομένουν καρτερικά τους πειρασμούς είναι «φιλόθεοι». Υποφέρουν, λιώνουν πολλές φορές από τη σφοδρότητα των σαρκικών πειρασμών, αλλά δεν υποχωρούν για την αγάπη του Θεού και τη σωτηρία της ψυχής τους. Δεν υποχωρούν στις κολακείες και στα ψέμματα του σατανά. Γνωρίζουν καλά ότι όλα αυτά είναι δολώματα, που με σατανική τέχνη βάζει στο αγκίστρι του ο πονηρός, για να πιάσει τη ψυχή και να την οδηγήσει στην καταστροφή και στην απελπισία.

Αυτοί λοιπόν που πειράζονται και δεν υποχωρούν, δεν γίνονται γνωστοί μόνο στον Θεό, αλλά και σ’αυτόν τον διάβολο που έχει πολύ πόθο να πειράζει τους ανθρώπους του Θεού, όπως τον δίκαιο Ιώβ. Ο Θεός δεν εγκαταλείπει ποτέ τον αγωνιστή, αλλά υποχωρεί για λίγο, ώστε να δοκιμασθεί η πίστη του. Και δεν αφήνει ποτέ τον διάβολο να τον πολεμήσει περισσότερο από τις δυνάμεις του. Όχι όσο θέλει ο διάβολος, αλλά όσο θέλει ο Θεός. Αυτό είναι το μέτρο στους πειρασμούς. Γιατί ο Θεός θέλει να δοκιμάζονται οι αληθινοί και σταθεροί αγωνιστές. Όποιος αγωνίζεται ανυποχώρητα κατά των πειρασμών δεν υπολογίζει τίποτα, αψηφά τα πάντα και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να γίνει ευάρεστος στον Θεό. Ο καλός αγωνιστής όλες τις χαρές και τις δόξες του κόσμου τις θεωρεί σαν σκουπίδια μπροστά στην αγάπη του Θεού. Και όσο ο αγωνιστής προχωρεί στην αρετή, τόσο ταπεινώνεται και αποδίδει τη δόξα στον Θεό, ο οποίος τον βοηθάει και είναι ο αίτιος της νίκης του.

Την ώρα που μας κυκλώνουν οι πειρασμοί, ας παρακαλούμε τον Θεό λέγοντας : «Σύ, Κύριε, υπάρχεις ο μόνος δυνατός, και ο αγώνας μας είναι πρώτα δικός Σου αγώνας. Στα χέρια Σου παραδινόμαστε. Πολέμησε και νίκησε μαζί μας». Έτσι δοκιμάζονται οι καλοί αγωνιστές, όπως δοκιμάζεται το χρυσάφι στη φωτιά που καθαρίζεται από τα άχρηστα στοιχεία και βγαίνει αγνό και καθαρό. Χωρίς τη φωτιά δεν το αναγνωρίζεις, γιατί είναι ανακατωμένο με άλλες άχρηστες ουσίες. Χωρίς πειρασμούς ο χριστιανός δεν έχει καθαρισθεί από τον ρύπο της ψυχής του, που δεν τον αφήνει να πλησιάσει τον Θεό.

Οι ψεύτικοι χριστιανοί λυγίζουν εύκολα όταν βρεθούν στο καμίνι των πειρασμών και απομακρύνονται έτσι από τον Θεό. Και λυγίζουν γιατί άνοιξαν την πόρτα της ψυχής τους στον διάβολο, με την αμέλεια ή με την υπερηφάνεια. Έτσι η θεία χάρη φεύγει απ’αυτούς και χαίρεται ο σατανάς για τη νίκη του. Αυτοί οι ψυχροί χριστιανοί είναι νόθοι και χάνουν τις πνευματικές τους δυνάμεις μέχρι σημείου που να αισθάνονται άδειο τον εαυτό τους. Πέφτουν γιατί θεωρούν την πτώση γλυκειά και δεν καταβάλλουν καμία προσπάθεια να υπομείνουν τις δυσκολίες του αγώνα.

Αυτοί που ψυχικά είναι ράθυμοι δεν φοβούνται μόνο τους ισχυρούς πειρασμούς, αλλά τρέμουν και ταράζονται ακόμη και από τον θόρυβο που κάνει το φύλλωμα των δένδρων. Λιποψυχούν με το παραμικρό και δεν μπορούν να υπομείνουν λίγη πείνα ή μια μικρή αρρώστια. Οι δυνατοί αγωνιστές νικούν τις απαιτήσεις του σώματος και ενώ πεινούν, εξασκούν τον εαυτό τους στην εγκράτεια και στην άσκηση.

Αυτοί ικανοποιούνται να βιάζουν τη φύση τους, γιατί γνωρίζουν ότι το σώμα αντιστρατεύεται στο πνεύμα. Κοπιάζουν για την αρετή και υπομένουν καρτερικά τους πειρασμούς, γιατί γνωρίζουν ότι απ’αυτούς γίνονται τέλειοι και ευφραίνεται ο Θεός. Υπομένουν ευχάριστα κόπους, πόνους και θυσίες για την αγάπη του Θεού. Τους πειρασμούς και τις πονηριές του διαβόλου υπομένουν με γενναιότητα και ακμαίο φρόνημα. Έτσι νικούν τον σατανά, προχωρούν στην αρετή και ευφραίνεται ο επουράνιος Πατέρας, που θα τους δώσει, την ημέρα της Κρίσεως, το στεφάνι της νίκης.