Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008


ΚΥΡΙΑΚΗ 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ματθαίος ιη 23-35

Κείμενο:


Δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού. αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι. πεσών ουν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων· κύριε, μακροθύμησον επ΄ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι ει τι οφείλεις. πεσών ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ΄ εμοί και αποδώσω σοι. ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γενόμενα. τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ· δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με· ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεναυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ. Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.

Μετάφραση:


«Γι΄ αυτό η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ΄ ένα βασιλιά, που θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι του. Μόλις άρχισε να κάνει το λογαριασμό, του φέρανε κάποιον που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριός του διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο, τη γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό από την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα δώσω όλα τα χρέη μου πίσω. Τον λυπήθηκε λοιπόν ο κύριός του εκείνον το δούλο και τον άφησε να φύγει· του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας έξω ο ίδιος δούλος, βρήκε έναν από τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια· τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει λέγοντάς του: ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς. Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω. Εκείνος όμως δε δεχόταν, αλλά πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ώσπου να ξεπληρώσει ότι του χρωστούσε. Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, και πήγαν και διηγήθηκαν στον κύριό τους όλα όσα έγιναν. Τότε ο κύριος τον κάλεσε και του λέει: κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρακάλεσες· δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς το σύνδουλό σου, όπως κι εγώ σπλαχνίστηκα εσένα; Και οργισμένος τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όσα του χρωστούσε. Έτσι θα κάνει και σ΄ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δε συγχωρεί τα παραπτώματα του αδερφού του μ΄ όλη του την καρδιά».

Πηγή: www.gonia.gr/gonia.php

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008




«Δεν σου επιτρέπεται από το νόμο του Θεού να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου, ο οποίος ακόμη ζει».

Λόγια του Τιμίου Προδρόμου, που αποτελούσαν μαχαιριές στις διεφθαρμένες συνειδήσεις του βασιλιά Ηρώδη Αντίπα, και της παράνομης συζύγου του Ηρωδιάδος, η οποία ήταν γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου.
Ο Ηρώδης, μη ανεχόμενος τους ελέγχους του Προδρόμου, τον φυλάκισε.

Σε κάποια γιορτή όμως των γενεθλίων του, ο Ηρώδης υποσχέθηκε με όρκο να δώσει στην κόρη της Ηρωδιάδος, Σαλώμη, ό,τι ζητήσει, διότι του άρεσε πολύ ο χορός της.

Τότε η αιμοβόρος Ηρωδιάδα είπε στην κόρη της να ζητήσει στο πιάτο το κεφάλι του Προδρόμου. Πράγμα που τελικά έγινε.
Έτσι ο ένδοξος Πρόδρομος του Σωτήρος, θα παραμένει στους αιώνες υπόδειγμα σε όλους όσους θέλουν να υπηρετούν την αλήθεια και να αγωνίζονται κατά της διαφθοράς, ανεξάρτητα από κινδύνους και θυσίες.


Η Εκκλησία εορτάζει την αποτομή της κεφαλής του Προδρόμου την 29η Αυγούστου.


Υμνολογική εκλογή.


Απολυτίκιον. Ήχος β’.
Μνήμη Δικαίου μετ’ εγκωμίων” σοι δε αρκέσει η μαρτυρία τουΚυρίου Πρόδρομε” ανεδείχθης γαρ όντως και Προφητών σεβασμιό¬τερος, ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τον κηρυττόμενον. Όθεν της αληθείας υπεραθλήσας χαίρων, ευηγγελίσω και τοις εν Άδη, θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου, και παρέχοντα ημίν, το μέγα έλεος.


Απόδοση.
Εχει γραφεί ότι η μνήμη του δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια. Σε σένα όμως θα αρκέσει η μαρτυρία του Κυρίου, Πρόδρομε. Γιατί αναδείχθηκες ο πιο σεβαστός ανάμεσα στους προφήτες, αφού αξιώθηκες του μοναδικού προνομίου, να βαπτίσεις δηλ. στα ρείθρα του Ιορδάνη αυτόν που εκήρυττες. Ετσι αφού αγωνίσθηκες για την αλήθεια μέχρι τον μαρτυρικό θάνατο, με χαρά εκήρυξες το ευαγγέλιο και στον Αδη, ότι δηλαδή ο Θεός φανερώθηκε στη γη με ανθρώπινη σάρκα, και σηκώνει, και συγχωρεί τις αμαρτίες του κόσμου, και χαρίζει σε ‘μας το μέγα Του έλεος.


ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά την α’ Στιχολογίαν, Κάθισμα. Ήχος πλ. α’.Τον συνάναρχον Λόγον.


Τον μεσίτην συμφώνως νόμου και χάριτος, οι πιστοί συνελθόντες ανευφημήσωμεν’ ότι μετάνοιαν ημίν προεκήρυξε, και Ηρώδην εμ¬φανώς, στηλιτεύσας ευθαρσώς, την κάραν αυτού ετμήθη’ και άρτι ζών μετ’ Αγγέλων, Χριστώ πρεσβεύει του σωθήναι ημάς.


Απόδοση.
Αυτόν που χωρίς σύγκρουση καμμιά υπήρξε ανάμεσα στο νόμο του Μωυσή και στο ευαγγέλιο του Χριστού, που έφερνε τη Χάρη στον κόσμο, ελάτε οι πιστοί να τον τιμήσουμε με ύμνους, αφού συγκεντρωθούμε, γιατί προ Χριστού εκήρυξε την μετάνοια, και φανερά αφού έλεγξε τον Ηρώδη με θάρρος, αποκεφαλίσθηκε. Και τώρα μάλλιστα, ζώντας ανάμεσα στους αγγέλους, πρεσβεύει στο Χριστό για τη σωτηρία μας.


Μετά την β’ Στιχολογίαν, Κάθισμα. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.


Τον εκ μήτρας Προφήτην αναδειχθέντα ημίν, και εκ στείρας φω¬στήρα τη οικουμένη φαιδρώς, προελθόντα εν ωδαίς ανυμνήσωμεν, του Χριστού τον Βαπτιστήν, και νικηφόρον αθλητήν, τον Πρόδρομον Ιωάννην’ πρεσβεύει γαρ τω Κυρίω, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.


Απόδοση.
Αυτόν που από τη μήτρα φανερώθηκε σε μας σαν προφήτης, αφού εσκίρτησε μόλις κατάλαβε τον Χριστό, και σαν αστέρι λαμπρό για την οικουμένη προήλθε από την στείρα Ελισαβετ, με χαρά ας τον ανυμνήσουμε με ψαλμούς, δηλαδή τον βαπτιστή του Χριστού και νικηφόρο αθλητή, τον πρόδρομο Ιωάννη, γιατί πρεσβεύει στον Κύριο να ελεήσει τις ψυχές μας.


Μετά δε τον Πολυέλεον, Κάθισμα. Ήχος πλ. δ’. Την Σοφίαν και Λόγον.


Εκ της στείρας εκλάμψας ψήφω θεού, και δεσμά διαρρήξας γλώσσης πατρός, έδειξας τον ήλιον, εωσφόρον αυγάζοντα’ και λαοίς εν ερήμω, τον Κτίστην εκήρυξας, τον Αμνόν τον αίροντα, του κόσμου τα πταίσματα” όθεν και προς ζήλον, βασιλέα ελέγξας, την ένδοξον κάραν σου, απετμήθης αοίδιμε, Ιωάννη πανεύφημε. Πρέ¬σβευε Χριστώ τω θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την Αγίαν μνήμην σου.


Απόδοση.
Αφού με απόφαση του Θεού έλαμψες σαν αστέρι από τη στείρα Ελισάβετ, και έσπασες τα δεσμά της γλώσσας του πατέρα σου Ζαχαρία, έδειξες τον Ηλιο Χριστό να ανατέλλει σαν τον Εωσφόρο το πρωί, και στο λαό στην έρημο εκήρυξες τον Κτίστη, σαν αμνό που σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου. ΚΑΙ ΑΦΟΎ ΜΕ ΖΉΛΟ ΈΛΕΓΞΕς ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΈΑ, ΑΠΕΚΌΠΗ Η ΈΝΔΟΞΗ ΚΕΦΑΛΉ ΣΟΥ, Ιωάννη αξιομνημόνευτε και πανύμνητε. Πρέσβευε στον Χριστό και Θεό μας, να χαρίσει άφεση των αμαρτιών, σε όσους με πόθο εορτάζουν την αγία σου μνήμη.


Είτα το Στιχηρόν ιδιόμελον. Ήχος β’.


Της μετανοίας ο κήρυξ, Ιωάννη Βαπτιστά, εκτμηθείς σου την κάραν, την γήν ηγίασας’ ότι τον νόμον του θεού τοις πιστοίς ετράνωσας, και παρανομίαν εξηφάνισας. Ως παρεστηκώς τω θρόνω, του επουρανίου Βασιλέως Χριστού, αυτόν ικέτευε, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.


Απόδοση.
Ιωάννη βαπτιστή, που είσαι ο κήρικας της μετανοίας, αφού αποκεφαλίσθηκες, αγίασες τη γη, γιατί ανέδειξες σαν το σημαντικότερο για τους πιστούς τον νόμο του Θεού, οπότε εξαφάνισες με αυτόν τον τρόπο, την παρανομία. Τώρα που στέκεσαι πλάι στο θρόνο του Θεού και επουρανίου βασιλέως, ικέτευσέ Τον να ελεήσει τις ψυχές μας.


Κοντάκιον. Ήχος πλ. α’.


Η του Προδρόμου ένδοξος αποτομή, οικονομία γέγονέ τις θεϊκή, ϊνα και τοις εν Άδη του Σωτήρος κηρύξη την έλευσιν. θρηνείτω ουν Ηρωδιάς, άνομον φόνον αιτήσασα’ ου νόμον γαρ τον του θεού, ου ζώντα αιώνα ηγάπησεν, αλλ’ επίπλαστον πρόσκαιρον.


Απόδοση.
Ηένδοξη αποκεφάλιση του προδρόμου υπήρξε σαν κάποια οικονομία θεική, για να κηρύξει ο θείος προφήτης και στον Αδη τον ερχομό του Σωτήρος Χριστού στη γη. Ας θρηνεί η Ηρωδιάς που ζήτησε παράνομο φόνο, γιατί δεν αγάπησε τον νόμο του Θεού, που εξασφαλίζει την αιώνια ζωή, αλλά κάτι πλαστό και πρόσκαιρο.


Ο Οίκος
Τα γενέσια του Ηρώδου, πάσιν εφάνησαν ανόσια” ότι εν μέσω των τρυφώντων, η Κεφαλή του νηστεύοντος, παρετέθη ώσπερ έδεσμα. Τη χαρά συνήφθη λύπη, και τω γέλωτι εκράθη πικρός οδυρμός’ ότι την κάραν του Βαπτιστού, πίνακι φέρουσα, επί πάντων εισήλθεν, ως είπεν η παίς’ και δια οίστρον, θρήνος επέπεσε πάσι τοις αριστήσασι τότε, συν τω βασιλεί’ ου γαρ έτερψεν εκείνους, ούτε Ηρώδην αυτόν’ φησί γάρ’ ελυπήθησαν λύπην ουκ αληθινήν, άλλ’ επίπλαστον πρόσκαιρον.


Απόδοση.
Τα γενέθλια του Ηρώδη σε όλους φάνηκαν βέβηλα, γιατί ανάμεσα σε αυτούς, που με τρυφή ζούσαν, σαν έδεσμα παρατέθηκε η κεφαλή του Προδρόμου, που παντα νήστευε. Με τη χαρά ενώθηκε η λύπη, και με το γέλιο αναμίχθηκε ο θρήνος ο πικρός,γιατί μπροστά στα μάτια όλων εισήλθε η κόρη, φέρνοντας σε πινάκιο το κεφάλι του βαπτιστού, και για την ακολασία έπεσε θρήνος σε όλους τους συνδαιτημόνες τότε μαζί με τον βασιλιά, γιατί δεν τους ευχαρίστησε τελικά ούτε τους καλεσμένους ούτε το βασιλιά. Αλλά όμως δεν λυπήθηκαν λύπη αληθινή, αλλά πλαστή και πρόσκαιρη.


Συναξάριον
Τη Κθ’ του αυτού μηνός «Αυγούστου», μνήμη της αποτομής της τιμίας Κεφα¬λής του αγίου ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.
Στίχοι.
Τέμνει κεφαλήν χειρ μιαιφόνος ξίφει, Του χείρα θέντος εις κεφαλήν Κυρίου.Εικάδι άμφ’ ενάτη Προδρόμου τάμεν αυχένα χαλκός.


Απέκοψε ένα χέρι φονικό την κεφαλή, αυτού που έθεσε το χέρι του στην κεφαλή του Κυρίου. Κατά την εικοστή ενάτη του μηνός ο χαλκός έκοψε την κεφαλή του προδρόμου.
Τη αυτή ημέρα, μνήμη της οσίας Θεοδώρας της εν Θεσσαλονίκη, της εξ Αιγίνης καταγομένης.
Ταίς τού σού Προδρόμου Χριστέ πρεσβείαις, ελέησον καί σώσον ημάς.Αμήν.


Εξαποστειλάριον. Των Μαθητών.


Τον εν Προφήταις μείζονα γνωρισθέντα, και Αποστόλων πρόκριτον γεγονότα, ύμνοις εγκωμίων στεφανώσωμεν, τον Πρόδρομον της χάριτος” την κεφαλήν γαρ ετμήθη, δια τον νόμον Κυρίου.


Απόδοση.
Αυτόν που αναγνωρίσθηκε σαν μεγαλύτερος ανάμεσα στουςπροφήτες, και ξεχωριστός ανάμεσα στους αποστόλους, ελάτε να τον στεφανώσουμε με ύμνους εγκωμίων, τον πρόδρομο της χάριτος, γιατί αποκεφαλίσθηκε για τον νόμο του Κυρίου.


Έτερον. Ό ουρανόν τοις άστροις.


Ο ασελγής Ηρώδης, τον της αγνείας φυτουργόν, σε Βαπτιστά του Σωτήρος, καρατομήσας δολερώς, σου τους ελέγχους της γλώττης, τεμείν ουκ ίσχυσεν όλως.


Απόδοση.
Ο Αισχρός Ηρώδης, εσένα τον λειτουργό της καθαρότητος, τον βαπτιστή του Κυρίου, αφού αποκεφάλισε με δόλο, δεν απέφυγε τους ελέγχους της γλώσσας σου.


Δόξα των αίνων. Ήχος πλ. β’.


Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράττεται. Ώ όρχημα δόλιον, και πότος μετά δόλου! Ο Βαπτιστής απετέμνετο, και Ηρώδης εταράττετο. Πρεσβείαις Κύριε, του σου Προδρόμου, την ειρήνην παράσχου ταις ψυχαίς ημών.


Απόδοση.
Πάλι τρελλάθηκε η Ηρωδιάδα, πάλι ταράσσεται. Ω δόλια οργή, ω φαγοπότι με δόλο γεμάτο. Ο βαπτιστής αποκεφαλιζόταν, και ο Ηρώδης ταραγμένος δεν μπορούσε να ησυχάσει. Με τις πρεσβείες, Κύριε του προδρόμου Σου, χάρισε στις ψυχές μας την ειρήνη Σου.


Απόδοση, Μοναχής Θεοδοσίας.


Copyright Ορθόδοξη Πορεία

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008


Στυλιανός Παπαδόπουλος.


Η ενότητα της Εκκλησίας


Από: Στ. Παπαδόπουλος, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τ. 2, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1999.


Η Εκκλησία, εφόσον είναι σώμα Χριστού, που σκοπό έχει την σωτηρία των ανθρώπων, δεν κινδυνεύει να αφανιστεί, να καταποντιστεί (PG 52,429), να χαθεί.

Άρχοντες θρησκευτικοί, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, άλλοτε και τώρα, φορείς της κοσμικής εξουσίας, αιρετικοί και οι ίδιοι οι δαίμονες «επολέμησαν την Εκκλησίαν», η οποία όχι μόνο δεν νικήθηκε αλλ' «υπέρ τους ουρανούς αναβέβηκε» (PG 52, 397-8).

Παρά ταύτα κινδυνεύει συνεχώς η ενότητα της Εκκλησίας, ενώ το γεγονός του Σώματος του Χριστού, η Εκκλησία δηλαδή, σημαίνει και αποτελεί ενότητα πραγματική, «... Εκκλησίαν δε Θεού καλεί (= ο Παύλος), δεικνύς ότι ηνώσθαι αυτήν χρη.

Ει γαρ Θεού εστίν, ήνωται και μία εστίν, ουκ εν Κορίνθω μόνον αλλά και εν πάση τη οικουμένη. Το γαρ της Εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλά ενώσεώς εστι, και συμφωνίας όνομα. ...Ει δε ο τόπος χωρίζει (=τους πιστούς), αλλ' ο Κύριος αυτούς συνάπτει κοινός ων» (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Α' 1: PG 61,13), που συντελείται με την συμμετοχή τελικά όλων στην ίδια θεία Ευχαριστία, στο γεγονός δηλαδή ότι, μετέχοντες στον ίδιο «άρτο», «ενούμεθα» όλοι σ' ένα σώμα, το σώμα του Χριστού (PG 61,200). Ενώ πρέπει όλα τα μέλη των κατά τόπους Εκκλησιών, από τις Ινδίες π.χ. μέχρι την Ρώμη (PG 59, 361-2), να αισθάνονται «εν σώμα και πνεύμα» και ότι έχουν την ίδια πίστη, συχνά εμφανίζονται διαιρέσεις και κακοδοξίες, που διασπούν την αληθινή ενότητα.

Η θεία χάρη υπάρχει μόνον όταν και όπου όλοι στηρίζονται στο αυτό «θεμέλιο», στην αυτή πίστη (PG 61,72), δ- ταν «δειχθώμεν πάντες μίαν πίστιν έχοντες» (PG 62,83). Η εμπειρία των σχισμάτων και των κακοδοξιών του Χρυσ. ήταν τόσο πικρή, ώστε νά υποστηρίζει οτι η διαίρεση της Εκκλησίας είναι τόσο μεγάλη αμαρτία, που δεν μπορεί ούτε «μαρτυρίου αίμα» να εξαλείψει (PG 62,85). Η ομολογία πίστεως του ΙΙέτρου ως θεμέλιο της Εκκλησίας και της ενότητας.

Με αυτές τις επισημάνσεις του Χρυσοστόμου κατανοεί κανείς ευχερέστερα τον τρόπο, με τον οποίο κατανοεί ο ιερός άνδρας τους λόγους του Κυρίου στον απόστολο Πέτρο, που αυθόρμητα ομολόγησε και γρήγορα μετανόησε για την άρνηση του Κυρίου: «...συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, ...δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας...» (Ματθ. 16,18) και «Σίμων Ιωνά αγαπάς με πλείον τούτων; λέγει αυτώ. ναι, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει (=ο Κύριος) αυτώ (=τω Πέτρω). βόσκε τα αρνία μου...» (Ιωάν. 21,15 καί 16-17). Ο Κύριος είπε, στον Πέτρο απευθυνόμενος, ότι θα οικοδομήσει την Εκκλησία «επί ταύτη τη πέτρα.» όταν ο Πέτρος ομολόγησε, ότι ο Χριστός είναι «ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος» (Ματθ. 16,16). Ο Χρυσ. επιμένει κι επαναλαμβάνει συχνά ότι η οικοδόμηση-θεμελίωση της Εκκλησίας γίνεται στην ομολογία της ορθής πίστεως, «επί ταύτη τη πέτρα» που εξασφαλίζει την ενότητα και στην περίπτωση εδώ εκφράζεται από τον Πέτρο.

«Ο γαρ την Εκκλησίαν επί τη ομολογία αυτού (=του Πέτρου) οικοδομήσας κaι ούτω τειχίσας αυτήν, ως μυρίονς κινδύνονς κaι θανάτους αυτής μη περιγενέσθαι, ο των ουρανών αυτώ τας κλεις δεδωκώς και τοσαύτης εξουσίας ποιήσας κύριον...» (Εις Ματθ., Ομιλ. ΠΒ' 3: PG 58,741). «...Την δε Εκκλησίαν έφησεν επί την ομολογίαν οικοδομήσειν την εκείνου... (Εις Ιωάν., Ομιλ. ΚΑ' 1: PG 59,128). Δεν είναι ο Πέτρος ο θεμέλιος επί του οποίου στηρίζεται και οικοδομείται η Εκκλησία, θεμέλιος ειναι η ορθή πίστη και αποδοχή της, η ομολογία. Δεν γίνεται δηλαδή ο Πέτρος θεμέλιος ένεκα της ομολογίας του, αλλά θεμέλιος είναι η ίδια η ομολογία.

«Τω γουν Πέτρω ειπών "μακάριος ει, Σίμων Βαρ Ιωνά" κaι επαγγειλάμενος τα θεμέλια της Εκκλησίας επί της ομολογίας αυτού καταθήσεσθαι» (Είς Γαλ., Ομιλ. Α' 1: PG 61,611). Κατά τον ιερό Χρυσ. γνώριζε ο Κύριος τον αυθόρμητο χαρακτήρα του Πέτρου και την άρνηση που θ' ακολουθούσε. Γι' αυτό στερεώνει με την υπόσχεση αυτή το «φρόνημά» του και τον καθιστά ποιμένα προς γνώσιν όλων όσων θα πληροφορηθούν την άρνησή του και ίσως θ' αμφιβάλλουν στο μέλλον για την αποστολή του.

Ακόμη ο Κύριος «ανάγει» με τους λόγους αυτούς τον Πέτρο σε «υψηλήν έννοιαν», αποκαλύπτοντας ότι είναι Υιός του Θεού. «... "συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν". τουτέστι, τη πίστει της ομολογίας. Εντεύθεν δείκνυσι πολλούς μέλλοντας ήδη πιστεύειν και ανίστησιν αυτού το φρόνημα και ποιμένα ποιεί... Είδες πώς και αυτός (ο Χριστός) ανάγει τον Πέτρον εις υψηλήν την περί αυτού έννοιαν και εαυτόν αποκαλύπτει και δείκνυσιν Υιόν όντα του Θεού διά των υποσχέσεων των δύο τούτων» (Εις Ματθ. Ομιλ. ΝΔ' 2: PG 58,534).

Το «στόμα» των Αποστόλων: η υπεροχικότητα του Πέτρου Ο ιερός Χρυσ., ενώ ζούσε και δρούσε στην Αντιόχεια, οι προστάτες του επίσκοποι της οποίας Μελέτιος (360-381) και Φαβιανός (381- 403) δεν αναγνωρίζονταν από την ρωμαϊκή Εκκλησία, δεν είχε καμμία δυσκολία να παρουσιάζει μια σαφή υπεροχικότητα του Πέτρον έναντι των λοιπών Αποστόλων και του Παύλου.

Στίς πνευματικές καταστάσεις φρονεί ότι δεν υπάρχει ισότητα με την στενή έννοια της λέξεως. Γι' αυτό και στην Βασιλεία των ουρανών δεν θα είναι όλοι, όπως δεν ήταν ίσοι οι 12 Μαθητές, μεταξύ των οποίων ο Κύριος διέκρινε τους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη. Και από τους τρείς πάλι διακρίνει («προτίθησι») τον Πέτρο. Η διάκριση όμως αυτή έχει κάποια ιδιοτυπία, που δεν αναιρεί την ισότητα των Αποστόλων την οποία τονίζει συχνά.

Το ίδιο δεν αίρει π.χ. την ισότητα αυτή η υπεροχική αγάπη του Κυρίου προς τον Ιωάννη η οποιαδήποτε μικρή σε κάποιο σημείο υπεροχή κάποιου. «...ουδέ εν τη βασιλεία ίση η τιμή, ουδέ εν τοις μαθηταίς ίση, αλλ' οι τρεις των άλλων προείχον και εν τούτοις αυτοίς τοις τρισί πολλή πάλιν διαφορά.

Πολλή γάρ ακρίβεια παρά τω Θεώ, και μέχρι των εσχάτων... καίτοι γε πάντες ήσαν απόστολοι και πάντες επί δώδεκα θρόνους μέλλονσι καθήσαι... αλλ' όμως τους τρεις ελάμβανε... Και τον Πέτρον δε αυτών προτίθησι λέγων 'φιλείς με πλείον τούτων;'. Και ο Ιωάννης δε υπέρ τους άλλους ηγαπάτο. Και γαρ πάντων εξέτασις έσται ακριβής, καν μικρόν υπερέχεις του πλησίον, καν ακαριαίον, καν οτιούν ουδέ τούτο παρόψεται ο Θεός» (Εις Ρωμ., 'Ομιλ. ΛΑ' 4: PG 60,672). Όταν ο Χρυσ. προσπαθεί να κατοχυρώσει την υπεροχικότητα του Πέτρου, μένει σε φαινόμενα εξωτερικά. Τονίζει μη θεολογικά στοιχεία, τά οποία όμως αναδεικνύουν τον Πέτρο «κορυφή», «κορυφαίο» ή «έγκριτο» μεταξύ των Αποστόλων, «προστάτη» της οικουμένης και «θεμέλιον» της Εκκλησίας.

Προσθέτει ομως εμφατικά ότι ένας λόγος που τον χαρακτήριζε έτσι οφείλεται στην πρόθεση του Κυρίου να δείξει στον Πέτρο ότι του συγχώρησε την άρνηση. «...Ο ουν Πέτρος, ο κορυφαίος τoυ χορού, το στόμα των αποστόλων απάντων, ο της οικουμένης προστάτης, ο θεμέλιος της Εκκλησίας...» (Εις 'Τούτο δε γινώσκετε' 4: PG 56,275). «...Λέγει (=ο Κύριος) αυτώ (=τω Πέτρω). "βόσκε τα πρόβατά μου': Και τι δήποτε, τους άλλους παραδραμών, περί τούτων διαλέγεται; Έγκριτος ην των αποστόλων και στόμα των μαθητών και κορυφή του χορού.

Δια τούτο και Παύλος ανέβη τότε αυτόν ιστορήσαι παρά τους άλλους. Άμα δε και δεικνύς αυτώ ότι χρη θαρρείν λοιπόν, ως της αρνήσεως εξεληλαμένης, εγχειρίζεται την προστασίαν των αδελφών» (Είς Ιωάν., Ομιλ. ΠΗ' 1: PG 59 478). Και τα εξωτερικά στοιχεία της υπεροχικότητας, για τα οποία μιλήσαμε, είναι ότι ο Πέτρος με τον αυθορμητισμό του σπεύδει («προπηδά") πάντοτε ν' απαντήσει, να ομολογήσει, να κηρύξει πρώτος. Κι έτσι γίνεται το «στόμα» των Αποστόλων.

Η πίστη, η γνώμη (η «φωνή») ήταν κοινή όλων των Αποστόλων. Αυτός όμως έσπευσε με θάρρος («παρρησία") να μιλήσει στην Πεντηκοστή.

Ενώ είναι πάντοτε -στα αρχικά γεγονότα των Ιεροσολύμων με την Πεντηκοστή- «συν τοις δώδεκα», όταν ερωτώνται οι Απόστολοι αυτός «προπηδά και προλαμβάνει» όλους και απαντά εκ μέρους όλων. «'Σταθείς δε Πέτρος συν τοις ένδεκα' (Πρ. 2,14)... Κοινήν (= στην Πεντηκοστή) προεβάλλοντο φωνήν, φησί, και πάντων αυτός ην το στόμα. Παρεστήκασι δε οι ένδεκα μαρτυρούντες τοις λεγομένοις. 'επήρε την φωνήν αυτού' (Πρ. 2,14), φησί. τουτέστι μετά πολλής είπε της παρρησίας» (Είς Πράξ., Ομιλ. Δ' 1: PG 60,46). «...πάντων ερωτηθέντων αυτός (= ο Πέτρος) αποκρίνεται. Και ότε μεν την του δήμου γνώμην ηρώτα, πάντε είπον το ερωτηθέν. ότε την αυτών, Πέτρος προπηδά και προλαμβάνει» (Εις Ματθ., Ομιλ. ΝΔ' 1: PG 58,533).

Οι Απόστολοι είναι όλοι «ομότιμοι» και ισότιμοι» μεταξύ τους Η δηλωμένη υπεροχικότητα του Πέτρου αποκτά στον Χρυσ. άλλες διαστάσεις με τις πολύ σαφείς παρατηρήσεις του περί ισότητας και ομοτιμίας μεταξύ των δώδεκα Αποστόλων και του Παύλου. Εξειδικεύει, μάλιστα, τον λόγο του, για να μην παρερμηνευτεί, ότι ο Παύλος υπήρξε «ομότιμος» όχι μόνο προς τους άλλονς δύο «προκρίτους», τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, αλλά και προς τον «κορυφαίο» Πέτρο. Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι διακρίνει μεταξύ ομοτιμίας (ισότητας) και «αξίας».

Η άξία του κάθε αποστόλου είναι προφανώς ανάλογη με την πνευματική του ετοιμότητα, ενώ η τιμή είναι μία, κοινή. Άρα την υπεροχικότητα του Πέτρου ο ιερός Χρυσ. δεν την συνδέει με θεολογικο βάθος, αλλά με τον αυθορμητισμό του χαρακτήρα του Πέτρου και την ανάγκη να τον αποκαταστήσει ο Κύριος στο αποστολικό αξίωμα. «...δείκνυσι (= ο Παύλος) αυτοίς ομότιμον όντα, λοιπόν, και ου τοις άλλοις (Ιωάννη και Ιακώβω) εαυτόν, αλλά τω κορυφαίω συγκρίνει, δεικνύς ότι της αυτής έκαστος απέλαυεν αξίας» (Εις Γαλ. Β' 3: PG 61,638).

Η ισότητα μεταξύ των Αποστόλων δεν αφορά την κατάστασή τους στην Βασιλεία των ουρανών. Εκεί έκαστος θα έχει την «αξία» του. Αφορά τον καιρό της δράσεώς τους στην γη. Απόδειξη η συμπεριφορά του Παύλου έναντι του Πέτρου. Ο πρώτος, μετά τις θαυμαστές επιτυχίες του τριών χρόνων ιεραποστολής, επισκέπτεται στά Ιεροσόλυμα τον Πέτρο, «ως προς μείζονα και πρεσβύτερον». Όσα ο Χρυσ. λέγει για την επίσκεψη αυτή ενέχουν τεράστια σημασία. Εξηγεί ότι ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν κατώτερος του Πέτρου, αλλά το λιγότερο ήταν «ισότιμος» του.

Ο Παύλος δεν ταξίδεψε για να μάθει κάτι ή να διορθωθεί σε κάτι από τον Πέτρο, τον οποίο άλλωστε σε άλλη περίπτωση ήλεγξε. Ταξίδευμε «διά τούτο μόνον»: από «φιλίαν σφοδροτάτην και αγάπην» προς τον Πέτρο, τον οποίο ακόμα ήθελε να τιμήσει («τιμήσαι») με την παρουσία του, και να του δείξει ότι τον θεωρεί «μείζονα καί πρεσβύτερον».

Τέλος, η επίσκεψη του Παύλου μετά από τόσα «κατορθώματα» στον «ισότιμό» του Πέτρο, από τον οποίο δεν περίμενε να διδαχθεί ή να διορθωθεί, οφείλεται στην ταπεινοφροσύνη του και στην εξιστόρηση όσων πέτυχε στην περιοδεία του. «Τί ταύτης ταπεινοφρονέστερον γένοιτ' αν της ψυχής (=του Παύλου); Μετά τοσαύτα και τοιαύτα κατορθώματα, μηδέν Πέτρου δεόμενος, μηδέ της εκείνου φωνής, αλλ' ισότιμος ων αυτώ (πλέον γαρ ουδέν ερώ τέως), όμως απέρχεται (εις Πέτρον) ως προς μείζονα και πρεσβύτερον. Και της αποδημίας αυτώ της εκεί γίνεται αιτία η ιστορία (=η εξιστόρηση) Πέτρου μόνη... την προσήκουσαν απονέμει τιμήν και ου μόνον αμείνω αλλ' ουδέ ίσον εαυτόν εκείνων είναι νομίζει...

Ο μακάριος (= ο Παύλος, ταξίδεψε στα Ιεροσόλυμα) ουχ ως μαθησόμενός τι παρ' αυτού, ουδέ διόρθωσίν τινα δεξόμενος, αλλά διά τούτο μόνον, ώστε ιδείν αυτόν και τιμήσαι τη παρουσία... Το μεν ουν δι' αυτόν (=τον Πέτρον) αποδημήσαι τιμής ην πολλής. Το δε και τοσαύτας επιμείναι ημέρας (= εις Ιεροσόλυμα) φιλίας και σφοδροτάτης αγάπης» (Εις Γαλ., κεφ. Α' 11: PG 61, 631-2). Μία τομή ακόμα στη θεολογική σκέψη του Χρυσ. και θα κατανοήσουμε ακριβέστερα την σημασία της υποσχέσεως του Κυρίου προς τον Πέτρο, ότι θα του δώσει «τας κλεις της βασιλείας» (Ματθ. 16,18). Άρα έχουμε την άποψη του Χρυσ. για την ομοτιμία των Αποστόλων και στην Βασιλεία των ουρανών, όχι μόνον στον καιρό της επί γης δράσεώς τους.

Δεν έχει προσεχτεί ότι ο Χρυσ. το προνόμιο του Πέτρου, που τον προϋποθέτει η παράδοση των «κλειδών» της Βασιλείας, αποτελεί όχι μόνο και προνόμιο του Παύλου, αλλά και όλων όσων «αγάπησαν» στην γη τον Κύριο και το έργο του. Ακριβέστερα, ο Χρυσ. φρονεί ότι η απόδοση στον Πέτρο των κλειδών της Βασιλείας ταυτίζεται (=τούτο δηλών έλεγε) με τον «στέφανον της δικαιοσύνης», που θα «αποδώσει ο Κύριος» στον Παύλο.

Δεν έχει λάβει επομένως με την εικόνα των «κλειδών» κάποιο απόλυτο προνόμιο σαν τιμή κι εξουσία ο Πέτρος, αφού μάλιστα στην συνάφεια τούτη εξηγεί ο Χρυσ. ότι κανείς δεν μπορεί να σταθεί «πρώτος» έναντι του Παύλου. Άρα ορθά με πολλές ευκαιρίες εξηγεί ο Χρυσ. ότι οι υποσχέσεις του Κυρίου στον Πέτρο διέβλεπαν στην αποκατάστασή του στο αποστολικό αξίωμα, κάτι για το οποίο θα πρέπει να αισθάνονται βέβαιοι και οι μελλοντικοί πιστοί. «Και γαρ Πέτρω ούτω φησίν.

Εγώ σοι δώσω τας κλείς των ουρανών:Και ο Παύλος δε τούτο δηλών έλεγε.. λοιπόν, απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι το Κύριος, ο δίκαιος κριτής, εν εκείνη τη ημέρα. Ου μόνον δε εμοί, αλλά και πάσι τοις ηγαπηκόσι την επιφάνειαν αυτού (Β' Τιμ. 4,8). Επιφάνεια δε του Χριστού γέγονεν. Ότι δε Παύλου ουδείς πρώτος στήσεται, παντί που δήλον» (Εις Ματθ., Ομιλ. ΞΔ' 3: PG 58,621).

Είναι σαφές απ' όλα τα παραπάνω οτι η ενότητα της Εκκλησίας εξαρτάται από το γεγονός ότι οι Απόστολοι όλοι συνιστούν μέλη του σώματος του Κυρίου, έχουν κεφαλή τον ίδιο τον Κύριο και είναι μεταξύ τους «ομότιμοι» και «ισότιμοι». Γι'αυτό, άλλωστε, ο Παύλος μπορεί να ελέγχει τον Πέτρο και γι' αυτό ο Πέτρος δεν έκρινε σκόπιμο να επιβάλει εξουσιαστικά τις απόψεις του στην Αποστολική Σύνοδο, όπου του εξηγήθηκε ότι σφάλλει.

Επιπλέον δεν ειναι τυχαίο ότι ο Χρυσ., που με τόσες αφορμές τονίζει την εξωτερική ένεκα του αυθορμητισμού υπεροχικότητα του Πέτρου, δεν χρησιμοποιεί γι' αυτόν τον όρο «πρωτείο» και φυσικά δεν του τον αποδίδει. Δεν λέει και δεν γράφει ότι ο «κορυφαίος του χορού» των Αποστόλων είχε πρωτείο, μολονότι γνωρίζει τον όρο και μάλιστα τον χρησιμοποιεί για τον διάκονο Στέφανο τον πρωτομάρτυρα, που λόγω αυξημένης πνευματικής ετοιμότητας είναι «πρόκριτος» και του δόθηκε περισσότερη χάρη, αν και η «χειροτονία» των επτά διακόνων ήταν «κοινή».

Μεταξύ των επτά διακόνων ο Στέφανος ήταν «πρόκριτος και τα πρωτεία είχεν. Ει γαρ και η χειροτονία κοινή, αλλ' όμως ούτος επεσπάσατο χάριν πλείονα» (Εις Πρ.Ομιλ. ΙΕ' 1: PG 60,119). Οι Απόστολοι δεν είχαν συγκεκριμένο τοπικό (επισκοπικό) θρόνο. Ήσαν υπεύθυνοι για όλη την οικουμένη Στο πρόβλημα ευθύνης των Αποστόλων -φυσικά και τον Πέτρον- ο Χρυσ. Επιχειρεί σημαντική τομή, που είναι σύμφωνη με την όλη πορεία της Εκκλησίας. Οι Απόοτολοι δηλαδή «χειροτονήθηκαν» «άρχοντες» όχι ενός τόπου, μιας πόλεως ή ενός έθνους, αλλά της «οικουμένης».

Γι' αυτό όλοι μαζί, «κοινή», έχουν την ευθύνη της οικουμένης. Άρα κανείς τους δεν είναι επίσκοπος αποκλειστικά της Αντιοχείας, της Κορίνθου, της Εφέσου ή της Ρώμης. Καμμία πόλη δεν μπορεί να διεκδικήσει κάτι τέτοιο. Ό,τι άρα ήταν ο Πέτρος για την Αντιόχεια, της οποίας μάλιστα θεμελίωσε την Εκκλησία, είναι και για την Κόρινθο ή την Ρώμη, όπου κατά τον Χρυσ. πήγε μόνο για να ενισχύσει τους πιστούς στο εξαιρετικά ασεβές περιβάλλον (PG 50,593).

Το ίδιο ισχύει για τον Παύλο και τους ένδεκα αποστόλους. «Άρχοντες γάρ εισιν υπό του Θεού χειροτονηθέντες οι απόστολοι. Αρχοντες ουκ έθνη και πόλεις διαφόρους λαμβάνοντες, αλλά πάντες κοινή την οικουμένην εμπιστευθέντες» (Ότι χρήσιμος η των Γραφών ανάγνωσις Γ' 4: PG 51,93).

Και γίνεται ακόμα σαφέστερος αναφορικά με την μη αποκλειστική σύνδεση των Αποστόλων με κάποιον τοπικό θρόνο (επισκοπικό). Όταν υπομνηματίζει στο κεφάλαιο 21 τον Ευαγγελιστή Ιωάννη το μελλοντικό μαρτύριο του Πέτρου και ότι ο Κύριος διέκειτο «σφόδρα οικείως» προς αυτόν, διερωτάται: γιατί άραγε, αφού τόσο αγαπούσε ο Κύριος και τιμούσε τον Πέτρο, «έλαβε» τον θρόνο των Ιεροσολύμων ο Ιάκωβος (ο Αδελφόθεος) και όχι ο Πέτρος.

H απάντηση είναι περισσότερο από σαφής για το γενικότερο θέμα. Ο Κύριος δεν «εχειροτόνησε» τον Πέτρο επίσκοπο για κάποιον θρόνο, αλλά τον χειροτόνησε «της οικουμένης διδάσκαλον», όπως και τους λοιπούς Αποστόλους. «...Ει δε λέγοι τις, πώς ουν ο Ιάκωβος τον θρόνον έλαβε των Ιεροσολύμων; εκείνο αν είποιμι, ότι τούτον ( =τον Πέτρον) ου του θρόνου, αλλά της οικουμένης εχειροτόνησε διδάσκαλον» (Εις Ιωάν., Ομιλ. ΠΗ' 1: PG 59,480). Επομένως ο Πέτρος, όπως και οι λοιποί Απόστολοι, δεν είχαν κάποιον ιδιαίτερο θρόνο. Θρόνους δώδεκα θα έχουν μόνο στην Βασιλεία των ουρανών.

Στο πλαίσιο της θεολογικής αυτής θεωρήσεως του έργου και της ευθύνης των Αποστόλων κατανοούνται άριστα όσα εμφαντικά λέγει πάλι για τον Πέτρο, τονίζοντας την «παρρησίαν» που επανεύρε ο Πέτρος μετά την «άρνησιν». Παρά την άρνηση, με τα κυριακά λόγια «βόσκε τα αρνία» του έδινε το αποστολικό προνόμιο να «προστατεύει», να ποιμαίνει τους αδελφούς, τους πιστούς χριστιανούς. Οι «αδελφοί» που του εμπιστεύεται ο Κύριος δεν είναι οι Απόστολοι, ώστε να υποθέσουμε ότι του έδινε ο Κύριος πρωτείο εξουσίας.

Οι όροι «προστασία» ή «επιτροπή» και δη «επιστασία» εναλλάσσονται και αναφέρονται στους πιστούς γενικά, στα «ποίμνια» (PG 48,631). «Ο γαρ τότε μη τολμών ερωτήσαι... ούτος (= ο Πέτρος) και την προστασίαν ενεπιστεύθη των αδελφών... Επεί ουν (= ο Κύριος) μεγάλα αυτώ προειπε και την οικουμένην ενεχείρησε και το μαρτύριον προανεφώνησεν...» (Είς 'Ιωάν., Ομιλ. ΠΗ' 2: PG 59,480). Στην ίδια μάλιστα συνάφεια ο Χρυσ. με ρηματικο τύπο σε πληθυντικό αριθμό δηλώνει ότι επρόκειτο οι Απόστολοι όλοι ν' αναλάβουν την ευθύνη της οικουμένης («έμελλον της οικουμένης την επιτροπήν αναδέξασθαι»: Αυτόθι).

O Πέτρος είναι και αυτός ένας μεταξύ αυτών που αναλαμβάνουν την ευθύνη. Αλλού είναι σαφέστερος περί του ότι ο Κύριος ανέθεσε την οικουμένη σε όλους τους Αποστόλους: «0ύτω και ο Σωτήρ, μέλλων καθιστάν αυτούς (τους Αποστόλους) άρχοντας της οικουμένης, δίδωσιν αυτοίς και τιμωρίας εξουσίαν και συγχωρήσεως...» (Εις Ιωάν., Ομιλ. ΠΗ' 2: PG 59,480).

Μία νέα τομή μάλιστα του Χρυσ. αποκλείει ριζικά την προνομιακή δήθεν ευθύνη του Πέτρου για την όλη Εκκλησία, ότι δηλαδή μόνο εκείνος έχει την ευθύνη αυτή (άρα και την ανάλογη εξουσία) για την οικουμενική Εκκλησία. Και αυτό διότι όχι άπαξ λέγει ότι ο Κύριος ανέθεσε το τμήμα των Ιουδαίων στην ευθύνη του Πέτρου και το τμήμα των εθνικών στην ευθύνη του Παύλου.

Η «διαφορά» μεταξύ των τμημάτων αυτών, τα οποία χαρακτηρίζει και «στρατόπεδα», είναι μεγάλη, αλλά σημασία έχει ότι «εις ο βασιλεύς», ο Κύριος (π.χ.: PG 51,379). Εφόσον πάντως στην σκέψη του Χρυσ. οι Απόστολοι δεν είχαν αποκλειστικό επισκοπικό θρόνο, δεν νοείται, βέβαια, και κληροδότηση χαρισμάτων ή τυχον προνομίων ενός Αποστόλου στους επιγενόμενους επισκόπους της πόλεως στην οποία συνέβη να δράσει ο Απόστολος αυτός.

Αυτό ισχύει και για τους επισκόπους της Ρώμης, όπου έδρασαν και μαρτύρησαν οι Πέτρος και Παύλος, χωρίς όμως να είναι και θεμελιωτές της ρωμαϊκής Εκκλησίας. Ένα χωρίο του Β' 1 Λόγου Περί Ιερωσύνης θεωρήθηκε στήριγμα στην άποψη των ρωμαιοκαθολικών περί του ότι ο Πέτρος θα είχε συγκεκριμένους τοπικούς διαδόχους: «...διατί και το αίμα (= ο Κύριος) εξέχεεν; ίνα τα πρόβατα κτήσηται, α τω Πέτρω και τοις μετ' εκείνον ενεχείριζε» (PG 48,632).

Η διατύπωση σ' αιτιατική «τοις μετ' εκείνον» δεν είναι καθόλου ανάγκη να δηλώνει τους επισκόπους Ρώμης. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω προϋποθέτει όλους τους ποιμένες, στους οποίους θα εμπιστεύεται ο Κύριος τους πιστούς, όπως τα εμπιστεύτηκε όχι μόνο στον Πέτρο, αλλά και σε όλους τους Αποστόλους. Σχετικά με το χωρίο, βέβαια, έχει προταθεί ως ορθότερη γραφή «τοις μετ' εκείνον», οπότε σημαίνει τους λοιπούς Αποστόλους.

Η αλληλογραφία του Χρυσ. με τον Ρώμης Ιννοκέντιο καί άλλους δυτικούς επισκόπους. Όταν ο Χρυσ. καταδικάστηκε οριστικά κι εξορίστηκε (404), ακολούθησε γενικότερη αναστάτωση στην Εκκλησία με εκθρονίσεις επισκόπων και διωγμούς κληρικών. Προπαντός με την καταδίκη του Χρυσ. ανατρεπόταν η κανονική τάξη της Εκκλησίας, διότι ο Αλεξανδρείας Θεόφιλος επενέβη αντικανονικά στα πράγματα άλλης τοπικής Εκκλησίας, της Κωνσταντινουπόλεως.

Τα γεγονότα, επειδή ήσαν γενικής σημασίας, «και γαρ υπέρ της οικουμένης σχεδόν απάσης ο παρών υμίν αγών πρόκειται» (Προς Ιννοκέντιον Β': PG 52,536) υποχρέωσαν τον Χρυσ. ν'απευθυνθεί στους δυτικούς επισκόπους με πρώτον τον Ρώμης Ιννοκέντιο. Οι αλλοι δυτικοί επίσκοποι, που έλαβαν το ίδιο κείμενο ήταν φυσικά οι έχοντες τότε τουλάχιστον αποφασιστικό λόγο στα πράγματα της Εκκλησίας: οι Μιλάνου Βενέριος και Ακυληΐας Χρωμάτιος.

Την ίδια τακτική εφήρμοσε πριν από τρεις περίπου δεκαετίες ο Μέγας Βασίλειος, που δεν απευθυνόταν μόνο στον Ρώμης Δάμασο, αλλά και σε άλλους ισχυρούς δυτικούς επισκόπους. Εδώ πρόκειται για δύο Επιστολές του Χρυσ., μία στην αρχή της εξορίας του και μία σύντομη μήνες πριν από την κοίμησή του († 14.9.407). O Ιννοκέντιος απήντησε με μία επιστολή προς το Χρυσ. και μία προς τον κλήρο της Κ/πόλεως.

Ο Χρυσ. αρχικά πληροφορεί τα διατρέξαντα εις βάρος του και εις βάρος των υποστηρικτών του επισκόπων και παρακαλεί τον Ρώμης και τους άλλους επισκόπους να δείξουν «σπουδήν», ώστε να μη ισχύσουν τα γενόμενα εις βάρος του, διότι άλλως η ολη Εκκλησία («η υφ' ήλιον») θα βρεθεί σε «σύγχυση». Η σύγχυση οφείλεται στήν αντικανονική («παρανομίαν») σε άλλη τοπική Εκκλησία επέμβαση του Αλεξανδρείας Θεοφίλου. Παρακαλούσε δηλαδή να καταδικαστεί η ολέθρια επέμβαση σε άλλη τοπική Εκκλησία. «...την προσήκουσαν υμίν ανδρείαν και σπουδήν επιδείξασθαι, ώστε παρανομίαν τοσαύτην επεισελθούσαν ταις Εκκλησίαις αναστείλαι.

Ει γαρ τούτο κρατήσειε τo έθος και εξόν γένηται τοις βουλομένοις εις τας αλλοτρίας επιέναι παροικία εκ τοσούτων διασrημάτων και εκβάλλειν ους αν εθέλοι τις, κατ' εξουσίαν ιδίαν πράττειν άπερ αν εθέλωσιν, ίστε ότι.... πόλεμός τις ακήρυκτος πάσαν επιδραμείται την οικουμένην, πάντων πάντας βαλλόντων και βαλλομένων. Ίνα ουν μη τοσαύτη σύγχυσις καταλάβη την υφ' ήλιον πάσαν, επιστείλαι παρακλήθητε τα μεν ούτω παρανόμως γεγενημένα απόντων ημών... μηδεμίαν έχειν ισχύν...» (Προς Ιννοκέντιον Α' 4: PG 52,534).

Το όλο κείμενο της Επιστολής και ιδιαίτερα το παραπάνω χωρίο είναι πολύ ενδεικτικό των απόψεων του Χρυσ. Στις προηγούμενες παραγράφους ο ιερός άνδρας παρουσίασε τους Αποστόλους ώς «άρχοντες» και «προστάτες» της όλης οικουμένης και ως μη έχοντες αποκλειστικό επισκοπικό «θρόνο». Τώρα οι επίσκοποι έχουν έκαστος αποκλειστικό και περιορισμένο επισκοπικό θρόνο, στην οικουμενική Εκκλησία δημιουργήθηκαν πλέον γενικότερες περιοχές ευθύνης, Μητροπολιτικές κι έπειτα Πατριαρχικές περιφέρειες.

Με το κείμενό του ο Χρυσ. διδάσκει ότι τις περιφέρειες (όρια) αυτές απαγορεύεται να υπερβαίνει ο εκάστοτε Μητροπολίτης ή Πατριάρχης. Τότε τι είδους επέμβαση περίμενε; Ζητάει την σύμφωνη γνώμη τους («εμμέλειαν») την φροντίδα και την «σπουδήν» για σύγκληση Συνόδου και μάλιστα οικουμενικής, όπως ορθά το κατάλαβε ο Ιννοκέντιος, που πολύ προσπάθησε ώστε να συγκληθεί τέτοια Σύνοδος, αλλά χωρίς να το επιτύχει.

Η επιστολή του Ιννοκεντίου προς τον κλήρο της Κ/πόλεως εκφράζει με θαυμάσιο τρόπο το φρόνημα της Εκκλησίας αναφορικά με τον ρόλο του Ρώμης και την δήθεν παγκόσμια εξουσία του. Δηλώνει εκεί ότι μόνο αναφορικά με την αντικανονική επέμβαση του Αλεξανδρείας Θεοφίλου και την καταδίκη του Χρυσ. πρέπει να ισχύσουν οι κανόνες της Α' οικουμενικής Συνόδου περί μη επεμβάσεως σε άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Γι' αυτό και δεν διανοείται να επέμβει ο ίδιος εξουσιαστικά.

Ο τρόπος αντιμετωπίσεως του ζητήματος, υποδεικνύει ορθά, ότι προϋποθέτει Σύνοδο, που μόνη αυτή έχει γενικότερη εξονσία. « Ότι κai περί της των κανόνων παραφυλακής, τούτοις δειν έπεσθαι γράφομεν, οίτινες εν Νικαία εισίν ωρισμένοι, οις μόνοις οφείλει ακολουθείν η καθολική Εκκλησία...

Αλλά τι κατά των τοιούτων (= των παραβαινόντων τους κανόνες) νυν εν τω παρόντι ποιήσωμεν; Αναγκαία εστί διάγνωσις συνοδική, ην κaι πάλαι έφημεν συναθροιστέαν, μόνη γάρ εστιν ήτις δύναται τας κινήσεις των τοιούτων καταστείλαι καταιγίδων... Και γαρ ημείς πολλά σκεπτόμεθα ον τρόπον η Σύνοδος οικουμενική συναχθείη, όπως τη βουλήσει του Θεού αι ταραχώδεις κινήσεις παύσωνται» (Ιννοκεντίου, Προς τον κλήρον της Κ/πόλεως: PG 52,538). Η βοήθεια στους χειμαζόμενους θα δοθεί μόνο με την Σύνοδο.

Ο ίδιος ο Ιννοκέντιος δεν αισθάνεται κάτοχος αυξημένης εξουσίας, ώστε να δοκιμάσει έστω την επίλυση του ζητήματος. Το μόνο που μπορει να κάνει, μέχρι την σύγκληση της Συνόδου, είναι να παρηγορεί και να συμβουλεύει υπομονή (αυτόθι).

Η ενέργεια του Χρυσ., ν' απευθυνθεί στους ισχυρούς επισκόπους της Δύσεως και να ζητήσει εξέταση της γενικενμένης πλέον εκκλησιαστικής κρίσεως από Σύνοδο, ήταν πολύ ορθή και κανονική. Γνώριζε και προϋπέθετε ότι ο επίσκοπος Ρώμης, πέρα του κύρους που του προσδίδει η «προκαθημένη της αγάπης» και αποστολική και πρωτευουσιάνικη Εκκλησία του, δεν έχει άλλη εξουσία να επεμβαίνει. Γι' αυτό ζητάει σύγκληση Συνόδου και γι' αυτό απευθύνεται και προς άλλονς δυτικούς επισκόπους. Αλλά και ο Ιννοκέντιος στο σημείο τούτο αναδείχτηκε φορέας της γνήσιας Παραδόσεως, μη θέλοντας να επέμβει σε ξένης εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας κρίση, την οποία πίστευε ότι μόνο Σύνοδος δικαιούται ν'αντιμετωπίσει.

Η τακτική, τέλος, του Χρυσ. και του Ιννοκεντίου υπογραμμίζουν τον ορθό τρόπο εξασφαλίσεως της ενότητας της οικουμενικής Εκκλησίας, ώστε να βασιλεύει πάντοτε ειρήνη, την οποία φυγαδεύουν οι κυριαρχικές διαθέσεις των οποιωνδήποτε πρωτείων εξουσίας.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008




“ΟΦΕΙΛΟΜΕΝ ΗΜΕΙΣ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΙ ΤΑ ΑΣΘΕΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ ΒΑΣΤΑΖΕΙΝ”



Ο απόστολος Παύλος, στο 15ο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του (στίχοι 1-7), γράφει τα εξής σημαντικά και ενδιαφέροντα.


«Οφείλομεν δε ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των άλλων βαστάζειν». Δυνατός άνθρωπος κατά τη λογική του κόσμου είναι το πρόσωπο που είναι σκληρό, άκαμπτο, επιβάλλεται, επικρατεί με τη δύναμή του, σωματική-υλική-πνευματική. Δυνατός είναι αυτός που κάνει ό,τι θέλει και χρησιμοποιεί τους άλλους όπως θέλει. Κατά τον Παύλο όμως δυνατός είναι ο πιστός που τηρεί τις εντολές του Χριστού· έτσι δυνατός είναι αυτός που «βαστάζει τα ασθενήματά των άλλων», όπως ο Χριστός βάσταξε και υπόμεινε τις αδυναμίες μας. Δηλαδή, αυτός που υπομένει, ανέχεται, συγχωρεί και συγκαταβαίνει στις αδυναμίες των άλλων. Στις ιδιορρυθμίες, στις λόξες, στις παράλογες απαιτήσεις, στα εν γένει ελαττώματά τους. Αυτόν τον πιστό ο Παύλος τον συγκατατάσσει με τον εαυτό του. «Οφείλομεν ημείς οι δυνατοί…». Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος· «Έγινες δυνατός; Δώσε την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη στο Θεό, ανεχόμενος και υπομένων τον αδελφό σου με απώτερο σκοπό να τον διορθώσεις. Θυμήσου τον Παύλο που έλεγε, ‘ελεύθερος γαρ ων εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα, ίνα τους πλείονας κερδίσω…τοις πάσι γέγονα τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω’(Α΄ Κορ. 9,19-22) και τη συμβουλή που μας δίνει, ‘αλλήλων τα βάρη βαστάζετε’ (Γαλ. 6,2).


«Και μη εαυτοίς αρέσκειν».


Να μη κάνουμε το δικό μας θέλημα ή το καπρίτσιο.


Να μη επιβάλλουμε τη δική μας άποψη ή προτίμηση. Να μη είμαστε οι νταήδες που ισοπεδώνουμε και κονιορτοποιούμε όσους δεν συμφωνούν και δεν συνεργάζονται με μας. Μα μπορεί ν’ ασκούμε διοίκηση και θα πρέπει να ποδηγετήσουμε τους άλλους προς κάποιες κατευθύνσεις, θα πει κάποιος. Ναι την αποστολή μας και το έργο μας θα το κάνουμε. Αλλά τέλειος ηγέτης και τέλειος διοικητής είναι αυτός που εμπνέει τον άλλο, που τον εμψυχώνει, τον προτρέπει με θεμιτά μέσα και τρόπους να κάνει το σωστό. Βέβαια υπάρχουν και οι εντελώς κακοήθεις και οι εξ επαγγέλματος αντιδραστικοί και οκνηροί. Οπωσδήποτε σ’ αυτούς θ’ ασκήσουμε κάποια πίεση και θα επιβάλλουμε και τις νόμιμες κυρώσεις εν ανάγκη. Δεν θα μας διακρίνει ένας άρρωστος συναισθηματισμός ούτε θα έχουμε ψυχική αδυναμία στην εκτέλεση του έργου και της αποστολής μας. Γι’ αυτό ο Παύλος συνεχίζοντας συνιστά· «Έκαστος ημών τω πλησίον αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομήν». Όχι να είσαι καλός εική και ως έτυχε. Απλώς να μη στενοχωρούμε τον άλλον. Να τον δεχόμαστε όπως είναι, χωρίς να καταβάλλουμε προσπάθεια να τον αλλάξουμε. Όχι γιατί αυτό είναι αδυναμία. Είναι αδυναμία της ανθρώπινης αγάπης, η οποία συγχωρεί τα πάντα στο αγαπώμενο πρόσωπο, άσχετα αν τον βλάπτουν και δεν τον οικοδομούν σωστά. Λοιπόν να βλέπουμε την άποψη του άλλου. Να υπολογίζουμε τις προτιμήσεις του ή και τις αδυναμίες του. Να υποτάσσουμε τον εγωισμό μας και τις άτακτες κινήσεις της ψυχής μας. Αλλά αυτό θα γίνεται με απώτερο στόχο να επικρατήσει το καλό, το αγαθό, το σωστό, και να οικοδομηθεί ολόκληρο το σώμα της κοινωνίας και της Εκκλησίας προς το τέλειο και το ιδανικό. Είναι τόσο σπουδαίο και βασικό αυτό που συνιστά ο Παύλος, ώστε δεν το αφήνει στη προαίρεσή μας ούτε στην προσωπική εκτίμησή μας, αλλά το επιτάσσει. «Οφείλομεν». Σας θεωρώ δυνατούς, σας συγκαταλέγω με τον εαυτό μου, που είμαι κλητός απόστολος, θεόπτης, ουρανοβάμων, θαυματουργός, μάρτυρας καθημερινώς με όσα αντιμετωπίζω στις ιεραποστολικές περιοδείες μου. Σας ανεβάζω στο ύψος και το επίπεδό μου, αλλά σας το λέγω ξεκάθαρα· οφείλουμε να υπομένουμε και να ανεχόμαστε τις αδυναμίες και τα ελαττώματα αυτών, που είναι κατώτεροι από μας σε πνευματικότητα. Δεν τους κάνουμε χάρη αλλά εξοφλούμε το πνευματικό μας χρέος και εκτελούμε το καθήκον μας. «Και γαρ ο Χριστός ουχ εαυτώ ήρεσεν…». Σε όσα θέματα συμβουλεύει ο Παύλος τους χριστιανούς, αφού τους πει όσα πρέπει, στο τέλος τους παρουσιάζει το παράδειγμα του Χριστού. Ο Χριστός κατά την ωραία εικόνα του ευαγγελιστού Ιωάννη είναι «ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτία του κόσμου» (Ιω.1,29). Φορτώθηκε και κουβαλάει τις αμαρτίες μας τις αδυναμίες μας, τα βάρη μας. Είναι ο προσωπικός Κυρηναίος του καθενός μας και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους συνολικά. Πόσο πρέπει να προσέξουμε σ’ αυτό το σημείο. Γιατί εμείς, όταν θέλουμε να εξουθενώσουμε και να ταπεινώσουμε τους άλλους, για ν’ αναδείξουμε το γόητρό μας και την αρετή μας, αρχίζουμε να παρατηρούμε τα ελαττώματα των άλλων με μικροσκόπιο και λεπτολογία. Κι όταν τα διαπιστώσουμε, πραγματικά ή καθ’ υπόνοια, με χαιρεκακία και ευχαρίστηση αρχίζουμε να κρίνουμε, να σχολιάζουμε, να κατηγορούμε. Εδώ όμως το παράδειγμα του Χριστού και η διδαχή του Παύλου μας προτρέπουν για το αντίθετο. Είσαι δυνατός, φωτισμένος, ανώτερος άνθρωπος; Την υπεροχή σου την πνευματική και την αγιότητα θα την δείξεις, αν ανέχεσαι και βαστάζεις «τα ασθενήματα των άλλων» και στέκεσαι στο πλευρό τους, όχι σαν δικαστής αμείλικτος ή κακοήθης κριτής, αλλά σαν βοηθός γεμάτος από αγάπη και κατανόηση. Ο Χριστός λοιπόν δεν ζήτησε το δικό του συμφέρον και τη δική του άνεση, όπως άλλωστε το είχαν προαναφέρει οι προφήτες. «…αλλά καθώς γέγραπται, οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ». Δεν ενσαρκώθηκε μόνο ο Χριστός, κενώνοντας έτσι τον εαυτό του από τη θεία δόξα, αλλά και ξευτελίσθηκε και διαπομπεύθηκε κατά το χειρότερο τρόπο. Ας θυμηθούμε τις προκλήσεις και τις ειρωνείες που υπέστη πάνω στο σταυρό. «Εάν είσαι υιός Θεού κατέβα από το σταυρό. Άλλους έσωσε, αλλά τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει» (Ματθ. 27,40·42). Δηλαδή δεν ατιμάσθηκε μόνο ο Χριστός αλλά και ο Θεός πατέρας που τον πρόσβαλαν στο πρόσωπο του υιού του. όπως και οι «δυνατοί χριστιανοί όταν ατιμάζονται από τους «αδυνάτους», τότε ατιμάζεται και ο Θεός πατέρας στο πρόσωπο αυτών. Ας το προσέξουν οι «αδύνατοι» αυτό. «Όσα γαρ προεγράφη, εις την υμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη». Όλα τα σχετικά με τον Χριστό τα διασώζουν οι Γραφές για να διδασκόμαστε και να τον μιμούμαστε. Δεν είναι μόνο «τω καιρώ εκείνω», αλλά είναι και για τον παρόντα καιρό και χρόνο. Μας δίνουν υπομονή και παρηγοριά, για να μη χάσουμε την ελπίδα της εν Χριστώ σωτηρίας. Και η ελπίδα με τη σειρά της μας ενισχύει και μας αυξάνει την υπομονή και την παρηγοριά. «Ο δε Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως δώη υμίν το αυτό φρονείν εν αλλήλοις κατά Χριστόν Ιησούν». Ο Παύλος στις επιστολές του χρησιμοποιεί το σχήμα· παραθέτει τη διδασκαλία, προβάλλει το υπόδειγμα του Χριστού, τη μαρτυρία των Γραφών, και στο τέλος καταλήγει σε ευχή-προσευχή. Η παραίνεση και η ευχή είναι συνεχώς αλληλένδετα και αλληλοπεριχωρούνται. Γνωρίζει ο Παύλος ότι χωρίς τη βοήθεια του Θεού τίποτα δεν κατορθώνει ο άνθρωπος και γι’ αυτό συνεχώς εύχεται και προσεύχεται. «Το αυτό φρονείν». Αυτό είναι δείγμα αγάπης. Αυτό που φρονεί κανείς για τον εαυτό του, αυτό να φρονεί και για τον άλλο. Αυτό θέλει και ο χριστός μας. «Ίνα ομοθυμαδόν εν ενί στόματι δοξάζεται τον Θεό». Μ’ ένα στόμα και με μια ψυχή. Τόσο ενωμένοι και συνδεδεμένοι να είστε, δυνατοί και αδύνατοι, ανεχόμενοι ο ένας τον άλλον και αλλήλων τα βάρη βαστάζοντες. «Διό προσλαμβάνεσθε αλλήλους, καθώς και ο Χριστός προσελάβετο υμάς εις δόξαν Θεού». Αυτό το λέγει για όλους δυνατούς και αδυνάτους. Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος· «Κι αν ακόμη θέλει κανείς να χωρισθεί από σένα, εσύ μη χωρίζεσαι· ούτε να πεις τον ψυχρό εκείνο λόγο, ‘αν μ’ αγαπάει, αγαπώ· αν δε μ’ αγαπάει το δεξί μου μάτι βγάζω’ (πρβλ. Ματθ.5,29). Τα λόγια αυτά είναι σατανικά και αρμόζουν στους τελώνες και στη μικροψυχία των ειδωλολατρών. Όταν δε σε θέλει κάποιος, τότε εσύ να δείχνεις μεγαλύτερη αγάπη για να τον προσελκύσεις. Καθ’ όσον είναι μέλος του σώματος της Εκκλησίας και, όταν ένα μέλος από κάποια ανάγκη χωρίζεται από το υπόλοιπο σώμα, τότε κάνουμε τα πάντα για να το ενώσουμε ξανά και δείχνουμε μεγαλύτερη φροντίδα. Αν ο Χριστός προστάζει να κάνουμε τραπέζι αυτούς που δεν μπορούν να μας το ανταποδώσουν, πολύ περισσότερο πρέπει ν’ αγαπάμε το μέλος του σώματος της Εκκλησίας, που δεν μας αγαπά. Αν μας αγαπά, τότε πήραμε την αμοιβή μας· στην αντίθετη όμως περίπτωση ο μισθός είναι μεγάλος… Χωρίς αυτήν την αγάπη ούτε ο μάρτυρας γίνεται δεκτός από το Θεό…».



ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008



Πως αντιμετωπίζουν οι μοναχοί την αρρώστια;


Πως αντιμετωπίζουν οι μοναχοί τον θάνατο;



Εμπειρίες ενός γιατρού στο Άγιο Όρος.


- Πως αντιμετωπίζουν οι μοναχοί την αρρώστια;- Με υπομονή και καρτερικότητα. «Ασθένεια, Θεού επίσκεψη» λένε.
Μου λέει μια μέρα ένας μοναχός: «Για να μου στείλει ο Θεός την αρρώστια σημαίνει ότι με θυμήθηκε κι ότι κάτι θέλει να μου πει. Αυτός ξέρει. Κι Αυτός που μου την έδωσε, Αυτός και θα μου την πάρει αν και όποτε Εκείνος το θελήσει»
Τι να πεις;
Ο γερο-Ευγένιος λέει: «Για 4 λόγους δίνει ο Θεός τις αρρώστιες: για τις αμαρτίες των γονέων μας, για τις αμαρτίες τις δικές μας, για να ασκηθούμε στην υπομονή και στην ταπείνωση και για έναν τέταρτο λόγο μου μόνο Εκείνος γνωρίζει».
Υπάρχουν βέβαια και οι δυσκολίες.
Ένα βράδυ την άνοιξη που μας πέρασε έρχεται ο γερο-Νικόδημος στο ιατρείο με σχισμένη την αριστερή παλάμη. Δέχτηκε να του την περιποιηθώ, δεν δέχτηκε να του την ράψω. Δεν μπόρεσα να τον πείσω να δεχτεί να του κάνω τον αντιτετανικό ορό. «Η Παναγιά φύλαξε να μην κοπώ πολύ κι αυτή είναι που θα με κάνει καλά».
Μία από τις πρώτες μέρες μου στο Ιατρείο του Αγίου Όρους ήρθε ο γερο-Ιερεμίας. Χωρίς πολλά λόγια μου λέει: «Γιατρέ έχω καρκίνο και ήρθα να μου γράψεις τα φάρμακά μου».
Έμεινα.
Όταν συνειδητοποίησα τι μου είχε πει προσπάθησα να διασκεδάσω κάπως την κατάσταση. Μάταιος κόπος. Ο γερο-Ιερεμίας έδειχνε ότι δεν του χρειαζόταν παρηγοριά. Την είχε μέσα του. «Τώρα είμαι καλά, γιατρέ» μου κάνει. «Όταν θα ‘ρθουν οι μεταστάσεις στα κόκαλα να εύχεσαι να μου δώσει ο Θεός δύναμη να τις αντέξω».
Οι παλιοί μοναχοί είναι χάρμα οφθαλμών και ακοής. Χαίρεσαι να κάθεσαι δίπλα τους, ακόμα κι όταν είναι κατάκοιτοι. Ξανανιώνεις μαζί τους.
Δεν είναι μόνο η πείρα τους και η ανθρώπινη σοφία που έχουν να σου προσφέρουν. Σου μεταδίδουν τον αέρα και την άνεση μιας άλλης ζωής. Πας να τους βοηθήσεις ιατρικά και σου λένε: «Γιατρέ, δεν έχω να σου δώσω τίποτα. Το βράδυ όμως θα κάνω προσευχή για σένα. Και νιώθεις για μια στιγμή ότι αυτή είναι η καλύτερη αμοιβή, το πιο δυνατό «φακελάκι». Ξέρεις ότι φεύγοντας δε θα ‘ναι μόνο το κρασί, τα κηπευτικά και το θυμίαμα με τα οποία θα σε έχουν φιλοδωρήσει…
Οι νέοι μοναχοί είναι πιο κοντά μας. Αντιμετωπίζουν την ασθένεια λιγότερο φιλοσοφημένα, περισσότερο ορθολογιστικά. Οι περισσότεροι είναι μορφωμένοι. Με ένα, δύο ή και περισσότερα πτυχία. Έρχονται στο ιατρείο για λιγότερο σοβαρά προβλήματα υγείας, ζητούν εξηγήσεις πιο επιστημονικές. Οι απορίες τους είναι πολλές φορές για μένα έναυσμα για περισσότερη μελέτη. Όχι λίγες φορές ανοίγω μπροστά τους κάποιο ιατρικό βιβλίο για να τους δώσω μια πιο έγκυρη απάντηση και το εκτιμούν αυτό.
- Πως αντιμετωπίζουν οι μοναχοί τον θάνατο;- Χωρίς φόβο. Θα τολμούσα να πω με χαρά.
Έχω δει πολλούς θανάτους μοναχών. Φεύγουν όλοι «πλήρεις ημερών». Ο ένας 86 χρονών, ο άλλος 92.
Πριν 3-4 μήνες στην Σκήτη Κουτλουμουσίου «κοιμήθηκε» ο γερο-Ιωσήφ σε ηλικία 108 χρονών. Μια μέρα πριν το θάνατό του έκανε τον περίπατό του στη Σκήτη. «Αποχαιρέτισε τη Σκήτη» το εξηγούν οι πατέρες.
Κοντά στις Καρυές, στο κελλί του Αγίου Νικολάου, ζει ο γερο-Προκόπης της συνοδείας του γέροντα Ιερόθεου. Επιμένει ότι είναι 99 χρονών. Αν δεν σου το πει, δεν το πιστεύεις. Γυρνάει πάντα ξυπόλητος μέσα και έξω από τα κελί, ακόμα και στις πιο κρύες μέρες του χειμώνα.
Κάνει χιούμορ. Αν του πεις «να τα κατοστήσεις» σου λέει ότι αυτό δεν είναι ευχή, αλλά κατάρα!..
Δουλεύει πολύ. Το εργόχειρό του είναι το πλέξιμο σκουφιών και ραπτική. Έχει μάτι αετού παρόλη την προχωρημένη ηλικία του.
Εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι η ηρεμία και η γαλήνη στο πρόσωπό τους την ώρα που ξεψυχούν, που μεταδίδονται και στους γύρω τους.
Συχνά ο μελλοθάνατος δίνει κουράγιο σε όσους τον φροντίζουν. Τους λέει να μη κλαίνε, τους δίνει συμβουλές από την πείρα του ως άνθρωπος και ως μοναχός, τους δίνει την ευχή του.
Πολλοί προβλέπουν το τέλος τους. Φροντίζουν να φεύγουν πάντα έτοιμοι για το αιώνιο ταξίδι. Εννοούν να έχουν εξομολογηθεί και να έχουν κοινωνήσει. Να μην είναι μαλωμένοι με κανένα. «Να μην έχουν χρωστούμενα».
Πριν δύο μήνες κοιμήθηκε στην Μονή Σταυρονικήτα ο γερο-Νικήτας, γύρω στα 90. Παλιός Αγιορείτης - είχε 60 χρόνια στο Όρος. Μου είπε μια μέρα που πήγα να τον επισκεφθώ: «Ακόμα και αν βγάζεις νερό από την πέτρα, μην έχεις την απαίτηση να δεις την Παναγιά».
Τα τελευταία 5-6 χρόνια τα πέρασε στο κρεβάτι με απανωτά εγκεφαλικά. Έκανε υπομονή.
Οι νεώτεροι πατέρες της μονής τον υπηρέτησαν με υπομονή. «Μάλωναν» ποιος θα τον περιποιηθεί. Αμοιβή τους ήταν οι συμβουλές, η πείρα, η ευχή του.
«Νιώθουμε πιο φτωχοί χωρίς αυτόν» είπε ο Ηγούμενος στην κηδεία. «Ήταν παράγοντας ισορροπίας για όλο το μοναστήρι μας, ευλογία της Παναγίας».
Έτσι «κοιμούνται» οι μοναχοί στο Άγιο Όρος. Αφανείς άγιοι. Που δεν τους έμαθε και δεν θα τους μάθει ποτέ κανείς. Συμφιλιωμένοι με όλους και με όλα, με τον εαυτό τους, με το Θεό.
Πριν λίγο καιρό ήρθε στο Όρος γνωστός μου δικηγόρος και τέως βουλευτής με σκοπό να επισκεφθεί ένα ασκητή, φημισμένο για τη σοφία και την αγιότητά του, για κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας του γιου του.
Κατεβήκαμε μαζί στο καλύβι του γέροντα. Τον δέχτηκε εγκάρδια σα να τον γνώριζε από χρόνια.
Περίμενα με πολλή ανυπομονησία και περιέργεια να ακούσω τη «γνωμάτευση» του γέροντα: «Αν ο γιος σου και συ δεν κάνετε προσευχή η αρρώστια θ’ αλλάξει δρόμο. Αν ο Θεός κρίνει ότι ο γιος σου είναι έτοιμος μπορεί να σου τον πάρει τώρα – μη λυπηθείς γι’ αυτό. Αν πάλι κρίνει ότι δεν είναι ακόμη έτοιμος θα σου τον αφήσει κι άλλο».
Ο ίδιος ασκητής μ’ αγαπάει και μου το δείχνει πάντα με πολύ χιούμορ. «Πάλι εδώ είσαι, ρε γιατρέ; Γιατί ήρθες αφού δεν σε κάλεσα;». Για να συμπληρώσει στο ίδιο στυλ: «Καλά, αφού ήρθες τώρα, θα αρρωστήσω για να μη φύγεις, χωρίς δουλειά!».
Δείχνει του κουτί με τα λουκούμια. «Αυτό είναι το εξωτερικό ιατρείο το δικό μου! Έχει φάρμακα μέσα. Πάρε ένα. Εσύ έχεις τόσο γλυκά φάρμακα;».
Με ξεπροβοδίζει χαριτολογώντας. «Καλύτερα αγροτικός γιατρός παρά Καθηγητής Πανεπιστημίου. Τον αγροτικό γιατρό τον έχεις δίπλα σου ό,τι ώρα θέλεις. Τον καθηγητή που να τον βρεις;».


Ι. Θ. Καρακασίδης Ιατρός


από το περιοδικό «Πρωτάτον».

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008



Άγιος ΚΟΣΜΑΣ ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Δεν έχω μήτε σακούλα, μήτε σπίτι, μήτε κασέλα, μήτε άλλο ράσο, αλλά παρακαλώ και τον Θεό να μην μου δώσει μέχρι τέλους της ζωής μου, διότι ωσάν κάμνω αρχήν να παίρνω άσπρα, έχασα τους αδελφούς μου...”


Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, μοναχός, υπήρξε δάσκαλος και φωτιστής του Γένους, εθνομάρτυρας και άγιος της Εκκλησίας.

Καμιά προσωπικότητα των χρόνων της δουλείας δεν έχει απασχολήσει τόσο πολύ την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη θεολογία, όσο ο Πατροκοσμάς, όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα πλατιά λαϊκά στρώματα.

Ανήκει στις φωτισμένες μορφές, που προετοίμασαν το Γένος για την παλιγγενεσία του.

Η εμφάνιση του συνέπεσε με μια κρισιμότατη περίοδο της ιστορίας του δούλου Γένους.

Τον 18ο αιώνα συντελείται η ανασυγκρότηση του ελληνισμού σ' όλους τους τομείς. Σ' αυτή την πολύ κρίσιμη και φρικτή εποχή, για την εκκλησία και το γένος ολόκληρο, έζησε και έδρασε ο Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 - 1779).

Παπάδες δεν υπήρχαν.

Επικρατούσε αγραμματοσύνη, σκληρότητα, αθλιότητα, αγριότητα, βαρβαρότητα και το χειρότερο οι ομαδικοί εξισλαμισμοί όλο και περισσότεροι γίνονταν.

Γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο Θέρμου (επαρχίας Αποκούρου) της Αιτωλίας και το κατά κόσμο ονοματεπώνυμό του ήταν Κώστας Δημητρίου.

Ο πατέρας του ήταν φτωχός υφαντής, που ύφαινε σάκους για τη μεταφορά των καρπών από τα χωράφια στα σπίτια και στους νερόμυλους της περιοχής για άλεσμα. Τα πρώτα γράμματα ο Κοσμάς τα έμαθε στο Κρυφό Σκολειό του Μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής στη Μάνδρα Θέρμου.

Ο χώρος όπου ο Ιερομόναχος του Μοναστηριού δίδασκε ανάγνωση και γραφή διατηρείται ως μουσείο κέρινων ομοιωμάτων . Όταν έγινε 17 χρονών πηγαίνει να μάθει γράμματα στη Λομποτινά Ναυπακτίας όπου δάσκαλος εκεί ήταν ο μοναχός Ανανίας Δερβισιάνος.

Μετά από δυο χρόνια παραμονής του αναχωρεί για τα Βραγγιανά των Αγράφων, όπου δάσκαλος ήταν ο μοναχός Θεοφάνης και ο οποίος είχε μαθητή τον αδελφό του Κοσμά, το Χρύσανθο. Εκεί παρέμεινε οκτώ χρόνια, έμαθε άριστα την Ελληνική Γλώσσα, την Λογική, την Αριθμητική και την πρακτική Ιατρική.

Το 1743 πηγαίνει στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους (μονή Βατοπεδίου), όπου ο Μέγας Δάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρης τον μύησε στα μεγάλα σχέδια του προς απελευθέρωση του Έθνους. Εκεί σπούδασε θεολογία, φιλοσοφία και φιλολογία (επί 17 χρόνια).

Το 1759 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Φιλοθέου και το 1760 εγκαταλείπει τη Μονή και πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν και ο αδελφός του Χρύσανθος.

Στο χώρο της μετάνοιάς του φλέγονταν από τον πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας "στον κατά Θεόν φωτισμό του".

"Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου -θα πει αργότερα-τούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, μ' έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα είς την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον... Όθεν άφησα την Ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον είς τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου". Και αλλού θα συμπληρώσει: "Επειδή το Γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα".

Στα τέλη του 1760, πιθανότατα, σε ηλικία 46 χρόνων, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε άδεια και ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη Σωφρονίου Β', για να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνέχισε για μια περίπου εικοσαετία μεταλαμπαδεύοντας στο υπόδουλο γένος τον πόθο του για την απελευθέρωση και το επισφράγισε με το μαρτύριο του.

Ήταν ρήτορας. Γοήτευε.Έφτιαξε πολλά σχολεία. Είναι ο πρώτος εφαρμοστής του συστήματος "Δωρεάν Παιδεία", ο μεγάλος φεμινιστής και ο πρώτος και ιδανικός εκφραστής του συνθήματος "ισότης - αδελφότης - δικαιοσύνη".

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, λαϊκός διδάχος των ραγιάδων του Ελληνισμού, πραγματικός διδάσκαλος του Γένους τον 18ο αιώνα είχε άσβηστη φλόγα στην ψυχή και πραγματικό πάθος στις διδαχές του.

Το ηθικό, θρησκευτικό, εθνικό, και κοινωνικό του κήρυγμα ήταν απλό, αυθόρμητο και ζωντανό, απαλλαγμένο από θεολογική σοφία και δογματικό φόρτο.

Με λόγο αδρό, θερμό και συναρπαστικό άγγιζε την ψυχή των απλών ανθρώπων της εποχής του, που ζούσαν σε κατάσταση μεγάλης απαιδευσιάς και ανάγκης τα δύσκολα εκείνα χρόνια της ξένης κατοχής, των Τούρκων και των Βενετών.

Γι' αυτό και τα πλήθη των χωρικών, που τον άκουαν ευλαβικά στις υπαίθριες ομιλίες του, άρχισαν από πολύ νωρίς να τον λατρεύουν ως άγιο και προστάτη τους. Πολύ νωρίς ο Κοσμάς το Αιτωλός έγινε ο "Άγιος των σκλάβων".

(Να σημειώσουμε, ότι όταν μετέβη στα νησιά Κεφαλονιά και Ζάκυνθο, η άρχουσα τάξη εκεί δυσαρεστήθηκε από τα κηρύγματα του πατρο-Κοσμά, που κάκιζαν την χαλάρωση των ηθών, τις καταχρήσεις των αρχών.

Έτσι οι αριστοκράτες απαίτησαν φαίνεται το διώξιμο του ιερομόναχου Κοσμά από την Επτάνησο. Και οι μεν Κεφαλλονίτες αγκάλιασαν με σεβασμό τα κηρύγματα του, οι Ζακυνθινοί όμως, φέρθηκαν με τρόπο ανοίκειο, ασεβή προς τον εθναπόστολο ιεροκήρυκα. Στην Ζάκυνθο δεν έμεινε πολύ, γύρισε αμέσως πίσω στην Κεφαλονιά, όπου ο λόγος του έπεφτε σε καλό έδαφος και κάρπιζε).

Στις 24 Αυγούστου 1779, όταν ήταν 65 ετών, οι Τουρκαλβανοί κρέμασαν τον πατρο-Κοσμά στο Καλικόντασι της Βορείου Ηπείρου, με την κατηγορία ότι ξεσήκωνε τους Έλληνες κατά των Τούρκων ν’ αποκτήσουν την ελευθερία τους.

Το τίμιο λείψανο αφού το γύμνωσαν, οι δήμιοι το έσυραν και το έριξαν στο ποταμό Αψό με μια πέτρα στο λαιμό.

Το ιερό λείψανο του Αγίου, επέστρεψε πρόσφατα (2-6-2007), στο ομώνυμο μοναστήρι της γενέτειράς του, (Μέγα Δέντρο Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας), ο αρχιεπίσκοπος Τιράνων & Αλβανίας κ. Αναστάσιος.


ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ.


Από τη διδασκαλία του σώθηκαν αρκετές διδαχές και προφητείες για την ελευθερία του Γένους..."Καλλίτερα να αφήσετε τα παιδιά σας φτωχά και γραμματισμένα παρά πλούσια και αγράμματα"." Ίδια την έκαμεν ο Θεός την γυναίκαν με τον άνδραν, όχι κατωτέραν ".


Μερικές από τις προφητείες που είπε κατά την τελευταία περιοδεία του το 1779 στη Δρόβιανη της Β. Ηπείρου, όταν ρωτήθηκε πότε θάρθη το "ποθούμενον". “Όταν θα γίνουν αυτά που κατά θεία φώτιση θα σας πω κοντά θάναι…


"1. Θάρθει καιρός που θα δεθεί ο κόσμος με μια λινιά κι' οι άνθρωποι, όσο μακριά κι' αν είναι θα μιλούν εύκολα συνατοί του σαν νάναι στον πλαϊνό οντά κι' ας είναι ο ένας στην Πόλη κι' ο άλλος στη Μοσχοβιά.


2. Θα δείτε να πετάνε άνθρωποι στον Ουρανό σαν μαυροπούλια και να ρίχνουν φωτιά στον κόσμο. Όσοι θα ζουν τότε θα τρέξουν στα μνήματα και θα φωνάξουν : “Βγάτε σεις οι πεθαμένοι να μπουμ' εμείς οι ζωντανοί”.


3. Θάναι καιρός που οι Ρωμιοί θα τρώγονται συνατοί τους. 'Εγώ δε σας συνιστώ αγάπη και ομόνοια.


4. Θα ιδείτε στον κάμπο ένα αμάξι δίχως άλογα να ροβολάει γρηγορότερα από το λαγό.


5. Θάρθει πρώτα ένα ψευτορωμαίικο να μη το πιστέψετε. Θα φύγει πίσω.


6. Θα ιδείτε δυο φαμίλιες σ’ ένα σπίτι. Εσείς θα πάτε να κατοικήσετε αλλού κι’ άλλοι θάρθουν να κατοικήσουν σε σάς.


7. Θάναι καιρός που θα κυβερνάνε τον κόσμο τ’ άλαλα και τα πάλαλα.


8. Η αιτία του Γενικού Πολέμου θάρθει από τη Δαλματία. Πρώτα θα διαμελιστεί η Αυστρία και ύστερα η Τουρκία.


9. Θα μαζωχτεί το χιλιάρμενο στο Σκάλωμα (Αγ. Σαράντα) και θάρθουν κοκκινογέλεκοι να πολεμήσουν για σας.


10. Οι Τούρκοι θα φύγουν, αλλά θα ξανάρθουν πάλι και θα φτάσουν ως τα 'Εξαμίλια. Στο τέλος θα τους διώξουν ως την κόκκινη Μηλιά. Από τους Τούρκους το ένα τρίτο θα σκοτωθεί, το άλλο τρίτο θα βαφτισθεί και μονάχα το ένα τρίτο θα πάει στην Κόκκινη Μηλιά.


11. Με δυσκολία θάρθει η Ελευθεριά, αλλά θάρθει.


12. Θα πασχίζουν να λύσουν το ζήτημα με την πέννα, μα δεν θα μπορούν. 99 φορές με τον πόλεμο και μια με την πέννα.


13. Οι πλούσιοι θα γίνουν φτωχοί και οι φτωχοί θα πεθαίνουν.


14. Μια φούχτα μάλαμα, μια φούχτα αλεύρι.


15. Τόσα πολλά θα γίνουν που πολλές μανάδες θα γεννήσουν πρόωρα από το φόβο τους.


16. Το κακό θάρθει από έναν κασιδιάρη κι’ από τους διαβασμένους.


17. Ή τρεις μέρες ή τρεις μήνες ή τρία χρόνια θα βαστάξει.


18. Νάχετε κρεμασμένο ένα σακούλι στάρι στην πόρτα σας για να σάς βαρέσει στην μπάλα, καθώς θα βγαίνετε για τα βουνά να μη πεθάνουν από την πείνα τα παιδιά σας.


19. Μετά το Γενικό Πόλεμο θα τρώει ο λύκος με τ’ αρνί.


20. Καλότυχος ποιος θα ζήσει μετά το Γενικό Πόλεμο. Θα τρώει μ’ ασημένιο χουλιάρι. Εσείς δεν θα τα ιδείτε αυτά. Τα δισέγγονά σας αρίς και πού.


21. Θάρθει καιρός που δεν θα παρατηρείται αυτή η αρμονία που είναι σήμερα μεταξύ λαού και κλήρου.


22. Σπίτια μεγάλα μη κάμετε. Λιάσες να κάμνετε να μην σας έρχονται μέσα.


23. Θα σας επιβάλουν μεγάλο και δυσβάστακτο φόρο, αλλά δεν θα προφθάσουν.


24. Θα βάλουν φόρο στις κότες και στα παράθυρα.


25. Θα ζητήσουν να σας πάρουν και στρατιώτες. Δεν θα προφτάσουν όμως.


26. Με άλλους θα κοιμηθείτε και με άλλους θα ξημερώσετε.


27. Θάρθει καιρός που δεν θ' ακούτε τίποτε.


28. Οι Τούρκοι θα μάθουν το μυστικό τρεις μέρες γρηγορότερα από τούς Χριστιανούς.


29. 'Αν το ζήτημά σας λυθεί με πόλεμο θα πάθετε πολλές καταστροφές. Σε τρεις χώρες μια θα μείνει. Ότι σας ζητούν να το δίνετε, ψυχές μόνο να γλιτώνετε.


30. 'Αν ο πόλεμος πιαστεί από κάτω λίγα θα πάθετε, αν πιαστεί από πάνω θα καταστραφείτε.


31. Θα έρθει ξαφνικά ή το βόιδι στο χωράφι ή το άλογο, στ’ αλώνι.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008


ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κατά καιρούς διατυπώνονται διάφορες θέσεις από πολιτικούς, δημοσιογράφους, διαφόρους άλλους, σχετικά με την Εκκλησία. Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά και κατά κόρο, αν και είναι αντικρουόμενες μερικές φορές, λες και είναι μεγάλες αποκαλύψεις και αξιώματα, που δεν επιδέχονται διαφοροποιήσεις από κανένα. Θα παρουσιάσουμε μερικές απ’ αυτές και θα ελέγξουμε κατά πόσο εκφράζουν την αλήθεια ή αποτελούν στοιχεία προπαγάνδας, για να πλήξουν το στόχο τους, επαναλαμβανόμενες ευκαίρως και ακαίρως.

* * *
Κατηγορούν την Εκκλησία μερικοί ότι πολιτεύεται, όταν διατυπώνει θέσεις κοινού ενδιαφέροντος, που τυχαίνει να είναι διαφορετικές των επισήμων τοποθετήσεων της κυβερνήσεως ή της αντιπολιτεύσεως. Οι ίδιοι όμως κατηγορούν την Εκκλησία γιατί δεν έλαβε θέση, κατά τη γνώμη τους, κατά την διάρκεια της επταετίας εναντίον της δικτατορίας. Θ’ αναγκασθούμε να θυμηθούμε το βιβλικό·
«ηυλίσαμεν υμίν, και ουκ ωρχήσασθε, εθρηνήσαμεν υμίν, και ουκ εκόψασθε. Ήλθε γαρ Ιωάννης μήτε εσθίων, μήτε πίνων, και λέγουσι· δαιμόνιον έχει. ηλθεν ο υιός του ανθρώπου εσθίων και πίνων, και λέγουσιν· ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών, και εδικαιώθη η σοφία από των τέκνων της» (Ματθ. 11,17-19). Τι συμβαίνει λοιπόν; Απλούστατα κάποιοι πολιτικοί θέλουν να την χρησιμοποιούν, όταν εξυπηρετείται το πολιτικό τους παιχνίδι και οι κομματικοί τους σχεδιασμοί και όχι όποτε κρίνει η διοίκηση της Εκκλησίας.
Η αλήθεια βέβαια -για να μιλήσουμε αμερόληπτα και αντικειμενικά- είναι ότι μερικοί εκπρόσωποι της Διοικήσεως της Εκκλησίας μπορεί να υπερβάλουν μερικές φορές στη διατύπωση κάποιων θέσεων τους ή και ν’ ασχολούνται με θέματα που είναι καθαρά στη δικαιοδοσία των πολιτικών αρχών ή μερικοί απ’ αυτούς να μη πήραν τη σωστή ελεγκτική θέση απέναντι της δικτατορίας για θέματα που αφορούν την Εκκλησία, όχι όμως να κατηγορείται η διοίκηση της Εκκλησίας στο σύνολο της. Υπενθυμίζουμε ότι επίσκοποι όπως ο Αυγουστίνος Καντιώτης, Αμβρόσιος Ελευθερουπόλεως, Παντελεήμων Κορίνθου, Νικόλαος Χαλκίδος, Αναστάσιος Γιαννουλάτος, ως τιτουλάριος επίσκοπος τότε, και άλλοι είχαν έρθει σε οξεία και σκληρή σύγκρουση με την δικτατορία.
Λέμε «διοίκηση της Εκκλησίας», γιατί Εκκλησία σημαίνει όλους τους χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς. Να το μάθουμε επιτέλους αυτό και να μιλάμε σωστά, όταν διατυπώνουμε θέσεις που περιέχουν θεολογικούς όρους. Ειδάλλως θα πρέπει και οι πολιτικοί μας -κατά τα λεγόμενα τους- να μη ασκούν πολιτική, γιατί κι αυτοί συναποτελούν και συναπαρτίζουν την Εκκλησία. Επίσης να πάψουμε να λέμε το συχνά αναφερόμενο, «σύγκρουση Εκκλησίας και Πολιτείας»· το σωστό είναι «σύγκρουση διοικήσεως της Εκκλησίας και κυβερνήσεως», γιατί αφού ο πληθυσμός της Ελλάδας είναι κατά 98% χριστιανοί ορθόδοξοι, όλοι ανήκουμε στην Εκκλησία. Φυσικά δεν ανήκουν στην Εκκλησία αυτοί που δηλώνουν άθεοι ή και κόμματα ολόκληρα, όταν το διακηρύττουν αυτό. Αλλά και αυτοί ατομικά ή συλλογικά πρέπει να σέβονται τοποθετήσεις που απορρέουν από την πλειονότητα του Ελληνικού λαού, χωρίς φυσικά να παραβιάζονται τα προσωπικά τους πιστεύω και οι αντιλήψεις ή να εξαναγκάζονται να βιώνουν πράγματα τα οποία δεν τους εκφράζουν
. Πολύ σωστά έλεγε ο αείμνηστος καθηγητής της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κορυφαίο στέλεχος της «Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων», Αλέξανδρος Τσιριντάνης, ότι «τον χριστιανισμό τον καταργούμε, όταν θέλουμε να τον επιβάλλουμε διά της βίας». Το «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν», που είπε ο Χριστός, έχει διαχρονική ισχύ και δεν πρέπει ποτέ να το λησμονούμε.

* * *
Και μία άλλη διευκρίνιση. Η διοίκηση της Εκκλησίας δεν ασκεί πολιτική όταν ενδιαφέρεται για της συνθήκες που επικρατούν στη ζωή μας, τις νομικές διατάξεις των λεγομένων «ανεξαρτήτων αρχών», τα νομοσχέδια της βουλής, και τις κυβερνητικές αποφάσεις, όταν αυτές επηρεάζουν αρνητικά την υλική ή πνευματική ζωή των πιστών της.
Όταν «επαινούν και προωθούν την αμαρτία και την διαστροφή, και διακωμωδούν και διασύρουν την ηθική και την ευλάβεια». Βεβαίως είναι θέμα προσωπικό, ο πραγματικά πιστός να εξακολουθεί να ζη σύμφωνα με το ευαγγέλιο, ανεξαρτήτως νομικών πλαισίων και κυβερνητικών και λοιπών κατευθύνσεων. Αλλά δεν παύει το περιβάλλον και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα να επιδρά δυσμενώς απέναντι του και να εξασκεί κάποιες φορές ένα είδος ψυχολογικού μαρτυρίου και ψυχικού και πνευματικού εξαναγκασμού. Γι’ αυτό το λόγο, η διοίκηση της Εκκλησίας μπορεί να διαμαρτύρεται ποικιλοτρόπως και να ασκεί έλεγχο, σε πρόσωπα ή κόμματα που δρουν απαξιωτικά και εχθρικά απέναντι των αρχών του ευαγγελίου, προκειμένου να προφυλάξει το ποίμνιο της από δυσάρεστες καταστάσεις.
Κι εδώ είναι ο φόβος των πολιτικών. Λένε ότι σέβονται την λαϊκή εντολή, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί θα καθοδηγούν και θα διαφωτίζουν τον λαό. Ακόμη και σε θέματα πνευματικά, ηθικά, μεταφυσικά. Αυτό όμως δεοντολογικά είναι λάθος και δημοκρατικά ανεπίτρεπτο.

* * *
Υπάρχει όμως και μία άλλη ένσταση· οι κληρικοί, λέγουν μερικοί, δεν εκλέγονται από το λαό. Πως λοιπόν μιλάνε γι’ αυτούς, που τέλος πάντων έχουν το λαϊκό χρίσμα και την εντολή από το λαό να διοικούν; Απαντούμε· το ιδανικό στο οποίο πρέπει να κατατείνει και ν’ αποβλέπει η ηγεσία της Εκκλησίας είναι οι κληρικοί της -και μάλιστα οι επίσκοποι- να ψηφίζονται «ψήφω κλήρου και λαού» σύμφωνα με την αγία Γραφή και την αρχαία πράξη. Πάντως η εντολή δεν σημαίνει και απόλυτη συμφωνία του λαού με όλες τις ενέργειες αυτών που εξέλεξε, ή εν λευκώ εξουσιοδότηση για όλα τα θέματα. Γι’ αυτό προβλέπονται υπό του νόμου -για μεγάλα θέματα- τα δημοψηφίσματα. Γιατί η ιδανική δημοκρατία είναι η άμεση όπως συνέβαινε και στην αρχαία Αθήνα.
Ποιο το πρόβλημα, αν οι κληρικοί διαφωτίσουν το λαό, βάσει της αγίας Γραφής, για το ποιο είναι σωστό, σε κάτι που μπορεί και πρέπει να έχει λόγο η Εκκλησία; Εκτός τούτου τους δημοσιογράφους, που θεωρούνται τέταρτη εξουσία, ενώ στην πραγματικότητα είναι υπερεξουσία και πολλές φορές αυτοί καθορίζουν το δέον γενέσθαι, ποιος τους ψηφίζει και ποιος τους εκλέγει;


ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Για τη σύνταξη του παρόντος άρθρου χρησιμοποιήσαμε ιδέες και επιχειρήματα του πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Βολουδάκη από το περιοδικό «ενοριακή Ευλογία», αρ. φύλ.65, Νοέμβριος 2007. Το συνιστούμε εκθύμως και συγχαίρουμε τους πατέρες για την αρθρογραφία τους.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
www.pigizois.net/pmeletios

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008



Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ



Το θέμα μας, η προσευχή, είναι τόσο γνωστό όσο και άγνωστο.

Είναι ένας αγρός πού, όσο κι αν τρυγηθεί, οι καρποί του δεν εξαντλούνται.

Είναι ένα απέραντο πέλαγος με πολυποίκιλο και ανεξιχνίαστο βυθό πού, όσο και αν εξερευνηθεί, παραμένει ανεξερεύνητο.

Γι’ αυτό θα θίξουμε, εντελώς επιγραμματικά και περιληπτικά, ορισμένα σημεία του πολύπλευρου και απέραντου και ζωτικού αυτού θέματος.


Α΄. Είναι η προσευχή ένα καθήκον ή μια ζωτική ανάγκη; Λέγει ο αείμνηστος από Κορίνθου αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ· «Η προσευχή έχει την αρχήν της εις αυτήν την δημιουργίαν του ανθρώπου. Προσευχόμεθα, διότι έχουμε εντός μας μέρος της θείας ενέργειας. Την πρώτην ψυχήν εις τον πλανήτην μας την ενεφύσησε ο Θεός· κι έκτοτε η κάθε ανθρώπινη ψυχή, όπως παραδέχονται οι νηφαλιότεροι και πλέον ισορροπημένοι επιστήμονες, δημιουργείται με την συνεργασία του Θεού και του ανθρώπου»1. Συνεπώς εκ κατασκευής ο άνθρωπος ρέπει προς την αρχική του πηγή, την αιτία της δημιουργίας του, τον Θεό. Αισθάνεται την ανάγκη να συνομιλεί μ’ Αυτόν, ν’ αντλεί δύναμη, χάρη, αντίληψη, βοήθεια, αρωγή, χαρά, ειρήνη, ευτυχία. Όπως το φυτό που ζει μόνον εντός του ύδατος λέγεται υδροχαρές, έτσι και ο άνθρωπος, όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού, είναι φυτό προσευχοχαρές. Είναι ένα λατρευτικό όν θα λέγαμε. Εάν λάβουμε υπ’ όψη μας τα ανωτέρω, καταλαβαίνουμε πόσο λάθος είναι η θεωρία που επεκράτησε, ότι η προσευχή απλώς είναι ένα καθήκον του χριστιανού. Η προσευχή δεν είναι καθήκον· είναι η πρώτιστη και θεμελιώδης και βασική ανάγκη της ψυχής. Όπως είναι παράλογο να λέμε ότι τρώμε ή αναπνέουμε ή κοιμόμαστε από καθήκον, έτσι είναι παράλογο να λέμε ότι προσευχόμαστε από καθήκον. Μόνο σε περίπτωση που είμαστε άρρωστοι μας λένε· Πρέπει να φας, πρέπει να κοιμηθείς. Το ότι επεκράτησε να τονίζεται στην κατήχηση και το κήρυγμα ότι η προσευχή είναι καθήκον, αυτό είναι μια ένδειξη της ασθένειας που μαστίζει το ψυχοσωματικό μας είναι και ότι χρειάζονται συντονισμένες και επίπονες προσπάθειες για να βρούμε την εν Χριστώ υγεία μας, να επανέλθουμε στο κατά φύση και ορθοδόξως ζην. Το ότι η προσευχή είναι ανάγκη και μάλιστα βασική, πρωταρχική και απόλυτη, και όχι ένα ξηρό καθήκον, το τονίζουν με πάθος και δύναμη οι πατέρες της Εκκλησίας μας. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι η προσευχή είναι για την ψυχή ότι είναι ο ήλιος για το οφθαλμό, το νερό για το ψάρι, τα νεύρα για το σώμα, και ότι ο μη προσευχόμενος άνθρωπος μοιάζει με τυφλό που δεν βλέπει τον ήλιο ή με ψάρι που είναι έξω από το νερό ή με άνθρωπο παράλυτο και ανίκανο να εκτελέσει την παραμικρή εργασία2. Λέγει δε χαρακτηριστικά ότι το σώμα παίρνει ζωή από τη ψυχή, η δε ψυχή από την προσευχή3. Γι’ αυτό ο προφήτης Δανιήλ προτίμησε να πεθάνει σωματικά παρά να μη προσευχηθεί λίγες μόνο μέρες όπως είχε διατάξει ο βασιλεύς4.


Β΄. Προσευχή· το ύψιστο προνόμιο του ανθρώπου Η προσευχή λοιπόν δεν είναι ένα ξερό καθήκον αλλά μια φυσική και ζωτική ανάγκη της ψυχής. Αλλά είναι και κάτι άλλο, που δυστυχώς οι περισσότεροι δεν το νοιώθουμε. Είναι το ύψιστο προνόμιο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο. Από τα δημιουργήματα του Θεού, λένε οι πατέρες, μόνο οι άγγελοι και οι άνθρωπο έχουν το προνόμιο της προσευχής. Ειδικά για μας τους ανθρώπους η προσευχή είναι εκείνη που μας ξεχωρίζει από τ’ άλογα ζώα και μας συνδέει με τους αγγέλους. Είναι τόσο μεγάλο και τόσο σπουδαίο το συνομιλείν με το Θεό, ώστε η τιμή αυτή υπερβαίνει την αξία και τη μεγαλοπρέπεια κι αυτών των αγγέλων, παρατηρεί ο ι. Χρυσόστομος. Κι αυτό φαίνεται στην αγία Γραφή. Διότι όταν οι άγγελοι υμνούν τον Θεό, το κάνουν με πολύ φόβο, καλύπτοντας τα πρόσωπα και το σώμα τους και ευρισκόμενοι σε διαρκή κίνηση, φρίττοντες και απορούντες για το προνόμιο που τους δόθηκε. Πρέπει λοιπόν όταν προσευχόμαστε να νιώθουμε αυτό το προνόμιο της προσευχής και να καταλαβαίνουμε ότι την ώρα εκείνη κάνουμε το μεγαλειωδέστερο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Όπως λέγει χαρακτηριστικά σύγχρονος χριστιανός διανοούμενος, «την ώρα που λέμε το ‘Πάτερ ημών’ να αισθανώμεθα τον εαυτό μας ν’ ανεβαίνη πολύ ψηλότερα παρά αν μας καλούσε ο οποιοσδήποτε πρωθυπουργός ή αρχηγός κράτους για μας απονείμη το μεγαλύτερο έστω παράσημο ή να έχη μαζί μας μία συνεργασία. Και θα έπρεπε να είμαστε τόσο περήφανοι για το προνόμιο αυτό ώστε να φροντίσωμε να προφυλαχθούμε για να μη το πάρωμε επάνω μας από το καύχημα και έτσι πέσωμε από την καύχησι για την πίστι, στην καύχηση για το εγώ»6. Κάτι άλλο, που δείχνει πόσο μέγα προνόμιο είναι η προσευχή και τι τιμή και παρρησία μας χαρίζει, είναι και η προσευχή για τους ανωτέρους μας, τους έχοντες μεγάλα εκκλησιαστικά ή κρατικά αξιώματα. Λέγει ο ι. Χρυσόστομος, σχολιάζοντας την παράκληση του Παύλου να προσεύχονται οι πιστοί γι’ αυτόν, ότι «μας δίδουν τόση αξία οι προσευχές και αποκτούμε τόση παρρησία, ώστε να τολμούμε να ικετεύουμε τον Θεό υπέρ του Παύλου. Ποιος στρατιώτης τολμά να παρακαλέσει τον βασιλέα υπέρ του μεγάλου στρατηγού; Κανείς. Κι όμως σε τέτοια τιμή μας οδηγούν οι προσευχές, ώστε να τολμούμε να ικετεύουμε υπέρ του Παύλου, αν και κανείς στρατηγός δεν ήταν τόσο φίλος με τον Θεό όσο ο Παύλος»7. Και όχι μόνο να τολμούμε να ικετεύουμε αλλά -και αυτό είναι το θαυμαστό-δια της προσευχής να γινόμαστε συναγωνιστές και συνυπουργοί των αποστόλων, των πατέρων και ποιμένων της Εκκλησίας μας ή ακόμη και των κρατικών αρχόντων. Έτσι ο Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή παρακαλεί τους πιστούς να συναγωνισθούν μαζί του στο δύσκολο αποστολικό έργο δια της προσευχής· «Παρακαλώ… συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς.» (Ρωμ. 15,30), λέγει. Και στην Β΄ προς Κορινθίους τους καλεί να γίνουν συνυπουργοί του εις το έργο του· «συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει» (Β΄Κορ.1,11). Για όλους αυτούς τους λόγους ο Χρυσόστομος θεωρεί «ως μέγιστον αφροσύνης σημείον» το να μη γνωρίζουμε το μέγεθος της τιμής που προσδίδει σ’ εμάς η προσευχή, με αποτέλεσμα να μη την λαχταράμε και να μη θεωρούμε θάνατο της ψυχής την μη προσκύνηση του Θεού 8.


Γ΄. Η προσευχή αφετηρία και μητέρα κάθε αρετής Φυσική εκδήλωση η προσευχή, ζωτική ανάγκη, ύψιστο προνόμιο, αλλά και μητέρα κάθε αρετής. Είναι γενικώς παραδεκτό και πανθομολογούμενο από την Γραφή και τους πατέρες της Εκκλησίας, ότι η προσευχή ανυψώνει τον άνθρωπο μέχρι του ουρανού. Φέρνει τον Θεό κοντά μας. Καθιστά τον άνθρωπο ισάγγελο, αφού αυτή είναι το κύριο γνώρισμα και έργο των επουράνιων δυνάμεων, δίκαιο, όσιο, ενάρετο, αφού αυτή είναι η μητέρα κάθε αρετής και δικαιοσύνης. Βέβαια δεν πρέπει να θεωρηθεί η προσευχή ως πανάκεια· ούτε πρέπει να περιορισθούμε μόνο σ’ αυτήν αδιαφορώντας για τις άλλες εντολές του Κυρίου. Αυτό είναι, μπορεί κατά ένα τρόπο να πει κανείς, ένα είδος μονοφυσιτισμού, άσχετα αν εμφανίζεται με πέπλο ευσεβείας και αγιότητας. Και ρητώς η Γραφή καταδικάζει αυτή την εκτροπή και μονομέρεια· «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς.» (Ματθ. 7,21). Και ο ίδιος ο Κύριος, ο υπογραμμός των πιστών, δεν περιορίσθηκε μόνο στην προσευχή. Αλλά κήρυττε, ήλεγχε, θαυματουργούσε, θεράπευε ασθενείς, έδινε τροφή στους πεινασμένους, παρηγορούσε τους αμαρτωλούς, ευλογούσε τα παιδιά ή τις αθώες χαρές ενός γάμου, νήστευε, υποτασσόταν στους γονείς του ως παιδί και γενικώς ασκούσε «πάσαν αρετήν και δικαιοσύνην». Χωρίς λοιπόν να αρκεί για την σωτηρία μας μόνο η προσευχή, εν τούτοις δεν παύει να είναι το πρώτιστο των αγαθών, το θεμέλιο και η ρίζα όλων των αρετών. Ο όρος άνευ του οποίου δεν μπορεί να γίνει τίποτα «conditio sine qua non». Λέγει ο ι. Χρυσόστομος· «Τι μπορεί ν’ αποβεί οσιώτερο από τον συναναστρεφόμενο με τον Θεό; τι δικαιότερο; τι κοσμιώτερο; τι σοφώτερο; Εάν η συναναστροφή με αγίους σε ωφελεί, σε εμψυχώνει, σε παρηγορεί, σε αναπτερώνει, τότε για φαντάσου τι καλό σου κάνει η επαφή με τον Θεό. Αντίθετα, άνθρωπος που δεν προσεύχεται μοιάζει με πόλη ανοχύρωτη, η οποία στην πρώτη προσβολή θα πέσει. Άνθρωπος που δεν προσεύχεται μοιάζει με τους ανθρώπους που αποφεύγουν τη συναναστροφή ευγενών και ενάρετων ανθρώπων και αναγκαστικά συναναστρέφονται με επαίτες και αποβλήτους. Άνθρωπος που αποφεύγει το έργο των αγγέλων, γίνεται δούλος των ηδονών και συναναστρέφεται με τους δαίμονες9. Και ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει χαρακτηριστικά· Ο νους μοιχεύει μόλις αποστεί «της του Θεού μνήμης»10, δηλαδή μόλις παύσει να λατρεύει και να προσεύχεται. Ο άνθρωπος, όπως είπαμε στην αρχή, είναι εκ της φύσεώς του λατρευτικό όν. Όταν δεν λατρεύει τον αληθινό Θεό δια της πίστεως, της ζωής και υπακοής, το λατρευτικό του είναι αναζητεί διέξοδο στην ψευδολατρεία, την σαρκολατρεία, τον εγωισμό, την φιλαργυρία και την ειδωλολατρεία πάσης μορφής και είδους. Γι’ αυτό ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε ομιλία προς τους πιστούς του, οι οποίοι λόγω του τρύγου είχαν εγκαταλείψει τον εκκλησιασμό και την προσευχή, προειδοποιεί με έντονο ύφος ότι· «Νούς αποστάς του Θεού, ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης, και των όρων αποστατήσας της φύσεως επιθυμεί των αλλοτρίων και κόρον φιλοκερδείας ουκ οίδε· ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις έκδοτον εαυτόν ποιεί, και μέτρον ηδονής ου γινώσκει»11. Σήμερα ειδικά, που ο σύγχρονος κόσμος επιβάλλει τον εαυτό του και το φρόνημά του με πολυποίκιλους τρόπους (με το βιβλίο, με την επιστήμη, με την εικόνα, με την εφημερίδα, με την επικοινωνία και τον τουρισμό, με το ραδιόφωνο, με τη μόδα, με πλήθος παραστάσεων που αιχμαλωτίζουν κυριολεκτικώς όλες τις αισθήσεις του ανθρώπου και τον ίδιο τον άνθρωπο), τα λόγια των πατέρων αποκτούν ιδιαιτέρα σημασία. Εάν προσθέσουμε στα πιο πάνω την «αλαζονία του βίου» που υπάρχει μέσα μας, το «φρόνημα της σαρκός», την αμαρτία, αλλά και την ενέργεια του σατανά, καθίσταται φανερό ότι μόνο όταν έχει κανείς «την Θεού έννοιαν αντί αναπνοής εν πάσι»12, όπως λέγει ο άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, θα δυνηθεί να παραμείνει «δίκαιος ενώπιον του Θεού, πορευόμενος εν πάσαις ταις εντολαίς και δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτος» (Λουκ. 1,6).


1. Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ, Εισαγωγή στο « Δύναμις δια της προσευχής» του Ε. Μ. Bounds, εκδ. «Αστέρος».

2. Ε.Π.Ε. Έργα Χρυσοστόμου τόμ.31 σσ. 180·204.

3. Ένθ’ ανωτ. σ. 184.

4. Πρβλ. Δαν. 6,10.

5. Πρβλ. Χρυσοστόμου, μνημ. έργ. σ. 198.

6. Α. Τσιριντάνη, Η πίστις ως βίωμα, τομ. Ε΄ σ. 230·231.

7. Χρυσοστόμου, μνημ. έργ. σ. 214.

8. Ένθ’ ανωτ. σ.184.

9. Ένθ’ ανωτ. σ. 200.

10. Φιλοκαλία έκδ. «Αστέρος» τόμ. 4 σ. 75.

11. Ε.Π.Ε. Έργα Γρηγορίου Παλαμά τομ 11, σ. 226.

12. Φιλοκαλία, έκδ. «Αστέρος», τόμ. 4, σ. 75.


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ